Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2020

Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας για τον Bob Dylan - Μια συνέντευξη στην Κυριακάτικη Αυγή





«Οι επιρροές του Dylan πέρασαν και στη νέα γενιά των τραγουδοποιών»



Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας για τον Bob Dylan σε μια παλιά συνέντευξή του στη Βιβή Ζωγράφου.


Ιχνηλατώντας τη θέση του Bob Dylan στο ελληνικό τραγούδι, απευθυνθήκαμε στον …πρωτομάστορα τραγουδοποιό Θανάση Γκαϊφύλλια, ο οποίος φυσικά και δεν θα μπορούσε να λείπει από το αφιέρωμα του Μετρονόμου. Ο ίδιος ευγενικά μας παρέπεμψε στην ακόλουθη συνέντευξη που έδωσε στη Βιβή Ζωγράφου και δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή στις 6 Μαρτίου 2005. Τον ευχαριστούμε θερμά!
ηρ. οικ.


(Αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τ. 71, Απρίλιος-Ιούνιος 2019)


Βιβή Ζωγράφου: Ο Bob Dylan θεωρήθηκε ο εκφραστής της «οργισμένης» γενιάς του ’60 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Θανάσης Γκαϊφύλλιας: Από τη μια το αγαπημένο παιδί του αμερικανικού συστήματος, ο Έλβις, να στρατεύεται με τυμπανοκρουσίες κι από τη Γερμανία - καταραμένη ξενιτιά - να γράφει τραγούδια για τη μαμά, κι από την άλλη, χιλιάδες νέοι, αρνητές στράτευσης, να καίνε δημόσια τις κυβερνητικές προσκλήσεις. Από τη μια χιλιάδες νέοι να δραπετεύουν από τον παράδεισο για να μην πάνε στην κόλαση του Βιετνάμ κι από την άλλη η εθνοφρουρά να μπαίνει στα πανεπιστήμια, π.χ. Κολούμπια, και να κάνει ασκήσεις επί ζωντανών στόχων. Τότε κι ο Dylan έγραφε τραγούδια για τη μαμά του, μόνο που έλεγε «Όλα εντάξει, μάνα... μόνο που αιμορραγώ».

Β.Ζ.: Την ίδια στιγμή η νεολαία της Ελλάδας πώς εισπράττει τον Dylan; Συνδέθηκε με πολιτικά αιτήματα της εποχής εκείνης στη χώρα μας;

Θ.Γ.: Για την Ελλάδα, η δεκαετία του ΄60 ξεκίνησε ελπιδοφόρα με την εκλογή του Κέννεντυ. Το χάρηκαν οι Έλληνες, και στους πάγκους των πανηγυριών, δίπλα στα ζαχαρωμένα μήλα και στις ψεύτικες καρφίτσες, πουλούσαν πολύ όμορφα καδράκια με τη φωτογραφία του Τζων και της Τζάκι που οι απλοί άνθρωποι τοποθετούσαν στην πιο ακριβή θέση του σπιτιού: στο εικονοστάσι. Για τα καφενεία και τα λεωφορεία υπήρχαν μεγαλύτερα κάδρα. Οι Έλληνες πίστεψαν ότι κάτι θα άλλαζε προς το καλύτερο και, αν μη τι άλλο, πως από ’δω και πέρα κανείς πρέσβης των ΗΠΑ δεν θα έμπαινε με το σορτσάκι στο γραφείο του πρωθυπουργού μας. Φρούδες ελπίδες... ΣΙΑ, παλάτι, ΙΔΕΑ, καρφίτσα, αποστάτες να βυσσοδομούν και να στήνουν προβοκάτσιες, τα τρίκυκλα να αλωνίζουν κι ο γέρο-Καραμανλής να απορεί «Ποιός, επιτέλους, κυβερνάει αυτόν τον τόπο;».

Ε, λοιπόν, η γενιά του 114 δε θα μπορούσε να συνδέσει τους αγώνες και τα όνειρά της με το αμερικάνικο τραγούδι διαμαρτυρίας. Τα τραγούδια του Dylan και της Baez μπορεί να ακούγονταν με συμπάθεια και συγκίνηση κάποια στιγμή, σαν διάλειμμα, αλλά ως εκεί. Εμείς ως λαός είχαμε τα δικά μας προβλήματα, αλλά και τους δικούς μας τρόπους έκφρασης. Οι ποιητές, στρατευμένοι και μη, εμψύχωναν το λαό με το λόγο και οι μουσικές - κυρίως του Μίκη - μετατρέπονταν από απλά και όμορφα λαϊκά τραγούδια σε αγωνιστικούς παιάνες. Αυτός ο λαός στον τομέα της δημιουργίας ήταν αυτάρκης. Εξάλλου το ροκ ως προϊόν εισαγωγής είχε συνδεθεί στη συνείδηση της πλειοψηφίας με το μήκος της αντιαισθητικής κόμης των Beatles και των Stones και οι νέοι που γοητευμένοι ακολουθούσαν το παγκόσμιο ρεύμα αποκαλούνταν, από τους κάθε λογής "ορθόδοξους", περιφρονητικά, μαλλιάδες και γεγέδες.







Β.Ζ.: Πόσο η ελληνική εκδοχή του τραγουδοποιού επηρεάστηκε από τον Dylan;

Θ.Γ.: Ο πρώτος από τους Έλληνες τραγουδοποιούς που εμβάθυνε στο φαινόμενο Dylan ήταν ο Σαββόπουλος. Οι επιρροές είναι ορατές σε πολλά τραγούδια του και δεν αναφέρομαι σε αυτά που διασκεύασε επισήμως.

Για όσους, λοιπόν, από εμάς έψαχναν να βρουν έναν νέο τρόπο έκφρασης και ήθελαν να ξεφύγουν από τη σιγουριά του ...«είμαστε δυο, είμαστε τρεις» κι από την υπερβολική γλυκύτητα του Νέου Κύματος, ο λόγος και ο τρόπος του Σαββόπουλου ήταν καθοριστικός. Έγινε ο ενδιάμεσος και μπήκε ο Dylan στη ζωή μας. Απ’ αυτά τα χρησιδάνεια υπήρξαν άνθρωποι που ενοχλήθηκαν σφόδρα. Ας αναφέρω ένα μικρό περιστατικό. Αρχές του '71 συζητώ με έναν από τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες (δεν αναφέρω το όνομα διότι η συζήτηση ήταν ιδιωτική).

- Και ποιος συνθέτης σου αρέσει περισσότερο; με ρωτά (προφανώς περίμενε να τον αναφέρω πρώτο).

- Ο Σαββόπουλος, του απαντώ αυθόρμητα.

- Ο Σαββόπουλος; Δεν ξέρω κανέναν Σαββόπουλο. Εγώ ξέρω τον Bobby Dylan.

Έμεινα άναυδος. Έχω πολλά να προσάψω στον κύριο Σαββόπουλο για την εν γένει πορεία του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα τον κατηγορήσω γιατί μέσα από το έργο του μας σύστησε τον κύριο Dylan. Την ίδια εποχή, βέβαια, κι άλλοι μπαλανταδόροι παρουσίαζαν κομμάτια του Dylan, όπως ο Σπύρος με τη Λήδα, οι Διόσκουροι (Βαγγέλης Γερμανός και Βασίλης Ζαρούλιας), και οι αγαπημένοι και αξέχαστοι φίλοι μου Παύλος Σιδηρόπουλος και Παντελής Δεληγιαννίδης. Αλλά την επίσημη αντιπροσωπεία της DylanCorp εν Ελλάδι την είχε ο Σαββόπουλος.

Οι επιρροές του Dylan πέρασαν και στη νέα γενιά, και τραγουδοποιοί όπως ο Μίλτος Πασχαλίδης κι ο Βασίλης Καζούλης μελέτησαν καλά το έργο του και πήραν πλούσια εφόδια για το δρόμο τους. Κάποια στιγμή, αυτά τα νέα παιδιά συναντήθηκαν επί σκηνής με τον Βαγγέλη Γερμανό και παρουσίασαν ένα υπέροχο πρόγραμμα στο ΜΕΤΡΟ. Κρίμα που το εγχείρημα δεν είχε συνέχεια. Θα τους πρότεινα στο μέλλον να συμπράξουν και πάλι, παρουσιάζοντας αποκλειστικά τραγούδια του Dylan. Είναι οι πλέον κατάλληλοι.

Β.Ζ.: Εκτός από το μουσικό του έργο, εσείς οι νέοι της εποχής εκείνης εκτιμήσατε εξίσου και την προσωπική στάση του Dylan, ως δημόσιο πρόσωπο αλλά και στην ιδιωτική του ζωή. Αυτά τα δύο τα θεωρούσατε άρρηκτα και δεμένα.

Θ.Γ.: Ο Dylan δικαίως χαρακτηρίστηκε ως ο καλύτερος συνεχιστής της μεγάλης του Woody Guthry σχολής. Αυτό όμως αφορούσε το μεγάλο ποιητικό και μουσικό ταλέντο του, και μόνον. Ως άτομο, με την αμφιλεγόμενη στάση του σε σημαντικές στιγμές, δημιούργησε ερωτηματικά και στοίχειωσε τη ζωή πολλών ανθρώπων που τον ήθελαν έτσι όπως τον γνώρισαν: αρνητή και όχι προσκυνητή. Να φοράει μπλου-τζιν και μπότες και να πατάει σταθερά πάνω στη σκηνή των αντιπολεμικών φεστιβάλ κι όχι ντυμένο με φανταιζί κοστούμι, σα μέλος πλανόδιου τσίρκου, να τρεκλίζει ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια για να φιλήσει το χέρι του Πάπα.

Και δεν είναι ότι φταίνε αυτοί που δε μεγάλωσαν. Φταίει που κάποια στιγμή πίστεψαν πώς μοιράστηκαν το ίδιο όνειρο. Φταίει που οι ίδιες αιτίες που τους έκαναν τότε να θυμώσουν και να ενώσουν τις φωνές τους υπάρχουν και σήμερα. Και πολύ χειρότερες μάλιστα. Φταίει που η ζωή μάς γέμισε με απάτες κι αυταπάτες.






Δεν υπάρχουν σχόλια: