Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2020

Φοίβος Δεληβοριάς: "Δεν είναι αθώοι"






Για τον Παύλο Φύσσα απόψε. Για την κυρία Μάγδα Φύσσα, για τους φίλους του, για τους ανθρώπους που γνωρίζονται και πληθαίνουν 7 χρόνια τώρα, κοιτάζοντας προς μιαν ημερομηνία. Η οποία δεν μπορεί να φέρει πίσω έναν άνθρωπο (που άδικα έχασε τη ζωή και την ψυχή και την ανησυχία και την αγάπη του). Μπορεί όμως να φέρει λίγο φως σ’ εκείνους τους ανθρώπους που έρχονται, και μάλιστα μέσα απ’ τους δρόμους των θεσμών.

Τέλος οριστικό στην εγκληματική οργάνωση με το πολιτικό άλλοθι που μπήκε στη Βουλή, στις γειτονιές και στα σχολεία με την ανοχή ενός συστήματος που είναι ικανό να φάει κι απ’τις σάρκες του για να υπάρξει λίγο ακόμα. Εμείς που δεν ελπίζουμε σε μιαν ύπαρξη όπως-όπως, αλλά στον «βίο του διπλανού», στην αέναη δημοκρατική προσπάθεια, ελπίζουμε στην 7η Οκτωβρίου του 2020. Να ακουστεί και επίσημα:

Δεν Είναι Αθώοι.

Φοίβος Δεληβοριάς

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

Η Σύρος του Νίκου Ζουρνή

 


Ο γνωστός τραγουδοποιός Νίκος Ζουρνής διαπρέπει στη δισκογραφία και στις αθηναϊκές σκηνές αλλά δεν ξεχνά τη Σύρο, τόπο οικογενειακής καταγωγής και πηγή έμπνευσης για τα όμορφα τραγούδια του. Γι’ αυτό και ανταποκρίθηκε άμεσα στην πρόσκληση να μοιραστεί μαζί μας τις βιωματικές σημειώσεις του για τους δρόμους και τα στέκια της Ερμούπολης. Τον ευχαριστούμε!

***

 

Στη Σύρο

  

Η Σύρος είναι δισυπόστατη για εμένα. Από τη μία πλευρά, αποτελεί ησυχαστήριο και τόπο απομόνωσης και συγκέντρωσης ώστε να γράφω τα τραγούδια μου. Από την άλλη πλευρά, σε αυτό το μέρος έτυχε κατά περιόδους να κοινωνικοποιηθώ έντονα και να γνωρίσω πολύ σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου.

 

Η σχέση μου με το νησί ξεκινάει από τη γιαγιά μου, τη μητέρα της μητέρας μου. Γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά της χρόνια εδώ μαζί με τους γονείς της και τα δύο αδέρφια της. Στη συνέχεια, ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής, μετοίκησαν όλοι στην Αθήνα.

 

Εγώ ξεκίνησα να έρχομαι στη Σύρο από το 1999 και έπειτα. Κατά κύριο λόγο, για τις διακοπές του Πάσχα μαζί με τους γονείς μου, τους θείους μου και τα ξαδέρφια μου.  Όταν μεγάλωσα λίγο ακόμα (φοιτητής πια) ερχόμουν και μόνος μου ή με τους φίλους μου. Τότε ήταν που γνώρισα στο νησί τη σύντροφο της ζωής μου και δύο από τις καλύτερες φίλες μου. Τότε ήταν που κάναμε και τα πρώτα μας live σε μικρά μπαράκια στη Σύρο μαζί με τον Χάρη Μανουσάκη. Στο «Ε-αμέ» και στο θρυλικό μαγαζί της Νινέτας, η οποία μας άφηνε τα κλειδιά να κλείσουμε εμείς όταν το παρατραβάγαμε με το ξενύχτι! Ερχόμασταν καταχείμωνο, άνοιξη ή καλοκαίρι με δύο κιθάρες και παίζαμε ένα ρεπερτόριο το οποίο ακόμα δεν είχε γίνει κοινό κτήμα (Περίδη, Μάλαμα, Θ. Παπακωνσταντίνου κ.α.). Ταυτόχρονα, περνάγαμε στο πρόγραμμα και μερικά από τα πρώτα δικά μας τραγούδια.

 

 

 


Οι δρόμοι της Ερμούπολης και τα στέκια τα οποία έχουν κρατήσει από τότε είναι γεμάτα με αναμνήσεις. Από γλέντια με κιθάρες και μπουζούκια ή από συζητήσεις φιλοσοφικού περιεχομένου μέχρι το πρωί. Βέβαια, το νησί αλλάζει ραγδαία σε σχέση με άλλα μικρότερα νησιά. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν (φοιτητές, καθηγητές κ.α.) και μαγαζιά ανοίγουν και κλείνουν συνέχεια. Τα περισσότερα παλιά μου στέκια δεν υπάρχουν πια και έτσι χάνεται κι ένα μέρος της ιστορίας. Δεν παύουν όμως τα πράγματα να ξαναγεννιούνται. Όλα είναι ανεξάντλητα, καινούργιες ιστορίες πλάθονται από τους νεοφερμένους και οι συντροφιές φτιάχνουν τα δικά τους σημερινά στέκια.

 

Παρόλα αυτά, κάποια στοιχεία παραμένουν αμετάβλητα. Δεν αλλάζει το πώς αποτύπωσαν τη Σύρο στα έργα τους ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Μάνος Ελευθερίου. Όταν περπατάω τα βράδια στους ημιφωτισμένους δρόμους και ανάμεσα στα παλιά αρχοντικά νιώθω πως βρίσκομαι στην άχρονη εποχή των χρυσανθέμων του Μάνου. Σκιές παλιών ηθοποιών χορεύουν γύρω μου και από τα γραμμόφωνα ακούγονται απόκοσμες μουσικές.

 

Και άλλα πράγματα δεν αλλάζουν. Στα σοκάκια ακόμα συζητούν ως το πρωί οι γειτόνοι. Το ξαναείδα αυτό το καλοκαίρι. Τα παιδιά ακόμα ζωγραφίζουν καράβια στα σκαλοπάτια της Σύρου.  Κι εγώ ακόμα αναζητάω -σαν τη Μαρίνα του Καραγάτση- τη μεγάλη χίμαιρα.

 

 Νίκος Ζουρνής



 

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Κώστας Τζιαγκούλας για τον Γιάννη Σπανό






Το 2003 εμφανιζόμουν στη Μουσική Σκηνή Πλατώ στη Θεσσαλονίκη. Ένα βράδυ γύρω στις 12.30 π.μ. μπήκε στο χώρο ο Γιάννης Σπανός. Το σχήμα απαρτιζόταν από πολλούς τραγουδιστές κι εγώ έπαιζα και κιθάρα σε όλο το πρόγραμμα. Κάποια στιγμή λοιπόν ήρθε ο συνάδελφος, φίλος και επιχειρηματίας του Πλατώ, Δημήτρης Κεχαγιάς, μετά το δικό του στιγμιότυπο και μου λέει «Κωστή δε λες το Σπασμένο καράβι που το λες ωραία να το ακούσει κι ο Γιάννης;» Έτσι έγινε.

 

Μετά το τέλος του προγράμματος ήμουν στο μπαρ και μιλάγαμε με τους συναδέλφους. Περνά λοιπόν ο Γιάννης και χαιρετιόμαστε. Του λέω «κύριε Σπανέ μεγάλη μας τιμή!». Και ο συμπαθέστατος συνθέτης μου απαντά χαμογελώντας «Γιάννη με λένε... Κώστα, δεν ξέρω αλλά κάτι συνέβη με το Σπασμένο καράβι απόψε! Μπράβο σου!».

 

Αυτό ήταν λοιπόν! Ο Γιάννης με έκανε να νιώσω την αλλαγή του κύκλου ζωής έκτοτε. Ο πρώτος σταθμός της συνεργασίας μας ήταν μετά από λίγο στο Πλατώ και το επόμενο καλοκαίρι μετακόμισα στην Αθήνα. Γυρίσαμε όλη την Ελλάδα. Τα ταξίδια ήταν για μένα ευκαιρία να τον γνωρίζω και να μαθαίνω συνεχώς πράγματα για το πώς σκέφτεται και γενικά τη φιλοσοφία ζωής του.

 

Στο πρώτο μου Cd με τίτλο Άσε τη σκέψη εδώ μου εμπιστεύτηκε δύο τραγούδια σε επανεκτέλεση. Το Δεν είσαι έρωτας εσύ (Στίχοι: Μιχάλη Αβατάγγελου) και το Γιατί να 'ρθεις(Στίχοι Ιάκωβου Καμπανέλλη).

 

Επίσης σταθμός στη συνεργασία μας ήταν η μπουάτ Απανεμιά. Ο Γιάννης εκεί ήταν αλλιώς. Το απολάμβανε απόλυτα. Του θύμιζε τις μπουάτ του Παρισιού κι όλο το ρεύμα της τότε εποχής. Παίζαμε κάθε Δευτέρα και μετά ξενυχτούσαμε είτε συζητώντας είτε τραγουδώντας μέχρι το πρωί.





 


Τον χαιρόμουν γιατί ήξερε τι ήθελε από τη ζωή του και είχε πάντα ένα λόγο να συνδέεται και να επικοινωνεί με τους ανθρώπους. Και κυρίως τους απλούς! Γιατί κι ο Γιάννης ήταν απλός και τον θαύμαζα και γι' αυτό.

 

Αυτό που κυρίως εκτιμώ στο έργο του Γιάννη Σπανού είναι ότι οι μελωδίες του έχουν τέτοιο βάθος που αν θέλεις μπορείς να ανακαλύπτεις για πολύ καιρό ως ακροατής και ως ερμηνευτής πτυχές του ψυχισμού σου. Είναι τόσο εμπνευσμένος κι εμπνευστικός που επιδέχεται σπουδή για να είμαι ειλικρινής. Επίσης έχει μελοποιήσει με απόλυτο σεβασμό ποιήματα και στίχους. Το γεγονός βέβαια ότι έχει γράψει τον Ιδανικό κι ανάξιο εραστή, την Αλάνα, το Προσωπικά και το Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο με ξεπερνάει κι αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα-υπόδειγμα ελευθερίας έκφρασης εκ μέρους του. Γιατί έτσι ήταν ο Γιάννης. Ελεύθερος από ταμπέλες.

 

Τα τραγούδια τα προσέγγιζα (χρησιμοποιώ παρατατικό διότι ανακάλυπτα συνεχώς νέες εκδοχές κι εκφάνσεις στις ερμηνείες και αυτό οφειλόταν στο βάθος του έργου του) κυρίως με το ένστικτο της ψυχής μου. Ο Γιάννης έγραφε βιωματικά και δε δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα μιας και υπήρχε ευρύτερη συμπάθεια μεταξύ μας εξ' αρχής, λόγω της ευγένειας και του μεγαλείου ψυχής του, που εξελίχθηκε σε αγάπη μιας και γίναμε οικογένεια από κάποια στιγμή κι έπειτα.

 

Κώστας Τζιαγκούλας



Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020

Χωρίς Ρεφρέν - Ποτέ σου!





Ο Λέων Κουκούλας (1894-1967) γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Ήταν θεατρικός κριτικός, συγγραφέας και μεταφραστής. Ασχολήθηκε κυρίως με το θέατρο και μετέφρασε σημαντικούς ξένους συγγραφείς (Ίψεν, Μολιέρος, Σίλλερ, κ.α.). Διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Λογοτεχνών. Κατά τη διάρκεια της αντίστασης δραστηριοποιήθηκε μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, ενώ υπήρξε βαθύτατα προοδευτικός σε όλη τη ζωή του. Ήταν συνεκδότης στο περιοδικό "Δρόμοι της Ειρήνης" και συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά (Μούσα, Νουμάς, Νέα Εστία κ.α.).



Ποτέ σου!...

Μουσική: Κ.Μουγιάκος Ποίηση: Λέων Κουκούλας Ερμηνεία: Ζέτα Κολιού

Ποτέ σου, όσο γελούμενη κι αν είναι κι απάνεμη η στεριά που σε καλεί, μην πεις στο πλοίο σου: «εδώ για πάντα μείνε κι ανήμεροι πιο πέρα είν’ οι γιαλοί». Ποτέ σου, κι αν σε πρόλαβε το βράδυ προτού χαρείς μια δόξα ημερινή, μην κατεβάσεις μέσα στο σκοτάδι της αυγινής σου ελπίδας το πανί. Ποτέ σου, κι αν τη δίψα σου χορτάσεις κι απ’ τον καρπό του μόχθου σου ευφρανθείς, μπροστά στο νέο ταξίδι μη δειλιάσεις, στις προκυμαίες τις ίδιες μη σταθείς. Πεθαίνοντας της νίκης το στεφάνι αν θες στο μέτωπό σου, όταν λυγά το θάρρος σου, μην πεις: «Αυτό μου φτάνει» κι ούτε ποτέ σου: «Τώρα πια είναι αργά».

***

- Κλασσική/ακουστική κιθάρα, μπουζούκι, φωνητικά, προγραμματισμός: Κώστας Μουγιάκος - Ηλεκτρική/ακουστική κιθάρα: Πάρης Παρασίδης - Τύμπανα: Βαγγέλης Τόμπρος - Μπάσο: Γιάννης Μαυρίδης - Σαξόφωνο: Γιώργος Δούλγερης - Φλογέρα: Μελίνα Μ. - Μίξη/mastering: Πάρης Παρασίδης - Φωτογραφία: Γιάννης Νείλας

Σκηνοθετώντας "Το μεγάλο μας τσίρκο"





Αποπειρώμαι φέτος την πρώτη μου σκηνοθετική προσπάθεια, μετά από την τιμητική πρόταση που μου έγινε από την Αφροδίτη Σφαιροπούλου τον Δεκέμβριο να συνσκηνοθετήσουμε το «Μεγάλο μας Τσίρκο».

Με αφορά και με συναρπάζει, κάτω από πολλά πρίσματα. Διαχρονική η αγάπη μου στην ελληνική ιστορία. Μεγάλη η εμπλοκή μου στα δημόσια πράγματα εδώ και καιρό - πολιτικό ον ανέκαθεν. Ερασιτέχνης παίκτης (actor), ηθοποιός, 20 σχεδόν συναπτά χρόνια.

Στο έργο αναζήτησα τις ομοιότητες και τις αναλογίες με την σημερινή εποχή. Το έργο γράφτηκε το 1973, σε Καθεστώς ουσιαστικής και τυπικής έλλειψης πολιτικών ελευθεριών του λαού μας, με στόχο την ανάδειξή του κλίματος αυτού και την εμψύχωση του κόσμου. Ένα χρόνο μετά, ήρθε το πλαίσιο της τυπικής ανελευθερίας. Πόσες όμως ελευθερίες παρέμειναν ατροφικές, λειψές, κύμβαλα αλαλάζοντα; Και πόσες από τις προηγούμενες εξουσίες συνέχισαν- μέχρι σήμερα- να δίνουν τον τόνο, ασκώντας μια αισχρή, άδικη, αιματοβαμμένη, βαθιά αλήτικη εξουσία, με βούλα και σφραγίδα και την συναίνεση όλων μας;

Διαχρονικό (δυστυχώς;) κείμενο, από έναν γραφιά μύστη της ζωής, με γνώση και άποψη. Ταυτίζεται σε πολλά η ματιά μου με τον Καμπανέλλη- μπορεί να ευθύνονται για αυτό και τα χώματα της Νάξου από τα οποία έλκουμε την καταγωγή μας αμφότεροι.

«Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί Εθνικό ότι είναι αληθινό», λέει ο μεγάλος δάσκαλος Διονύσιος Σολωμός. Και ο Καμπανέλλης το ασπάζεται πλήρως. Το έργο δεν ψάχνει την αλήθεια στην από άμβωνα διδασκαλία. Βαφτίζεται μέσα στο αίμα του λαού για να την βρει, ζόρικια και ματωμένη όπως είναι, μαζί με τον ράφτη του Βόλου του Δημήτρη Χατζή, μαζί με «αυτή τη σιωπηλή στρατιά, αυτούς τους ωραίους δικούς μας».

Ο Καμπανέλλης παραδίδει μαθήματα (Νέο)ελληνικής Ιστορίας. Όχι με Χολιγουντιανή ματιά. Καταρρίπτει το «ενιαίο» του Έθνους. Δεν πολεμήσαμε όλοι μαζί! Κάποιοι ωφελούνταν, κάποιοι σκότωναν ήρωες, κάποιοι ήταν ρουφιάνοι. Έλληνας ήταν και ο Εφιάλτης, και ο Λαδέμπορας της Κατοχής. Μας γράφει με αίμα ότι οι άπονες εξουσίες-κατά Κώστα Βίρβο- ξεκληρίζουν τον λαό. Δώστε βάση στο ποιοι πεθαίνουν σε κάθε επεισόδιο και στο ποιοι τους σκοτώνουν. Και ο Λαός; Κάποιοι αναζητούν το τρένο της ευκαιριακής προσωπικής ανάδειξης, οι ανόητοι με τρόπο γελοίο, οι πιο πονηροί με κολεγιές με τον εκάστοτε ισχυρό. Φωτογραφίες της καθημάς Μεταπολίτευσης, και ας προηγήθηκε χρονικά το έργο.

Χαρούμενος θα είμαι αν ο θεατής προσπαθήσει να βρει σε καθεμιά από τις σκηνές του έργου αναλογίες με τη σημερινή ζωή. Ποιος είναι ο Ανδρόνικος σήμερα; Ποιοι σκοτώνουν τον Κλέφτη σήμερα; Ποιο είναι το Μαντείο και ποιος ο Φίλιππος σήμερα; Ποιοι καπηλεύονται τους ήρωες σήμερα; Το Σύνταγμα κινδυνεύουμε να το χάσουμε και σήμερα; Και αυτό είναι κάτι εντελώς τυπικό ή κάτι βαθιά ουσιαστικό; Το έργο, όταν γράφτηκε το 1973, λογοκρίθηκε. Σήμερα, ποιες ειδήσεις δεν φτάνουν στα κανάλια; Τι ρόλο παίζει η Πολιτική Ορθότητα; Η –κατά Σεφέρη- «κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης», η «ανωμαλία», βρίσκεται σίγουρα μόνο στο παρελθόν;

Τα πανό και τα πλακάτ που μένουν στο τέλος στη σκηνή κάνουν μια αναδρομή στα συνθήματα των πιο επιφανών επαναστάσεων των τελευταίων 250 ετών σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο λαός που γυρεύει το δίκιο του είναι μία άχρονη συνθήκη. Από την πλευρά μας, επιχειρήσαμε να συνδέσουμε το έργο με την τρέχουσα πραγματικότητα ώστε η (ελληνική) ιστορία, από βαρετό για κάποιους ανάγνωσμα να γίνει χρήσιμος πλοηγός για το μέλλον και πολύτιμος ερμηνευτής του σήμερα.

Και κάτι για τους συντελεστές της ομάδας: Επεδίωξα να προσεγγίσω νεαρό ηλικιακά κόσμο. Δίχως βέβαια ίχνος ηλικιακού ρατσισμού, απλώς πιστεύω πως πρέπει να είναι προτεραιότητα η δημιουργία πεδίων έκφρασης για νέους ανθρώπους. Λείπουν…

Η παράσταση αφιερώνεται σε όσους ακόμα ονειρεύονται. Τον κόσμο- τον εαυτό τους μέσα στον κόσμο. Τον μεγάλο μύθο. Τον ακέραιο.


Γιώργος Κομνηνάκης
ομάδα Θεατρικής Επιμόρφωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Διονύσου


ΥΓ: Η Τέχνη δεν κάνει Επανάσταση. Αλλά, χωρίς Τέχνη, δύσκολα γίνεται Επανάσταση…

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2020

Πού πήγε το αστικό τραγούδι;


Άκουγα πριν από κάτι μέρες το μεγάλο ερωτικό τραγούδι - τι ποιο είναι, ένα είναι το μεγάλο ερωτικό τραγούδι, μην ακούω τέτοιες ερωτήσεις βραδιάτικο...








Περνούν οι μέρες στο σκοτάδι
τα φώτα γίνονται σκιές 
μα σαν θα σμίξουμε ένα βράδυ
θα ναι οι πίκρες μας παλιές

Όταν θα σμίξουμε ένα βράδυ
στου κόσμου το βαθύ πηγάδι
τα λεωφορεία θα περνάνε
θα παίζουνε τα σινεμά
κι όλα θα μοιάζουν όπως πρώτα
μα κάπως διαφορετικά
όταν θα σμίξουμε ένα βράδυ
στου κόσμου το βαθύ πηγάδι

Περνούν οι μέρες στο σκοτάδι
μ' αφήνουν πόρτες ανοιχτές
για να γυρίσουμε ένα βράδυ
απ' τη φωτιά κι από το χτες

Όταν θα σμίξουμε ένα βράδυ
στου κόσμου το βαθύ πηγάδι
ένα τραγούδι θ' ανεβαίνει
απ' το βυθό μέχρι τη γη
κι εσύ θα λες τι μου συμβαίνει
θα ψάχνεσαι για την πληγή
για την πληγή που μας πληγώνει
σαν μένουμε στον κόσμο μόνοι

***

και που λες ξάφνου άκουσα τον στίχο "τα λεωφορεία θα περνάνε θα παίζουνε τα σινεμά" και ένιωσα ένα ρίγος ρε παιδί μου, σαν να ακούω τον Θούριο του Ρήγα, κάτι επαναστατικό τέλος πάντων, κάτι ανατρεπτικό, και δεν είχα ιδέα γιατί το αισθάνθηκα αυτό διότι τίποτε επαναστατικό δεν υπάρχει στο να περνάν τα λεωφορεία και να παίζουνε τα σινεμά.

Ψάχνοντας, το βρήκα: τριγύρω μου δεν ακούω πλέον αστικά τραγούδια, τραγούδια που να έχουν φτιαχτεί για ανθρώπους της πόλης, να περιγράφουν τη ζωή τους εκεί, τις εικόνες και τα μοτίβα της, να έχουν την πόλη ως background, να ξετυλίγονται εκεί. Γι' αυτό και με συγκινούν τα λεωφορεία και τα σινεμά, διότι έχουν κάτι από την πόλη, κάτι αστικό, κάτι που μπορεί να αναφέρεται στη φυγή (των ταξιδιών και του κινηματογράφου) αλλά είναι απείρως λιγότερο της φυγής από το συνεχές κυνηγητό του χωριού και του αγρού που μ' έχουνε φλομώσει.

Πως το λένε αγαπητή μου αναγνώστρια, πήξαμε στα παραδοσιακά. Πήξαμε στον Κωνσταντή και στον Νικολή, πήξαμε στο κλαρίνο και στο νταούλι, πήξαμε στην αγροτιά και στη λεβεντιά, πήξαμε στις στέπες και στα αερικά, και δεν εννοώ ότι πήξαμε στο να ακούμε δημοτικά - όόόχι, αν ακούγαμε απλώς δημοτικά μια χαρά θα' τανε, αλλά πλέον δεν υπάρχει επιλογή, πλέον ο πόνος του χωριού είναι mainstream, έχει μεταγγισθεί στο καθαυτό έντεχνο τραγούδι. Μακάρι να άκουγες δημοτικά αλλά να είχες κι απ' το άλλο, όόόχι, τώρα πας να ακούσεις το άλλο, ροκ, έντεχνο, ό,τι να 'ναι τέλος πάντων, και σου σκάει από παντού αυτό το υβριδικό εντεχνο-δημοτικο-ροκ, και μάλιστα σε βερσιόν αντάρτικη. Και δως του βοσκαδουράκια, και δως του πλατεια του χωριού και μαγγανείες, και δως του το κοινό να του σηκώνεται η τρίχα με το ένα ηπειρώτικο, να του σηκώνεται η πέτσα με το άλλο ηπειρώτικο, και δως του αναρχία και επανάσταση και καπνογόνα με κλαρίνα και λαούτα.

Πάει, τέλος το αστικό τραγούδι, τώρα μόνο ζόμπι που διονυσιάζονται με electro-ηπειρώτικα και levento-τσοπάνικα. Μα γιατί δεν πάνε στα χωριά τους να ησυχάσουμε, επιτέλους; Να ακούσουμε με την ησυχία μας τις τραγουδάρες μας για το τρένο που έφευγε για τη Χαλκίδα, για μια πόλη έφευγε διάολε, κι όχι για την ανδρομέδα και τον αποσπερίτη που δεν τον βλέπω από το διαμέρισμά μου εκτός κι αν το κάνω κάμπριο, άιντε λοιπόν στα χωριά σας και καταργήστε τους συλλόγους ηπειρωτών και νησιωτών και λοιπών τόπων, όχι άλλοι σύλλογοι και συναυλίες στην Τεχνόπολη, δρόμο, μόνιμη μετανάστευση στα χωριά, μπας και μας σηκωθεί κι εμάς η τρίχα με "το στενό και το μηχανουργείο" και μπας και νοιώσουμε και λίγο αστικοποίηση που απ' ό,τι φαίνεται ποτέ δεν ολοκληρώθηκε σ' αυτή τη χώρα!

ηρ.οικ.






Μια πρόταση του Θανάση Μωραΐτη από το 2003 για ένα διεθνές φεστιβάλ παραδοσιακής μουσικής




Πρόταση για Διεθνές Φεστιβάλ Παραδοσιακής Μουσικής στη Λέρο με θέμα "Ο άσκαυλος στην Ευρώπη και ειδικά στη Μεσόγειο"


Ο ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης και δημιουργίας των μουσικών πολιτισμών όλων των λαών της γης αντλεί την καταγωγή του από μια κοινή μακρινή ρίζα. Ακόμα και σήμερα, όταν ερμηνεύουμε και αξιολογούμε με κοινούς παρονομαστές τις γραμμές της καταγωγής, αλλά και την «άνευ ορίων, άνευ όρων» επιθυμία των ανθρώπων για καλλιτεχνική απεικόνιση όλων των στιγμών της ζωής τους, οι διαφορές ατονούν και αρχίζουν να διαφαίνονται τα κοινά στοιχεία στις ιδιαίτερες ουσιαστικές ιδιοσυστασίες κάθε μουσικής έκφρασης. 

Εξ άλλου, οι συνεχείς αλληλεπιδράσεις μεταξύ των λαών, ακόμα και των πιο απομακρυσμένων στην επιφάνεια της γης, πάντα συνέβαιναν και πάντα θα συμβαίνουν. Πολύ περισσότερο στην εποχή μας, μιας και τώρα η «επαφή» είναι πιο εύκολη από ό,τι παλιότερα. 

Σε ό,τι αφορά τους λαούς της Ευρώπης, αυτό μπορεί να γίνει και πρακτικά πιο εφαρμόσιμο, λόγω και της ενοποίησης που στον παρόντα καιρό συντελείται σε όλες τις παραμέτρους. Αλλά και η πρόοδος της επιστήμης βοηθάει σημαντικά να φωτιστούν οι σχέσεις της συγγένειας που υπόκεινται στη διαφορετικότητα. 

Ο στόχος του Διεθνούς Φεστιβάλ Παραδοσιακής Μουσικής της Λέρου είναι ένας και πολύ απλός: να έρθει ο κόσμος των χωρών-μελών της Ευρώπης σε ζωντανή και άμεση επαφή μέσα από την κοινή και αναγνωρίσιμη απ’ όλους πολιτιστική ρίζα, καθώς και να ανακαλυφθούν, να συνειδητοποιηθούν και να εμπλουτιστούν οι πολιτιστικές αλληλεπιδράσεις και καταβολές όλων των λαών μέσα από τις πολύμορφες και πολυδιάστατες παραμέτρους που δημιουργεί η συνύπαρξη τόσο των μουσικών-εκτελεστών-δημιουργών όσο και των θεατών-ουσιαστικών αποδεκτών και κριτών αυτής της συνύπαρξης. 

Το Διεθνές Φεστιβάλ Παραδοσιακής Μουσικής της Λέρου θα δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην δημιουργική προσέγγιση της παραδοσιακής μουσικής από τους νέους μουσικούς όλων των λαών της Ευρώπης, γιατί το «πιστεύω» των καλλιτεχνικών υπευθύνων που θα αναλάβουν να προσδώσουν στο Φεστιβάλ το «αισθητικό μέγεθος» που αναλογεί σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα είναι ότι η δυναμική της παραδοσιακής μουσικής εμπεριέχει, τόσο εν σπέρματι όσο και στην ολοκλήρωσή της, πάρα πολλούς από τους αναγκαίους για την εξέλιξή της σύγχρονους τρόπους έκφρασης που ενυπάρχουν νομοτελειακά στο ψυχισμό των νέων ανθρώπων. 

Ο άσκαυλος είναι αποτέλεσμα της ανάρτησης δύο ή και περισσότερων γλωττιδοφόρων αυλών σε ένα δερμάτινο ασκί που προμηθεύει αέρα χωρίς ο εκτελεστής να εξαντλείται καταβάλλοντας την υπέρμετρη προσπάθεια που τα όργανα αυτά απαιτούν. Ο άσκαυλος, που σύμφωνα με τις παλαιές μαρτυρίες του Σουητώνιου, του Δίωνα Χρυσοστόμου κ.ά. πρωτοεμφανίζεται στην Ασία, ήδη γύρω στον 1ο με 2ο μ.Χ. αιώνα, έρχεται στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Ιταλίας. Η παρουσία του τεκμηριώνεται από πάμπολλες εικονογραφικές και φιλολογικές πηγές. 

Δύο τύπους ασκαύλου συναντούμε στις προαναφερόμενες περιοχές: την τσαμπούνα, που παίζεται στα νησιά της Μεσογείου και στον Πόντο, με διάφορες ονομασίες όπως, τσαμπούνα, τσαμπουνάσκιο, ασκομαντούρα, αγγείον, τουλούμ, ασκαύλι κτλ., και την γκάιντα, που παίζεται στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα Βαλκάνια. 

Και οι δύο τύποι αποτελούνται από το ασκί, το επιστόμιο και τη συσκευή για την παραγωγή του ήχου. Η διαφορά τους είναι ότι στην γκάιντα βρίσκουμε δύο χωριστές συσκευές παραγωγής του ήχου. 

Άσκαυλοι παίζονται όμως και στον κελτικό κόσμο με επίκεντρο τις βρετανικές νήσους, αλλά και στην κεντρική Ευρώπη. Και τα δύο είδη αποτελούν βασικά όργανα της παραδοσιακής μουσικής του ευρωπαϊκού χώρου στη διάρκεια της Ιστορίας έως ακόμα και σήμερα, ενώ σε ορισμένα σημεία χάθηκαν εντελώς πρόσφατα. 

Θανάσης Μωραΐτης
Πλάκα, Μάιος 2003