Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

Ο Γιώργος Ε. Παπαδάκης για το "Ένα τραγούδι για τον Μάνο, Vol. 2" (2005)




Χατζιδακικές εκπλήξεις με δυο κιθάρες

Φαίνεται πωs είναι, περισσότερο απ' όσο νομίζει κανείς, παρούσα η... απουσία του Μάνου Χατζιδάκι. Τουλάχιστον, για όσous είχαν την τύχη να συνεργαστούν μαζί του. Παρούσα και έντονη, αφού το μεγάλο κενό που άφησε, μεταξύ άλλων, διεγείρει τη δημιουργική φαντασία των συνεργατών του. Έτσι, μετά την πρόσφατη και ξεχωριστή εργασία της Στέλλας Κυπραίου (Ερωτική Πολυρυθμία), κυκλοφορεί ακόμα ένας δίσκος, ο δεύτερος μιας σειράς με τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, διασκευασμένα και προσαρμοσμένα σε δυο κιθάρες από τον Βαγγέλη Μπουντούνη (παραγωγή LYRA). Η αρχή για τη δημιουργία των διασκευών αυτών έγινε, σύμφωνα με το σημείωμα του Βαγγέλη Μπουντούνη, λίγο μετά το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι, με τη σύνθεση μιας μελωδίας που πήρε τον τίτλο «Ένα τραγούδι για τον Μάνο» κι ακόμα ήταν για τον δημιουργό της «αντίδοτο στην απουσία του Μάνου». Φαίνεται πως δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι ο Βαγγέλης Mπουντούνης αισθάνεται την ανάγκη να μοιραστεί με το κοινό του την αντίδραση του Μάνου Χατζιδάκι (φανταστική φυσικά), αν άκουγε το έργο του: «Γιατί, παιδί μου, δεν ασχολείσαι με κάτι πιο ερωτικό και κάθεσαι και γράφεις αυτά τα πράγματα για μένα;»


Δεν είναι, πιστεύω, ψιλός λόγος αυτός αλλά ένδειξη εντιμότητας, όσο και παρρησίας, αφού πολλοί γνωρίζουν (και περισσότερο ακόμα οι συνεργάτες του Μάνου Χατζιδάκι) πόσο απόλυτος ήταν σχετικά με τον τρόπο που έπρεπε να παίζεται η μουσική του και πόσο δεν δεχόταν καμιά άλλη γνώμη. Και αυτός, προσθέτει ο Βαγγέλης Mπουντούνης, «ήταν και ο λόγος που πολλές φορές παρεξηγηθήκαμε». Το αποτέλεσμα πάντως όπως πιστεύω, μπορεί να πείσει τον καθένα, αφενός να μη συμμεριστεί τις φανταστικές επιφυλάξεις του Βαγγέλη Μπουντούνη, αφετέρου να επικροτήσει την παρρησία του. Έτσι κι αλλιώς, λέει, ακόμα κι αν δεν άρεσε στο Μάνο Χατζιδάκι, αυτός θα το δημοσίευε.

Ακούγοντας την εργασία του καταλαβαίνει κανείς γιατί. Η μεταγραφή, η διασκευή, η άλλη εκδοχή μιας μουσικής ή ενός έργου είναι (ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική του αξία και σχετικά με την απήχηση που θα βρει στην κοινή αίσθηση) εγχείρημα ριψοκίνδυνο. Διότι έρχεται να «τα βάλει» με κάτι πολύ ισχυρό που διαθέτουν οι πρώτες ή, καλύτερα, οι καθιερωμένες εκτελέσεις. Μια ενέργεια που έχει δημιουργήσει με τον καιρό η κοινή χρήση, που έχει συνδέσει τη μουσική και τα τραγούδια με πλήθος συναισθηματικών καταστάσεων ξεχωριστά στον καθένα ακροατή και συνολικά στην κοινωνία. Πρόκειται για ένα μεγάλο και ποικίλο συναισθηματικό φορτίο, που δίνει ουσιαστικά στη μουσική τη δυνατότητα της κοινωνικής λειτουργίας.

Κάθε «μεταποίηση», λοιπόν, κάθε άλλη εκδοχή, από την άποψη αυτή, ξεκινά από μειονεκτική θέση, ανάλογα με το βαθμό που ο ακροατής της «αντιστέκεται» στα «καινά δαιμόνια» που ενδεχομένου αυτή εισάγει. Αυτό που κατά τη γνώμη μου καταφέρνει εδώ ο Βαγγέλης Mπουντούνης είναι μια ειρηνική συνύπαρξη, δύο εν δυνάμει, αν όχι αντιθέτων, τουλάχιστον διαφορετικών, τεχνικών και καλλιτεχνικών προσεγγίσεων του αντικειμένου που πραγματεύεται, δηλαδή των συγκεκριμένων τραγουδιών, του πνεύματος τους και του φορτίου που φέρουν. Από τη μια έχουμε τη θεμιτή επέμβαση, που τα όρια της προσδιορίζονται μόνο από το αισθητικό αποτέλεσμα, κι από την άλλη την αρχική μορφή των έργων και κυρίως το σεβασμό σ' αυτό που θα περιγράφαμε ως το «αποτύπωμα» τους στην κοινή μνήμη. Ό,τι δηλαδή έχουν σημάνει για μας όλους τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι.

Ο Βαγγέλης Mπουντούνης στέκει απέναντι σ' αυτή την απαίτηση ισορροπίας με μια διάθεση μάλλον ρομαντική, δίνοντας δηλαδή κάποιο μεγαλύτερο βάρος στο συναίσθημα παρά σε κάποιες (λογικές ίσως και αναμενόμενες) διασκευαστικές «αυθαιρεσίες», που θα ήταν άλλωστε νόμιμες είτε «ποιητική αδεία» είτε όχι. Προτίμησε, με άλλα λόγια, να διατηρήσει ακέραιο το νήμα ανάμεσα στον ίδιο ως δημιουργό (με την ανατρεπτική εννοείται διάθεση του δημιουργού) και στο μεγάλο ακροατήριο, που κατά κανόνα είναι (για συναισθηματικούς λόγους) συντηρητικό. Και το πετυχαίνει με τρόπο θαυμαστό. Οι δύο κιθάρες (ο Βαγγέλης Mπουντούνης και η Μάρω Ραζή) επιφυλάσσουν εκπλήξεις σε όσους θα πληροφορούσαμε απλώς ότι θα ακούσουν γνωστά τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι να παίζονται στην κιθάρα. Δεν αναφέρομαι σε εκπλήξεις τεχνικής, που κι αυτές έχουν αξία, αλλά σε ερμηνευτικές, που αποτελούν πάντοτε την ουσία σε κάθε τέλεση - εκτέλεση. Τραγούδια όπως η «Η Περιμπανού», ο «Κεμάλ», «Ο κυρ Μιχάλης», «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι», «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο» και άλλα, παίζονται με έναν τρόπο (με ένα ήθος) που φανερώνει, ανάμεσα σε άλλα, έντονη τη διάθεση να «ανακεφαλαιώσουν», όσο είναι δυνατόν τη συγκίνηση που η μεταπολεμική κοινωνία χρωστά στον Μάνο Χατζιδάκι.

Γιώργος Ε. Παπαδάκης
Ελευθεροτυπία, 26 Οκτωβρίου 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια: