Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

Σωτήρης Κακίσης: Για την Ελευθερία

 



Για την Ελευθερία.

 

Για την Ελευθερία ο λόγος. Μα πριν για τον πατέρα της, τον Άνθρωπο. Που τη γέννησε, και την εμπνεύστηκε, και την ενέπνευσε, και την αναζήτησε με όλες του τις δυνάμεις. Που κάνανε τα πάντα για ’κείνη όχι μόνο άγνωστοί μας άνθρωποι, αλλά ξαφνικά τελείως κι από πριν δικοί μας, οι δικοί μας.

 

Κι η περιπέτεια. Οι περιπέτειες εδώ ενός ανθρώπου, ενός ομήρου σ’ εποχές τερατώδεις, μεταμορφώνονται από μνήμες σε μυθιστόρημα ιδανικό, πλήρες, με τους τίτλους πάλι των κεφαλαίων του διηγήματα πάνω κι από Τσέχωφ, πάνω κι από Πούσκιν, το έχω ξαναπεί αυτό, και τώρα το ξαναλέω. Με ήρωες όλους γύρω από τον ήρωα, και με Ιαβέρη, και με ονόματα το ίδιο τρομερά, και με Ουγκό, και με Χάσεκ δηλαδή, αλλά και με στιγμές παραλογισμού πολύ πιο πέρα κι από Ιονέσκο, πέρα απ’ όλα η ζωή η μισάνθρωπη, παράλληλα με τον φαρμακοποιό Χάιντβ, διαμέσου της Κόλασης, με αγωνία μεγάλη για λίγο φως, για λίγο ξανά ελληνικό ουρανό πάνω του, από πάνω τους. Αλλά και το ποδόσφαιρο μια επιπλέον, λυτρωτική μες στο χάος, παράλληλη κι αυτή ιστορία, πάντα μαζί του, στα πόδια του μέσα, δίπλα του.

 

Μαγικά για μας πια πράγματα, απόκοσμα, θαυμαστά, θαυμάσια. Και Ξύλινα Παπούτσια σκληρού πολύ παραμυθιού, και Μυλωνού σαν στον Παπαδιαμάντη, και Ιππείς Ινδοί, και Σακάκι Πέτσινο, και Ουγγαρέζα, κι ο Σκύλος, κι η Αυτοκτονία. Αλλά και συζητήσεις ολονύχτιες ελπίδας, και αναμνήσεις ολοζώντανες από την προηγούμενη ζωή μες στο στρατόπεδο της συγκέντρωσης, με τα μυαλά όμως και τις καρδιές όλων αλλού εννοείται, ελεύθερες πάντα, ελεύθερα προς τα ’δω, προς τον κόσμο τους. Και να πουλάει, και να ξαναπουλάει μόνο ψάρια στην αγορά ο Διαμαντής να θέλει, τίποτ’ άλλο, αυτό μόνο.

 

Κι όλο το βιβλίο πια ετούτο για την Ελευθερία. Για τη συνέχεια, για των απλών ανθρώπων τις δυνάμεις, τις υπερδυνάμεις στα δύσκολα. Κι από ιστορία, από διηγήσεις, από διηγήματα, από μυθιστόρημα, μύθος. Με σημασίες το κείμενο πολύ παραπάνω από μιας ηρωϊκής επιβίωσης τον βαρύ καημό, την υπεραξία, την τιτάνια μάχη, τον υπέροχο τρόπο.

 

Σωτήρης Κακίσης.


(Επίμετρο σε Αθανάσιος Ι. Πισσάνος (2021), Το ιστορικό της ομηρίας μου στη Γερμανία, 1944-1945, Αθήνα: Εκδοσεις Κουκκίδα)


Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Χωρίς Ρεφρέν - Μικρή ασυμφωνία εις Α μείζον






Χωρίς Ρεφρέν - Μικρή ασυμφωνία εις Α μείζον


Μουσική: Κ.Μουγιάκος
Ποίηση: Κώστας Καρυωτάκης
Ερμηνεία: Στέφανος Βιτζιλαίος

Πιάνο/ακορντεόν: Γιώργος Δούλγερης
Κλασσική/ακουστική κιθάρα: Κώστας Μουγιάκος
Μπάσο: Γιάννης Μαυρίδης
Μίξη/Mastering/προγραμματισμός: Πάρης Παρασίδης



Μικρή Ασυμφωνία εις Α Μείζον (*)

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο,
ίδια τον ένα και τον άλλο;

Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι

και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα

από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός τελευταίος θα γελάσει;

(*) Οι στίχοι αυτοί απευθύνονται στον κοσμικό κύριο, και όχι στον ποιητή Μαλακάση, του οποίου δεν θα μπορούσε να παραγνωρίσει κανείς το σημαντικό έργο (υποσημείωση του ποιητή)

Σοφία Καμαγιάννη: Για "Το ερωτευμένο σύννεφο"





Η ιδιαίτερη πρόκληση στο συγκεκριμένο έργο, και έμπνευση για τη σύλληψή του, ήταν η δραματουργική επιλογή η (εξαιρετική) παιδική – νεανική χορωδία Rosarte, στην οποία είναι αφιερωμένο το έργο, να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Στη συνέχεια, μέσα από τη λιμπρετική επεξεργασία από την Ελένη Ζαφειρίου, η οποία έκανε μια εμπνευστική ποιητική μεταφορά του παραμυθιού, προέκυψε η τελική μορφή του ρόλου της χορωδίας ως συγγραφέας – αφηγητής – χορός. Αφηγείται την ιστορία, στέκεται στα νοήματά της, αλλά κατά τόπους συμμετέχει σε αυτά που λένε οι ρόλοι, συμπάσχοντας και ακολουθώντας τη ροή, καθορίζοντας πολύ και τον τρόπο μουσικής γραφής. Χωρίς ίχνος όμως παιδοκεντρικών «ευκολιών», μετά από συνεννόηση και συνεργασία μεταξύ μας.

Στο μουσικό ύφος, ο έντονος λυρισμός εναλλάσσεται με ρυθμικό δυναμισμό απορρέοντα από τη συνεχή δράση και τις συγκρούσεις και εξίσου σημαντικό δραματουργικά, γι’ αυτό και έδωσα μεγάλη έμφαση στους τρόπους έκφρασής του. Οι ηλεκτροακουστικοί ήχοι που παρεμβάλλονται –επεξεργασμένοι φυσικοί ήχοι– διευρύνουν τον φαντασιακό χώρο στη Χώρα της Φλογέρας ή προσδίδουν ιδιότητες στα λουλούδια (θρήνος) φτιάχνοντας ιδιότυπους ηχητικούς όγκους μαζί με τις ζωντανές φωνές. Ο συνδυασμός όλων των στοιχείων σε μια σύγχρονη μουσική γλώσσα είχε ως στόχο τη λειτουργία των συμβολισμών στα πιο βαθιά στρώματα των υψηλών δονήσεων – συναισθημάτων – σκέψεων και μηνυμάτων που περνά αυτό το έργο.

Διαβάζοντας το σημείωμα αυτό δύο χρόνια μετά την απότομη παύση της πρώτης μας προγραμματισμένης παρουσίασης, η σκέψη μου ήταν να γράψω κάτι τελείως διαφορετικό υπό την επήρεια των συναισθηματικών κραδασμών και τεράστιων αλλαγών που έχει προκαλέσει η πανδημία. Το άφησα τελικά ως είχε, μόνο νιώθω να προσθέσω δύο λέξεις. Συγκίνηση και ευγνωμοσύνη.


Σοφία Καμαγιάννη




ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Παραστάσεις για παιδιά

ΤΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΥΝΝΕΦΟ

Σοφία Καμαγιάννη

Όπερα για παιδιά και νέους

08, 09, 13, 14, 15, 16 Ιαν 2022

Βασισμένο στο ομώνυμο παραμύθι του Ναζίμ Χικμέτ

Πρώτη παρουσίαση / Ανάθεση της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ

Βραδινές παραστάσεις • Ώρα έναρξης: 20.30 (Κυριακή 19.30)
8, 9, 13, 14, 15, 16 Ιανουαρίου 2022

Πρωινές παραστάσεις • Ώρα έναρξης: 11.00
8, 9, 15, 16 Ιανουαρίου 2022

Εναλλακτική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

«Το πιο δικό μου ψέμα» από τον Θοδωρή Τσάτσο

 




Δελτίο τύπου


«Το πιο δικό μου ψέμα» από τον Θοδωρή Τσάτσο


Κλείσε τ’ αυτιά σου όταν μιλώ
κι άφησε μόνο στα μαλλιά μου ένα χάδι
είμαι απλώς ένα παιδί
που τρέμει ακόμα τη σιωπή και το σκοτάδι.

Κλείσε τ’ αυτιά σου όταν μιλώ
και χάρισέ μου το ακριβότερο σου βλέμμα
δεν ψάχνω αλήθειες να κρυφτώ
μου φτάνει να ’σαι εσύ το πιο δικό μου ψέμα…


Ο πρωτοεμφανιζόμενος στιχουργός και ερμηνευτής Θοδωρής Τσάτσος μας παρουσιάζει το νέο του single με τίτλο «Το πιο δικό μου ψέμα» από το πρώτο ολοκληρωμένο album του με τίτλο «Το πιο δικό μου ψέμα» που κυκλοφορεί από την MLK.

Τη μουσική και την ενορχήστρωση υπογράφει ο Γρηγόρης Πολύζος ενώ τους στίχους ο Θοδωρής Τσάτσος, ο οποίος περιγράφει το πώς γράφτηκε και γιατί.

Το μεγαλύτερο μέρος των στίχων αυτού του τραγουδιού γράφτηκε μέσα στον ηλεκτρικο. Επέστρεφα από μια επαγγελματική συνάντηση στην οποία δεν ήθελα να πάω. Σκεφτόμουν πόσο συνηθισμένο είναι για όλους να κάνουμε κάποιες φορές, πράγματα που δεν μας ταιριάζουν. Σκεφτόμουν τις αντιφάσεις, μικρές και μεγάλες, που συνθέτουν αυτό που είμαστε. Ήθελα να μιλήσω για αυτό, αλλά χωρίς την επικριτική διάθεση που συχνά αντιμετωπίζουμε το θέμα. Πρόκειται για ένα τραγούδι κατανόησης και αποδοχής, πως όσο και αν θέλουμε να ακολουθούμε έναν δικό μας δρόμο, απαρέγκλιτα και χωρίς συντομεύσεις, συχνά η ζωή αποδεικνύεται πιο περίπλοκη!

Έπαιξαν οι μουσικοί Τιγκράν Σαρκισιάν (ντουντούκ και αρμένικη φλογέρα), Άρης Χατζησταύρου (ακουστική κιθάρα), Ηλίας Λάκας (ηλεκτρική κιθάρα), Σπύρος Μάζης (μπάσο), Μιχάλης Καπηλίδης (τύμπανα) και Γρηγόρης Πολύζος (πιάνο – πλήκτρα).






Λίγα λόγια για τον Θοδωρή Τσάτσο

Ο Θοδωρής Τσάτσος σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάζεται στην “Black Light”, μια κοινωνική επιχείρηση που απασχολεί κυρίως τυφλούς εργαζόμενους. Οργανώνουν εκπαιδευτικά σεμινάρια σε καταστήματα λιανικής πώλησης, ώστε να εξυπηρετούν σωστά πελάτες με οπτική αναπηρία. Επίσης γίνονται βιωματικά εργαστήρια σε σχολεία και εταιρίες, ώστε να εξοικειωθούν μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού με την τυφλότητα και γενικά τις αναπηρίες.

Παράλληλα εργάζεται ως ψυχολόγος και είναι συνιδρυτής του εθελοντικού οργανισμού «Διαβάζω για τους άλλους», ο οποίος προωθεί την ισότιμη πρόσβαση ατόμων με απώλεια όρασης στη γνώση και τη λογοτεχνία.

Ξεκίνησε να ασχολείται με το τραγούδι στα εφηβικά του χρόνια. Έκανε μαθήματα τραγουδιού για οκτώ χρόνια με τη δασκάλα φωνητικής Ασημίνα Μόρφη. Από την ηλικία των δεκαοκτώ άρχισε να συμμετέχει ως τραγουδιστής σε συγκροτήματα που έπαιζαν κομμάτια ξένου και ελληνικού ρεπερτορίου. Κατά την ίδια περίοδο ξεκίνησε να γράφει τους πρώτους του στίχους. Έχει γράψει τη συλλογή διηγημάτων, «Εκτός οπτικού πεδίου» (εκδ. Εύμαρος) και πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο του ολοκληρωμένο album με τίτλο «Το πιο δικό μου ψέμα».

Ο Θοδωρής Τσάτσος υπογράφει τους στίχους των τραγουδιών οι οποίοι ντύθηκαν με μελωδίες εξαιρετικών δημιουργών όπως οι Γρηγόρης Πολύζος, Κώστας Γάκης, Δημήτρης Ιλεμόσογλου, Σπύρος Παρασκευάκος και Γιώργος Κυριάκος. Στο album συμμετέχουν η στιχουργός Αθηνά Σπανού που υπογράφει ένα τραγούδι («Η πέτρα και η χίμαιρα») και η ερμηνεύτρια Πολυξένη Καράκογλου σε δύο τραγούδια («Ξόρκι» και «Όλου του κόσμου οι άνθρωποι»). Την ενορχήστρωση και την επιμέλεια της παραγωγής υπογράφει ο Γρηγόρης Πολύζος ενώ η ηχογράφηση, η μίξη και το mastering έγιναν από τον Ηλία Λάκκα στο Studio Odeon.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

Σωτήρης Κακίσης: Χρειάζομαι μουσική (στίχοι και κείμενα)







Σωτήρης Κακίσης

Χρειάζομαι μουσική (στίχοι και κείμενα)

Εκδόσεις Ερατώ



«χρειάζομαι μουσική. τώρα που η καρδιά μου σ’ άλλο βουνό ανέβηκε, τώρα που τα μάτια μου σαν φύλλα από του προσώπου μου το δέντρο ένας αέρας παράξενος τα ερωτεύτηκε, τώρα. η μουσική είναι πιο αστεία, λιγότερο άχρηστη από τον θάνατο […]»


Με πρόλογο του Ηρακλή Οικονόμου και οπισθογράφηση του Φοίβου Δεληβοριά, στην έκδοση περιέχονται οι στίχοι του ποιητή, κείμενά του για τη μουσική και συνεντεύξεις του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Νίκο Χουλιαρά, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Τζίμη Πανούση, τον Αργύρη Μπακιρτζή, τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη.

«Αν ο ένας πνεύμονας του Κακίση αναπνέει ποίηση, ο άλλος αναπνέει μουσική. Και δεν χρειάζεται πολύς κόπος για να το καταλάβεις αυτό. Δεν είναι μόνο οι στιγμές από τις δεκάδες συνεντεύξεις με πρόσωπα του τραγουδιού, απ’ τα μυριάδες ποιήματα, από τις όλο μαστοριά μεταφράσεις του. Η κάθε λέξη που υπογράφει αποπνέει μουσική, με μια φυσική ρυθμικότητα που σε μαγνητίζει[…]

«Το πιο χαρακτηριστικό ίσως στοιχείο τους είναι η πολλαπλότητα των εικόνων, με κοινό συναισθηματικό παρονομαστή την ευαισθησία και την τρυφερότητα. Αυτή η πολλαπλότητα εξηγεί πώς η ιστορία των μελοποιήσεων του Κακίση μπορεί να περιλαμβάνει τέτοιες διαφορετικές μελωδικές διαδρομές, από τη λιτή μπαλάντα «Ατθίδα» του Σπύρου Βλασσόπουλου με την Αλέκα Κανελλίδου μέχρι τη βυζαντινή «Σαπφώ» του Δημήτρη Παπαδημητρίου με την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Ή απ’ τις απίθανα τζαζ «Γάτες» του Άγγελου Κατσίρη με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά και το εξίσου μπλε «Πέρα απ’ τα Σύνορα» του Βαγγέλη Κατσούλη με τη Μαρία Φαραντούρη μέχρι τα «Τέσσερα Βήματα», το υπέροχο απτάλικο του Μάριου Στρόφαλη με την Αναστασία Μουτσάτσου».

Ηρακλής Οικονόμου


«Όλοι λίγο—πολύ χρειαζόμαστε τη Μουσική. Υπάρχουν όμως και ελάχιστοι ανάμεσά μας που η Μουσική τους χρειάζεται. Κι αυτοί δεν είναι άλλοι από τους Ποιητές. Τα τραγούδια και τα κείμενα του βιβλίου που κρατάτε είναι αυτά που ζήτησε από τον Ποιητή Σωτήρη Κακίση το ίδιο το Μέλος. Το Μέλος που περιηγείται σαν σώμα στην πάντοτε αρχαία αθηναϊκή νύχτα[…]

«Διαβάζοντας το βιβλίο —και χωρίς να θέλω να μειώσω κανέναν από τους συνθέτες που «χρειάστηκαν» και που έξοχα τύλιξαν με το μανδύα των ήχων τους τον αθώο Σωτήρη— φανταζόμουν κάθε τραγούδι μελοποιημένο από τον Χατζιδάκι»…

Φοίβος Δεληβοριάς


Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι του Χρήστου Κεχαγιόγλου.





"Η αγάπη αργεί" - νέο single από την Κατερίνα Μελίτη

 





Δελτίο τύπου


Η Spider Music παρουσιάζει το καινούργιο τραγούδι της Κατερίνας Μελίτη με τον τίτλο « Η αγάπη αργεί».

Ένα αργό ατμοσφαιρικό τάγκο με την μοναδική ερμηνεία της Κατερίνας που θα μας καθηλώσει και θα θέλουμε να το ακούσουμε πολλές φορές.

Η μουσική και οι στίχοι είναι της Όλγας Μακρή, ενώ το βίντεο κλιπ σκηνοθέτησε ο Γιώργος Κουρτέσης, που έκανε επίσης της χορογραφία.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2022

Μέγαρο Μουσικής: Ανοιχτές Πλατφόρμες






2021-2022
Γέφυρες

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΕΣ – ΑΚΡΟΑΣΕΙΣ

Το Μέγαρο ακούει

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και η ΕΔΕΜ δίνουν ώθηση στη νέα γενιά δημιουργών και ερμηνευτών


Καταληκτική ημερομηνία υποβολής αιτήσεων: 14 Φεβρουαρίου 2022


Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο της υποστήριξης δημιουργών και ερμηνευτών, επεκτείνει και αναβαθμίζει μια πολύ σημαντική θεσμική πρωτοβουλία του, το πρόγραμμα «Το Μέγαρο ακούει» της σειράς ΓΕΦΥΡΕΣ, συμπράττοντας με την Ένωση Δικαιούχων Έργων Μουσικής (ΕΔΕΜ) και διευρύνοντας τις Ανοιχτές Πλατφόρμες με ψηφιακές και φυσικές ακροάσεις.

Οι ακροάσεις θα γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα είτε με φυσική παρουσία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, είτε διαδικτυακά, με καταληκτική ημερομηνία υποβολής αιτήσεων 14/2/2022. Με αυτό τον τρόπο, ο θεσμός είναι ανοιχτός σε έλληνες καλλιτέχνες από όλη τη χώρα αλλά και το εξωτερικό καθώς και σε αλλοδαπούς μουσικούς που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα χωρίς όριο ηλικίας, ανεξάρτητα από το αν ή σε ποια εταιρεία διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων ανήκουν.

Στις φυσικές και διαδικτυακές ακροάσεις μπορούν να λάβουν μέρος φωνητικά ή οργανικά σχήματα που αποτελούνται από τουλάχιστον 3 άτομα. Σε ό,τι αφορά τις φυσικές ακροάσεις, ο μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων είναι 16, ενώ στις διαδικτυακές δεν υπάρχει όριο. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορούν ακόμη να πάρουν μέρος αλλοδαποί μουσικοί που είναι εγκαταστημένοι και δραστηριοποιούνται καλλιτεχνικά στη χώρα μας.

Ως προς τα κριτήρια αξιολόγησης δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην καινοτομία, την αυθεντικότητα, την τεχνική και ερμηνευτική αρτιότητα, την ενορχήστρωση, την πρωτοτυπία της διασκευής, όπου αυτή απαιτείται, και στη δημιουργική σύνδεση μουσικής και κειμένου, όσον αφορά τα τραγούδια. Στα φωνητικά έργα μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ελληνική ή οποιαδήποτε άλλη γλώσσα.

Στόχος αυτής της πρωτοβουλίας είναι να υποστηριχτεί έμπρακτα όλο το μουσικό δυναμικό. Σε πρώτη φάση, δίνεται βήμα σε δημιουργούς και ερμηνευτές και ακούγεται το έργο τους στις ακροάσεις. Σε δεύτερη φάση, οι καλλιτέχνες προβάλλονται στο φιλόμουσο κοινό και αποκτούν πρόσβαση σε ένα ευρύ δίκτυο μουσικών δράσεων (συναυλίες, ηχογραφήσεις, προώθηση στα social media κ.λπ.).

Καλλιτεχνική επιτροπή αξιολόγησης:
Γιάννης Βακαρέλης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής Μεγάρου Μουσικής Αθηνών
Δήμητρα Γαλάνη, ερμηνεύτρια–συνθέτις, μέλος ΕΔΕΜ
Σταύρος Λάντσιας, πιανίστας–συνθέτης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΔΕΜ
Δημήτρης Μαραγκόπουλος, συνθέτης, επικεφαλής της ΣΕΙΡΑΣ Γέφυρες

Η επιτροπή αξιολόγησης θα είναι ανοιχτή, με μια σφαιρική προσέγγιση, σε πρωτότυπες συνθέσεις, μεταγραφές, διασκευές, δημιουργικές και καινοτόμες ερμηνείες από όλο το φάσμα μουσικής, όπως ενδεικτικά έντεχνη «κλασική» μουσική (αναγεννησιακή μέχρι και 21ο αιώνα), θρησκευτική, έθνικ, παραδοσιακή, τζαζ, ροκ, σύγχρονα μουσικά ρεύματα όπως mouth beat, body percussion, μίνιμαλ, μιούζικαλ και τραγούδια με ελληνικό ή ξένο στίχο.

Τα προηγούμενα χρόνια, οι Ανοιχτές Πλατφόρμες, μέσω ακροάσεων, επέλεξαν συγκροτήματα που εμφανίστηκαν στη συνέχεια στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπως οι After8, Athens Tango Ensemble, Caja Secreta, Choir on the Stairs, Dretta, Guitar-4tune, Fle[x] String Ensemble, Fonέs–Marina Satti, Manouchodrome, Maracatu, Polis Ensemble, The Music Virus Band, De sol à sol Band κ.ά.

Η βασική καινοτομία όμως που αναβαθμίζει πλήρως τον θεσμό, αυτή τη χρονιά, –πέρα από τη συνεργασία του Μεγάρου με την Ένωση Δικαιούχων Έργων Μουσικής (ΕΔΕΜ)– είναι το γεγονός ότι έλληνες και αλλοδαποί μουσικοί από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό αλλά και αλλοδαποί μουσικοί εγκατεστημένοι στην Ελλάδα μπορούν, χάρη στη διαδικτυακή ακρόαση, να παρουσιάσουν το έργο τους στις Ανοιχτές Πλατφόρμες. Ταυτόχρονα έχουν τη δυνατότητα, εφόσον το επιλέξουν, να παρουσιάσουν τη δουλειά τους ζωντανά, με φυσική παρουσία, στο Μέγαρο, έναν χώρο φιλοξενίας ανοιχτό όχι μόνο σε αναγνωρισμένους καλλιτέχνες υψηλού επιπέδου, αλλά και πρόθυμο να αφουγκραστεί τον ήχο ενός εγχώριου μουσικού δυναμικού που διαρκώς εμπλουτίζεται.

Δείτε τους όρους συμμετοχής και συμπληρώστε τη φόρμα συμμετοχής στο παρακάτω link:

Κατά τη διάρκεια των ακροάσεων, θα τηρηθούν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα υγειονομικής προστασίας. Περισσότερες πληροφορίες εδώ:

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2022

Συνέντευξη με τον Γιώργο Ανδρέου

 




Γιώργος Ανδρέου:

 

«Ο γρίφος για τον δημιουργό είναι η νοηματοδότηση της ανθρώπινης ύπαρξης»

 

Αφορμή για την κουβέντα μας υπήρξε η συνάντησή του με τον Μάνο Ελευθερίου και η απαιτητική μελοποίηση του «Νοητού Λύκου». Αλλά η αιτία είναι άλλη: ότι για πάνω από τρεις δεκαετίες συγκαταλέγεται στα βαριά «όπλα» του έντεχνου τραγουδιού ως συνθέτης και στιχουργός, αλλά και ως παραγωγός και ενορχηστρωτής. Ακούραστος κι ανήσυχος, πάντα πάνω στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, συνεχίζει να τροφοδοτεί με τις μελωδίες του το μουσικό μας τοπίο. Κυρίες και κύριοι, ο Γιώργος Ανδρέου!

 

Τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου


Έχετε γράψει στίχους για τουλάχιστον 120 τραγούδια, αλλά παράλληλα έχετε μελοποιήσει μαεστρικά ποιητές και βέβαια έχετε εκδώσει εσείς ο ίδιος ποίηση. Πώς μπήκε στη ζωή σας ο ποιητικός λόγος; Πότε και με ποιους ξεκινάει η σχέση σας με την ποίηση;

 

Ο πατέρας μου συντηρούσε μια μεγάλη προσωπική βιβλιοθήκη, με πολυάριθμους τόμους λογοτεχνίας - ανάμεσα τους πολλές ποιητικές συλλογές και ανθολογίες. Το βιβλίο με τις ανθολογήσεις Ελλήνων και ξένων ποιητών, σε επιμέλεια και μεταφράσεις από την Ρίτα Μπούμη Παπά, υπήρξε το πρώτο που ξεφύλλισα, στην αρχή της εφηβείας. Είχε ωστόσο προηγηθεί  η ακρόαση, σε συνθήκες «παρανομίας» λόγω χούντας, του Άξιον Εστί (Θεοδωράκης-Ελύτης). Η φωνή του Μάνου Κατράκη επιμένει συγκλονιστική στο ηχείο της μνήμης μου, η υποβλητική του ανάγνωση, κατεξοχήν στο σημείο όπου αναφερόταν στους νέους «που τους έλεγαν αλήτες». Πρώτο βιβλίο ελληνικής ποίησης η Συνέχεια 3 του Μανώλη Αναγνωστάκη - ήμουν κοντά στα δεκαπέντε. Ακολούθησε ένα ...σύμπαν ποίησης. Η ανάγνωση, φυσικά, συνεχίζεται.






Πώς συναντηθήκατε αρχικά με τον Μάνο Ελευθερίου; Και πώς εξελίχθηκε η συνομιλία σας μέσα στα χρόνια;

 

Είχα διαβάσει  πολύ νέος Το νεκρό καφενείο, την ποιητική του συλλογή, κι έτσι ήξερα πως ο Ελευθερίου της Θητείας, του Άγιου Φεβρουάριου και των Τροπάριων για Φονιάδες έγραφε και εξέδιδε και «καθαρή» ποίηση. Είχα ανακαλύψει πολλά από τα βιβλία του όταν τον συνάντησα αρχές του 1994, σε μία παρουσίαση νέου δίσκου. Τον ρώτησα πώς μπορώ να βρω κάποια ποιητικά του βιβλία που ήταν αδύνατον να εντοπίσω σε βιβλιοπωλεία. «Θα σου τα χαρίσω εγώ αγοράκι μου» μου απάντησε με εκείνο το κοφτό και τρυφερό συγχρόνως ύφος ομιλίας του. Τον επισκέφθηκα στο σπίτι του. Γίναμε φίλοι αργά αλλά με σταθερή πορεία σύγκλισης - αφού φυσικά πολέμησα για αρκετά χρόνια με ένα βαρύ τρακ που εμφανιζόταν δικαιολογημένα κάθε φορά που τον συναντούσα. Μιλήσαμε πολλές φορές για ιδιωτικά μας πράγματα - είχε έναν απαράμιλλο τρόπο αφήγησης, γεννούσε έναν μονόλογο σχεδόν θεατρικό, συγχρόνως βαθειά εξομολογητικό, αυστηρό και δίκαιο.

 

Πολλοί ισχυρίζονται πως υπήρξαν φίλοι του, επειδή ο Ελευθερίου ήταν προσιτός και καθόλου «στημένος». Όλοι τους περιγράφουν το χιούμορ του, την χαλαρή του διάθεση, τον παιγνιώδη τρόπο επικοινωνίας του. Οι φίλοι του γνωρίζουν πολύ περισσότερα, πολυσύνθετα και πολύπλοκα. Περιορίζομαι να πω πως θαύμαζα την δύναμη του, την ακρίβεια, την ειλικρίνεια, την πίκρα, την αγανάκτηση, τον θυμό. Το αίσθημα ελευθερίας και την τόλμη που προϋποθέτει. Μιλήσαμε για τον Κάφκα, τον Τόμας Μαν, τον Ντοστογέφσκι, τον Ρεμπώ, τον Σεφέρη, τον Καρυωτάκη, τον Γκάτσο, τον Χειμωνά, την Ζωή Καρέλλη, τον Παλαμά, τον Σικελιανό, τον Καβάφη, τον Σέξπιρ, τον Τσέχοφ, τον Βέρντι, τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν. Για τον Μπαχ. Για την Παπαδάκη. Μιλήσαμε για πολλούς, ώρες ατελείωτες. Μου διάβαζε μεγάλα αποσπάσματα από τα μυθιστορήματα του, στο στάδιο της γραφής. Μου απήγγειλε στίχους του ανέκδοτους του τραγουδιού και παιδικά παραμύθια στην πρώτη τους γραφή. Μου διάβασε ένα απόγευμα όλον τον Νοητό Λύκο. Από το «χειρόγραφο» - το δακτυλογραφημένο μεν, αλλά διάστικτο από ιδιόχειρες διορθώσεις κείμενο.


Ο Νοητός Λύκος είναι ένας ιδιαίτερος και κρίσιμος δίσκος, καταρχήν διότι δεν μιλάμε για σκόρπια τραγούδια του Ελευθερίου εδώ κι εκεί, αλλά για μια συνεκτική προσέγγιση σε ένα ποιητικό έργο του. Πώς βρέθηκε στα χέρια σας το κείμενο και πώς αντέδρασε ο ίδιος στις μελοποιήσεις σας;

 

Όταν μου διάβασε το έργο από το πρωτότυπο κείμενο, πριν την έκδοση φυσικά, έμεινα βουβός και συγκινημένος. Ένιωσα πως ήταν η πνευματική διαθήκη του Ελευθερίου, το magnum opus του. Για αρκετά χρόνια του ζητούσα την άδεια να προχωρήσω σε μια κειμενική διασκευή και μελοποίηση του «ως μουσικού δράματος» και μου απαντούσε «σιγά-σιγά», χαμογελώντας με τον χαρακτηριστικό του τρόπο. Κάποια στιγμή αποφάσισα να προχωρήσω σε ένα σχεδίασμα «λιμπρέτου». Του το παρέδωσα. Με κάλεσε μετά από μερικές μέρες. «Ωραίο το έκανες» - μου είπε. Το συζητήσαμε διεξοδικά. Έκανε λίγες αλλά πολύ καίριες παρατηρήσεις και υποδείξεις.

 

Επέστρεψα μετά από σχεδόν δυο χρόνια με ηχογραφημένα τα μουσικά μέρη στο πιάνο, με την φωνή μου να ερμηνεύει. Τα άκουσε και μου έδωσε την τελική του έγκριση. Μου εμπιστεύθηκε πως τον ενθουσίαζε η ιδέα να «τελειώσει» την διαδρομή του στο Τραγούδι όπως την ξεκίνησε, με ένα «έργο συνόλου», όχι «κάποια ανεξάρτητα τραγούδια, χωρίς ενιαίο θεματικό κορμό». «Κουράστηκα», είπε, «να δίνω από εδώ κι από εκεί ένα κουρελάκι - η κουρελού με νοιάζει, ολόκληρη, πιο πολύ». Αδιανόητο για μένα εκείνη την ώρα – «άκουσε» το πλήρες έργο, ενορχηστρωμένο και ερμηνευμένο από αληθινούς τραγουδιστές (Νταλάρας, Θηβαίος, Φριντζήλα) post mortem. Η Νέκυια, η κάθοδος στον προσωπικό του Άδη, όπως την περιέγραψε στον Νοητό Λύκο του, έμελλε να συμβεί ακριβώς πριν το έργο του «ανεβεί» στην σκηνή. Χωρίς την δυνατότητα του ήρωα του - να επιστρέψει στον Επάνω Κόσμο, παρακινημένος από την Μάνα του, που συναντά στον Κάτω... 




Είναι εμφανές ότι δουλέψατε σε βάθος το συγκεκριμένο έργο, το οποίο θέλει πολλαπλές ακροάσεις για να αποκαλυφθεί στον ακροατή. Συναντήσατε συγκεκριμένες δυσκολίες στη μελοποίηση του Νοητού Λύκου; Ποιές είναι οι ιδιομορφίες του ποιητή Ελευθερίου σε σχέση με τον στιχουργό Ελευθερίου;

 

Ο Νοητός Λύκος τελειώνει με τον στίχο «Ο Σολωμός κι ο Κάλβος. Η Σελήνη», που θεωρώ «κληρονομιά» του Ελευθερίου, πνευματική διαθήκη του, πολύτιμη άυλη περιουσία - όπως, άλλωστε, όλο του το έργο - της πατρίδας μας. Το ποίημα είναι γραμμένο σε συνδυασμό ενδεκασύλλαβου με δεκασύλλαβο στίχο, στα βήματα του Δάντη, του Χορτάτζη, του Μπουνιαλή, με ομοιοκαταληξία και στροφές με μεγάλο ή μικρότερο αριθμό στίχων, ανάλογα με την θεματική στόχευση.

 

Ο Νοητός Λύκος όμως είναι συγχρόνως ένα έργο του 21ου αιώνα, «μοντέρνο», κρυπτικό, πολύ τολμηρό θεματικά. Αποφάσισα λοιπόν να «συνθέσω» τις διαφορετικές του καταγωγές, διαφοροποιώντας τα ηχητικά μου μέσα ανάλογα με το ερμηνευτικό πρόσωπο. Τρία είναι τα μουσικά πρόσωπα του έργου (το τέταρτο είναι Ηθοποιός - Αφηγητής): Ο Μουσικός Αφηγητής (το alter ego του αφηγητή - ερμηνεύει ο Γιώργος Νταλάρας), ο Άγγελος (του αφηγητή, τον οδηγεί στον Κάτω Κόσμο - ερμηνεύει ο Χρήστος Θηβαίος), η Μάνα (του αφηγητή, πεθαμένη, τη συναντά στον Άδη - ερμηνεύει η Μάρθα Φριντζήλα). Κάθε πρόσωπο έχει διαφορετική μουσική ταυτότητα: βυζαντινή - μεσογειακή ο Μουσικός Αφηγητής, δυτικοευρωπαϊκή του πρώτου μισού του 20ου αιώνα ο Άγγελος, οπερατική και μινιμαλιστική η Μάνα. Όλοι αυτοί οι μουσικοί κόσμοι συνομιλούν, συγκλίνουν και αποκλίνουν - ακολουθούν τις συγκλίσεις και αποκλίσεις του ποιητή Ελευθερίου με τον στιχουργό του Τραγουδιού Ελευθερίου. Όλος ο Νοητός Λύκος (το ποιητικό έργο) ισορροπεί εμπνευσμένα ανάμεσα στη λαϊκή και την ακαδημαϊκή φόρμα και θεματική. Και το πιο δύσκολο: Μιλά ο Ελευθερίου για νοητό κι όχι «αισθηματικό» Λύκο - το έργο λοιπόν αφορά την ηθική, φιλοσοφική, υπεριστορική οπτική του ποιητή. Το συναίσθημα ακολουθεί, δεν εκβιάζει, δεν εκβιάζεται. Το ίδιο, προσπάθησα, και η μελοποίηση.

 

Η ιστορία, είναι αλήθεια, επανέρχεται στο έργο του Ελευθερίου, και βεβαίως αυτό συμβαίνει ακόμα εντονότερα στον Νοητό Λύκο. Πώς ερμηνεύετε αυτή τη συνεπή σύνδεση του Ελευθερίου με τον ιστορικό χρόνο; Μήπως, εν τέλει, συνομιλώντας με την ιστορία προσπαθεί να λύσει και τους δικούς του προσωπικούς γρίφους;

 

Ο Ελευθερίου, όπως πολλές φορές μου το επεσήμανε, δεν πιστεύει στην «καθαρή» ποίηση, την αυτοαναφορική, την ξεκομμένη από τον ιστορικό και υπεριστορικό Χρόνο και Τόπο, «Χώρο και Καιρό», κατά την θαυμάσια διατύπωση του Μαρωνίτη. Κάθε εμπνευσμένος καλλιτέχνης - και ειδικά της γραφής - συνομιλεί με την εποχή του και συγχρόνως  την υπερβαίνει, ώστε να αναδείξει την κεντρική λειτουργία του έργου τέχνης, που είναι η ανάδειξη και δικαίωση της υπαρκτικής αγωνίας του ανθρώπου - μιας «αθανασίας» μεταφορικής, παρηγορητικής ωστόσο και λυτρωτικής.

 

Ο «προσωπικός γρίφος» για τον αληθινό δημιουργό είναι η νοηματοδότηση της ανθρώπινης ύπαρξης, κάθε μιας ατομικά και όλων συγχρόνως. Κατεξοχήν της διαδρομής των παρελθόντων, αυτών που δεν βρίσκονται πια εν ζωή, των προπατόρων, του αχανούς πλήθους που προηγήθηκε. Γι’ αυτό ο Ελευθερίου, σε μια συγκλονιστική σελίδα του Νοητού Λύκου δημιουργεί στροφές στίχων από ονόματα εκλιπόντων, ένα συνταρακτικό προσκλητήριο, συγχρόνως μνημόσυνο.

 

Στην ερμηνεία συναντάμε πρωτίστως τον Γιώργο Νταλάρα, μαζί με τον Χρήστο Θηβαίο και τη Μάρθα Φριντζήλα. Αποκωδικοποιήστε μου, παρακαλώ, την επιλογή τους. Ποια στοιχεία βρήκατε στον καθέναν;

 

Τον Γιώργο Νταλάρα τον ζήτησε εξαρχής ο Ελευθερίου ως Μουσικό Αφηγητή και εννοείται πως συμφώνησα αμέσως. Ο ερμηνευτικός τρόπος του Νταλάρα εκπροσωπεί αριστοτεχνικά και αριστοκρατικά τη μεγάλη παράδοση της Μονωδίας, του Μέλους - βυζαντινού, δημοτικού και λαϊκού - στον μουσικό μας πολιτισμό, καθώς και τη δημιουργική συνομιλία της με τα σύγχρονα ακούσματα, ελληνικά και διεθνή. Τον Χρήστο Θηβαίο τον ζήτησα εγώ εξαρχής - και ο Ελευθερίου συμφώνησε ευθύς αμέσως - για να αναλάβει, ως σπουδαίος μουσικός ερμηνευτής και χαρισματικός ηθοποιός της σκηνής, τον ρόλο του Άγγελου, που μουσικά συνομιλεί με το αποστασιοποιημένα θεατρικό μεσοπολεμικό «πολιτικό καφενείο» του Μπρεχτ και των εκλεκτών συνθετών-συνεργατών του (Βάιλ, Άισλερ, Ντεσάου), όσο υπονομεύει και συγχρόνως γοητεύεται από τον Τρόπο του Μουσικού Αφηγητή. Η Μάρθα Φριντζήλα ισορροπεί ανάμεσα στους δύο «αντιπάλους» με τον αριστοτεχνικό δυισμό της τραγουδιστικής της persona και την πολύπλευρη εμπειρία της ηθοποιού και σκηνοθέτη.





Κύριε Ανδρέου, τι ήταν καλλιτεχνικά και κοινωνικά η Θεσσαλονίκη εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν και βρεθήκατε εκεί; Τι συνέβαινε δίπλα σας κι εντός σας;

 

Η Θεσσαλονίκη υπήρξε τότε πρωτοπόρα και ρηξικέλευθη - δεν είναι τυχαίο που όλες οι κραταιές δισκογραφικές εταιρείες αναβάθμισαν εκείνη την εποχή την εκπροσώπηση τους στην πόλη, με παραρτήματα που είχαν πρωτογενή παραγωγική δυνατότητα, χρηματοδοτώντας απευθείας ηχογραφήσεις δίσκων κλπ. Δυστυχώς η «άνοιξη» αυτή κράτησε λίγο κι επιστρέψαμε στην «Αθηνοκεντρική» συνθήκη - μια συνθήκη που κατά την γνώμη μου ζημίωσε πολύ τον ελληνικό πολιτισμό, όχι μόνο τον μουσικό, αφού του στέρησε διαφορετικές συναρπαστικές και ανταγωνιστικές οπτικές, πολυποίκιλα «χρώματα κι αρώματα». Δουλεύοντας στο «Αγροτικόν», το ιστορικό στούντιο του Παπάζογλου, είχα την ευκαιρία να «αναπνεύσω» τον φρέσκο αέρα που φυσούσε τότε. Ενδεικτικά: Ο Παπάζογλου, φυσικά, οι Χειμερινοί Κολυμβητές, οι Τρύπες, ο Μάλαμας, ο Περίδης που ανέβηκε στην Θεσσαλονίκη για να δείξει στον Νίκο την ανέκδοτη δουλειά του, οι Φατμέ (ηχογράφησαν το «Ρίσκο» στο «Αγροτικόν»), η Τσαλιγοπούλου, η Κανά, τα Μωρά στη Φωτιά (το προγονικό γκρουπ των Ξύλινων Σπαθιών), οι Άγαμοι Θύται, οι Αλερετούρ... Κι ένα σωρό πολύ δυναμικές μπάντες - ροκ, τζαζ, μπλουζ, λαϊκές. 

 

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα σε δύο «κεφάλαια» της πρώιμης πορείας σας που μόλις αναφέρατε: Αλερετούρ και Νίκος Παπάζογλου. Πώς προέκυψαν οι δύο αυτές συναντήσεις και τι αποκομίσατε απ’ αυτές;

 

Τους Αλερετούρ τους φτιάξαμε με τον Στάθη Παχίδη, τον Βαγγέλη Κοντόπουλο και τον Βασίλη Καλφόπουλο. Προστέθηκε ο Μπάμπης Αγαθαγγελίδης στην παρέα και ηχογραφήσαμε τον δίσκο Σαν ελληνική ταινία στο studio Sierra στην Αθήνα, επειδή στο «Αγροτικόν» εκείνη την περίοδο έκανε κάποιες αναβαθμίσεις ο Παπάζογλου και ήταν εκτός λειτουργίας. Γνωρίσαμε όμως τον Νίκο έτσι - κι εκείνος ερχόταν να μας ακούσει σε φοιτητομάγαζα και μικρές λαϊκές σκηνές όπου παίζαμε. Εγώ, μετά από κάποιες σεμιναριακές σπουδές ηχοληψίας στο εξωτερικό, ζήτησα από τον Νίκο να εργαστώ στο studio του, για να αποκτήσω πρακτική εμπειρία της δουλειάς. Βρέθηκα λοιπόν σε μια ...αυλή των θαυμάτων - γνώρισα μουσικούς, τραγουδοποιούς, τραγουδιστές, γίναμε φίλοι με τον Νίκο - που υπήρξε ο πρώτος μου μέντορας στην δουλειά του ηχολήπτη, αλλά κυρίως του τραγουδοποιού και μουσικού - και κατέληξα να παίζω πλήκτρα στην μπάντα του, την περίφημη Ταχεία Θεσσαλονίκης. Έπαιξα μαζί του και στη Biennale  της Βαρκελώνης (η ιδρυτική του θεσμού - 1985)  - οι δύο ελληνικές συμμετοχές ήμασταν εμείς και ο Παύλος Σιδηρόπουλος με το περίφημο γκρουπ του, τους Απροσάρμοστους. Έτσι γνώρισα τον Παύλο και γίναμε φίλοι. Λίγο αργότερα, στην Αθήνα πια, στο studio Tracks, που για ένα φεγγάρι ήμουν συνιδιοκτήτης του, ηχογράφησα και μιξάρισα μαζί με τον Νίκο Γκίνη το άλμπουμ Η φαντασία στην εξουσία, συνεργασία Σιδηρόπουλου με Στέλιο Βαμβακάρη, σε στίχους Πάνου Ηλιόπουλου και συμμετοχή του ...Louisiana Red!.

 

O δίσκος των Αλερετούρ (ένας και μοναδικός, συλλεκτικός πια) Σαν ελληνική ταινία οφείλει πολλά στον Γιώργο Μητρόπουλο, τον πολύ γνωστό ραδιοφωνικό παραγωγό, που μας πίστεψε και έγινε ο παραγωγός μας. Όσο για τον Παπάζογλου, η συνεργασία μου μαζί του τέλειωσε με τρόπο μαγικό - στον Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι, όπου έπαιξα πιάνο για τον Νίκο (η εκδοχή του «Αύγουστου» με πιάνο έχει ηχογραφηθεί ζωντανά στον Σείριο), σε μια παράσταση-μαμούθ, με Σαββόπουλο, Φατμέ, Παπάζογλου, Ξυδάκη, Δυνάμεις του Αιγαίου και φυσικά την Ορχήστρα των Χρωμάτων, με Λέκκα, Λιούγκο, Πασπαλά. Στον Σείριο γνώρισα τον Σαββόπουλο, τον Ξυδάκη (του οποίου ενορχήστρωσα αρκετούς δίσκους και έπαιξα μαζί του ζωντανά) και συνδέθηκα στενότερα με τον Νίκο Πορτοκάλογλου (κι έγινα συνενορχηστρωτής λίγο αργότερα του πρώτου προσωπικού του δίσκου Φωνές). Ο Νίκος Παπάζογλου υπήρξε για μένα μια πόρτα στο θαύμα. Οι Αλερετούρ, η πρώτη μου πολύτιμη εμπειρία ως δημιουργού και εκτελεστή,  στη σκηνή και στο studio.








Φοβερά πράγματα! Μπήκατε, από την αρχή της προσωπικής σας δισκογραφίας με το Κορίτσι και Γυναίκα, στα βαθιά αυτού που ονομάστηκε έντεχνο τραγούδι. Ξέρω ότι ο όρος δεν είναι ιδανικός κλπ. κλπ., αλλά εξηγήστε μου τι υπήρξε εν τέλει αυτό το μουσικό ρεύμα;

 

Ο ορισμός «έντεχνο» κρύβει, είναι αλήθεια, κάποια αμηχανία. Στην ουσία πρόκειται για το δημιουργικό έργο κυρίως της γενιάς του ’90, μιας πολύ σημαντικής παρέας του ελληνικού Τραγουδιού. Τα τραγούδια που γράψαμε αγαπήθηκαν (και συνεχίζουν να αγαπιούνται) από το ελληνικό ακροατήριο και, πιστεύω, δεν υστερούν καθόλου σε σχέση με εκείνα των προπατόρων μας του ’60 και του ’70. Τόσο, που «έντεχνο» κατέληξε να σημαίνει το ποιοτικό ελληνικό Τραγούδι από τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι ως τους σημερινούς σημαντικούς συνθέτες και τραγουδοποιούς. Και είναι σίγουρο πως θα περιελάμβανε και τους μεγάλους του Λαϊκού μας Τραγουδιού, που αυτονόητα το δικαιούνται, αν δεν ήταν τόσο φορτισμένος ιστορικά ο προσδιορισμός «Λαϊκό Τραγούδι» (μέσα στον οποίο δυστυχώς έχουν χωρέσει κι αρκετά νεολαϊκά δημιουργήματα αμφίβολης αξίας).

 

Συνεργαστήκατε εξαρχής με μεγάλες ερμηνεύτριες. Ποια στοιχεία της καλλιτεχνικής τους προσωπικότητας σας έφεραν κοντά σε μια Τσανακλίδου, σε μια Βιτάλη, σε μια Τσαλιγοπούλου;

 

Πιστεύω πως είμαι συνθέτης περισσότερο γυναικών παρά ανδρών - αυτό τουλάχιστον αποδεικνύει η εργογραφία μου. Η υψηλού ταλέντου γυναίκα ερμηνεύτρια στην δική μας μουσική είναι ακαταμάχητη - συνδυάζει την μεγάλη μητέρα της Μεσογείου με μια εξιδανικευμένη ερωτική ύπαρξη, εκπροσωπώντας ιδανικά την καταλλαγή, την παρηγορία, την ελπίδα, απορροφώντας τον πόνο, τον φόβο, το αίσθημα ματαιότητας. Δεν είναι τυχαία η λατρεία της Παναγίας, μιας θνητής που με τον θάνατο της αναλήπτεται στον αθάνατο επάνω κόσμο. Να προσθέσω στις συνεργασίες μου την Αναστασία Μουτσάτσου, την Ρίτα Αντωνοπούλου, την Κορίνα Λεγάκη. Και την Χαρούλα Αλεξίου που ερμήνευσε τη «Μικρή Πατρίδα» μου (και του Παρασκευά Καρασούλου).

 



(Γιώργος Ανδρέου - Κορίνα Λεγάκη, στο στούντιο)


Άκουσα πρόσφατα το ενδιαφέρον δισκογραφικό ντεμπούτο της Irini Qn και μου έκανε εντύπωση, μεταξύ άλλων, η προχωρημένη ενορχήστρωσή σας. Φωτίστε μου, παρακαλώ, αυτή τη λιγότερο γνωστή αλλά σημαντικότατη πτυχή σας.

 

Ασχολούμαι με το...άθλημα της ενορχήστρωσης και καλλιτεχνικής επιμέλειας παραγωγής από την δεκαετία του ’90 (πρώτη φάση, ενδεικτικά: Ξυδάκης, Θαλασσινός, Μάνου, Νταλάρας-Ζήκας, Κατσιμιχαίοι, Πορτοκάλογλου, Τσαλιγοπούλου, Λειβαδάς, Ζούδιαρης-Αλκίνοος Ιωαννίδης) ως το σήμερα (δεύτερη φάση: Λεγάκη, Μουτσάτσου-Πατέλλη, αδελφοί Καλογεράκη, Μπουντούρης, Μητρίτσα, Σιόλας, Καλτσά, Σκαριώτης, Καρούνης-Παρασκευάκος, Τρίτη Έξοδος, Νάρης, Irini Qn, Μήτσης...). Προσεχώς θα κυκλοφορήσουν αρκετές ακόμα ενορχηστρωτικές μου εργασίες σε ηχογραφήματα νέων δημιουργών και ερμηνευτών. Αγαπώ όλες τις δημιουργίες των καλλιτεχνών στις οποίες έχω δράσει ως καλλιτεχνικός επιμελητής και ενορχηστρωτής - επειδή τις εκτίμησα και γι' αυτό και μόνο δέχτηκα να συμμετάσχω στην ανάδειξη τους. Ποτέ δεν αντιμετώπισα αυστηρά ως επάγγελμα αυτή μου την πλευρά. Νιώθω πως το Τραγούδι είναι μια μεγάλη παρέα - όλοι οι δημιουργικοί ρόλοι οφείλουν να συμπράττουν με θετική διάθεση και χαρά. Όσο για τους νεότερους δημιουργούς και ερμηνευτές, θεωρώ υποχρέωση όλων μας να τους στηρίξουμε και να τους δώσουμε βήμα.

 

Και τι καθιστά επιτυχημένη μια ενορχήστρωση;

 

Επιτυχημένη ενορχήστρωση για μένα είναι εκείνη που αναδεικνύει το έργο του δημιουργού και του ερμηνευτή, κι όχι η επιβεβαίωση μιας μανιέρας από την πλευρά του ενορχηστρωτή που δρα αφ' υψηλού, ισοπεδωτικά για το προς ενορχήστρωση έργο. Μπαίνω στο studio ως ενορχηστρωτής και είμαι μια «σελίδα λευκή», έτοιμος να μάθω κάτι καινούργιο, να εκπλαγώ δημιουργικά, να δώσω αλλά κυρίως να πάρω.

 

Έχετε καλύψει πολλά «χιλιόμετρα» ως συνθέτης μουσικής για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Ποια είναι η φιλοσοφία σας ως προς το συγκεκριμένο είδος; Πώς προσεγγίζετε, τεχνικά και δημιουργικά, μια παραγγελία;

 

Στον Κινηματογράφο και στο Θέατρο «αφεντικό» είναι ο σκηνοθέτης. Αυτόν ακούω και το δικό του όραμα προσπαθώ να υπηρετήσω. Το κλειδί για μένα είναι να βρίσκεσαι εκεί, παρών - στο μοντάζ, στην πρόβα, στην στιγμή της αμηχανίας και στην στιγμή της δημιουργικής λύσης. Δεν συμφωνώ με τους συνθέτες που έρχονται μετά. Θέλω να είμαι μαζί, συγχρόνως, παρών. Στις θεατρικές μου μουσικές, και ιδίως σε εκείνες για το Αρχαίο Δράμα, έχω κατεξοχήν εμπνευστεί από τις πρόβες - συνηθίζω να βρίσκομαι σε μια γωνιά της σκηνής, μπροστά σε ένα ηλεκτρικό πιάνο, με την παρτιτούρα στο χέρι. Την ώρα της «μάχης» γεννιούνται τα πιο όμορφα, τα πιο ειλικρινή κι αυθεντικά. Οι αναλύσεις, οι θεωρίες, οι a priori ιδέες πάντοτε ανατρέπονται  την ώρα της πρόβας - ευτυχώς.

 

Τελικά, ποια πόλη ονειρευτήκατε κύριε Ανδρέου, για να πιαστώ από ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια σας; Ποιο μεγάλο σας προσωπικό ή καλλιτεχνικό όνειρο ευτυχήσατε να εκπληρώσετε; Και ποιο μένει να πραγματωθεί στο μέλλον;

 

Την πόλη μου την παιδική
μια νύχτα είδα μαγική
μπροστά μου να φωτίζει,
απόγευμα και Κυριακή
πυκνή και ήσυχη βροχή
στα φώτα της δακρύζει,
βιτρίνες έρημες, κλειστές
πλατείες άδειες, σκοτεινές
σιωπή που τις ραγίζει,
φωνή βραχνή του εκφωνητή
της μπάλας κόλπα και γιατί,
ραδιόφωνο που τρίζει

 

Κι εγώ που έψαχνα να βρω
τον παιδικό μου θησαυρό
στου δρόμου το κουβάρι,
ταξίδεψα παιδί μικρό
μα βρήκα κόντρα τον καιρό
και κάλπικο το ζάρι,
κι εγώ που έψαχνα να βρω
τον παιδικό μου θησαυρό
στου δρόμου το κουβάρι,
στην ίδια πόλη τριγυρνώ
την πρώτη αγάπη μου ζητώ
να βρω ποιος μου `χει πάρει.

 

Την πόλη μου την παιδική
μια νύχτα είδα μαγική
μπροστά μου να γιορτάζει,
στο σπίτι άναψε το φως
ξυπνά ο μικρός μου αδερφός
κι η μάνα μου του τάζει,
η μπάντα παίζει δυνατά
φαντάροι τρέχουν στα στενά
κρυφό τους καίει μαράζι,
στις στέγες χιόνι και καπνιά
σχολείο, αρχαία στις εννιά
Δευτέρα που χαράζει.

 

Κι εγώ που έψαχνα να βρω
του κόσμου τον κριτή
στην πόλη ετούτη τη μικρή
τον βρήκα ποιητή.

 

«Σέρρες» - από το άλμπουμ Δέκα τελευταία χρόνια. Ερμηνεύει ο εξαίρετος συνάδελφος μου Στάμος Σέμσης.





Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

Συνέντευξη με την Αυγερινή Γάτση





Αυγερινή Γάτση:

 

«Να κοιτάτε τη θάλασσα, να κοιτάτε το βουνό, και να τραγουδάτε!»

 

Είναι μία από τις πραγματικά μεγάλες γυναικείες φωνές της νέας γενιάς. Οι εντυπωσιακές γνώσεις της και η κατάρτισή της συναγωνίζονται το εύρος του ρεπερτορίου της και τη συγκίνηση της χροιάς της. Τη γνωρίσαμε με τους Ρεμπετιέν, αλλά τη συναντήσαμε με αφορμή έναν δίσκο με επανεκτελέσεις τραγουδιών του Αργύρη Κουνάδη που μόλις κυκλοφόρησε από τον «Καθρέφτη». Ανήσυχη και ορμητική, μας μύησε στις δημιουργικές αναζητήσεις της, μας παρέσυρε στα ταξίδια της, και μας αποκάλυψε την πτυχή της σύνθεσης που την απασχολεί όσο κι εκείνη της ερμηνείας. Κυρίες και κύριοι, η Αυγερινή Γάτση!

 

 

τη συνέντευξη έλαβαν η Μέλια Πουρή και ο Ηρακλής Οικονόμου

 φωτο: Κώστας Μουντζουρέας

 


Γιατί ο Αργύρης Κουνάδης;

 

O Κουνάδης προέκυψε σαν έκπληξη, μιας που δεν τον γνώριζα. Είχα ακούσει ότι υπάρχει σαν συνθέτης αλλά δεν είχα ποτέ ακούσει κομμάτια του. Οπότε, εμφανίστηκε ο Μωυσής (σ.σ. Ασέρ) με τον οποίον είχαμε γνωριστεί και παλαιότερα και είχαμε μια επαφή -του έστελνα τα κομμάτια μου, μου έστελνε και εκείνος. Και μου λέει «Υπάρχουν αυτά τα τραγούδια και θα ’θελα πολύ να τα τραγουδήσεις, εάν σ’ αρέσουν.» Οπότε ξεκίνησα να τα ακούω και σκέφτηκα: «είναι ευκαιρία να τραγουδήσω κάτι που να μην το έχω προσεγγίσει στο παρελθόν».

 

Ερμηνευτικά πως προσέγγισες αυτό το υλικό, δεδομένου ότι διαφέρει από το μέχρι τώρα καταγεγραμμένο σου ρεπερτόριο;

 

Υπήρχανε δύο τρόποι να το προσεγγίσω. Ο ένας ήταν τεχνικός - δηλαδή να σκεφθώ πώς θα τοποθετήσω τη φωνή μου με έναν διαφορετικό τρόπο για να βγει πιο κοντά στις πρώτες εκτελέσεις του Βογιατζή, της Νίνας Ζαχά, της Τζένης Βάνου.  Ο άλλος τρόπος ήταν να έρθουμε κοντά στη μουσική. Δηλαδή με τον Αλέκο (σ.σ. Βασιλάτος) να κάτσουμε πολύ καιρό και να υπάρξει η ζύμωση, η τριβή, να παίξουμε αυτά τα τραγούδια, να τα νιώσουμε στο τώρα, και να τα ακούσουμε με ένα άλλο αυτί. Να μην προσπαθήσουμε να αντιγράψουμε την αισθητική της εποχής που ήτανε λίγο πιο ρετρό· ακόμα και τα σύμφωνα προφέρονται με έναν άλλον τρόπο στα 70sκαι στα 80s.  Δεν υπήρχε περίπτωση να τα προσεγγίσω με έναν ξένο ομιλητικό τρόπο. Έπρεπε να γίνει η ζύμωση, να «κάτσουν» τα τραγούδια, να τα αφομοιώσω με βάση όλους τους ήχους που κουβαλώ ως σημεία αναφοράς.

 




Και σε αυτό είχες σύμμαχο και τον Αλέκο Βασιλάτο στην ενορχήστρωση. Με ποιον τρόπο έγινε αυτό το υλικό σύγχρονο τόσο από πλευράς ερμηνείας όσο και ενορχήστρωσης;

 

Το πρώτο σημαντικό στοιχείο είναι η γλώσσα, ο τρόπος που προφέρονται οι λέξεις. Το δεύτερο είναι η μουσική, με την εξής έννοια: Ο Αλέκος δεν είχε σκεφτεί κάτι συγκεκριμένο πριν με ακούσει να τα λέω. Τα τραγούδησα κι εγώ πολλές φορές, μάλιστα αλλάζαμε πολλές φορές και την αρμονία για να μπορέσουμε να ξεφύγουμε απ’ την ερμηνεία της Αλεξίου ή της Τζένης Βάνου, να τα ακούσουμε τελείως διαφορετικά. Γιατί, ξέρετε, το τραγούδι είναι κάτι που λειτουργεί μιμητικά. Αν ένα τραγούδι έχει αποθηκευτεί στην μνήμη μας από μια γνωστή φωνή που την ακούμε χρόνια, κατευθείαν εκεί νιώθουμε ασφάλεια να το πούμε. Οπότε, έπρεπε να κάτσει στην αναπνοή μου, στον τρόπο που εγώ αναπνέω και νιώθω τις προτάσεις και τις λέξεις. Αλλά αυτό έγινε σε συνδυασμό και με την μουσική - δηλαδή ο Αλέκος άρχισε να τα ενορχηστρώνει, μου έστελνε κάποια δείγματα, και πάνω σε αυτό μελετούσα κι εγώ: έγινε διαδραστικά.

 

Η δική σου η εμπλοκή με το τραγούδι πότε ξεκινά; Πότε αποφάσισες ότι θα πάρεις τον δρόμο του τραγουδιού;

 

Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τα 25-26 μου τραγουδούσα κυρίως ρεμπέτικα και παραδοσιακά, σε κουτούκια περισσότερο. Κάποια στιγμή συνάντησα το Σπύρο Σακκά στο δρόμο μου. Στο Μουσικό Χωριό συγκεκριμένα, στον Άγιο Λαυρέντη, και μου άλλαξε τελείως την οπτική γύρω από το τραγούδι. Δηλαδή, συνειδητοποίησα ότι μόνο ένα μέρος του είναι η μουσική, γιατί έπαιζα και όργανα από πολύ μικρή, και η φωνή ήταν ένα από αυτά: πως θα κουρδίσω, πως θα καλλιεργήσω τα μουσικά χρώματα. Όταν όμως γνώρισα τον Σπύρο Σακκά και κάποιους άλλους δασκάλους μου φωνητικής, κατάλαβα ότι αυτό στο οποίο διαφοροποιείται το τραγούδι είναι ότι ο τρόπος με τον οποίον αρθρώνει κάποιος την λέξη κρύβει τον τρόπο που είναι μες στο μυαλό του αυτή η λέξη ή η πρόταση. Η λέξη δημιουργεί συνειρμούς και οι συνειρμοί από πίσω γίνονται ήχος στο σώμα. Είναι κάτι σωματικό, είναι πιο κοντά σε έναν αθλητή ο οποίος συνεργάζεται με το σώμα του, ή με τον ηθοποιό που κάτι μεταφέρει στο κοινό. Σχετίζεται δηλαδή με το αναπνευστικό σύστημα και με τα συναισθήματα που κρύβει ένα σώμα, που τα αποθηκεύει: Για παράδειγμα, αν πάει κάποιος ένα ταξίδι, μετά αλλάζει το σώμα του αν βιώσει κάτι εκεί. Μου φάνηκε πάρα πολύ ενδιαφέρον το ότι το τραγούδι έχει και έναν ψυχοθεραπευτικό και πολύ πιο σφαιρικό ρόλο, γιατί εμπεριέχει και τη μουσική και τον λόγο, και το σωματικό κομμάτι στο οποίο αναφερθήκαμε.

 

Πώς βρέθηκες στο παραδοσιακό και ρεμπέτικο ρεπερτόριο; Γιατί το επέλεξες;

 

Αυτό που με τράβηξε πάει λίγο πιο πίσω, στο σπίτι ακούγαμε πάρα πολύ ρεμπέτικο. Πιο πολύ προπολεμικό, και παραδοσιακή μουσική κυρίως η μητέρα μου. Έπειτα στο Μουσικό Σχολείο που πήγαινα, στην Παλλήνη, είχαμε πάρα πολλά σύνολα λαϊκής και ρεμπέτικης μουσικής. Οπότε εκεί το γνώρισα και το αγάπησα από μικρή. «Μιλάει» με έναν πιο βιωματικό τρόπο στο σώμα απ’ ό,τι η κλασική μουσική, η οποία είναι πιο λόγια. Η ρεμπέτικη και η παραδοσιακή μουσική συνδέεται με τον χορό και με το πως ενώνεται ο κόσμος μέσω ενός κοινού τρόπου σκέψης και τρόπου ζωής. Πιο πολύ αυτό με έχει τραβήξει - είμαι άνθρωπος της ομάδας.

 




Και βέβαια όταν αναφερόμαστε στην Αυγερινή Γάτση και στην λέξη «ομάδα» αμέσως το μυαλό πηγαίνει στους Ρεμπετιέν. Πως σχηματίζεται αυτό το πολύ προχωρημένο συγκρότημα;

 

Οι Ρεμπετιέν δημιουργήθηκαν το 2010-12.Βρεθήκαμε με τον Κωστή (σ.σ. Κωστάκης) και με τον Φώτη (σ.σ. Βεργόπουλος) μέσα από κοινές παρέες και κοινά ακούσματα. Βοήθησε και το διαδίκτυο, γιατί ο Φώτης τότε έμενε στην Μελβούρνη μόνιμα, σπούδαζε εκεί. Εκείνος μας βρήκε και έστειλε μήνυμα να παίξουμε παρέα οπότε όταν ήρθε στην Αθήνα δέσαμε κατευθείαν και αρχίσαμε να μελετάμε ολημερίς. Συγκατοικούσαμε στο ίδιο σπίτι, μαγειρεύαμε μαζί, οπότε ήταν σαν μια κοινότητα, και αυτό όταν είσαι στα 20 σου σε δένει πάρα πολύ. Αρχίσαμε να ταξιδεύουμε μαζί, να έχουμε συναυλίες παρέα, να δοκιμάζουμε με το μπουζούκι να παίζουμε και άλλα κομμάτια που δεν συνηθιζόταν πολύ τότε, όπως βουλγάρικα τραγούδια ή και δικά μας οργανικά που έγραφα κάποια τότε. Ήμασταν αρκετά ανοιχτοί στο να δοκιμάσουμε άλλο ρεπερτόριο. Έτσι βρέθηκε στο δρόμο μας και ο Γιάννης (σ.σ. Ζαρίας) ο οποίος είχε ασχοληθεί με παραδοσιακό βιολί καθώς και με την τζαζ μουσική, και δημιουργήθηκαν οι Ρεμπετιέν. Πλέον, είχαμε πολύ σταθερές συναντήσεις, πρόβες, και συναυλίες εδώ και στο εξωτερικό.

 

Και εν τέλει φτιάξατε …σχολή. Τι είναι αυτό που συνεχίζει να τραβάει τους νέους καλλιτέχνες αλλά και το νέο κοινό στα ρεμπέτικα;

 

Τα τελευταία 10-15 χρόνια στο διαδίκτυο έχει γίνει μια έκρηξη πληροφορίας: υπάρχει όλο το γραμμοφωνικό υλικό διαθέσιμο, με εξαίρεση κάποιους πάρα πολύ σπάνιους δίσκους της Αμερικής που τους έχουν κάποιοι συλλέκτες και τους κρατούν ακόμα κλειστούς. Υπάρχουν αρχεία όπως του Παναγιώτη Κουνάδη, και στο youtube φυσικά, στο sealabs, το ρεμπέτικο φόρουμ κ.α.

 

Αυτό που τραβάει τους νέους είναι η ζεστασιά που εμπνέει αυτό το ρεπερτόριο και τα στέκια του. Ξέρουν ότι θα πάνε σε έναν χώρο και θα συναντήσουν τους ίδιους εκατό ή διακόσιους ανθρώπους μέσα στην εβδομάδα για να ακούσουν κ να πιούνε ένα ρακάκι ή ένα κρασάκι. Δεν είναι αυτό το απρόσωπο της τεράστιας συναυλίας της ροκ ή της ποπ που υπήρχε και ήταν της μόδας τα προηγούμενα χρόνια, στην οποία μυθοποιείται ο καλλιτέχνης σταρ και όλοι τον θαυμάζουν λατρευτικά. Στα στέκια του ρεμπέτικου υπάρχει μια διαφορετική οπτική: ο ακροατής συμμετέχει σε αυτό, είναι το ίδιο σημαντικός με τον καλλιτέχνη ο οποίος προτείνει κάτι· και μάλιστα ο κόσμος, ο κάθε ακροατής, ακολουθεί κάποιους συγκεκριμένους καλλιτέχνες και σε μικρούς χώρους, χωρίς να τους ενδιαφέρει αν είναι διάσημοι ή όχι. Θέλω να πω ότι έχει αρχίσει να ψάχνει ο κόσμος ομάδες και χώρους που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά.

 

Εσύ τι αποκόμισες μέσα από αυτούς τους χώρους κι από τη συνύπαρξη, τον διάλογο με άλλους μουσικούς;

 

Αυτά τα 10-11 χρόνια που παίζουμε παρέα υπήρξαν δύσκολες αλλά και όμορφες στιγμές, και με έμαθαν πάρα πολλά. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να συμπορευτούν τα θέλω του ενός με τα θέλω του άλλου, και να δει κάποιος τι είναι πιο σημαντικό σε μια μουσική σύμπραξη: να ικανοποιήσει τα προσωπικά του απωθημένα και στόχους, ή να δεθεί μέσα από μια μουσική συχνότητα και πραγματικότητα; Η διαδικασία της συζήτησης και του διαλόγου μέσα στην ομάδα είναι πλούτος για έναν μουσικό. Εν τέλει, αυτό που κατάλαβα είναι ότι μαθαίνεται ο ένας να αφήνει χώρο έκφρασης στον άλλο ακούγοντάς τον.

 

Ποιες μεγάλες γυναικείες φωνές υπήρξαν πηγή έμπνευσης για σένα; Και γιατί;

 

Τεράστια πηγή έμπνευσης είναι η Φλέρυ Νταντωνάκη, η οποία έχει τεράστιο εύρος αρμονικών στην φωνή της και τεράστια αναπνευστική ηρεμία όταν τραγουδάει, κάτι το οποίο είναι σπάνιο στην εποχή μας λόγω του άγχους, του φόβου και της ταχύτητας του τρόπου ζωής. Επίσης, είναι η Μαρίκα Νίνου, για την αμεσότητα της φωνής της και για τη θεατρικότητά της -την ακούς και τη βλέπεις ολοζώντανη να κινείται μπροστά σου. Η ίδια ήταν και ακροβάτισσα, και την είχε επηρεάσει πάρα πολύ αυτό. Επίσης, η Ρίτα Αμπατζή, η Ρόζα Εσκενάζι, η Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου αλλά και φωνές που γνωρίζω  κάθε μέρα.

 





Παίζεις πολλά όργανα, αλλά το ακορντεόν είναι ένα όργανο που έχεις κατοχυρώσει. Τι σου προσφέρει μουσικά;

 

Το ακορντεόν προέκυψε μετά από πολλά χρόνια που έπαιζα νέι, όπου μελετούσα κλασική οθωμανική μουσική, η οποία είναι πολύ εσωτερική και σε φέρνει σε μια διαλογιστική διαδικασία με το όργανο και την αναπνοή σου. Μετά από τόσο καιρό κλεισίματος και εσωτερικότητας, όταν προέκυψε το ακορντεόν ήταν σαν να άνοιξε μια αγκαλιά. Είναι και το όργανο μια αγκαλιά, όπως το πιάνεις και κοιτάς μπροστά: δεν κοιτάς κάτω, ούτε κλείνεσαι, ούτε είσαι πλάτη στο κοινό. Ήταν μεγάλη η ανάγκη μου όταν τραγουδάω να κοιτάω τον κόσμο και να απευθύνομαι. Το ακορντεόν έχει μια τραγικότητα, μια μελαγχολία αλλά συγχρόνως και μια εξωστρέφεια. Το έχω συνδέσει και με τους ανθρώπους που παίζανε στο δρόμο ακορντεόν, γιατί στην Κυψέλη που ζούσα περνούσανε σχεδόν κάθε μέρα.

 

Έχεις μία έντονη παρουσία ως καθηγήτρια φωνητικής, ιδιαίτερα μέσα από χορωδίες. Τι είναι αυτό που θες να μεταλαμπαδεύεις στους μαθητές σου;

 

Αυτό που με ιντριγκάρει και μου φαίνεται ενδιαφέρον να μοιραστώ με τους μαθητές, σαν εμψυχώτρια, είναι το ότι η φωνή είναι ένας καθρέφτης του σώματος, ο οποίος πάντα μας βοηθάει να βλέπουμε σε τι κατάσταση βρίσκεται το σώμα μας. Οπότε λέω στους μαθητές μου: με τη φωνή σας πρέπει να έχετε μια πολύ καλή σχέση και κάθε μέρα να δοκιμάζετε, να συντονίζετε το σώμα σας και όλα τα ηχεία του σώματος, να κοιτάτε τη θάλασσα, να κοιτάτε το βουνό και να τραγουδάτε. Είναι διαλογιστικό. Είναι κάτι που πρέπει να χαρίζουμε, όχι να ντρεπόμαστε γι’ αυτό και να το δεσμεύουμε, να το κρατάμε μέσα μας. Είναι όμορφο με έναν μαθητή όταν εξελίσσει την φωνή του και  την επεκτείνει να βλέπεις ύστερα κ αλλαγή στο πως μιλάει ή  ελευθερώνεται  στο γέλιο του. Ή όταν ένα παιδί, δοκιμάζει να τραγουδήσει ένα ποίημα που έχει μελοποιήσει μόνο του.

 

Σε ποια σχήματα και σε ποιες εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες βρίσκεσαι αυτή την περίοδο; Πού διδάσκεις;

 

Τώρα διδάσκω στην χορωδία της Περπερούνας που είναι ένας χορευτικός σύλλογος όπου είμαι πολλά χρόνια με ένα μικρό κενό δύο ετών. Κατά καιρούς διδάσκω σε σεμινάρια καλοκαιρινά, στο Μουσικό Χωριό, στην Ικαρία, στην Κρήτη, στον Λαβύρινθο της Κρήτης και στο Labyrinth Katalunia online. Πρόκειται για ομαδικά σεμινάρια και εργαστήρια τα οποία έχουν να κάνουν, μεταξύ άλλων, με αφηγήσεις, ποιήματα, παραδοσιακή μουσική, ρεμπέτικο ρεπερτόριο και αυτοσχεδιασμό.

 

Τι είναι για σένα η παράδοση σαν έννοια και σαν καθημερινή πρακτική σου;

 

Η παράδοση είναι κάτι πολύ βαθύ και εύθραυστο, το οποίο όσο περνάει ο καιρός το θεωρώ όλο και πιο ιερό. Αλλά όχι με έναν τρόπο άκαμπτο, δηλαδή ότι αυτό που ακούω πρέπει να το αναπαράγω ακριβώς έτσι όπως το άκουσα γιατί αλλιώς θα παραβιάσω κάποιον κανόνα και θα το καταστρέψω ή θα το προδώσω και ότι δεν θα είμαι σωστή και τυπική. Το θεωρώ ιερό με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο: το να κατανοήσει κάποιος γιατί ένας λυράρης παίζει τρεις ώρες μια σούστα και δεν σταματάει διότι ο χορευτής δεν σταματάει να χορεύει, γιατί το κλαρίνο όταν παίζει μοιρολόι σταματάει ένα ολόκληρο χωριό να τρώει και να ανασαίνει, θυμάται τους γονείς του και τους παππούδες του και εκείνη την στιγμή έρχεται σε επικοινωνία με το κομμάτι των παιδικών του χρόνων, με όλες τις μνήμες, με ό,τι είναι το παρόν, το μέλλον και το παρελθόν. Αυτό είναι ιερό, το τί κρύβεται από πίσω. Πώς φτιάχνεται μια μαντινάδα; Πώς φτιάχνεται ένα κοτσάκι; Γιατί δυο άνθρωποι παίζουν με τα κοτσάκια και πειράζουν ο ένας τον άλλον, κι ας έχουνε τσακωθεί για τα ζωντανά τους ή τα χωράφια; Και το ίδιο βράδυ πάνε στο πανηγύρι του χωριού και δεν είναι πια τσακωμένοι, φτιάχνουν στιχάκια και πειράζει ο ένας τον άλλον.

 

Για μένα αυτό είναι ιερό, όχι το απ’ έξω, αυτό που φαίνεται με τη μία: ότι εδώ έχει νταούλι και εκεί έχει λαούτο. Μήπως δεν υπάρχει ηλεκτρικός κιθαρίστας ο οποίος να έχει την αντίληψη και την μουσικότητα να παίξει ηλεκτρική κιθάρα σε ηπειρώτικα τραγούδια; Μπορεί να παίξει και πολύ καλύτερα από έναν λαουτιέρη και να το κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον μουσικά. Ο Πετρολούκας Χαλκιάς ας πούμε, σίγουρα είχε ακούσει και τζαζ μουσική στη Νέα Υόρκη όπου ζούσε, και ινδική. Η επιρροή δεν είναι κάτι το κακό, ίσα ίσα την εμπλουτίζει την παράδοση. Μια παράδοση λοιπόν είναι δυνατή και όμορφη όταν είναι ανοιχτή και έτοιμη να πάρει στοιχεία απ’ έξω, να τα κλέψει – ναι, με την έννοια της κλεψιάς. Πρακτικά προσπαθώ ό,τι δυνατότητα έχει δώσει η Δύση στην εξέλιξη της φωνής να την προσαρμόζω στο ρεπερτόριο που  λέω.

 

Το ρεπερτόριό σου έχει πολλαπλές γεωγραφικές καταβολές Είναι άραγε ένα εργαλείο συνύπαρξης λαών και πολιτισμών η μουσική;

 

Γνωρίζοντας έτσι και την βουλγάρικη μουσική μέσα από ρεπερτόριο που είχα παίξει στο νέι και στο ακορντεόν, ή και την τούρκικη μουσική με σάζια, και γενικότερα την μεσογειακή μουσική, κατάλαβα ότι είναι τόσα τα κοινά και τόσα πολλά τα όμορφα που έχουν αυτοί οι πολιτισμοί και στον τρόπο που ζουν, που είμαστε μια παρέα στην ουσία η οποία έχει πλούτο. Για μένα είναι πανέμορφο το τραγούδι που βρίσκεται πέρα από τα σύνορα στη Ροδόπη: δεν μ’ ενδιαφέρει αν είναι μέσα στα σύνορα ή πιο πάνω. Κι αυτό μπορεί να μου δώσει κάτι, κι αν το παίξω παρέα με άλλους φίλους μου μουσικούς μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικό. Είναι πράγματα που πρέπει να μοιράζονται και να κυκλοφορούν χωρίς να υπάρχουν μουσειακού τύπου αγκυλώσεις και ηθικοί περιορισμοί, «σωστά» και «πρέπει» και «δεν πρέπει». Όλη αυτή η περίοδος που περάσαμε, του έθνικ, να το πω έτσι, που ανακαλύψαμε μουσικές από όλον τον κόσμο, μάς άνοιξε τους ορίζοντές μας, τους εμπλούτισε. Κι έτσι, τώρα ένας μουσικός που δοκιμάζει να παίξει έθνικ όργανο (π.χ. κεμεντζέ από το Αφγανιστάν ή το Αζερμπαϊτζάν) κατευθείαν έχει στα χέρια του ένα ακόμα χρώμα, ένα ακόμα εργαλείο για την παλέτα αυτή που μπορεί να χρησιμοποιήσει. Στο φαντασιακό του περιβάλλον έχουν ανοίξει πέντε-δέκα ακόμα παράθυρα. Βέβαια, το κέντρο του είναι ένα: αυτό που τον έχει στιγματίσει - γιατί δεν σε στιγματίζουν όλα. Γιατί π.χ. το ότι εγώ αγαπάω την ηπειρώτική μουσική γιατί κατάγομαι από εκεί ή το με έχει στιγματίσει η κρητική μουσική είναι κάτι πολύ σημαντικό· σημαίνει ότι κάτι μου μίλησε μέσα μου και έμεινε, ρίζωσε.

 

Ας αναφερθούμε σε αυτά τα δύο είδη μουσικής. Ηπειρώτικο τραγούδι. Πως μπήκε στη ζωή σου;

 

Οι γονείς μου κατάγονται από την Βήσσανη Ιωαννίνων. Είναι ένα χωριό στο Πωγώνι, κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, όπου πηγαίναμε τα καλοκαίρια και το Πάσχα. Βέβαια, γεννημένη στην Κυψέλη είμαι αλλά είχαμε πολύ ισχυρούς δεσμούς. Όποτε πηγαίναμε φροντίζαμε το σπίτι και τα καλοκαίρια, όπως σε όλα τα μέρη με ησυχία, ευνοούνταν η μελέτη. Υπάρχουν φίλοι μου από εκεί με τους οποίους κρατάω ακόμη επαφή, πηγαίνουμε σε γλέντια με κλαρίνα, ψάχνουμε μουσικούς. Το καλοκαίρι κρατούν ακόμα πανηγύρια, το Πάσχα πολύ συχνά και στα σκέτα. Λατρεύω το αυτοσχεδιαστικό κομμάτι αυτής της μουσικής. Ο κάθε κλαρινίστας μπορεί να χρησιμοποιήσει τα δικά του πατήματα για να περάσει από τραγούδι σε τραγούδι, να αυτοσχεδιάσει στο μοιρολόι.

 

Και η κρητική μουσική γιατί σε τράβηξε;

 

Στην Κρήτη πήγα  πρώτη φορά το 2007 στο Χουδέτσι, στα εργαστήρια  Λαβύρινθος, όπου ο Ross Daily είχε φτιάξει ήδη από το ’80 μια σχολή με καθηγητές από όλον τον κόσμο. Γνώρισα εκεί πολλούς μουσικούς και φίλους. Για μένα υπάρχει ένα ρομαντικό και μαγικό κομμάτι που έχουν τα γλέντια της κρητικής μουσικής: πέρα από το δυναμικούς και γρήγορους χορούς,  μπορείς να πετύχεις παρεάκια ηλικιωμένων να κρατάνε μαντολίνα και όλοι μαζί σιγοτραγουδούν σε κατάνυξη και ηρεμία λέγοντας μαντινάδες. Με αυτά έχω συνδέσει την κρητική μουσική, σαν κάτι πολύ ρομαντικό και μαγικό.







Ποια είναι η σχέση σου με τη σύνθεση και πως θα φροντίσεις να εκτεθεί η δουλειά σου στο ευρύτερο κοινό με έναν πιο οργανωμένο τρόπο;

 

Είναι μεριμνά μου τα τελευταία δυο-τρία χρόνια. Έχω βάλει μπροστά να ηχογραφήσω γύρω στα 20-25 κομμάτια που περιμένουν στη σειρά και είναι τραγούδια μελοποιημένα: δυο είναι ποιήματα του Καβάφη, κάποια άλλα είναι σε στίχους είτε στιχουργών είτε ανθρώπων που δεν έχουν ξαναγράψει στο παρελθόν. Δεν σκέφτομαι να βγουν σε κάποιο δίσκο χειροπιαστό, μάλλον θα ανέβουν στο διαδίκτυο, στις διάφορες πλατφόρμες σε ομάδες των τριών ή τεσσάρων κομματιών που έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Σε κάποια, λίγα, έχω γράψει και εγώ τους στίχους και είναι μεγάλη μου ανάγκη να τα μοιραστώ.

 

Τι σου προσφέρουν συναισθηματικά και ψυχικά, η ερμηνεία, η στιχουργική και η σύνθεση; Και τι …είσαι τέλος πάντων;

 

Νοιώθω πιο πολύ τραγουδοποιός, γιατί στα όργανα με τα οποία έχω ασχοληθεί δεν είχα ποτέ όνειρο να γίνω σολίστ. Δεν με απασχολεί τόσο πολύ να τελειοποιήσω ένα όργανο σε ένα στυλ, αλλά το θεωρώ ως μέσο για να φτιάξω κάτι, να πλέξω μια μελωδία. Οπότε νομίζω ότι είναι το κομμάτι της μελοποίησης το πιο σημαντικό για μένα -όχι τόσο πολύ του στίχου, του λόγου, αλλά το μουσικό. Να παίρνεις στίχο και να του βάζεις μουσική, είναι πάρα πολύ ωραίο το παιχνίδι εκεί. Ο λόγος έχει μια μουσικότητα από μόνος του, όταν τον διαβάζεις, τον απαγγέλεις, και η μουσική είτε τον σιγοντάρει είτε του πάει κόντρα. Στα τραγούδια που ετοιμάζω εκτός από μένα θα τραγουδήσουν και ο Φώτης Βεργόπουλος, ο Βασίλης Προδρόμου και άλλοι.

 

Και πότε θα αρχίσει η δημοσιοποίηση αυτών των τραγουδιών;

 

Είμαι τώρα στην διαδικασία της ηχογράφησης. Φαντάζομαι ότι μέσα στο επόμενο εξάμηνο θα κυκλοφορήσουν τα πρώτα.

 

Σημαίνει αυτό και μια ευρύτερη αποστασιοποίησή σου από το κομμάτι της ερμηνείας, σταδιακά; Θες η σύνθεση και η τραγουδοποιΐα να καταλαμβάνουν μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής σου;

 

Θέλω λίγο να απομακρυνθώ από το πιο λαϊκό, ρεμπέτικο και παραδοσιακό ρεπερτόριο σε ότι αφορά την έκθεση και την πραγματικότητα των συναυλιών, όχι να αφήσω το κομμάτι της ερμηνείας, το αντίθετο. Ετοιμάζω ένα συναυλιακό πρόγραμμα με δικές μου συνθέσεις και άλλων σύγχρονων συνθετών.

 

Ποιους άλλους καλλιτέχνες βλέπεις συνοδοιπόρους σου στο σκέλος της σύνθεσης και της τραγουδοποιίας;

 

Συνοδοιπόρους αλλά μάλλον κυρίως δασκάλους. Θαυμάζω και εκτιμώ πάρα πολύ τον Αλέξανδρο Καψοκαβάδη, ο οποίος είναι εξαιρετικός συνθέτης και κρατάει και μια πολύ όμορφη στάση, δεν κάνει καθόλου εκπτώσεις σε αυτό που θέλει να γράψει για να είναι πιο εμπορικό. Τον Αντώνη Απέργη, που κι αυτός έχει φτιάξει μια μεγάλη τάση με πολλές επιρροές. Τη Μάρθα Μαυροειδή, που μάλιστα γράφει για τετράφωνο σχήμα, τον Δημήτρη Σίντο, τον Θέμο Σκανδάμη, τον Γιώργο Πατεράκη, τον Νίκο Τατασόπουλο και πολλούς άλλους που τώρα ξεχνώ.

 

Πόσο εύκολο ή δύσκολο κάνει το να εκθέσεις την δουλειά σου το γεγονός ότι ουσιαστικά η δισκογραφία μας έχει αφήσει χρόνους;

 

Η δισκογραφική παραγωγή είναι στην δύση της, γιατί κανείς δεν θέλει να κρατάει στα χέρια του ένα cd, καθώς δεν έχει και το κατάλληλο μηχάνημα για να το αναπαράγει πλέον. Είναι για λίγους και ρομαντικούς. Ακόμα και στο youtube υπάρχουν δυνάμεις που κάποιους τους προωθούν, κάποιους δεν τους προωθούν - ζούμε στην εποχή της διαφήμισης του εαυτού μας. Ο καλλιτέχνης πρέπει να δημιουργήσει αυτό που θέλει, να βρει τους μουσικούς και τον χώρο, να βάλει το κεφάλαιο και τα χρήματα ώστε να ηχογραφήσει και να γίνει πραγματικότητα αυτό που θέλει να κάνει, ύστερα να διαφημίσει τον εαυτό του - κάτι που είναι μια γενικότερη τάση της εποχής, ο ανταγωνισμός και η συνεχής προώθηση του εαυτού μας ως τέλειου. Δεν θα μιλήσω για το ραδιόφωνο, γιατί θεωρώ ότι εκεί υπάρχει μια συγκεκριμένη γραμμή αισθητικής  και  εμμονή σε αυτά που αρέσουν στους πολλούς. Σιγά σιγά γίνονται κάποιες κινήσεις με κάποιες εκπομπές που δίνουνε χώρο σε νέους καλλιτέχνες, αλλά είναι ελάχιστες.

 

Υπάρχει μια στιγμή στην πορεία του μουσικού που σκέφτεται και αποφασίζει εάν τον αφορούν όλα αυτά ή εάν  κυρίως τον οδηγούν οι ιδέες που έχει χωρίς περιορισμούς, π.χ. αν θα αρέσει, αν θα είναι πιο εύκολο σε τρίλεπτο κομμάτι κλπ.

 

Υπήρξε για σένα αυτή η στιγμή;

 

Υπήρξε, και ξέρω ότι μπορώ να κάνω κάτι εμπορικό αν θέλω, και να είναι εύκολο, εύπεπτο, για αυτιά τα οποία δεν έχουν καμία ανησυχία και για κόσμο που ακούει ραδιόφωνο και ξεχνιέται. Αλλά, να πω την αλήθεια; Βαριέμαι! Δεν θα κάνω κάτι που μου βγαίνει μέσω εγκεφαλικής λειτουργίας και διαδικασίας. Να φτιάξω κάτι που θα το δημιουργήσω με σκοπό να «πιάσει»; Για να πιάσει ποιους; Να μ’ ακολουθούν μετά ακροατές οι οποίοι μόλις θα παίξω κάτι «όχι ποτ πουρί» θα δυσαρεστηθούν; Δεν μου λείπει μια τέτοια επιβεβαίωση· εάν κάτι τυχαίνει και αρέσει, καλώς.

 

Όλα ταιριάζουν αν τα υποστηρίξεις. Και το δύσκολο ταιριάζει. Να ζοριστεί το αυτί, ο ακροατής να σταματήσει, να ακουμπήσει κάτω το κρασί του, και να σταθεί τρία λεπτά να ακούσει χωρίς να μιλήσει. Όχι μόνο να ανεβαίνει πάνω στο τραπέζι, να σπάει πιάτα και ποτήρια και άλλα τέτοια οπαδικά.






Φαίνεται ότι σε ενδιαφέρει πολύ το ήθος του τραγουδιού και το τραγούδι σαν πράξη, σαν ανθρώπινη κατάσταση.

 

Ναι γιατί πολλά άτομα του περιβάλλοντός μου είναι μουσικοί. Συζητώντας τι  εξυπηρετεί ή  τον τρόπο που λειτουργεί όλο αυτό  ένας καλλιτέχνης πιάνει και τον  παλμό της γενιάς του αν και κάποιες φορές βοηθάει να απομακρύνεται συνειδητά και να συγκεντρώνεται σε πιο εσωτερικές διαδικασίες.

 

Δεν υπάρχει και η επιθυμία της δημοφιλίας; Βεβαίως εσύ το εξασφάλισες αυτό ως ερμηνεύτρια. Το ίδιο δεν ισχύει όμως και για έναν τραγουδοποιό; Στο πίσω μέρος του μυαλού του δεν θέλει ταυτόχρονα να εξασφαλίσει και το κοινό του;

 

Για τον τραγουδοποιό είναι τόσο τροφοδοτικά ψηλό το φορτίο και ψυχικά τόσο έντονη η στιγμή που φτιάχνει κάτι και η στιγμή που το μοιράζεται με 3-5 μουσικούς, που του δίνει απίστευτη ενέργεια. Είναι σαν ναρκωτικό, και το εννοώ κανονικά. Μπορεί να κάθεσαι στο σπίτι σου δέκα ώρες γιατί έχεις κολλήσει με ένα σημείο να βγει όμορφο ή να προσπαθείς να βρεις μια καταληκτική φράση. Θεωρώ ότι στη δημιουργία βρίσκεται το μεγαλύτερο κομμάτι της ικανοποίησης. Από εκεί και πέρα, για έναν άνθρωπο που δεν γράφει του λείπει πάρα πολύ το να έχει ένα κοινό. Το πόσο μεγάλο είναι αυτό το κοινό, δεν πιστεύω ότι πρέπει να  απασχολεί κάποιον που κοιτάει τον στόχο του. Βλέπουμε και μουσικούς οι οποίοι είναι δημιουργικοί στα 60 και στα 70 και στα 80 τους. Έχουν όρεξη για δημιουργία και η ψυχή τους είναι νέα γιατί πραγματικά τη διατήρησαν νέα και δεν ματαιώθηκαν από το ότι δεν συνάντησαν ιδιαίτερη δημοφιλία.

 

Έχεις κάνει πολλές αναζητήσεις στα πλαίσια των σπουδών σου σε διαφορετικές μουσικές σχολές και παραδόσεις. Ποιο ταξίδι σου στο εξωτερικό ξεχωρίζεις;

 

Πολύ δύσκολη ερώτηση! Θα μιλήσω για την Ινδία. Είναι ένα άλλο σύμπαν, ένας άλλος κόσμος που όσοι έχουνε ταξιδέψει εκεί το γνωρίζουν: χαμογελαστοί άνθρωποι που ζούνε πολύ φτωχικά. Μου έκανε εντύπωση η χαλαρότητά τους και ο τρόπος που είναι για αυτούς η μουσική σημαντική. Δεν είναι ο τρόπος που είναι για εμάς, όπου όλα πρέπει να γίνονται ολόσωστα - η ακουστική του χώρου να είναι άψογη, να υπάρχουν πολλοί τεχνικοί κλπ. Σε χώρες όπως η Ινδία ή η Μαδαγασκάρη δεν έχουν πάντα τα μέσα και την τεχνολογία ώστε να συναντήσει κανείς τέτοιους χώρους. Παρόλ’ αυτά, η μουσική είναι μέσα στην ζωή τους, στη θρησκεία, στην καθημερινότητά τους, σε μαγαζάκια μικρά, σε πλατείες κ κεντρικά σημεία. Και συμμετέχουν με έναν πάρα πολύ πνευματικό και εγκεφαλικό τρόπο. Για τη Μαδαγασκάρη θα πω κάτι χαρακτηριστικό: έπαιξα με ένα χαλασμένο ακορντεόν γιατί δεν είχα πάρει το δικό μου και είχα ζητήσει να μου βρουν ένα εκεί. Μπορεί να υπήρχαν τρία ακορντεόν σε όλο το νησί, και βγήκε η συναυλία με αυτό που το επισκευάσαμε λίγες ώρες πριν μαζί  με τους φροντιστές του θεάτρου. Προφανώς ένα πανάκριβο όργανο είναι ένα εργαλείο για να εκφραστείς πολύ καλά, αλλά έτσι κατάλαβα ότι με όποιον τρόπο διαθέτει ο καθένας - ακόμα και ένα σίδερο να έχει - μπορεί να φτιάξει και να μοιραστεί μουσική.