Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020

Σάτυροι - Σολ Γαλλία Τσάμικο







(Κείμενο: Από το κανάλι του συγκροτήματος στο Soundcloud)



ΣΟΛ ΓΑΛΛΙΑ ΤΣΑΜΙΚΟ

Το album που δεν κρατάτε στα χέρια σας ηχογραφήθηκε στο studio Gizzmo με ηχολήπτη τον Δημήτρη Δρακόπουλο (ο οποίος επίσης επιμελήθηκε τη μίξη και το mastering) από το Νοέμβριο του 2012 μέχρι και τον Ιούλιο του 2013. Οχταμηνίτικο βγήκε!

Ξεκίνησε να κυκλοφορεί ηλεκτρονικά στις 6 Ιουλίου, ανήμερα το Αγίου Σατύρου και μπορεί όποιος θέλει να το κατεβάσει δωρεάν. Υπο μορφή cd κυκλοφορεί χέρι με χέρι. Η σειρά των τραγουδιών είναι αλφαβητική!

Η αρχική σύνθεση των τραγουδιών ανήκει σε μέλη των Σατύρων. Η τελική μορφή, η ενορχήστρωση και η παραγωγή ανήκει σε όλο το συγκρότημα. Οι στίχοι προέρχονται κατα κύριο λόγο από έλληνες ποιητές του 19ου αιώνα και όχι μόνο.

Την εκτέλεση των ασμάτων (στα 6 μέτρα) ανέλαβαν οι Σάτυροι:
*Ζεύξιππος Μερμίγκης: Σοπράνο & άλτο σαξόφωνο, φλάουτο, φυσαρμόνικα, νέυ, μπαγλαμά, γιουκαλίλι, τραγούδι & φωνητικά (4,6,10)
*Λύσιππος Μιχαηλίδης: Ηλεκτρικές & ακουστικές κιθάρες, τραγούδι (1,3,5,6,9), φωνητικά (6,8,10)
*Γιώργος, κύριος (ο): Τύμπανα, πεθερά (6)
*Δρ. Jorje: Πλήκτρα, synth, μελλόντικα
*Αstrabόγιανος: Ηλεκτρικό μπάσσο
*Αγγελική Παιδίσκη: Τραγούδι, φωνητικά








1. Αλήτης (μουσική Κώστας Μιχαηλίδης, ποίηση Τεύκρος Ανθίας) Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στη συλλογή "Τα σφυρίγματα του αλήτη" (1929) με τίτλο "Επίλογος". Τεύκρος Ανθίας είναι ένα από τα πολλά ψευδώνυμα που χρησιμοποίησε ο Κύπριος ποιητής Ανδρέας Παύλος Χατζημηνάς (1903-1968).

2. Αναπνοή (μουσική Κώστας Μιχαηλίδης, στίχοι Μιχάλης Σταυράκης) Ο στιχουργός γεννήθηκε στην Κρήτη το 1982. Ζεί και βασιλεύει ασκώντας το μορότερον των επαγγελμάτων ως διδάσκαλος!

3. Βαλσάκι [Τα δώρα του τραγουδιστή] (μουσική Κώστας Μιχαηλίδης, ποίηση Γεώργιος Τσοκόπουλος) Ο Γεώργιος Τσοκόπουλος (1871-1923) υπήρξε δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος. Κάποια ποιήματά του είδαν το φως της δημοσιότητας σποραδικά σε περιοδικές εκδόσεις της εποχής.

4. Γόπες [του ουρανού] (μουσική Γιάνος Strab & Γιώργος Τακούδης, στίχοι Ναούμ Θεοδοσιάδης) Ο στιχουργός γεννήθηκε τον αιώνα που μας πέρασε στην Πεντάπολη Σερρών και ζεί (και φυσικά βασιλεύει) στα Τρίκαλα. Είναι συγγραφέας των βιβλίων "Μάγισσες", "Ξωτικά", "Δράκοι και μονόκεροι", "Τόλκιν". Έχει μεταφράσει πολλά έργα και έχει τιμηθεί με το πρώτο βραβείο διηγήματος από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (ΠΕΛ) για το διήγημα του "Γρήγορες σαν τον άνεμο".

5. Θερμαστής (μουσική Γιάννης Μερμίγκης & Κώστας Μιχαηλίδης, ποίηση Γιάννης Σκαρίμπας) Ο ορισμός της λέξης ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ άκουγε στο όνομα Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984). Το απόσπασμα που ηχεί στην εισαγωγή δεν είναι άλλο από τον "Θερμαστή" του Γιώργου Μπάτη που φωνογραφήθηκε το 1934.

6. Η μάνα η Φόνισσα (μουσική Κλέαρχος Χαλούλος, στίχοι Δημοτικό) Συνθέτης του τραγουδιού είναι ο αρχικός μπασίστας του συγκροτήματος. Scratches έπαιξε ο Δημήτρης Δρακόπουλος.

7. Νομοσχέδιο (μουσική Κλέαρχος Χαλούλος, ποίηση Γεώργιος Σουρής) Το ποίημα δημοσιεύτηκε το Μάιο του 1886 στην εφημερίδα "Ο Ρωμηός" που εξέδιδε ο ποιητής (1853-1919). Αναφέρεται σε νομοσχέδιο που υπέβαλε την εποχή αυτή ο Χ. Τρικούπης ωστε να περιορίσει τον αριθμό των βουλευτών ανά ευρεία νομαρχιακή εκλογική περιφέρεια με σκοπό να μειωθούν οι ρουσφετολόγοι
βουλευτές που βασίζονταν στις ψήφους των στενών ορίων της επαρχίας τους.

8. Ομίχλη (μουσική Κώστας Μιχαηλίδης, ποίηση Κωνσταντίνος Χατζόπουλος) Το ποίημα ανήκει στην τελευταία συλλογή του ποιητή (1868-1920) "Βραδινοί Θρύλοι" του 1920 με τίτλο "Ο θρύλος της ομίχλης". Η σειρά των στίχων έχει αλλαχτεί σε κάποια σημεία ώστε να προσαρμόζεται στις ανάγκες της σύνθεσης. Ας μας συγχωρήσει ο ποιητής από εκεί που βρίσκεται!

9. Τσέλιγκας (μουσική Κώστας Μιχαηλίδης, ποίηση Κώστας Κρυστάλλης) Ο ποιητής (1868-1894) γεννήθηκε στο Συρράκο των Ιωαννίνων με το επίθετο Κρουστάλλης. Το άλλαξε αφού κατέβηκε στην Αθήνα διωκόμενος από τους Τούρκους. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στη συλλογή "Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης" [1893] με τίτλο "Ήθελα να 'μουν τσέλιγκας". Ο ποιητής πέθανε στα Ιωάννινα από φυματίωση. Ήταν μόλις 24 ετών.

10. Φρενοκομείο (μουσική Κώστας Μιχαηλίδης, ποίηση Γεώργιος Σουρής) Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα που εξέδιδε ο ποιητής το 1884, σχολιάζοντας με αυτό τον τρόπο τη δωρεά του Χιώτη Ζωρζή ΔρομοΚαΐτη για τη δημιουργία του πρώτου τρελοκομείου στην Ελλάδα. Η μουσική του ρεφρέν ανήκει στο παραδοσιακό νησιώτικο "Ντάρι ντάρι", ενώ σαφείς είναι οι αναφορές στο Phantom of the Opera του Andrew Lloyd Webber. Η φράση από τις "Περασμένες μου αγάπες" του Μανώλη Χιώτη ηχεί μάλλον συνειρμικά!

11. Φρόσω (μουσική Γιάννης Μερμίγκης)




Μάκης Αϊβάζογλου - Λαμπυρίδα





Δελτίο τύπου (2016)

Mάκης Αϊβάζογλου

Λαμπυρίδα


O Mάκης Αϊβάζογλου μας παρουσιάζει την πρώτη του προσωπική δουλειά με τίτλο Λαμπυρίδα. Το άλμπουμ περιλαμβάνει 10 τραγούδια σε δική του μουσική και στίχους των: Φροσύνη, Ηρακλή Κριεζή, Βασίλη Γιαννιώτη, Περικλή Κυπραίου, Μάγδα Μιχαηλίδου-Άουαντ, Ιωάννα Ιωαννίδου και Βίκυ Γκούμα.

Τραγουδούν ο Μάκης Αϊβάζογλου, η Μαρία Θωίδου και ο Αργύρης Μπακιρτζής.
To εξώφυλλο σχεδίασε η Φωτεινή Φιλοξενίδου.

Παίζουν οι μουσικοί:
Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Κιθάρες, μαντολίνο, Νίκος Δημακίδης: Ακουστική & ηλεκτρική κιθάρα, Παντελής Στόικος: Τρομπέτα, Ηλέκτρα Μηλιάδου: Viola da gamba, Θανάσης Γκιουλετζής: Βιολί, Φίλιππος Κωσταβέλης: Πιάνο, Γιάννης Πολυμενέρης: Κοντραμπάσο, Δημήτρης Γουμπερίτσης: Ηλεκτρικό μπάσο, Γιώργος Ταμκατζόγλου: Κιθάρα, Θανάσης Μπιλιλής: Πιάνο, Νίκος Ψοφογιώργος: Τύμπανα, Θωμάς Κωστούλας: Τύμπανα, Mάκης Αϊβάζογλου: Φλογέρα, κρουστά.

«Ήταν ένα μαγικό ταξίδι! Μουσικοί, τραγουδιστές, ηχολήπτες, φίλοι! Άλλοι ήρθαν σπίτι μου και γράψαμε με καφέ και κουλουράκι, άλλοι στο ζεστό studio POLYTROPON  με τον υπομονετικό και σοφό στις παρεμβάσεις του Λεωνίδα Μπεϊλή στη κονσόλα.

Οι ενορχηστρώσεις ξεκίνησαν από μένα αλλά πολλές φορές οι μουσικοί πήγαν τα τραγούδια σε απρόβλεπτα και ομορφότερα μέρη απ’ ότι φανταζόμουνα. Ιδιαίτερα ο Θάνος Γκιουλετζής με τα βιολιά του, ο Θανάσης Μπιλιλής αλλά και ο Μανόλης Ανδρουλιδάκης με τις κιθάρες του. Ο Παντελής ο Στόικος μου ’βγαλε όλη τη jazz Φλώρινα από μέσα μου! Ο Δημήτρης ο Γουμπερίτσης σύντροφος και σύμβουλος από κοντά αλλά και ο γκουρού του ρυθμού Νίκος Ψοφογιώργος. Ο Φίλιππος Κωσταβέλης πλάκα πλάκα μ΄ έκανε… τζαζίστα ενώ για το… rock κομμάτι μου φρόντισαν ο Νίκος Δημακίδης και ο Θωμάς Κωστούλας. Η Ηλέκτρα με πήγε στο Βarok με τη viola da gamba και τον εκπληκτικό διάλογό της με τη Μαρία στο «Φύσα τρελέ βοριά». Ο αρχαιότερος συμπαίκτης μου στην κιθάρα ο Γιώργος Ταμκατζόγλου  με πήγε στις παλιές αυλές των σπιτιών μας όπου ξενυχτούσαμε με μουσική και παρέα. Ο Γιάννης Πολυμενέρης με το Μπιλιλή και τον ηχολήπτη Γιάννη Τσαμπάζη ήταν οι νονοί μου στο βάπτισμα του studio.

Το τραγούδι «Εγώ θα είμαι εδώ», αλήθεια, το φαντάστηκα και το ‘γραψα για τη φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή του αγαπημένου μου βάρδου που με τίμησε τραγουδώντας το. Ένας μόνο θα μπορούσε να χωρέσει στο μικρόφωνο αυτή την τεράστια φωνή, ο Κώστας Βόμβολος που τον ηχογράφησε».

Μάκης Αϊβάζογλου    

Ηλίας Μάστορης - Ο ήχος της πόλης





Δελτίο τύπου (2016)


Ηλίας Μάστορης

Ο ήχος της πόλης

Κόρδοβα - Σεράγεβο - Ερμούπολη - Δίστομο - Κερύνεια - Λισαβόνα - Ρέθυμνο - Δρέσδη - Κόρινθος - Ναύπλιο - Σμύρνη - Αμβέρσα - Σόφια. Δεκατρία οργανικά κομμάτια, σε μουσική Ηλία Μάστορη, που συνθέτουν ένα μουσικό ταξίδι στα μονοπάτια των πόλεων.


Παίζουν οι μουσικοί
Κώστας Τρουμπούκης (κιθάρα -ακουστική, ηλεκτρική, δωδεκάχορδη- ηλεκτρικό μπάσο, μαντολίνο, πιάνο, keyboard), Κώστας Παπαγεωργίου (κιθάρα -κλασική, κλασική άταστη, ακουστική, ηλεκτρική- ηλεκτρικό μπάσο, ούτι), Δημήτρης Τσιβγούλης - Δημήτρης Γάσιας (βιολί), Δημήτρης Γκίνης (ακορντεόν), Γιώργος Ταμιωλάκης (τσέλο), Νεκτάριος Σταματέλος (νέι), Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι), Ηλίας Μάστορης (μπουζούκι), Δημήτρης Φυδανάκης (λαούτο), Γιώργος Κοντογιάννης (κρητική λύρα), Μάνος Τσακίρης - Δήμος Χρονόπουλος (κρουστά), Βασίλης Κορδάτος (μαντολίνο), Νίκος Δημητρίου - Πάρης Βασιλείου (πιάνο)

Ενορχήστρωση - Μίξη - Προγραμματισμός:
Κώστας Τρουμπούκης - Κώστας Παπαγεωργίου

Ο Φοίβος Δεληβοριάς για τον "ξένο"


Φθινόπωρο 2009, Δίφωνο, άρθρο για τις μουσικές των μεταναστευτικών κοινοτήτων με τον Σπύρο Αραβανή. Και ο Φοίβος Δεληβοριάς να μας λέει το εξής (δεν ξέρω ρε παιδιά, το είδα τώρα μια δεκαετία μετά και έμεινα, όπως και τότε, και σκέφτηκα ότι η παράγραφος αυτή αξίζει να υπάρξει και μοναχή της)... ηρ.οικ.


"Από το 1998 και μετά συμμετέχω σταθερά στο Αντιρατσιστικό και σε άλλες εκδηλώσεις για τους μετανάστες, όχι μόνο στην Αθήνα. Δεν πίστευα ποτέ στην ανώδυνη «ενωτική» πολιτικολογία των καλλιτεχνών γύρω απ’ αυτά τα ζητήματα. Τι πιο εύκολο από το να γράφεις ευχετήριες κάρτες για τη «φιλία των λαών» ή να οργίζεσαι δωρεάν για την ξενοφοβία; Αυτό που εμένα με συγκινεί από μικρό στα τραγούδια και στη ζωή είναι η ματιά αυτού που νιώθει ξένος. Σε ένα πάρτι, σε μια ερωτική σχέση, στο σχολείο, σε μια μεγάλη πόλη. Είναι ένα είδος μοναξιάς απέναντι στον παραλογισμό κάθε κοινωνικής βεβαιότητας με το οποίο ταυτίζομαι 100%. Γι’ αυτό λοιπόν κάθε ευκαιρία να βρεθώ κοντά στους εν Ελλάδι «ξένους» είναι για μένα πολύτιμη και λυτρωτική".

Φοίβος Δεληβοριάς, 2009







Γιώργος Γελαράκης - Δυο ζωές




Άκουσα τους στίχους του τραγουδιού "Δυο ζωές" του Γιώργου Γελαράκη και παραμόνευε η έκπληξη, τύπου "ευτυχώς δεν είμαι εκεί που είσαι εσύ τώρα, αλλά δυστυχώς ξέρω καλά τι εννοείς", ή αλλιώς όπως λένε κι οι Εγγλέζοι: been there, done that.

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020

Οκτάβα - 3 τραγούδια







Ψάχνοντας - χάρη στο lockdown - στα δεκάδες email που ήταν ανθρωπίνως αδύνατον να διαχειριστώ τόσα χρόνια, σκύβοντας ξανά σε μουσικές που μου γνωστοποιήθηκαν και μου συστήθηκαν χωρίς να πάρω τίποτα χαμπάρι...










ανακαλύπτω πράγματα που δεν είναι ποτέ αργά να αγαπήσεις και στα οποία μπορείς πάντα να αφεθείς. Αδύνατον να τα προλάβεις όλα... είναι τόσο μικρές οι μέρες και τόσο ατελείωτες οι μουσικές!
ηρ.οικ.




Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

"Παράξενη κι η άνοιξη αυτή": Γιώργος Μεράντζας





Σκεφτόμουνα τι να σας στείλω αυτές τις μέρες απομόνωσης που για πολλούς ανοίξανε πληγές αγιάτρευτες. Πριν κλείσουμε λόγω των μέτρων είχαμε κάνει μια ζωντανή ηχογράφηση στην απανεμιά. Διάλεξα αυτό το τραγούδι σε στίχους του Λειβαδίτη, που είναι και ο πιο αγαπημένος μου ποιητής, γιατί ταιριάζει κατά τη γνώμη μου και με τα συναισθήματα των ημερών. Καλή ανάσταση στα όνειρά σας.

Γιώργος Μεράντζας

Παίζουμε φλάουτο! Παίζουμε σπίτι!




Μουσική Φιλαρμονική Μαρκοπούλου
Η Εύη Μάζη με τις μαθήτριες και τους μαθητές της

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2020

Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας για τον Άλκη Αλκαίο και το "Αγύριστο Κεφάλι"



(Χειρόγραφο Άλκη Αλκαίου, από το αρχείο του Θανάση Γκαϊφύλλια)




Ο ΑΛΚΗΣ, Ο ΜΙΛΤΟΣ ΚΙ ΕΓΩ


Γνώρισα τον Άλκη μέσα από το “Εμπάργκο”. Ο στίχος του Άλκη απρόσμενα δυνατός και πρωτότυπος, έτσι όπως παντρεύτηκε με τη μουσική του Θάνου, προκαλούσε ρίγη συγκίνησης σε όλη τη χώρα. Τα τραγούδια ήταν στα χείλη όλου του κόσμου και δεν υπήρχε πρόγραμμα που να μην περιλαμβάνει την “Πιρόγα”. Ακουγόταν ακόμα και στα σκυλάδικα. Όπως έγινε αργότερα και με τη “Ρόζα”. Ο Θάνος όργωνε την Ελλάδα και παρουσίαζε τα τραγούδια τους με τεράστια επιτυχία αλλά ο Άλκης ποτέ δεν εμφανίστηκε για να εισπράξει τον έπαινο, την αγάπη και το μερίδιο της δόξας που δικαιούνταν. Η απουσία του βέβαια από τη δημόσια σφαίρα δε μπορούσε να περάσει απαρατήρητη και αόριστες φήμες άρχισαν να μιλούν για σοβαρό πρόβλημα υγείας. Ο Άλκης συνέχισε να γράφει και να εκπέμπει από το κρησφύγετο του ποιήματα που έκρυβαν μέσα τους φως και άλλοτε sos. ..."πώς να ημερέψει ο νους μ' ένα σεντόνι πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά αγάπη που σε λέγαμ' Αντιγόνη".

Το '98 κατέβηκα στην Αθήνα για να κάνουμε με το Μίλτο Πασχαλίδη εμφανίσεις στη μουσική σκηνή “Μεσόγειος” που βρισκόταν στην Πατησίων. Κάναμε και μία εμφάνιση στην τηλεόραση για να ενημερώσουμε τους φίλους μας και την εκπομπή την είδε και ο Άλκης. Πήρε λοιπόν τηλέφωνο το Μίλτο με τον οποίο ήταν φίλοι και μας προσκάλεσε να πάμε σπίτι του για να με γνωρίσει. Αυτή κι αν ήταν πρόσκληση! Πήγαμε κάπου στα βόρεια προάστια και χτυπήσαμε την πόρτα ενός απλού σπιτιού. Μας καλωσόρισε ένας χαμογελαστός και ευχάριστος άνθρωπος και δίπλα του στεκόταν όρθιος, όσο μπορούσε, ο Άλκης. Αν και με είχε προετοιμάσει ο Μίλτος, σοκαρίστηκα από την εικόνα που είδα και προσπάθησα να κρύψω την ταραχή μου πίσω από ένα χαμόγελο. Ο Άλκης που δε χαμπάριαζε από κάτι τέτοια, μ' έναν λεπτεπίλεπτο αυτοσαρκασμό διέλυσε την αμηχανία μου.-”Καλωσόρισες Θανάση, από δω ο πατέρας μου που με γηροκομεί”.

Μας οδήγησε στο σαλόνι στηριζόμενος πότε στο τοίχο και πότε στα έπιπλα κι έτσι όπως συστρεφόταν το κορμί του σε κάθε βήμα, τον φαντάστηκα πάνω σ' ένα καναβάτσο να παλεύει με το αόρατο τέρας της αρρώστιας χωρίς διαιτητή, χωρίς κανόνες. Οι λαβές ήταν θανάσιμες και τον είχαν τσακίσει αλλά ο Άλκης ήταν όμορφος. Στο πρόσωπό του είχε διατηρηθεί η ομορφιά της νιότης που είναι αποτυπωμένη στις λιγοστές φωτογραφίες που υπάρχουν δημοσιευμένες από το μακρινό 1968. Ήταν εκείνο το καλοκαίρι που κατέβηκα πρώτη φορά στην Αθήνα και τραγουδούσα δίπλα στο Γιώργο Ζωγράφο. Τότε με είδε για πρώτη φορά ο Άλκης αλλά δεν είχαμε γνωριστεί. Τώρα ήθελε να μάθει τα πάντα για μένα, για τη ζωή μου στην Κομοτηνή, για τις δραστηριότητές μου, για τις ανεξάρτητες παραγωγές μου, για την οικογένεια και κυρίως για τα όνειρα και τις προοπτικές της Θράκης. Η κουβέντα κυλούσε σε πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να αποχωρίσουμε για να ξεκουραστεί. Πριν φύγουμε κανονίσαμε στην επόμενη συνάντηση να οργανώσουμε καρέ για πόκερ αλλά αυτό τελικά δεν έγινε ποτέ.

Μετά από δύο μέρες με παίρνει ο Μίλτος τηλέφωνο και μου λέει πως...” ο Άλκης σου έγραψε ένα συγκλονιστικό ποίημα. Έχω πάθει πλάκα!!! Με φώναξε και μου το έδωσε να σ' το φέρω αλλά εγώ θέλω πρώτα να το μελοποιήσω και μετά θα στο φέρω”. Έτσι κι έγινε. Και μετά από άλλες δύο μέρες, ήρθε ο Μίλτος στο σπίτι της Μαρτίν που με φιλοξενούσε και μου έφερε δύο δώρα. Πρώτα το ποίημα που έγραψε για μένα ο Άλκης. Το αγύριστο κεφάλι. Με την πρώτη ανάγνωση κατάλαβα ότι όσο κουβεντιάζαμε στο σπίτι του με περνούσε από ψυχογράφο. Ήθελε να διαπιστώσει αν, η εικόνα που είχε σχηματίσει για μένα όλα αυτά τα χρόνια, ταίριαζε με τον άνθρωπο που είχε απέναντί του. Προφανώς έμεινε ικανοποιημένος διαπιστώνοντας πως ότι υπερασπίζομαι με τα τραγούδια μου, είναι για μένα τρόπος ζωής. Πως μένω σταθερός στη ρότα μου. Όχι πως αυτό είναι πάντα καλό, γι αυτό και ο Άλκης μου προσάπτει με πολλή αγάπη αυτόν τον χαρακτηρισμό. Αγύριστο κεφάλι.

Το ποίημα ως περιεχόμενο, είναι ένα αριστούργημα αλλά και ως εικόνα είναι ένα έργο τέχνης. Είναι να θαυμάζει κανείς το μεγαλείο της ψυχής και της θέλησης που έκρυβε μέσα του ο Άλκης. Παρόλα τα προβλήματα που είχε με τα χέρια και τα δάχτυλα, όταν έπιανε το στυλό ζωγράφιζε. Κι ύστερα άκουσα τη μελοποίηση. Ο Μίλτος απογείωσε τον υπέροχο λόγο κι έγραψε ένα από τα καλύτερα τραγούδια του.

Αυτοί οι δύο άνθρωποι, ο Άλκης και ο Μίλτος, μου κάναν ένα σπάνιο και ακριβό δώρο. Το τραγούδι της ζωής μου. Τους ευχαριστώ.

Θανάσης Γκαϊφύλλιας





Τρίτη, 14 Απριλίου 2020

"Παράξενη κι η άνοιξη αυτή": Βασίλης Φλώρος






Το τραγί 
Μουσική - Στίχοι - Τραγούδι : Βασίλης Φλώρος 
‘ρῖγος ψυχῆς φορεμάτων 


Την πόρτα άφησ’ ανοιχτή 
τη νύχτα κι ήρθε να με βρει 
του ύπνου το τελώνιο. 

Έφερε και δυο σύννεφα, 
με πήραν απ’ τα κύματα, 
με ξέβρασαν στο Ικόνιο. 

Στου Ταύρου την οροσειρά 
μ’ αντάμωσε ο Μεβλανά, 
με πήρε από το χέρι. 

Μ’ ανέβασε στο ξάγναντο 
να δω του κόσμου το άφθαρτο, 
μ’ αντί για το αστέρι, 

είδα το θείο το τραγί, 
βαθιά να κείται μες στη γη, 
απ’ τ’ άλγος διπλωμένο. 

Να ‘χει την όψη ανθρωπινή 
και με μια γλύκα αξήγητη 
για το τετελεσμένο. 

Μεστών' η γνώση και γεννά 
σοφία, που όποιος κατακτά 
δεσπόζει του θανάτου. 

Κι αυτός που ψάχνει το τραγί, 
δεν θα το βρει βαθιά στη γη, 
μα μέσα στην καρδιά του.







Την πόρτα άφησ' ανοιχτή...στο όνειρο...!! 



...Βύρωνας, 4 Φεβρουαρίου 2017. Ξημέρωμα Σαββάτου. 


Ένα όνειρο - οιωνός, που έγινε τραγούδι… 

Η μέθη της κούρασης με έστειλε στο ογκώδες κι επιβλητικό ορεινό σύμπλεγμα της οροσειράς του Ταύρου, στην Καππαδοκία. Από εκεί αγνάντευα ανέμελος κι ανίδεος για όσα θα ακολουθούσαν στο όνειρο, αλλά και στη ζωή, προς δυσμάς, την περιοχή της Φρυγίας, την αρχαία Λυκαονία με κέντρο την περίφημη πόλη του Ικονίου. 

Άξαφνα, ένα χέρι με τραβά και με σέρνει αποφασιστικά στην κορυφή ενός κτιρίου, στην άκρη της πόλης. Στο ξάγναντο δέσποζε ένα πυκνό και κατάφυτο δάσος από βελανιδιές, τις οποίες δρόσιζε το ολοκάθαρο νερό των βουνών που κατέβαζαν ασταμάτητα οι ακούραστοι καταρράκτες. Τότε το χέρι μου δείχνει τον έναστρο ουρανό, αν και μέρα μεσημέρι. Τα όνειρα βλέπετε, έχουν τη δύναμη να αυθαιρετούν σε κάθε έννοια του λογικού και του πραγματικού, όπως ο χωροχρόνος...!!! 

Με καλεί λοιπόν επιτακτικά να κοιτάξω κι εγώ το μεγαλείο του άφθαρτου κόσμου. Παραταύτα, μη γνωρίζοντας ακόμη και τώρα που γράφω αυτές τις ψύχραιμες θαρρώ σκέψεις, αν ήταν λόγω της άρνησής μου ή ένα είδος διάσπασης προσοχής, που συμβαίνει συχνά όταν ένα πιο ισχυρό γεγονός ή συναίσθημα ανακόπτει τη ροή κάθε σκέψης ή δράσης, το βλέμμα μου κοιτά πρός τα κάτω. Είδα τ' απομεινάρια ενός αρχαίου νεκροταφείου, γεμάτο κεραμιδόχωμα κι αμέτρητα λευκά κενοτάφια, όλα εκτός από ένα. Μέσα του, αβοήθητο κι ανήμπορο, ένα λευκό τραγί ν' αγκομαχεί να σηκωθεί στα πόδια του. Κι όμως, το βλέμμα του ήταν καθαρό και χαμογελαστό, σαν συμφιλιωμένο με το επικείμενο τέλος, εκείνου που έζησε ζωή γεμάτη αλάτι, ζωή...!! 

Βγήκα απ' το λήθαργο, με το ρίγος της συνειδητοποίησης του συμβολισμού του ονείρου, για τα δεινά που επρόκειτο να με συναντήσουν λίγο καιρό αργότερα, μα με την ίδια γλύκα, όπως εκείνη που αντίκρυσα στο βλέμμα του τράγου, αποδεχόμενος την ανθρώπινη φύση, που κουβαλά αρετές και αμαρτίες, το φθαρτό και το άφθαρτο μαζί, ως ελάχιστη επιβεβαίωση ύπαρξης. 

Αξημέρωτα ακόμη, τράβηξα την κουρτίνα πίσω απ' το παραθυρόφυλλο και κοίταξα ψηλά, τον έναστρο ουρανό, όσο με άφησε η φωτορύπανση της πόλης. 

Και μαζί ψήλωσα κι εγώ, μέσα από την σύντομη και ιδιότυπη αυτή συνύπαρξη στο όνειρο, παρέα με τον Τζελαλαντίν Ρουμί, τον Σκαρίμπα και τον Πάνα...!!! 

Από τότε, πάντα αφήνω την πόρτα ανοιχτή...!!! 

Βασίλης Φλώρος 
Κομοτηνή 14/4/2020 
...σκέψεις εν μέσω καραντίνας... 

Διαβάστε δωρεάν την ποιητική συλλογή "Χρυσάφι στον αέρα!" του Σωτήρη Κακίση




* Σωτήρης Κακίσης | Χρυσάφι στον αέρα! ( Βακχικόν επανέκδοση | πρώτη έκδοση Ίκαρος 1986 ) 



Κυριακή, 12 Απριλίου 2020

Μίκης Θεοδωράκης: "75 χρόνια, ίδια μυαλά!"





Δήλωση Μίκη Θεοδωράκη


Στα 1945-46 η τότε κυβέρνηση, για να βοηθήσει τους φοιτητές και τις φοιτήτριες, οργάνωσε γι’ αυτούς συσσίτια. Να θυμίσω ότι την εποχή εκείνη οι άνθρωποι πεινούσαν. Εμείς οι σπουδαστές των Ωδείων είχαμε εξαιρεθεί από αυτό το σωτήριο μέτρο. Και είχαμε αφεθεί στην πείνα μας.

Τότε, αποφασίσαμε να διαμαρτυρηθούμε και να ζητήσουμε να μας συμπεριλάβουν κι εμάς. Για τον σκοπό αυτό συστήθηκε μια ολιγομελής επιτροπή σπουδαστών Ωδείων, στην οποία συμμετείχα κι εγώ, που ανέλαβε να επισκεφθεί τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Επισιτισμού. Μετά από πολλές ενέργειες, ο Γεν. Διευθυντής μας δέχθηκε επί τέλους.

-Ποιοι είστε; Τι θέλετε; Ποιο είναι το αίτημά σας; μας ρώτησε.

-Να μας συμπεριλάβετε κι εμάς στα συσσίτια του Υπουργείου Επισιτισμού.

-Ως τι; απόρησε ο κ. Γενικός.

-Ως φοιτητές. Σπουδάζουμε μουσική, είμαστε φοιτητές!

-Και γι’ αυτόν τον λόγο με απασχολείτε; Εσείς δεν είστε φοιτητές. Είστε βιολιτζήδες που παίζετε για διασκέδαση. Πηγαίνετε, παρακαλώ!

Πέρασαν από τότε 75 χρόνια και διαπιστώνω ότι ο ίδιος μεσαίωνας χαρακτηρίζει τους σημερινούς αρμόδιους του Υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι δεν συμπεριέλαβαν τους καλλιτέχνες όλων των κλάδων και γενικά όλους εκείνους που απασχολούνται με οποιαδήποτε ιδιότητα στον χώρο της Τέχνης, στο μέτρο του επιδόματος των 800 ή 600 ή όσων είναι ευρώ.

Ώστε οι άνθρωποι της Τέχνης δεν είναι αυτοί που δημιουργούν τον σύγχρονο εθνικό μας πολιτισμό αλλά είναι απλοί διασκεδαστές!

Ειλικρινά λυπάμαι, γιατί έζησα για να ξαναδώ ότι οι βαθύτατα σκοταδιστικές αντιλήψεις εξακολουθούν να υπάρχουν, ενώ η Ελληνική Τέχνη και οι Έλληνες καλλιτέχνες είναι αυτοί που κράτησαν τον λαό μας όρθιο σε μέρες δύσκολες για την πατρίδα μας, γεγονός που δικαιωματικά θα έπρεπε να τους τοποθετεί στην πρώτη γραμμή της εκτίμησης των αρμοδίων αρχών μιας πολιτισμένης χώρας.

Αθήνα, 11.4.2020
Μίκης Θεοδωράκης

Σάββατο, 11 Απριλίου 2020

"Παράξενη κι η άνοιξη αυτή": Δημήτρης Βεριώνης






Μια άλλη Αθήνα


Στίχοι-μουσική: Δημήτρης Βεριώνης

CD: «Το Καλοκαίρι Του Άχυρου-Ιστορίες του καλοκαιριού και της μνήμης» (Μετρονόμος, 2016).


(κείμενο βιβλίου-CD, 2011-2012-2016):
Μια άλλη Αθήνα, αυτή που γνωρίζω, αυτή που θυμάμαι κρύβεται κάτω από τις νέες στρώσεις ασφάλτου, πίσω από τα νέα κτήρια, τα νέα μαγαζιά και τις νέες πινακίδες. Μια άλλη Αθήνα που ξυπνά και ξεπηδά όταν οι άλλοι κοιμούνται, όταν κοιτούν αλλού. Η άλλη Αθήνα χορεύει ελεύθερη πέρα από τον παρόντα χρόνο και ακτινοβολεί πίσω από τα μάτια μου, μέσα στα ξεχασμένα φώτα της και καθώς σβήνει μου ζητάει να την κρατήσω στα χέρια μου, να τη διατηρήσω κοντά μου. Μα είναι άυλη, είναι διάφανη και χάνεται με το πρώτο φως της μέρας. Εσύ δε θα τη δεις ποτέ ξανά, δεν είναι ορατή στα μάτια σου. Αφήνεται μόνο στα μάτια όσων τη θυμούνται. Και σβήνει στην αγκαλιά τους, πάλι και πάλι... 







(σκέψεις 2020)
Θυμάμαι μια άλλη Αθήνα. Υπήρξαμε κινούμενα κομμάτια της, κάτω από τον ίδιο ήλιο, κάτω από το ίδιο φεγγάρι, αλλά τόσο διαφορετικοί, τόσο αλλιώτικοι, ίδιοι και άλλοι παράλληλα. Η μνήμη κάνει περιέργα παιχνίδια. Προχωράς σε κάποιον δρόμο, ίδιο φαινομένικά και θυμάσαι στις κολώνες και στους τοίχους άλλες αφίσες, άλλα συνθήματα, άλλα γεγονότα, άλλα μαγαζιά, άλλος κόσμος. Ενας κοσμός χαμένος, που απορροφήθηκε από τον σημερινό.

Οι ίδιοι τόποι, το κέντρο, η Πλάκα, ο Λυκαβηττός, τα Εξάρχεια, η γειτονιά σου. ένα πλήθος ανθρώπων που δε θα είναι ποτέ το ίδιο, ο χρόνος κυλάει, αλλάζει, γεννάει και θανατώνει, το ίδιο πλήθος αποδεκατίζεται και εμπλουτίζεται καθημερινά, ο χρόνος ορίζει νέες αλήθειες και καταργεί τις παλιές. Γκρεμίζει αόρατα τείχη και δημιουργεί νέα. Το μόνο απροσπέλαστο εμπόδιο, το μόνο τείχος που δε μπορείς να υπερνικήσεις είναι ο πίσω χρόνος. Όπου και αν ξαναγυρίσεις, στην πραγματικότητα δεν πας ποτέ πίσω, δε μπορείς ποτέ να πας πίσω. Κρυφοκοιτάζεις πίσω από μια ανύπαρκτη κλειδαρότρυπα και βλέπεις μια αντανάκλαση αυτού που κάποτε υπήρξε, ένα ψεύτικο παιχνίδι σκιών και ύλης που έχουν ήδη εξαφανιστεί από καιρό, μια πραγματικότητα που διαλύεται με τις πρώτες σταγόνες της βροχής, όπως όλα στο “Pale Horses” του Moby, ένας κόσμος ζωντανής κινούμενης απώλειας, ένας κόσμος δικός σου, ένας κόσμος αληθινός, ένας κόσμος ανύπαρκτος. Ονειρεύεσαι τον χρόνο να φρενάρει, να προλάβεις να καταλάβεις, να εμπεδώσεις τις αλλαγές, το δικό σου μεγάλωμα, τη δική σου εξέλιξη, τη δική σου φθορά. Φαντάζεσαι να ξεχύνεται το χθες και οι πρωταγωνιστές του στο σημερινό τοπίο και να αναγνωρίσεις τον βηματισμό τον δικό σου και αυτών που κάποτε γνώριζες. Μα ο χρόνος, σαν καταιγίδα, σε κατακλύζει και ποτέ δεν περιμένει. Κι εσύ δεν ανήκεις εδώ, δεν ανήκεις ούτε εκεί, παραμένεις μετέωρος, έρμαιο εικόνων, μουσικών, παλιών αρωμάτων, μισοξεχασμένων ονομάτων, προσώπων που χάθηκαν, μακρινών απόηχων, ονείρων που επιστρέφουν, εικόνων που ξεθωριάζουν, και όλο το τότε γίνεται διάφανο μέχρι να αφομοιωθεί στο σήμερα. Κι όσο εσύ δεν ανήκεις εδώ, άλλο τόσο ο δικός σου κόσμος είναι αυτός που δέν υφίσταται. Η Άλλη σου Αθήνα κοιμάται στα σπλάχνα της σημερινής, κοιμάται βαθιά μέσα στην ψυχή σου. Και θα υπάρχει όσο θα ζεις.


Το τραγούδι γράφτηκε το 2011-12 και συμπεριληφθηκε στο «Καλοκαίρι Του Άχυρου», το διπλό CD- βιβλίο που κυκλοφόρησε από τον ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ το 2016 και απαρτιζόταν από 24 ιστορίες του καλοκαιρού και της μνήμης. Η ηχογράφηση, η μίξη και το mastering έγιναν από τον Όμηρο Κομνηνό (που παίζει και το μπάσο), ενώ οι υπόλοιποι συμμετέχοντες μουσικοί στο εν λόγω τραγούδι είναι ο Χρήστος Ζελελίδης (τύμπανα), ο Χρήστος Ηλιόπουλος (κιθάρες) και ο Στέλιος Καρασταμάτης (keyboards).


Μια εικόνα που θυμάμαι έντονα είναι να ακούω την ολοκληρωμένη ηχογράφηση του εν λόγω τραγουδιού οδηγώντας το αυτοκίνητό μου στην Πανεπιστημίου. Στα αυτιά μου, το τραγούδι έμοιαζε να ανήκει εκει, να αναμετριέται το χθες του με το τριγύρω σήμερα. Παραμένει από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια και ανήκει στο πιο αγαπημένο μου από τους δίσκους που έχω κάνει μέχρι σήμερα. Και μου φαίνεται τόσο παράξενο που αυτές τις μέρες με τα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας λόγω της πανδημείας, το τραγούδι αυτό φαίνεται να αποκτά και ένα άλλο νόημα, μια νέα «εφαρμογή», καθώς αναπολούμε την ελεύθερη διαβίωσή μας (πόσο παράξενο ακούγεται όλο αυτό) σε μια πόλη που - στην τωρινή της μορφή - μοιάζει σαν ρέπλικα του εαυτού της.

Δημήτρης Βεριώνης

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2020

Ο Ιωσήφ Πρίντεζης μελοποιεί Λαπαθιώτη





Δελτίο τύπου

Ο Ιωσήφ Πρίντεζης επανέρχεται στο έργο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και μελοποιεί ένα ερωτικό του ποίημα. Μιλά για τον έρωτα που μας τραβά στα άκρα, τον έρωτα που μας βγάζει απ΄τις πεπατημένες μας, αυτόν που αφήνει μόνο στάχτες και συντρίμμια όταν σβήνει και μας αφήνει να κατρακυλήσουμε απ'το ιδεατό στην πιο σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας.

"Το video γυρίστηκε λίγο πριν τον περιορισμό μας, κατά τη διάρκεια μιας ήσυχης και μοναχικής νύχτας στην Αθήνα, που δεν διαφέρει και πολύ από την αποψινή. Eλπίζω να το αγαπήσετε και να το μοιραστείτε".

Φθινοπωρινό (Autumnal)





Δελτίο τύπου

Φθινοπωρινό (Autumnal) ονομάζεται η καινούργια δισκογραφική απόπειρα του Αλέξανδρου Καψοκαβάδη, η οποία περιλαμβάνει 24 πρωτότυπα έργα μουσικής δωματίου.

Πρόκειται για ένα ψηφιακό άλμπουμ που φωτίζει μια ξεχωριστή πλευρά του τραγουδοποιού, ο οποίος συστήθηκε στο ελληνικό κοινό μέσα από τα συγκροτήματα «Ματ σε 2 Υφέσεις» και «Polis Ensemble».

Μετά την κυκλοφορία του πρώτου του προσωπικού βιβλίου - cd (Το πικρό - Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2018), ο δημιουργός παρουσιάζει μια συλλογή με κομμάτια για σόλο κιθάρα και σόλο πιάνο (Φώτης Μιχαλάκης), καθώς και συνθέσεις για σύνολα πνευστών, εγχόρδων και φωνών, μελοποιώντας παράλληλα τα ποιήματα τεσσάρων σπουδαίων Ελληνίδων (Σαπφώ, Κασσιανή, Μυρτιώτισσα και Μαρία Πολυδούρη), με την σοπράνο κολορατούρα, Βασούλα Δελλή (μέλος του φωνητικού συνόλου «Πλειάδες») να ερμηνεύει μοναδικά.

Στο ηχογράφημα συμμετέχουν, επίσης, οι εξαίσιοι μουσικοί Χρήστος Δαλιάνης (βιολί), Γιάννης Ζαριάς (βιολί), Μάριος Καπηλίδης (φαγκότο), Μιχάλης Καταχανάς (βιολί), Νίκος Κατριτζιδάκης (φλάουτο μπάσο), Σάκης Λάιος (κλαρινέτο), Διονύσης Μπουκουβάλας (πιάνο), Νίκος Σαμαράς (φλικόρνο), Σοφία Σερέφογλου (φλάουτο), Ξενοφών Συμβουλίδης (όμποε και αγγλικό κόρνο), Γιώργος Φραδελάκης (τούμπα), Αλέξανδρος Χαραλάμπους (τσέλο), ενώ τραγούδησαν οι Ναταλία Λαμπαδάκη, Ρουλά Τσέρνου (επίσης ‘Πλειάδες’), Δημήτρης Βαρελόπουλος και Άλκης Δήμος.

Τον ήχο φρόντισε ο Άρης Ντεληθέος, ενώ το εξώφυλλο σχεδίασε ο Αργύρης Νάκος.

Το album «Φθινοπωρινό» διατίθεται σε όλα τα διαδικτυακά δισκοπωλεία.





Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

Αναπαραστάσεις θανάτου στο έργο του Άλκη Αλκαίου, της Μαρίας Γεωργιάδου






«Εσύ ’σαι είκοσι χρόνια λωτοφάγος…»: Αναπαραστάσεις θανάτου στο έργο του Άλκη Αλκαίου 



της Μαρίας Γεωργιάδου
 
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τ. 57, Δεκέμβριος 2017)


Ο Άλκης Αλκαίος –κατά κόσμον Βαγγέλης Λιάρος– γεννήθηκε το 1949 στην Κοκκινιά Φιλιατών, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, όμως σε μικρή ηλικία πολιτογραφήθηκε κάτοικος Πάργας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Νομική Σχολή των Αθηνών συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα και μετά την πτώση της Χούντας άσκησε για ένα διάστημα το επάγγελμα του δικηγόρου. Είχε δώσει μόνο δύο συνεντεύξεις, μια ραδιοφωνική, το 1982, και μια τηλεοπτική, το 1990, ενώ στο διαδίκτυο κυκλοφορούν ελάχιστες φωτογραφίες του, οι περισσότερες από τη φωτογράφηση των συντελεστών του δίσκου Εμπάργκο, το ’82. Πέθανε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου του 2012.[1]








«Σε παίρνει για ταξείδι[2] μια σειρήνα»: Η πρώτη στιχουργική περίοδος 

Όπως επισημαίνει ο φιλόλογος και ποιητής Σπύρος Αραβανής στη μελέτη του «Η στιχουργική του Άλκη Αλκαίου», το έργο του Αλκαίου διακρίνεται σε τρεις στιχουργικές περιόδους, η πρώτη από τις οποίες ολοκληρώνεται με την κυκλοφορία του δίσκου Εμπάργκο,[3] ή καλύτερα –αν δεν περιοριστούμε στη δισκογραφία– με την έκδοση του ομώνυμου βιβλίου. Η ποιητική συλλογή Εμπάργκο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: «Ασκήσεις επί πάγου», «Εκδοχές για την παρακμή» και «Εμπάργκο». Αφήνοντας στην άκρη τη δεύτερη ενότητα που αποτελεί μια λογοτεχνική ανάγνωση της μεσαιωνικής ιστορίας, στις άλλες δύο ενότητες το θέμα του θανάτου επανέρχεται στον πυρήνα αρκετών ποιημάτων και αναδεικνύεται σε ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τον ποιητή. 

Το πρώτο ποίημα της συλλογής που θέτει στο επίκεντρό του το θάνατο είναι το ποίημα «Του ύπνου σου του μυστικού». Πρόκειται για ένα ποίημα που –όπως μας υποδεικνύει και η σημείωση που συνοδεύει τον τίτλο– ο ποιητής έγραψε για το θάνατο της μητέρας του που πέθανε σε ηλικία 43 ετών. Το συγκεκριμένο ποίημα, με εμφανείς καββαδιακές αναφορές (που ’λεγες πως το χτύπησε μαλάρια), έχει μελοποιηθεί από τον Θάνο Μικρούτσικο, αλλά δεν ηχογραφήθηκε ποτέ.[4] Εδώ ο θάνατος παραλληλίζεται με τον ύπνο, μοτίβο που εμφανίζεται στη χριστιανική παράδοση, όπου η λέξη «κοίμηση» συχνά αντικαθιστά τη λέξη «θάνατος», καθώς και στην ελληνική μυθολογία, όπου ο (θεός ή δαίμονας) Θάνατος είναι ο δίδυμος αδερφός του Ύπνου. Ακόμη μία μυθολογική αναφορά εντοπίζεται στο στίχο «κι αυτή χαραμιζόταν στην Αυλίδα», με τη νεκρή να παρουσιάζεται ως άλλη Ιφιγένεια. Στο ποίημα αυτό ο θάνατος δεν έχει μονάχα μία όψη. Το γκροτέσκο, σκοτεινό του πρόσωπο (Γελούσε κι ήταν θέμου τόσο κρύο), συνυπάρχει με την απελευθερωτική από τις έγνοιες της ζωής πλευρά του. Έτσι, η νεκρή, παρά το απότομο και άδικο τέλος της ζωής της (Με ξεφτισμένη τη στερνή σελίδα), έχει κατακτήσει τη λύτρωση και την ηρεμία που προσφέρει ένας βαθύς και ανόνειρος ύπνος.

Από την άλλη, το ποίημα «Γαμμαγραφία (Σαλβαντόρ ’80)» είναι ένα αμιγώς πολιτικό ποίημα που όμως περιλαμβάνει ορισμένες συγκλονιστικές εικόνες θανάτου. Όπως δηλώνει και η επεξηγηματική παρένθεση που συνοδεύει τον τίτλο, το ποίημα εντάσσεται στο διεθνιστικό κλίμα της εποχής και αναφέρεται στον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε στο Ελ Σαλβαδόρ της Λατινικής Αμερικής στα τέλη του 1979 μετά την εγκαθίδρυση της Χούντας και ο οποίος διήρκεσε μέχρι το 1992 και στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 75.000 ανθρώπους.[5] Σύμφωνα με τον Ηρακλή Οικονόμου στο άρθρο του «Το ιστορικό σύμπαν του Άλκη Αλκαίου», προκειμένου να γράψει τη «Γαμμαγραφία» «ο Αλκαίος εμπνέεται πρωτίστως από τα τραγικά γεγονότα του 1980, [τον Γενάρη του οποίου] δολοφονήθηκαν δεκάδες διαδηλωτές από τις δυνάμεις ασφαλείας, ενώ παραστρατιωτικές οργανώσεις άρχισαν να εκτελούν εν ψυχρώ άμαχο πληθυσμό.»[6] Σε ολόκληρο το ποίημα, το β’ και το γ’ πρόσωπο εναλλάσσονται με τον ίδιο τρόπο που εναλλάσσεται και η υπαινικτική περιγραφή των πολιτικών τεκταινόμενων με το ιδιόμορφο μοιρολόι[7] στον Μιγκέλ, πρόσωπο που συμβολίζει τον κάθε ανώνυμο άμαχο δολοφονηθέντα. Οι κηλίδες αίματος μετατρέπονται σε κηλίδες απουσίας, ενώ ο θάνατος υποστασιοποιείται μέσα από την εικόνα των κίτρινων τουλιπών που πλημμυρίζουν τον χώρο. Τέλος, στη απόκρυψη της σφαγής (ίσως από τα –καθεστωτικά;– μέσα μαζικής ενημέρωσης;) αναφέρεται η εικόνα των κρυμμένων τεφροδόχων.

Στη συλλογή Εμπάργκο όμως ο θάνατος είναι παρών και με τη μορφή της αυτοκτονίας. Το ποίημα «Γέννηση και θάνατος του Αλέξη Τραϊανού» αφορά ένα υπαρκτό πρόσωπο. Ο Αλέξης Τραϊανός καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και ήταν μεταφραστής, κριτικός ποίησης και ποιητής της γενιάς του ’70. Αυτοκτόνησε στις 7 Μαΐου του 1980, σε ηλικία 35 ετών, διοχετεύοντας στο εσωτερικό του αυτοκινήτου του τα καυσαέρια από την εξάτμιση. 

Στο ποίημα αυτό (επίσης μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο, αλλά όχι ηχογραφημένο[8]), το γεμάτο συμβολισμούς και σκοτεινές εικόνες, ο θάνατος συνυπάρχει με τη γέννηση και από κοινού σχηματίζουν έναν κλειστό κύκλο οριστικότητας. Ο πλεονασμός (κακό κακόγουστο αστείο) υπογραμμίζει το ξαφνικό του τέλους, ενώ στην αυτοκτονία του ποιητή που πραγματοποιήθηκε Μάιο μήνα είναι πιθανό να αναφέρεται η «εαρινή μαχαιριά». Παράλληλα, ο αυτόχειρας ποιητής φέρεται να «ανάβει σιωπηλός σημαίες μυστικές», σε μια εικόνα κρυπτική μεν, που μπορούμε όμως να εντάξουμε με βεβαιότητα στα συμφραζόμενα του θανάτου, καθώς στην ποίηση του Αλκαίου το ρήμα «ανάβω» και ο θάνατος είναι στενά συνυφασμένα. Έτσι, αντίστοιχα, στο τραγούδι «Κάτω στο μεγάλο ύπνο» –στο οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω–, εντοπίζεται ο στίχος «Κάτω στο μεγάλο ύπνο μυστικό σου ανάβω δείπνο», ενώ στο τραγούδι «Ντόμινο» ακούγεται ο στίχος «Κι η μάνα του στις ρεματιές ανάβει στα νερά φωτιές». 

Την αυτοκτονία υπονοεί όμως και το ποίημα «Μεταμεσονύχτιο» που, ερμηνευμένο από τον Κώστα Καράλη, συμπεριλήφθηκε επίσης στο δίσκο Εμπάργκο. Στο ποίημα αυτό συναντάμε κάτι από τον «μαύρο», γκροτέσκο ερωτισμό του Edgar Allan Poe ή του Tim Burton. Αν και οι τρεις πρώτοι στίχοι κάθε στροφής αφιερώνονται στην περιγραφή μιας ειδυλλιακής νύχτας, ο τέταρτος έρχεται να λειτουργήσει ανατρεπτικά, καθώς απευθύνεται σε ένα ερωτικό «εσύ», την Αλίκη, που στροφή τη στροφή φτάνει ένα βήμα πιο κοντά στην αυτοκτονία. Έτσι το ποίημα, αντί για μια νύχτα έρωτα, περιγράφει μια νύχτα θανάτου. 

Το ποίημα «Το κακόηθες μελάνωμα»[9] από την άλλη, που μελοποιήθηκε και ερμηνεύτηκε από τον Θάνο Μικρούτσικο, είναι από τα πιο γνωστά και διαχρονικά κομμάτια του δίσκου Εμπάργκο και πιθανότατα γράφτηκε κι αυτό για το θάνατο της μητέρας του ποιητή. Παρόλα αυτά, ήδη από το 1980 (δύο χρόνια πριν το δίσκο και τρία πριν την ποιητική συλλογή Εμπάργκο) το τραγούδι αφιέρωσαν από κοινού Αλκαίος και Μικρούτσικος στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά που είχε αυτοκτονήσει στα τέλη του ’79 στο Παρίσι. 

Το «Κακόηθες μελάνωμα» είναι ένα ποίημα πένθους. Σκιαγραφεί τη διαδικασία που ακολουθείται από τη στιγμή του θανάτου κάποιου προσώπου μέχρι και την ολοκλήρωση της ταφής του, ενώ η οπτική είναι αυτή ενός ατόμου του στενού του οικογενειακού περίγυρου. Όσον αφορά τη δομή του ποιήματος, συμβαίνει το εξής: Ενώ στην 1η, την 3η, την 5η και την 7η στροφή (ή –με μουσικούς όρους– στα κουπλέ) ο φακός εστιάζει στο νεκρό και στην προετοιμασία και την πραγματοποίηση της ταφής, οι στροφές 2, 4, 6 και 8 (ή τα ρεφρέν), οι οποίες μάλιστα μοιάζουν με παρεμβολές, θέτουν στο επίκεντρο το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο και την αντίδρασή του απέναντι στο θάνατο του οικείου του προσώπου. 

Ειδικότερα, στις στροφές με μονή αρίθμηση δίνεται υπαινικτικά η εικόνα των συγγενών και φίλων που επισκέπτονται τον νεκρό στο σπίτι, ενώ η «άσπρη πρέσσα» και οι «ιωνικές κολώνες» αναφέρονται στο μαρμάρινο μνήμα. Επιπλέον, μέσα από το παιχνίδι με ομόρριζες λέξεις που συνθέτει ο ποιητής στον τελευταίο στίχο των στροφών αυτών, υπογραμμίζεται η αίσθηση του οριστικού και μη αναστρέψιμου. Στις στροφές με ζυγή αρίθμηση από την άλλη, εκφράζεται η επιθυμία του ποιητικού υποκειμένου να συνοδεύσει το νεκρό στο θάνατο, με τη λέξη «ναύλα» να αναφέρεται πιθανότατα στον οβολό που –σύμφωνα με την αρχαία ελληνική δοξασία– έπρεπε να πληρώσουν οι νεκροί στον Χάροντα προκειμένου να τους μεταφέρει στην απέναντι όχθη του ποταμού Αχέροντα, όπου βρισκόταν η πύλη του Άδη. Παράλληλα, στις ίδιες στροφές, μέσα από τους δύο τελευταίους στίχους που διαφοροποιούνται κάθε φορά, δίνεται η πορεία του ποιητικού υποκειμένου προς τη βαθμιαία αποδοχή του χαμού. 








«Όσοι με τον Χάρο γίναν φίλοι»: Η δεύτερη και η τρίτη στιχουργική περίοδος 

Συνεχίζοντας την περιοδολόγηση του έργου του Αλκαίου, ο Αραβανής θέτει την αρχή της δεύτερης περιόδου στο 1984 και τη μελοποίηση του ποιήματος «Πρωινό τσιγάρο» από τον Νότη Μαυρουδή, ενώ το τέλος της τοποθετείται στο 1999 και το δίσκο Εντελβάις.[10] Στα δεκαπέντε αυτά χρόνια, ο ποιητής «εκφράζει έναν πιο καθημερινό λόγο και κυρίως απευθύνεται πιο άμεσα στο άλλο πρόσωπο, στον μη εκπληρωμένο έρωτά του.»[11]

Η τρίτη και τελευταία περίοδος της ποιητικής δημιουργίας του Αλκαίου στην πραγματικότητα ξεκινάει ήδη από το 1998, με την πρώτη του συνεργασία με τον Σωκράτη Μάλαμα. Σύμφωνα πάλι με τον Αραβανή, κατά τα χρόνια αυτά, ο Αλκαίος «αρχίζει σιγά-σιγά να μας αποκαλύπτει μια ακόμα στιχουργική του έκφανση (…), αυτή του ποιητή που πατά πάνω στη δημοτική μας παράδοση, […] δανειζόμενος πολλές φορές αυτούσιους στίχους και νοηματικά μοτίβα.»[12] Η τελευταία αυτή περίοδος ολοκληρώνεται το 2012 με το δίσκο Η αυλή των τρελών, που αποτελεί και την τελευταία εν ζωή συνεργασία του ποιητή, αυτή τη φορά με τον Μπάμπη Στόκα. 

Αναφορικά με το θέμα του θανάτου, πρέπει να σημειωθεί πως δεν εντοπίζεται καμία διαφοροποίηση μεταξύ των δύο τελευταίων περιόδων, παρατηρείται όμως μια σημαντική μετατόπιση ως προς την πρώτη: Ενώ στο Εμπάργκο ο θάνατος αναδύεται μέσα από έναν περισσότερο λόγιο και υπαινικτικό λόγο που εκμεταλλεύεται ενίοτε στοιχεία της ορθόδοξης παράδοσης, στις επόμενες δύο περιόδους ο Αλκαίος παύει να γράφει ποιήματα που θέτουν το ζήτημα αυτό στον πυρήνα τους. Αυτό που κάνει πλέον είναι να εντάσσει εικόνες που σχετίζονται με το θάνατο (ακόμη και μεταφορικά) σε τραγούδια διαφορετικής θεματολογίας, συχνά ερωτικής. 

Όπως συμβαίνει με το γενικότερο ύφος των στίχων του στα χρόνια αυτά, ο Αλκαίος χρησιμοποιεί πλέον λαϊκότερη έκφραση και στη σύνθεση των αναπαραστάσεων θανάτου, αποστασιοποιείται από οποιαδήποτε χριστιανική αντίληψη για τον θάνατο και αντλεί σε μεγάλο βαθμό στοιχεία και μοτίβα από τη δημοτική παράδοση και τις λαϊκές δοξασίες περί Χάρου και Κάτω Κόσμου.


Χάρος

Η μορφή του Χάρου εντοπίζεται για πρώτη φορά σε μια ιδιαίτερη κατηγορία μοιρολογιών του 18ου αιώνα, «του Κάτω κόσμου και του Χάρου». Σύμφωνα με τον Λίνο Πολίτη, τον Χάρο ο λαός τον φαντάστηκε «πελώριο στο ανάστημα, αδάμαστο, μαυροφορεμένο τις περισσότερες φορές, και καβαλάρη, που σέρνει τους πεθαμένους στ’ άλογό του και σκορπίζει παντού τη φρίκη».[13] Μέσα από τη μορφή του Χάρου εμφανίζεται το μοτίβο του θανάτου σε αρκετά τραγούδια του Αλκαίου, με χαρακτηριστικότερα τα τραγούδια «Πατησίων και Παραμυθιού γωνία» και «Πάντα γελαστοί» στα οποία ακούμε τους στίχους: 

Θέλω σήμερα παιχνίδι με το Χάρο
στο καζίνο της καρδιάς σου να ρεστάρω 

και 

Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη 

Στις περιπτώσεις αυτές, οι έμμεσες αναφορές στο θάνατο δεν καθορίζουν το νοηματικό άξονα του τραγουδιού, αλλά λειτουργούν αποκλειστικά εικονοποιητικά. Έμμεση αναφορά στο Χάρο γίνεται και στο τραγούδι «Δρομολόγιο», αυτή τη φορά μέσα από ένα δίστιχο στο οποίο τα μαρμαρένια αλώνια –όρος σημασιολογικά φορτισμένος από τα δημοτικά τραγούδια, όπου σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση ο Διγενής Ακρίτας μονομάχησε με το Χάρο– γίνονται από τόπος θανάτου, τόπος γιορτής: 

Μια νύχτα στήσαμε γιορτή
σε μαρμαρένια αλώνια
σε κάγκελα σφυρήλατα
μας βρήκανε τα χιόνια 

Από την άλλη, στο τραγούδι «Στους πέντε ανέμους» διαβάζουμε τους στίχους: 

Πάλι σε τρακάρω
βράδυ παγωνιάς
άνθη λησμονιάς
να κερνάς το Χάρο 

Εδώ η υπερρεαλιστική κεντρική εικόνα αντιστρέφει αυτό που γνωρίζουμε: Αντί να είναι ο Χάρος αυτός που –μέσα από το θάνατο– οδηγεί στη λησμονιά, το «εσύ» στο οποίο απευθύνεται το ποιητικό υποκείμενο είναι αυτό που προσφέρει «άνθη λησμονιάς» στο Χάρο, ίσως σε μια προσπάθεια να τον κάνει να ξεχάσει το καθήκον με το οποίο είναι επιφορτισμένος. 

Στίχους απευθείας από το δημοτικό λόγο αντλεί ο Αλκαίος στο τραγούδι «Του Έρωτα», του οποίου –όπως δηλώνεται και στο ένθετο του δίσκου Ένα (2002)– οι κεντρικές στροφές αποτελούν παραλλαγές σε αμοργιανά δίστιχα. Έτσι, ενώ στο δημοτικό λόγο συναντάμε τους στίχους: 

Στου Χάρου τις λαβωματιές, βοτάνια δεν χωρούνε,
μήτε γιατροί γιατρεύουνε, μήδ’ άγιοι βοηθούνε,
γιατ’ είν’ η σκάλα του γκρεμός και πέλαγο η αυλή του 
κι αν πάει γιατρός θε να πνιγεί, παπάς θα πέσει κάτου. 

στον Αλκαίο συναντάμε την ελαφρώς παραλλαγμένη εκδοχή τους: 

Στου Χάρου τις λαβωματιές, βότανα δε χωρούνε,
ούτε γιατροί γιατρεύουνε, ούτ’ άγιοι βοηθούνε 

Οι στίχοι αυτοί ακολουθούνται από ένα δίστιχο στο οποίο εκφράζεται το μάταιο της διερώτησης των θνητών για το τι υπάρχει μετά: 

Κέρνα με να σε κερνώ και μην ρωτάς τι μένει
στης μάνας γης την αγκαλιά η αλήθεια είναι κρυμμένη 

Τέλος, ο Αλκαίος χρησιμοποιεί ως βάση το παραδοσιακό ηπειρώτικο: 

Καλότυχα είναι τα βουνά 
καλότυχοι είν’ οι κάμποι
που θάνατο δεν καρτερούν 
και Χάρο δεν παντέχουν 

στο οποίο αφαιρεί τη μορφή του Χάρου προκειμένου να δώσει ερωτικό πρόσημο και γράφει: 

Καλότυχα είναι τα βουνά
ψυχή δεν έχουν να πονά, 
καρδιά ν’ αργοπεθαίνει 








Λησμονιά/Λήθη 

Ένα άλλο μοτίβο που παραπέμπει στο θάνατο και επανέρχεται συχνά στο έργο του Αλκαίου είναι αυτό της λήθης ή της λησμονιάς. Στο τραγούδι «Ανεπίδοτο», σε μια στροφή με ρητή αναφορά στο θάνατο, οι άνθρωποι περνούν από τη ζωή στη λησμονιά: 

Φεγγάρι κόκκινο
νεκρέ διαβάτη
ποια πόρτα διάβηκε
και ποια γωνιά
γράμμα ανεπίδοτο είν’ η αγάπη
μαζί σου πάρε με
στη λησμονιά 

Ανάλογο χαρακτήρα έχει η αναφορά στη «λήθη» και στο τραγούδι «Πυρετός». Η σπουδαιότητα της βίωσης του –ερωτικού, στην περίπτωση αυτή– παρόντος δίνεται μέσω ενός απλού αλλά στιβαρού δίστιχου: 

πριν μας τυλίξει η λήθη
πλέξε το παραμύθι 

Με ανάλογο τρόπο μπορεί να ερμηνευτεί η έννοια της λησμονιάς και στο τραγούδι «Οι αγάπες μου»: 

Πού να τις βρω;
(…)
Σε πουλιών φωνές, στάχτες ηδονές
ή στη λησμονιά; 

Ακόμη πιο έντονη γίνεται όμως η παρουσία του θανάτου μέσα από την αναφορά στο «νερό της λησμονιάς». Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση που απαντά και στα δημοτικά τραγούδια, οι ψυχές στον Κάτω Κόσμο πίνουν το νερό της λησμονιάς και ξεχνούν αφενός τις χαρές της ζωής –έτσι δε θλίβονται που τις στερούνται– και αφετέρου τα βάσανα που έζησαν. Αν και ο Αλκαίος αντλεί το μοτίβο αυτό από τη δημοτική παράδοση, δεν το χρησιμοποιεί πάντα αυτούσιο, αλλά το μεταπλάθει σε διαφορετικές εκδοχές. Έτσι, στο τραγούδι «Άνοιξη»/«Κούκος μονός σ’ ένα ταμπλό»,[14] συναντάμε τον στίχο: 

ήπια νερό της λησμονιάς – και σε θυμήθηκα 

ενώ στο «Blues on the road» το «νερό της λησμονιάς» γίνεται «της λήθης το κρασί»: 

Δραπέτες άγιοι και ληστές
μιλούν για το αύριο και το χτες
με λόγια κουρασμένα.
Πίνουν της λήθης το κρασί
σ’ αχαρτογράφητο νησί
και με ρωτούν για σένα

Στο τραγούδι «Ένας αστείος ιδαλγός» από την άλλη, η λησμονιά αλλάζει και πάλι μορφή και αυτή τη φορά μετατρέπεται «στης λήθης τον καπνό», με την εικόνα εδώ να είναι εμφανώς ερωτική: 

Σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό
πίνεις της λήθης τον καπνό
κι εγώ στο σώμα σου
δειλά ψιλαρμενίζω 

Τέλος, εικονοποιητικά λειτουργεί η αναφορά στη «λησμονιά» και στα τραγούδια «Της αγκαλιάς η ξενητειά», «Τα διόδια» και «Φύλλα αλκαλικά» με τους εξής στίχους αντίστοιχα: 

Βλέπω καράβια να περνούν
μ’ άσπρη σημαία να γυρνούν
στης λησμονιάς τα μέρη
και μια γοργόνα με ρωτά
αν είδα ήλιο τη νυχτιά
κι άστρο το μεσημέρι 

· 

στης λησμονιάς το μαγαζί μάτια κεριά σβησμένα
άμα δε λυώσουμε μαζί πώς θες να γίνουμ’ ένα; 

· 

Αν δεις λευκό καράβι με πορφυρά πανιά
θα ’ναι η δική μου αγάπη που πάει στη λησμονιά. 

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κατά τη δεύτερη και την τρίτη στιχουργική περίοδο του Αλκαίου ο θάνατος είναι παρών μονάχα σε επιμέρους στίχους και δεν τίθεται στο νοηματικό πυρήνα των τραγουδιών. Δύο εξαιρέσεις έρχονται να επιβεβαιώσουν τον κανόνα αυτό· πρόκειται για τα ποιήματα/τραγούδια «Η άνοιξη της Πάργας» και «Κάτω στο μεγάλο ύπνο». Τα κομμάτια αυτά δεν πραγματεύονται το ζήτημα του θανάτου ακροθιγώς, αλλά τον θέτουν στο επίκεντρο, αποτελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα της ποιητικής του θανάτου. 

Η «Άνοιξη της Πάργας» (ο τίτλος «παίζει» με τον όρο «η Άνοιξη της Πράγας») δεν έχει την τυπική μορφή ενός τραγουδιού (κουπλέ-ρεφρέν-κουπλέ-ρεφρέν), αλλά εντάσσεται ευκολότερα στην κατηγορία του ποιήματος. Ως τέτοιο φαίνεται να το αντιμετωπίζει και ο Θάνος Μικρούτσικος, όπως αποδεικνύει μια απαγγελία του ποιήματος που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, αυτή τη φορά χωρίς τη «μεταμφίεσή» του σε τραγούδι μέσω της μουσικής. 

Στην «Άνοιξη της Πάργας» λοιπόν, ο Αλκαίος «παντρεύει» τη λαϊκή δοξασία περί λησμονιάς με τις μυθολογικές ιδιότητες του λωτού, σύμβολο που στην ποίησή του συναντάται άλλες δύο φορές, στα τραγούδια «Άνοιξη»/«Κούκος μονός σ’ ένα ταμπλό» και «Στης γοργόνας το φτερό (Το μυστικό μπάρκο του Ν.Κ.)». Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, οι Λωτοφάγοι, που εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Οδύσσεια, ήταν ένας φιλόξενος και ειρηνικός λαός, του οποίου η κύρια τροφή ήταν τα άνθη και οι καρποί του λωτού. Τον καρπό αυτό που προκαλούσε απώλεια της μνήμης προσέφεραν στους ταξιδιώτες επισκέπτες τους, κι έτσι αυτοί έχαναν την επιθυμία της επιστροφής στην πατρίδα τους ή τη συνέχιση του ταξιδιού τους. 

Στο ποίημα, λωτοφάγος εδώ και είκοσι χρόνια είναι το «εσύ» στο οποίο απευθύνεται το ποιητικό υποκείμενο. Είκοσι χρόνια δίχως μνήμη, στη λησμονιά· είκοσι χρόνια νεκρή. Οι δύο αυτές δεκαετίες έχουν δημιουργήσει χάσμα ανάμεσα στο νεκρό πρόσωπο και το ποιητικό υποκείμενο που έμεινε πίσω. Μοιάζουν με δύο πάλαι ποτέ καλούς φίλους, αποξενωμένους πλέον, που συναντιούνται έπειτα από είκοσι χρόνια και δεν ξέρουν από πού να πιάσουν το νήμα. Μάταιες όλες αυτές οι σκέψεις όμως. Η νεκρή δεν μπορεί να επιστρέψει ούτε γι’ αστείο, ούτε για μια στιγμή

Μια εικόνα θανάτου τίθεται όμως στο επίκεντρο και στο τραγούδι «Κάτω στο μεγάλο ύπνο», στον τίτλο ήδη του οποίου παντρεύεται η χριστιανική προσέγγιση του θανάτου ως ύπνου με τον Κάτω Κόσμο της δημοτικής παράδοσης και της μυθολογίας. Το ίδιο πάντρεμα χριστιανικών και παγανιστικών στοιχείων συνεχίζεται και στη δεύτερη στροφή του ποιήματος και συγκεκριμένα στο στίχο «στου σκότους το βασίλειο άγιο να γυρνά». Παράλληλα, το μονόστιχο ρεφρέν «Κάτω στο μεγάλο ύπνο μυστικό σου ανάβω δείπνο», που αποτελεί έναν από τους πιο «ερμητικούς» στίχους αυτής της στιχουργικής περιόδου του Αλκαίου, συνυπάρχει αρμονικά με αμιγώς ερωτικές εικόνες (κοχύλια κι αρμυρίκια στα μαύρα σου μαλλιά), βιβλικές αναφορές (τραπέζι του ασώτου), αλλά και σχήματα αντλημένα από το δημοτικό τραγούδι (Ποιος είδε δέντρο του βυθού ν’ αποζητά τον ήλιο / στου σκότους το βασίλειο άγιο να γυρνά). 

Συνοψίζοντας συνολικά, ο Αλκαίος «είναι ένας ποιητής που καθ’ όλη τη διάρκεια της στιχουργικής του πορείας ισορροπεί ανάμεσα στην κοινωνική/πολιτική και την ερωτική ποίηση, με τη ζυγαριά να γέρνει πότε προς την πρώτη (ιδιαίτερα κατά το πρώιμο έργο του) και πότε προς τη δεύτερη […].»[15] Κοινωνία και έρωτας καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του ποιητικού σύμπαντος του Αλκαίου, αφήνοντας όμως αρκετό χώρο για το θέμα του θανάτου που άλλοτε εισέρχεται μέσα από χαραμάδες και λειτουργεί σαν memento mori και άλλοτε τίθεται στο επίκεντρο του ποιητικού φακού και ανατέμνεται. 






ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τη ζωή του Άλκη Αλκαίου βλ. Θανάσης Συλιβός (επιμ.), «Άλκης Αλκαίος: (1949-2012),» Μετρονόμος 62 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2017): 6-9.

[2] Στα ποιήματα της συλλογής Εμπάργκο κρατήθηκε η αυθεντική ορθογραφία. 

[3] Σπύρος Αραβανής, «Η στιχουργική του Άλκη Αλκαίου,» Μετρονόμος 62 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2017): 17. 

[4] Άλκης Αλκαίος, Εμπάργκο: Ποιήματα (Αθήνα: Εταιρεία Νέας Μουσικής, 1983), 46. 

[5] Ηρακλής Οικονόμου, «Το ιστορικό σύμπαν του Άλκη Αλκαίου: Οδηγίες χρήσης,» Μετρονόμος 62 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2017): 22. 

[6] Οικονόμου, «Το ιστορικό σύμπαν του Άλκη Αλκαίου,» 22. 

[7] Την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα είδος μοιρολογιού επιτείνουν η μουσική με την οποία «έντυσε» το ποίημα ο Θάνος Μικρούτσικος, καθώς και η συγκλονιστική ερμηνεία της Μαρίας Δημητριάδη. 

[8] Άλκης Αλκαίος, Εμπάργκο, 46. 

[9] Ο τίτλος αποτελεί διακειμενική αναφορά στην «Ωχρά σπειροχαίτη» του –ιδιαίτερα αγαπητού στον Αλκαίο– Καρυωτάκη. 

[10] Σπύρος Αραβανής, «Άλκης Αλκαίος: “Ωδή σ’ έναν δρομέα αντοχής”,» Απρίλιος 27, 2012, τελευταία ανάκτηση Σεπτέμβριος 15, 2017, www.musicpaper.gr/topics/item/1761-alkis-alkaios-stixoii-wdoi. 

[11] Αραβανής, «Άλκης Αλκαίος: “Ωδή σ’ έναν δρομέα αντοχής”.» 

[12] Αραβανής, «Άλκης Αλκαίος: “Ωδή σ’ έναν δρομέα αντοχής”.» 

[13] Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1985), 105. 

[14] Οι στίχοι της «Άνοιξης» [μουσική: Μάριος Τόκας / ερμηνεία: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Εντελβάις (1999)] σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου και τον τίτλο «Κούκος μονός σ’ ένα ταμπλό» τραγουδήθηκαν εκ νέου από τον Μανώλη Μητσιά στο δίσκο Υπέροχα μονάχοι (2006). Για περισσότερα: Θανάσης Γιώγλου, «“Παράλληλες ιστορίες” του Άλκη Αλκαίου με Τόκα και Μικρούτσικο,» Φεβρουάριος 19, 2017, τελευταία ανάκτηση Οκτώβριος 1, 2017, http://www.ogdoo.gr/diskografia/stigmes/paralliles-istories-tou-alki-alkaiou-me-toka-kai-mikroytsiko. 

[15] Μαρία Γεωργιάδου, «Επιρροές και διακειμενικότητα στο έργο του Άλκη Αλκαίου,» Ουτοπία 117 (Μάιος-Ιούνιος 2016): 161-2.