Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρτυρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρτυρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Απριλίου 2022

Σταμάτης Κραουνακης: Κάτι για τον Μητροπάνο






Κατι για τον Μητροπανο

Κυριακη 3/4/22

Μια μερα μετα τα γενεθλια..

Ανοιξη του Δεκα

Στη Θεσσαλονίκη τον είδα τον κήρυκα του ελληνικού αισθήματος, στο κέντρο που τραγούδαγε, δυο χιλιάδες κόσμος, ημέρα Παρασκευή, πρώτο τραπέζι πίστα, εκείνος ακίνητος στη σκηνή μ’ ένα γκρι κοστούμι, τραγούδαγε απανωτά του χάρου, ζεϊμπέκικα, και στο τελευταίο ξεκούμπωσε ένα κουμπί κι έφερε τρεις βόλτες καθαρόαιμες και μπήκαν είκοσι γκολ απανωτά. Κόμπλαρα.

Τι να του γράψω εγώ. Πού να το πιάσω αυτό το σήμα. Πήγα δειλά και άφησα στη Βένια, τη γυναίκα του, λίγες μέρες μετά, 5 τραγούδια, της τηλεφώνησα και βγήκε από την πίσω πόρτα των καμαρινιών και της έδωσα το σι-ντι. Και είπαμε «άντε, καλορίζικα». Μετά άρχισε ο Δικαιόπολις. Πόσο μου άλλαξε την πίστη ο Δικαιόπολις, τη ζωή μου ίσως. Είπε ο Μητροπάνος στους δικούς του, μην του κολλάτε του Σταμάτη τώρα, έχει Γολγοθά, άστε τον να γράψει με την ησυχία του, έτσι άρχισα να του γράφω, ανάμεσα Αριστοφάνη και Θεσσαλονίκη και Επίδαυρο και περιοδεία, φόρτωνα συνέχεια χαρτάκια με στίχους και νότες στο άθλιο νεσεσέρ με τα κολλύρια, τα αντισταμινικά και τα φυσιομέρ.

Αυγουστος

Γράφω Μητροπάνο, και δεν ξέρω τι να πούμε στον κόσμο μ’ αυτή την κατάσταση, έχω ευθύνη, είναι σαν να γράφω το λόγο του πρωθυπουργού, και ποιου πρωθυπουργού εδώ που τα λέμε, ενός πρωθυπουργού που έχει χρόνια τα παράσημα της ευρείας πίστης του ελληνισμού απανταχού».

Οκτώβριο μπήκαμε στο στούντιο. Πρώτο τραγούδι το «Όταν έχω εσένα», ήδη πολυαγαπημένο από την παράσταση

Στη διαδρομή, ανακάλυπτα βήμα βήμα τον τραγουδιστή μου, μια πλατιά αντρική έρημος, με μοναδική όαση τη στιγμή της αλήθειας,

Ο Μητροπάνος δεν έχει όρια την ώρα της κατάκτησης, βούταγε στα μαύρα νερά σαν μεγάλο σιδερένιο καράβι με την ύστατη κραυγή του ανθρώπου αποτυπωμένη στο ντι εν έι του, Έλληνας πρώτης κοπής, και γω δίπλα με όρθια την κρίση μου, όσο μπορούσα, να φωτίζω μ’ ένα φακό την έξοδο, φράση φράση όπως στη ζωή, περίμενα ν’ ακούσω αυτό που θα μου ξεσηκώσει την πίστη μου για το τραγούδι από την αρχή. «Αν δεν με σταματήσετε, θα γράφω συνέχεια» είπα, «κορόιδα είμαστε να σε σταματήσουμε;» είπε. Άλλη μια φορά μου είπε «εγώ το βαριόμουν το στούντιο, αυτό μ’ αρέσει, δεν βλέπω την ώρα».

Τη μέρα που τραγούδησε το «Μοίρασα», από τα αγαπημένα μου, στη φράση «κι έζησα εφτά θανάτων ερημιά» τον ένιωσα τον κραδασμό, αυτή τη δροσιά που σου ’ρχεται στο διάφραγμα, πριν ξεσπάσει σε βροχή, το ξεστόμισε μ’ όλη του την ενέργεια, και γύρισε και μου ’στειλε ένα φιλί.

Γράψαμε δίπλα δίπλα στον πάγκο της κονσόλας, δεν πήγε μέσα, πίσω από το τζάμι, ποτέ! Δεν ήθελε, με ήθελε δίπλα, εκεί, στον πάγκο «και ξανά στην κουκέτα, δεν γουστάρω ετικέτα», τα είδα όλα, με τυφλή ησυχία, όλο το σώμα να στέλνει το σήμα στο λαρύγγι.

Άψογος. Μερσεντές πρώτης γενιάς που λέει ο λόγος.

Με εντυπωσιάζει η γνώση του ανθρώπινου αισθήματος που έχει αποθηκεύσει» μου είπε η Λίνα Νικολακοπούλου όταν της έστειλα το «Γεια»

Έκλαψα πολύ εκείνο το μεσημέρι, ειδικά με το «Υποβρύχιο», νόμιζα ότι άκουγα όλους τους Έλληνες εργαζόμενους που ξεγελάστηκαν και βρέθηκαν μ’ ένα μπλου τουθ και μια κωλοκάρτα βιζού να κυνηγάν την αυτυχία!

Τωρα ακουγοντας το ,μετά απο καιρό,νιωθω ο τι αφησαμε ενα ιχνος στην εποχη.

Ηταν η τελευταια του ηχοληψια.

Ηθελα πολυ να κανουμε αλλο ενα,στο καπακι.

Δεν ηθελε ο Θεος.

Χαραματα στο ινμποξ

η Ρούλα Γεωργακοπούλου,μουγραψε

"πεθανε ο Μητροπανος;"

"Μισο λεπτο να το τσεκαρουμε"

Κανεις δεν ηθελε να το καταπιει.Κλαψαμε.

Εκλεισε την πορτα του λαικου τραγουδιου πισω του.

Ετσι ενιωσα.

"Τουδωσες χαρα",μουπε λακωνικά η Λίνα."αυτο να σκεφτεσαι".

Δεν εχει πια σημασια.

Εχω παντα την αισθηση,ο τι βαρεθηκε να προσεχει,να μην πινει,να μην παθιαζεται.

Μοναχικος και στρεττος.Καθαρος.

Παληκαρι.

Μια γη ελληνικη

απατητη απ τον εχθρο εσαει.

Το Ζωη Νταλικα Κοκκινη του τοχα γραψει σ ενα σι ντι πριν.

Μ αφησε ενα μυνημα οταν το ελαβε

"Ευχαριστω για το ποιημα που μου χαρισες".

"Ακουνε τα ζειμπεκικα σαν το πατερ ημων"

Τοχε βαλει ο Ηλιας ο νταλικιερης ο φιλος απ τη Λαρισα μεσα στην Εθνικη στα Τεμπη νυχτα ωρα στη διαπασων με τη νταλικα του την κοκκινη και βγηκε και το χορεψε.

Δεν εχω αλλα.

Μητροπανος Εσαει.

Καλη Κυριακη αστερια μου.

Σταμάτης Κραουνάκης

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Ο Δημήτρης Μητσοτάκης για τον Βασίλη Τσιτσάνη





Ό,τι κι αν πει κανένας για εκείνον είναι λίγο, γιατί πάνω απ’ όλα μιλά το έργο του. Μιλούν τα τραγούδια του, που μας παρηγόρησαν όταν έπρεπε, που μας συνεπήραν κάποια θλιβερά δειλινά, που τα αγαπήσαμε γιατί μας συγκίνησαν», είπε ο Γιάννης Τσαρούχης για τον Βασίλη Τσιτσάνη, Μπετόβεν της ελληνικής μουσικής τον χαρακτήρισε ο Μίκης Θεοδωράκης, «νοιώθω ότι στο πρόσωπό του αποκτήσαμε έναν πρεσβευτή ανάμεσα στο λαϊκό μας τραγούδι και τον Θεό» δήλωσε ο Διονύσης Σαββόπουλος αμέσως μετά το θάνατο του.

Η σπουδαιότατη συνεισφορά του Βασίλη Τσιτσάνη στον ελληνικό πολιτισμό και το μεγαλείο του έργου του, κατά τη δική μου άποψη, συνίσταται στο ότι κατάφερε, γύρω από τα τραγούδια του, να ενώσει διαφορετικές τάξεις, διαφορετικές κουλτούρες, αισθητικές και γούστα. Άνθρωποι με αλλιώτικη παιδεία και καλλιέργεια, με διαφορετική καταγωγή και αφετηρία σκύβουν πάνω από τα τραγούδια του και ψιθυρίζουν, φωνάζουν, χορεύουν, κλαίνε και γελούν, μερακλώνουν και πότε – πότε φιλοσοφούν ξεκινώντας με ένα «πες το ψέματα!», και τούτο συμβαίνει αδιάλειπτα εδώ και 80 περίπου χρόνια. Πόση δύναμη, πόση αλήθεια και πόση μαστοριά χρειάζεται ένα καλλιτεχνικό έργο για να αντέξει τόσο στο χρόνο; Τα τραγούδια του ξεπετιούνται ολοζώντανα μέσα από στόματα νεανικά, από φωνές καινούργιες που κρατούν με σεβασμό τις νότες του και σκύβουν ν’ αφουγκραστούν τους παλιούς μάστορες που τον ερμήνευσαν: τον Παγιουμτζή, τη Γεωργακοπούλου, τον Στελλάκη, τον Μάρκο, τη Νίνου, τη Χασκήλ, τη Μπέλου, τον Τσαουσάκη.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι κλασικός, το έργο του δεν φθείρεται όσο κι αν έχει, κατά καιρούς, κατακρεουργηθεί από άθλιες επανεκτελέσεις, όσο κι αν έχει θρηνήσει σε θλιβερά σκυλομάγαζα. Αυτή τη δύναμη έχουν τα τραγούδια του, να βουτάνε στη λάσπη και να βγαίνουν καθαρά.


Δημήτρης Μητσοτάκης




Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

Λάκης Παπαστάθης: Η Λίνα στο ξεκίνημα



Η Λίνα στο ξεκίνημα

Ήταν ένα όμορφο ξανθό κορίτσι με γυαλιά γύρω στα είκοσι. Όταν γελούσε ένιωθες τη γλύκα ενός ευγενικού και ευαίσθητου παιδιού με καλή ανατροφή. Τότε που ήρθε να εργαστεί στη Cinetic, που στεγαζόταν στην οδό Ρεθύμνου 10 πίσω από το Aρχαιολογικό Mουσείο, σπούδαζε στην Πάντειο και τη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη. Έγραφε στη γραφομηχανή τη μικρή αλληλογραφία του γραφείου- κυρίως με διαφημιστικές εταιρείες και την ΕΡΤ- και διεκπεραίωνε τις εξωτερικές εργασίες που ήταν συγκεκριμένες. Μετέφερε δηλαδή τα φιλμ- η Λίνα δεν έζησε την ψηφιακή εποχή στη Cinetic- στα εργαστήρια των αδελφών Ρουσόπουλου στην οδό Φυλής, στην Φίνος Φίλμς της οδού Χίου και στο ιστορικό studio ERA της οδού Σταδίου στο οποίο γινόταν η ηχητική επεξεργασία των ταινιών μας. Συχνά πήγαινε στην ΕΡΤ για να παραδώσει τις έτοιμες εκπομπές και σε κάποιες διαφημιστικές εταιρείες που συνεργαζόμασταν τότε.

Ίσως αυτές οι διαδρομές της Λίνας να ήταν και εσωτερικές διαδρομές καθώς είχε χρόνο να επεξεργαστεί μέσα της τους ήχους και τους ρυθμούς της πόλης. Αν σημείωνες σε έναν χάρτη της Αθήνας τις διαδρομές της, θα έβλεπες πώς χαράκωνε με τη μικρή μοτοσυκλέτα της το κέντρο- κυρίως- της Αθήνας. θα σχηματιζόταν χαρούμενες χορευτικές γραμμές ή μυστικά σχήματα που δεν θα μπορούσες ίσως να τα αποκρυπτογραφήσεις με απόλυτη ακρίβεια αλλά θα ένιωθες τη συνάντηση ενός νέου ανθρώπου με το πλήθος και την πόλη. 

Μολονότι χρειαζόταν μόλις πέντε λεπτά με τη μηχανή της για να έρθει από τον Άγιο Παντελεήμονα που κατοικούσε, στη Cinetic, κάθε πρωί στις εννιά ζοριζόταν. Έφτανε πρώτη για να ανοίξει το γραφείο και τον χειμώνα για να ανάψει τη μεγάλη πολύπλοκη σόμπα πετρελαίου που μας ζέστανε. Η δουλειά στο γραφείο δεν την κούραζε, αντιθέτως φαινόταν να της αρέσει. Άλλωστε εκείνα τα χρόνια η Cinetic ήταν σαν ένα άτυπο καφενείο όπου σύχναζαν σημαντικοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι. H Λίνα μας φρόντιζε όλους προσφέροντας πολύ καλό καφέ και κρύο νεράκι.

Σε αυτό το στέκι ακούγονταν πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις που ο καθένας μπορούσε να συμμετάσχει ή σιωπηλά να παρακολουθεί ενδυναμώνοντας την παιδεία του. Έμοιαζαν αυτές οι συναντήσεις, κατά κάποιο τρόπο, σαν ένα προφορικό Πανεπιστήμιο, που, έτσι ελεύθερο, άτσαλο και ακωδικοποίητο που ήταν, σε βοηθούσε να κάνεις τη δική σου σύνθεση. Πιστεύω πως η καθημερινότητά της στη Cinetic τη βοήθησε, σε ένα βαθμό, να συγκροτήσει την υποδομή της δικής της ιδιαίτερης προσωπικότητας ξεκαθαρίζοντας απόψεις, δημιουργώντας προσωπικό κώδικα αξιών, και πραγματοποιώντας νοητούς διαλόγους με τόσα και τόσα πρόσωπα που πέρασαν από εκεί ή και με άλλα που το Παρασκήνιο κατέγραψε στο σελιλόιντ. Ίσως πάλι το καλλιτεχνικό της μέταλλο να ήταν τόσο ισχυρό που σε οποιεσδήποτε συνθήκες θα έβρισκε τον δρόμο της.

Η Λίνα ζούσε από κοντά τη διαδικασία της εκπομπής αναλαμβάνοντας και την πολύ υπεύθυνη εργασία να κόβει το νεγκατίφ των ταινιών. Τη θυμάμαι πάρα πολλά βράδια, μέχρι το ξημέρωμα, μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο 1,20 X 1,20, φορώντας βαμβακερά άσπρα γάντια και ένα κολλητό καλτσόν, να είναι συγκεντρωμένη στο μοντάζ του αρνητικού. Δίπλα της ξενυχτούσαν στη μουβιόλα ο σκηνοθέτης και ο μοντέρ της εκπομπής μέσα σε σύννεφα πυκνού καπνού από εκατοντάδες τσιγάρα. Παρά την ένταση και την πίεση χρόνου, το χιούμορ δεν έλειπε ποτέ από τη Λίνα… «Με τόσα τσιγάρα και σε θάλαμο αερίων να με βάζανε εγώ είμαι τόσο προπονημένη που σκασμό δεν θα είχα»!

Το καλοκαίρι του 1980 γύρισα "Τον καιρό των Ελλήνων", την πρώτη μου ταινία μεγάλου μήκους και θέλησα να είναι η Λίνα βοηθός σκηνοθέτης. Τη θυμάμαι να κοιμάται φορώντας ένα κόκκινο μπλουζάκι, μαύρο παντελόνι και ψηλοτάκουνες καφέ μπότες, δίπλα σε ένα βράχο στην Πάρνηθα, περιμένοντας να ξημερώσει για να ξαναρχίσουμε το γύρισμα. Μόλις τελείωνε κάποιο πλάνο πάντα γύρισα και την κοιτούσα, ήθελα την επιβεβαίωσή της. Καταλάβαινα αν συμφωνούσε ή όχι από τον τρόπο που με κοιτούσε. Την εμπιστευόμουν χωρίς πολλά λόγια και σε αυτή την κάπως αφαιρετική επικοινωνία τα κενά τα γέμισε η αγάπη και ο θαυμασμός που της είχα. Γνωρίζαμε κι οι δύο πως τα πιο σημαντικά είναι ανάμεσα στις λέξεις, ανάμεσα στα πλάνα, σε αυτά που δεν λέγονται. Αυτό δεν είναι και η ουσία της ποίησης;

Στην αρχή η Λίνα δεν μιλούσε για τους στίχους που έγραφε. Όταν το κατάλαβα ήθελα να τη γνωρίσω σε δύο στενούς μου φίλους, τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Μάνο Λοΐζο. Σήμερα σκέφτομαι πως καλύτερα που δεν έγιναν τότε αυτές οι γνωριμίες γιατί ο μεν Σαββόπουλος έγραφε πάντα ο ίδιος τους στίχους των τραγουδιών του, εκτός από μια-δυο εξαιρέσεις, ο δε Λοίζος συνεργαζόταν τότε με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τον Μανώλη Ρασούλη γράφοντας τις γνωστές μεγάλες επιτυχίες. Φαντάζομαι πως για τον αξέχαστο Μάνο οι στίχοι της Λίνας θα έπεφταν σαν βόμβες από άλλο κόσμο όχι πολύ συμβατοί με τη λογική και την αισθητική του. Ένιωθες τότε πως η Λίνα ξεκινούσε από την αρχή. Δεν θύμιζε τίποτα, δεν στηρίχθηκε σε κανέναν ήδη διαμορφωμένο δρόμο. Η ίδια καθόριζε την πορεία της.

Η συνάντηση με τον Σταμάτη Κραουνάκη και η κοινή τους πορεία έγινε ευτυχώς στην αφετηρία και των δύο. Ο ένας γεννούσε τον άλλον και αντιστρόφως. Αυτές οι συναντήσεις στο ξεκίνημα εμπεριέχουν το πρώτο φως του κόσμου, το παρθενικό βλέμμα στα πρόσωπα και τα πράγματα. Εκ των υστέρων απεδείχθη πως η Λίνα επρόκειτο να γίνει μία σπουδαία προσωπικότητα του ελληνικού τραγουδιού. Και άλλον όμως δρόμο αν ακολουθούσε θα ήταν πάντα για εμάς η αγαπημένη μας Λίνα, με τη μεγάλη ευαισθησία και την ανθρωπιά.

Λάκης Παπαστάθης

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Κώστας Φασουλάς: Ο Οδοιπόρος Μάνος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης







Ο Οδοιπόρος Μάνος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης



του Κώστα Φασουλά



O Μάνος, ο αγαπημένος μου Μάνος, αυτός ο Αλκιβιάδης με την γοητεία του αινίγματος στα μάτια, είναι το «Σύννεφο με παντελόνια» που κάποτε φαντάστηκε ο Μαγιακοφσκι. Στις επίγειες διαδρομές του μεταφέρει όλες σχεδόν τις ουράνιες συνήθειες του…

Γαλήνιος, εκρηκτικός, φωτεινός, συννεφιασμένος, βροχερός, ηλιοσταλαχτος. Μπαίνει στο αυτοκίνητο. Καθαρός πάντα σαν απάτητο χιόνι. Μετά, το «Γεια σου Κώστα, χαίρομαι που σε ξαναβλέπω», ακολουθει μια μακρόσυρτη σιωπή. Τη σέβομαι. Σκέφτομαι, κάποια λέξη θα ψάχνει. Ποια να’ ναι αραγε; Μπαίνω κι εγώ στην αναζήτηση... «Βλέπεις Μάνο μου»,- εδώ σπάω τη σιωπη, προκαλώντας λέξεις και εικόνες- «τα δέντρα, οι άνθρωποι, η παράξενη ησυχία της πόλης, το κορίτσι που μόλις πέρασε κάπως λυπημένο, φαντάσου να ζούσε στις μέρες μας ο Παπαδιαμάντης» και άλλα τέτοια, δε φαίνονται να τον συναρπάζουν, ούτε να μαρτυρούν τη λύση της παράξενης σιωπής του. Περιμένω. Σωπαίνω κι εγώ με τη σειρά μου. «Ξέρεις θα πάμε σε εκείνο το γωνιακό». Μου λέει. «Α! ξέρω» του απαντώ. «Εκεί που το παιδί που μας σερβίρει, γνωρίζει ότι εσύ θέλεις δυο παγάκια στο ουίσκι, ενώ εγώ θέλω τέσσερα». Εκεί ακριβώς, μου απαντά. Καθόμαστε. Με τις άκρες των δακτύλων του ζυγιάζει το ωραίο του καπέλο. Ανάβει τσιγάρο. Το σύνορο του καπνού, το έχει ορίσει από καιρό. Το πολύ μέχρι τη ρίζα της γλώσσας. Το σβήνει νωρίς. Είναι η στιγμή που ομοιοκαταληκτεί με την ανάγκη του να ρουφήξει τον καπνό ως τα έγκατα της ψυχής του.

Παρατηρώ τις κινήσεις του. Τα χέρια του. Όταν θέλουν κάτι να δείξουν. Τα μάτια του. Καθώς αυτά διορθώνουν ό,τι ενοχλεί την αισθητική του. Τα λόγια του. Τα μετρημένα και τα αμέτρητα, με τις λέξεις να λιποθυμούν, όταν θυμάται.

Πάει καιρός, που σκέπτομαι να τινάξω στον αέρα την αγάπη μου γι΄αυτόν. Πόσο ακόμη να κρατήσει εκείνο το μυστήριο της πιο βαθιάς του αλήθειας; Μάνο, θα μας πεις;

Πες μας επιτέλους, ομολόγησε μας, με ποιους ανέμους συνωμοτείς, σε ποια παλιά λεωφορεία μοιράζεις τσάμπα εισιτήρια στους επιβάτες, σε ποιες παλιές φωτογραφίες, είσαι εσύ ο ίδιος, ο θειος, ο πατέρας, ο αδερφός, ο μετανάστης κι ολο μας ξεγελάς και μας συστήνεσαι ως φωτογράφος. Πες μας για τη μικρή καρφίτσα, στο παλτό της συριανής θεατρίνας, την καρφίτσα που μάτωσε το παιδικό σου γόνατο, όταν αυτή σε πηρε αγκαλιά τη νύχτα του μεγάλου πυρετού.

Πες μας για τις μεταμεσονύκτιες επισκέψεις σου στα ναυπηγεία της Ερμούπολης, για τις στιγμές εκείνες που τρυπώνεις στα γραφεία των ναυπηγών, προσθέτοντας παράθυρα στα υπό κατασκευή πλοία.

Πες μας ότι πειράζεις τα ταξίμετρα και προσθέτεις σε αυτά την επιγραφή «η κούρσα είναι δωρεάν», όταν οι επιβαίνοντες στο ταξί δίνουν τυχαίες διευθύνσεις, ξεγελώντας τον εαυτό τους ότι κάπου έχουν σπίτι…

Πες μας ότι χρόνια τώρα φιλοξενείς το μεθυσμένο κορίτσι που μοιράζει μολύβια στην είσοδο της πολυκατοικίας σου. Πες μας . Να δω τον στίχο σου εκείνο τον παλιό, να του γυρνούν ανάποδα οι λέξεις. Για ποιον στίχο λέω; Γι αυτόν εδώ:

« Μα ποιος πονάει για όλα αυτά
και ποιος γι’ αυτά θα κλάψει
ποιος θα μιλήσει στο Θεό
και ποιος θα του τα γράψει».






Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Ο Γιώργης Χριστοδούλου για τον δίσκο "Δέκα και μία νύχτες" της Αρλέτας





Ο Γιώργης Χριστοδούλου για το «Δέκα και μία νύχτες» της Αρλέτας



Από τις έντεκα νύχτες ήμουν στις δέκα - υποχρέωσα τη γιαγιά μου και τον παππού μου να με πηγαίνουνε κάθε βράδυ. Δεν είχε όλες τις βραδιές πολύ κόσμο, γιατί ήταν δέκα συνεχόμενες. Αλλά ήταν όλες μαγικές.


Θυμάμαι ότι η αφίσα στον δρόμο ήταν αυτή που έχει μέσα το πρόγραμμα - η φωτογραφία της Αρλέτας με ένα κολάζ. Στο πάνω μέρος της αφίσας είχε έναν ήλιο, ένα αυτοκόλλητο που έλεγε «Πυρηνική ενέργεια; Όχι ευχαριστώ». Και ήταν το πρώτο live που θυμάμαι στη ζωή μου που είχε διπλή αφίσα. Δηλαδή, η Αρλέτα είχε φτιάξει μια αφίσα που έδειχνε εκείνη και άλλη μία που έλεγε «Αρλέτα - Δέκα νύχτες» και είχε με μεγάλα γράμματα μόνο τους μουσικούς. Αυτό τότε, τον χειμώνα του 1987-88, κανείς δεν το έκανε. Η Αρλέτα είχε φτιάξει μια διπλή αφίσα και η δεύτερη αφίσα ήταν αφιερωμένη μόνο στους μουσικούς της.



 




Επίσης, συναυλίες σε θέατρο δε γίνονταν εκείνη την εποχή· η Αρλέτα, όμως, γράφει στο πρόγραμμα: «Πάντα ονειρευόμουνα να τραγουδώ σ’ ένα θέατρο». Κάποια αποσπάσματα από το Περοκέ υπάρχουν στο YouTube από την εκπομπή της Ρηνιώς Παπανικόλα, όμως δε βγαίνει όλη η τρέλα που υπήρχε στο live. Όλο αυτό ξέφευγε κάποια στιγμή, θυμάμαι ότι υπήρχε μια τρομερή ελευθερία. Ήταν στημένο ωραία, ήταν μαγικό, γιατί η Αρλέτα ήταν στα καλύτερά της φωνητικά, σε τρομερή φόρμα, έλεγε τραγούδια πολύ δύσκολα. Και όλο το σχήμα είχε μια τζαζ χροιά.


Του Βαλεντίν του είχε δώσει τόσο πολύ χώρο η Αρλέτα που θυμάμαι μια βραδιά - όπου είχε ξεφύγει τελείως το πράγμα με τους αυτοσχεδιασμούς - να είναι με πλάτη στη σκηνή πάνω στα σανίδια, με τα πόδια ψηλά, και να παίζει βιολί ανάποδα. Θυμάμαι, επίσης, ένα βράδυ που ανέβηκε πάνω στη σκηνή κάποιος από το θέατρο και είπε ότι είχε πάρει τηλέφωνο στο θέατρο κάποια κυρία να ζητήσει τον γυναικολόγο της επειδή γεννούσε: «Ο κύριος τάδε να πάρει τηλέφωνο, έρχεται στον κόσμο μια καινούργια ζωή». Και συνεχίζει ο υπεύθυνος του θεάτρου: «Αν είναι κοριτσάκι θα το βγάλουμε Αρλέτα». Και ψιθυρίζει η Αρλέτα, αυτοσαρκαζόμενη, στο μικρόφωνο: «Αχ το καημένο».

 

Γιώργης Χριστοδούλου

Πηγή: Συνέντευξη στον Ηρακλή Οικονόμου, 2019.






Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

Ο Σταμάτης Κραουνάκης για τον Χρήστο Λεοντή









«οι ερωτες κι αν βγουν στην ανεργια

Χαραματα πουλουν στους ναυαγους φιλια»

Εμενα μουφτασε αυτη η φραση

Και οι λεοντικες κιθαρες oι τοσο γνωστες απ τα φοιτητικα μου χρονια

Και η φωνη του Βουτσικακη

Με τη σφραγιδα της λυγμικης ερωτικης ανεπιδοτης απελπισιας

Να ξεκινησω τη μερα.

Ετσι θα ξεκινησω

Αναποδα

Μου ηρθε ενα σι ντι ενος νεωτατου συνθετη

Και ησυχασε την ψυχη κι αμολησαν Οι δακρυγονοι

Για τα απωλεσθεντα

Και κυριως για τα απωλεσθεντα ανεπιδοτα και βασικα αζητητα.

Που ποδοπατηθηκαν απο την λυσσα μια ς ψευδους καταξιωσης..

"Με κοπους θαρθουν οι καλυτερες μερες"

Τα τραγουδια του Λεοντη και του Λεντζου

Ερχονται με δυναμικη απλοτητα

Να αφυπνισουν αυτο το αισθημα..

Κι αυτο το μεταεφηβο αγορι απο την Κρητη

Να ζητησει ετσι πολυ κανονικα

Παλι ενα βημα στην καθημερινοτητα μας.

Απο τα χρονια της εφηβειας μας

Με τη φοιτητικη μας

Λυσσα για κατι καλυτερο.

Στο αμφιθεατρο της Παντειου

108;

Η αιθουσα

Απο απανω απ το χειριστηριο το μεταφραστικο

Να κυτταζω αυτα τα παραξενα

Τις αλλοκοτες κιθαριές, φλογερα φυσαρμονικα

Ρυθμους στα τρια,ελλαδα και νοτια αμερικη

Σολωμο και Ριτσο

Και μετα ακολουθια

Στα υπογεια του Κουν

Και στην Επιδαυρο με την Περιηγητικη

Αχαρνης, μνημειωδεις Βακχες στο Βορειου Ελλαδος

Επιδαυροι ξανα και ξανα

Μεχρι τη μνημειωδη φραση δια στοματος Λαζανη στους Αχαρνης

"Φυγετε απο την πορτα μου παλιολεοντηδες"

Προστατες του Ευθυμιαδη ,μνημειο

Νταριο Φο ισαβελλα τρεις καραβελες.

Κατεβατα Μελοποιημενα

....»σωστο κι αντρικιο ειναι να στεκεσαι στο πλαι του φουκαρα ,που εχει δικιο.»

Ο Μητσιας και η Τανια στο Λορκα

Ολο το ελληνικο θεατρο ποτισμενο απο τους ηχους του

Μ αυτο που οσο κι αν μυριζε επαναστατικοτητα

Απο κατω εβραζε ενας ερωτας Ελληνικος

Ωραιος Παθιαρης Κι Εγωιστης

Για την Ιθαγενεια του.

Αλλα κατ αρχην Ερωτας.

Κι αυτος ο ιδιος ειναι ο αρχιτεκτονας σ αυτα

Τα ομορφα καθαρα καινουργια σπιτια.

Για εποικους που γλυτωσανε να γινει αποικια το μεσα τους.

Μνημες

Μετα να παλευουμε με τις νοτες του στο πολιτιστικο ...

Να παιξουμε την Καταχνια.

Αποφασισμενα τραγουδια στην Εποχη της απολυτης αναισθησιας και των φανερων μαχαιριων.

Υπεροχα τραγουδια με τρεις φωνες

Καθαρες αφαγωτες ,με αρθρωση ,με ηχεια ,με επιγνωση.

Κυλα το σιντι στις ραγες αυτης της καθημερινοτητας και μοιραζει ιαματα.

"Ειχα καποτε κι εγω πατριδα

Μια αγαπη κι ομορφη ζωη"

Απλοι στιχοι του ποιητη Δημητρη Λεντζου

Με τη βεβαιοτητα του αγωνισματος που επιασε τοπο

Μεσα μας

Με ολες τις ηττες ανθισμενες

Μικρα φυτα στη γλαστρα στο παραθυρο μιας κουζινας

Που δεν επαψε ποτε να μαγειρευει

Αυτο το φαγητο που ηξερε απο Γενια σε γενια

Με τα οργανα του πρωταρχικου αισθηματος.

Τραγουδια.

Και ουπς ξαφνικα ο Συνθετης αγρυπνα στο νουμερο 7

Το κρυμμενο αριστουργημα

Γραμμενο απο το προ Χριστου

Απλως το αναγνωσε ο συνθετης απο τον βαθυ αυτον εαυτο και το ανεσυρε και το φωτισε

Και εβαλε στιχο ο Λεντζος

Αυτον τον παιανα πρεπει να μαθουν να τον παιζουν

Ολα τα παιδια της ελλαδας που θα γεννηθει μεσα απο την προσευχη

Μετα την καταστροφη...

Ανασταση

Σας συνιστω το νουμερο 7 σε ρηπλευ μεχρι να σηκωθουν οι χοροι των θυμων σας και να κατηφορισουν τα κλιμακοστασια της περιβαλουσας χυδαιοτητας

"Καπετανιε Ποσειδωνα"

Ολα τα λενε οι Δημιουργοι

Δεν ηρθα να φορτωσω καλα λογια

Δεν τα χρειαζεται αυτα,η Ιστορια αυτων των Πατριωτων .εν ταξει.

Παρτε αυτα τα τραγουδια και βαλτε στη διαπασων

Για να θρυψαλλιαστει

Καθε ανετοιμο ανεραστο υπερφιαλο

Που καμωνεται το ψαγμενο,

Το μοντερνο, το κατι ηρθα να σας πω κι εγω..

Ερωτικο σι ντι

Βαθυτατα ερωτικο

Και εφηβο

Με τα υλικα της γνωσης αλλα και με την τολμη μιας

Ζωης που θ αντεξει να ξαναπλασει

Τον εαυτο της απο το τιποτα.

Και παλι οι κιθαρες

Βασικος μοχλος του συνθετη Λεοντη

Παντα τις κενταγε με τεχνη

Εδω με τη φυσικη απλοτητα της τεχνης του τραγουδιου

Συνοδευουν αισθηματα ,παροχες δωρεαν ρευματος,

Καλλικελαδα ακουσματα απο τρυφερα εγκατα

"Γραφουμε την Ιστορια μα δεν εχουμε καιρο"

Γιναμε μουσαφιραιοι μες στον τοπο μας

Δεν τελειωσαμε ακομα

Οσα λογια και να πει κανεις

Το σιντι στο ρηπλευ

Μεχρι ν αλλαξει το αιμα στις φλεβες

Τραγουδια αξια τραγουδια μεστα

Ελληνικα

Χωρις να ποζαρουν

Θυμωμενα χωρις να ουρλιαζουν

Μ ενα μαθετε ν ακουτε

Τρεις υμνωδοι νεωτατοι

Ανελαβαν

Το ρολο του αβροτονον

Το αβροτονον ειναι η φωνη που διαλεγαν οι αρχαιοι

Να προπορευεται των πολεμιστων για να τους εμψυχωνει

Εδω αυτος ο ηλιος αυτη η φλογα του Λεοντη και του Λεντζου

Ερχεται να ξαναβαλει το τραγουδι στη θεση του.

Και ειμαι απολυτα σιγουρος οτι σιωπηλα κι αθορυβα χωρις πιαρατζουδες αμορφωτες και χωρις την στηριξη κανενος επιχορηγουμενου απο ανθρωπινο αιμα συστηματος...

Αυτα τα τραγουδια θα βγουν στη γυρα και θα λιανισουνε

Κυριως γιατι αυτο που θυμιζουνε ειναι ποιοι θαπρεπε ναμαστε

Και οχι ποιοι γιναμε απ το δε βαριεσαι

Τι σημασια εχει ενα ασπρο πουκαμισο

Και ενα φιλι με διαρκεια που ακυρωνει το θανατο.

Καλη ψαρια θα πω

Κι εβιβα και στον αγωνιστη Μετρονομο

Με το καλο απο εδω τη σφιγγα

Να γινουνε δακες πολλες

Δαγκωματα Δαγκωματα

Πολυ ευχαριστω που με διαλεξατε να πω αυτα τα δικα μου.

"Πεταλουδα η ψυχη στο στομα"

Σας αγαπαω απο παντα και για παντα σαν τρελλος ακομα.

"Στ αγρια κυματα δως μου το χερι"

Χαραξε...


ΥΓ οταν γραφτηκανε αυτα τα λογια. Δεν ειχα δει ζωντανα στη σκηνη τον ερμηνευτη Αλεξανδρο Τσιωνα. Καπετανιος Κυρηκας. Θα μας απασχολησει.

Στην Εκπομπη τραγουδαω το Ασπρο μου Ροδο που το λατρευω.

Κι ενα ντουετο απο τον Πλουτο, με τον Τσιωνά, που επισης αγαπω πολυ.

Χρηστο μου

Δικο σου το μοναστηρακι σημερα.

Σ αγαπω


ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ







Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Η Δέσποινα Ραφαήλ για τον Μιχάλη Μπουρμπούλη









«Μου έδωσε την απάντηση…»

 

Η Δέσποινα Ραφαήλ για τον Μιχάλη Μπουρμπούλη

 



(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τεύχος 73-74, Απρίλιος-Ιούνιος 2020).



Κάθε φορά που μου ζητείται να μιλήσω για κάποιον τόσο σημαντικό δημιουργό, όπως είναι ο ποιητής-στιχουργός Μιχάλης Μπουρμπούλης, περιέρχομαι σε μία κατάσταση ιδιαίτερης αμηχανίαςˑ κι αυτό συμβαίνει, επειδή είναι πολύ δύσκολο να μετουσιώσεις σε λόγο το θαυμασμό που αισθάνεσαι για το πνεύμα και το έργο ορισμένων ανθρώπων. Παρ' όλα αυτά, θα προσπαθήσω να εκφραστώ με έναν -όσο γίνεται- πιο απλό τρόπο.

 

Είχα την τύχη να γνωρίσω προσωπικά τον Μιχάλη Μπουρμπούλη το 2016, στην παρουσίαση του δίσκου  «Βήματα ειν’ η ζωή μας», τον οποίον κυκλοφόρησε τότε σε συνεργασία με τον συνθέτη Τάσο Ζαφειρίου και στον οποίον συμμετείχα κι εγώ με δύο τραγούδια- όχι σε δικούς του στίχους- αλλά σε στίχους δύο χαρισματικών μαθητριών του: της Αμαλίας Μπορτζοβίτου και της Ελένης Νανοπούλου. Θυμάμαι όταν τον πλησίασα και του έσφιξα το χέρι: «Χαίρομαι τόσο πολύ που σας γνωρίζω κύριε Μπουρμπούλη», του λέω. Εκείνος χαμογελαστός μου απαντά: «Κι εγώ. Έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου. Μη σταματήσεις. Και πάντα να έχεις εκφραστικότητα στα τραγούδια. Να τα ερμηνεύεις, όχι απλώς να τα λες».

 



 


Το 2016, βέβαια, τον συνάντησα· ένα χρόνο νωρίτερα όμως, το 2015, το οποίο ήταν και έτος εισαγωγής μου στο χώρο της μουσικής, είχα ήδη τραγουδήσει στίχους του σε ένα τραγούδι αφιερωμένο στο Σταύρο Κουγιουμτζή, το Γαλάζιο Σύννεφο. Τη μουσική είχε γράψει ο πρώτος συνθέτης που γνώρισα και που πρώτος με έφερε σε επαφή με το Μιχάλη Μπουρμπούληˑ ο εξαιρετικός Νικήτας Βοστάνης. Η ηχογράφηση του Γαλάζιου Σύννεφου από τη φωνή μου, λοιπόν, ήταν για μένα η παρθενική μου, επαγγελματική ηχογράφηση σε στούντιο, ενώ για το ίδιο το τραγούδι ήταν η πρώτη, ανέκδοτή του εκτέλεση, καθώς αργότερα αυτό κυκλοφόρησε επίσημα με τη φωνή του Παντελή Θαλασσινού στο δίσκο των Βοστάνη-Μπουρμπούλη Δε νικιέται ο ήλιος, του 2019Στον συγκεκριμένο δίσκο είχα τελικά την ευτυχία να συμμετέχω κι εγώ επισήμως, ανάμεσα σε σπουδαίους και καταξιωμένους ερμηνευτές, με το τραγούδι Μάνα μου η γη.


Η ουσιαστική μου γνωριμία με τον ποιητή και κατόπιν η συνεργασία μου συνέβη πράγματι τότε και όπως ανέφερα παραπάνω. Τον ήξερα όμως πολύ νωρίτερα. Τον ήξερα και πριν μάθω καν το όνομά του. Βρισκόταν μέσα στο σπίτι μας, μέσα στη δισκοθήκη μας, την οποία ο πατέρας μου φρόντιζε να διευρύνει συνεχώς και να την κάνει πλουσιότερη. Έτσι συμβαίνει άλλωστε με όλους τους δημιουργούς - είτε είναι συνθέτες είτε ποιητές και στιχουργοί - οι οποίοι αφήνουν με το έργο τους  παρακαταθήκη για τους συγχρόνους τους, αλλά και για τις επόμενες γενιές. Μέσα από τα τραγούδια, τους μαθαίνουμε. Αυτοί αποτελούν τους καλύτερους εκφραστές των συναισθημάτων μας, των καλών ή των κακών καταστάσεων που ζούμε, των καθημερινών δυσκολιών μας, των κόπων μας. Μιλούν αυτοί αντί για εμάς· βρίσκουν πάντοτε τον τρόπο να πουν τα ανείπωτα. Γι' αυτό και τους αισθανόμαστε δικούς μας ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν τους έχουμε συναντήσει ποτέ στην πραγματικότητα.

 

Ως έφηβη θυμάμαι συχνά τον εαυτό μου να ακούει τραγούδια, όπως το Μην κλαις, το Θα 'ταν δώδεκα του Μάρτη, το Περαστικός κι αμίλητος, το Θα με δικάσει και να συγκινείται. Θυμάμαι, επίσης χαρακτηριστικά το στίχο που μου είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, καθώς ακούγαμε στο σπίτι το Θα με δικάσει: «...και στην Αγιάσο σε μιαν έρμη εκκλησιά / ζωγράφισε ο Θεόφιλος με αίμα / το χάρο να φοράει θαλασσιά». Τότε γυρίζω και λέω στον πατέρα μου με τόση αφέλεια: «Τι στίχος… Ποιος το έχει γράψει; Μα πώς το σκέφτηκε αυτό;». Μου απαντά: «Ο Μιχάλης Μπουρμπούλης, παιδί μου». Έτσι τον έμαθα και ψάχνοντας αργότερα περαιτέρω πληροφορίες, ανακάλυψα με μεγάλη έκπληξη, πόσα τραγούδια είχα ακούσει και γνώριζα, των οποίων οι στίχοι ήταν δικοί του.

 





Ασφαλώς, μου ήταν αδύνατο να φανταστώ ότι στο εγγύς μέλλον θα ασχολούμουν επαγγελματικά με το τραγούδι και ότι θα μου δινόταν η ευκαιρία να ερμηνεύσω στίχους του. Η ευκαιρία αυτή ήταν για μένα ευλογία, αλλά και μία μεγάλη πρόκληση. Αναρωτήθηκα πώς, εγώ, μία άπειρη ακόμα τραγουδίστρια και τόσο νέα σε ηλικία, θα μπορούσα να προσεγγίσω και να αποκωδικοποιήσω με την ερμηνεία μου τη σκέψη του. Προβληματίστηκα. Προσπάθησα να τηρήσω τη συμβουλή που μου είχε δώσει: να είμαι εκφραστική, να λέω το στίχο, να πείθω εκείνον που τον ακούει. Επεξεργάστηκα αρκετά τα λόγια αυτά μέσα στο μυαλό μου και τελικά συνειδητοποίησα ότι ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις τον ακροατή να πιστέψει αυτό που του τραγουδάς είναι να το πιστέψεις πρώτα εσύ ο ίδιος. Όταν, λοιπόν, το κατανοήσεις και το πιστέψεις, τότε η ερμηνεία βγαίνει αβίαστα. Η απλότητα και η αμεσότητα είναι αυτές που μπορούν να επιφέρουν ένα αποτέλεσμα με δυναμική και να προκαλέσουν μεγαλύτερη συγκίνηση από εκείνη που προκαλούν η υπερβολή και τα ακραία, συναισθηματικά τσακίσματα της φωνής. Άλλωστε ο στίχος: «Αν η πατρίδα σου χαθεί, ψάξε και βρες μιαν άλλη», είναι ένας στίχος πυκνός σε νόημα, αλλά απλός σε λεκτική πραγμάτωση. Πώς θα μπορούσε, επομένως, να προβληθεί η νοηματική πυκνότητα και η ουσία του από τον ερμηνευτή; Μα φυσικά μέσα από ένα απλό, δωρικό τραγούδισμα. Αυτή, τουλάχιστον, ήταν η προσωπική μου διαπίστωση και προσέγγιση.

 

Δε νιώθω, συνεπώς, τυχερή και δεν ευχαριστώ το Μιχάλη Μπουρμπούλη, μόνο για το γεγονός ότι μου εμπιστεύθηκε στίχους του, αλλά επιπλέον τον ευχαριστώ γιατί μου έδωσε ένα κίνητρο παραπάνω να αναλύω πρώτα μέσα μου αυτό που πρόκειται κάθε φορά να ερμηνεύσω. Μου έδωσε την απάντηση στο πώς οφείλει να σκέφτεται ένας τραγουδιστής και για ποιους σκοπούς τραγουδάει. Σίγουρα, για έναν καλλιτέχνη που βρίσκεται στο ξεκίνημά του δεν υπάρχει καλύτερη ώθηση και μεγαλύτερο δώρο από τις συμβουλές ενός σπουδαίου δημιουργού που σφράγισε μία εποχή και που πρόκειται να σφραγίσει πολλές ακόμη με το διαχρονικό έργο του. Του εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να είναι γερός και να συνεχίζει να μας χαρίζει το φως της έμπνευσής του.

 

Δέσποινα Ραφαήλ





Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

Κώστας Θωμαΐδης: "Μαέστρο μου"



Μαέστρο μου 

Ένας χρόνος από τότε που έφυγες 

Ένας χρόνος που συνομιλούμε μέσα από το βαθύ χάραγμα σου στη ζωή μας...Οι μουσικές, τα έργα σου, οι μνήμες, αναλλοίωτες . Όλες οι στιγμές εδώ παιδεύουν γλυκά. 

20 χρονών παιδί ήμουν όταν σε γνώρισα. Κι αν ο Καββαδίας μας δίδαξε να ονειρευόμαστε, εσύ μου δίδαξες όσα δε φανταζόμουν και στο καλύτερο μου όνειρο. 

Ένας χρόνος, ατέλειωτες οι μνήμες! Τιμή και τύχη να είμαστε συνοδοιπόροι στο ταξίδι της μουσικής. Τι να πρωτοθυμηθώ; «Τον Γέρο της Αλεξάνδρειας» του Καβάφη, τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» και την «Καντάτα για την Μακρόνησο» του Γιάννη Ρίτσου; Το «Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία» του Νίκου Καββαδία, την ποίηση του Αναγνωστάκη, του Λιοντάκη, του Παπαγεωργίου του Αλκαίου; Τις Βρυξέλλες του Henri Ronse, το Φεστιβάλ της Πάτρας; Πόσα ακόμη!

Ένας χρόνος και σε θυμάμαι πάντα δίπλα μου! Τη χαρά σου σε κάθε προσωπική μου επιτυχία, το κάθε βήμα μου στη μουσική. 

Ένας χρόνος και αναπολώ την αγκαλιά που άνοιξες για όλους μας και μας έκανες οικογένεια. Τις πόρτες που άνοιξες σπίτι σου για να συναντιόμαστε ξανά και ξανά με φαγητό, κόκκινο κρασί, χορό, τραγούδια. 

Ένας χρόνος μακριά μαέστρο μου και προσπαθώ να αναπλάσω την υποβλητική σου παρουσία στις συναυλίες μας. Από την πιο μικρή μέχρι την πιο μεγάλη, από το πιο απλό τραγούδι μέχρι το πιο σύνθετο έργο, το πάθος σου γινόταν και δικό μας. Αναζητούσες πάντα τον καλύτερό μας εαυτό και εμείς τον βρίσκαμε. 

Ένας χρόνος μακριά μαέστρο μου κι οι τελευταίες μας συναυλίες χαράχτηκαν στη μνήμη για όλη μου τη ζωή. «Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία» Μάιος του ’19 στο Μέγαρο Μουσικής κι έναν μήνα μετά στο Ηρώδειο. Δε σ’ έχω ξαναδεί έτσι πάνω στη σκηνή. Πετούσες! Το πάθος η έντασή σου, η αγάπη που σου έδειξε το κοινό, το παρατεταμένο του χειροκρότημα… Δεν πιστεύω ότι κάποιος από μας πάτησε στη γη εκείνη την ημέρα. 

Μας παρέσυρες σε μοναδική αιώρηση. 

Ένας χρόνος χωρίς εσένα και σε ψάχνω στο έργο σου, στο αρχείο σου, στ’ ανέκδοτα ακόμα τραγούδια σου, στις μνήμες. Συνομιλώ μαζί σου. Δεν ξέρω αν κατορθώνω πάντοτε αυτήν την επαφή όμως προσπαθώ και θα προσπαθώ σαν καλός σου μαθητής. 

Ένας χρόνος χωρίς εσένα και οι λέξεις πάντα θα ‘ναι μικρές για να σε χωρέσουν. 

Ένας χρόνος και ένα μεγάλο ευχαριστώ. 

Μόνο αυτό. 

Κώστας Θωμαΐδης 
28.12.2020 



(από το κανάλι του Μάνου Ορφανουδάκη στο YouTube)


Μάρω Δούκα: "Αστείρευτος ο Θάνος..."

 



Σαν σήμερα, πριν από έναν χρόνο, θα μας αφήσει ο Θάνος.

Τον θυμάμαι γαλήνιο σαν να είχε επιτέλους ελευθερωθεί από την ανάγκη και την ευθύνη του να μας παρηγορήσει.

Ακροβάτης ο Θάνος, χορευτής, τολμηρός στις επιλογές του, ισόβιος ακόλουθος της εφηβείας και της ευφυίας του. Αναγνώστης και λάτρης της ποίησης, ικανός να εντοπίσει και να ανασύρει το νόημα, την ουσία των λέξεων, να απελευθερώσει τη μαγεία τους, να εμπνευστεί απ’ αυτές, να τις διαποτίσει με τη μελωδία της μουσικής του και να τις ανυψώσει.

Αποφασισμένος ο Θάνος. Υπηρέτης και αφέντης. Κωπηλάτης, καπετάνιος, αλλά και παραδομένος, έκθαμβος και αναζητητής, πηγαίος και στοχαστικός, στην απεραντοσύνη της μουσικής του, στη ζωή που δεν αστειεύεται ούτε και χαρίζεται. Δάσκαλος και μαθητής. Με την απορία, τον θαυμασμό αλλά και το παράπονο. Λαχταρούσε τη ζωή ο Θάνος, ζούσε για να δημιουργεί, να προσφέρει, να αγαπάει, να απολαμβάνει. Κι ας μας αποχαιρέτησε με τον γενναίο τρόπο του, αφήνοντας δεκαετιών δουλειά για τους μελετητές του, είχε πολλά ακόμη να δώσει. Πέρα από την καθοριστική συμβολή του στο έντεχνο τραγούδι με τις κορυφαίες συνθέσεις του, πέρα από τα αγαπημένα, τα μοναδικά τραγούδια του, τα ερωτικά, τα επαναστατικά, τα πολιτικά, τα θεατρικά, τα παιδικά — είναι και ο κλασικός Θάνος Μικρούτσικος, ο μουσουργός κατά μήκος όλου του χρόνου.
Αστείρευτος ο Θάνος, ακάματος, αφοσιωμένος στη δουλειά του, αλλά και σαν παιδί ενδοτικός, λαίμαργος στη χαρά, στην ομορφιά, με τη βαθιά, ανομολόγητη λύπη του, με τη μελαγχολία και την ταραχή του, το ξάφνιασμα στα μάτια του, το ανικανοποίητο αλλά και το δοξαστικά χορτασμένο βλέμμα του. Ο Θάνος Μικρούτσικος, ο μαρξιστής, ο κομμουνιστής, ο παθιασμένος, αλλά και ο στέρεος, ο μετρημένος, ο σαφής, ο γενναιόδωρος. Με το πούρο, το γέλιο, το χιούμορ, το σπίθισμα στο μάτι του, το πονηρό μειδίαμά του.
Για την αγαπημένη του Μαρία, τα τέσσερα παιδιά και τα τρία εγγόνια του, για τους στενούς φίλους και τους αγαπημένους συνεργάτες του η απουσία-παρουσία του Θάνου, εδώ κι ένα χρόνο, μετρήθηκε και θα μετριέται πάντα αλλιώς. Για τις χιλιάδες όμως των συνοδοιπόρων του, των νέων που ενηλικιώθηκαν με τα τραγούδια, τις μουσικές και τα λόγια του θα είναι σαν να μην έφυγε ποτέ, πάντα παρών στα θέατρα, στον Σταυρό του Νότου, στη Σφεντόνα, στο Μέγαρο Μουσικής, στους δρόμους και τις πλατείες να μας προτρέπει όλους και τον καθένα χωριστά: Στην Ομίχλη των καιρών / ψάχνε σαν τον ιχνηλάτη/ πανταχού είναι παρών /Ο παλιός των ημερών…

Μάρω Δούκα

Βασίλης Παπαστεργίου: Ο γείτονάς μου Θάνος Μικρούτσικος





Ο γείτονάς μου Θάνος Μικρούτσικος

(Με αφορμή τον ένα χρόνο από τον θάνατό του)


του Βασίλη Παπαστεργίου


Όταν ήμουν φοιτητής έμενα σε ένα διαμέρισμα στο Κολωνάκι, κοντά στον περιφερειακό του Λυκαβηττού. Μια μέρα βγαίνοντας στο μπαλκόνι μου, είδα στο μπαλκόνι του απέναντι διαμερίσματος, που ήταν ξενοίκιαστο κάποιον καιρό, μια γνώριμη φιγούρα. Ο Θάνος Μικρούτσικος με ένα μακό μαύρο μπλουζάκι, μου χαμογελούσε. Ο δρόμος που μας χώριζε ήταν σχετικά στενός. Ήταν άνοιξη του 1992.

Εγώ είχα μείνει πολύ πίσω στη σχολή και προσπαθούσα αγωνιωδώς να καλύψω το χαμένο έδαφος. Είχα κόψει τα πολλά έξω και διάβαζα με τις ώρες στο σπίτι ή στο αναγνωστήριο της Ιπποκράτους, όπου βέβαια οι περισπάσεις ήταν πολύ περισσότερες.

Από την ημέρα που ο Μικρούτσικος εγκαταστάθηκε απέναντι, το διαμέρισμά μου γέμισε ζωντανή μουσική. Ο καιρός ήταν καλός, σχεδόν πάντα είναι καλός ο καιρός στην Αθήνα, και τα παράθυρα ανοιχτά. Ο Μικρούτσικος έπαιζε πιάνο με τις ώρες και δοκίμαζε τραγούδια. Ήταν νέα τραγούδια και τα έπαιζε ξανά και ξανά. Σύντομα έμαθα απέξω το Ανεμολόγιο, τον Βελζεβούλ, το Χαίρε Φτώχεια, το Προσπέκτους. Το τελευταίο το έπαιζε και το τραγουδούσε με τρομερό πάθος. Έμαθα τα τραγούδια αυτά με την φωνή του Μικρούτσικου, παρακολούθησα τις αλλαγές που έκανε στη μελωδία και στους στίχους. (Ας πούμε, ο Βελζεβούλ είχε αρκετά διαφορετικούς στίχους αρχικά).

Όταν τελικά ο δίσκος κυκλοφόρησε, νομίζω το φθινόπωρο, με τον τίτλο "Συγγνώμη για την Άμυνα" παραξενεύτηκα λίγο όταν άκουσα τα τραγούδια αυτά από τον Νταλάρα, που νομίζω ότι δεν πρέπει να ήρθε και να τραγούδησε ποτέ στο διαμέρισμα της οδού Κλεομένους. (Εδώ να σημειώσω ότι στην απέναντι διαγώνια πολυκατοικία της οδού Κλεομένους έμενε - νομίζω μέχρι τον θάνατό του - ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, που ήταν ένα πολύ ζωντανό και γνώριμο στοιχείο της γειτονιάς, καθώς έμενε εκεί πολλά χρόνια, ενώ κάπου 200 μέτρα από εκεί ήταν το σπίτι της Μελίνας και του Ντασέν).

Ακόμα και σήμερα έχω μια ιδιαίτερη αγάπη για αυτόν τον δίσκο, καθώς νιώθω ότι έχω κρυφά παρακολουθήσει την διαδικασία διαμόρφωσης αυτών των τραγουδιών πριν κυκλοφορήσουν. Πιστεύω όμως ότι και για τον Μικρούτσικο ήταν ένας σημαντικός δίσκος, καθώς έδειχνε να ξεπερνά για τα καλά μια περίοδο καλλιτεχνικής μετριότητας.

Έγραψα πριν "ξανά και ξανά" και το εννοώ. Εγώ ήμουν καρφωμένος στο σπίτι μου μελετώντας για τις εξεταστική του Ιουνίου και του Σεπτεμβρίου και στο απέναντι μπαλκόνι, ο Μικρούτσικος δούλευε εξαντλητικά, με τις ώρες, τα τραγούδια του.

Ο επόμενος χειμώνας πέρασε με τον Μικρούτσικο να κάνει το ίδιο πράγμα. Να μελετά και να παίζει στο πιάνο επίμονα επί πολλές ώρες.

Στο πολιτικό επίπεδο, ζούσαμε την κρίση της κυβερνητικής Νέας Δημοκρατίας,. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κλυδωνιζόταν και τελικά έπεφτε από τον Σαμαρά και τον θρυλικό Συμπιλίδη. Εκλογές.

Μια μέρα διάβασα ότι ο Μικρούτσικος θα έμπαινε σε μη εκλόγιμη θέση στο ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ. Μετά την εκλογική νίκη - ρεβάνς του Παπανδρέου, όταν αρρώστησε η Μελίνα, ο Μικρούτσικος έγινε Υπουργός Πολιτισμού. Ο πρώτος Υπουργός Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ μετά την Μελίνα, που κατείχε αυτό το πόστο συνεχώς κατά την πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ. Όπως είναι γνωστό, ο Παπανδρέου είχε "αναδομήσει" όλους τους άλλους τους υπουργούς του πολλές φορές, αλλά είχε κρατήσει σε όλη την πρώτη οκταετία σταθερή την Μελίνα και δικαίως.

Η εικόνα στον μικρό μας δρόμο άλλαξε άρδην. Η αστυνομία εγκαταστάθηκε νύχτα μέρα στην είσοδο της απέναντι πολυκατοικίας (ΟΚ, λογικό), αλλά και το πιάνο σίγησε. Έβλεπα τον νέο μου γείτονα να φεύγει το πρωί ντυμένος τόσο παράταιρα μέσα σε ένα γκρι κοστούμι. Η Αριστερά τότε άσκησε κριτική στην υπουργοποίηση του Μικρούτσικου, θεωρώντας ότι για αυτήν μεσολάβησε ο Χρήστος Λαμπράκης, με τον οποίο ο Μικρούτσικος τότε διατηρούσε στενές σχέσεις. Συνέδεε την υπουργοποίηση αυτή με τις μεθοδεύσεις που γινόντουσαν για την επέκταση του Μεγάρου Μουσικής και τις χαριστικές ρυθμίσεις που έγιναν τότε επί Παπανδρέου. Για να είμαι ειλικρινής, θεωρώ ακόμα και σήμερα αυτή την κριτική βασικά σωστή. Τότε ήμουν μάλλον πολύ θυμωμένος με τον γείτονά μου και επιστρέφοντας τα βράδια στο σπίτι με ένα παπί της πλάκας που είχα τότε (δίχρονο Γιαμάχα), έλεγα στους αστυνομικούς της απέναντι εισόδου "παιδιά, θα έχετε το νου σας στο παπί, ε";

Καθώς ο γείτονάς μου δοκιμαζόταν στο πεδίο της άσκησης εξουσίας, εγώ πήρα πτυχίο κάνοντας ένα νταμαράζ στις τελευταίες εξεταστικές και ετοιμαζόμουν να πάω φαντάρος. Και ξαφνικά μια μέρα, οι αστυνομικοί εξαφανίστηκαν. Το απέναντι διαμέρισμα είχε αδειάσει, ο γείτονας - υπουργός είχε φύγει προς άγνωστη για εμένα κατεύθυνση.

Ο Μικρούτσικος έμεινε για κάποιο διάστημα υπουργός, ώσπου αποχώρησε, όταν ο Σημίτης διαδέχτηκε τον Ανδρέα. Μουσικά, μετά την αποχώρησή του από την πολιτική, γνώρισε μια δεύτερη περίοδο δημιουργίας και μεγάλης δημοφιλίας με τις συνεργασίες του με τον Μητροπάνο, τον Παπακωνσταντίνου και τον Θηβαίο, ενώ πολιτικά προσέγγισε και πάλι την Αριστερά. Για πολλά χρόνια συμπορεύτηκε με το ΚΚΕ, μετά με τον ΣΥΡΙΖΑ και στο τέλος και πάλι με το ΚΚΕ. Θα θυμάμαι τις πολιτικές του παρεμβάσεις του που έδειχναν μια γερή πολιτική παιδεία και ήταν αρκούντως οριοθετημένες σε σχέση με την τόσο δημοφιλή στην Αριστερά "εθνική" και "πατριωτική" προσέγγιση. Αλλά, κυρίως θέλω να πω ότι αυτός ο άνθρωπος που για δύο χρόνια παρατηρούσα μέσα από την κλειδαρότρυπα της βεράντας του, ήταν ένας παθιασμένος μουσικός, ένας εργάτης της μουσικής, ένας άνθρωπος βαθιά αφοσιωμένος με σχολαστικότητα μυρμηγκιού στην δουλειά του.

Ένας φίλος μου, πολλά χρόνια πριν, έλεγε ότι είναι ο Έλληνας Μότσαρτ, εννοώντας ίσως το ταλέντο του στην μελωδία, αλλά και την κλασική και δυτική παιδεία που ήταν φανερή στη μουσική του.

Ίσως υπερβολικό, αλλά νομίζω - με την απόσταση που μας δίνει ο θάνατος - ότι ήταν πράγματι ένας μείζων συνθέτης. Και το - κυριότερο - νομίζω ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν την ίδια γνώμη. Εξάλλου, τα ίδια τα τραγούδια δεν αφήνουν περιθώριο αμφισβήτησης.

Χαίρε Θάνο, κι ας δεν αλλάξαμε ποτέ ούτε μια κουβέντα.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Κώστας Τζιαγκούλας για τον Γιάννη Σπανό






Το 2003 εμφανιζόμουν στη Μουσική Σκηνή Πλατώ στη Θεσσαλονίκη. Ένα βράδυ γύρω στις 12.30 π.μ. μπήκε στο χώρο ο Γιάννης Σπανός. Το σχήμα απαρτιζόταν από πολλούς τραγουδιστές κι εγώ έπαιζα και κιθάρα σε όλο το πρόγραμμα. Κάποια στιγμή λοιπόν ήρθε ο συνάδελφος, φίλος και επιχειρηματίας του Πλατώ, Δημήτρης Κεχαγιάς, μετά το δικό του στιγμιότυπο και μου λέει «Κωστή δε λες το Σπασμένο καράβι που το λες ωραία να το ακούσει κι ο Γιάννης;» Έτσι έγινε.

 

Μετά το τέλος του προγράμματος ήμουν στο μπαρ και μιλάγαμε με τους συναδέλφους. Περνά λοιπόν ο Γιάννης και χαιρετιόμαστε. Του λέω «κύριε Σπανέ μεγάλη μας τιμή!». Και ο συμπαθέστατος συνθέτης μου απαντά χαμογελώντας «Γιάννη με λένε... Κώστα, δεν ξέρω αλλά κάτι συνέβη με το Σπασμένο καράβι απόψε! Μπράβο σου!».

 

Αυτό ήταν λοιπόν! Ο Γιάννης με έκανε να νιώσω την αλλαγή του κύκλου ζωής έκτοτε. Ο πρώτος σταθμός της συνεργασίας μας ήταν μετά από λίγο στο Πλατώ και το επόμενο καλοκαίρι μετακόμισα στην Αθήνα. Γυρίσαμε όλη την Ελλάδα. Τα ταξίδια ήταν για μένα ευκαιρία να τον γνωρίζω και να μαθαίνω συνεχώς πράγματα για το πώς σκέφτεται και γενικά τη φιλοσοφία ζωής του.

 

Στο πρώτο μου Cd με τίτλο Άσε τη σκέψη εδώ μου εμπιστεύτηκε δύο τραγούδια σε επανεκτέλεση. Το Δεν είσαι έρωτας εσύ (Στίχοι: Μιχάλη Αβατάγγελου) και το Γιατί να 'ρθεις(Στίχοι Ιάκωβου Καμπανέλλη).

 

Επίσης σταθμός στη συνεργασία μας ήταν η μπουάτ Απανεμιά. Ο Γιάννης εκεί ήταν αλλιώς. Το απολάμβανε απόλυτα. Του θύμιζε τις μπουάτ του Παρισιού κι όλο το ρεύμα της τότε εποχής. Παίζαμε κάθε Δευτέρα και μετά ξενυχτούσαμε είτε συζητώντας είτε τραγουδώντας μέχρι το πρωί.





 


Τον χαιρόμουν γιατί ήξερε τι ήθελε από τη ζωή του και είχε πάντα ένα λόγο να συνδέεται και να επικοινωνεί με τους ανθρώπους. Και κυρίως τους απλούς! Γιατί κι ο Γιάννης ήταν απλός και τον θαύμαζα και γι' αυτό.

 

Αυτό που κυρίως εκτιμώ στο έργο του Γιάννη Σπανού είναι ότι οι μελωδίες του έχουν τέτοιο βάθος που αν θέλεις μπορείς να ανακαλύπτεις για πολύ καιρό ως ακροατής και ως ερμηνευτής πτυχές του ψυχισμού σου. Είναι τόσο εμπνευσμένος κι εμπνευστικός που επιδέχεται σπουδή για να είμαι ειλικρινής. Επίσης έχει μελοποιήσει με απόλυτο σεβασμό ποιήματα και στίχους. Το γεγονός βέβαια ότι έχει γράψει τον Ιδανικό κι ανάξιο εραστή, την Αλάνα, το Προσωπικά και το Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο με ξεπερνάει κι αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα-υπόδειγμα ελευθερίας έκφρασης εκ μέρους του. Γιατί έτσι ήταν ο Γιάννης. Ελεύθερος από ταμπέλες.

 

Τα τραγούδια τα προσέγγιζα (χρησιμοποιώ παρατατικό διότι ανακάλυπτα συνεχώς νέες εκδοχές κι εκφάνσεις στις ερμηνείες και αυτό οφειλόταν στο βάθος του έργου του) κυρίως με το ένστικτο της ψυχής μου. Ο Γιάννης έγραφε βιωματικά και δε δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα μιας και υπήρχε ευρύτερη συμπάθεια μεταξύ μας εξ' αρχής, λόγω της ευγένειας και του μεγαλείου ψυχής του, που εξελίχθηκε σε αγάπη μιας και γίναμε οικογένεια από κάποια στιγμή κι έπειτα.

 

Κώστας Τζιαγκούλας