Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Απριλίου 2021

Με αφορμή το ποίημα "Ομνύει"






Ανάλυση Καβαφικής ερωτικής ποίησης, με αφορμή το ποίημα "Ομνύει"



του Γιώργου Κομνηνάκη



Πώς από το καλογυαλισμένο σαλόνι μιας καλογυαλισμένης ζωής clean cut γιάπηδες και φιλόλογοι ανέραστοι πλην με post doc σπουδές θα αναφερθούν στην ερωτική ποίηση του Καβάφη; Σίγουρα με επιχειρήματα παρμένα από συνέδρια, με πλείστες διακειμενικές αναφορές, με τεκμηρίωση στιβαρή. Θα αναφερθούν στο ομοφυλόφιλο του χαρακτήρα ως κάτι ξένο, που δεν το εγκρίνουν (ποιος ρώτησε άραγε; ποιος ζήτησε την άδεια;). Θα μιλήσουν για αποστασιοποιημένη αφήγηση σε πολλά από αυτά, όπου τον λόγο παίρνει κάποιος τρίτος αφηγητής. Θα αναφερθούν στη λειτουργία της μνήμης, εργαλειακά, καθώς αυτή καθορίζει και τροφοδοτεί με υλικό τα ποιήματα, δεν είναι ποιήματα της σύγχρονης με την αφήγηση δράσης, έχουν περιβληθεί την αχλή του παρελθόντος, έχουν εξιδανικευτεί από τη μνήμη, είναι ποιήματα της μνήμης. Θα μιλήσουν για την γλώσσα του, το περίφημο καβαφικό ιδίωμα, όπου συνδυάζονται με τρόπο μοναδικό και αναγνωρίσιμο διαμιάς η δημοτική ως βάση με την καθαρεύουσα, σε ελεύθερο στίχο, σχεδόν πάντα σε ίαμβο, σπανίως κι εν πάση περιπτώσει όχι απαραίτητα ομοιοκατάληκτο, με το πολίτικο ιδίωμα και με τους ιδιωματισμούς της πιάτσας. Θα μιλήσει για το λεξιλόγιο του ποιητή, όπου κρυπτικά ο όρος Αλεξανδρινός είναι συνώνυμος του ομοφυλόφιλου και έχει απολύτως θετική σημασία. Θα αναφέρει ότι διατρέχει την ερωτική καβαφική ποίηση η απόδοση του ομοφυλοφυλικού έρωτα ως φιλίας. Θα μιλήσει για τη λατρεία του ποιητή προς το ωραίο, το όμορφο, το νεανικό, το σφριγηλό.

Ωραία.

«Αν δεν σε βρουν χαράματα, πώς θες ν’ ακούς αηδόνια», είναι η απάντησή μου. Ο Καβάφης βούτηξε, βούτηξε βαθιά. Ηδονιστής στη ζωή του, ένας στίλβων (όπως τον χαρακτήρισε ο Ξενόπουλος), εστέτ, αφέθηκε στα πάθη του. Τον βασάνιζαν. «Αγωνία, αγωνία. Τι βασανιστήρια, υπέφερα. Έπεσα να κοιμηθώ στις 3 το πρωί. Ενέδωσα και πάλι. Φρίκη, φρίκη…» γράφει σε χαρτιά που βρέθηκαν μετά τον θάνατό του.

Αρνούμενος να προδώσω το πνεύμα ανθρώπου που βασανίστηκε από τον πόθο και την ηδονή, δεν θα σαλαμοποιήσω κάποιο ποίημά του. Παίρνοντας αφορμή από το «Ομνύει», θα σταθώ με σεβασμό να αναφέρω ορισμένα στοιχεία

«Ομνύει», ξεκινάει! Θέλει να απαλλαγεί, βάζει τα ιερά και τα όσια μπροστά, κάνει τελετουργία την απόφασή του, δίνει τον τόνο της σκέψης με την πρώτη λέξη. Μαστοριά.

«Κάθε τόσο». Υπόσκαψη. Φανερή η αδυναμία. Δεν αρκεί το μια κι έξω. Δεν τηρεί την υπόσχεση. Υποκύπτει στην αδυναμία του. Και ξαναομνύει. Πάλι. Παλεύει να γλιτώσει.

«Όταν έρθει η νύχτα». Οι κόσμοι χωρίζονται σε δύο: εκείνον της ημέρας και εκείνον της νύχτας. Το φως αμυδρό ή ανύπαρκτο τη νύχτα, οι κανόνες διαφορετικοί, τα σώματα ζητάνε τα δίκια τους, η λογική υποχωρεί, το πάθος, ο πόθος για ένωση και οι ορμόνες θριαμβεύουν. Ένας αρχέγονος πολιτισμός ξυπνάει και παραμερίζει τα γλυκά παιδιά του Διαφωτισμού.

Νύχτα, με δικές της συμβουλές, συμβιβασμούς και υποσχέσεις. Λέξεις μαχαίρια. Τα νομίσματα της ημέρας δεν εξαργυρώνονται απαραίτητα στα μεταμεσονύκτια ή εωθινά ανταλλακτήρια.

«Αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα με την δική της δύναμη» : Η νύχτα έχει τους δικούς της νόμους. Τα χρήματα δεν αγοράζουν τα πάντα, τα μεγέθη λογαριάζονται διαφορετικά, βασιλιάδες οι εραστές και χαρούμενοι υπήκοοι όσοι τρυγούν την ηδονή. Απόκληροι όσοι αποπέμφθηκαν σκληρά, όσοι δεν βρήκαν το άλλο τους μισό, σε όσους ο ίμερος ο ερωτικός δεν πήρε σάρκινη μορφή.

«(δύναμη)του σώματος που θέλει και ζητεί». Το πνεύμα απλώς ακολουθεί το σώμα που διατάζει.

«στην ίδια μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει». Γνωρίζει. Και αυτό επιτείνει την τραγικότητα. Αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί. Σχετική η νίκη και η χαρά στον στίβο της ηδονής. Σαν από τη μοίρα οδηγημένος. Ανατολίτης γαρ. Νίκη είναι η μέθεξη. Μα, λάθος λέξη η νίκη! ζητούμενο η μέθεξη, η στιγμιαία εξύψωση που μόνο ο Πόθος προσφέρει. Αδιάφορα τα υπόλοιπα. Χαμένος, ναι. Αλλά εκεί, όχι αρνητής και νικητής σε καθαρά σεντόνια.

Δεν περιορίζεται ο ερωτισμός του Καβάφη στον έρωτα μεταξύ ανθρώπων ιδίου φύλου, συγκεκριμένης εποχής ή φυλών. Τα αισθήματα που αποδίδει είναι βαθύτατα, ποτισμένα με την αλήθεια της ζωής και πανανθρώπινα. Όπως ο Έρωτας.

Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Η Μαρία Παπαγιάννη για την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου






Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ο άνθρωπος που κατάφερε να ενώσει όλο τον κόσμο με τα παραμύθια του. Κι όπως στις ιστορίες του όλα μπορούν να συμβούν, έτσι και στη ζωή ο μικρός Χανς που δεν είχε να φάει, ο μοναχογιός μιας πλύστρας κι ενός τσαγκάρη, τάισε τα παιδιά όλου του κόσμου με παραμύθια για να ζούμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα. Γιατί κανένας μόνος του δεν περνάει καλά.

Από τότε που ήμουνα μικρή λάτρευα τα βιβλία που έλεγαν αλήθεια κι ως τώρα αυτά αγαπώ. Ο κόσμος είναι δύσκολος και άδικος. Και σ' αυτόν τον κόσμο ζούμε όλοι - κι εμείς και τα παιδιά μας. Σ' αυτόν τον κόσμο λοιπόν ζούνε και οι ήρωές μου πάντα, κι όπως όλα τα παιδιά, φοβούνται, χαίρονται, ονειρεύονται, ελπίζουν. Δεν θα έλεγα ποτέ ψέματα σ' ένα παιδί πως ο κόσμος είναι εύκολος - γιατί δεν είναι αλήθεια. Θα ήθελα όμως να του ψιθυρίσω πως τον καταλαβαίνω, πως κι εγώ φοβάμαι, αλλά η ζωή είναι και γεμάτη θαύματα. Θαύματα που κρύβονται στα μικρά, στα καθημερινά, αλλά και στα άλλα, τα μεγάλα που ονειρεύεσαι να ζήσεις.

Στα βιβλία της παιδικής λογοτεχνίας οι ήρωες παίρνουν τον αναγνώστη από το χέρι για να βρούνε μαζί την έξοδο από τον λαβύρινθο, ονειρεύονται μαζί έναν κόσμο δίκαιο για όλους, έναν κόσμο όπου θα ζούνε όλοι καλύτερα. Εύχομαι τα παιδιά μας να βρουν τον δρόμο.


Μαρία Παπαγιάννη








Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

Γιώργος Κομνηνάκης: "Ρυτίδες στο μέτωπο"






Ρυτίδες στο μέτωπο

 

του Γιώργου Κομνηνάκη

 


Ανασήκωσα το κεφάλι μου. Δίχως να το καταλάβω, από τον κάματο είχα αποκοιμηθεί. Φυσιολογικό, μέσα σε αφύσικες συνθήκες. Η τέταρτη μέρα συνεχούς πορείας μες στο χιόνι είχε ολοκληρωθεί, κι εγώ, ο Λοχίας Μίλτος Τραχούσης, ανήκων στο Σώμα Διοικητικής Μέριμνας, με αρμοδιότητα την εξασφάλιση νερού στους συμπολεμιστές μου, οι «υδραίοι» όπως μας φωνάζαν οι κληρωτοί, δεν όριζα τον εαυτό μου από την κούραση. 


Μεταχείρισης προνομιακής δεν τυχαίναμε, ίσα ίσα που μαζί με την εξάρτυση που είχαν όλοι, κουβαλάγαμε στην πλάτη κι από ένα θηριώδες δοχείο 24 οκάδες νερό. Εθελοντής πήγα στη θέση, από τα δώδεκά μου χρόνια στο εργοστάσιο μεταποίησης κουβάλαγα τσουβάλια, ήξερα τι σημαίνει βάρος. Άνδρας έμπειρος από την εφηβεία μου, είχα χρέος να βοηθάω στο σπίτι, η φτώχεια έβαζε δύσκολες ερωτήσεις και κάποιος έπρεπε να απαντάει. Και όταν τέλειωνε η δουλειά, για ικανοποίηση δική μου, δίωρα στην Άρση Βαρών του ΠΑΟΚ. Βλέπεις, ήμουν το εγγόνι του Αγησίλαου, του «καμαριού του Ντεπό», πρώτος αρσιβαρίστας στην πόλη για 12 χρόνια στις αρχές του αιώνα.  Τον θυμάμαι μικρός, τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα, ωραίος σαν όραμα, με κορμί σιδερένιο και τα μάτια του να καίνε.

 

Και τώρα εδώ. Η διαταγή ήταν σαφής: «Να φυλαχθεί ο πόρος Γρεβενά-Διαβατά πάση θυσία». Έβγαλα, αντίθετα με ρητή απαγόρευση, αλλά νιώθοντας την ασφάλεια του σκοταδιού της νύχτας, το κεφάλι μου πάνω από το χαράκωμα και έριξα μια γρήγορη ματιά στο διάσελο. Η εμπροσθοφυλακή μας ετοίμαζε θέσεις ακόμα πιο προκεχωρημένες, μαζί με τους μουλαράδες και τα μουλάρια. Είχε προηγηθεί μάχη την προηγούμενη εβδομάδα, κι ο κάμπος ήταν σπαρμένος κόκκαλα. Στα γρήγορα, όταν πήραμε το μέρος, είχαν στηθεί διάσπαρτα στην κοιλάδα, μικρά καντήλια, και το φως σαν κάφτρες από τσιγάρα, κεριά να καίνε σαν τσιγάρα, τσιγάρα παντού, ο κάμπος να καπνίζει, θεριό μαζί και θεριακλής. Και οι τάφοι από ψηλά να μοιάζουν με τραπέζια στημένα στην πλατεία του χωριού για της Παναγίας. Πάντα πήγαινες το βράδυ στο γλέντι για τη χάρη Της, έπρεπε να ήσουνα, μα γερός, μα άρρωστος, μα σακάτης. Αυτή σε κράταγε όλον τον χρόνο.


Γύρισα από έναν απότομο θόρυβο. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός, το νησιωτάκι μας  το μονάκριβο, σε μια διμοιρία ορεσίβιων, με το χαμόγελο πάντα στα μάτια του, πλησίαζε για να μου φέρει το βραδινό. Γιώργος, με το κατσαρό μαλλί, 6 γενιές Αμοργινός απ’ τον μπαμπά, με μάνα ξενομερίτισσα, από το Πυθαγόρειο της Σάμου, όπως μου είχε πει, με το χαμόγελο πάντα στα μάτια του, την πρώτη φορά που κάναμε μαζί τσιγάρο δίπλα δίπλα στο αμπρί. Του είχε πέσει το μικρό κλουβάκι που κουβαλούσε πάντα μαζί του, με το κατοικίδιό του, έναν μικρό λαγό. Μες στην ησυχία, ένα σύννεφο σπουργίτια τρόμαξαν και πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια, που είχαν συνηθίσει στην ησυχία του βουνού. Ο Γιώργος κιτρίνισε «Κακό σημάδι», ψέλλισε. Γύρισε, με το πρόσωπο στον τοίχο του χαρακώματος, να μην αντικρίζουμε το βλέμμα του. «Όταν σας μιλώ, να με ακούτε. Χτες παρατηρούσα το γεμάτο φεγγάρι. Η όγδοη σελήνη έχει στίγματα, μια λησμονημένη πια παράδοση του νησιού μου λέει ότι αυτό μηνάει θάνατο».


Τότε, ένας θόρυβος σκέπασε τα πάντα, ξαφνικά, η νύχτα έγινε μέρα στην κοιλάδα, από ορυμαγδό πυροβόλων όπλων. Τα μουλάρια της εμπροσθοφυλακής  χτυπήθηκαν, από τον πόνο και τον χαλασμό αφηνίασαν, άρχισαν να τρέχουν ματωμένα, ίδια άγρια κόκκινα ποδήλατα σε πίστα θανάτου. Ο λαγός του Γιώργου του Αμοργινού τρελάθηκε από τον φόβο του. Ξέφευγε απ’ τα σύρματα ο τρελός λαγός, έπεφτε στις λάσπες, γύρω φέγγαν τα χαράματα, άνοιγε η νύχτα, έφεγγε ο κόσμος. Ο Γιώργος έβαλε τα γέλια δυνατά, ένα γέλιο αλλόκοσμο, ένα γέλιο καταραμένο.  Και τότε έσκασε το βλήμα δίπλα στο αμπρί μας. Κι εκείνο το φοβερό το γέλιο του κόπηκε με τη μία. Το χαμόγελο στα μάτια του έμεινε άδειο, με ένα ερωτηματικό. Κοίταξα τα σπουργίτια, το μυαλό μου πήγε πέρα από τον θάνατό του, τα σκέφτηκα να επισκέπτονται στην αποδημία τους την Αμοργό και να πίνουν νερό για να ξεκουραστούν στη βρύση της αυλής του Γιώργου.


Ανασήκωσα το κεφάλι μου. Δίχως να το καταλάβω, από τον κάματο είχα αποκοιμηθεί. Φυσιολογικό, μέσα σε αφύσικες συνθήκες. Η τέταρτη μέρα ανάρρωσής μου στο στρατιωτικό νοσοκομείο ξεκινούσε.






Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Ich denke dein





Johann Wolfgang von Goethe

Nähe des Geliebten (1795)


Ich denke dein, wenn mir der Sonne Schimmer
vom Meere strahlt;
Ich denke dein, wenn sich des Mondes Flimmer
In Quellen malt.
Ich sehe dich, wenn auf dem fernen Wege
Der Staub sich hebt;
In tiefer Nacht, wenn auf dem schmalen Stege
Der Wandrer bebt.
Ich höre dich, wenn dort mit dumpfem Rauschen
Die Welle steigt.
Im stillen Haine geh' ich oft zu lauschen,
Wenn alles schweigt.
Ich bin bei dir; du seist auch noch so ferne,
Du bist mir nah!
Die Sonne sinkt, bald leuchten mir die Sterne.
O, wärst du da!



***


Johann Wolfgang von Goethe (Γκαίτε)

Η εγγύτητα του αγαπημένου (1795)


Σκέπτομαι ’σένα, όταν σε μένα του ήλιου η λάμψη
Στη θάλασσα λάμπει
Σκέπτομαι ’σένα, όταν του φεγγαριού το φέγγος
Σε πηγές βάφει
Βλέπω εσένα, όταν στον μακρύ δρόμο
Η σκόνη ανεβαίνει, σκορπά
Βαθειά στη νύχτα, σαν απ’ το μονοπάτι,
Ο ξένος περνά.
Ακούω εσένα, όταν το κύμα έρχεται
Σιγά κι ανεβαίνει
Στο δάσος πάω ν’ ακούσω
Σαν η φύση σωπαίνει.
Είμαι μαζί σου, όσο μακριά κι αν είσαι
Εγώ σε θωρώ
Ο ήλιος δύει, θα μου λάμψουν τ’ αστέρια
Ω, να ήσουν εδώ!

(Μετάφραση π. Βασίλειος Φρατζίσκος)

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

"Έχω χαθεί αυτού του κόσμου" του Friedrich Rückert





(Ich bin der Welt abhanden gekommen)
                        


Ich bin der Welt abhanden gekommen,
Mit der ich sonst viele Zeit verdorben,
Sie hat so lange nichts von mir vernommen,
Sie mag wohl glauben, ich sei gestorben!



Es ist mir auch gar nichts daran gelegen,
Ob sie mich für gestorben hält,
Ich kann auch gar nichts sagen dagegen,
Denn wirklich bin ich gestorben der Welt.



Ich bin gestorben dem Weltgetümmel,
Und ruh‘ in einem stillen Gebiet!
Ich leb‘ allein in meinem Himmel,
In meinem Lieben, in meinem Lied!


Friedrich Rückert (1788-1866)
aus: Lyrische Gedichte, in Drittes Buch Liebesfrühling


***

Έχω χαθεί αυτού του κόσμου

Μ΄αυτόν σπατάλησα τα χρόνια
Δεν μπόρεσε να δει εντός μου
Και για νεκρό ίσως μ’ έχει τώρα.

Δεν με πειράζει δα και τόσο
Αν με νομίζει για νεκρό
Δεν έχω να λογοδοτήσω, όσο
Γι’ αυτόν στ’ αλήθεια είμαι νεκρός.

Έχω πεθάνει για του κόσμου τη βοή
Και ησυχάζω σε μια άκρη αυτής της γης.
Μονάχος βιώνω πια το βιός μου
Μεσ’ την αγάπη μου ηχεί ο σκοπός μου.

(Μετάφραση π.Βασίλης Φρατζίσκος)

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Βασίλης Χουλιαράς: Στην αρχή






Στην αρχή


Στην αρχή ήσουν λέξεις· πριν ακόμα γίνεις κορίτσι και κουβέντα, και μετά γυναίκα και φιλί. Έγινες έρωτας, και κορμιά να ιδρώνουν σε κάμαρες και αμμουδιές. Ματιές που δε λέγαν να ξεκολλήσουν και μικρές ανασφάλειες. Αγκαλιές και γλυκόλογα και ηλιοβασιλέματα. Βλέμματα που ψάχναν την άκρη του ορίζοντα λες και ψάχναν το μυστικό του κόσμου -με σφιχτά ενωμένα τα χέρια- και όρκοι και υποσχέσεις και δάκρυα αγάπης. Χέρια που έτρεμαν και παλάμες που ίδρωναν σε κάθε μικρό αποχωρισμό, σε κάθε μικρό αντίο, σε κάθε που προοιώνιζε το τέλος. Το τέλος.


Και τώρα που έχεις απομείνει ανάμνηση, και σε λίγο ίσως ούτε καν αυτό, να που ξανάγινες λέξεις -αυτές εδώ- μόνο που πια είναι δικές μου, και δεν ξέρω τι να τις κάνω.


Βασίλης Χουλιαράς
Ο Φάρος του Σόρενσον, Θράκα, 2018.

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

"Δέκα χιλιάδες χρόνια", του Βασίλη Χουλιαρά




Δέκα χιλιάδες χρόνια


του Βασίλη Χουλιαρά


Δέκα χιλιάδες χρόνια. Τόσα ακριβώς απαιτήθηκαν, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, για να χτιστεί ο ναός του Θεού στο όρος Τενάου, κατά τη διάρκεια των οποίων πλήθος ικανών και άξιων εργατών, τεχνιτών και μηχανικών εργάστηκε αδιάκοπα. Και όταν και το τελευταίο κομμάτι μπήκε επιτέλους στη θέση του, τότε, εκείνα τα πρώτα που είχαν τοποθετηθεί -οι θεμέλιοι λίθοι του δηλαδή-, που όλο αυτό το διάστημα δέχονταν την ανελέητη φθορά, μέσα σε μια στιγμή μόνο, λες και τόσο καιρό αυτό περίμεναν, άρχισαν να αποσαθρώνονται, και την επόμενη κιόλας όλα είχαν πια καταρρεύσει, και εκεί που θα έπρεπε το μεγαλόπρεπο κτίσμα να στέκει, που τόσο χρόνο, με τόσο κόπο, είχαν τόσοι και τόσοι αφιερώσει, δεν είχε απομείνει πέτρα πάνω στην πέτρα.

Δε θυμάμαι ποιος και πότε μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία, και ούτε οριστικά ποτέ μου κατέληξα στο τι ακριβώς ήθελε με αυτή να μου πει. Αν ήταν η απαρέσκεια του Θεού που γκρέμισε αυτό το ανοσιούργημα, μιας και όλη η πλάση είναι ο ναός Του ή μήπως η ευαρέσκεια Του ήταν που άφησε, έστω για μια στιγμή, να υπάρξει, με αυτά τα φθαρτά υλικά, ένα τέτοιο οικοδόμημα;

Κι εγώ, που δεν πρόκειται να ζήσω τόσα πολλά χρόνια, γνωρίζω πως δεν μπορώ να αποτελειώσω ένα τόσο τεράστιο και ίσως μάταιο έργο. Όμως, καθώς διαβάζω αυτές τις λέξεις, μπορώ και βλέπω το ναό έτοιμο, να λάμπει στον ήλιο, και την ίδια στιγμή τον βλέπω να καταρρέει και να χάνεται από τα μάτια μου. Κι αυτή είναι η μαγική δύναμη των λέξεων, που για κάποιο λόγο μάς έχει δοθεί.


Από: Βασίλης Χουλιαράς, Ο φάρος του Σόρενσον, Εκδόσεις Θράκα, 2018.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Χάρης Κανδηλώρος: "Δειλινό" (από τη συλλογή διηγημάτων "Αναπάντεχνα")




Δειλινό


Καθισμένος στην ακτή απέναντι από τη μακρά νήσο, απολαμβάνει το δειλινό· είναι η στιγμή που βγαίνουν οι λύκοι πάνω στο νησί, και δικαίως ονομάστηκε λυκόφως. Το δειλινό όμως συμβαίνει και κάτι άλλο: τα δειλινά, ή αλλιώς mirabilis jalapa, αρχίζουν να μοσκοβολούν συγχρονισμένα. Το άρωμα τους, σε ευαίσθητες μύτες, οδηγεί σε λιποθυμία. Αλλά καλύτερα να λιποθυμάς από ένα δυνατό άρωμα, παρά από ένα δυνατό ξύλο. Η Μακρόνησος απέναντι δεν είχε ποτέ mirabilis jalapa, μα είχε άφθονο ξύλο. Ξύλο ανελέητο. Ξύλο σκληρό από αιωνόβιους κέδρους, που καλύπτουν το 98% του νησιού. Κέδρους ψηλούς που φθάνουν τα 980 μέτρα, καθιστώντας το μακρύ νησί το μεγαλύτερο, μετά τον Λίβανο, εθνικό πάρκο κέδρων της Μεσογείου. Κέδρους δεν έχει η Καζέρτα... έτσι ξεμπερδέψαμε.

Απολαμβάνει το δειλινό και τη μυρωδιά των δειλινών, χωρίς να σκέπτεται καθόλου το παρελθόν. Δεν έχει νόημα. Μπροστά του, ένα χαριτωμένο, κατάλευκο bungalow. Σαν να είναι φτιαγμένο από καθαρό, αγνό χιόνι. Όπως τα χαριτωμένα, κατάλευκα ιγκλού των Ινουίτ. Μόνο που σ’αυτό δεν κατοικεί Εσκιμώος, αλλά ένα γεροντάκι με στρογγυλή κοιλιά.

Το λυκόφως πέφτει και αυτός κοιτάζει το Μακρονήσι (βλέπει άραγε λύκους από τέτοια απόσταση;). Λίγο πριν, αυτός ο αγαθός παππούς τού εξομολογήθηκε ότι «ήταν με τους άλλους...» Σταύρωσε τα δάχτυλά του σε σχήμα Χ. Χ όπως Χίτης.

Εκείνος παραμένει ασάλευτος, καθισμένος στα βράχια απέναντι από το νησί, ακούγοντας την εισαγωγή από την όπερα του Βάγκνερ. Οι θεοί όμως πέθαναν και έμεινε μόνο το λυκόφως...

Ένα ιστιοφόρο εισβάλλει στο οπτικό του πεδίο. Ξεκίνησε χρόνια πριν από την Βάρκιζα. Τώρα πια πλησιάζει στον προορισμό του. Η πλώρη του σημαδεύει το νησί. Ο νοτιοδυτικός άνεμος, ο Γαρμπής, το σπρώχνει απαλά, αλλά αποφασιστικά. Τίποτα δεν μπορεί να το σταματήσει, κανείς. Θα πέσει πάνω στα βράχια.

Οι λύκοι ουρλιάζουν, τα δειλινά μοσκοβολούν, οι κέδροι γέρνουν με απορία και το κοιτούν. Το σκαρί πέφτει με ορμή πάνω στο νησί και αυτό... σκίζεται στα δύο. Το είδε με τα μάτια του και ας μην το πιστεύει. Το είδε και ο γεράκος-Χίτης. Το νησί σκίστηκε στα δύο! Το διαπέρασε η μυτερή πλώρη του μικρού ιστιοφόρου.

Χάρης Κανδηλώρος, Αναπάντεχνα - Μικροσκοπικά διηγήματα, Αθήνα: Mabrida, 2014.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Μάνος Ορφανουδάκης: Έξι ποιήματα από τη συλλογή "Στίχοι πριν την άνοιξη"


Μάνος Ορφανουδάκης, Στίχοι πριν την άνοιξη, 2015, ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ



Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΜΑ
στον Γιώργο Καλογήρου

Σ’ αυτό το χώμα που το βρέχει η αρμύρα
και με το άσπρο του το βάφει ο ασβέστης
ράγισε απόψε της ζωής μου ο καθρέφτης
κι όλα τα χρόνια μου ανάποδα τα πήρα.

Σ’ αυτό το χώμα που μεθύσανε τον ίσκιο
και την αλήθεια τη σφραγίσαν σε μπουκάλι
δε ξεχωρίζει το αρνί απ’ το τσακάλι
κ’ ίδιο λογίζεται το ψέμα με το δίκιο.

Σ’ αυτό το χώμα που ξεράθηκε το αίμα
λύκοι χαράζουν με το νύχι τους πατρίδες
γυρίζουν πίσω του καιρού μας τις σελίδες
και ξεπουλάνε τη ζωή μας μ’ ένα κέρμα.


***


ΑΓΙΑΣΘΗΤΩ
Μνήμη Εμμανουήλ Χαρ. Ορφανουδάκη

Κάθησα δίπλα σου −σε μια φωτογραφία.
Έβαλα τσίπουρο, της Κρήτης, στο ποτήρι.
Τ’ «αγιασθήτω» της ζωής και τ’ «άι σιχτίρι»
πώς ανταμώνουνε μες στα νεκροταφεία;

Κι αν μου μιλάς, κι αν σου μιλώ, ποια η ουσία;
Στους δύο κόσμους μας υψώθηκε ένα τοίχος
μες στο μυαλό μου μ’ ειρωνεύεται ένας ήχος
και η ζωή ψάχνει, ξανά, την πεμπτουσία.

Νεκρά τα λόγια μου, νεκρή ορθογραφία.
Παγώνει η σκέψη μου, παγώνει κ’ η πνοή μου.
Το κρύο χέρι σου ζεσταίνει τη ζωή μου
κι ανάβω δίπλα σου −σε μια φωτογραφία.


***


Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗ

Πουλί νυκτοκελάηδησε
τραγούδα τη λαλιά σου
να ’ρθει ο καιρός που άργησε
ν’ ανθίσει η φωλιά σου.

Κι αν δεν φυτρώσουνε ανθοί
κι αν γεννηθούν αγκάθια
πάρε μαχαίρι και σπαθί
και κάνε τα κομμάτια.

Πουλάκι πήγε να κρυφτεί
στη ρίζα μαύρου βράχου
στην πέτρα του ονειρευτή
του υπνοπολεμάχου.

Είναι πουλιά που ζουν στη Γη
- επάνω τους πατάμε.
Στο στήθος κρύβουνε πληγή
- ποτέ τους δεν πετάνε.

Τα βράδια η νύχτα τραγουδά
μα εκείνα μες στο χώμα
γυρεύουν νεκρολούλουδα
να βάλουνε στο στόμα.


***


Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ
σπουδή στον Νίκο Γκάτσο

Της πόλης τα σκυλιά
βγήκαν απ’ τη φωλιά
και μπήκανε στο σπίτι.
Μια νύχτα στις εννιά
τον δέσαν με σχοινιά
τον γιο του Αποσπερίτη.

Του έσκαψαν οργιές
το στήθος και την πλάτη
του άνοιξαν πληγές
και του ’ριξαν αλάτι.

Μια κόκκινη γραφή
κρυμμένη σε ραφή
κρατήσαν μόνη λεία.
Ανάψανε φωτιά
και κάψαν τα χαρτιά
μαζί με τα βιβλία.

Ισόβια δεσμά
του δώσαν καταδίκη
τον κλείσαν σε στενά
μετά από τη δίκη.

Μονάχος στο κελί
χαράζει με γυαλί
στο σώμα ένα βράδυ
μια πόρτα για να βγει
πριν έρθει η αυγή
απ’ το βαθύ σκοτάδι.


***


Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

Δεν είναι τ’ αύριο που έγινε αριθμός
και διαιρεί δεκαδικά τα όνειρά μας.
Είναι τα δάκρυα που έγιναν λυγμός
όταν καπνίσαμε τα χάρτινα φτερά μας.

Σ’ αυτή την πόλη τα τραγούδια κ’ οι γιορτές
πέφτουν επάνω μας και μας τρυπούν το σώμα.
Κλείσε την πόρτα κι αφουγκράσου τις σιωπές
σαν λουλουδάκι που γυρεύει φρέσκο χώμα.

Δεν είναι σύνθημα στον τοίχο, ορφανό,
που σου χαράζει, με δυο λέξεις, νου και στήθος.
Είναι ο δρόμος με σημαίες και πανό
κι εσύ, απ’ τους μόνους, ο πιο μόνος μες στο πλήθος.


***


ΠΑΡΑΦΟΡΑ ΔΕΙΛΟΙ

Φεύγουν τα χρόνια με αλκοόλ, καπνό και στίχους
σε μια πατρίδα με τις πλάτες της στους τοίχους
πάνω στα γυάλινά της πόδια περιμένει
κι εμείς παράφορα δειλοί, στο φως κρυμμένοι.

Έλα κι απόψε το σκοτάδι μου να σβήσω
στάξε δυο λέξεις στο ποτήρι να μεθύσω
σβήσε τα σύνορα του κόσμου και τα μέτρα
πάρ’ το μαχαίρι απ’ το χέρι μου Ηλέκτρα.

Φεύγουν τα χρόνια κι απ’ τα χείλη μας οι λέξεις
κι εσύ ζητάς σε κάποιο ψέμα να πιστέψεις.
Ήλιους και θάλασσες γυρεύεις στα υπόγεια
και πώς γυρίζουνε με λόγια τα ρολόγια.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Η απόφαση


Η απόφαση


Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.
Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ
Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε
Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ
Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα
Βλαβερὰ φυτὰ χαμένες ὦρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.
Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.
Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε
Τὶς ἀσχολίες σας νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας
Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις
Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.
Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.



Μανόλης Αναγνωστάκης

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Και του κάνει χαρακίρι




Και του κάνει χαρακίρι

Οι πρώην σύντροφοι μετατράπηκαν σε ζόμπι
επαγγελματικά στελέχη
βοηθοί βουλευτών, σύμβουλοι υπουργών
γραμματείς, προπάντων,
κι ο λαός εχθρός
αρκεί να μπαίνει ο μισθός.


Τζων Άγκμπε

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Δημήτρης Παπαθέου: Δύο διηγήματα από το "Μια πόλη φευγάτη"




ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ


Η Πόλη είχε κτιστεί γύρω από τη πλατεία της.

Την κεντρική της πλατεία, γιατί συν τω χρόνω γίναν κι άλλες, που όμως καμία σχέση με την κεντρική δεν είχαν, παραπαίδια της ήταν και εντελώς εκτός φυσιογνωμίας και χαρακτήρα αυτής της Πόλης, που έγινε θαρρείς για ιστορικές αναδρομές κι εκδρομές στα χρόνια της αξίας και ξεκούραση και σχεδιασμό τού μακρινού αύριο, καθώς έλειπαν παντελώς οι ανηφόρες και κατηφόρες, και υπήρχε ένας ορίζοντας ξενοδόχος του ήλιου και της θάλασσας και τ’ ουρανού, που χαμογέλαγε συνήθως, αλλά ακόμα κι όταν θύμωνε γλύκας ήταν.

Δε νομίζω ότι πρέπει κανείς να προσπαθήσει να περιγράψει τους κατοίκους της και την ζωή τους, που στο σύνολό τους ήταν απλοί άνθρωποι, άσχετο αν πολύ βασανίστηκαν σε περίπλοκους στοχασμούς μέχρι να φτάσουν σ’ αυτή την απλότητα και δεν θα το κάνω κι εγώ, καθώς σήμερα που αλλάζει ο μήνας κι ο πιο γλυκός Σεπτέμβρης που μπορεί και αντιστασιακός να χαρακτηριστεί φώναξε τον Οκτώβρη να μας συντροφέψει, αφού μόνο ένα συμβάν θέλησα να μοιραστώ μαζί σας, που το θυμήθηκα σε μια κουβέντα καλών φίλων χτες, γύρω από την ευτυχία και τον τρόπο που την προσεγγίζει κανείς. Μεγάλο θέμα που το αφήνω στους φιλόσοφους, τους ποιητές και τους αλήτες, και περιορίζομαι στην αφήγηση και μόνο του γεγονότος.

Ένα ξημέρωμα στη μέση της πλατείας λοιπόν, χωρίς ν’ αντιληφθεί κανείς το πώς, ένα κιβώτιο σε μέγεθος ανθρώπινου σώματος περίπου,  πολυποίκιλτο πάνω σε μια βάση με σκάλες γύρω-γύρω που στοιχημάτιζες πως είναι από χρυσάφι αλλά δεν ήταν, βρέθηκε αινιγματικό, επιβλητικό, προκλητικό με την μοναδικότητά του, αφού κανείς  δεν είχε δει ποτέ του κάτι τέτοιο και γι’ αυτό ποθητό, ένα φαινόμενο για να μην πολυλογώ που ήρθε να ταράξει την ασφάλεια των προγραμμάτων και των μικροκινήσεων των πολιτών της, που στην αρχή από κεκτημένη ισορροπία στην καθημερινή διαδικασία σαν να μη του ’δωσαν καθόλου σημασία. Βολτάριζαν Κυριακή πρωί, κι ύστερα, με μια προσποιητή προφανώς αδιαφορία στις ασχολίες τους, γυρίσαν και μια φορά στις τόσες επισκέπτονταν και κλεφτά κοιτούσαν το «Αντικείμενο», έτσι το είπαν.

Οι Αρχές ρωτήθηκαν, και τεχνιέντως με χαμόγελα προοπτικής και υπόσχεσης που τόσο καλά κατέχουν, άφησαν να φανεί ότι πρόκειται για κάποιο έργο τέχνης μεγάλου καλλιτέχνη, που ομογενείς τον πλήρωσαν το χρέος τους να ξεπληρώσουν.

Κι ο καιρός περνούσε, όχι χωρίς να λείπουν τα βράδια στα μπαράκια και στις ταβέρνες οι κουβέντες, κρυφά μην τους πάρουν και για ψώνια που ασχολούνται μ’ ένα ακαταλαβίστικο και προφανώς ασήμαντο γεγονός, τη στιγμή που τόσο σπουδαία πράγματα έχουν να κάνουν, ώσπου ένα παιδί που έκανε πατίνια στη πλατεία, όταν κουράστηκε ακούμπησε στο κιβώτιο και κάτι σαν βόμβο, σαν τρέμουλο ερχόταν από τα μέσα, πράγμα που τον έκανε να ψάξει για άνοιγμα, για κάποιο μάνταλο ν’ ανοίξει το Αντικείμενο.

Το παιδί εξοικειωμένο στην τεχνολογία και στα παιχνίδια της πολύ φυσικό θεώρησε το να βρει τον συνδυασμό σε αόρατα νούμερα και να μπει μέσα, όταν αργά και μεγαλόπρεπα άνοιξε η πόρτα.

Έκατσε στη μόνη θέση που υπήρχε κι όλο το περιβάλλον στα μέτρα του προσαρμόστηκε με ένα τιμόνι σαν ποδηλάτου να ζητά τα χέρια του κι ένα παράθυρο που δεν ξεχώριζες αν είναι οθόνη, μπορεί και να ’ταν. Κανένα κουμπί κανένας διακόπτης ον-οφ. Πήρε το τιμόνι στα χέρια του, συγκεντρώθηκε στο παράθυρο μπροστά του και συνειδητοποίησε ότι μόνο με τη σκέψη του μπορούσε να ενεργοποιήσει το παράξενο εργαλείο και να μάθει τι μπορεί να κάνει, σε τι να χρησιμεύσει.

Αφού ταξίδεψε στο παρελθόν και άθελά του περιδιάβασε στην ιστορία της Πόλης και στις ζωές όλων των κατοίκων της σημαντικών και απλών ανθρώπων, μετακινήθηκε στην αγαπημένη του θάλασσα και μετά καταπιάστηκε μ’ όλα τα χόμπι του, που μέχρι τώρα δε μπορούσε.

Ετοιμαζόταν να κατέβει, όταν σκέφτηκε ότι δε μπορεί να ’ναι παιχνίδι, θα το ’ξερε αν κάποια εταιρία είχε προχωρήσει σε κάτι τέτοιο. Ξανάπιασε τις άκρες τού τιμονιού και σκέφτηκε βαθειά την Ευτυχία: όλα μαλάκωσαν, και μια εσωτερική γαλήνη τον κατέκλεισε, κι όλος ο χώρος γέμισε εικόνες, τής ζωής του εικόνες, των ανθρώπων και των στιγμών του, φτάνει να συγκεντρωνόταν στο τιμόνι για να μετέχει σ’ αυτές που διάλεγε και το αντίθετο για να φύγουν οι άλλες, που τον στενοχωρούσαν.

Πριν φύγει, ξανακοίταξε στο παράθυρο που ’γραφε τώρα «Διαχείριση της Ευτυχίας». Άφησε το τιμόνι, έγειρε πίσω και σε λίγο έβγαινε στο φως κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Το βράδυ το ’πε στους φίλους του κι αυτοί στους δικούς τους και μαθεύτηκε το μυστικό σ’ όλη την πόλη και δεν έμεινε κανείς που να μην δοκίμασε την εμπειρία τού Αντικειμένου.


Πέρασε λίγος καιρός, κι ένα πρωί όπως είχε εμφανιστεί έτσι και εξαφανίστηκε η όλη κατασκευή. Τίποτε δεν άλλαξε στις ζωές τους, και είναι απορίας άξιο που μερικοί θυμούνται κάπου-κάπου το Αντικείμενο.


***



ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ


Γύρισε πίσω να κοιτάξει και στήλη άλατος δεν έγινε.

Βέβαια δεν μπόρεσε να δει και πολλά, καθώς το αλάτι ανέλαβε καινούργιο ρόλο, τα χνάρια της ζωής του να καλύψει.

Το αλάτι ήταν πάντα φίλος μου, σκέφτηκε, δεν θα το κάνει αυτό σ’ εμένα, και πιο προσεκτικά επικεντρώθηκε στα δυτικά απ’ όπου ήρθε.

Άκουσε στην αρχή φωνές των γειτονιών πριν εισχωρήσει από τις γρίλιες των σπιτιών η δυσπιστία φωνές ειδήσεις σπιτικές αθώες φωνές εκκλήσεις στο γείτονα να τρέξει για το καλό και για βοήθεια φωνές παιδιών συνθήματα στο μέλλον τοξευμένα σε κάποιο μέλλον που ίσως να ’χασε το δρόμο και να μην είναι το δικό μας τώρα -ή ίσως πάλι να ταξιδεύει ακόμα.

-Θέλω να δω το Αλάτι, παρακάλεσε.

Και τότε εικόνες αλατένιες μια-μια άρχισαν να στήνουν μια παράσταση, λίγο από Κουν σαν να ’φερνε.

-Εγώ πού είμαι;, ρώτησε.

-Παντού, όπου γύρω σου να δεις, θα ξεχωρίσεις τον πρωταγωνιστή ή τον κομπάρσο να σου μοιάζει.

Καθώς τα μάτια στη λευκότητα συνήθισαν, είδε την κάθε πράξη ζωντανή ολάκερη, ένα έργο στην άλλη να εμπλέκεται και μαζί στην επομένη όπου άλλοι ηθοποιοί ή οδοιπόροι μιας που δεν τέλειωσε ποτέ παράστασης ανέλυαν τα γεγονότα με τρόπο πειστικό καλύτερο από τον δικό του τρόπο.

Γιατί τους είχε υποτιμήσει; Γιατί ποτέ δεν πρόσεξε την τέχνη τους πόσο σπουδαία είναι;

-Ποτέ δεν είναι αργά, του μήνυσε το Αλάτι το χιλιοειπωμένο σλόγκαν.

Και χειροκρότησε απ’ τα βαθιά του μέσα ώρα πολύ αυτούς που σ’ όλη τη ζωή του δε χειροκρότησε ποτέ, σχεδόν ποτέ δεν είδε.



Δημήτρης Παπαθέου
(1951-2013)
(φωτογραφία Σωτήρης Κακίσης)



- Επιμέλεια έκδοσης: Β. Ν. Πτωχόπουλλος
- Λογοτεχνική επιμέλεια: Σωτήρης Κακίσης 
- Εξώφυλλο: Γιάννης Κουρούδης & Σωτήρης Κακίσης
- Φωτογραφίες εξωφύλλου και οπισθοφύλλου: Βασίλης Αρτίκος
- (Κεντρική διάθεση: Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37, τηλ. 210 3802644, Εξάρχεια).

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Ένα διήγημα του Μπόσκο

Σύνδεσμος στη Lifo; Ναι, αμέ, εφόσον πρόκειται για ένα απίθανο διήγημα του Αντώνη Μποσκοΐτη:



Από εκεί και η συγκλονιστική μαρτυρία:
Διότι τα υποκείμενα του καλλιτεχνικού χώρου που νόμιζα γοητευτικό κι ενστικτωδώς επαναστατημένο, ήταν ζυμωμένα από τόσο εύπλαστο φύραμα μικρότητας κι υποταγής, που μόνον η αδυναμία τους να ενταχθούν στον κόσμο της κανονικότητας τους είχε οδηγήσει στη δήθεν αντισυμβατική ζωή του περιθωρίου.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

"Το Κύτταρο", του Λάκη Παπαστάθη


Το Κύτταρο

του Λάκη Παπαστάθη


Άκουσα την Σωτηρία Μπέλλου να τραγουδάει play back το τραγούδι… με αεροπλάνα και βαπόρια... για τις ανάγκες μιας τηλεοπτικής λήψης. Στη δεύτερη επανάληψη της κινηματογράφησης, κατάλαβα, πως σ’ ένα σημείο του τραγουδιού ήταν ασύγχρονη. Άλλα λόγια έλεγε το μαγνητόφωνο κι άλλα τραγουδούσε αυτή. Συγκεκριμένα η παλιά ηχογράφηση έλεγε… σ’ αυτό τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί… και η Σωτηρία είχε μάθει να λέει… σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπάνε τρώνε βρώμικο ψωμί. Άλλο κόσμος, άλλο τόπος. 

Θυμήθηκα τα τελευταία χρόνια της Χούντας. Μπουάτ Κύτταρο 1973. Μέρες Πολυτεχνείου. Τότε ακούγονταν φρέσκα ακόμη τα τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου και μαζευόταν εκεί η νεολαία να τον ακούσει. Πλούσιο θέαμα με τραγουδιστές, κινηματογραφικές προβολές, και τον μπερντέ του καραγκιοζοπαίχτη Σπαθάρη, ενταγμένο στην όλη αφήγηση του προγράμματος. Η σκιά του σινεμά, η σκιά της κάθε φιγούρας που προβαλλόταν στο πανί και το… βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί που δεν έχει απόψε που να πάει… που τότε γράφτηκε, έδωσε και τον τίτλο στο όλο θέαμα… ΘΙΑΣΟΣ ΣΚΙΩΝ. Σκιές λησμονημένων προγόνων μπλέκονταν με τις ζωντανές παρουσίες του πάλκου μέσα σε ατμόσφαιρα τελετουργίας. Από τις μυθικές μορφές του ρεμπέτικου -τις φωτογραφίες μας τις έδωσε ο φίλος τότε Ηλίας Πετρόπουλος- μέχρι τον Καραγκιόζη, την Αγλαΐα, το Νιόνιο, το Χατζηαβάτη, αλλά και εικόνες από τους Βαλκανικούς πολέμους για να ακουστεί ο Μπάλλος και η Μαύρη Θάλασσα. Προβλήθηκαν ζωγραφιές του Πεντζίκη και της Θεσσαλονίκης για το είδα την Άννα κάποτε και προπολεμικές ελληνικές ταινίες σχολιασμένες με χρώματα και μουσικές. Υπήρχαν και μικρά ιντερμέδια με κινούμενα σχέδια που σχεδίασε ο Αλέκος Κυριτσόπουλος. Ένα πολυθέαμα πρωτοφανέρωτο που συνεχώς σε εξέπληττε. 

Το με αεροπλάνα και βαπόρια ο Σαββόπουλος τότε το ονόμαζε Ζεϊμπέκικο. Επειδή έπρεπε να τραγουδήσει ο ίδιος και τη δεύτερη φωνή έγινε μια ταινία που τον έδειχνε στην οθόνη να τραγουδάει απαντώντας στο ζωντανό τραγούδι του. Είχε στηθεί ακριβώς κάτω από την οθόνη και ο συνδυασμός του κινηματογραφημένου Σαββόπουλου με τον ζωντανό δημιουργούσε μες στο σκοτάδι σχεδόν θρησκευτικό αίσθημα. 

Ένα απόγευμα έφτασε η ειδοποίηση στο Κύτταρο να παραστούν αύριο στις οκτώμισι το πρωί ο συνθέτης και ο σκηνοθέτης στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως και στο τμήμα Λογοκρισίας. Φθάσαμε αγουροξυπνημένοι. Το γραφείο του υπεύθυνου λογοκρισίας μας ήταν γνωστό. 

-Δεν έχουμε καθαρά φουρνάρικα κύριε Σαββόπουλε; Τι εννοείτε; Γιατί τρώμε βρώμικο ψωμί; Μήπως φταίει το αλεύρι ή είναι συμβολική η έκφρασή σας και εννοείτε κάτι άλλο. Πάντως όταν σας ακούνε χειροκροτούνε στο μαγαζί, κάτι καταλαβαίνουν πως θέλετε να πείτε και το επικροτούν. (Κοφτά) Άλλαξέ το. 

- Πώς; 

- Δεν ξέρω, εσύ θα το βρεις και θα μου το πεις. 

- Μήπως σ’ αυτόν τον κόσμο; 

- Δηλαδή και της Ελλάδος συμπεριλαμβανομένης; 

- Πώς να την εξαιρέσουμε; 

- Πως λέγαν στην αρχαιότητα… πλην Λακεδαιμονίων, βρες έναν τρόπο πλην Ελλήνων. 

- Δεν γίνεται δεν κολλάει, θα χαλάσει το τραγούδι. 

- Το σημαντικό δεν είναι το τραγούδι σας κύριε αλλά να μην βλάψετε την Ελλάδα και την προσπάθεια που γίνεται τώρα. Και το όσοι αγαπούνε με ενοχλεί. Ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης, τι θα πούμε στον άλλον… αν αγαπήσετε θα φάτε βρώμικο ψωμί; Πρέπει να πούμε πως αν αγαπήσετε θα σωθείτε, θα γίνετε καλύτεροι άνθρωποι. Δεν είναι έτσι; 

Ο Σαββόπουλος σαν να είχε προετοιμάσει την απάντησή του. 

- Μα τραγούδι είναι, ποίηση! Θέλουμε να πούμε πως οι καλοί άνθρωποι που αγαπάνε πέφτουν θύματα των επιτήδειων, των κακών που εκμεταλλεύονται την καλοσύνη τους, γι αυτό τρώνε βρώμικο ψωμί, τους πατάνε κάτω οι κακοί, οι αδίστακτοι… Καταλάβατε; 

Μετά από παρατεταμένη παύση και κοιτώντας τον Διονύση στα μάτια. 

- Θα το σκεφτώ. Προς το παρόν μην ξανακούσω το σ’ αυτόν τον τόπο. Κάθε βράδυ σ’ ακούμε. 

- Το ξέρω. 

- Τους αναγνωρίζεις; 

- Κάνουν μπαμ. 

- Δηλαδή; 

- Απ’ το κούρεμα, το ρούχο… 

- Δεν είναι μαλλιάδες σαν κι εσάς κύριε. Την γλυτώσατε από τον κύριο Λαδά που δεν σας κούρεψε ακόμα. 

- Κι από κάτι άλλο τους αναγνωρίζω, χειροκροτούν υπερβολικά και ψεύτικα, σε λάθος σημεία και με άδειο βλέμμα, μηχανικά. 

- Σας χαλάνε και την ατμόσφαιρα. Μην τολμήσει κανείς από τους κουλτουριάρηδες που σας ακούνε να τους πειράξει ή να πει κάτι εναντίον τους γιατί πάει, θα τους φάει το μαύρο σκοτάδι. Περάσατε και από την ασφάλεια στην Μπουμπουλίνας. 

- Μάλιστα. 

- Σας θυμάμαι, αδύνατος ήσασταν τότε. Χεσμένος. Απ’ ότι έμαθα καλό σας έκανε όμως. Γράψατε και τραγούδια όταν ήσασταν μέσα. Πηγαίνετε τώρα. Θα σας ξανακαλέσω. 

Την επόμενη ήρθε στο Κύτταρο συνοδευόμενος από μια ξανθιά λεβεντογυναίκα με μεγάλα βυζιά. Παρών στο ακροατήριο το ίδιο βράδυ, δυο τραπεζάκια πιο μπροστά, ο Μάνος Χατζηδάκις και ο Οδυσσέας Ελύτης. Τότε ο Σαββόπουλος δεν είχε γράψει ακόμη το κι οι δυο Ελλάδες σιγοπίνουν το πιοτό, αλλά εγώ εκείνο το βράδυ ένιωθα βαθειά το νόημά του. Γύριζα συνεχώς το βλέμμα μου από τον λογοκριτή και τη συνοδό του στο άλλο τραπέζι, στην άλλη Ελλάδα. Χωρίς να το καταλάβω βαθειά συγκίνηση με κυρίευσε. Χωρίς μίσος, χωρίς οργή, χωρίς ειρωνεία, σχεδόν με κατανόηση για τον άνθρωπο της Χούντας. Λές κι’ ο νέος διχασμός της Ελλάδας τον επέλεξε εκείνο το βράδυ και τον έβγαλε στη σκηνή, δίνοντάς του έναν μικρό ρόλο για να γίνει ορατό το δράμα. 

Ο λογοκριτής άκουσε το σ’ αυτό τον κόσμο και έφυγε πως έκανε καλά τη δουλειά του. 

Όταν έπεσε η Χούντα άκουσα το Σαββόπουλο να λέει σε μια συναυλία καθαρά, καθαρά… σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε κ.λ.π. Ακούστηκε στ’ αυτιά μου κάπως παράταιρα, σαν αντιστασιακή νύξη, σαν εύκολη κριτική καταγγελία. Τον συνάντησα μετά. 

- Προτιμώ το σ’ αυτόν τον κόσμο, γίνεται πιο συμπαντικό το τραγούδι, το σ’ αυτόν τον τόπο ακούστηκε κάπως ρηχό. Λες το φασιστόμουτρο να έκανε καλό στο τραγούδι χωρίς να το θέλει; 

Με κοίταξε κάπως έκπληκτος στην αρχή. Μετά από λίγο έδειχνε σαν να συμφωνούσε κι έβαλε τα γέλια.

(Περιλαμβάνεται σε: Λάκης Παπαστάθης, Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα, Αθήνα, Πόλις, 2011. Ευχαριστούμε θερμά το συγγραφέα για την παραχώρηση του διηγήματος. Μ.Π.)



(Διονύσης Σαββόπουλος - Λάκης Παπαστάθης)