Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2020

Φοίβος Δεληβοριάς: "Δεν είναι αθώοι"






Για τον Παύλο Φύσσα απόψε. Για την κυρία Μάγδα Φύσσα, για τους φίλους του, για τους ανθρώπους που γνωρίζονται και πληθαίνουν 7 χρόνια τώρα, κοιτάζοντας προς μιαν ημερομηνία. Η οποία δεν μπορεί να φέρει πίσω έναν άνθρωπο (που άδικα έχασε τη ζωή και την ψυχή και την ανησυχία και την αγάπη του). Μπορεί όμως να φέρει λίγο φως σ’ εκείνους τους ανθρώπους που έρχονται, και μάλιστα μέσα απ’ τους δρόμους των θεσμών.

Τέλος οριστικό στην εγκληματική οργάνωση με το πολιτικό άλλοθι που μπήκε στη Βουλή, στις γειτονιές και στα σχολεία με την ανοχή ενός συστήματος που είναι ικανό να φάει κι απ’τις σάρκες του για να υπάρξει λίγο ακόμα. Εμείς που δεν ελπίζουμε σε μιαν ύπαρξη όπως-όπως, αλλά στον «βίο του διπλανού», στην αέναη δημοκρατική προσπάθεια, ελπίζουμε στην 7η Οκτωβρίου του 2020. Να ακουστεί και επίσημα:

Δεν Είναι Αθώοι.

Φοίβος Δεληβοριάς

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

Η Σύρος του Νίκου Ζουρνή

 


Ο γνωστός τραγουδοποιός Νίκος Ζουρνής διαπρέπει στη δισκογραφία και στις αθηναϊκές σκηνές αλλά δεν ξεχνά τη Σύρο, τόπο οικογενειακής καταγωγής και πηγή έμπνευσης για τα όμορφα τραγούδια του. Γι’ αυτό και ανταποκρίθηκε άμεσα στην πρόσκληση να μοιραστεί μαζί μας τις βιωματικές σημειώσεις του για τους δρόμους και τα στέκια της Ερμούπολης. Τον ευχαριστούμε!

***

 

Στη Σύρο

  

Η Σύρος είναι δισυπόστατη για εμένα. Από τη μία πλευρά, αποτελεί ησυχαστήριο και τόπο απομόνωσης και συγκέντρωσης ώστε να γράφω τα τραγούδια μου. Από την άλλη πλευρά, σε αυτό το μέρος έτυχε κατά περιόδους να κοινωνικοποιηθώ έντονα και να γνωρίσω πολύ σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου.

 

Η σχέση μου με το νησί ξεκινάει από τη γιαγιά μου, τη μητέρα της μητέρας μου. Γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά της χρόνια εδώ μαζί με τους γονείς της και τα δύο αδέρφια της. Στη συνέχεια, ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής, μετοίκησαν όλοι στην Αθήνα.

 

Εγώ ξεκίνησα να έρχομαι στη Σύρο από το 1999 και έπειτα. Κατά κύριο λόγο, για τις διακοπές του Πάσχα μαζί με τους γονείς μου, τους θείους μου και τα ξαδέρφια μου.  Όταν μεγάλωσα λίγο ακόμα (φοιτητής πια) ερχόμουν και μόνος μου ή με τους φίλους μου. Τότε ήταν που γνώρισα στο νησί τη σύντροφο της ζωής μου και δύο από τις καλύτερες φίλες μου. Τότε ήταν που κάναμε και τα πρώτα μας live σε μικρά μπαράκια στη Σύρο μαζί με τον Χάρη Μανουσάκη. Στο «Ε-αμέ» και στο θρυλικό μαγαζί της Νινέτας, η οποία μας άφηνε τα κλειδιά να κλείσουμε εμείς όταν το παρατραβάγαμε με το ξενύχτι! Ερχόμασταν καταχείμωνο, άνοιξη ή καλοκαίρι με δύο κιθάρες και παίζαμε ένα ρεπερτόριο το οποίο ακόμα δεν είχε γίνει κοινό κτήμα (Περίδη, Μάλαμα, Θ. Παπακωνσταντίνου κ.α.). Ταυτόχρονα, περνάγαμε στο πρόγραμμα και μερικά από τα πρώτα δικά μας τραγούδια.

 

 

 


Οι δρόμοι της Ερμούπολης και τα στέκια τα οποία έχουν κρατήσει από τότε είναι γεμάτα με αναμνήσεις. Από γλέντια με κιθάρες και μπουζούκια ή από συζητήσεις φιλοσοφικού περιεχομένου μέχρι το πρωί. Βέβαια, το νησί αλλάζει ραγδαία σε σχέση με άλλα μικρότερα νησιά. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν (φοιτητές, καθηγητές κ.α.) και μαγαζιά ανοίγουν και κλείνουν συνέχεια. Τα περισσότερα παλιά μου στέκια δεν υπάρχουν πια και έτσι χάνεται κι ένα μέρος της ιστορίας. Δεν παύουν όμως τα πράγματα να ξαναγεννιούνται. Όλα είναι ανεξάντλητα, καινούργιες ιστορίες πλάθονται από τους νεοφερμένους και οι συντροφιές φτιάχνουν τα δικά τους σημερινά στέκια.

 

Παρόλα αυτά, κάποια στοιχεία παραμένουν αμετάβλητα. Δεν αλλάζει το πώς αποτύπωσαν τη Σύρο στα έργα τους ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Μάνος Ελευθερίου. Όταν περπατάω τα βράδια στους ημιφωτισμένους δρόμους και ανάμεσα στα παλιά αρχοντικά νιώθω πως βρίσκομαι στην άχρονη εποχή των χρυσανθέμων του Μάνου. Σκιές παλιών ηθοποιών χορεύουν γύρω μου και από τα γραμμόφωνα ακούγονται απόκοσμες μουσικές.

 

Και άλλα πράγματα δεν αλλάζουν. Στα σοκάκια ακόμα συζητούν ως το πρωί οι γειτόνοι. Το ξαναείδα αυτό το καλοκαίρι. Τα παιδιά ακόμα ζωγραφίζουν καράβια στα σκαλοπάτια της Σύρου.  Κι εγώ ακόμα αναζητάω -σαν τη Μαρίνα του Καραγάτση- τη μεγάλη χίμαιρα.

 

 Νίκος Ζουρνής



 

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Κώστας Τζιαγκούλας για τον Γιάννη Σπανό






Το 2003 εμφανιζόμουν στη Μουσική Σκηνή Πλατώ στη Θεσσαλονίκη. Ένα βράδυ γύρω στις 12.30 π.μ. μπήκε στο χώρο ο Γιάννης Σπανός. Το σχήμα απαρτιζόταν από πολλούς τραγουδιστές κι εγώ έπαιζα και κιθάρα σε όλο το πρόγραμμα. Κάποια στιγμή λοιπόν ήρθε ο συνάδελφος, φίλος και επιχειρηματίας του Πλατώ, Δημήτρης Κεχαγιάς, μετά το δικό του στιγμιότυπο και μου λέει «Κωστή δε λες το Σπασμένο καράβι που το λες ωραία να το ακούσει κι ο Γιάννης;» Έτσι έγινε.

 

Μετά το τέλος του προγράμματος ήμουν στο μπαρ και μιλάγαμε με τους συναδέλφους. Περνά λοιπόν ο Γιάννης και χαιρετιόμαστε. Του λέω «κύριε Σπανέ μεγάλη μας τιμή!». Και ο συμπαθέστατος συνθέτης μου απαντά χαμογελώντας «Γιάννη με λένε... Κώστα, δεν ξέρω αλλά κάτι συνέβη με το Σπασμένο καράβι απόψε! Μπράβο σου!».

 

Αυτό ήταν λοιπόν! Ο Γιάννης με έκανε να νιώσω την αλλαγή του κύκλου ζωής έκτοτε. Ο πρώτος σταθμός της συνεργασίας μας ήταν μετά από λίγο στο Πλατώ και το επόμενο καλοκαίρι μετακόμισα στην Αθήνα. Γυρίσαμε όλη την Ελλάδα. Τα ταξίδια ήταν για μένα ευκαιρία να τον γνωρίζω και να μαθαίνω συνεχώς πράγματα για το πώς σκέφτεται και γενικά τη φιλοσοφία ζωής του.

 

Στο πρώτο μου Cd με τίτλο Άσε τη σκέψη εδώ μου εμπιστεύτηκε δύο τραγούδια σε επανεκτέλεση. Το Δεν είσαι έρωτας εσύ (Στίχοι: Μιχάλη Αβατάγγελου) και το Γιατί να 'ρθεις(Στίχοι Ιάκωβου Καμπανέλλη).

 

Επίσης σταθμός στη συνεργασία μας ήταν η μπουάτ Απανεμιά. Ο Γιάννης εκεί ήταν αλλιώς. Το απολάμβανε απόλυτα. Του θύμιζε τις μπουάτ του Παρισιού κι όλο το ρεύμα της τότε εποχής. Παίζαμε κάθε Δευτέρα και μετά ξενυχτούσαμε είτε συζητώντας είτε τραγουδώντας μέχρι το πρωί.





 


Τον χαιρόμουν γιατί ήξερε τι ήθελε από τη ζωή του και είχε πάντα ένα λόγο να συνδέεται και να επικοινωνεί με τους ανθρώπους. Και κυρίως τους απλούς! Γιατί κι ο Γιάννης ήταν απλός και τον θαύμαζα και γι' αυτό.

 

Αυτό που κυρίως εκτιμώ στο έργο του Γιάννη Σπανού είναι ότι οι μελωδίες του έχουν τέτοιο βάθος που αν θέλεις μπορείς να ανακαλύπτεις για πολύ καιρό ως ακροατής και ως ερμηνευτής πτυχές του ψυχισμού σου. Είναι τόσο εμπνευσμένος κι εμπνευστικός που επιδέχεται σπουδή για να είμαι ειλικρινής. Επίσης έχει μελοποιήσει με απόλυτο σεβασμό ποιήματα και στίχους. Το γεγονός βέβαια ότι έχει γράψει τον Ιδανικό κι ανάξιο εραστή, την Αλάνα, το Προσωπικά και το Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο με ξεπερνάει κι αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα-υπόδειγμα ελευθερίας έκφρασης εκ μέρους του. Γιατί έτσι ήταν ο Γιάννης. Ελεύθερος από ταμπέλες.

 

Τα τραγούδια τα προσέγγιζα (χρησιμοποιώ παρατατικό διότι ανακάλυπτα συνεχώς νέες εκδοχές κι εκφάνσεις στις ερμηνείες και αυτό οφειλόταν στο βάθος του έργου του) κυρίως με το ένστικτο της ψυχής μου. Ο Γιάννης έγραφε βιωματικά και δε δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα μιας και υπήρχε ευρύτερη συμπάθεια μεταξύ μας εξ' αρχής, λόγω της ευγένειας και του μεγαλείου ψυχής του, που εξελίχθηκε σε αγάπη μιας και γίναμε οικογένεια από κάποια στιγμή κι έπειτα.

 

Κώστας Τζιαγκούλας



Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020

Χωρίς Ρεφρέν - Ποτέ σου!





Ο Λέων Κουκούλας (1894-1967) γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Ήταν θεατρικός κριτικός, συγγραφέας και μεταφραστής. Ασχολήθηκε κυρίως με το θέατρο και μετέφρασε σημαντικούς ξένους συγγραφείς (Ίψεν, Μολιέρος, Σίλλερ, κ.α.). Διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Λογοτεχνών. Κατά τη διάρκεια της αντίστασης δραστηριοποιήθηκε μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, ενώ υπήρξε βαθύτατα προοδευτικός σε όλη τη ζωή του. Ήταν συνεκδότης στο περιοδικό "Δρόμοι της Ειρήνης" και συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά (Μούσα, Νουμάς, Νέα Εστία κ.α.).



Ποτέ σου!...

Μουσική: Κ.Μουγιάκος Ποίηση: Λέων Κουκούλας Ερμηνεία: Ζέτα Κολιού

Ποτέ σου, όσο γελούμενη κι αν είναι κι απάνεμη η στεριά που σε καλεί, μην πεις στο πλοίο σου: «εδώ για πάντα μείνε κι ανήμεροι πιο πέρα είν’ οι γιαλοί». Ποτέ σου, κι αν σε πρόλαβε το βράδυ προτού χαρείς μια δόξα ημερινή, μην κατεβάσεις μέσα στο σκοτάδι της αυγινής σου ελπίδας το πανί. Ποτέ σου, κι αν τη δίψα σου χορτάσεις κι απ’ τον καρπό του μόχθου σου ευφρανθείς, μπροστά στο νέο ταξίδι μη δειλιάσεις, στις προκυμαίες τις ίδιες μη σταθείς. Πεθαίνοντας της νίκης το στεφάνι αν θες στο μέτωπό σου, όταν λυγά το θάρρος σου, μην πεις: «Αυτό μου φτάνει» κι ούτε ποτέ σου: «Τώρα πια είναι αργά».

***

- Κλασσική/ακουστική κιθάρα, μπουζούκι, φωνητικά, προγραμματισμός: Κώστας Μουγιάκος - Ηλεκτρική/ακουστική κιθάρα: Πάρης Παρασίδης - Τύμπανα: Βαγγέλης Τόμπρος - Μπάσο: Γιάννης Μαυρίδης - Σαξόφωνο: Γιώργος Δούλγερης - Φλογέρα: Μελίνα Μ. - Μίξη/mastering: Πάρης Παρασίδης - Φωτογραφία: Γιάννης Νείλας

Σκηνοθετώντας "Το μεγάλο μας τσίρκο"





Αποπειρώμαι φέτος την πρώτη μου σκηνοθετική προσπάθεια, μετά από την τιμητική πρόταση που μου έγινε από την Αφροδίτη Σφαιροπούλου τον Δεκέμβριο να συνσκηνοθετήσουμε το «Μεγάλο μας Τσίρκο».

Με αφορά και με συναρπάζει, κάτω από πολλά πρίσματα. Διαχρονική η αγάπη μου στην ελληνική ιστορία. Μεγάλη η εμπλοκή μου στα δημόσια πράγματα εδώ και καιρό - πολιτικό ον ανέκαθεν. Ερασιτέχνης παίκτης (actor), ηθοποιός, 20 σχεδόν συναπτά χρόνια.

Στο έργο αναζήτησα τις ομοιότητες και τις αναλογίες με την σημερινή εποχή. Το έργο γράφτηκε το 1973, σε Καθεστώς ουσιαστικής και τυπικής έλλειψης πολιτικών ελευθεριών του λαού μας, με στόχο την ανάδειξή του κλίματος αυτού και την εμψύχωση του κόσμου. Ένα χρόνο μετά, ήρθε το πλαίσιο της τυπικής ανελευθερίας. Πόσες όμως ελευθερίες παρέμειναν ατροφικές, λειψές, κύμβαλα αλαλάζοντα; Και πόσες από τις προηγούμενες εξουσίες συνέχισαν- μέχρι σήμερα- να δίνουν τον τόνο, ασκώντας μια αισχρή, άδικη, αιματοβαμμένη, βαθιά αλήτικη εξουσία, με βούλα και σφραγίδα και την συναίνεση όλων μας;

Διαχρονικό (δυστυχώς;) κείμενο, από έναν γραφιά μύστη της ζωής, με γνώση και άποψη. Ταυτίζεται σε πολλά η ματιά μου με τον Καμπανέλλη- μπορεί να ευθύνονται για αυτό και τα χώματα της Νάξου από τα οποία έλκουμε την καταγωγή μας αμφότεροι.

«Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί Εθνικό ότι είναι αληθινό», λέει ο μεγάλος δάσκαλος Διονύσιος Σολωμός. Και ο Καμπανέλλης το ασπάζεται πλήρως. Το έργο δεν ψάχνει την αλήθεια στην από άμβωνα διδασκαλία. Βαφτίζεται μέσα στο αίμα του λαού για να την βρει, ζόρικια και ματωμένη όπως είναι, μαζί με τον ράφτη του Βόλου του Δημήτρη Χατζή, μαζί με «αυτή τη σιωπηλή στρατιά, αυτούς τους ωραίους δικούς μας».

Ο Καμπανέλλης παραδίδει μαθήματα (Νέο)ελληνικής Ιστορίας. Όχι με Χολιγουντιανή ματιά. Καταρρίπτει το «ενιαίο» του Έθνους. Δεν πολεμήσαμε όλοι μαζί! Κάποιοι ωφελούνταν, κάποιοι σκότωναν ήρωες, κάποιοι ήταν ρουφιάνοι. Έλληνας ήταν και ο Εφιάλτης, και ο Λαδέμπορας της Κατοχής. Μας γράφει με αίμα ότι οι άπονες εξουσίες-κατά Κώστα Βίρβο- ξεκληρίζουν τον λαό. Δώστε βάση στο ποιοι πεθαίνουν σε κάθε επεισόδιο και στο ποιοι τους σκοτώνουν. Και ο Λαός; Κάποιοι αναζητούν το τρένο της ευκαιριακής προσωπικής ανάδειξης, οι ανόητοι με τρόπο γελοίο, οι πιο πονηροί με κολεγιές με τον εκάστοτε ισχυρό. Φωτογραφίες της καθημάς Μεταπολίτευσης, και ας προηγήθηκε χρονικά το έργο.

Χαρούμενος θα είμαι αν ο θεατής προσπαθήσει να βρει σε καθεμιά από τις σκηνές του έργου αναλογίες με τη σημερινή ζωή. Ποιος είναι ο Ανδρόνικος σήμερα; Ποιοι σκοτώνουν τον Κλέφτη σήμερα; Ποιο είναι το Μαντείο και ποιος ο Φίλιππος σήμερα; Ποιοι καπηλεύονται τους ήρωες σήμερα; Το Σύνταγμα κινδυνεύουμε να το χάσουμε και σήμερα; Και αυτό είναι κάτι εντελώς τυπικό ή κάτι βαθιά ουσιαστικό; Το έργο, όταν γράφτηκε το 1973, λογοκρίθηκε. Σήμερα, ποιες ειδήσεις δεν φτάνουν στα κανάλια; Τι ρόλο παίζει η Πολιτική Ορθότητα; Η –κατά Σεφέρη- «κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης», η «ανωμαλία», βρίσκεται σίγουρα μόνο στο παρελθόν;

Τα πανό και τα πλακάτ που μένουν στο τέλος στη σκηνή κάνουν μια αναδρομή στα συνθήματα των πιο επιφανών επαναστάσεων των τελευταίων 250 ετών σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο λαός που γυρεύει το δίκιο του είναι μία άχρονη συνθήκη. Από την πλευρά μας, επιχειρήσαμε να συνδέσουμε το έργο με την τρέχουσα πραγματικότητα ώστε η (ελληνική) ιστορία, από βαρετό για κάποιους ανάγνωσμα να γίνει χρήσιμος πλοηγός για το μέλλον και πολύτιμος ερμηνευτής του σήμερα.

Και κάτι για τους συντελεστές της ομάδας: Επεδίωξα να προσεγγίσω νεαρό ηλικιακά κόσμο. Δίχως βέβαια ίχνος ηλικιακού ρατσισμού, απλώς πιστεύω πως πρέπει να είναι προτεραιότητα η δημιουργία πεδίων έκφρασης για νέους ανθρώπους. Λείπουν…

Η παράσταση αφιερώνεται σε όσους ακόμα ονειρεύονται. Τον κόσμο- τον εαυτό τους μέσα στον κόσμο. Τον μεγάλο μύθο. Τον ακέραιο.


Γιώργος Κομνηνάκης
ομάδα Θεατρικής Επιμόρφωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Διονύσου


ΥΓ: Η Τέχνη δεν κάνει Επανάσταση. Αλλά, χωρίς Τέχνη, δύσκολα γίνεται Επανάσταση…

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2020

Πού πήγε το αστικό τραγούδι;


Άκουγα πριν από κάτι μέρες το μεγάλο ερωτικό τραγούδι - τι ποιο είναι, ένα είναι το μεγάλο ερωτικό τραγούδι, μην ακούω τέτοιες ερωτήσεις βραδιάτικο...








Περνούν οι μέρες στο σκοτάδι
τα φώτα γίνονται σκιές 
μα σαν θα σμίξουμε ένα βράδυ
θα ναι οι πίκρες μας παλιές

Όταν θα σμίξουμε ένα βράδυ
στου κόσμου το βαθύ πηγάδι
τα λεωφορεία θα περνάνε
θα παίζουνε τα σινεμά
κι όλα θα μοιάζουν όπως πρώτα
μα κάπως διαφορετικά
όταν θα σμίξουμε ένα βράδυ
στου κόσμου το βαθύ πηγάδι

Περνούν οι μέρες στο σκοτάδι
μ' αφήνουν πόρτες ανοιχτές
για να γυρίσουμε ένα βράδυ
απ' τη φωτιά κι από το χτες

Όταν θα σμίξουμε ένα βράδυ
στου κόσμου το βαθύ πηγάδι
ένα τραγούδι θ' ανεβαίνει
απ' το βυθό μέχρι τη γη
κι εσύ θα λες τι μου συμβαίνει
θα ψάχνεσαι για την πληγή
για την πληγή που μας πληγώνει
σαν μένουμε στον κόσμο μόνοι

***

και που λες ξάφνου άκουσα τον στίχο "τα λεωφορεία θα περνάνε θα παίζουνε τα σινεμά" και ένιωσα ένα ρίγος ρε παιδί μου, σαν να ακούω τον Θούριο του Ρήγα, κάτι επαναστατικό τέλος πάντων, κάτι ανατρεπτικό, και δεν είχα ιδέα γιατί το αισθάνθηκα αυτό διότι τίποτε επαναστατικό δεν υπάρχει στο να περνάν τα λεωφορεία και να παίζουνε τα σινεμά.

Ψάχνοντας, το βρήκα: τριγύρω μου δεν ακούω πλέον αστικά τραγούδια, τραγούδια που να έχουν φτιαχτεί για ανθρώπους της πόλης, να περιγράφουν τη ζωή τους εκεί, τις εικόνες και τα μοτίβα της, να έχουν την πόλη ως background, να ξετυλίγονται εκεί. Γι' αυτό και με συγκινούν τα λεωφορεία και τα σινεμά, διότι έχουν κάτι από την πόλη, κάτι αστικό, κάτι που μπορεί να αναφέρεται στη φυγή (των ταξιδιών και του κινηματογράφου) αλλά είναι απείρως λιγότερο της φυγής από το συνεχές κυνηγητό του χωριού και του αγρού που μ' έχουνε φλομώσει.

Πως το λένε αγαπητή μου αναγνώστρια, πήξαμε στα παραδοσιακά. Πήξαμε στον Κωνσταντή και στον Νικολή, πήξαμε στο κλαρίνο και στο νταούλι, πήξαμε στην αγροτιά και στη λεβεντιά, πήξαμε στις στέπες και στα αερικά, και δεν εννοώ ότι πήξαμε στο να ακούμε δημοτικά - όόόχι, αν ακούγαμε απλώς δημοτικά μια χαρά θα' τανε, αλλά πλέον δεν υπάρχει επιλογή, πλέον ο πόνος του χωριού είναι mainstream, έχει μεταγγισθεί στο καθαυτό έντεχνο τραγούδι. Μακάρι να άκουγες δημοτικά αλλά να είχες κι απ' το άλλο, όόόχι, τώρα πας να ακούσεις το άλλο, ροκ, έντεχνο, ό,τι να 'ναι τέλος πάντων, και σου σκάει από παντού αυτό το υβριδικό εντεχνο-δημοτικο-ροκ, και μάλιστα σε βερσιόν αντάρτικη. Και δως του βοσκαδουράκια, και δως του πλατεια του χωριού και μαγγανείες, και δως του το κοινό να του σηκώνεται η τρίχα με το ένα ηπειρώτικο, να του σηκώνεται η πέτσα με το άλλο ηπειρώτικο, και δως του αναρχία και επανάσταση και καπνογόνα με κλαρίνα και λαούτα.

Πάει, τέλος το αστικό τραγούδι, τώρα μόνο ζόμπι που διονυσιάζονται με electro-ηπειρώτικα και levento-τσοπάνικα. Μα γιατί δεν πάνε στα χωριά τους να ησυχάσουμε, επιτέλους; Να ακούσουμε με την ησυχία μας τις τραγουδάρες μας για το τρένο που έφευγε για τη Χαλκίδα, για μια πόλη έφευγε διάολε, κι όχι για την ανδρομέδα και τον αποσπερίτη που δεν τον βλέπω από το διαμέρισμά μου εκτός κι αν το κάνω κάμπριο, άιντε λοιπόν στα χωριά σας και καταργήστε τους συλλόγους ηπειρωτών και νησιωτών και λοιπών τόπων, όχι άλλοι σύλλογοι και συναυλίες στην Τεχνόπολη, δρόμο, μόνιμη μετανάστευση στα χωριά, μπας και μας σηκωθεί κι εμάς η τρίχα με "το στενό και το μηχανουργείο" και μπας και νοιώσουμε και λίγο αστικοποίηση που απ' ό,τι φαίνεται ποτέ δεν ολοκληρώθηκε σ' αυτή τη χώρα!

ηρ.οικ.






Μια πρόταση του Θανάση Μωραΐτη από το 2003 για ένα διεθνές φεστιβάλ παραδοσιακής μουσικής




Πρόταση για Διεθνές Φεστιβάλ Παραδοσιακής Μουσικής στη Λέρο με θέμα "Ο άσκαυλος στην Ευρώπη και ειδικά στη Μεσόγειο"


Ο ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης και δημιουργίας των μουσικών πολιτισμών όλων των λαών της γης αντλεί την καταγωγή του από μια κοινή μακρινή ρίζα. Ακόμα και σήμερα, όταν ερμηνεύουμε και αξιολογούμε με κοινούς παρονομαστές τις γραμμές της καταγωγής, αλλά και την «άνευ ορίων, άνευ όρων» επιθυμία των ανθρώπων για καλλιτεχνική απεικόνιση όλων των στιγμών της ζωής τους, οι διαφορές ατονούν και αρχίζουν να διαφαίνονται τα κοινά στοιχεία στις ιδιαίτερες ουσιαστικές ιδιοσυστασίες κάθε μουσικής έκφρασης. 

Εξ άλλου, οι συνεχείς αλληλεπιδράσεις μεταξύ των λαών, ακόμα και των πιο απομακρυσμένων στην επιφάνεια της γης, πάντα συνέβαιναν και πάντα θα συμβαίνουν. Πολύ περισσότερο στην εποχή μας, μιας και τώρα η «επαφή» είναι πιο εύκολη από ό,τι παλιότερα. 

Σε ό,τι αφορά τους λαούς της Ευρώπης, αυτό μπορεί να γίνει και πρακτικά πιο εφαρμόσιμο, λόγω και της ενοποίησης που στον παρόντα καιρό συντελείται σε όλες τις παραμέτρους. Αλλά και η πρόοδος της επιστήμης βοηθάει σημαντικά να φωτιστούν οι σχέσεις της συγγένειας που υπόκεινται στη διαφορετικότητα. 

Ο στόχος του Διεθνούς Φεστιβάλ Παραδοσιακής Μουσικής της Λέρου είναι ένας και πολύ απλός: να έρθει ο κόσμος των χωρών-μελών της Ευρώπης σε ζωντανή και άμεση επαφή μέσα από την κοινή και αναγνωρίσιμη απ’ όλους πολιτιστική ρίζα, καθώς και να ανακαλυφθούν, να συνειδητοποιηθούν και να εμπλουτιστούν οι πολιτιστικές αλληλεπιδράσεις και καταβολές όλων των λαών μέσα από τις πολύμορφες και πολυδιάστατες παραμέτρους που δημιουργεί η συνύπαρξη τόσο των μουσικών-εκτελεστών-δημιουργών όσο και των θεατών-ουσιαστικών αποδεκτών και κριτών αυτής της συνύπαρξης. 

Το Διεθνές Φεστιβάλ Παραδοσιακής Μουσικής της Λέρου θα δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην δημιουργική προσέγγιση της παραδοσιακής μουσικής από τους νέους μουσικούς όλων των λαών της Ευρώπης, γιατί το «πιστεύω» των καλλιτεχνικών υπευθύνων που θα αναλάβουν να προσδώσουν στο Φεστιβάλ το «αισθητικό μέγεθος» που αναλογεί σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα είναι ότι η δυναμική της παραδοσιακής μουσικής εμπεριέχει, τόσο εν σπέρματι όσο και στην ολοκλήρωσή της, πάρα πολλούς από τους αναγκαίους για την εξέλιξή της σύγχρονους τρόπους έκφρασης που ενυπάρχουν νομοτελειακά στο ψυχισμό των νέων ανθρώπων. 

Ο άσκαυλος είναι αποτέλεσμα της ανάρτησης δύο ή και περισσότερων γλωττιδοφόρων αυλών σε ένα δερμάτινο ασκί που προμηθεύει αέρα χωρίς ο εκτελεστής να εξαντλείται καταβάλλοντας την υπέρμετρη προσπάθεια που τα όργανα αυτά απαιτούν. Ο άσκαυλος, που σύμφωνα με τις παλαιές μαρτυρίες του Σουητώνιου, του Δίωνα Χρυσοστόμου κ.ά. πρωτοεμφανίζεται στην Ασία, ήδη γύρω στον 1ο με 2ο μ.Χ. αιώνα, έρχεται στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Ιταλίας. Η παρουσία του τεκμηριώνεται από πάμπολλες εικονογραφικές και φιλολογικές πηγές. 

Δύο τύπους ασκαύλου συναντούμε στις προαναφερόμενες περιοχές: την τσαμπούνα, που παίζεται στα νησιά της Μεσογείου και στον Πόντο, με διάφορες ονομασίες όπως, τσαμπούνα, τσαμπουνάσκιο, ασκομαντούρα, αγγείον, τουλούμ, ασκαύλι κτλ., και την γκάιντα, που παίζεται στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα Βαλκάνια. 

Και οι δύο τύποι αποτελούνται από το ασκί, το επιστόμιο και τη συσκευή για την παραγωγή του ήχου. Η διαφορά τους είναι ότι στην γκάιντα βρίσκουμε δύο χωριστές συσκευές παραγωγής του ήχου. 

Άσκαυλοι παίζονται όμως και στον κελτικό κόσμο με επίκεντρο τις βρετανικές νήσους, αλλά και στην κεντρική Ευρώπη. Και τα δύο είδη αποτελούν βασικά όργανα της παραδοσιακής μουσικής του ευρωπαϊκού χώρου στη διάρκεια της Ιστορίας έως ακόμα και σήμερα, ενώ σε ορισμένα σημεία χάθηκαν εντελώς πρόσφατα. 

Θανάσης Μωραΐτης
Πλάκα, Μάιος 2003

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2020

Για τον δίσκο 'Tous des oiseaux' της Ελένης Καραΐνδρου





Ελένη Καραΐνδρου

«Tous des oiseaux»

ECM 


Είναι δύσκολο να γράψω για τη μουσική της Ελένης Καραΐνδρου γιατί την ακούω συνεχώς, με συντροφεύει , την αγαπώ και αυτή η σχέση δημιουργεί τέτοια οικειότητα που αντί για τη γνώμη μου μόνο τα αισθηματά μου μπορώ να παραθέσω.

Η συλλογή Tous des oiseaux με έργα της Ελένης Καραΐνδρου περιλαμβάνει την πρωτότυπη μουσική που έγραψε η συνθέτρια για την παράσταση Tous des oiseaux του Λιβανο-Καναδού Wajdi Mouawad, μια σύγχρονη εκδοχή Ρωμαίου και Ιουλιέττας, πνοής επικής, με φόντο τη σύγκρουση ανάμεσα σε Ισραήλ και Παλαιστίνη που ανασύρει ερωτήματα γύρω από την καταγωγή και την ταυτότητα. Η παράσταση που έκανε πρεμιέρα στο Παρισινό Εθνικό Θέατρο La Colline στις 17 Νοεμβρίου 2017, έχει γνωρίσει κυριολεκτικά την αποθέωση από κοινό και κριτική, κέρδισε το πολύτιμο Μέγα Βραβείο της Κριτικής.

Η συλλογή περιλαμβάνει, επίσης, τη μουσική της ταινίας Bomb, a love story του Ιρανού ηθοποιού και σκηνοθέτη Payman Maadi. Πρόκειται για μια ταινία που με ευαισθησία καταγράφει ιστορίες αγάπης και ανθρωπίνων σχέσεων μιας γειτονιάς στην Τεχεράνη τον καιρό που η πόλη ζει τους βομβαρδισμούς του Σαντάμ. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στην Τεχεράνη στις 3/2/2018 και η μουσική απέσπασε υποψηφιότητα στα Asia Pacific Screen Awards. Ο Ιρανός σκηνοθέτης Payman Maadi είναι επίσης ένας εξαιρετικός σεναριογράφος, συνεργάτης του Farhadi και πρωταγωνιστής στην ταινία του Ένας χωρισμός που του χάρισε βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Και στα δύο η ορχήστρα εγχόρδων δημιουργεί τα θεμέλια της σύνθεσης με concertino την Αργυρώ Σειρά, πλαισιωμένη από κορυφαίους σολίστ, αγαπημένους συνεργάτες της συνθέτριας: Σαβίνα Γιαννάτου φωνή, Σωκράτης Σινόπουλος λύρα, λαούτο, Αλέξανδρος Μποτίνης βιολοντσέλο, Βαγγέλης Χριστόπουλος όμποε, Στέλλα Γαδέδη φλάουτο, Γιάννης Ευαγγελάτος φαγκότο, Ντίνος Χατζηιορδάνου ακορντεόν, Άρης Δημητριάδης μαντολίνο, Μαρία Μπιλντέα άρπα, Νίκος Παραουλάκης νέι, Στέφανος Δορμπαράκης κανονάκι, και Γιώργος Κοντογιάννης κρουστά. Πιάνο παίζει η συνθέτρια.

Από τις πρώτες νότες η μουσική μεταφέρει τον ακροατή στο γνώριμο μουσικοποιητικό σύμπαν της Ελένης Καραΐνδρου. Ένα σύμπαν που φτιάχτηκε με σπάνια υλικά: αισθητική, ευαισθησία, καλλιέργεια, γνώση, ανθρωπιά, υλικά δηλαδή της αληθινής τέχνης. Η μουσική για το θέατρο ή το κινηματογράφο έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις. Η συνθέτης δίπλα στον σκηνοθέτη παραθέτει τα δικά της πλάνα, βλέπει εικόνες όσο και εκείνος και τις μετουσιώνει σε μουσικά θέματα που, όχι μόνο πρέπει να είναι λειτουργικά στην σκηνή ή στην οθόνη, αλλά και αυτόνομα. Από τα 22 κομμάτια του δίσκου με συγκίνησε ιδιαίτερα το «The waltz hope» όπως και το «Mitra’s theme – Walking in Tehran». Η ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου καθηλωτική.

Η ηχογράφηση έγινε στο Studio Sierra το 2017 από το Γιώργο Καρυώτη. Ο παραγωγός και ιδρυτής της ECM Manfred Eicher έχει δημιουργήσει μια ξεχωριστή και εμπνευσμένη «δραματουργία», λειτουργώντας σαν αόρατος μαέστρος. Στο καλαίσθητο βιβλιαράκι του άλμπουμ υπάρχουν φωτογραφίες της παράστασης και της ταινίας, κείμενα της Ελένης Καραΐνδρου, ενώ το εξώφυλλο κοσμεί φωτογραφία του σπουδαίου μας ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου.

Ένα ακόμα σπάνιο και ξεχωριστό άκουσμα για τη δισκοθήκη σας. Καλή ακρόαση. 

Λιάνα Μαλανδρενιώτη 
9 Ιουνίου 2019, Η ΕΠΟΧΗ

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2020

Ο Γιώργος Ε. Παπαδάκης για τον Μίκη Θεοδωράκη






Η ιστορική τομή του Μίκη Θεοδωράκη στην εξέλιξη της ελληνικής μουσικής: Η φύση και η σημασία της 



του Γιώργου Ε. Παπαδάκη

Ομιλία στο Διεθνές Συνέδριο "Μίκης Θεοδωράκης", Χανιά, 30 Ιουλίου 2005.



Είναι πλέον κοινός τόπος ότι ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε ο εισηγητής και ο πρωταγωνιστής μιας από τις σημαντικότερες και βαθύτερες τομές που πραγματοποιήθηκαν στην ιστορία του τραγουδιού της νεότερης Ελλάδας. 

Για κείνους που υπήρξαν μάρτυρες των γεγονότων που συνιστούν την εξέλιξη αυτή αλλά (πολύ περισσότερο) για τις γενιές που ακολούθησαν, δεν είναι ίσως φανερό όλο το μέγεθος και η σημασία της καθώς η ιστορία και η εξέλιξη του τραγουδιού δεν είναι ένα αντικείμενο που η κοινωνία το εξετάζει, ή το μελετά, με όρους, που «προσμετρούν» μεγέθη, ή έννοιες, όπως είναι η αυθεντικότητα ή η πραγματική κοινωνική του λειτουργία. Η κοινωνία απλώς αισθάνεται τη μικρή ή τη μεγάλη δύναμη που έχει το τραγούδι να συνδιαλέγεται και να δημιουργεί μαζί της ισχυρούς ψυχικούς δεσμούς. 

Ονομάζω μεγάλη και ιστορική τομή στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, την παρέμβαση που πραγματοποίησαν προς το τέλος της δεκαετίας του 50 ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις (από διαφορετική κατεύθυνση ο καθένας) διότι σηματοδοτεί το τέλος μιας μεγάλης και όλως ιδιάζουσας (σχετικά με το θέμα αυτό) περιόδου που αρχίζει από την επομένη της ίδρυσης του ελληνικού κράτους. 

Η Ελλάδα είναι η μοναδική, ίσως, χώρα του κόσμου, όπου εμφανίστηκε μια τόσο μεγάλη σε διάρκεια και βάθος μουσική διγλωσσία. Μια συνέπεια της άκριτης (όσο και τραγικής) αντίληψης των πνευματικών ανθρώπων, των λογίων μουσικών, αλλά και της νεαρής ελληνικής Πολιτείας, που χωρίς γνώση, και χωρίς αίσθημα ευθύνης, θεώρησε τη γνήσια ελληνική μουσική παράδοση ως ένα λείψανο της τουρκοκρατίας που έπρεπε να ξεχαστεί και να δώσει τη θέση της στη θεωρούμενη ως «ανώτερη» ευρωπαϊκή τέχνη. Κι όμως, η ανέπαφη και ζωντανή, ως εκείνη την ώρα παράδοση, στον τομέα της μουσικής, αποτελούσε τότε το μόνο υπαρκτό κλειδί για μια υποτιθέμενη πατριωτική στάση των λογίων μουσικών και των δασκάλων. 

Όσο κι αν η μουσική είναι "διεθνής γλώσσα" με την οποία εκφράζονται τα ψυχικά συναισθήματα, αυτά τα συναισθήματα, από την άλλη μεριά, είναι δημιουργήματα εξωτερικών αιτίων, ήτοι, του ιδιαίτερου φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Έτσι η μουσική δεν είναι μία για όλους τους λαούς. Κι ενώ κάθε λαός έχει (και τιμά) τη δική του, μόνο στην Eλλάδα, για πολλά χρόνια ύστερα από την απελευθέρωση δεν είχε ακόμα φανεί πως (εκτός του ίδιου του λαού) και η μουσική λογιοσύνη εκτιμούσε τη σημασία και την αξία της μουσικής του τόπου. Οι μουσικοί, θαμπωμένοι από τη λάμψη των ξένων, αλλά ουσιαστικά επειδή δεν είχαν τη δύναμη να εισδύσουν στην ουσία του πολύτιμου θησαυρού της παράδοσης, ξενιτεύτηκαν αναζητώντας θνησιγενή, όπως απεδείχθη, και αναρμόδια μέλη. 

Έτσι, η μουσική που διακρίνουμε με το γενικόo όρο «δημοτική» σταδιακά υποτιμήθηκε και η αξία της περιορίστηκε σε αυτό που, πάνω κάτω και σήμερα η κοινή αντίληψη θεωρεί πως είναι: κάτι όχι περισσότερο από μια γραφικότητα μουσειακής αξίας και επιπλέον εργαλείο για την εξυπηρέτηση άλλων, άσχετων με την τέχνη, σκοπιμοτήτων ή ιδεοληψιών. 

Για ένα και πλέον αιώνα ύστερα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η συστηματική προσπάθεια επιβολής των δυτικών προτύπων στο χώρο του τραγουδιού, δεν μπορεί να πει κανείς πως είχε πετύχει και τόσο ικανοποιητικά αποτελέσματα. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν τα τεκμήρια που περιγράφουν την απήχηση που έβρισκαν στο μεγάλο κοινό τα έργα της λεγόμενης «ελαφράς» μουσικής. Πρόχειρες αντιγραφές, απομιμήσεις, και παραφράσεις από ιταλικές κυρίως και γαλλικές οπερέτες, ή μελοδράματα, συνέθεταν ένα υβριδικό είδος τραγουδιού που διέδιδε εντατικά η ακμάζουσα στις αρχές του 20ου αιώνα Αθηναϊκή Επιθεώρηση. 

Αλλά και λόγιοι μουσικοί, της εποχής (Καλομοίρης, Λαμπελέτ, Λαυράγκας, Βάρβογλης και άλλοι) επηρεασμένοι από τη μια από το πνευματικό κλίμα της εποχής τους (Παλαμάς, Σικελιανός, Δημοτικιστές) και από την άλλη από τις διάφορες Eθνικές Mουσικές Σχολές της Eυρώπης (ρώσικη, τσέχικη, ισπανική κλπ), προσανατόλισαν τις προσπάθειες τους στην ιδέα της δημιουργίας μουσικής με "ελληνική ψυχή". Mια ιδέα για την πραγματοποίηση της οποίας οι δυσκολίες ήταν πολύ μεγαλύτερες από ό,τι περίμεναν. Tα εκφραστικά τους μέσα, τα εργαλεία, και φυσικά η παιδεία τους ερχόταν από την Eυρώπη. Mια ανάλογη της ευρωπαϊκής λόγια παράδοση, στην οποία θα μπορούσαν να στηριχτούν, δεν υπήρχε στην Ελλάδα και η μόνη αφετηρία που απέμενε ήταν η μουσική που διέσωζε η παράδοση, που όμως κανένας τους δεν ήταν σε θέση να προσεγγίσει ουσιαστικά περισσότερο από το να μεταφέρει εκ του τροπικού στο συγκερασμένο σύστημα τη μουσική των δημοτικών τραγουδιών, ή να γράφει δημοτικοφανείς μελωδίες και να τις προσαρμόζει είτε στο συμφωνικό είτε σε άλλα μουσικά σύνολα. Αυτό που έλειπε βέβαια προκειμένου να γίνει το κρίσιμο ποιοτικό βήμα, δεν ήταν ούτε μόνο, ούτε απλώς, ένα θεωρητικό, ή τεχνικό, μουσικό ζήτημα. Ο Μάριος Βάρβογλης αρκετά νωρίς είχε κάνει μια σημαντική παρατήρηση: 

«O Σαίν-Σάνς», γράφει, «ο Mασσενέ, ο Pαβέλ, ο Γκλαζούνωφ, πήρανε δημοτικά μοτίβα ρωμέϊκα και τα έγραψαν πολύ τεχνικά, όμως μ'αυτό δεν θα πεί πως έγιναν Pωμιοί μουσικοί. Tους λείπει η Pωμέϊκη ψυχή. Aν ο Kαλομοίρης κατώρθωσε κάτι τοπικό, το κατώρθωσε περισσότερο γιατί παρακολουθεί την ποίηση και τη φιλολογία μας. Γιατί είναι οι δυό τέχνες οι πιο βαθειές που δεν σβύνουν ποτέ από ένα έθνος μέσα σε όλα τα αλλάγματα και τις φουρτούνες του. Ποιός από τους Eλληνες μουσικούς παρακολουθεί την ποίηση μας; Πηγαίνουν δυό τρία χρονάκια στην Iταλία και γυρίζουνε για ν'ακολουθήσουν την ταχτική των φωνασκιών χωρίς να παρουσιάσουν ούτε μια μεζούρα ευσυνείδητης μουσικής» 

Έπρεπε να περάσουν ακόμη τρεις δεκαετίες και να μεσολαβήσουν γεγονότα που συντάραξαν μαζί με τον κόσμο και την ελληνική κοινωνία. Ιδιαίτερα οι μεταπολεμικές περιπέτειες που περίμεναν την Ελλάδα, η ζοφερή ατμόσφαιρα του εμφυλίου πολέμου και το καταπιεστικό κλίμα που ακολούθησε βοήθησαν, μεταξύ των άλλων, και στην ανασύνταξη των πνευματικών και δημοκρατικών δυνάμεων του τόπου. Μπορεί να πει κανείς πως στα χρόνια της δεκαετίας του 50, είχαν συγκεντρωθεί όλα εκείνα που χρειάζονταν προκειμένου να διαμορφωθεί μια νέα και πρωτοπόρα πνευματική κίνηση, στις πρώτες γραμμές της οποίας βρέθηκε ο μουσικός Μίκης Θεοδωράκης. 

Καμιά μεγάλη πολιτιστική κίνηση, κανένα κίνημα που κατορθώνει να ανατρέψει το παλιό και να δικαιώσει το νέο που κομίζει, δεν μπορεί να ερμηνευτεί απόλυτα, αν δεν ενταχθεί στο ιστορικό γίγνεσθαι. Τα γεγονότα είναι γνωστά και είναι μάλλον περιττό να τα επαναλάβουμε εδώ. Η παρέμβαση του Μίκη Θεοδωράκη στο χώρο του τραγουδιού δικαιώθηκε και μάλιστα πανηγυρικά από την ιστορία. Όχι μόνο τώρα (εκ των υστέρων κρίνοντας) αλλά και τότε, κατά τη φάση της εκδήλωσής της, η παρέμβαση αυτή έγινε αισθητή σε όλο της το μέγεθος προκαλώντας, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, κλυδωνισμούς και ρωγμές σε ένα σύστημα που ως τότε αγνοούσε και υποτιμούσε την ιστορία και τη μακρά και πλούσια παράδοση του τόπου. 

Πρέπει να θυμηθούμε πως αν και στην περίοδο του Μεσοπολέμου, εξ αιτίας των γεγονότων της Μικρασιατικής καταστροφής, και των χιλιάδων προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα, το λαϊκό τραγούδι (ιδιαιτέρως το ρεμπέτικο) πήρε μια σχετικά μεγαλύτερη διάδοση, βοηθούσης και της νεαρής ακόμα τότε εμπορικής δισκοπαραγωγής. Βρισκόταν ωστόσο, ακόμη στο στόχαστρο της μικροαστικής και μεγαλοαστικής τάξεως καθώς το θεωρούσαν χυδαία έκφραση της ψυχικής και σωματικής διαφθοράς του υποκόσμου. Έκπληκτη η αθηναϊκή αστική κοινωνία άκουσε το 1948 τον Μάνο Χατζιδάκι, στην περίφημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο, να λέει πως «πρέπει να κοιτάξουμε προσεκτικά την αξία του και ν' αγαπήσουμε την αλήθεια και τη δύναμη που περιέχει. Αυτά τα τραγούδια είναι τόσο κοντινά σε μας, που δεν έχουμε, νομίζω σήμερα τίποτα άλλο για να ισχυριστούμε το ίδιο...». 

Πρέπει ακόμα να αναλογιστούμε και την παρρησία που χρειαζόταν για να πει κανείς κάτι τέτοιο εν μέσω του εμφυλίου πολέμου και εν μέσω δυο αντιμαχόμενων παρατάξεων που και οι δυο, σε επίπεδο ιθυνόντων, ήταν, αναφανδόν, εναντίον του ρεμπέτικου (ήταν ίσως το μόνο πράγμα για το οποίο συμφωνούσαν) η Αριστερά επειδή δεν μπορούσε να το «τακτοποιήσει» εντός των σοσιαλιστικών της οραμάτων και η Δεξιά επειδή δεν έβρισκε σ' αυτό τίποτε που να μπορεί εύκολα να το συσχετίσει με τους προαιώνιους εθνικούς και φυλετικούς θησαυρούς, των οποίων είχε αυτοδιοριστεί φύλακας. 

Ο Θεοδωράκης, ήρθε να εισδύσει ορμητικά όχι ακριβώς στο σώμα του ρεμπέτικου, αλλά στο πέλαγος από το οποίο αυτό προερχόταν. Αν και μέχρι τότε ήταν στραμμένος προς άλλους στόχους, κατόρθωσε με την πρώτη του δοκιμή (τα τραγούδια του «Επιτάφιου») κάτι που κανένας, από τους προκατόχους του δεν είχε πετύχει: Μια δημιουργία αξιώσεων που αντλεί από την παράδοση, να βρίσκει αμέσως την πιο πλατιά απήχηση σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας (ιδιαιτέρως όμως στα λαϊκά) σαν αυτό να ήταν το πιο φυσικό, το πιο αυτονόητο, το πλέον αναμενόμενο, και που παρ' όλα αυτά δεν ερχόταν. 

Ο Θεοδωράκης δεν είναι ο πρώτος που κατανόησε την ανάγκη της δημιουργικής αφομοίωσης αξιών που διασώζει η παράδοση. Το ζήτημα αυτό είχε τεθεί και παλαιότερα χωρίς όμως να καρποφορήσει. Φαίνεται πως εκείνο ακριβώς που κρατούσε σε απόσταση, ή εμπόδιζε, τους παλαιότερους μουσικούς να έρθουν σε μια ουσιαστική επαφή με τη μουσική ψυχή της Ελλάδας, γονιμοποίησε τον Θεοδωράκη. Και τι ήταν αυτό; Ένα ιδιότυπο ζήτημα και πρόβλημα: Ο τόπος αυτός διαθέτει μια λόγια (τη Βυζαντινή) αλλά και μια λαϊκή μουσική παράδοση, που έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό έναντι όλων των άλλων της Eυρώπης: Μπορεί να πει κανείς πως είναι η νεότερη και ταυτόχρονα η αρχαιότερη. 

H νεότερη, γιατί μόλις 180 χρόνια την χωρίζουν από την εθνική αποκατάσταση (και πολύ λιγότερο από τις πρώτες προσπάθειες για τη δημιουργία Eθνικής Mουσικής Σχολής) και η αρχαιότερη, γιατί οι πριν από τη δουλεία ελληνικοί πολιτισμοί είχαν γεννήσει, αναπτύξει και καθιερώσει την ίδια την τέχνη της μουσικής. Σ' αυτό ας προσθέσουμε και την θεμελιώδη διαφορά (την ασυμβατότητα) του τροπικού μουσικού συστήματος από το ευρωπαϊκό συγκερασμένο. 

Ένα εντελώς ιδιάζον πρόβλημα (αν όχι αδιέξοδο) που οι περισσότεροι λόγιοι μουσικοί μας, απ' τον Λαμπελέτ ως τον Kαλομοίρη το αντιμετώπισαν μονομερώς από τη σκοπιά του Eυρωπαίου. Είναι ενδιαφέρον (για παράδειγμα) να ερευνήσει κανείς πώς το ιδιαίτερο αυτό πρόβλημα συνέβαλε στο να οδηγηθεί, από τη μια, ο Νίκος Σκαλκώτας σε μια τραγική εσωτερική σύγκρουση (αναζητώντας μέσα του μια καλλιτεχνική διέξοδο) κι απ' την άλλη ο εξωστρεφής Θεοδωράκης σε μια τολμηρή δημιουργική πράξη που στρέφεται προς το λαό και διακινδυνεύει ένα διάλογο που τελικώς, με έναν τρόπο, καρποφορεί. 

Ο Επιτάφιος και οι πρώτοι κύκλοι τραγουδιών απoτέλεσαν προτάσεις που απoκάλυπταν τη μεγάλη δύναμη του λαϊκού μέλους και τους βαθύτατους δεσμούς του με τη γνήσια παράδοση του τόπου. Ο ίδιος ο Θεοδωράκης χαρακτήρισε τον Επιτάφιο «Ξάδελφο της Συννεφιασμένης Κυριακής και των άλλων λαϊκών τραγουδιών» που επιπλέον είχε και το αγωνιστικό μήνυμα. Από καθαρά όμως μουσική άποψη η καινούργια πρόταση είχε ακόμα κάτι που την έκανε, πιστεύω, περισσότερο αναγνωρίσιμη και «οικεία» στο ευρύ, στο μεγάλο του ακροατήριο: Αντίθετα με την προσέγγιση των παλαιοτέρων δημιουργών της Εθνικής Σχολής, ο Θεοδωράκης δε χρησιμοποιεί μια αρμονική υποστήριξη που προκύπτει από τους κανόνες της ευρωπαϊκής παράδοσης, αλλά από εκείνους που καθιέρωσε η λαϊκή εμπειροτεχνία. Αυτό (ακόμα κι αν μοιάζει) δεν είναι ωστόσο μια ειδική τεχνική λεπτομέρεια. Είναι κλειδί και ουσία καθώς η «λαϊκή αρμονία» (αν μπορούμε να το πούμε) αποτελεί και αυτή σε γενικές γραμμές προϊόν συλλογικής εργασίας των ανωνύμων λαϊκών οργανοπαικτών και μελοποιών που στα νεότερα χρόνια επιχείρησαν να επινοήσουν μια στοιχειώδη αρμονική γλώσσα και να την προσαρμόσουν στο κυρίαρχο στοιχείο της παραδοσιακής μουσικής που είναι η μελωδία. Οι άγραφοι κανόνες αυτής της «λαϊκής αρμονίας» πολύ συχνά μαρτυρούν την καταγωγή τους είτε από τους ισοκράτες της εκκλησιαστικής μουσικής είτε από άλλες πηγές της πολυφωνικής παράδοσης και της γενικότερης μουσικής τους εμπειρίας.

Ο Θεοδωράκης, προσεγγίζει αυτόν τον διαφορετικό και ιδιωματικό μουσικό κόσμο, στην αρχή σαν ξένος, ή σαν μαθητής, που εισέρχεται στα απόκρυφα «μιας τέχνης ταπεινής» (για να θυμηθούμε τον Σεφέρη) και κατόπιν ως ανήσυχος και ρηξικέλευθος δημιουργός αναζητώντας ένα άλλο αρμονικό σύστημα. 

Το μεγάλο όμως βήμα, που κατά την κρίσιμη εκείνη περίοδο, χάραξε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην παλιά και τη νέα περίοδο, έγινε με το «'Αξιον Εστί». 

Tο κορυφαίο αυτό έργο αποτελεί μια εφαρμογή των πνευματικών προσανατολισμών και των αντιλήψεων που από πολύ νωρίς εξέφρασε ο Θεοδωράκης: H μουσική αποτελεί υπέρτατη μορφή δημιουργίας, με την προϋπόθεση, πως τα έργα δεν πρέπει να είναι πνευματικώς ξένα στο μεγάλο, στο ευρύτερο κοινό. H απόσταση ανάμεσα στη ζωή των λαϊκών τάξεων και της μουσικής που προσφέρεται σ' αυτές προκαλεί κρίση ιδιαίτερα στον συμφωνικό τομέα. 

Είναι το δεύτερο έργο με το οποίο ο συνθέτης υλοποιεί την ιδέα της «μετασυμφωνικής μουσικής», όπως την ονομάζει. Tο πρώτο ήταν το έργο «Hλέκτρα» το οποίο όμως δεν ενσωμάτωνε στη μουσική ποιητικό κείμενο. 

Στο «'Αξιον Eστί», που αποτελεί μια από τις δυσκολότερες και περιεκτικότερες ποιητικές δημιουργίες της σύγχρονης εποχής ο Θεοδωράκης κατάφερε να δώσει μουσική - ηχητική υπόσταση. Tο καινούργιο που έφερε ήταν μια πρωτοφανέρωτη - και ταυτοχρόνως οικεία ατμόσφαιρα που είχε τη χάρη να προβάλει στην κοινή συνείδηση και να «δυναμώνει» την ιστορική συνέχεια χρησιμοποιώντας στοιχεία και μέσα τόσο της μουσικής παράδοσης όσο και «δυτικές» τεχνικές δημιουργώντας ένα νέο κλίμα μέσα στο οποίο η ποίηση και η μουσική ξανάβρισκαν το ρόλο και τη θέση τους εντός ενός σύνθετου συνόλου. 

Αυτό που το κάνει έργο ν' αποτελεί τομή, είναι το γεγονός ότι εξυψώνει, χωρίς να παραμορφώνει, τα στοιχεία της παράδοσης σ' ένα επίπεδο από το οποίο μπορούν, τα στοιχεία αυτά, να αξιώνουν τα δικαιώματά τους, να αξιώνουν δηλαδή δικαιώματα τέχνης καθώς η παράδοση δεν είναι γραφικότητα (όπως επιχειρεί να μας την παρουσιάσει ο φολκλορισμός της εποχής μας) αλλά πολυσήμαντη και πολύτιμη αξία του πολιτισμού αφιερωμένη στους δημιουργούς. 

O Θεοδωράκης πέτυχε να δώσει μια πρωτότυπη μορφή σ' ένα πολυποίκιλο υλικό με τρόπο που ταυτοχρόνως ανοίγει νέους και μεγάλους ορίζοντες στη σκέψη και τη φαντασία των νεώτερων μουσικών, κι όχι μόνο αυτής, αλλά υποθέτω και μιας μελλοντικής εποχής, όσο τουλάχιστον ο ελληνικός λαός θα αντέχει να ανθίσταται στον καταιγιστικό ευτελισμό των πνευματικών και καλλιτεχνικών αξιών που υφίσταται από τα εγχώρια και τα πολυεθνικά Μέσα Ενημέρωσης. 

Ο Φοίβος Δεληβοριάς για τον Bob Dylan




«Υπήρξε ένα μυαλό που μπήκε στο δικό μου»


Ο Φοίβος Δεληβοριάς για τον Bob Dylan



Στον δίσκο «Ο καθρέφτης» (2003), ο Φοίβος Δεληβοριάς διασκεύασε το τραγούδι “Slow Train” του Bob Dylan, και εγένετο το «Τρένο στην κορυφογραμμή». Σε συνέντευξή του τον Φλεβάρη του 2008 στον Ηρακλή Οικονόμου, ο γνωστός Έλληνας τραγουδοποιός μίλησε μεταξύ άλλων και για την επαφή του με τον μεγάλο ροκ καλλιτέχνη.


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μετρονόμος, τ. 71, Απρίλιος - Ιούνιος 2019).


Η αλήθεια είναι ότι είμαι από τους ανθρώπους που άκουγαν περισσότερο ελληνικό τραγούδι στα χρόνια πριν την ηλικία των είκοσι. Άκουγα και ξένο, κυρίως μεγάλους δημιουργούς, άκουγα Λέοναρντ Κοέν, Μπομπ Ντίλαν, Μπητλς, Ντάιρ Στρέιτς, Πήτερ Γκάμπριελ, Μπρους Σπρίγκστην. Αλλά κιθάρα άρχισα να θέλω να μάθω όταν άκουσα τον Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ και τον Βαγγέλη Γερμανό. Αργότερα, όταν πήρα τα Ζεστά Ποτά άρχισα να συνειδητοποιώ τι σημαίνει να κάνεις τελείως βιωματικό τραγούδι.


Κοίταξε, ο Ντίλαν υπήρξε ένα μυαλό που μπήκε στο δικό μου θέλοντας και μη, όπως μπήκε και σε όλους τους ανθρώπους που ασχολούνται με το τραγούδι από το ’60 και μετά, γιατί έφτιαξε την καινούργια γλώσσα του τραγουδιού, έβαλε το τραγούδι στην καινούργια εποχή. Ό,τι έκανε ο Έλιοτ στην ποίηση, που την πήρε και άρχισε να μιλάει την σπασμένη γλώσσα του σήμερα, το ίδιο έκανε και ο Ντίλαν με το τραγούδι. Τολμώντας αυτός ο άνθρωπος να παίξει την κιθάρα έτσι όπως έπαιζε, τραγουδώντας με αυτή τη φωνή που τραγουδούσε, και γράφοντας τους στίχους που έγραφε, εξερευνώντας συνεχώς νέες περιοχές, δεν μπορούσε παρά να με επηρεάσει και να μου δείχνει συνεχώς δρόμους για το πώς να κινηθώ.


Είναι, δε, τρομερή η βιωσιμότητά του ως καλλιτέχνη. Μέσα σ’ αυτή τη δεκαετία έχει βγάλει δύο κορυφαίους δίσκους, ένα εξαιρετικό βιβλίο, ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ μαζί με τον Μάρτιν Σκορτσέζε - τώρα γίνεται και ταινία γι’ αυτόν -, και όλα αυτά από έναν άνθρωπο 66 ετών. Ε, είναι μοναδικό, δεν το συναντάς πολύ συχνά.


Φοίβος Δεληβοριάς




Ο Γιάννης Γλέζος για τον Νίκο Τουλιάτο





Ο Γιάννης Γλέζος για τον Νίκο Τουλιάτο


Πριν από 7 χρόνια όταν άρχιζα τους δικαστικούς αγώνες με τις τράπεζες για τις υπερχρεώσεις τους (τα γνωστά αργότερα ως πανωτόκια) και όταν η τύχη του ΔΙΑΥΛΟΥ μου παιζόταν σε μια κλωστή και με είχαν εγκαταλείψει σχεδόν οι πάντες, ξεκίνήσα μια δισκογραφική δουλειά σαν προσπάθεια να ξεφύγω από το αδιέξοδο των οικονομικών μου προβλημάτων. Τότε, στο στούντιο του κτιρίου μου, στην οδό Δράκου, άρχισα τις ηχογραφήσεις των <<τραγουδιών της ΕΥΑΣ>>. Μια μέρα συνάντησα στον πεζόδρομο τον Νίκο Τουλιάτο και του μίλησα για τον δίσκο και για την επιθυμία μου να παίξει σ’ αυτόν. Ήρθε. Κουβάλησε τα όργανα του και δαπάνησε ώρες και ώρες δουλεύοντας πάνω στα κομμάτια μου βάζοντας όλη του τη ψυχή και την τέχνη του και ολοκλήρωσε τη συμμετοχή του αφήνοντας με βαθιά ικανοποιημένο από το μουσικό αποτέλεσμα. Ποτέ δεν μιλήσαμε για χρήματα. Ποτέ δεν μου ζήτησε χρήματα. Ποτέ δεν με έκανε να νιώσω άσκημα για την αδυναμία μου εκείνη να τον πληρώσω κι όλα αυτά χωρίς καν να ξέρει τη κατάσταση μου. Μετά από 7 χρόνια, μόλις πέρυσι, όταν κέρδισα τους δικαστικούς μου αγώνες κι άρχισα πάλι να πατάω στα πόδια μου, επιτέλους κυκλοφόρησε και ο δίσκος μου με γνωστή εταιρία. Τότε του τηλεφώνησα και του είπα να πάει στην εταιρεία να πληρωθεί. Έτσι απλά πήγε και πληρώθηκε σα να μην είχαν περάσει όλα αυτά τα χρόνια. Τώρα εδώ, του εξηγώ επιτέλους το τι είχε συμβεί. Αυτά τα αναφέρω σαν μαρτυρία δικιά μου για τον Νίκο Τουλιάτο προσθέτοντας ότι δεν είχαμε υπάρξει φίλοι ούτε κάναμε παρέα τότε, απλώς αυτός με το καθαρό του ένστικτο και την ανιδιοτέλεια του σκέφτηκε ότι <<αφού ο Γιάννης δεν μου δίνει χρήματα κάτι θα συμβαίνει άρα ας μην του ζητήσω>> (πράγμα σπανιότατο για επαγγελματία μουσικό). 

Επίσης προσθέτω ότι αυτήν την μαρτυρία του ζήτησα εγώ επίμονα να περιλάβει στο βιβλίο του. 

Γιάννης Γλέζος
Συνθέτης

Ο Νίκος Πλατύραχος για "Τα Άστεγα"





Δεν ξέρω πως ξημέρωσε αυτή η ιστορία. Βάδιζα λέει σ’ ένα δρόμο – γνώριμο δρόμο – στου Ψυρρή, μια νύχτα του Σαββάτου με πολύ κόσμο και αστυνόμους γύρω γύρω. Αίφνης στρίβω δεξιά σ’ ένα στενάκι. Αλλά αυτό άρχιζε σιγά σιγά να μην είναι στενάκι. Ήτανε λέει μονοπάτι δάσους με στρωμένα φύλλα, μυρωδιά από βρεγμένο χώμα και δέντρα, πολλά δέντρα. Κι εγώ συνέχισα να περπατάω και τα ξερά φύλλα τρίβοταν κάτω απ’ τα πόδια μου, σύνηχα με το λευκό ήχο μιας παλιάς κασσέτας που ακουγόταν στον αέρα, λίγο πριν αρχίσει το κομμάτι. Και τότε την είδα. Η μαύρη χαρτορίχτρα μπροστά από ένα κερί καθισμένη οκλαδόν με τέσσερεις ρηγάδες απλωμένους μπροστά της, μου έδειχνε πού και τι. Η λάμπα πυρακτώσεως μέσα στο μπρούτζινο κώνο πάνω σ’ ένα δέντρο έφεγγε πάνω από μια πιανόλα. Ξεκούρντιστη κι ωραία. Κι όσο πλησίαζα τόσο έπαιζε ένας μαύρος κι εγώ έβλεπα την πλάτη του και γύρω γύρω άρχισε να γίνεται saloon με κόσμο, θόρυβο, ουίσκυ, τσιγάρα και κουλοχέρηδες. Και τα ξερά φύλλα γίνανε ξύλινες τάβλες με ρόζους, που αντηχούσαν βαριά στα βήματα των θαμώνων. Και δίπλα απ’ τον μαύρο καθόταν ένας μάγγας με το μπουζούκι του και σχολίαζε, παίζοντας ρε δίεση αντί για μι ύφεση. Και τότε – πράγμα παράξενο - το saloon έγινες τεκές. Κι ούτε κατάλαβα πως το 2015 έγινε 1901. Ούτε πως η τρομπέτα έγινε μπαγκλαμάς, ούτε πως το στενάκι δάσος, ούτε πως από έγχρωμα έγιναν όλα ασπρόμαυρα, ούτε πως ο ήχος της παλιάς κασσέτας με τα ξερά φύλλα έγιναν ένα πια...


Και πάνω που δεν τα καταλάβαινα όλα αυτά ήρθε η Μαριλού με το γλυκό της χαμόγελο και άπλωσε το μαγικό της χέρι την κατάλληλη στιγμή κι έτσι συνέχισε να υπάρχει δάσος και πιανόλα και saloon. Έτσι κάνανε και οι «Παίδες εν Κληματαριά» και βάλανε πλάτη την ώρα πού ‘πρεπε, μ’ όλη την τέχνη και το μεράκι τους. Και μετά ήρθε κι ο Γιώργος και με πήρε απ’ το χέρι και μού ‘δειχνε μονοπάτια άγνωστα κι αφώτιστα, που αυτός τα ‘ξερε καλά γιατί του τα μάθαν αυτοί πού ‘πρεπε να του τα μάθουν. Κι ήρθε κι η Ελένη κι ο Σταμάτης κι η Ασπασία και μουσικοί πολλοί και μεγάλωνε η παρέα του δάσους και το δάσος τους χώραγε όλους... 


...κι ας ήταν ένα μικρό στενάκι στου Ψυρρή..


Νίκος Πλατύραχος





Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2020

Τα τραγούδια της Χριστίνας - Ανέκδοτο έργο του Μιχάλη Γρηγορίου σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου και ερμηνεία Σαβίνας Γιαννάτου




Μιχαλη Γρηγοριου
“Tα τραγουδια της Χριστινας”
σε ποιηση της μητερας του συνθετη, Μαριας Παπαλεοναρδου (1917-2008)
εργο 62 (1990)
διασκευη απο ιδεες του εργου 1 (1965-72)
Σαβινα Γιαννατου









Τα τραγουδια αυτου του κυκλου βασιζονται σε τραγουδια που ειχα φτιαξει σε πολυ απλη μορφη για πιανο την περιοδο 1965-66, πανω σε ποιηματα της μητερας μου, απο τις συλλογες “Φωνες στην Ερημο” (1942), “Φλογα δεμενη” (1963) και “Συμφωνικες Παραλλαγες” (1964). Οταν η μητερα μου κυκλοφορησε το 1942 την πρωτη της ποιητικη συλλογη ηταν 25 χρονων. Εγω, οταν καταπιαστηκα για πρωτη φορα να φτιαξω τραγουδια πανω σε ποιηματα της, ειμουνα 18 χρονων και πολυ ερωτευμενος με μια Χριστινα! Ενα απ’ αυτα τα τραγουδια της το εστειλα λοιπον εκεινη την εποχη και την καταφερα να “τα φτιαξουμε” !! Μετα βεβαιως χωρισαμε κι η ζωη συνεχιστηκε. Για μενα ομως ειναι εντελως σαφες πως αυτο που με εκανε να αποφασισω λιγο αργοτερα να γινω συνθετης ηταν αυτος ο πρωτος νεανικος ερωτας κι εκεινα τα πρωτα νεανικα τραγουδια.

Πολυ αργοτερα, το 1990, καθως ξαναζουσα μεσα απο τις προσωπικες μου σημειωσεις την ερωτικη ενταση εκεινων των χρονων, ανακαλυψα αυτα τα παληα τραγουδια (που τα χαρακτηριζω ως “εργο 1”) κι αποφασισα να τα επεξεργαστω. Ενοποιησα καποια ποιηματα, προσθεσα το “Υποθηκη” (απο τη συλλογη “Koρφες του Ανεμου” του 1966) και τα ενορχηστρωσα (με samplers, στο computer). Στη συνεχεια παρακαλεσα την Σαβινα Γιαννατου να τα τραγουδησει στο στουντιο του φιλου μου Βαγγελη Κατσουλη και τα χαρισα στην μητερα μου. Ετσι λοιπον, προκειται για το αρχαιο “εργο 1” που ηταν αφιερωμενο στην Χριστινα, το οποιο μεταβληθηκε στο “εργο 62”, που ειναι βεβαια αφιερωμενο στην μητερα μου.

Μιχάλης Γρηγορίου


Πατήστε ΕΔΩ
για το σύνολο του έργου ως playlist στο κανάλι των Μουσικών Προαστίων



Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2020

Ο Φοίβος Δεληβοριάς για τον Γιάννη Πουλόπουλο


Ήταν ο James Dean του λαϊκού. Είχε κάτι φευγάτο, βλέμμα εφήβου που ό,τι σκέφτεται το κρατάει μέσα του κι ύστερα το σκάει από το γλέντι των άλλων και πάει και χαζεύει μόνος του τη θάλασσα απ’ τα βράχια της Πειραϊκής. Κάπως έτσι τον φαντάζομαι - δεν ξέρω αν ήταν και λάτρης της ταχύτητας -, πάντως τόσο το καλλιτεχνικό του avatar (που έπλασαν έξοχα ο Μίμης Πλέσσας, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ίσως και ο Αλέκος Πατσιφάς), όσο και η φωνή του έδωσαν ταυτότητα στα ιδιαίτερα λαϊκά παιδιά του 1960. Ανθρώπους των συνεργείων και των οικοδομών που έβλεπαν το βράδυ Στιβ Μακ Κουίν και σπαγγέτι γουέστερν και συμμετείχαν που και που στις διαδηλώσεις, συμφιλιώνοντας στο αινιγματικό τους βλέμμα όλες τις αντιφάσεις της εποχής - που ακόμα συνεχίζονται. Στο βιντεάκι τον μπουζουξή υποδύεται ο άλλος James Dean (του εγχώριου σινεμά), ο Φαίδων Γεωργίτσης, με τον οποίον - τώρα που το σκέφτομαι - εξέφραζαν λίγο-πολύ το ίδιο πράγμα.

Φοίβος Δεληβοριάς



Κυριακή, 23 Αυγούστου 2020

Οι Βάκχες στο Ηρώδειο






Δελτίο τύπου


Ευριπίδη

Β Α Κ Χ Ε Σ

σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου

ΗΡΩΔΕΙΟ

Στο πιάνο επί σκηνής ο συνθέτης Στέφανος Κορκολής



Σταθμός για την παρουσίαση της τραγωδίας του Ευριπίδη μέσα από την εναλλακτική σκηνοθετική ματιά του Χρήστου Σουγάρη είναι η παράσταση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου.

Μετά από μία επιτυχημένη πορεία που θα συνεχιστεί στην Αττική οι Βάκχες του Χρήστου Σουγάρη θα κάνουν μία ξεχωριστή στάση στο Ηρώδειο με τον συνθέτη της μουσικής της παράστασης Στέφανο Κορκολή να ανεβαίνει στη σκηνή, όπου τόσο συχνά έχει διαπρέψει ως σολίστ, για να συνοδέψει τον εκλεκτό θίασο πολυβραβευμένων ηθοποιών. 

Ο θεός Διόνυσος φθάνει με ανθρώπινη μορφή στη Θήβα, πατρίδα της μητέρας του Σεμέλης, μαζί με τις Βάκχες που τον λατρεύουν για να επιβάλει τη λατρεία του. Ο εξάδελφός του Πενθέας, γιος της Αγαύης και ασκών την εξουσία στην πόλη, προσπαθεί να παρεμποδίσει τη νεόφερτη λατρεία, καταδιώκοντας τις μεταμορφωμένες από το θεό σε μαινάδες γυναίκες της Θήβας και συλλαμβάνοντας τον «μυστηριώδη ξένο» ως λάγνο διαφθορέα τους.

Η απόφασή του να μεταμφιεστεί σε γυναίκα για να τις κατασκοπεύσει σε ώρα έκστασης στον Κιθαιρώνα αποβαίνει μοιραία, αφού τον αντιλαμβάνονται και τον διαμελίζουν. Στις φρικαλεότητες πρωταγωνιστεί η ίδια του η μητέρα, που επιστρέφει στη Θήβα κρατώντας το κεφάλι του και νομίζοντας ότι έχει σφάξει ένα λιοντάρι…

Βραβευμένος με Κάρολος Κουν, ο Χρήστος Σουγάρης ανανεώνει τις Βάκχες τοποθετώντας την πλοκή μέσα σε μία παραμελημένη παιδική χαρά, όπου βασιλεύει ο νεαρός Πενθέας. Όταν εμφανίζεται ο Διόνυσος, ένας νέος θεός με τους πιστούς του που αρχίζουν να εδραιώνουν τη λατρεία του στον παρηκμασμένο χώρο, τα πάντα γύρω από τους δύο άντρες αποκτούν μία νέα, αχαλιναγώγητη πνοή!

«Η παρηκμασμένη παιδική χαρά, κατεξοχήν χώρος της ανεμελιάς, της αφέλειας, της φαντασίας, του παιχνιδιού και πάνω απ’ όλα της χαράς, έχει καταντήσει μία μαύρη τρύπα που καταπίνει τη φαντασία τα χρώματα και την ευφορία. Έχουμε να κάνουμε με ένα καθρέφτισμα μιας σύγχρονης δυτικής κοινωνίας, μία ακραία εκδοχή της πόλης στην οποία ζούμε. Με αυτόν τον τρόπο η παράσταση αγγίζει μέσα από τις Βάκχες του Ευριπίδη τη συνάντηση «παλιού» - «νέου» και πραγματεύεται ζητήματα που μας αφορούν ως ενεργούς πολίτες: αυτοπροσδιορισμός, αυτοδιάθεση, αποδοχή, φόβος, ξενοφοβία ιδεοληψία, επιβολή, Εθνική ψυχολογία, ενηλικίωση, συνειδητότητα», σημειώνει ο σκηνοθέτης Χρήστος Σουγάρης. 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Σκηνοθεσία: Χρήστος Σουγάρης
Μουσική: Στέφανος Κορκολής
Σκηνικά - Κουστούμια: Αριστοτέλης Καρανάνος - Αλεξάνδρα Σιάφκου
Κίνηση: Στέφανι Τσάκωνα
Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Νικόλας Ιωακειμίδης

ΔΙΑΝΟΜΗ
Διόνυσος: Γιώργος Κοψιδάς
Τειρεσίας: Νίκος Καρδώνης
Κάδμος: Δημήτρης Ήμελλος
Πενθέας: Στάθης Κόικας
Θεράπων: Κρις Ραντάνοφ
Α΄ Άγγελος: Χριστόδουλος Στυλιανού
Β΄ Άγγελος: Μανώλης Μαυροματάκης
Αγαύη: Νίκη Σερέτη
Βάκχες: Μυρτώ Αλυκάκη, Μαρίζα Τσάρη, Γωγώ Καρτσάνα, Ηλέκτρα Σαρρή, Ξένια Ντάνια, Δέσποινα Μαρία Μαρτσέκη
Γυναίκα: Ρούλα Πατεράκη
Άνδρας: Κώστας Λάσκος
Τυμπανιστής: Άρης Καλλέργης

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2020

Υποθήκη - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου

"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση. ηρ.οικ.










"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες του έργου No 1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου – Mιχάλης Γρηγορίου
08. Υποθήκη

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020

Μοιρολόι - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου

"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση. ηρ.οικ.








"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες του έργου No 1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου – Mιχάλης Γρηγορίου
07. Μοιρολόι

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

Με δάκρυα γράφω - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου


"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση. ηρ.οικ.






"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες  του έργου No  1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου – Mιχάλης Γρηγορίου
06. Με δάκρυα γράφω