Παρασκευή, 10 Απριλίου 2020

Ο Ιωσήφ Πρίντεζης μελοποιεί Λαπαθιώτη





Δελτίο τύπου

Ο Ιωσήφ Πρίντεζης επανέρχεται στο έργο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και μελοποιεί ένα ερωτικό του ποίημα. Μιλά για τον έρωτα που μας τραβά στα άκρα, τον έρωτα που μας βγάζει απ΄τις πεπατημένες μας, αυτόν που αφήνει μόνο στάχτες και συντρίμμια όταν σβήνει και μας αφήνει να κατρακυλήσουμε απ'το ιδεατό στην πιο σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας.

"Το video γυρίστηκε λίγο πριν τον περιορισμό μας, κατά τη διάρκεια μιας ήσυχης και μοναχικής νύχτας στην Αθήνα, που δεν διαφέρει και πολύ από την αποψινή. Eλπίζω να το αγαπήσετε και να το μοιραστείτε".

Φθινοπωρινό (Autumnal)





Δελτίο τύπου

Φθινοπωρινό (Autumnal) ονομάζεται η καινούργια δισκογραφική απόπειρα του Αλέξανδρου Καψοκαβάδη, η οποία περιλαμβάνει 24 πρωτότυπα έργα μουσικής δωματίου.

Πρόκειται για ένα ψηφιακό άλμπουμ που φωτίζει μια ξεχωριστή πλευρά του τραγουδοποιού, ο οποίος συστήθηκε στο ελληνικό κοινό μέσα από τα συγκροτήματα «Ματ σε 2 Υφέσεις» και «Polis Ensemble».

Μετά την κυκλοφορία του πρώτου του προσωπικού βιβλίου - cd (Το πικρό - Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2018), ο δημιουργός παρουσιάζει μια συλλογή με κομμάτια για σόλο κιθάρα και σόλο πιάνο (Φώτης Μιχαλάκης), καθώς και συνθέσεις για σύνολα πνευστών, εγχόρδων και φωνών, μελοποιώντας παράλληλα τα ποιήματα τεσσάρων σπουδαίων Ελληνίδων (Σαπφώ, Κασσιανή, Μυρτιώτισσα και Μαρία Πολυδούρη), με την σοπράνο κολορατούρα, Βασούλα Δελλή (μέλος του φωνητικού συνόλου «Πλειάδες») να ερμηνεύει μοναδικά.

Στο ηχογράφημα συμμετέχουν, επίσης, οι εξαίσιοι μουσικοί Χρήστος Δαλιάνης (βιολί), Γιάννης Ζαριάς (βιολί), Μάριος Καπηλίδης (φαγκότο), Μιχάλης Καταχανάς (βιολί), Νίκος Κατριτζιδάκης (φλάουτο μπάσο), Σάκης Λάιος (κλαρινέτο), Διονύσης Μπουκουβάλας (πιάνο), Νίκος Σαμαράς (φλικόρνο), Σοφία Σερέφογλου (φλάουτο), Ξενοφών Συμβουλίδης (όμποε και αγγλικό κόρνο), Γιώργος Φραδελάκης (τούμπα), Αλέξανδρος Χαραλάμπους (τσέλο), ενώ τραγούδησαν οι Ναταλία Λαμπαδάκη, Ρουλά Τσέρνου (επίσης ‘Πλειάδες’), Δημήτρης Βαρελόπουλος και Άλκης Δήμος.

Τον ήχο φρόντισε ο Άρης Ντεληθέος, ενώ το εξώφυλλο σχεδίασε ο Αργύρης Νάκος.

Το album «Φθινοπωρινό» διατίθεται σε όλα τα διαδικτυακά δισκοπωλεία.





Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

Αναπαραστάσεις θανάτου στο έργο του Άλκη Αλκαίου, της Μαρίας Γεωργιάδου






«Εσύ ’σαι είκοσι χρόνια λωτοφάγος…»: Αναπαραστάσεις θανάτου στο έργο του Άλκη Αλκαίου 



της Μαρίας Γεωργιάδου
 
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τ. 57, Δεκέμβριος 2017)


Ο Άλκης Αλκαίος –κατά κόσμον Βαγγέλης Λιάρος– γεννήθηκε το 1949 στην Κοκκινιά Φιλιατών, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, όμως σε μικρή ηλικία πολιτογραφήθηκε κάτοικος Πάργας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Νομική Σχολή των Αθηνών συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα και μετά την πτώση της Χούντας άσκησε για ένα διάστημα το επάγγελμα του δικηγόρου. Είχε δώσει μόνο δύο συνεντεύξεις, μια ραδιοφωνική, το 1982, και μια τηλεοπτική, το 1990, ενώ στο διαδίκτυο κυκλοφορούν ελάχιστες φωτογραφίες του, οι περισσότερες από τη φωτογράφηση των συντελεστών του δίσκου Εμπάργκο, το ’82. Πέθανε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου του 2012.[1]








«Σε παίρνει για ταξείδι[2] μια σειρήνα»: Η πρώτη στιχουργική περίοδος 

Όπως επισημαίνει ο φιλόλογος και ποιητής Σπύρος Αραβανής στη μελέτη του «Η στιχουργική του Άλκη Αλκαίου», το έργο του Αλκαίου διακρίνεται σε τρεις στιχουργικές περιόδους, η πρώτη από τις οποίες ολοκληρώνεται με την κυκλοφορία του δίσκου Εμπάργκο,[3] ή καλύτερα –αν δεν περιοριστούμε στη δισκογραφία– με την έκδοση του ομώνυμου βιβλίου. Η ποιητική συλλογή Εμπάργκο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: «Ασκήσεις επί πάγου», «Εκδοχές για την παρακμή» και «Εμπάργκο». Αφήνοντας στην άκρη τη δεύτερη ενότητα που αποτελεί μια λογοτεχνική ανάγνωση της μεσαιωνικής ιστορίας, στις άλλες δύο ενότητες το θέμα του θανάτου επανέρχεται στον πυρήνα αρκετών ποιημάτων και αναδεικνύεται σε ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τον ποιητή. 

Το πρώτο ποίημα της συλλογής που θέτει στο επίκεντρό του το θάνατο είναι το ποίημα «Του ύπνου σου του μυστικού». Πρόκειται για ένα ποίημα που –όπως μας υποδεικνύει και η σημείωση που συνοδεύει τον τίτλο– ο ποιητής έγραψε για το θάνατο της μητέρας του που πέθανε σε ηλικία 43 ετών. Το συγκεκριμένο ποίημα, με εμφανείς καββαδιακές αναφορές (που ’λεγες πως το χτύπησε μαλάρια), έχει μελοποιηθεί από τον Θάνο Μικρούτσικο, αλλά δεν ηχογραφήθηκε ποτέ.[4] Εδώ ο θάνατος παραλληλίζεται με τον ύπνο, μοτίβο που εμφανίζεται στη χριστιανική παράδοση, όπου η λέξη «κοίμηση» συχνά αντικαθιστά τη λέξη «θάνατος», καθώς και στην ελληνική μυθολογία, όπου ο (θεός ή δαίμονας) Θάνατος είναι ο δίδυμος αδερφός του Ύπνου. Ακόμη μία μυθολογική αναφορά εντοπίζεται στο στίχο «κι αυτή χαραμιζόταν στην Αυλίδα», με τη νεκρή να παρουσιάζεται ως άλλη Ιφιγένεια. Στο ποίημα αυτό ο θάνατος δεν έχει μονάχα μία όψη. Το γκροτέσκο, σκοτεινό του πρόσωπο (Γελούσε κι ήταν θέμου τόσο κρύο), συνυπάρχει με την απελευθερωτική από τις έγνοιες της ζωής πλευρά του. Έτσι, η νεκρή, παρά το απότομο και άδικο τέλος της ζωής της (Με ξεφτισμένη τη στερνή σελίδα), έχει κατακτήσει τη λύτρωση και την ηρεμία που προσφέρει ένας βαθύς και ανόνειρος ύπνος.

Από την άλλη, το ποίημα «Γαμμαγραφία (Σαλβαντόρ ’80)» είναι ένα αμιγώς πολιτικό ποίημα που όμως περιλαμβάνει ορισμένες συγκλονιστικές εικόνες θανάτου. Όπως δηλώνει και η επεξηγηματική παρένθεση που συνοδεύει τον τίτλο, το ποίημα εντάσσεται στο διεθνιστικό κλίμα της εποχής και αναφέρεται στον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε στο Ελ Σαλβαδόρ της Λατινικής Αμερικής στα τέλη του 1979 μετά την εγκαθίδρυση της Χούντας και ο οποίος διήρκεσε μέχρι το 1992 και στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 75.000 ανθρώπους.[5] Σύμφωνα με τον Ηρακλή Οικονόμου στο άρθρο του «Το ιστορικό σύμπαν του Άλκη Αλκαίου», προκειμένου να γράψει τη «Γαμμαγραφία» «ο Αλκαίος εμπνέεται πρωτίστως από τα τραγικά γεγονότα του 1980, [τον Γενάρη του οποίου] δολοφονήθηκαν δεκάδες διαδηλωτές από τις δυνάμεις ασφαλείας, ενώ παραστρατιωτικές οργανώσεις άρχισαν να εκτελούν εν ψυχρώ άμαχο πληθυσμό.»[6] Σε ολόκληρο το ποίημα, το β’ και το γ’ πρόσωπο εναλλάσσονται με τον ίδιο τρόπο που εναλλάσσεται και η υπαινικτική περιγραφή των πολιτικών τεκταινόμενων με το ιδιόμορφο μοιρολόι[7] στον Μιγκέλ, πρόσωπο που συμβολίζει τον κάθε ανώνυμο άμαχο δολοφονηθέντα. Οι κηλίδες αίματος μετατρέπονται σε κηλίδες απουσίας, ενώ ο θάνατος υποστασιοποιείται μέσα από την εικόνα των κίτρινων τουλιπών που πλημμυρίζουν τον χώρο. Τέλος, στη απόκρυψη της σφαγής (ίσως από τα –καθεστωτικά;– μέσα μαζικής ενημέρωσης;) αναφέρεται η εικόνα των κρυμμένων τεφροδόχων.

Στη συλλογή Εμπάργκο όμως ο θάνατος είναι παρών και με τη μορφή της αυτοκτονίας. Το ποίημα «Γέννηση και θάνατος του Αλέξη Τραϊανού» αφορά ένα υπαρκτό πρόσωπο. Ο Αλέξης Τραϊανός καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και ήταν μεταφραστής, κριτικός ποίησης και ποιητής της γενιάς του ’70. Αυτοκτόνησε στις 7 Μαΐου του 1980, σε ηλικία 35 ετών, διοχετεύοντας στο εσωτερικό του αυτοκινήτου του τα καυσαέρια από την εξάτμιση. 

Στο ποίημα αυτό (επίσης μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο, αλλά όχι ηχογραφημένο[8]), το γεμάτο συμβολισμούς και σκοτεινές εικόνες, ο θάνατος συνυπάρχει με τη γέννηση και από κοινού σχηματίζουν έναν κλειστό κύκλο οριστικότητας. Ο πλεονασμός (κακό κακόγουστο αστείο) υπογραμμίζει το ξαφνικό του τέλους, ενώ στην αυτοκτονία του ποιητή που πραγματοποιήθηκε Μάιο μήνα είναι πιθανό να αναφέρεται η «εαρινή μαχαιριά». Παράλληλα, ο αυτόχειρας ποιητής φέρεται να «ανάβει σιωπηλός σημαίες μυστικές», σε μια εικόνα κρυπτική μεν, που μπορούμε όμως να εντάξουμε με βεβαιότητα στα συμφραζόμενα του θανάτου, καθώς στην ποίηση του Αλκαίου το ρήμα «ανάβω» και ο θάνατος είναι στενά συνυφασμένα. Έτσι, αντίστοιχα, στο τραγούδι «Κάτω στο μεγάλο ύπνο» –στο οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω–, εντοπίζεται ο στίχος «Κάτω στο μεγάλο ύπνο μυστικό σου ανάβω δείπνο», ενώ στο τραγούδι «Ντόμινο» ακούγεται ο στίχος «Κι η μάνα του στις ρεματιές ανάβει στα νερά φωτιές». 

Την αυτοκτονία υπονοεί όμως και το ποίημα «Μεταμεσονύχτιο» που, ερμηνευμένο από τον Κώστα Καράλη, συμπεριλήφθηκε επίσης στο δίσκο Εμπάργκο. Στο ποίημα αυτό συναντάμε κάτι από τον «μαύρο», γκροτέσκο ερωτισμό του Edgar Allan Poe ή του Tim Burton. Αν και οι τρεις πρώτοι στίχοι κάθε στροφής αφιερώνονται στην περιγραφή μιας ειδυλλιακής νύχτας, ο τέταρτος έρχεται να λειτουργήσει ανατρεπτικά, καθώς απευθύνεται σε ένα ερωτικό «εσύ», την Αλίκη, που στροφή τη στροφή φτάνει ένα βήμα πιο κοντά στην αυτοκτονία. Έτσι το ποίημα, αντί για μια νύχτα έρωτα, περιγράφει μια νύχτα θανάτου. 

Το ποίημα «Το κακόηθες μελάνωμα»[9] από την άλλη, που μελοποιήθηκε και ερμηνεύτηκε από τον Θάνο Μικρούτσικο, είναι από τα πιο γνωστά και διαχρονικά κομμάτια του δίσκου Εμπάργκο και πιθανότατα γράφτηκε κι αυτό για το θάνατο της μητέρας του ποιητή. Παρόλα αυτά, ήδη από το 1980 (δύο χρόνια πριν το δίσκο και τρία πριν την ποιητική συλλογή Εμπάργκο) το τραγούδι αφιέρωσαν από κοινού Αλκαίος και Μικρούτσικος στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά που είχε αυτοκτονήσει στα τέλη του ’79 στο Παρίσι. 

Το «Κακόηθες μελάνωμα» είναι ένα ποίημα πένθους. Σκιαγραφεί τη διαδικασία που ακολουθείται από τη στιγμή του θανάτου κάποιου προσώπου μέχρι και την ολοκλήρωση της ταφής του, ενώ η οπτική είναι αυτή ενός ατόμου του στενού του οικογενειακού περίγυρου. Όσον αφορά τη δομή του ποιήματος, συμβαίνει το εξής: Ενώ στην 1η, την 3η, την 5η και την 7η στροφή (ή –με μουσικούς όρους– στα κουπλέ) ο φακός εστιάζει στο νεκρό και στην προετοιμασία και την πραγματοποίηση της ταφής, οι στροφές 2, 4, 6 και 8 (ή τα ρεφρέν), οι οποίες μάλιστα μοιάζουν με παρεμβολές, θέτουν στο επίκεντρο το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο και την αντίδρασή του απέναντι στο θάνατο του οικείου του προσώπου. 

Ειδικότερα, στις στροφές με μονή αρίθμηση δίνεται υπαινικτικά η εικόνα των συγγενών και φίλων που επισκέπτονται τον νεκρό στο σπίτι, ενώ η «άσπρη πρέσσα» και οι «ιωνικές κολώνες» αναφέρονται στο μαρμάρινο μνήμα. Επιπλέον, μέσα από το παιχνίδι με ομόρριζες λέξεις που συνθέτει ο ποιητής στον τελευταίο στίχο των στροφών αυτών, υπογραμμίζεται η αίσθηση του οριστικού και μη αναστρέψιμου. Στις στροφές με ζυγή αρίθμηση από την άλλη, εκφράζεται η επιθυμία του ποιητικού υποκειμένου να συνοδεύσει το νεκρό στο θάνατο, με τη λέξη «ναύλα» να αναφέρεται πιθανότατα στον οβολό που –σύμφωνα με την αρχαία ελληνική δοξασία– έπρεπε να πληρώσουν οι νεκροί στον Χάροντα προκειμένου να τους μεταφέρει στην απέναντι όχθη του ποταμού Αχέροντα, όπου βρισκόταν η πύλη του Άδη. Παράλληλα, στις ίδιες στροφές, μέσα από τους δύο τελευταίους στίχους που διαφοροποιούνται κάθε φορά, δίνεται η πορεία του ποιητικού υποκειμένου προς τη βαθμιαία αποδοχή του χαμού. 








«Όσοι με τον Χάρο γίναν φίλοι»: Η δεύτερη και η τρίτη στιχουργική περίοδος 

Συνεχίζοντας την περιοδολόγηση του έργου του Αλκαίου, ο Αραβανής θέτει την αρχή της δεύτερης περιόδου στο 1984 και τη μελοποίηση του ποιήματος «Πρωινό τσιγάρο» από τον Νότη Μαυρουδή, ενώ το τέλος της τοποθετείται στο 1999 και το δίσκο Εντελβάις.[10] Στα δεκαπέντε αυτά χρόνια, ο ποιητής «εκφράζει έναν πιο καθημερινό λόγο και κυρίως απευθύνεται πιο άμεσα στο άλλο πρόσωπο, στον μη εκπληρωμένο έρωτά του.»[11]

Η τρίτη και τελευταία περίοδος της ποιητικής δημιουργίας του Αλκαίου στην πραγματικότητα ξεκινάει ήδη από το 1998, με την πρώτη του συνεργασία με τον Σωκράτη Μάλαμα. Σύμφωνα πάλι με τον Αραβανή, κατά τα χρόνια αυτά, ο Αλκαίος «αρχίζει σιγά-σιγά να μας αποκαλύπτει μια ακόμα στιχουργική του έκφανση (…), αυτή του ποιητή που πατά πάνω στη δημοτική μας παράδοση, […] δανειζόμενος πολλές φορές αυτούσιους στίχους και νοηματικά μοτίβα.»[12] Η τελευταία αυτή περίοδος ολοκληρώνεται το 2012 με το δίσκο Η αυλή των τρελών, που αποτελεί και την τελευταία εν ζωή συνεργασία του ποιητή, αυτή τη φορά με τον Μπάμπη Στόκα. 

Αναφορικά με το θέμα του θανάτου, πρέπει να σημειωθεί πως δεν εντοπίζεται καμία διαφοροποίηση μεταξύ των δύο τελευταίων περιόδων, παρατηρείται όμως μια σημαντική μετατόπιση ως προς την πρώτη: Ενώ στο Εμπάργκο ο θάνατος αναδύεται μέσα από έναν περισσότερο λόγιο και υπαινικτικό λόγο που εκμεταλλεύεται ενίοτε στοιχεία της ορθόδοξης παράδοσης, στις επόμενες δύο περιόδους ο Αλκαίος παύει να γράφει ποιήματα που θέτουν το ζήτημα αυτό στον πυρήνα τους. Αυτό που κάνει πλέον είναι να εντάσσει εικόνες που σχετίζονται με το θάνατο (ακόμη και μεταφορικά) σε τραγούδια διαφορετικής θεματολογίας, συχνά ερωτικής. 

Όπως συμβαίνει με το γενικότερο ύφος των στίχων του στα χρόνια αυτά, ο Αλκαίος χρησιμοποιεί πλέον λαϊκότερη έκφραση και στη σύνθεση των αναπαραστάσεων θανάτου, αποστασιοποιείται από οποιαδήποτε χριστιανική αντίληψη για τον θάνατο και αντλεί σε μεγάλο βαθμό στοιχεία και μοτίβα από τη δημοτική παράδοση και τις λαϊκές δοξασίες περί Χάρου και Κάτω Κόσμου.


Χάρος

Η μορφή του Χάρου εντοπίζεται για πρώτη φορά σε μια ιδιαίτερη κατηγορία μοιρολογιών του 18ου αιώνα, «του Κάτω κόσμου και του Χάρου». Σύμφωνα με τον Λίνο Πολίτη, τον Χάρο ο λαός τον φαντάστηκε «πελώριο στο ανάστημα, αδάμαστο, μαυροφορεμένο τις περισσότερες φορές, και καβαλάρη, που σέρνει τους πεθαμένους στ’ άλογό του και σκορπίζει παντού τη φρίκη».[13] Μέσα από τη μορφή του Χάρου εμφανίζεται το μοτίβο του θανάτου σε αρκετά τραγούδια του Αλκαίου, με χαρακτηριστικότερα τα τραγούδια «Πατησίων και Παραμυθιού γωνία» και «Πάντα γελαστοί» στα οποία ακούμε τους στίχους: 

Θέλω σήμερα παιχνίδι με το Χάρο
στο καζίνο της καρδιάς σου να ρεστάρω 

και 

Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη 

Στις περιπτώσεις αυτές, οι έμμεσες αναφορές στο θάνατο δεν καθορίζουν το νοηματικό άξονα του τραγουδιού, αλλά λειτουργούν αποκλειστικά εικονοποιητικά. Έμμεση αναφορά στο Χάρο γίνεται και στο τραγούδι «Δρομολόγιο», αυτή τη φορά μέσα από ένα δίστιχο στο οποίο τα μαρμαρένια αλώνια –όρος σημασιολογικά φορτισμένος από τα δημοτικά τραγούδια, όπου σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση ο Διγενής Ακρίτας μονομάχησε με το Χάρο– γίνονται από τόπος θανάτου, τόπος γιορτής: 

Μια νύχτα στήσαμε γιορτή
σε μαρμαρένια αλώνια
σε κάγκελα σφυρήλατα
μας βρήκανε τα χιόνια 

Από την άλλη, στο τραγούδι «Στους πέντε ανέμους» διαβάζουμε τους στίχους: 

Πάλι σε τρακάρω
βράδυ παγωνιάς
άνθη λησμονιάς
να κερνάς το Χάρο 

Εδώ η υπερρεαλιστική κεντρική εικόνα αντιστρέφει αυτό που γνωρίζουμε: Αντί να είναι ο Χάρος αυτός που –μέσα από το θάνατο– οδηγεί στη λησμονιά, το «εσύ» στο οποίο απευθύνεται το ποιητικό υποκείμενο είναι αυτό που προσφέρει «άνθη λησμονιάς» στο Χάρο, ίσως σε μια προσπάθεια να τον κάνει να ξεχάσει το καθήκον με το οποίο είναι επιφορτισμένος. 

Στίχους απευθείας από το δημοτικό λόγο αντλεί ο Αλκαίος στο τραγούδι «Του Έρωτα», του οποίου –όπως δηλώνεται και στο ένθετο του δίσκου Ένα (2002)– οι κεντρικές στροφές αποτελούν παραλλαγές σε αμοργιανά δίστιχα. Έτσι, ενώ στο δημοτικό λόγο συναντάμε τους στίχους: 

Στου Χάρου τις λαβωματιές, βοτάνια δεν χωρούνε,
μήτε γιατροί γιατρεύουνε, μήδ’ άγιοι βοηθούνε,
γιατ’ είν’ η σκάλα του γκρεμός και πέλαγο η αυλή του 
κι αν πάει γιατρός θε να πνιγεί, παπάς θα πέσει κάτου. 

στον Αλκαίο συναντάμε την ελαφρώς παραλλαγμένη εκδοχή τους: 

Στου Χάρου τις λαβωματιές, βότανα δε χωρούνε,
ούτε γιατροί γιατρεύουνε, ούτ’ άγιοι βοηθούνε 

Οι στίχοι αυτοί ακολουθούνται από ένα δίστιχο στο οποίο εκφράζεται το μάταιο της διερώτησης των θνητών για το τι υπάρχει μετά: 

Κέρνα με να σε κερνώ και μην ρωτάς τι μένει
στης μάνας γης την αγκαλιά η αλήθεια είναι κρυμμένη 

Τέλος, ο Αλκαίος χρησιμοποιεί ως βάση το παραδοσιακό ηπειρώτικο: 

Καλότυχα είναι τα βουνά 
καλότυχοι είν’ οι κάμποι
που θάνατο δεν καρτερούν 
και Χάρο δεν παντέχουν 

στο οποίο αφαιρεί τη μορφή του Χάρου προκειμένου να δώσει ερωτικό πρόσημο και γράφει: 

Καλότυχα είναι τα βουνά
ψυχή δεν έχουν να πονά, 
καρδιά ν’ αργοπεθαίνει 








Λησμονιά/Λήθη 

Ένα άλλο μοτίβο που παραπέμπει στο θάνατο και επανέρχεται συχνά στο έργο του Αλκαίου είναι αυτό της λήθης ή της λησμονιάς. Στο τραγούδι «Ανεπίδοτο», σε μια στροφή με ρητή αναφορά στο θάνατο, οι άνθρωποι περνούν από τη ζωή στη λησμονιά: 

Φεγγάρι κόκκινο
νεκρέ διαβάτη
ποια πόρτα διάβηκε
και ποια γωνιά
γράμμα ανεπίδοτο είν’ η αγάπη
μαζί σου πάρε με
στη λησμονιά 

Ανάλογο χαρακτήρα έχει η αναφορά στη «λήθη» και στο τραγούδι «Πυρετός». Η σπουδαιότητα της βίωσης του –ερωτικού, στην περίπτωση αυτή– παρόντος δίνεται μέσω ενός απλού αλλά στιβαρού δίστιχου: 

πριν μας τυλίξει η λήθη
πλέξε το παραμύθι 

Με ανάλογο τρόπο μπορεί να ερμηνευτεί η έννοια της λησμονιάς και στο τραγούδι «Οι αγάπες μου»: 

Πού να τις βρω;
(…)
Σε πουλιών φωνές, στάχτες ηδονές
ή στη λησμονιά; 

Ακόμη πιο έντονη γίνεται όμως η παρουσία του θανάτου μέσα από την αναφορά στο «νερό της λησμονιάς». Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση που απαντά και στα δημοτικά τραγούδια, οι ψυχές στον Κάτω Κόσμο πίνουν το νερό της λησμονιάς και ξεχνούν αφενός τις χαρές της ζωής –έτσι δε θλίβονται που τις στερούνται– και αφετέρου τα βάσανα που έζησαν. Αν και ο Αλκαίος αντλεί το μοτίβο αυτό από τη δημοτική παράδοση, δεν το χρησιμοποιεί πάντα αυτούσιο, αλλά το μεταπλάθει σε διαφορετικές εκδοχές. Έτσι, στο τραγούδι «Άνοιξη»/«Κούκος μονός σ’ ένα ταμπλό»,[14] συναντάμε τον στίχο: 

ήπια νερό της λησμονιάς – και σε θυμήθηκα 

ενώ στο «Blues on the road» το «νερό της λησμονιάς» γίνεται «της λήθης το κρασί»: 

Δραπέτες άγιοι και ληστές
μιλούν για το αύριο και το χτες
με λόγια κουρασμένα.
Πίνουν της λήθης το κρασί
σ’ αχαρτογράφητο νησί
και με ρωτούν για σένα

Στο τραγούδι «Ένας αστείος ιδαλγός» από την άλλη, η λησμονιά αλλάζει και πάλι μορφή και αυτή τη φορά μετατρέπεται «στης λήθης τον καπνό», με την εικόνα εδώ να είναι εμφανώς ερωτική: 

Σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό
πίνεις της λήθης τον καπνό
κι εγώ στο σώμα σου
δειλά ψιλαρμενίζω 

Τέλος, εικονοποιητικά λειτουργεί η αναφορά στη «λησμονιά» και στα τραγούδια «Της αγκαλιάς η ξενητειά», «Τα διόδια» και «Φύλλα αλκαλικά» με τους εξής στίχους αντίστοιχα: 

Βλέπω καράβια να περνούν
μ’ άσπρη σημαία να γυρνούν
στης λησμονιάς τα μέρη
και μια γοργόνα με ρωτά
αν είδα ήλιο τη νυχτιά
κι άστρο το μεσημέρι 

· 

στης λησμονιάς το μαγαζί μάτια κεριά σβησμένα
άμα δε λυώσουμε μαζί πώς θες να γίνουμ’ ένα; 

· 

Αν δεις λευκό καράβι με πορφυρά πανιά
θα ’ναι η δική μου αγάπη που πάει στη λησμονιά. 

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κατά τη δεύτερη και την τρίτη στιχουργική περίοδο του Αλκαίου ο θάνατος είναι παρών μονάχα σε επιμέρους στίχους και δεν τίθεται στο νοηματικό πυρήνα των τραγουδιών. Δύο εξαιρέσεις έρχονται να επιβεβαιώσουν τον κανόνα αυτό· πρόκειται για τα ποιήματα/τραγούδια «Η άνοιξη της Πάργας» και «Κάτω στο μεγάλο ύπνο». Τα κομμάτια αυτά δεν πραγματεύονται το ζήτημα του θανάτου ακροθιγώς, αλλά τον θέτουν στο επίκεντρο, αποτελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα της ποιητικής του θανάτου. 

Η «Άνοιξη της Πάργας» (ο τίτλος «παίζει» με τον όρο «η Άνοιξη της Πράγας») δεν έχει την τυπική μορφή ενός τραγουδιού (κουπλέ-ρεφρέν-κουπλέ-ρεφρέν), αλλά εντάσσεται ευκολότερα στην κατηγορία του ποιήματος. Ως τέτοιο φαίνεται να το αντιμετωπίζει και ο Θάνος Μικρούτσικος, όπως αποδεικνύει μια απαγγελία του ποιήματος που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, αυτή τη φορά χωρίς τη «μεταμφίεσή» του σε τραγούδι μέσω της μουσικής. 

Στην «Άνοιξη της Πάργας» λοιπόν, ο Αλκαίος «παντρεύει» τη λαϊκή δοξασία περί λησμονιάς με τις μυθολογικές ιδιότητες του λωτού, σύμβολο που στην ποίησή του συναντάται άλλες δύο φορές, στα τραγούδια «Άνοιξη»/«Κούκος μονός σ’ ένα ταμπλό» και «Στης γοργόνας το φτερό (Το μυστικό μπάρκο του Ν.Κ.)». Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, οι Λωτοφάγοι, που εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Οδύσσεια, ήταν ένας φιλόξενος και ειρηνικός λαός, του οποίου η κύρια τροφή ήταν τα άνθη και οι καρποί του λωτού. Τον καρπό αυτό που προκαλούσε απώλεια της μνήμης προσέφεραν στους ταξιδιώτες επισκέπτες τους, κι έτσι αυτοί έχαναν την επιθυμία της επιστροφής στην πατρίδα τους ή τη συνέχιση του ταξιδιού τους. 

Στο ποίημα, λωτοφάγος εδώ και είκοσι χρόνια είναι το «εσύ» στο οποίο απευθύνεται το ποιητικό υποκείμενο. Είκοσι χρόνια δίχως μνήμη, στη λησμονιά· είκοσι χρόνια νεκρή. Οι δύο αυτές δεκαετίες έχουν δημιουργήσει χάσμα ανάμεσα στο νεκρό πρόσωπο και το ποιητικό υποκείμενο που έμεινε πίσω. Μοιάζουν με δύο πάλαι ποτέ καλούς φίλους, αποξενωμένους πλέον, που συναντιούνται έπειτα από είκοσι χρόνια και δεν ξέρουν από πού να πιάσουν το νήμα. Μάταιες όλες αυτές οι σκέψεις όμως. Η νεκρή δεν μπορεί να επιστρέψει ούτε γι’ αστείο, ούτε για μια στιγμή

Μια εικόνα θανάτου τίθεται όμως στο επίκεντρο και στο τραγούδι «Κάτω στο μεγάλο ύπνο», στον τίτλο ήδη του οποίου παντρεύεται η χριστιανική προσέγγιση του θανάτου ως ύπνου με τον Κάτω Κόσμο της δημοτικής παράδοσης και της μυθολογίας. Το ίδιο πάντρεμα χριστιανικών και παγανιστικών στοιχείων συνεχίζεται και στη δεύτερη στροφή του ποιήματος και συγκεκριμένα στο στίχο «στου σκότους το βασίλειο άγιο να γυρνά». Παράλληλα, το μονόστιχο ρεφρέν «Κάτω στο μεγάλο ύπνο μυστικό σου ανάβω δείπνο», που αποτελεί έναν από τους πιο «ερμητικούς» στίχους αυτής της στιχουργικής περιόδου του Αλκαίου, συνυπάρχει αρμονικά με αμιγώς ερωτικές εικόνες (κοχύλια κι αρμυρίκια στα μαύρα σου μαλλιά), βιβλικές αναφορές (τραπέζι του ασώτου), αλλά και σχήματα αντλημένα από το δημοτικό τραγούδι (Ποιος είδε δέντρο του βυθού ν’ αποζητά τον ήλιο / στου σκότους το βασίλειο άγιο να γυρνά). 

Συνοψίζοντας συνολικά, ο Αλκαίος «είναι ένας ποιητής που καθ’ όλη τη διάρκεια της στιχουργικής του πορείας ισορροπεί ανάμεσα στην κοινωνική/πολιτική και την ερωτική ποίηση, με τη ζυγαριά να γέρνει πότε προς την πρώτη (ιδιαίτερα κατά το πρώιμο έργο του) και πότε προς τη δεύτερη […].»[15] Κοινωνία και έρωτας καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του ποιητικού σύμπαντος του Αλκαίου, αφήνοντας όμως αρκετό χώρο για το θέμα του θανάτου που άλλοτε εισέρχεται μέσα από χαραμάδες και λειτουργεί σαν memento mori και άλλοτε τίθεται στο επίκεντρο του ποιητικού φακού και ανατέμνεται. 






ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τη ζωή του Άλκη Αλκαίου βλ. Θανάσης Συλιβός (επιμ.), «Άλκης Αλκαίος: (1949-2012),» Μετρονόμος 62 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2017): 6-9.

[2] Στα ποιήματα της συλλογής Εμπάργκο κρατήθηκε η αυθεντική ορθογραφία. 

[3] Σπύρος Αραβανής, «Η στιχουργική του Άλκη Αλκαίου,» Μετρονόμος 62 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2017): 17. 

[4] Άλκης Αλκαίος, Εμπάργκο: Ποιήματα (Αθήνα: Εταιρεία Νέας Μουσικής, 1983), 46. 

[5] Ηρακλής Οικονόμου, «Το ιστορικό σύμπαν του Άλκη Αλκαίου: Οδηγίες χρήσης,» Μετρονόμος 62 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2017): 22. 

[6] Οικονόμου, «Το ιστορικό σύμπαν του Άλκη Αλκαίου,» 22. 

[7] Την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα είδος μοιρολογιού επιτείνουν η μουσική με την οποία «έντυσε» το ποίημα ο Θάνος Μικρούτσικος, καθώς και η συγκλονιστική ερμηνεία της Μαρίας Δημητριάδη. 

[8] Άλκης Αλκαίος, Εμπάργκο, 46. 

[9] Ο τίτλος αποτελεί διακειμενική αναφορά στην «Ωχρά σπειροχαίτη» του –ιδιαίτερα αγαπητού στον Αλκαίο– Καρυωτάκη. 

[10] Σπύρος Αραβανής, «Άλκης Αλκαίος: “Ωδή σ’ έναν δρομέα αντοχής”,» Απρίλιος 27, 2012, τελευταία ανάκτηση Σεπτέμβριος 15, 2017, www.musicpaper.gr/topics/item/1761-alkis-alkaios-stixoii-wdoi. 

[11] Αραβανής, «Άλκης Αλκαίος: “Ωδή σ’ έναν δρομέα αντοχής”.» 

[12] Αραβανής, «Άλκης Αλκαίος: “Ωδή σ’ έναν δρομέα αντοχής”.» 

[13] Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1985), 105. 

[14] Οι στίχοι της «Άνοιξης» [μουσική: Μάριος Τόκας / ερμηνεία: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Εντελβάις (1999)] σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου και τον τίτλο «Κούκος μονός σ’ ένα ταμπλό» τραγουδήθηκαν εκ νέου από τον Μανώλη Μητσιά στο δίσκο Υπέροχα μονάχοι (2006). Για περισσότερα: Θανάσης Γιώγλου, «“Παράλληλες ιστορίες” του Άλκη Αλκαίου με Τόκα και Μικρούτσικο,» Φεβρουάριος 19, 2017, τελευταία ανάκτηση Οκτώβριος 1, 2017, http://www.ogdoo.gr/diskografia/stigmes/paralliles-istories-tou-alki-alkaiou-me-toka-kai-mikroytsiko. 

[15] Μαρία Γεωργιάδου, «Επιρροές και διακειμενικότητα στο έργο του Άλκη Αλκαίου,» Ουτοπία 117 (Μάιος-Ιούνιος 2016): 161-2.




Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

"Παράξενη κι η άνοιξη αυτή": Κώστας Φασουλάς




«Όσο δεν είμαστε μαζί»

Στίχοι: Κώστας Φασουλάς
Μουσική: Κώστας Λειβαδάς
Ερμηνεία: Ελένη Τσαλιγοπούλου-Κώστας Λειβαδάς

Είναι τραγούδι πρόσφατο. Σε κλίμακα ηλικιακού χρόνου, χρειάζεται τα χέρια των γονιών για τις ανήλικες βόλτες του. Όμως, τα βήματα του, ηχούσαν μέσα μου καιρό, κι ας άργησαν να αποκτήσουν στιχουργικό σώμα. Μιλώ για το αίτημα που κυριαρχεί στο τραγούδι. «Όσο δεν είμαστε μαζί». Φράση, στίχος, που είχε στοιχειώσει μέσα μου, σάμπως πουλί που ερευνά καιρό τα σύρματα του κλουβιού, ώσπου κάποια από αυτά να υποχωρήσουν και να χωρέσουν τη λευτεριά του. Στην έκρηξη της, για τη φράση- στίχο λέω, σχεδόν απαιτούσε μια συνέχεια, μια ανάπτυξη, ένα τέλος πάντων σενάριο, διαφορετικό από αυτό που στο τέλος οδήγησα το τραγούδι. Περίπου τσακωθήκαμε. Μπήκε στη μέση η καρδιά. Αυτή τα λύνει όλα. Καυγάδες και διλήμματα.

Κώστας Φασουλάς

Ich denke dein





Johann Wolfgang von Goethe

Nähe des Geliebten (1795)


Ich denke dein, wenn mir der Sonne Schimmer
vom Meere strahlt;
Ich denke dein, wenn sich des Mondes Flimmer
In Quellen malt.
Ich sehe dich, wenn auf dem fernen Wege
Der Staub sich hebt;
In tiefer Nacht, wenn auf dem schmalen Stege
Der Wandrer bebt.
Ich höre dich, wenn dort mit dumpfem Rauschen
Die Welle steigt.
Im stillen Haine geh' ich oft zu lauschen,
Wenn alles schweigt.
Ich bin bei dir; du seist auch noch so ferne,
Du bist mir nah!
Die Sonne sinkt, bald leuchten mir die Sterne.
O, wärst du da!



***


Johann Wolfgang von Goethe (Γκαίτε)

Η εγγύτητα του αγαπημένου (1795)


Σκέπτομαι ’σένα, όταν σε μένα του ήλιου η λάμψη
Στη θάλασσα λάμπει
Σκέπτομαι ’σένα, όταν του φεγγαριού το φέγγος
Σε πηγές βάφει
Βλέπω εσένα, όταν στον μακρύ δρόμο
Η σκόνη ανεβαίνει, σκορπά
Βαθειά στη νύχτα, σαν απ’ το μονοπάτι,
Ο ξένος περνά.
Ακούω εσένα, όταν το κύμα έρχεται
Σιγά κι ανεβαίνει
Στο δάσος πάω ν’ ακούσω
Σαν η φύση σωπαίνει.
Είμαι μαζί σου, όσο μακριά κι αν είσαι
Εγώ σε θωρώ
Ο ήλιος δύει, θα μου λάμψουν τ’ αστέρια
Ω, να ήσουν εδώ!

(Μετάφραση π. Βασίλειος Φρατζίσκος)

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

"Παράξενη κι η άνοιξη αυτή": Στέλιος Τσουκιάς





Ζούμε πρωτόγνωρα πράγματα και μάλλον θα γίνουν καθημερινότητα για καιρό ή μάλλον δεν θα γυρίσουμε ποτέ ξανά στο πριν. ΟΙ παγκόσμιες καταστροφές αλλάζουν τον κόσμο και έτσι αλλάζουμε και εμείς. Είτε θα χορεύουμε πάνω στο φτερό του καρχαρία είτε θα μας καταπίνει βουβά το θηρίο.

Η αμηχανία της σκέψης που κάπου πρέπει να πνιγεί. Οι τοίχοι μου μιλάνε, κάνω παρέα με τον καφέ μου και έχω την κρυφή ελπίδα πως όλα θα γίνουν όπως πρώτα. Αλλά κι αν δεν γίνουν;

Ποτέ δεν σταμάτησε ο άνθρωπος να γεννιέται απ’ τις στάχτες του. Και η αλήθεια είναι πως όταν σκέφτομαι πως είμαστε στιγμές, ακόμα και εμείς οι ίδιοι, αυτό που μένει είναι η τέχνη και όλα όσα αφήσαν οι προκάτοχοι μας και όλα όσα θα αφήσουμε και εμείς για να κρατούν συντροφιά στους επόμενους σε αντίστοιχες στιγμές και μη.

Προσωπικά περνάω τον χρόνο με πολλή μουσική, διαβάζω όσα δεν είχα χρόνο να διαβάσω χρόνια, όσα δεν είχα χρόνο να ακούσω χρόνια. Στέκομαι σε αυτά που προσπαθούν να εξηγήσουν αυτά που νιώθω μέρα με τη μέρα ή σε αυτά που θα με πάρουν και θα με σηκώσουν, θα με πετάξουν, θα με ανεβάσουν και μετά θα γυρίσουν στην καρέκλα του σπιτιού μου διαφορετικό. Το τραγούδι που με κάνει αν το νιώθω αυτό τον τελευταίο καιρό είναι το «Σιμούν» του Θ.Παπακωνσταντίνου, από την εκτέλεση του δίσκου «ελάχιστος εαυτός». Καλή μας δύναμη παιδιά, θα βρεθούμε σύντομα και θα’ ναι ωραία.

Στέλιος Τσουκιάς

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Για τον Μανώλη Γλέζο





ΚΟΥΡΟΣάΒΑ | ΟΝΕΙΡΑ | Η ΚΗΔΕίΑ ...

(Κατά τον ποιητή Σωτήρη Κακίση η κηδεία του Μανώλη Γλέζου, όπου ευτυχισμένος ο γέροντας νεκρός παρακολουθεί κι ο ίδιος την κηδεία του)

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020

Σωτήρης Κακίσης: Φιάσκα.






Φιάσκα.

Η μεγαλύτερη απόδειξη των φιάσκων που έχουν συνθέσει οι Έλληνες συνθέτες είναι οι επαρχιακές χορωδίες, όσες τα κάνουν όλα πολυφωνικά. Τι νομίζουνε οι Εδεσσαίοι δηλαδή; Εδώ κοντεύουμε να γίνουμε με βούλες υπολογίζοντας πόσα ταξί έχουνε βαφτεί κίτρινα, πόσα είναι ακόμα γκρι και πόσα θα 'ναι κι αύριο γκρι, κι οι Εδεσσαίοι το χαβά τους: Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες, κι άντε από κάτω οι μπάσοι που στηρίζουνε/καταρρακώνουνε τα Εδεσσαϊκά χρονικά. Στείλτε μερικά γκρι ταξί να τα βάψουνε κίτρινα στην Έδεσσα, να χαϊδέψουνε την προηγούμενη μπογιά, το γκρι, το μίσος των ταξιτζήδων που ξέρουνε καλά από τρακτέρ.

ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ | ΦΙάΣΚΑ ( = ΤΡόΜΟΣ ΣΤΟ ΚΟΛΛέΓΙΟ ΚΑΙ άΛΛΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚά ΔΟΚίΜΙΑ, ΚΑΣΤΑΝΙώΤΗΣ 1983 )

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

"Παράξενη κι η άνοιξη αυτή": Βέρα Βασιλείου-Πέτσα







ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

Όλα μου τα τραγούδια αγαπώ, τα νιώθω «παιδιά» μου. Κι αν ξεχωρίζω τρία-τέσσερα από αυτά, είναι γιατί τα συνδέω με το μέγεθος της ψυχικής μου διάθεσης την ώρα που τα δημιουργούσα ή την στιγμή που τα πρωτοάκουσα μελοποιημένα.

Θα αναφερθώ στο τραγούδι «Για μια γυναίκα θάλασσα», το οποίο μελοποίησε ο συνθέτης Μιχάλης Τερζής και ερμήνευσε ο Παντελής Θαλασσινός, γιατί ήταν αυτό που με πέρασε από σαράντα κύματα. Ο συνθέτης επέμενε ν’ αλλάξουμε μια λέξη μου στο δεύτερο κουπλέ. Την πάλεψα για λίγες μέρες, τού πρότεινα μερικές, αλλά καμία δεν του άρεσε, κι όσες σύστηνε εκείνος δεν άρεσαν σε ‘μένα, γιατί διαφοροποιούσαν την ποιητική γλώσσα των στίχων μου. Ανήμερα των Χριστουγέννων σ’ ένα οικογενειακό τραπέζι, ακούω τυχαία την πολυπόθητη λέξη, την «αρπάζω» και τηλεφωνώ στον συνθέτη. Συμφώνησε κι εκείνος ότι ταιριάζει γάντι και δημιούργησε το πρόχειρο άκουσμα (demo) που στείλαμε στον Παντελή Θαλασσινό.

Πέρασαν αρκετές μέρες και η αγωνία μου είχε χτυπήσει κόκκινο. Ο Παντελής αργούσε ν’ απαντήσει. Θυμάμαι ότι εκείνον τον καιρό έκανε εμφανίσεις στον «Σταυρό του Νότου». «Σιγά να μην ασχοληθεί με το τραγούδι μου» σκεφτόμουν απελπισμένα. Άρχισα να σχεδιάζω εναλλακτική λύση για άλλον ερμηνευτή. Το ίδιο βράδυ, μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα, χτύπησε το κινητό μου τηλέφωνο. Αναστατώθηκα - από το ακατάλληλο της ώρας - αλλά η χαρακτηριστική ήρεμη φωνή του Παντελή μού έδωσε τη θετική απάντηση για «ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχω πει», όπως δήλωσε μέσα στη νύχτα ο αγαπημένος μου ερμηνευτής. Μόλις είχα περάσει το τεσσαρακοστό κύμα!

Ανέβηκα στον «βράχο της σιωπής» που δημιούργησε η ανύπαρκτη βιομηχανία τραγουδιού και πέρασα τη «γυναίκα θάλασσα» στη δισκογραφία, ντυμένη με τον Έρωτα, τις υπαρξιακές ανησυχίες και την ψυχή μου εκτεθειμένη σε λέξεις, και - από μαρτυρίες - πέρασε και στην καρδιά των ανθρώπων. Ίσως, να περιφέρεται ασκεπής στα ραδιοφωνικά κύματα που στήνουν ξόβεργες μουσικών θανάτων με τις κατευθυνόμενες επιλογές τους, αλλά σταθμεύει πάντα στα μουσικά προάστια ονειροπόλων και ποιοτικών ακροατών.

Βέρα Βασιλείου-Πέτσα 




Στου βράχου τη σιωπή
τα μάτια μου αγναντεύουν
για μια γυναίκα θάλασσα
το βλέμμα της γυρεύουν. 

Γυρεύουνε τα μάτια της
με τις χρυσές ανταύγειες
στον ασημί καθρέφτη της
για τις νυχτιές τις άδειες.

Μες το ταξίδι της σιωπής
μικραίνει τώρα ο κόσμος μου
χωρίς πυξίδα επιστροφής
μάταια ψάχνω τον προορισμό μου.
Σιωπά όποιος το μάταιο γνωρίζει.

Οι γλάροι δεν κρατούν
κανένα της σημάδι
λες και την πήραν κύματα
στα σκοτεινά του Άδη.

Στου βράχου τη σιωπή
ζωή μου θα περάσεις
ίσκιο δεν κάνει η θάλασσα
στην πέτρα θα γεράσεις.


Έπαιξαν οι μουσικοί:
Μανόλης Ανδρουλιδάκης: κλασική κιθάρα, ακουστική κιθάρα, λαούτο
Κυριάκος Γκουβέντας: βιολί
Στέλλα Βαλάση: σαντούρι
Λεωνίδας Κυρίδης: μπάσο
Μιχάλης Τερζής: πιάνο, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας

* Το τραγούδι «Για μα γυναίκα θάλασσα» εμπεριέχεται στο βιβλίο-cd της Βέρας Βασιλείου-Πέτσα «Βορεινό παράθυρο», εκδ. ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

"Παράξενη κι η άνοιξη αυτή": Χρήστος Κολοβός




ΑΦΥΤΟΣ

Το συγκεκριμένο τραγούδι γράφτηκε πριν το 1990. Το 1995 βραβεύθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με ερμηνευτή έναν ηθοποιό του ΚΘΒΕ, τον Γιώργο Σμπυράκη. Το 1997 γνωριστήκαμε με τον Θάνο Μικρούτσικο, άκουσε το τραγούδι, και του άρεσε πολύ. Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε ο δίσκος «Σ' αυτόν τον τόπο που άλλαξε χρώμα» με ερμηνευτή τον Μανώλη Χατζημανώλη. Το 2012, που παρουσιάζω την δεύτερη δισκογραφική δουλειά «Έρωτας πάνω απ’ την πόλη», το συγκεκριμένο τραγούδι ερμηνεύει ο Θάνος Μικρούτσικος.

Χρήστος Κολοβός

"Παράξενη κι η άνοιξη αυτή"

Λέμε να σπάσουμε την καραντίνα με τραγούδια. Στραφήκαμε στους καλλιτέχνες, με την παράκληση να μοιραστούν μαζί μας την αγαπημένη τους δημιουργία μαζί με κάποιες μνήμες και σκέψεις τους. Η συνέχεια επί της οθόνης.





Τρίτη, 24 Μαρτίου 2020

Νέο τεύχος των "Θέσεων" με κείμενα για τον Θάνο Μικρούτσικο





Ο Γιάννης Μηλιός μάς ενημερώνει ότι λόγω της έκτακτης κατάστασης, το τεύχος 151 (περίοδος Απρίλιος - Ιούνιος 2020) του περιοδικού ΘΕΣΕΙΣ διατίθεται ελεύθερα ΕΔΩ. Όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, θα κυκλοφορήσει και η έντυπη έκδοση.

Στο τεύχος θα βρείτε, μεταξύ άλλων, και κείμενα του Μηλιού και του Μίλτου Πασχαλίδη για τον Θάνο Μικρούτσικο!

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

"Ο Απρίλιος είναι ο μήνας της πασχαλιάς"






19 Μαρτίου 2020 

Φίλες και φίλοι καλησπέρα 

Ποιος θα το φανταζόταν ότι ένα σενάριο για ταινία επιστημονικής φαντασίας θα γινόταν εφιαλτική πραγματικότητα. Σε εμπόλεμη λοιπόν κατάσταση όλος ο πλανήτης με γνωστό, πλην όμως αόρατο τον κοινό εχθρό. Ασύμμετρες οι απειλές, παράπλευρες οι απώλειες κι ας ευχηθούμε αυτές οι τελευταίες να είναι οι λιγότερες δυνατές.

Σκληρός είναι ο Μάρτης, σκληρός προβλέπεται κι ο Απρίλης του 2020 – ας θυμηθούμε και τον Τόμας Στερνς Έλιοτ με τον δικό του Σκληρό Απρίλη που μας τον γνώρισε μουσικά, ως Σκληρό Απρίλη του ’45, ο αοίδιμος Μάνος Χατζιδάκις. Ο συνδυασμός των δυο όμως μας γνώρισε και τις Πασχαλιές μέσα απ’ τη Νεκρή Γη· ας μη λησμονούμε λοιπόν – η αισιοδοξία πάντα χρειάζεται τουλάχιστόν ως αντίδραση σε τέτοιες περιπτώσεις – ότι ο Απρίλιος είναι ο μήνας της πασχαλιάς. Κι αν ο Μάρτης «νεκρή γη» αφήσει, μέσα απ’ αυτήν θα βλαστήσουν και θα ανθίσουν πασχαλιές!!!

Μένουμε στο σπίτι λοιπόν, ένδειξη υπευθυνότητας και σεβασμού στις οδηγίες των ειδικών για το καλό όλων μας. Διάβασμα, ακρόαση μουσικής, τακτοποίηση εκκρεμοτήτων που χρονίζουν, να δούμε και καμιά καλή ταινία από εκείνες που αγοράζαμε το πάλαι ποτέ μαζί με τις κυριακάτικες εφημερίδες και παρέμειναν σε κάποιο ράφι ...

Οι συνθήκες πολέμου που βιώνουμε μου έφεραν στο νου κάποιες άλλες εποχές παραδοσιακού πολέμου. Ανέσυρα έτσι από τα αρχεία μου ένα ειδικό, πλην όμως εξαιρετικό βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε το 1941!!! Γραμμένος από το γεωπόνο Νικόλαο Βοσυνιώτη «Ο Λαχανόκηπος του Σπιτιού» εκτός των πολύτιμων συμβουλών του προσέφερε, εκείνα τα δύστηνα χρόνια της Κατοχής, σταγόνες αισιοδοξίας, ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Σας στέλνω συνημμένα το εξώφυλλο του βιβλίου και την πρώτη σελίδα του προλόγου του συγγραφέα. Διαβάστε την με προσοχή και αποκωδικοποιείστε τα μηνύματά της. Είναι σίγουρο ότι θα συγκινηθείτε. Και ίσως σας γεννήσει την επιθυμία να αξιοποιήσετε με ιδιαίτερα ωφέλιμο τρόπο λίγο από τον ελεύθερο χρόνο που πια διαθέτουμε, μένοντας πάντα στο «σπίτι». Δεν χρειάζεται απαραίτητα κήπος. Το μπαλκόνι ή η βεράντα αρκούν. Λίγα σπορόφυτα από τη λαϊκή ή από το φυτώριο της γειτονιάς σας – ή και από κάποιο φίλο – και τίποτ’ άλλο. Σαλάτες αν φυτέψετε σε γλάστρες ή ζαρντινιέρες θα γευτείτε τα υπέροχα φύλλα τους σύντομα. Να, δείτε τις δικές μου!





(...)


Για άλλο θέμα άρχισα να γράφω αυτό το μήνυμα, αλλού κατέληξα – τι κάνει ο ... ελεύθερος χρόνος!

Όπως γνωρίζετε η ομιλία μου στη Μουσική Βιβλιοθήκη του Μεγάρου Μουσικής που ήταν προγραμματισμένη για τις 10 Μαρτίου αναβλήθηκε, θύμα και αυτή του περιλάλητου ιού – ας είναι μόνον τέτοια τα θύματά του. Πότε θα πραγματοποιηθεί, κανείς δεν ξέρει. Ωστόσο στο επεισόδιο της εκπομπής της ΕΡΤ2 «Σταθμός Μέγαρο» το οποίο προβλήθηκε στις 8 Μαρτίου, υπήρχε το σχετικό με την εκδήλωση μαγνητοσκοπημένο θέμα, με την ένδειξη βεβαίως ότι αναβάλλεται. Έχει κάποια λάθη, ως προς την παρτιτούρα που παρουσιάζεται και τους μουσικούς που θα συμμετείχαν τελικά, ωστόσο είναι όμορφο και όσοι δεν το είδαν και επιθυμούν να το δουν υπάρχει στα διαδικτυακά αρχεία της ΕΡΤ – η αρχή στο 9:40:



(..)


Στο σπίτι μένω, είμαι καλά, πολύ καλά, το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς!

Με τους ευχές μου για ότι το καλύτερο 

Γιῶργος Β. Μονεμβασίτης 
Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ 
Συγγραφέας – Δημοσιογράφος 
Κριτικός καί Ἱστορικός Μουσικῆς 
ἐσχάτως δέ καί ... καλλιεργητής!







Κυριακή, 22 Μαρτίου 2020

Λόλεκ - Το καράβι





Album:"Ουρανός Μολύβι" (2015)
Μουσική - Λόλεκ, Γιάννης Καχραμάνογλου
Στίχοι - Γιάννης Καχραμάνογλου


Ένα καράβι φεύγει απόψε για μακριά
και μια ψυχή που αγάπησα είναι μέσα
φεύγει μακριά κι άσπρα μαλλιά
είναι το δώρο που ‘δωσε σε μένα

Ό, τι κι αν είπαμε την πρώτη τη φορά
πως η ζωή είναι βαρύ φορτίο
την κουβαλάς και θα πονάς
στο πιο πικρό της το στερνό αντίο

Σαν οπτασία στο μυαλό μου τριγυρνάς
πάλι σε εσένα ταξιδεύει η σκέψη
στον αδειανό μου το χορό
το σ’ αγαπώ είναι η τελευταία λέξη

Στον αδειανό μου, το χορό …


Η ηχογράφηση έγινε την περίοδο 2011-2013 στο Sound Chamber Studio από τον Λόλεκ
Ενορχήστρωση: Λόλεκ, Γιώργος Περού
Παραγωγή, ηχοληψία: Λόλεκ
Μίξη: Μανώλης Αγγελάκης
Το Mastering έγινε στο SweetSpot Studio από τον Γιάννη Χριστοδουλάτο

Έπαιξαν οι μουσικοί:
Λόλεκ - φωνή, κιθάρες, τύμπανα, κρουστά
Γιάννης Γ. - μαντολίνο
Γιώργος Περού - μεταλλόφωνο, μαντολίνο
Παναγιώτης Τσεβάς - ακορντεόν
Άγγελος Παπαδάτος - κόντρα μπάσο

Rain Song




Rain Song · Sotiris Kastanis

Portokali

℗ 2014 Protasis Music

"Έχω χαθεί αυτού του κόσμου" του Friedrich Rückert





(Ich bin der Welt abhanden gekommen)
                        


Ich bin der Welt abhanden gekommen,
Mit der ich sonst viele Zeit verdorben,
Sie hat so lange nichts von mir vernommen,
Sie mag wohl glauben, ich sei gestorben!



Es ist mir auch gar nichts daran gelegen,
Ob sie mich für gestorben hält,
Ich kann auch gar nichts sagen dagegen,
Denn wirklich bin ich gestorben der Welt.



Ich bin gestorben dem Weltgetümmel,
Und ruh‘ in einem stillen Gebiet!
Ich leb‘ allein in meinem Himmel,
In meinem Lieben, in meinem Lied!


Friedrich Rückert (1788-1866)
aus: Lyrische Gedichte, in Drittes Buch Liebesfrühling


***

Έχω χαθεί αυτού του κόσμου

Μ΄αυτόν σπατάλησα τα χρόνια
Δεν μπόρεσε να δει εντός μου
Και για νεκρό ίσως μ’ έχει τώρα.

Δεν με πειράζει δα και τόσο
Αν με νομίζει για νεκρό
Δεν έχω να λογοδοτήσω, όσο
Γι’ αυτόν στ’ αλήθεια είμαι νεκρός.

Έχω πεθάνει για του κόσμου τη βοή
Και ησυχάζω σε μια άκρη αυτής της γης.
Μονάχος βιώνω πια το βιός μου
Μεσ’ την αγάπη μου ηχεί ο σκοπός μου.

(Μετάφραση π.Βασίλης Φρατζίσκος)

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Ο Βίλχελμ Τσομπλ για τον Θάνο Μικρούτσικο





Ο Θάνος Μικρούτσικος για μένα δεν θεωρείται απλά και μόνο ένας από τους καλύτερους συνθέτες στον τόπο του, αλλά και ένας από τους πιο δημιουργικούς και αυθεντικούς μουσικούς που εγώ ξέρω. Η μουσική του αντιτίθεται με επιτυχία σε όλα τα εύκολα και έτοιμα κλισέ. Η μουσική του αντλεί την ιδιόμορφη δύναμη και δυναμική της με την κριτική τοποθέτησή της, όσον αφορά την παράδοση της ελληνικής μουσικής. Αυτή την παράδοση τη συνδυάζει με τις εμπειρίες του από τη διεθνή σύγχρονη μουσική, ενώ ταυτόχρονα αντλεί στοιχεία από τη μεγάλη κλασική παράδοση. Έτσι δημιουργείται μια σύνθεση διαφορετικών εμπειριών και γνώσεων με πρωτοφανή δύναμη, η οποία δεν περιορίζεται στην ανάμειξη αυτών των στοιχείων, αλλά βλέπει στο μέλλον.

Η μουσική του Μικρούτσικου βάζει το δάχτυλο στην πληγή της σημερινής μουσικής κατάστασης στην Ευρώπη. Δεν πρέπει κανείς να γράφει μουσική που θα αφήνεται στα κλισέ της αγοράς, αλλά να ψάχνει για νέες φόρμες και νέους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό. Πρέπει όμως να επιχειρήσει την επικοινωνία με τον ακροατή εδώ και τώρα και όχι σε ένα απώτερο μέλλον. Αυτό ακριβώς κάνει ο Θάνος Μικρούτσικος.

Wilhelm Zobl

Πηγή: Θάνος Μικρούτσικος, Μουσικώς ύποπτος (επιμ. Παρασκευάς Καρασούλος), Αθήνα: Φίλιππος Νάκας, 1991, σελ. 211.




"Η Πόλις" του Σταυριανού






Το τραγούδι αυτό βγήκε μέσα σε πέντε λεπτά. Κάθισα στο πιάνο και βγήκε ολοκληρωμένο χωρίς να κάνω την παραμικρή αλλαγή. Ήταν μια παρόρμηση, ένας βαθύτερος πόθος. Ο Καβάφης πάντα μου άρεσε, τον θεωρώ τον μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή κι από τους μεγαλύτερους του κόσμου, αλλά με άγγιξε ιδιαίτερα αυτό το ποίημα γιατί είναι το μοναδικό του Καβάφη που κάνει λόγο για ταξίδι. Ένα ταξίδι που, φυσικά, δεν ολοκληρώνεται ποτέ.

Γιώργος Σταυριανός
(από συνέντευξη στα Μουσικά Προάστια)

Ο Δαμιανός Πάντας για το τραγούδι και την κλασική μουσική παιδεία







"Μην υποτιμάς το τραγούδι. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να πεις κάτι ολοκληρωμένο μέσα σε 3 - 4 λεπτά; Η συμφωνική μουσική σού δίνει την δυνατότητα να εκφράσεις αυτό που θέλεις με επεξεργασία και ανάλυση. Έχεις την αρχική σου έμπνευση, την μελωδία και ξεκινάς να αναλύεις μοτίβα και ηχοχρώματα μέχρι εκεί που τελειώνουν οι δυνάμεις σου. Από δεκαπέντε λεπτά μέχρι μισή ώρα. Στο τραγούδι όμως, σε τρία λεπτά πρέπει να πεις τα πάντα... χωρίς να τα πεις. Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, εννοώ το εξής: Καλείσαι, ενώ δείχνεις στον ακροατή την κορυφή του παγόβουνου, να τον κάνεις να φανταστεί το υπόλοιπο που κρύβεται από κάτω, να υπονοήσεις.

(...)

Εάν υπάρχει έμπνευση και ταλέντο, υπάρχουν και φτερά. Είτε προέρχεσαι από την εμπειρική λαϊκή μουσική, είτε από την κλασσική, είτε από οπουδήποτε. Η διαφορά είναι πως η κλασική γνώση σε βοηθάει να αποκωδικοποιείς όλα τα είδη, να μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις κατα βούληση. Ο εμπειρικός λαϊκός μουσικός δεν μπορεί να γράψει συμφωνικό έργο, ο συνθέτης με κλασική παιδεία εύκολα μπορεί να γράψει λαϊκό τραγούδι. Τα παραδείγματα αμέτρητα. Δεν θέλω όμως να σταθώ σε αυτό. Ας μην κατηγοριοποιούμε. Ο Βαμβακάρης με τον Τσιτσάνη δεν ήξεραν ούτε τις νότες να γράψουν στο χαρτί και παρ’ όλα αυτά έγραψαν μεγάλα τραγούδια. Η ουσία είναι η μουσική καθ’ εαυτή. Να μπορεί να σού μεταδώσει ένα συναίσθημα, ένα συλλογισμό, χαμόγελο ή δάκρυ. Δεν έχει καμία σημασία από πού προέρχεται ένα τραγούδι, αλλά πού μπορεί να φτάσει".

Δαμιανός Πάντας


Πηγή: Συνέντευξη του Δαμιανού Πάντα στον Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη
Ιστοσελίδα "Μούσα Πολύτροπος"
http://www.mousapolytropos.gr/index.php/art/431-art59

Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας για την "Κλυταιμνήστρα"






27/05/2011: Διάβασα στα Μουσικά Προάστια, το μπλογκ του Ηρακλή Οικονόμου, δύο ποιήματα του Δημήτρη Λέντζου από τη συλλογή του "Μεγάλη Τεσσαρακοστή". Το ένα ήταν η «Κλυταιμνήστρα». Ηταν πολύ καλό. Το αποθήκευσα στη μνήμη μου κι άρχισα να… ψάχνω τον ποιητή.


3/10/2012: E-mail προς Δημήτρη Λέντζο:
«Αγαπητέ κύριε Λέντζο καλημέρα. Παρακάλεσα τον κοινό μας φίλο Ηρακλή από τα Μουσικά Προάστια να μου δώσει τη διεύθυνσή σας κι έτσι μπορώ να σας εκφράσω την εκτίμησή μου για το έργο σας. Το ποίημά σας "Κλυταιμνήστρα", μου άρεσε ιδιαίτερα και διαβάζοντάς το, για πολλοστή φορά, τελικά το μελοποίησα. Εάν δεν υπάρχει κάποια δέσμευση ή αντίρρηση εκ μέρους σας, θα χαιρόμουν τη συνεργασία μαζί σας. 
Φιλικά, Θανάσης Γκαϊφύλλιας».

Η απάντηση ήταν θετική και ιδιαίτερα θερμή.


12/10/2012: Συναντηθήκαμε στο «Ιβανώφειο» με τη Φωτεινή. Θα τραγουδούσαμε για τους εργαζόμενους της Βιο.Μετ. που είχαν προχωρήσει σε αυτοδιαχείριση του εργοστασίου. Οσο περιμέναμε τη σειρά μας για πρόβα ήχου, της τραγούδησα την «Κλυταιμνήστρα». Εσύ θέλω να το τραγουδήσεις της είπα. Μου χάρισε ένα όμορφο χαμόγελο και είπε απλά… «θα το πω».

Τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου τηλεφωνική πρόταση από τον Θανάση Συλιβό για την παραγωγή της «Κλυταιμνήστρας» με τη φωνή της Φωτεινής. Έξοχα.


21/01/2014: E-mail προς το Νεοκλή Νεοφυτίδη που ανέλαβε την ενορχήστρωση:
«Νεοκλή καλημέρα. Κατ' αρχάς σου σφίγγω νοερά το χέρι και σου λέω εγκαρδίως..."χαίρω πολύ". Διάβασα το βιογραφικό σου, άκουσα και το Φαγιούμ (το οποίο γνώριζα) και δεν έχω καμία αμφιβολία πως από τη συνεργασία μας θα βγει κάτι καλό, που θα είναι αντάξιο της προσπάθειας που καταβάλει ο Θανάσης Συλιβός με το περιοδικό του. Έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένα ηχοχρώματα αλλά δε γνωρίζω το budget. Θα ήθελα λοιπόν να με ενημερώσεις αν θα ήταν εφικτό να έχουμε τα εξής όργανα: τσέλο, μπάσο, κιθάρα ακουστική, ακορντεόν, κρουστά, τζουρά και μπουζούκι. Στη συνέχεια θα σου πω πώς φαντάζομαι την εξέλιξη του τραγουδιού. Φιλικά Θανάσης».


Θανάσης Γκαϊφύλλιας