Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακροάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακροάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Chronographies + Entre Ruidos της Ρωξάνης Χατζηδημητρίου: Μια ακρόαση

Roxani Chatzidimitriou, an award – winning Greek composer and pianist, presents her debut album “Chronographies” that features nine instrumental compositions. Τhese pieces draw inspiration from the synergy of three abstract, non – verbal art forms that move in time: music, contemporary dance and moving images. Through melodic lines, different instrumental colors and contemporary music techniques she creates “drawings” of choreographies and images that narrate a story. The concept of “transition” resides in each piece, as every composition could be seen as a path for self-exploration, a journey into our mind and soul, a reflective process towards a goal for transformation and personal freedom.

released January 19, 2021

Roxani Chatzidimitriou (composition,piano), Porfyris Michalis II (cello), Sergiu Nastasa (violin), Amalia Kountouri (flute), Merkurio Karalis (clarinet), Guido De Flaviis (saxophone).






Σκηνή 1η (Tempus Fugit): Δεν χρειάζεται κάποια τεράστια αναπόληση για να αισθανθείς τον χρόνο που φεύγει. Υπάρχουν στιγμές που κάθε δευτερόλεπτο βαραίνει σαν αιώνας μέσα σου, ακόμα και το να περάσεις τον δρόμο – αν ας πούμε αυτός ο δρόμος σε οδηγεί επιτέλους σε εκείνην ή σε διώχνει οριστικά από αυτήν. Δεν είναι ο χρόνος ο ιστορικός που φεύγει εδώ, ούτε καν ο χρόνος μιας ή μισής ζωής, παρά μόνο δευτερόλεπτα άπιαστα, αγωνιώδη, μεγάλης έντασης για αυτό που πρόκειται να συμβεί ή για αυτό που συνέβη και δεν πρόκειται, τελεσίδικα, να ξανασυμβεί ποτέ. Τα 20 δευτερόλεπτα σιωπής στο τέλος εξίσου σημαντικά με τα πέντε λεπτά μουσικής που προηγήθηκαν.








Σκηνή 2η (El Viento): Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, και το δικό μου σταυροδρόμι βρίσκεται σε ένα παραλιακό χωριουδάκι του Βορρά. Μια γωνία γης που μπαίνει στη θάλασσα, χορταριασμένα ερείπια από κάστρα, και κάπου ανάμεσα δύο σώματα καθισμένα. Κι ένας αέρας που αλλάζει σχήμα σε ό,τι μπορεί να αλλαχθεί, στα κλαδιά των δέντρων, στην υδάτινη επιφάνεια, στις ανθρώπινες φιγούρες που περπατάνε βιαστικά κάπου στο βάθος. Είναι όμως μέτρια η έντασή του, διαχειρίσιμη, σαν το άγγιγμα του φλάουτου – πού είναι η ανεμοθύελλα όταν τη χρειάζεσαι, να κόψει τη γη, να την κάνει νησί ή ακόμα καλύτερα καράβι, να φύγεις στα βαθιά;







Σκηνή 3η (Desires): Ένα μελαγχολικό πιάνο, νωθρό, βροχερό, διστακτικό. Σιγά-σιγά, η διστακτικότητα μετατρέπεται σε απόφαση, με την πολύτιμη βοήθεια του βιολοντσέλου που εισβάλλει στη σκηνή. Αλλά είναι απόφαση λόγω προσμονής ή λόγω απόγνωσης; Είναι απόφαση για έκθεση σε κίνδυνο, είναι τρωτότητα, είναι επερχόμενη απόρριψη και καταστρόφα. Και κάπως έτσι το Desires ολοκληρώνεται, με την υποψία όμως ότι οι επιθυμίες πίσω του έμειναν ανολοκλήρωτες, μόνο και μόνο για να μετουσιωθούν σε μελωδία.







Σκηνή 4η (Heart): Δεν είναι για την καρδιά αυτό το κομμάτι, ή τέλος πάντων δεν είναι μόνο για την καρδιά. Είναι για ένα απόγευμα στην άκρη μιας πόλης, για ένα περπάτημα χέρι-χέρι, για ένα βλέμμα που κοιτάει άφωνο την προοπτική μιας ζωής πρωτόγνωρης. Είναι για μια διαφάνεια στην ατμόσφαιρα, για μια και μοναδική κατάσταση σαφήνειας όταν όλα φαντάζουν στη θέση τους, όταν όλα βγάζουν νόημα. Είναι για τη συμπόρευση και την ευγνωμοσύνη, για κάθε βήμα μαζί, για κάθε χτύπο που το συνοδεύει. Μια ματιά στις μακρινές πολυκατοικίες, μια ματιά στη φιγούρα πλάι, και σταδιακά αυτά τα δύο γίνονται ένα, άνθρωπος και αστικό τοπίο. Σαν τις Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο όπου κάθε πόλη φέρνει κι από ένα γυναικείο όνομα.








Σκηνή 5η (Scent of Rain): Περπατάς, νύχτα, αρχίζει το γνώριμο ψιλόβροχο, ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις σε ένα τζαζ κλαμπ πλάι στο ποτάμι. Τα θολωμένα παράθυρα σού μεταφέρουν λίγη από την ομίχλη τους. Το μπαρ είναι πολύβουο, σώματα περνάνε πλάι, δεν κατασταλάζεις εδώ, δεν παγιώνεσαι, εντός κι εκτός ταυτόχρονα. Βγαίνεις έξω εκτεθειμένος, βρέχει στ’ αλήθεια, μα το απλωμένο μπράτσο πλάι σου σε επαναφέρει σε μια οικεία τροχιά, σε έναν ρυθμό αγαπημένο. Μουσική για μια κατάφαση, για μια μικρή νίκη, καθώς στροβιλίζεσαι περπατώντας υπό βροχή γρήγορα, παιχνιδιάρικα, μέσα στην υγρή νύχτα.








Σκηνή 6η (Choreographing Feelings): Μα χορογραφούνται τα αισθήματα; Μόνο τα σώματα χορογραφούνται, ανεξέλεγκτα, μπερδεμένα, ατίθασα. Σε ένα μικρό δωμάτιο που διαστέλλεται σαν ξεκινάει ο χορός τους, ένα μικρό δωμάτιο που μεγαλώνει σαν το σύμπαν όταν ακούμπησε πάνω του το άγγιγμα της αγάπης και φτιάχτηκε ο κόσμος. Έτσι φτιάχτηκε ο κόσμος, από ένα μικρό δωμάτιο κι από δύο σώματα που έλκονται και απωθούνται και έγιναν πλανήτες και άπειρο όταν ακούμπησε πάνω τους το άγγιγμα της αγάπης. Εν τέλει, έχει δίκιο η συνθέτρια. Δεν χορογραφούνται, τελικά, τα σώματα, αλλά η αγάπη που φύσηξε μέσα τους.








Σκηνή 7η (Nostalgia): Υπάρχει η νοσταλγία για κάτι που έγινε. Και υπάρχει και η νοσταλγία για ό,τι μπορούσε να γίνει και δεν έγινε. Νοσταλγία όχι δηλαδή για το παρελθόν, αλλά για το μέλλον όπως ξεφύτρωνε σαν πολλαπλή δυνατότητα στο παρελθόν. Εκεί με πάνε αυτά τα πεντέμισι λεπτά, σε μια νοσταλγία για μια στιγμή μέσα στον χρόνο όπου τα ενδεχόμενα ήταν όλα ανοιχτά, για μια στιγμή όπου όλα παίζονταν, δίχως την βαριά κι ασήκωτη σκιά της πραγματικότητας, της φθοράς, της απώλειας.







Σκηνή 8η (Wave): Τα παλιά επιβατικά πλοία στο Αιγαίο είχαν ένα περβάζι κάτω από τη γέφυρα όπου μπορούσες να πας και να αράξεις και να βγει το πλοίο από το λιμάνι και να έρθει μια παρέα από τη Βόρεια Ευρώπη δίπλα σου και να βλέπεις το κύμα και να μπαίνει ενδιάμεσα το προφίλ ενός προσώπου που κοιτάει το κύμα και εσύ να κοιτάς μια το κύμα και μια το πρόσωπο και το κύμα να δυναμώνει καθώς το πλοίο ξεμακραίνει στα ανοιχτά και να έρχεται η στιγμή που να πρέπει να αποφασίσεις με ποιο θα πας και ποιο θα αφήσεις, το άγνωστο πρόσωπο ή το κύμα, κουβέντα ή σιωπή. Και μπορεί τώρα να μην θυμάμαι τι διάλεξα αλλά δεν έχει και καμία σημασία καθώς η μουσική δεν αφήνει πολλά περιθώρια, έχει ήδη κάνει την επιλογή της – παρά τον τίτλο της, ζητάει απαιτητικά τη γνωριμία.









Σκηνή 9η (Dancing with A Dream): Πόσο θαυμάζω τα όμορφα όνειρα, τα γαλήνια, τα παραμυθένια. Δεν τα είχα ποτέ μου, παρά μόνο σαν μια υποψία, σαν μια αφετηρία ελάχιστης διάρκειας, σαν μερικά δευτερόλεπτα νηνεμίας πριν την καταιγίδα, πριν δηλαδή η τρυφερή ιστορία του ονείρου μετατραπεί σε εφιάλτη. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς γίνεται να πέφτω να κοιμηθώ με μια όμορφη εικόνα στο νου, μια χαμογελαστή συνάντηση, μια γοητευτική πλάτη, και να καταλήγω σε ένα αεροδρόμιο όπου δεν προλαβαίνεις ποτέ την πτήση σου κι αν την προλάβεις και φτάσεις στον προορισμό σου δεν βρίσκεις ποτέ σου το διαβατήριο και σε βάζουν στην επόμενη πτήση της επιστροφής. Να, κι εδώ το ίδιο, ωραίοι χρωματιστοί χαρταετοί πετάνε στο κομμάτι αλλά εγώ ως συνήθως ονειρεύομαι την πτώση τους και τη συντριβή τους.








Σκηνή 10η (Entre Ruidos): Δεν ξέρω ποιος δημιούργησε ποιον, οι μουσικές τις ιστορίες ή οι ιστορίες τις μουσικές, γιατί όσο περισσότερο ακούω τόσο περισσότερο μου γεννιέται μια τρομακτική υποψία στο νου: ότι δεν μου θυμίζει η μουσική κάτι που έζησα αλλά ότι αυτό που ζω αρχίζει να μου θυμίζει τη μουσική. Να ζεις, δηλαδή, όπως επιτάσσει η μελωδία, να καθορίζει η μουσική τη ζωή και όχι η ζωή τη μουσική. Αυτή είναι η πανίσχυρη έλξη της μουσικής της Ρωξάνης Χατζηδημητρίου – δεν επιστρέφει στη ζωή αλλά σε αναγκάζει η ζωή να επιστρέφει στη μουσική, μιλάμε για τέτοια τέλεια αποδιοργάνωση, για εκ νέου ορισμό των πραγμάτων, όπου δεν ξέρεις εν τέλει αν αυτό που ακούς είναι το σάουντρακ αυτού που βιώνεις ή αν αυτό που βιώνεις είναι απλά το βίντεο-κλιπ αυτού που ακούς.


Ηρακλής Οικονόμου

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

Μιχάλης Γελασάκης: Για τον δίσκο "Μπαλλάντες"





Μπαλλάντες

Σύνθεση: Μίκης Θεοδωράκης

Ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης

Ερμηνεία: Πέτρος Πανδής, Μαργαρίτα Ζορμπαλά. Minos 1975

Τα εννιά τραγούδια του δίσκου γράφτηκαν σε Παρίσι και Ντουμπρόβνικ τη διετία 1973-1974. Σε μία ιδιαίτερη για τον συνθέτη περίοδο. Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Νοέμβρη του '75, με ερμηνευτές τον Πέτρο Πανδή και τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά. Ο πρώτος, γνωστός ήδη από τη συνεργασία του με τον Θεοδωράκη, ενώ η Ζορμπαλά, νέα, πρωτοεμφανιζόμενη, με το ρίσκο για το αποτέλεσμα δεδομένο. Δίσκος ελπίδας, δεύτερης ακρόασης και ανάγνωσης καθώς και ιδιαίτερου συμβολισμού, γιατί είναι ένας από τους πιο μελωδικούς δίσκους του Μίκη Θεοδωράκη. Μια εργασία που δεν ξεφεύγει από το στίγμα του συνθέτη όσον αφορά τις ενορχηστρώσεις και την ένταση στη μελοποίηση. Ξεφεύγει στις μελωδικές γραμμές και στην ηχηρή του ησυχία.




 



Η αιχμή του δίσκου το τραγούδι "Δρόμοι παλιοί". Δημοφιλές και χιλιοτραγουδισμένο, μιας και ακούστηκε για πρώτη φορά στο ιστορικό Serpico. Οι στίχοι του Μανόλη Αναγνωστάκη, με διάχυτο το υπαρξιακό στοιχείο (όπως στο μεγαλύτερο μέρος της ποίησής του), δεν εκφράζουν σε καμία περίπτωση μόνο τον έντονο πολιτικό του βίο, μάλιστα πολλές φορές είναι λες και αποστασιοποιείται από την άκρως στρατευμένη πολιτικά υπόστασή του και κοιτά τα πράγματα περισσότερο φιλοσοφικά και κοινωνικά ως τρίτος. Η ζωή και ο θάνατος, το δέσιμο και η απώλεια. Λόγος αντιθέσεων που θέτει ερωτήματα και τοποθετεί σήμανση στις λακκούβες της ζωής με την εμπειρία της πτώσης. Η έντονη πολιτική ζωή και των δύο δημιουργών φαίνεται να βρίσκει κοινούς κώδικες έκφρασης και πορείας, πότε άμεσα και πότε έμμεσα, πότε με ποιητικό λυρισμό (όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει θα ντυθείς μια καινούρια φορεσιά) και πότε με σκληρό και άμεσο ρεαλισμό: Τώρα μπορεί ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει για την αγωνία της εποχής, το αδιέξοδο, την απανθρωπιά του αιώνα, τη χρεοκοπία των ιδεολογιών... Το κοινό της εποχής, πρόσφορο για ποίηση και έτοιμο για αναζητήσεις και ανακαλύψεις, δέχεται τον δίσκο αμήχανα, με αργές κινήσεις, παρότι ο συνθέτης ήταν σε περίοδο καλλιτεχνικής ακμής. Οι στίχοι του Αναγνωστάκη μάλλον ήθελαν τον χρόνο τους για να αφομοιωθούν.

ΥΓ. 1: Παραγωγός του δίσκου ήταν ο Αχιλλέας Θεοφίλου και ηχολήπτης ο σπουδαίος Γιάννης Σμυρναίος. Ο δίσκος επανακυκλοφόρησε το 2004 και το 2007, με ενορχήστρωση του Σταύρου Ξαρχάκου κι ερμηνευτές τον Πέτρο Πανδή και τη Μαρία Φαραντούρη.

ΥΓ. 2: Οταν ακούς λόγια επίκαιρα σε δίσκους που βγήκαν το '75, ή που αυτοί που τα έγραψαν έβλεπαν πολύ μπροστά ή εμείς που τα ακούσαμε γυρνάμε πολύ πίσω.


Μιχάλης Γελασάκης
Ελευθεροτυπία, ένθετο "Βιβλιοθήκη", στήλη "Εν τη ρίμα του λόγου", Σάββατο 10 Ιουλίου 2010.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

Irini Qn: Υψηλού επιπέδου τραγουδοποιία και ψυχανάλυση




IRINI QN
Χωρίς το τόξο στην αρένα
Μετρονόμος
2020



Irini Qn: Υψηλού επιπέδου τραγουδοποιία και ψυχανάλυση

 

του Ηρακλή Οικονόμου


Από τα πρώτα μέτρα ακρόασης του δίσκου, μου καρφώθηκε η σκέψη ότι πολύ καιρό είχα να ακούσω τέτοιο ευφυές μουσικό «πακέτο», τόσο από πλευράς μελωδίας όσο κι από πλευράς ενορχήστρωσης. Για τη δεύτερη, υπεύθυνος είναι ο Γιώργος Ανδρέου, ο οποίος επιλέγει μια πρωτίστως πιανιστική ατμόσφαιρα, με κομβικές ηλεκτρικές εκκενώσεις και με το βιμπράφωνο να προσδίδει μια ονειρική διάσταση (ονειρική με την έννοια του υποσυνείδητου, όχι με την έννοια του μαγευτικού και του θεσπέσιου). Για την πρώτη πτυχή, τις μελωδίες, υπεύθυνη είναι η Irini Qn, η οποία στο ντεμπούτο της παραδίδει πολλά περισσότερα απ’ όσα θα ζητούσε και ο αυστηρότερος κριτής. Μελωδική σαφήνεια και συνέχεια που προδίδει πηγαίο ταλέντο και επεξεργασία του πρωτογενούς μουσικού υλικού, και απουσία (επιτέλους!) του τόσο γνώριμου πια μοτίβου με ένα-δυο κιθαριστικά ακόρντα που τα γρατζουνάς στην εισαγωγή κι όπου σε πάνε.

 

Είναι τέτοια η πρωτοτυπία των μελωδιών και η ενορχηστρωτική τους καθαρότητα που παραμονεύει ο κίνδυνος να παρασυρθείς και να μην ακούσεις με προσοχή τους στίχους. Μέγα λάθος! Ο ακροατής οφείλει να προσέξει τους στίχους, να τους ξανακούσει, και να τους διαβάσει κιόλας αν γίνεται. Εδώ δεν υπάρχουν γενικούρες και ευκολίες και αφηρημένες κουταμάρες· η Irini Qn μιλάει για τα δικά της (αλλά τα πολύ δικά της, λέμε) με τρόπο βαθύ και ψαγμένο, με μια αμφισημία που θέλει δουλίτσα να αποκρυπτογραφήσεις. Η δημιουργός κολυμπάει στα βαθιά νερά της ανθρώπινης ψυχής, και τα τραγούδια της φαντάζουν σαν το εργαλείο της ψυχανάλυσής της αλλά και σαν το αποτέλεσμα αυτής της ψυχανάλυσης, σαν επιβεβαίωση ότι η ίδια έχει δουλέψει με τα φαντάσματά της, έχει ψαχτεί στα πολύ σοβαρά. Το λέω αυτό διότι τα τραγούδια της, αν και οριακά ως προς τα νοήματα, έχουν μια αποστασιοποίηση που προδίδουν αυτή την εσωτερική εργασία της τραγουδοποιού με τον εαυτό της και μπράβο της. Δηλαδή, η Irini Qn τραγουδάει για να λύσει το πρόβλημά της αλλά την ίδια στιγμή (αν μαντεύω καλά από τον βαθμό της αυτογνωσίας της που αντανακλάται στις δημιουργίες της) μας κλείνει το μάτι ότι, κατά κάποιο τρόπο, έχει ήδη λυτρωθεί.

 

Δεν είναι μικρό το κατόρθωμά της. Οι σκληρές εικόνες που μεταφέρει η δημιουργός σε τραγούδια όπως τα «Ερινύες» και «Animus» προδίδουν βιώματα που άλλους θα λύγιζαν αμετάκλητα. Με αξιοσημείωτη ωριμότητα, η τραγουδοποιός μετασχηματίζει τις μνήμες της σε τρέχουσα ανάγκη, σε ευθραυστότητα, σε έναν υγιή αυτοσαρκασμό. Και σε μια ενδότερη αντίφαση, η οποία αποτυπώνεται μαεστρικά στο «Ο μονόλογος μιας διαταραχής» - αντίφαση που όμως δεν σημαίνει θολούρα, κι αυτό κάνει όλη τη διαφορά. Κι ούτε και σπεύδει στον εντυπωσιασμό και στο μελό η δημιουργός, αν και εύκολα θα μπορούσε να το κάνει. Ενδεικτικά, είναι άλλο να λες «Από μικροί μαθαίνουμε να χάνουμε / η απώλεια θα μπορούσε να ’ναι κούνια μας» και άλλο να λες «Από παιδί μ’ αρέσαν τα παιχνίδια πολύ / τα ήσυχα που έχανα χωρίς να φρικάρω / μα πώς φοβάμαι τη μέρα που θα’ ρθεις εσύ / και τα παιχνίδια ελέγχου μου σπασμένα τα πάρω». Είναι η διαφορά μεταξύ υπερβολής και ψύχραιμου νοήματος, και είναι τεράστια.

 

Ο προβληματισμός της Irini Qn είναι κυρίως έμφυλος και στο επίκεντρο της προσοχής της βρίσκονται οι πατριαρχικές δομές και συμπεριφορές. Πιστή στις τάσεις της εποχής της, η δημιουργός παράγει έναν κόσμο πρωτίστως α-κοινωνικό και αν-ιστορικό, όπου κυριαρχεί η αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας και η ανάγκη επαλήθευσής της. Αλλά και πάλι, η συγκυρία και η συλλογική αίσθηση μπαίνουν από τις χαραμάδες, όπως στο συγκλονιστικό «Εξομολόγηση μιας αναπάντητης κλήσης», εκ των κορυφαίων τραγουδιών του δίσκου. Εκεί, οι αναφορές «στα μέρη τα δικά μας» και «στα χρόνια τα δικά μας» επαναφέρουν έναν πρώτο πληθυντικό που αξίζει της προσοχής του ακροατή. Έχοντας απογυμνωθεί μπροστά του, η δημιουργός τού λέει ότι ένα κομμάτι των ατομικών παθών της προκύπτουν από ένα ευρύτερο, συλλογικό πλαίσιο χώρου και χρόνου – από ένα πλαίσιο που στα δικά μου αυτιά ακούγεται (έμμεσα μεν, βαθιά δε) πολιτικό.

 

Συμπερασματικά, η Irini Qn με το δισκογραφικό της ντεμπούτο εισέρχεται δυναμικά στον χώρο της γυναικείας τραγουδοποιίας – τι εισέρχεται, μπουκάρει για τα καλά! Τρία είναι τα ονόματα που έχουν χαραχθεί στον χώρο τούτο στην Ελλάδα: Λένα Πλάτωνος, Αρλέτα, Μελίνα Τανάγρη. Την τελευταία δεκαετία, νομίζω ότι επάξια καταγράφεται και το όνομα της Δανάης Παναγιωτοπούλου, με τραγούδια έντονου κοινωνικού προβληματισμού και κριτικής. Αν αφετηρία της Παναγιωτοπούλου υπήρξαν ο Μαρξ ή ο Μαρκούζε, η πηγή της Irini Qn είναι μάλλον οι μεγάλοι της ψυχανάλυσης, ο Φρόιντ, ο Άντλερ και ο Γιουνγκ. Κατά τα άλλα, διακρίνω παρεμφερή υψηλά επίπεδα στιχουργικής δεινότητας και μελωδικής ευρηματικότητας.

 

Εμφανές ψεγάδι στο «Χωρίς το τόξο στην αρένα» δεν υπάρχει. Αν όμως, ξέρω ’γω, κάποιος μου έβαζε το μαχαίρι στο λαιμό και με πίεζε να βρω κάτι, θα έλεγα μοναχά ότι δεν μου άρεσε το συνταίριασμα των δύο φωνών (τραγούδι και απαγγελία, διαδοχικά) στα «Παιχνίδια» στο τέλος του δίσκου επειδή αποπνέει μια διδακτικότητα που δεν ταιριάζει ούτε με το υπόλοιπο έργο, ούτε και με τις προθέσεις της δημιουργού. Αλλά αυτό είναι μια απλή υποσημείωση σε ένα πολύ δυνατό ντεμπούτο που αφήνει τεράστιες υποσχέσεις για τα επόμενα βήματα της τραγουδοποιού, η οποία αξίζει συγχαρητηρίων για την κατάθεση ειλικρίνειας, θάρρους, ευφυΐας και ταλέντου στην οποία προέβη.


ΥΓ: Αν η δημιουργός προχωρήσει με την ίδια (και περισσότερη!) τόλμη και επιμονή, είναι πιθανό το τραγούδι μας να έχει βρει τη δική του Lhasa de Sela ή Anja Plaschg.






Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Για το "Δωδεκανησιακό Νυχτέρι"






ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΝΤΟΣ
ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΟ ΝΥΧΤΕΡΙ
ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Το «Δωδεκανησιακό Νυχτέρι» αποτελεί ένα πανόραμα της παραδοσιακής δωδεκανησιακής μουσικής, σε ερμηνεία Κώστα Κοντού και μουσική επιμέλεια Μανώλη Καρπάθιου. Το cd είναι χωρισμένο σε τέσσερις ενότητες, κάθε μία από τις οποίες περιέχει ένα ποτ-πουρί από 6-8 τραγούδια, και ολοκληρώνεται με τον οργανικό «Ροδίτικο» και το «Μέρα μέρωσε». Πλάι σε γνωστά νησιώτικα όπως το «Μες του Αιγαίου τα νερά» κι το «Θαλασσάκι», βρίσκουμε ένα πλήθος κομματιών που αντιπροσωπεύουν με επιτυχία τον μουσικό κόσμο των Δωδεκανήσων. Οι δύο πυλώνες του cd είναι η στιβαρή, «βυζαντινή» φωνή του Κοντού (με καταγωγή από τη Σύμη) και η ορχήστρα στην οποία συναντάμε τον Μιχάλη Γαμπιεράκη στο βιολί, τον Γιάννη Μεγαλούδη στο λαούτο και τον Γιάννη Καμπούρη στην κιθάρα.  συνοδευόμενους από τον Χαράλαμπο Καπελιαρή στην ηλεκτρική κιθάρα και τον Γιάννη Κωνσταντινίδη στα πλήκτρα. Ο Καπελιαρής και ο Κωνσταντινίδης υπογράφουν και τον προγραμματισμό.

Προφανώς και δεν πρέπει να υπάρχει όριο στη μουσική ανα-δημιουργία, και προφανώς και πρέπει να έχουμε τις κεραίες μας ανοιχτές για καινοτόμες παρεμβάσεις στο σώμα της παράδοσης. Όμως, η συγκεκριμένη «καινοτομία» του προγραμματισμού και των πλήκτρων όχι μόνο αφαιρεί από το γνώριμο άρωμα του νησιώτικου τραγουδιού, αλλά δεν προσδίδει και κάτι καινοτόμο. Αντίθετα, καθιστά το άκουσμα ελαφρώς μονότονο, καθώς το ψηφιακό φόντο ακολουθεί συνεχώς τον τόνο του τραγουδιού, αγκαλιάζοντας στενά την ορχήστρα και τον ερμηνευτή. Επίσης, η λογική των μικρής διάρκειας κομματιών, το ένα μετά το άλλο, παραπέμπει σε μια χρήση περισσότερο διασκέδασης παρά ακρόασης. Συνολικά πάντως, το «Δωδεκανησιακό Νυχτέρι» είναι μια αξιόλογη προσθήκη στη σύγχρονη νησιώτικη δισκοθήκη, τόσο εξαιτίας των επιλεγμένων κομματιών, όσο και εξαιτίας της εξαιρετικής ερμηνείας του Κοντού. Αν ο δίσκος αποτελέσει και αφορμή ώστε μια νεότερη γενιά ακροατών να έρθει σε επαφή με τα διαμάντια της νησιώτικης δημιουργίας, όπως φαίνεται να επιδιώκουν και οι συντελεστές του δίσκου με κάποιες επιλογές τους στη μορφή και τον ήχο των τραγουδιών, τότε θα έχει κερδηθεί και ένα επιπλέον στοίχημα.

Ηρακλής Οικονόμου
Οι ακροάσεις της Εποχής, εφημερίδα ΕΠΟΧΗ, 2009

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

"Φρεσκάδα και ευρηματικότητα" - Τι έγραφε ο Γιώργος Ε. Παπαδάκης για τον πρώτο δίσκο του Θέμου Σκανδάμη




Φρεσκάδα και ευρηματικότητα

Θέμος Σκανδάμης: Μακροβούτι 

Παραγωγή: Καθρέφτης


Δεκαπέντε τραγούδια του πρωτοεμφανιζόμενου στη δισκογραφία Θέμου Σκανδάμη, που ερμηνεύουν ο ίδιος, η Σταυρούλα Παυλίκου και η Μάρθα Φριντζήλα. Η πρώτη, μα και η δεύτερη εντύπωση είναι πως έχουμε μια εργασία που αποπνέει φρεσκάδα, ομορφιά και πρωτοτυπία. Ο νέος μουσικός δείχνει να έχει γνώση και ταλέντο. Ως προς το πρώτο λαμβάνουμε, πιστεύω, κάποια ιδέα διαβάζοντας δυο - τρεις γραμμές από το βιογραφικό που δημοσιεύει: «...βρέθηκε στο τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. [...]. Στη συνέχεια σπούδασε θέατρο στη σχολή του ΝΕΘ και έπαιξε σε διάφορες παραστάσεις κυρίως ως μέλος της ομάδας "Δρόμος με Δέντρα" [...]. Παράλληλα έπαιξε μουσική για παραστάσεις θεάτρου και θεάτρου σκιών, βιοπορίστηκε ως μουσικός σε διάφορες ταβέρνες των Αθηνών».

Το «φιλολογικό» περιεχόμενο των τραγουδιών περιστρέφεται γύρω από θέματα συνήθη μεν (ο αιωνίως και τυμπανίως αναξιοπαθών, όσο και παντοδύναμος, έρωτας, ο ίδιος ο ουράνιος Παντοδύναμος, ο πανδαμάτωρ χρόνος), αλλά με έναν τρόπο κι ένα πνεύμα παιγνιώδες, ενίοτε σουρεαλιστικό, ίσως ανατρεπτικό, σαφώς όμως σκωπτικό, που καταφέρνει, πιστεύω, να «συλλάβει» αμέσως το ενδιαφέρον του ακροατή.

Ωστόσο, η δύναμη του νεαρού συνθέτη τραγουδιών βρίσκεται στη μουσική. Οχι τόσο στη μελωδική διευθέτηση του λόγου (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν τα καταφέρνει καλά και σ' αυτό) όσο στη μελοποιία καθ' εαυτήν και στον τρόπο που υλοποιείται και παρουσιάζεται από τα μουσικά όργανα (αυτό που χωρίς σεμνότητα και ταπεινότητα μερικοί μουσικοί της τρέχουσας ελαφροεμπορικής δισκοπαραγωγής ονομάζουν «ενορχήστρωση», ποζάροντας δίπλα σε... συναδέλφους τους, όπως ο Ραβέλ, ο Κόρσακοφ, ο Ντεμπισί, ο Μπερλιόζ και τόσοι άλλοι).

Το μελωδικό υλικό συνολικά το χαρακτηρίζουν η φρεσκάδα, η ευρηματικότητα, η πρωτοτυπία και κυρίως η προσωπική σφραγίδα του δημιουργού. Παρά τις πλάγιες ή ευθείες αναφορές σε διάφορα είδη και στιλ, τα οποία φαίνεται ότι έχουν επηρεάσει τον τραγουδοποιό, η παρουσία μιας άλλης, διακριτής τεχνοτροπίας είναι σαφής. Ο νέος μουσικός φαίνεται πως έχει αφομοιώσει με τρόπο δημιουργικό την ακουστική του εμπειρία και πιστεύω πως δεν είναι λανθασμένη η εντύπωσή μου πως η γενική εικόνα της μουσικής που φιλοτεχνεί ο Σκανδάμης βρίσκεται σε ειλικρινή διάλογο με τη λαϊκή παράδοση.

Σε αυτά τα θετικά ας προσθέσουμε και κάτι λιγότερο θετικό, όπως το γεγονός ότι, ως τραγουδιστής, ο συνθέτης δεν πιάνει και τόσα πολλά... ψάρια. Η ευρέως διαδεδομένη δοξασία πως τάχα οι συνθέτες είναι οι πιο κατάλληλοι ερμηνευτές των τραγουδιών τους δεν είναι παρά κενός λόγος, εκτός κι αν ένας τραγουδιστής είναι και συνθέτης. Ο Θέμος Σκανδάμης όμως δεν είναι τραγουδιστής και το αποδεικνύει. Γι' αυτό και αδικεί τα τραγούδια του (άλλα λίγο κι άλλα πολύ). Για παράδειγμα το πολύ ωραίο (και θεατρικό όπως τα περισσότερα) «Να 'χα φτερά» υπέστη μια περιληπτική και δύσκαμπτη ερμηνεία, ενώ ένας μάστορας τραγουδιστής θα μπορούσε να το φωτίσει περισσότερο.

Εκ των τριών τραγουδιστών το... πρώτο βραβείο παίρνει, κατά τη γνώμη μου, η Σταυρούλα Παυλίκου (αξιώθηκε μόνο δύο τραγουδιών) ιδιαιτέρως για την ερμηνεία της στο τραγούδι «Ολομόναχοι μαζί», ένα από τα πιο καλά του δίσκου, που γι' αυτό, ίσως, τοποθετήθηκε τελευταίο στη σειρά, ώστε ν' αφήνει καλές εντυπώσεις στους ακροατές που θα ακούσουν το δίσκο απ' την αρχή του ώς το τέλος του.

Το ένθετο βιβλιαράκι θα μπορούσε να είναι λίγο πλουσιότερο και πιο καλαίσθητο. Η ηχογράφηση, τέλος, πολύ καλή, όπως οι περισσότερες του Γιάννη Παξεβάνη που την υπογράφει.


Γιώργος Ε. Παπαδάκης
Ελευθεροτυπία, 1 Οκτωβρίου 2008





Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

Μικρές Περιπλανήσεις - Άστρα που ψιχαλίζουν φως



Η θριαμβευτική επιστροφή των Μικρών Περιπλανήσεων


Μικρές Περιπλανήσεις
Άστρα που ψιχαλίζουν φως
Μετρονόμος, 2013


Αν υπάρχει ένας δίσκος όπου το κλισέ του επιθέτου «χειροποίητος» βρίσκει την πραγματική του σημασία, αυτός είναι ο νέος δίσκος των Μικρών Περιπλανήσεων. Ηχογραφημένος στο σπίτι του Νίκου Παπάζογλου στη Νίσυρο, με όλα τα όργανα μέσα στο οικιακό στούντιο, χωρίς πειραγμένες φωνές και ψηφιακές παρεμβάσεις, με ένα βιβλιαράκι ζωγραφισμένο «στο χέρι» με τα σκιτσάκια του Νίκου Αρμπιλιά, τα «Άστρα που ψιχαλίζουν φως» δίνουν μια γεύση του πώς θα είναι η παραγωγή της μουσικής σε μια μελλοντική, ιδανική κοινωνία. Τέχνη φτιαγμένη από ανθρώπους για ανθρώπους, και όχι από εταιρείες και εργαστήρια για ζόμπι-καταναλωτές. Τέχνη χειροποίητη, όχι ως σλόγκαν και διαφημιστικό τρικ, αλλά ως ανάγκη και αίτημα για να ζούμε και να λεγόμαστε άνθρωποι.

Οι Μικρές Περιπλανήσεις καταθέτουν μια συγκλονιστική, μουσικά και στιχουργικά, εργασία. Ξαναπιάνουν το νήμα του λαϊκού τραγουδιού σαν συλλογική διαδικασία και πράξη, όπως το έχουν συν-διαμορφώσει συγκροτήματα σαν την Αθηναϊκή ή την Οπισθοδρομική Κομπανία και τους Χειμερινούς; Κολυμβητές. Είναι αυτό το αληθινό «μαζί» που με συγκινεί στο δίσκο: τραγούδια και νοήματα και αναπνοές που γεννιούνται από μια παρέα, από ανθρώπους που συνδιαλέγονται μεταξύ τους όντας στον ίδιο χώρο και χρόνο. Αυτό είναι το λαϊκό, και δεν εξαρτάται από το μπουζούκι και τον μπαγλαμά - σαν τσόντα - παρά από τη συλλογικότητα, απ’ τη συνομιλία, από τη γνωριμία και τη συμπόρευση. Κι ούτε κι είναι θέμα ήχου το λαϊκό, κι ούτε γνωρίζει από ταμπέλες, και γι’ αυτό και η συνάντηση των Μικρών Περιπλανήσεων με το ροκ δεν είναι παραφωνία, παρά μέρος της ταυτότητας ενός καθόλα λαϊκού συγκροτήματος.

Οι στίχοι είναι πλήρεις νοημάτων· σε παίρνουν απ’ το χέρι και σε τραβούν σε ποιητικές διαδρομές απαιτητικές όσο και άμεσες. Το προσωπικό διαπλέκεται με το κοινωνικό, φυσιολογικά κι ανθρώπινα: «σε ψάχνω στις διαδηλώσεις / εκεί που εσύ δεν βρέθηκες ποτέ / νομίζω πως σε ξέρω / σου γράφω, σου μιλάω / δε βγαίνεις από μέσα μου καημέ». Και μπορεί η σκιά του Νίκου Καββαδία να πλανάται έντονη σε 1-2 τραγούδια, μπορεί η αίσθηση του ταξιδιού να διαπερνά τις γωνίες του δίσκου, όμως ο πυρήνας του είναι ριζωμένος στη γη και στην πραγματικότητα. Οι Μικρές Περιπλανήσεις έχουν ιδεολογία [«φεγγάρι τ’ όραμα με συνεπαίρνει / κι οι βολεψάκηδες με λεν τρελό»], έχουν και θυμό [«το νου μου διαφεντεύει αρχέγονη ορμή / στη ράχη σεργιανίζω το φεγγάρι»], έχουν και μνήμη [«πήρε βοριάς ταξιδευτής και σε παγώνει / ρίχνεις στο τζάκι ό,τι έχεις να καεί»]. Την περιπέτειά του επαναστατημένου ανθρώπου την περιγράφουν φιλοσοφημένα και με δίχως ναρκισσισμό: [«δίπλα σ’ αυτού του κόσμου την ουσία / δεν πρόφτασα κι εγώ να ξαποστάσω / με τράβηξε απ’ το χέρι η Ιστορία / με πήρε το ποτάμι να περάσω»]. Όσο για τον έρωτα, υπάρχει κι αυτός, πρωτίστως όμως σαν βαρύ φορτίο απ’ τα παλιά [«εκεί που στάξαμε θυσίες ηδονής / έρημο μέρος δεν υπάρχει πια κανείς / κι όλο το έπος των ερώτων δυο αράδες»]

Αδυναμίες και πράγματα που θα ήθελα αλλιώς - κυρίως ερμηνευτικά - μπορώ να βρω, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι τα βασικά που μας υπενθυμίζουν οι Μικρές Περιπλανήσεις, ότι ένα τραγούδι πρέπει να έχει πρωτίστως μελωδία, να τραγουδιέται δηλαδή, και όχι απλά να συνοδεύει την απαγγελία δήθεν ψαγμένων προστακτικών. Πανέμορφες μελωδίες με νεύρο και ψυχή που αφηγούνται συγκεκριμένες ιστορίες υπερβαίνοντας τα όρια ροκ και λαϊκού, με τον μοναδικό τρόπο των Μικρών Περιπλανήσεων. Δεν έχω κάτι άλλο να ζητήσω.


Ηρακλής Οικονόμου
Το Περιοδικό, 28 Απριλίου 2014




Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

Για τον δίσκο "Φέρε μαζί σου χρόνο" με τραγούδια σε στίχους Άλκη Αλκαίου



Ομάδα Φωνητικής Έκφρασης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
«Φέρε μαζί σου χρόνο»: Τραγούδια σε στίχους Άλκη Αλκαίου
Μετρονόμος, 2017

Ο δίσκος «Φέρε μαζί σου χρόνο» με γέμισε βαθιά ικανοποίηση και πίστη για το παρόν και το μέλλον της χώρας, της παιδείας και του πολιτισμού της. Μπορεί να σας φαίνονται βαρύγδουπα όλα αυτά αλλά πιστέψτε με, στοιχειοθετούνται απολύτως ακούγοντας τον δίσκο με τα 16 τραγούδια σε στίχους του Άλκη Αλκαίου (συν το «Εγώ δεν είμαι ποιητής») και διαβάζοντας (με έκπληξη!) ποιοι είναι οι συντελεστές του. Στις ερμηνείες συναντάμε τα μέλη της Ομάδας Φωνητικής Έκφρασης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ως χορωδία αλλά και κατά μόνας. Πρόκειται, δηλαδή, για «ερασιτέχνες», για φοιτήτριες και απόφοιτες του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με ταλέντο και με πειθαρχία επαγγελματικού, όμως, επιπέδου.

Και δεν ξέρω πόσο έγραψαν στις πανελλαδικές τα παιδιά για να μπουν στο πανεπιστήμιο (οι ταλιμπάν της «αριστείας» έχουν αρχίσει να επιδεικνύουν μια ιδιάζουσα ευαισθησία στο ζήτημα), αλλά ως ερμηνευτές παίρνουν άνετα πολύ πάνω από τη βάση, υπό την καθοδήγηση της έμπειρης Μαρίας Θωίδου. Την αίσθηση των ερμηνειών τους μεταφέρει με ακρίβεια ο Θάνος Μικρούτσικος στο εσώφυλλο του CD: «Συγκινήθηκα πολύ ακούγοντας νέα παιδιά να εκφέρουν τους στίχους του [Άλκη Αλκαίου] και να μεταδίδουν τις εικόνες που έπλασε, τα σύμβολα και τους γρίφους του με καλλιτεχνικά άρτιο τρόπο … Μπράβο σε όλους σας για το ήθος και το ταλέντο σας».

Δύσκολο να ξεχωρίσεις στιγμές από ένα τέτοιο συνολικά άρτιο έργο. Ενδεικτικά: συγκλονιστικός ο διάλογος μεταξύ ερμηνείας και ψιθυρίσματος (Άννα Θωίδου - Κατερίνα Φουτάκη) στο «Ιπτάμενο χαλί» του Μαχαιρίτσα· θαρραλέα η αναμέτρηση της Ελένης Μαγαλιού με τον ορίτζιναλ μύθο στο «Πάντα γελαστοί»· πειστικότατοι ο Γιάννης Πουρνάρας και η Νανά Κούλη στο ερωτικό κάλεσμα της «Πρωινής ή βραδινής σερενάτας»· απολύτως ταξιδιάρικη η Χρυσιάννα Καραμέρη στους «Μύστες της ερήμου»· κομβική η προσθήκη της ονειρικής διάστασης από τη χορωδία πλάι στην ωμή αποφασιστικότητα της Μαρίας Ανδρίτσου στο «Αγύριστο κεφάλι»· και πάει λέγοντας.

Ενορχηστρωτικά, ο Μανόλης Ανδρουλιδάκης φτιάχνει ένα κιθαριστικό μουσικό σύμπαν που παραπέμπει στον Μάνο Χατζιδάκι ή στον Νότη Μαυρουδή, και που προσφέρεται για αλλεπάλληλες και σε βάθος ακροάσεις. Χωρίς εντυπωσιασμούς, χωρίς ντραμς, ο μεγάλος μουσικός και ενορχηστρωτής αναδεικνύει τον πυρήνα των τραγουδιών, το πραγματικό τους υπόβαθρο, με κύριο εργαλείο τη λιτότητα, τις παύσεις, και την υποβλητικότητα. Δεν λείπουν οι τονισμοί και οι κορυφώσεις, π.χ. με το μπουζούκι στο «Της θάλασσας τα μάγια», αλλά έρχονται στις σωστές δόσεις και αναλογίες. Η ακρόαση, υπό την καθοδήγηση του Ανδρουλιδάκη, μετατρέπεται σε παιδευτική διαδικασία δίχως τίποτε περιττό για να βρεις και να πετάξεις, τίποτε φθηνό και εύκολο.

For the rest, σπεύδω αύριο κιόλας να αγοράσω δύο αντίτυπα του δίσκου για να τα στείλω στον πρωθυπουργό και στην υπουργό Παιδείας της χώρας. Και οι δυο τους έχουν αναγάγει σε επάγγελμα τη συκοφαντία των ελληνικών πανεπιστημίων, εξισώνοντας τα ανώτατα ακαδημαϊκά ιδρύματα με γιάφκες τρομοκρατών. Ξέρετε εσείς πρωθυπουργό οποιασδήποτε χώρας να αποκαλεί τα πανεπιστήμια του κράτους του «κέντρα κατασκευής μολότοφ και άντρα τα οποία δίνουν άσυλο σε εγκληματικές συμμορίες»; Το τόλμησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, και δεν είναι ο μόνος από την κυβέρνησή του· ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης έχει εκστομίσει το αμίμητο «Θέλω τα πανεπιστήμια να παράγουν γνώση και όχι τρομοκρατία. Να παράγουν ποιότητα και όχι εγκληματικότητα». Δεν δίστασαν, μάλιστα, οι σταυροφόροι του πωρωμένου νεοφιλελευθερισμού να παρουσιάσουν την άρση του πανεπιστημιακού ασύλου ως μεγάλο βήμα για την τάξη και την ασφάλεια στη χώρα. Τώρα που το σκέφτομαι, δηλαδή, δεν φτάνουν δύο αντίτυπα - θα κάνω οικονομίες και θα παραγγείλω μια πενηντάρα CD για το σύνολο των μελών του υπουργικού συμβουλίου, να δουν από πρώτο χέρι την τρομοκρατία και την εγκληματικότητα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και των φοιτητών και αποφοίτων του.

Τελειώνοντας, αξίζουν θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές αυτού του πονήματος. Γιατί - για να παραφράσω έναν πρόγονό μας - γι’ αυτό το τραγούδι και γι’ αυτό το πανεπιστήμιο πολεμήσαμε.


Ηρακλής Οικονόμου

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Για τον δίσκο "Ατέρμων" των Γιώργου Μιχαήλ - Δημήτρη Βαβλιάρα





«ΑΤΕΡΜΩΝ» - Ένας σπουδαίος δίσκος από τους Γιώργο Μιχαήλ και Δημήτρη Βαβλιάρα


του Κώστα Μουγιάκου


Ας μπούμε απευθείας στο θέμα:

Ο «Ατέρμων» των Γιώργου Μιχαήλ και Δημήτρη Βαβλιάρα κυκλοφόρησε το 2016 και πρόκειται για ένα σπουδαίο δίσκο. Άξιο απορίας είναι, γιατί το άλμπουμ δεν έχει βρει το δρόμο προς ένα μεγαλύτερο κοινό, αλλά αυτό θα το εξετάσουμε στο τέλος της παρουσίασης.

Ο Γιώργος Μιχαήλ δεν χρειάζεται συστάσεις. Ερμήνευσε με μοναδικό τρόπο τραγούδια από τον πρώτο δίσκο του Θ. Παπακωνσταντίνου «Αγία Νοσταλγία» (1993) και ήταν συνοδοιπόρος του Λαρισαίου τραγουδοποιού για πολλά χρόνια επί σκηνής.  Το 2002 κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο («Της γης ο μουσαφίρης»), καταθέτοντας μια ιδιαίτερη προσωπική πρόταση σε δικούς του στίχους,  μουσική και ερμηνεία. Ο δίσκος διακινήθηκε χέρι με χέρι και έκανε αίσθηση, αναδεικνύοντας τον Μιχαήλ και σαν τραγουδοποιό. Μετά από...14 χρόνια, επανέρχεται ο Μιχαήλ (που απ’ ότι φαίνεται δεν βιάζεται καθόλου) με τον «Ατέρμων» και 13 νέα κομμάτια σε συνεργασία με τον (επίσης Κοζανίτη) Δημήτρη Βαβλιάρα.
Ο Δημήτρης Βαβλιάρας εμφανίστηκε στη δισκογραφία το 2012 με τον δίσκο «Πάλι βρέχει» (Polytropon), με δική του μουσική και στίχους, ενώ εμπιστεύτηκε την ερμηνεία των τραγουδιών, κυρίως, στον Βασίλη Σκούλα και ακόμη στους Αργύρη Μπακιρτζή, Μανώλη Χατζημανώλη και Γιώργο Κοντορίκο. Αξιόλογη δουλειά, που προμήνυε τις δυνατότητες του πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού, ο οποίος και ... απογειώνεται στον «Ατέρμων».

Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στην Αιανή Κοζάνης στο στούντιο του Φώτη Κακαβέλη, ο οποίος έκανε την παραγωγή, την ηχοληψία και τις ενορχηστρώσεις. Ο Μιχαήλ έχει φτιάξει τη μουσική σε 7 κομμάτια και ο Βαβλιάρας σε 6 από αυτά. Το ηχητικό αποτέλεσμα είναι συμπαγές, αδιαίρετο και οι όποιες διαφορές λειτουργούν ενισχυτικά επί του κοινού παρονομαστή των δημιουργών.

Οι μουσικές που ακούμε στα 13 τραγούδια του «Ατέρμων» απλώνονται σε ένα ευρύ φάσμα παραδοσιακών-λαϊκών ρυθμών και ακουσμάτων. Άλλωστε, οι Κοζανίτες τραγουδοποιοί δεν κινούνται απλά με άνεση στο έδαφος του παραδοσιακού ήχου˙ τον κατέχουν απόλυτα, γι’ αυτό  και τον μορφοποιούν και τον μπολιάζουν με δικά τους οργανικά στοιχεία, ώστε να χαράξουν τον δικό τους μελωδικό δρόμο. Αλλού ηλεκτρίζουν τις μελωδίες με κιθάρες, αλλού τις γαληνεύουν με πιάνο. Αλλού το μαντολίνο σολάρει αντί του μπουζουκιού, ενώ όπου βγαίνει μπροστά το τρίχορδο παίζεται δωρικά και ακατέργαστα. Στο «Ο ήλιος και ο χάροντας» έχουμε τσάμικο, άνευ κλαρίνου, με λαούτο και μαντολίνο. Στα «Σφραγισμένα χείλη» αργό τσιφτετέλι, ηλεκτρικό, άνευ μπουζουκιού, με κλαρίνο. Στης «Άνοιξης την αύρα» ερεβώδες, καταληκτικό σόλο με ηλεκτρική κιθάρα (θεωρείται βέβαιη η προϋπηρεσία του Βαβλιάρα σε πιο «σκληρούς ήχους»· τα εν λόγω «παντρέματα» όπου τα συναντάμε στο δίσκο είναι απολύτως επιτυχημένα). Και βέβαια έχουμε αρκετά κρουστά, από ντραμς μέχρι νταούλια, με σημαντική παρουσία, που τονίζουν την ρυθμική αγωγή των τραγουδιών. Υπάρχουν και άλλα ωραία, που η φαντασία των Βαβλιάρα-Μιχαήλ αποτυπώνει με εμπνευσμένες μουσικές, αλλά να μην τα μαρτυρήσουμε όλα!

Ο ήχος που βγάζει ο «Ατέρμων» είναι οικείος και η πρώτη εντύπωση είναι ότι τα τραγούδια είναι γνωστά, κάπου τα έχεις ξανακούσει. Μερικές επιπλέον ακροάσεις όμως, αρκούν στην κατανόηση του μουσικού κόσμου των Βαβλιάρα-Μιχαήλ και πείθουν ότι η άνεση και οικειότητα με τα κομμάτια είναι απλά το γνώρισμα της αφομοίωσης σπουδαίων τραγουδιών. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά στη διαδικασία εκείνη, που μετεξελίσει τα μέχρι πρότινος ακούσματα μας σε νέα μουσική πρόταση, με νέα ποιότητα και χαρακτηριστικά. Η μουσική πρώτη ύλη σαφώς και προϋπάρχει (άλλωστε παρθενογένεση δεν υφίσταται), αλλά στον «Ατέρμων» είναι εμφανής η ρηξικέλευθη δημιουργία, το άνοιγμα νέων δρόμων.

Στίχους στα τραγούδια υπογράφουν ο Μιχαήλ (7), ο Βαβλιάρας (5) και η Γιούλη Σταμάτη («Μοναξιά»), και είναι το πολύ δυνατό σημείο του δίσκου. Οι μελωδίες δένουν απόλυτα με τα λόγια και υφαίνουν ένα συνεκτικό, ατμοσφαιρικό σύνολο. Τα στιχουργήματα του «Ατέρμων» αποτυπώνουν εικόνες, ιστορίες και καταστάσεις με ένα βαθύ αλλά ταυτόχρονα προσιτό τρόπο, κρατώντας τον πυρήνα, το απόσταγμα των νοημάτων που απασχολούν τους δημιουργούς. Στιχουργική βάση των Βαβλιάρα-Μιχαήλ είναι η θυμόσοφη παράδοση και το δημοτικό τραγούδι εκφρασμένα με σύγχρονη φόρμα· εργαλεία τους οι λέξεις της υπαίθρου, ο δημώδης λόγος και το περιεκτικό δέσιμο τους σε τραγούδια χωρίς επιτήδευση, ευκολίες ή πλεονασμούς.

Τα τελευταία χρόνια, όταν ακούς ένα τραγούδι, σχεδόν έχεις προβλέψει από τους πρώτους στίχους τι θα λένε οι επόμενοι. Τόσο προβλέψιμα είναι το περιεχόμενο και η δομή των στίχων. Πολλά τραγούδια χτίζονται πάνω σε μια εισαγωγική ή καταληκτική ατάκα, ή σε ένα πιασάρικο ρεφρέν, ενώ η θεματολογία τους είναι αδιάφορη και χιλιοειπωμένη, με τα ίδια λόγια που δεν συγκινούν, δεν προβληματίζουν, δεν κεντρίζουν κανένα συναισθηματικό αισθητήριο. Εκτίμησα ιδιαίτερα στον «Ατέρμων» το ότι οι δημιουργοί του τόσο μουσικά, όσο και στιχουργικά/θεματολογικά δεν ακολούθησαν αυτή την πεπατημένη. Αντιθέτως έπλασαν πρωτότυπες εικόνες, ιστορίες, αλληγορίες, σε λαϊκή ποιητική γλώσσα επενδύοντας τες με υπέροχες μουσικές.

Ενδεικτικά λίγα παραδείγματα για τα παραπάνω:

Ο Μιχαήλ, σαν σύγχρονος Αίσωπος, τραγουδάει στο «Ο Ήλιος και ο Χάροντας»:

Ο ήλιος και ο χάροντας οι δυο που κυβερνάνε
όταν δεν έχουν διαφορές να λύσουν το γλεντάνε
μια στην αυλή του χάροντα μια στην αυλή του ήλιου

Ενώ σε άλλο τραγούδι («Ο Κέρβερος»), ανεβάζει και...το φοβερό σκυλί του Άδη στον πάνω κόσμο!

Ο Κέρβερος ο φοβερός,
ο που φυλάει τον Άδη!
Την αλυσίδα έκοψε
και βγήκε απ' το σκοτάδι!

Κι αφού περιπλανήθηκε
'δω στον απάνω κόσμο!
Την καταφρόνια γνώρισε
τη φτώχεια και τον πόνο!

Ωραίο ερωτικό στίχο έχουμε από τον Βαβλιάρα στο «Παραμύθι της αγάπης»:

Κέρνα τον δράκοντα κρασί να πιεί και να μεθύσει
απ΄τις σπηλιές του ουρανού να βγει να σεργιανίσει
στο τέλος του παραμυθιού πάντα νικάει η αγάπη
μα ο έρωτας σου είναι κυρά μες στην καρδιά μου αγκάθι

Ο οποίος μας χαρίζει και μια κορυφαία στροφή, πολυεπίπεδων αναγνώσεων στα «Σφραγισμένα χείλη»:

Αν δεις καράβι στα ανοιχτά
να ψάχνει καταιγίδες
ένας παλιός σου είναι καημός
που έκανες πως δεν είδες

Θα ήθελα να σταθώ λίγο στην ερμηνεία του Γιώργου Μιχαήλ. Η τραγουδιστική του χροιά δεν είναι η ίδια με την προηγούμενη δουλειά του, πόσο μάλλον με την «Αγία Νοσταλγία». Έχουν περάσει άλλωστε 14 και 23 χρόνια αντίστοιχα. Έχει ενισχυθεί σαφώς το «ακατέργαστο» μέταλλο αλλά και το εκφραστικό βάθος στο φωνητικό του χρώμα. Και γι’ αυτό ο Μιχαήλ μας χαρίζει ερμηνείες με ψυχή, πάθος και αυθεντικότητα, πράγμα σπάνιο στις μέρες μας που αφθονούν οι ατσαλάκωτοι καλλίφωνοι, αλλά εν τέλει ρηχοί και άνευροι τραγουδιστές. Ξεχωρίζω σαν παραδείγματα το «Κοίτα Μακριά» και το ανατριχιαστικό «Πρωινή προσευχή» (που ξεκινάει με ένα μοιρολόι από την Γκόλφω Γκουρτζιούμη), ενώ και στα υπόλοιπα τραγούδια ο Μιχαήλ αποδίδει τα μέγιστα.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στις ενορχηστρώσεις του δίσκου που έστησε υποδειγματικά ο Φώτης Κακαβέλης (επίσης παραγωγή, ηχοληψία και παίξιμο οργάνων). Εδώ έχουμε επιλογή οργάνων χωρίς φλυαρίες (αλλά και χωρίς λιτότητα), που υπηρετούν με ακριβείς αναλογίες την ανάπτυξη των τραγουδιών και συνεισφέρουν στη μελωδική φόρτιση της ατμόσφαιρας τους. Ο κατά τόπους «ηλεκτρισμός» είναι έξυπνα τοποθετημένος, δίνοντας έμφαση όπου απαιτείται, ενώ είναι πολύ εύστοχη και η χρήση των πλήκτρων.

Όλα τα τραγούδια του δίσκου είναι απολαυστικά και ακούγονται σε συνεχείς επαναλήψεις, που φέρνουν στην επιφάνεια κάθε φορά νέα στοιχεία, πλευρές και λεπτομέρειες που ανακαλύπτει ο ακροατής. Ξεχωρίζω σαν αγαπημένα μου τα: «Ωραιόζηλη», «ο Κέρβερος», «Του τρελού», «ο Ήλιος και ο Χάροντας», «Πρωινή προσευχή» και τα κορυφαία «Σφραγισμένα χείλη» και «Κελαηδιστής».

Να αναφέρουμε και τους (πολλούς) εξαιρετικούς μουσικούς που παίξανε στον «Ατέρμων». Καταρχήν τους ίδιους τους δημιουργούς: τον Μιχαήλ που έπαιξε μερακλίδικα τον τρίχορδο-εργάτη μπουζούκι του και τον πολυοργανίστα Βαβλιάρα (κιθάρες, μπάσο, λαούτο, μαντολίνο, μπουζούκι, πλήκτρα, κρουστά), τους Ζήση Φτάκα (ακουστική κιθάρα, λαούτο), Γιάννη Παπαστεργίου (μαντολίνο, βιολί), Στέφανο Κωφίδη (κρουστά), Στέλιο Δουγαλή (πλήκτρα), Γιάννη Βακουφτσή (ακορντεόν, πλήκτρα, πιάνο), Φώτη Κακαβέλη (κρουστά, τύμπανα, μπάσο), Παναγιώτη Πάλλα (κλαρίνο), Αλέξη Κοέν (κλασσική κιθάρα), Νίκο Παπαπαρασκευά (φλάουτο), Στέλιο Μπούκο (κρουστά), Μάρκο Καραπάτσιο (μπάσο), Κώστα Τζαναμπέτη (μπαγλαμά).

Το cd έχει πολύ όμορφη αισθητική στο εξώφυλλο και στο φυλλάδιο με τους στίχους, χάρη στις υπέροχες φωτογραφίες του Γρηγόρη Δάλλη. Εμβληματική είναι η φωτογραφία των δύο δημιουργών ως  καπετάνιου και κωπηλάτη μέσα σε μια…μπανιέρα! Είτε πρόκειται για χιούμορ και αυτοσαρκασμό, είτε για συμβολισμό πολλαπλών ερμηνειών (είτε...και τα δύο μαζί) είναι πανέξυπνη!

Κλείνω από εκεί που ξεκινήσαμε, στην αρχή της παρουσίασης και επαυξάνω: ο «Ατέρμων» είναι από τους δίσκους-ορόσημα για αυτή την κατηγορία μουσικής στη δεκαετία που φεύγει. Έχει σπουδαία τραγούδια που υπό άλλες συνθήκες, θα έβρισκαν το δρόμο τους προς ένα πολύ μεγαλύτερο ακροατήριο, αν δεν είχε καταρρεύσει η δισκογραφία και υπήρχαν ακόμη άνθρωποι-κλειδιά να στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Είμαι σίγουρος ότι το κοινό των Βαβλιάρα-Μιχαήλ είναι πιστό και αφοσιωμένο και ότι οι ίδιοι υπηρετούν με πάθος και σεμνότητα την τέχνη τους. Αλλά σίγουρα πρέπει να βρεθούν τρόποι, ώστε να προσεγγίσει η δουλειά αυτή περισσότερα αυτιά. Οι ακροατές, εφόσον βρουν τις μουσικές του «Ατέρμων» ελκυστικές, ας διαδώσουν με τον δικό τους τρόπο το μήνυμα που εξέπεμψαν οι ταλαντούχοι δημιουργοί από την Κοζάνη. Θα είναι η ελάχιστη ανταμοιβή-ενθάρρυνση προς τους συντελεστές αυτής της δουλειάς, ώστε να ακούσουμε και περισσότερα (και πιο σύντομα) στο μέλλον. Προς το παρόν, τα τραγούδια αυτά ταξιδεύουν μόνα τους, αθόρυβα, στον ωκεανό του διαδικτύου, ανάμεσα στην βουή των social media και τον «έντεχνο» οπαδισμό του καπνογόνου. Ίσως όμως αυτή η συζήτηση να ανακυκλώνεται κουραστικά και δυο απλά λόγια του Γιώργου Μιχαήλ, από το εσώφυλλο του cd, να είναι η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα:

«Δεν είμαστε ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι.
ΑΤΕΡΜΩΝ κατάσταση είναι αυτή που καθορίζει τη ζωή μας.
Αν ρίξεις έναν σπόρο φυτρώνει, αν πεις ένα τραγούδι ακούγεται και η ζωή συνεχίζει.»




Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

Για "Το χρώμα της μνήμης" του Γιώργου Σταυριανού





«Το χρώμα της μνήμης» του Γιώργου Σταυριανού

Άκουσα μετά από καιρό το «χρώμα της μνήμης», μια δισκάρα που κυκλοφόρησε το 2003 σε στίχους και μουσική του Γιώργου Σταυριανού. Οι ενορχηστρώσεις είναι του Σάκη Αμπατζίδη και του Παναγιώτη Άρητου, και οι ερμηνείες του Γεράσιμου Ανδρεάτου, της Καλλιόπης Βέττα, του Παντελή Θαλασσινού, του Βασίλη Λέκκα, και των πανάξιων συνεργατών του Σταυριανού από την παρέα της Θεσσαλονίκης - Κατερίνα Βλάχου, Πάνος Παπαϊωάννου, Σάκης Μελίτος.

Ο χρόνος έκδοσής του δίσκου κι όλο το περιεχόμενό του συμβολίζει στα μάτια μου το όμορφο, τρυφερό, μα και οριστικό τέλος αυτού που καταλάβαμε και υμνήσαμε σαν έντεχνο τραγούδι. Μέσα στο «χρώμα της μνήμης» περικλείονται τα δύο πρωταρχικά στοιχεία που μας ώθησαν να αγαπήσουμε αυτό το τραγούδι: η ποίηση και η μελωδία. Και είναι τέτοιος ο βαθμός ποιητικότητας και μελωδικότητας, είναι τόσο απόλυτη η μουσική πράξη και ο λόγος, που είναι ν’ απορείς με την σαφήνεια, με την καθαρότητα αντίληψης του εμπνευστή της.

Αυτή η σαφήνεια δεν σημαίνει και νοηματική απλότητα. Αντίθετα, κάθε τραγούδι κινείται σε πολλαπλά επίπεδα, σε πολλαπλές πραγματικότητες. Ας πούμε, το «Λάτρεψα τα σημάδια» είναι στην επιφάνεια ένα στιβαρό τραγούδι με τη φωνή του Γεράσιμου Ανδρεάτου· το ακούς, ήρεμα κι ωραία, και ξαφνικά διακτινίζεσαι μόλις μπαίνει η δεύτερη φωνή του Παντελή Θαλασσινού στο τέλος. Το ίδιο συμβαίνει και με το «Τραγούδι λιανοτράγουδο» που μεταμορφώνεται σε έναν σπαρακτικό αμανέ. Το ίδιο και με το «Πέρασε κιόλας ένας χρόνος», όπου η πεζή αφήγηση των δύο πρώτων στροφών δίνει τη θέση της σε μια απίθανη κορύφωση συναισθήματος.







Δεν χαρίζει κάστανα στον ακροατή του ο Σταυριανός· δεν κολακεύει, ούτε κλείνει το μάτι συγκαταβατικά. Σε φέρνει προ των ευθυνών σου, για ό,τι έζησες και δεν έπρεπε να ζήσεις, μα προπαντός για ό,τι πόθησες να ζήσεις και δεν έζησες. Ακούστε το «παιδικό δωμάτιο», το ορχηστρικό που μετά τα πρώτα 20-25 δευτερόλεπτα έχει χάσει πια την αθωότητά του και σε παίρνει απ’ το χέρι για να δεις το φιλμ του εαυτού σου απ’ την αρχή, χωρίς υπεκφυγές. Ακούστε και το «Μ’ ένα καινούριο παραμύθι», όπου ο στίχος «κι ύστερα πάλι θα φροντίσω / να βγάλω εξάρες στη ζαριά / και στη φωτιά θα περπατήσω / για να ξορκίσω τα παλιά» σε στέλνει αδιάβαστο.

Ο Σταυριανός περιγράφει ποιητικά το πλαίσιο σύνθεσης αυτών των τραγουδιών:
Ο καιρός έχει αλλάξει. Οι ξαφνικές καταιγίδες στη μέση ενός γαλάζιου ουρανού μάς περιορίζουν τον ορίζοντα… κι ύστερα, ο ήλιος που καίει το χώμα, τη θάλασσα, που πυρπολεί τον ουρανό… τα καλοκαίρια που πλήττουν… ο έρωτας που δε χωρά πια παντού και πιο πολύ στην καρδιά μου… έτσι καθώς ακουμπά στην άκρη ενός τεράστιου σύννεφου αιθαλομίχλης και ανήσυχων συνειδήσεων… Τώρα που η ανάγκη ενός Θεού δε μας ενώνει πια, που τα γαλάζια της μνήμης πουλιά χάνονται στα διαδίκτυα…

Τώρα ακριβώς είναι που χρειαζόμαστε την τέχνη του Σταυριανού, η οποία εκτός από όμορφη είναι και χρήσιμη. Στιγμές-στιγμές, τη χρησιμοποιώ σαν μια σταθερά, μια σχεδία, μέσα σε μια θάλασσα από ακατάληπτα βουητά. Σύννεφο αιθαλομίχλης εντοπίζει ο Σταυριανός, μα το πρόβλημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Καταδικαστήκαμε να ζούμε σε μια εποχή όπου οι μυριάδες απόψεις, τα εκατομμύρια likes και τα αμέτρητα status επικυρώνουν συνήθως ένα απέραντο κενό. Λέξεις, απόψεις και σχήματα που δεν μας βγάζουν πουθενά, παρεκτός στην ανακύκλωση του αδιεξόδου. Και κάπου εκεί έρχεται ο δημιουργός να μας θυμίσει μια στιγμή ενός εφηβικού καλοκαιριού, ένα πάθος ασίγαστο, ένα βίωμα χωρίς ιδιότητα και χωρίς κοινοποίηση, ό,τι μπορεί τέλος πάντων να τροφοδοτήσει ακόμα παλλόμενα αισθήματα και πράξη.

Σε ένα απ’ τα τραγούδια του δίσκου, ο Σταυριανός γράφει: «είμαστε παντοτινοί φυγάδες / που δεν βρίσκουν πατρίδα πουθενά». Διαφωνώ: έχουμε βρει πατρίδα, κι αυτή είναι η μνήμη, η επιστροφή. Αν λοιπόν το τραγούδι είναι ποίηση κι η μνήμη είν’ πατρίδα, τότε κι ο Σταυριανός είναι αναμφίβολα ένας από τους λιγοστούς εθνικούς μας ποιητές.

Ηρακλής Οικονόμου



Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Για την "Ηχώ" της Κριστέλλας Δημητρίου



ΗΧΩ
Σαπφώ, Αλκαίος και άλλοι αρχαίοι Έλληνες ποιητές
Κριστέλλα Δημητρίου, Σωτήρης Κακίσης, Λιζέτα Καλημέρη
Polytropon, 2017

Ο άγνωστος «Χ» ανοίγοντας το CD και βάζοντας την «Ηχώ» στον player δεν ήταν φυσικά το ερμηνευτικό μέγεθος της Λιζέτας Καλημέρη, ούτε η ποιητική αξία των αρχαίων λυρικών ποιητών μας, ούτε η ικανότητα του Σωτήρη Κακίση να μεταφέρει τα νοήματα των αρχαίων στη γλώσσα που μιλάμε σήμερα. Όλα αυτά είναι γνωστά, παγιωμένα, και καταξιωμένα. Μοναχά το κομμάτι της σύνθεσης και της ενορχήστρωσης ήταν το άγνωστο, καθώς υπογράφεται από την Κριστέλλα Δημητρίου, το προηγούμενο έργο της οποίας πάνω στην Σαπφώ και τον Καβάφη δεν είχα γνωρίσει μέχρι τώρα.

Η «Ηχώ» είναι ό,τι πιο επεξεργασμένο και δουλεμένο μουσικά θα ακούσετε σε άλμπουμ της τρέχουσας «έντεχνης» παραγωγής – ένα κλασικής υφής μουσικό περιβάλλον που δένει εξαιρετικά με τον ποιητικό λόγο. Η εμπειρία της ακρόασης είναι πραγματικά αναζωογονητική, καθώς ξετυλίγονται οι εμπνευσμένες συνθέσεις της Δημητρίου, η μελωδική τρυφερότητα αλλά και το ρυθμικό νεύρο των δημιουργιών της (ακούστε το θαυμάσιο "Το κύμα"!), και η έμφαση στην ενορχηστρωτική λεπτομέρεια με ενδιαφέρουσες συνομιλίες πιάνου – βιολιού ή μαντολίνου – σαξοφώνου! Το πιάνο κυρίαρχο, επιτέλους, γιατί το κυρίαρχο μοντέλο του «παίρνω την κιθάρα μου και τραγουδάω» έχει βρει προ πολλού τοίχο και γιατί υπάρχει ζωή και πέρα απ’ αυτό.

Το μεγάλο κατόρθωμα της Δημητρίου δεν είναι όμως κάποια μεμονωμένη σύνθεση ή ενορχηστρωτική επιλογή της. Το μεγάλο κατόρθωμα είναι η θαυμαστή υφολογική ενότητα του δίσκου – φεύγεις από την ακρόαση όχι έχοντας ακούσει το ένα ή το άλλο τραγούδι, αλλά έχοντας ενταχθεί σε ένα ιδιαίτερο ηχητικό και μουσικο-ποιητικό σύμπαν. Προσπάθησε, αγαπημένη μου αναγνώστρια, να σκεφτείς την τελευταία φορά που αντιμετώπισες ένα CD σαν ενιαίο σύνολο και όχι σαν άθροισμα τραγουδιών, για να καταλάβεις την αξία αυτού του επιτεύγματος.

Μόνη μου παρατήρηση, σε επίπεδο ερμηνείας, είναι ότι η φωνή της Δημητρίου – που επιλέγει να τραγουδήσει τη «Διδύμη» - έχει μια ενδιαφέρουσα χροιά αλλά και ένα έντονα ένρινο στοιχείο που στο συγκεκριμένο τραγούδι κυριαρχεί. Επίσης, αχρείαστη θεωρώ τη συμμετοχή του Αλκίνοου Ιωαννίδη. Υποθέτω ότι η επιλογή του για να τραγουδήσει το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου στόχο είχε να προσθέσει την ανεμελιά και την ελαφρότητα των στίχων, αλλά φοβάμαι πως ό,τι και να δώσεις στον Ιωαννίδη να τραγουδήσει, θα ακουστεί ο ίδιος στόμφος, ο τόσος ξένος προς την ουσία κάποιων τραγουδιών. Αυτά τα δύο τραγούδια, λοιπόν, τη «Διδύμη» και την «Ηχώ» με την ερμηνεία της Λιζέτας Καλημέρη θα τα ήθελα κι αυτά, και ουδεμία άλλη απαίτηση έχω.

Περιττό να πούμε, τελειώνοντας, ότι η ρυθμική ακρίβεια των μεταφράσεων της αρχαίας ελληνικής ποίησης από τον Κακίση είναι ένα εκ των θεμελίων του έργου, κάνοντας πιο εύκολη τη ζωή της μελοποιού. Το καλαίσθητο βιβλιαράκι, εικονογραφημένο με μοτίβα ζωγραφικών έργων της Δημητρίου, περιέχει όλα τα ποιήματα του δίσκου, και μια ανάγνωση στα γρήγορα επιβεβαιώνει τον μέσα τους ρυθμό – πολύτιμη πρώτη ύλη που αναδεικνύεται και εξελίσσεται περίτεχνα από την ταλαντούχα συνθέτρια.

Ηρακλής Οικονόμου