Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

"Πατέρα, είμαστε υπνοβάτες" - Παρουσίαση βιβλίου






O εκδοτικός οίκος Σ.Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ, η Πρεσβεία της Ρουμανίας και ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Σύγχρονα Βαλκάνια» σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματος της Μόνικας Σαβουλέσκου-Βουδούρη.

Πατέρα, είμαστε υπνοβάτες


την Πέμπτη, 3 Ιουνίου, ώρα 8:00 μ.μ.

στην «Αίθουσα Λόγου» της Στοάς του Βιβλίου, Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου

Την παρουσίαση θα συντονίσει
ο Θανάσης Καλαφάτης, Καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Πειραιά


Για το βιβλίο θα μιλήσουν
ο Αλέξης Ζήρας, Πρόεδρος Εταιρείας Συγγραφέων


ο Νίκος Θεοτοκάς, Καθηγητής Κοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου


και η Μόνικα Σαβουλέσκου-Βουδούρη


Αποσπάσματα του βιβλίου θα αναγνώσουν ο Σωτήρης Τσόγκας, ηθοποιός και σκηνοθέτης του Θεάτρου «Η Πρόβα» και η Ρωξάνη Βράκα, ηθοποιός
Στην αίθουσα θα υπάρχει έκθεση φωτογραφίας από την Τινέλλα Γεωργιέβιτσι
Μετά την παρουσίαση θα πιούμε μαζί ένα ποτήρι κρασί για να γιορτάσουμε τη νέα έκδοση.



Το δράμα των ηρώων του βιβλίου - όπου περιγράφεται η διαστροφή των αριστερών αξιών, η συστηματική εξόντωση των ιδεολόγων, των καλλιτεχνών και των επιστημόνων καθώς και ο εξευτελισμός του λαού κατά τα πέτρινα χρόνια της σύγχρονης ρουμανικής ιστορίας - περιέχει σε μεγάλο βαθμό τις προσωπικές εμπειρίες της ίδιας της συγγραφέως και επιπλέον αντανακλά ένα γενικότερο πολιτικοκοινωνικό φαινόμενο που ξεπερνά τα σύνορα της Ρουμανίας και αγγίζει κάθε άνθρωπο που ταλαιπωρήθηκε από τη δικτατορία στις διάφορες μορφές της. Τα συγκλονιστικά γεγονότα της αφήγησης είναι γραμμένα με αμεσότητα, ένταση, προβληματισμό και ρεαλισμό, και συμπτωματικά προτωεκδόθηκαν λίγους μήνες πριν από την πτώση του καθεστώτος του Τσαουσέσκου, όταν η συγγραφέας Μόνικα Σαβουλέσκου - Βουδούρη βρισκόταν ήδη αυτοεξόριστη στην Ολλανδία.

Είκοσι χρόνια μετά την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, πολλά τείνουν να ξεχαστούν και, δυστυχώς, ο ιδεαλισμός δεν αποτελεί χαρακτηριστικό των λαών που υπέφεραν. Μέχρι σήμερα, όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν «υπνοβάτες» που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, και σε αυτούς απευθύνεται τούτο το βιβλίο.







Η Μόνικα Σαβουλέσκου - Βουδούρη γεννήθηκε το 1942 στη Ρουμανία και από το 1985 ζει στην Ολλανδία και στην Ελλάδα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου. Το 1974 έλαβε διδακτορικό στη Φιλοσοφία από το ίδιο πανεπιστήμιο. Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια εργάζεται ως κοινωνιολόγος σε διάφορα ευρωπαϊκά ερευνητικά κέντρα που ειδικεύονται στην κοινωνιοψυχολογία των μεταναστών. Έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση (ολλανδική λογοτεχνία) και έχει συγγράψει πρόζα, δοκίμια, ποίηση. Τα έργα της έχουν κυκλοφορήσει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και μεταφραστεί στα Ολλανδικά, στα Ελληνικά, στα Γαλλικά κ.α. Το 1992 κυκλοφόρησε στην Ελλάδα η ποιητική της συλλογή «Διασπορά» από τις εκδόσεις Θουκυδίδης. Είναι μέλος στις Εταιρείες Λογοτεχνών της Ρουμανίας, της Ολλανδίας και του Βελγίου.

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου για τον αναρχισμό

«ΗΜΟΥΝ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟ»

Η συνεργασία με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου προέκυψε ως αποτέλεσμα της συνεργασίας μου με τον Μάνο Λοΐζο. Πριν ακόμα πάρω το δρόμο της μουσικής, είχα μια ευχέρεια να γράφω στίχους. Έτσι, λόγω του θαυμασμού που έτρεφα στον Μάνο, του έστειλα κάποια στιχάκια. Του άρεσαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο Μαύρος γάτος. Τότε ετοίμαζε κομμάτια που θα τραγουδούσε ο Βασίλης. Είχε έτοιμα τα εννέα και προσπαθούσε να βρει άλλα τρία-τέσσερα για να ολοκληρωθεί ο δίσκος, αλλά τον πρόλαβε ο θάνατος. Τελευταία είχε κάναι το δίσκο Τα Τραγούδια της Χαρούλας και τα στιχάκια μου αυτά υπολείπονταν πάρα πολύ και ευτυχώς που δεν κυκλοφόρησαν. Τα διέκρινε η ορμή της ηλικίας των δεκαεννέα-είκοσι χρόνων, αλλά δεν είχαν την εσωτερικότητα που νομίζω ότι βγαίνει στον σημερινό στίχο που κάνω. Στον απόηχο λοιπόν αυτής της συνεργασίας κάναμε τον Μαύρο γάτο. Μαζί με τον Λεγεωνάριο - που έχει να κάνει με το στρατό, τότε που ήμουν φαντάρος - μπήκαν στον ίδιο δίσκο, τη Διαίρεση. Και τα δύο αυτά τραγούδια μου δεν με ικανοποιούν σήμερα. Γράφω αυθόρμητα τα στιχάκια μου με διάφορα συναισθήματα και εικόνες της ζω΄λης μου στην επαρχία, και συγκεκριμένα στον Τύρναβο. Ακόμη κι αν είχα με ενάργεια στο μυαλό μου, αυτή τη στιγμή, όλο το υπόστρωμα με βάση το οποίο βγήκε τότε ο στίχος, δεν θεωρώ ότι αξίζει να λέμε τι ακριβώς σήμαινε ο Μαύρος γάτος, γιατί αποκόπτουμε το δέκτη από την ουσία της τέχνης. Δεν μου αρέσει να δίνω τη δική μου αίσθηση στο τι εννοούσα όταν έγραφα ένα στιχάκι. Θεωρητικά ήμουν κοντά στον αναρχισμό και παραμένω ως σήμερα, κατά έναν τρόπο, στον αντιεξουσιαστικό χώρο, γιατί πιστεύω ότι η εξουσία φθείρει και τους καλύτερους ανθρώπους. Κάτω από αυτό το σκεπτικό λειτουργούσα. Αργότερα, σε κάποιο άλλο τραγούδι, χλευάζοντας τον εαυτό μου, την απόσταση της θεωρίας και της πράξης, έγραψα τα Έρημα Κορμιά…του χρόνου παιχνιδάκια, στον ύπνο σταυραετοί, στον ξύπνιο στρατιωτάκια. Στον εαυτό μου αναφερόμουν. Την εποχή που έγραψα τον Μαύρο γάτο διάβαζα Μπακούνιν, Μαλατέστα, διάφορα βιβλία από τις εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Διεθνής Βιβλιοθήκη καθώς και το περιοδικό της. Αργότερα γνώρισα τον Μάρεϊ Μπούκτσιν, Αμερικανό αναρχοκομμουνιστή ακτιβιστή. Μου άρεσε πάρα πολύ η σκέψη του, γιατί ήταν πιο σύγχρονος και έθετε προβλήματα οικολογίας και πολεοδόμησης. Για εκείνη την εποχή αυτά που έγραφα τα αξιολογούσα θετικά, μα σήμερα κάπως υπερβολικά και κραυγαλέα σε σχέση με την τωρινή κατάσταση. Στο Αερικό αργότερα έγραψα: όσες κι αν χτίζουν φυλακές και αν ο κλοιός στενεύει ο νους μας είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει: ένας στίχος όχι τόσο έντονος σε σχέση με την πρώιμη περίοδό μου στην οποία αναφέρθηκα.

Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Δίφωνο, τ. 107, Αύγουστος 2004, σελ. 36.

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

τι τραγούδι θεούλη μου





"One More Cup Of Coffee"

Your breath is sweet
Your eyes are like two jewels in the sky
Your back is straight your hair is smooth
On the pillow where you lie
But I don't sense affection
No gratitude or love
Your loyalty is not to me
But to the stars above

One more cup of coffee for the road
One more cup of coffee 'fore I go.
To the valley below.

Your daddy he's an outlaw
And a wanderer by trade
He'll teach you how to pick and choose
And how to throw the blade
He oversees his kingdom
So no stranger does intrude
His voice it trembles as he calls out
For another plate of food.

One more cup of coffee for the road
One more cup of coffee 'fore I go.
To the valley below.

Your sister sees the future
Like your mama and yourself
You've never learned to read or write
There's no books upon your shelf
And your pleasure knows no limits
Your voice is like a meadowlark
But your heart is like an ocean
Mysterious and dark.
One more cup of coffee for the road

One more cup of coffee 'fore I go.
To the valley below.

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Κυκλοφόρησε το Αλμανάκ Ποιείν 2009





Το Ποιείν είναι ένας διαδικτυακός ιστότοπος για την ποίηση που από το 2006 μέχρι σήμερα «παρουσιάζει ποιήματα και ποιητές από όλο τον κόσμο με την ελπίδα πως θα είναι για όλον τον κόσμο». Εκδότες του είναι οι ποιητές Σωτήρης Παστάκας και Σπύρος Αραβανής. Η ύλη του Ποιείν ανανεώνεται καθημερινά και διακρίνεται σε διάφορες κατηγορίες όπως: η παρουσίαση νέων φωνών, η ανθολόγηση μοντέρνας ελληνικής ποίησης, τα δοκίμια κριτικής, οι μεταφραστικές απόπειρες ποιημάτων, η παρουσίαση νέων βιβλίων και δίσκων μελοποιημένης ποίησης, και η ακρόαση έργων μελοποιημένης ποίησης. Τα ανοικτά σχόλια κάτω από κάθε ανάρτηση προσφέρουν τη δυνατότητα της διαδραστικότητας και του διαδικτυακού διαλόγου με τους αναγνώστες.


Πρόσφατατα, το Ποιείν κυκλοφόρησε το Αλμανάκ Ποιείν 2009, μια συλλογή με τις καλύτερες δημοσιεύσεις της τριετίας 2006-2009. Στην έκδοση βρίσκουμε ενδιαφέροντα κείμενα, όπως: η μελέτη του Βαγγέλη Ψαραδάκη για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ανάλυση του Νίκου Κομιανού για τη γυναίκα στο έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη, άρθρο του Μάκη Γκαρτζόπουλου για τις μελοποιήσεις ποιητών από τον Μάνο Χατζιδάκι, πλήρης εργογραφία του μελοποιημένου Νίκου Καββαδία από τον Μιχάλη Γελασάκη, ανέκδοτο χειρόγραφο-επιστολή του Άρη Αλεξάνδρου προς το συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου, καθώς και ανθολογία νέων ποιητών. Καλοτάξιδο!

An interview with Cristina Branco





Cristina Branco:

"It took a revolution for people to accept Fado and react to it"



by Iraklis Oikonomou

The interview with the famous Portuguese Fado singer Cristina Branco was originally published in Greek, in the March 2010 edition of DIFONO, Greece's best-selling music magazine.


A new album is out, and you are currently in the middle of a new global tour. What do you prefer, to be on stage or in the studio?

Both are extremely important, although in the studio you learn how to understand poets and the composers, so it helps you bring out your emotions on stage. Without the studio, the stage would be artificial. By understanding what others meant with these words and with these music, you are able to be honest to your public.


Your latest album “Kronos” approaches the theme of time. Why did you pick this particular theme?

Nine albums later, I just had the feeling it was the right time to reflect on time. What did music do to me? How did it help me develop in artistic terms? What are the professional but also physical transformations it involves? How do you react to time? How does time stay in your skin, in your mind, in your family? As a traveler and as an artist, life makes you think about time. Today I woke up missing terribly my children, asking myself “what am I doing here without my kids?” Sometime it is really hard, you have to be very structured mentally and psychologically to handle this imposition on your personal life.

Also, I decided to associate with all those authors and composers because I like to link every new album of mine to the previous one. My previous album is “Abril”, a homage to an amazing musician called Jose Afonso, and all the authors I invited to Kronos are contemporaries with Jose Afonso, they made music with him, they performed with him and I thought “well, this is a good way to enchain Kronos to previous works” Also, these people also had a very particular role during the dictatorship in Portugal and the revolution of ’74. That period in Portugal was hard for everybody, I was two years old when the revolution occurred, and all those people lived it, and I suggested to them to describe what happened to them since then.

You mention the dictatorship, you mention Jose Afonso. Is there any political dimension in your work?

No, not in my work. Of course, I am a political human being, because I think it is necessary for all of us to be active, to understand better our society, and to link to other people. But I do not have a political message in my work, my message is for peace and love only. Well, if that’s politics, then… good!

There is a paradox in your career: You firstly became famous in Holland, before turning to your home audience. Were you born as a Fado singer or did specific events and conjunctures take you there?

I was a student and suddenly I received a phone-call, inviting me to a talk-show in a TV programme in Portugal. Since I was a student of Social Communication, I felt really curious about it. I wasn’t thinking I was going to perform, I was just looking around as a journalist. Then, suddenly, I performed. A few days later, somebody called me, asking if I’d like to go to Amsterdam and perform two concerts to celebrate the Revolution of ’74. I said “yes” without thinking, I had no repertoire, I had not prepared! It was a terrific challenge for me and for the two musicians who came with me: my husband and Alessandro. We prepared the concert, we went to Amsterdam, we made two concerts, it was quite successful, they made an album out of it. This was in April. In December, they called me back, telling me that it was a serious matter and that I should make another album. So, I did it, I did “Murmurius”, which was considered the best world music album in France, and this is how I begun.

One of your new songs is titled “I Carry a Fado”. Is Fado a way of being, a way of loving? How do you carry it?

I am carrying it more and more every day, more nowadays than before. I have the feeling that I’ve got deep into it, I am really in love with it, and I wasn’t before. Fado for me was something extremely old-fashioned, a kind of dramatic song that you couldn’t develop. And I didn’t know how to develop it, I wasn’t raised in Lisbon, I had no experience with Fado before, only by listening to Amalia Rodriguez and a few others. Only by singing it, by experiencing it, by living it, I understand it better now, I am getting deeper and deeper into it, and I don’t know where the bottom is.

You claim that you “have studied Amalia’s soul down to its smallest part”. What did you discover? What has Amalia meant to you?

She’s been extremely important to me. She made me sing, I owe it to her, if I had not listened to her voice I wouldn’t be here. By listening to her repertoire, by knowing her story and her life, I found out how profound and sad she was. All that dramatism and nostalgia that you raise from her image and her voice was not artificial, she was totally like that. She was a terrific story-teller, her life was the best example to sing, she did not need anything else other than her life and her personal experience to be performed. More than the dimension of her voice - which was absolutely astonishing - was her ability to say words and to make you understand the importance of each word. Somehow, you could touch these words, they had texture. She was not singing for the sake of singing, she was singing for life, and that made an important revolution inside me.

Talking about words, one notes immediately that you have brought poetry into your work, not only by Portuguese poets but even by foreign ones, such as the Dutch poet Slauerhoff. Is this a conscious decision of yours, or a general fashion of Portuguese music?

Both. Bringing poetry into Fado began with Amalia, we must not forget it. In a certain moment, Amalia took the best Portuguese poets to the people, most of our population in the’60s and ’70s could not read or write. Whenever she sang poetry, she was bringing culture to people. I decided to do it because I do not disassociate my voice and singing from poetry and the Portuguese language. I like words, I like poetry, I like beautiful images and phrases. Amalia was the first to do it, and nowadays everybody sings poetry. You can somehow make a bible of Portuguese poetry by following Portuguese music.

Why is Fado so topical today for young people and for such a large international audience?

I don’t know! In the beginning, Fado was not well received, not even in Portugal. People were not prepared for Fado, because somehow Fado represented the dictatorship. It took a gap of 15-20 years for people to digest all that music and all that background. It took a revolution for people to accept Fado and react to it. It is so stimulating nowadays to have all those young people in concerts in Portugal and abroad. Ten years ago, all was totally different, my audience was on average 50 years old, and now most of my audience is young. It feels great to know that you are spreading the word, spreading Portuguese culture abroad. I remember that six or seven years ago, when I visited the US, some people did not know where Portugal was on the map. Now, they know where it is, they want to know more about my culture, they want to learn Portuguese. Fado put Portugal into the map again, culturally speaking.








Tradition is one of your primary raw materials in your work. What is your attitude towards the tradition?

The way of bringing something new into Fado is respecting its roots, trying to make the path to understanding contemporaneity while also bringing the roots back into their deserved place. You bring a lot of your urban stories and experiences and mix them with tradition. It is a huge mixture of feelings and emotions and historical moments that you should bring into the table whenever you perform, whenever you begin a new Fado. It is a huge responsibility towards the people who listen to you and trust you.

Your CDs are often found in record shops abroad under the label of “ethnic”. Is music globalised? Should it be globalised?


This is a very controversial issue. No, music should not be globalised. I am a traveler, I meet a lot of people, I am curious, it is natural that all these people and cultures make part of my personal experience, and this experience reflects in my work. Would you call this globalization? I don’t know if it is, somehow it is part of the concept of globalization. But there is a thin line between that and what is happening nowadays. Globalizing is losing every people’s memories, and you shouldn’t do it. As I said, you must respect your tradition, your roots, so as to develop. We must be very careful, otherwise we will turn to the others without any reference, any seal of our culture. This is not good at all. We have done bad enough to the world, to Earth, so let’s try at least to keep culture, our culture.

Looking back into your career, did you ever feel that you were asked to do compromises in order to follow the rules of the global or national market?

More than once, and it is terrible. I accepted some of them, like signing with a major label. But I did not accept most of these demands. I am very stubborn, some people call me utopian and tell me “you still believe in Santa Claus”. I am an earthy person. I love divas, I worship a few, but I don’t want to be one. I want to be a normal person and I want other people to understand this. I am not untouchable, not at all. Of course the market and merchandising pushes you into that. That’s why one day I woke up and thought “this is so glossy, so dangerous, I can really turn into something I don’t want to”. So, I decided to have children and family, and they bring me down. It is easy to fly in this world, and I don’t want that, not for me. I respect others who do it, but it is not for me.

You have sung “Alfonsina y el mar” which became popular with the voice of Mercedes Sosa. How did you feel of her loss?

Now, I am re-singing this song, we added it once again to our repertoire. We lost an amasing singer, we really did. I did not know her as a human being, so I cannot judge who she was. She was an amazing singer, and an opinion-leader, an opinion-maker. She was a friend of Jose Alfonso as well. The ’60s and the ’70s were extremely rich culturally speaking, and Mercedes Sosa was part of that movement. I owe all my respect to her life and career.

Finally, would you like to address a message for the readers of Difono who are fans of your work and of the music of the peoples in general? Plus, will they see you again anytime soon?

Yes, they will! Actually, next year we are coming there. We received an invitation from a very well-known jazz club in Athens, and we will perform there for eight days. I really want to return to Athens, I have nice memories from there.

My message is the following: All readers of Difono are on the right track, because every time you follow music, it means that you have a message to pass and a message to learn. Music is harmony, and we really need harmony at this point in our world.

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Παρουσίαση του δίσκου "Απόπλους"




Το Public και ο Μετρονόμος μας προσκαλούν την Δευτέρα 31 Μαΐου στις 21.30 στο Public Cafe (5ος όροφος, κατάστημα Συντάγματος) στην παρουσίαση του δίσκου
Απόπλους

Ο κύκλος αυτός περιλαμβάνει έντεκα καινούργια τραγούδια σε μουσική του Μιχάλη Τερζή και στίχους του Δημήτρη Λέντζου

που ερμηνεύουν οι: Γεράσιμος Ανδρεάτος, Παντελής Θεοχαρίδης, Κώστας Μακεδόνας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Γιώργος Μπαγιώκης, Γιώργος Νταλάρας, Πίτσα Παπαδοπούλου και Σοφία Παπάζογλου.

Θα μιλήσουν οι:
Σπύρος Αραβανής, φιλόλογος - δημοσιογράφος
Βασίλης Κριμπάς, ραδιοφωνικός παραγωγός
Γιώργος Τσάμπρας, δημοσιογράφος - ραδιοφωνικός παραγωγός

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Συνέντευξη με την Κριστίνα Μπράνκο




CRISTINA BRANCO:


«Έχω λατρέψει τις ντίβες, αλλά δεν είμαι μία απ’ αυτές»




Το "Δίφωνο" συναντά τη μούσα του πορτογαλικού fado

Τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου

Η Cristina Branco είναι μια από τις γνωστότερες φωνές του fado, αυτού του αινιγματικού, βαθιά ποιητικού είδους τραγουδιού της Πορτογαλίας. Μετά από εννέα δίσκους, μοιράζεται δικαιωματικά το βαρύ φορτίο της κληρονομιάς της ανεπανάληπτης Amália Rodrigues, μαζί με ερμηνεύτριες όπως η Misia, η Mariza και η Dulce Pontes. Κατά πολλούς η κορυφαία fadista σήμερα, η Branco συνδυάζει τη μελαγχολία και τη δραματικότητα της τέχνης της με τη ζεστασιά και την οικειότητα της μοναδικής φωνής της. Με αφορμή την έκδοση του νέου της δίσκου “Kronos”, τη συναντήσαμε σε έναν από τους σταθμούς της περιοδείας της, στην όμορφη Γάνδη, λίγο πριν από άλλη μια θριαμβευτική ζωντανή εμφάνιση μπροστά στο παγκόσμιο κοινό της.
-----


Νέος δίσκος και νέα περιοδεία: τι προτιμάτε, στούντιο ή σκηνή;


Και τα δύο είναι εξίσου σημαντικά. Όμως, στο στούντιο μαθαίνεις πώς να κατανοείς τους ποιητές και τους συνθέτες, κι αυτό σε βοηθάει να εκφράσεις τα συναισθήματά σου στη σκηνή. Χωρίς το στούντιο, η σκηνή θα ήταν πολύ επιφανειακή. Εμβαθύνοντας σε ό,τι οι δημιουργοί θέλουν να εκφράσουν με τις λέξεις και τις μουσικές τους, μπορείς να είσαι ειλικρινής στο κοινό των συναυλιών σου.


Τα τραγούδια του τελευταίου σας δίσκου, “Kronos”, προσεγγίζουν το ζήτημα του χρόνου. Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο μοτίβο;


Μετά από εννέα δίσκους, ένιωσα απλά ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να συλλογιστώ το θέμα του χρόνου. Πώς επέδρασε ο χρόνος σε μένα; Πώς με βοήθησε να εξελιχθώ καλλιτεχνικά; Ποιους επαγγελματικούς αλλά και σωματικούς μετασχηματισμούς συνεπάγεται; Πώς αντιδράς στο χρόνο; Πώς παραμένει ο χρόνος στο δέρμα σου, στο μυαλό σου, στην ίδια την οικογένειά σου; Ως ταξιδεύτρια και ως καλλιτέχνιδα, η ζωή με έκανε να αναρωτηθώ σχετικά με το χρόνο. Σήμερα ξύπνησα στο ξενοδοχείο, μου έλειπαν τρομερά τα παιδιά μου και αναρωτήθηκα: «τι κάνω εδώ χωρίς τα παιδιά μου;». Μερικές φορές είναι πραγματικά δύσκολο, πρέπει να είσαι πολύ δομημένος πνευματικά και ψυχολογικά ώστε να διαχειριστείς αυτή την επιβολή στην προσωπική σου ζωή.
Ένας άλλος λόγος που αποφάσισα να συναντηθώ με τα συγκεκριμένα τραγούδια και τους δημιουργούς τους είναι επειδή μου αρέσει να συνδέω κάθε νέο μου δίσκο με τον προηγούμενο. Ο προηγούμενος δίσκος, “Abril”, ήταν αφιερωμένος στη μνήμη ενός καταπληκτικού μουσικού, του José Afonso, και όλοι οι δημιουργοί που συμμετέχουν στο “Kronos” είναι σύγχρονοί του, έγραψαν μουσική μαζί του και συνυπήρξαν επί σκηνής. Αυτοί οι άνθρωποι έπαιξαν και έναν ιδιαίτερο ρόλο στα χρόνια της Δικτατορίας στην Πορτογαλία, και στην Επανάσταση του ’74. Αυτή η περίοδος ήταν δύσκολη για τον καθένα. Ήμουν δύο χρονών όταν έγινε η Επανάσταση, και όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες την έζησαν. Εγώ απλά τους πρότεινα να περιγράψουν στα τραγούδια τους το τι τους έχει συμβεί από τότε.


Αναφερθήκατε στη Δικτατορία και στον José Afonso. Υπάρχει κάποια πολιτική διάσταση στο έργο σας;


Όχι, όχι στο έργο μου. Φυσικά είμαι μια πολιτική ανθρώπινη ύπαρξη επειδή θεωρώ αναγκαίο να είμαστε όλοι ενεργοί, να κατανοούμε καλύτερα την κοινωνία μας, και να συνδεόμαστε με άλλους ανθρώπους. Αλλά δεν έχω κάποιο πολιτικό μήνυμα στη δουλειά μου, το μόνο μου μήνυμα είναι υπέρ της ειρήνης και της αγάπης. Ε, αν αυτό είναι πολιτικό, τότε… έχει καλώς!







Παραδόξως, γίνατε πρώτα γνωστή στην Ολλανδία πριν σας γνωρίσει το κοινό της Πορτογαλίας. Γεννηθήκατε fadista, ή γίνατε από τις συγκυρίες;


Ήμουν φοιτήτρια και ξαφνικά λαμβάνω ένα τηλεφώνημα για να συμμετάσχω σε ένα talk-show στην πορτογαλική τηλεόραση. Επειδή σπούδαζα Κοινωνική Επικοινωνία, ένιωσα ιδιαίτερη περιέργεια και πήγα, όχι φυσικά για να τραγουδήσω αλλά ως δημοσιογράφος. Τελικά, όμως, τραγούδησα και μερικές μέρες μετά μου ζήτησαν να πάω στο Άμστερνταμ για να συμμετάσχω σε δύο συναυλίες για τον εορτασμό της Επανάστασης του ’74. Απάντησα θετικά, χωρίς να το πολυσκεφτώ. Δεν είχα ρεπερτόριο, δεν είχα εμπειρία, δεν είχα τίποτα! Ήταν μια απίθανη πρόκληση για μένα και για τους δύο μουσικούς που με συνόδευσαν, τον σύζυγό μου Custódio Castelo και τον Alexandre Silva που βρίσκεται στην ορχήστρα και απόψε. Πήγαμε στο Άμστερνταμ και τελικά οι συναυλίες είχαν αρκετή επιτυχία, εκδόθηκε και δίσκος με τη ζωντανή ηχογράφηση. Αυτό ήταν τον Απρίλη, και τον Δεκέμβρη μου τηλεφώνησαν ξανά, λέγοντάς μου ότι πλέον η υπόθεσή μου ήταν πολύ σοβαρή και έπρεπε να κάνω ένα δίσκο στο στούντιο. Έτσι και έγινε, και εκδόθηκε ο δίσκος “Múrmurios” που στη Γαλλία βραβεύτηκε ως ο κορυφαίος δίσκος παγκόσμιας μουσικής της χρονιάς. Και έτσι άρχισα…


Ο τίτλος ενός από τα καινούργια σας τραγούδια είναι «Κουβαλώ ένα fado» (Trago um fado). Είναι το fado ένας τρόπος να ζεις; Να ερωτεύεσαι; Πώς κουβαλά κάποιος ένα fado;



Κουβαλώ μέσα μου το fado ολοένα και περισσότερο, κάθε μέρα, πιο πολύ σήμερα απ’ ότι παλιά. Νιώθω ότι βυθίζομαι ολοένα και περισσότερο μέσα του, το έχω ερωτευτεί στ’ αλήθεια. Παλαιότερα, το fado ήταν για μένα κάτι το παλιομοδίτικο, ένα είδος δραματικού τραγουδιού που δεν μπορούσες να προχωρήσεις παραπέρα. Πράγματι, δεν ήξερα πώς να το προχωρήσω παραπέρα, δεν μεγάλωσα στη Λισσαβώνα, δεν είχα την παραμικρή εμπειρία στο fado, παρά μόνο είχα ακούσει την Amália Rodrigues και μερικούς άλλους. Μόνο τραγουδώντας το, ζώντας το, μπόρεσα να κατανοήσω το fado και να βυθιστώ μέσα του.


Έχετε ισχυριστεί ότι «μελέτησα την ψυχή της Amália ως την πιο μικρή πτυχή της». Τι ανακαλύψατε; Τι σημαίνει η Amália Rodrigues για σας;



Η Amália υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική για μένα. Το ότι τραγουδώ σήμερα το χρωστάω σ’ αυτήν. Εάν δεν είχα ακούσει τη φωνή της, δεν θα βρισκόμουν εδώ απόψε. Ακούγοντας το ρεπερτόριό της, μαθαίνοντας την ιστορία της και τη ζωή της, ανακάλυψα πόσο γνήσια και λυπημένη υπήρξε. Όλη αυτή η δραματικότητα και η νοσταλγία που αντλείς από την εικόνα της και τη φωνή της ήταν αυθεντικές, αυτό ήταν. Διηγιόταν εκπληκτικά μια ιστορία, η ζωή της ήταν το καλύτερο παράδειγμα για τα τραγούδια της, δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο να τραγουδήσει πέρα από την ίδια τη ζωή και την προσωπική της εμπειρία. Πέρα από τη διάσταση της φωνής της - η οποία ήταν ασύλληπτη - στέκομαι στην ικανότητά της να λέει λέξεις και να σε κάνει να καταλαβαίνεις τη σημασία της κάθε λέξης. Κατά κάποιο τρόπο, μπορούσες να αγγίξεις αυτές τις λέξεις, είχαν υφή. Η Amália δεν τραγουδούσε για να τραγουδά, τραγουδούσε για να ζει, κι αυτό προξένησε μια επανάσταση μέσα μου.



Μιλώντας για λέξεις, είναι αξιοσημείωτο ότι έχετε τραγουδήσει μεγάλους ποιητές, όχι μόνο Πορτογάλους αλλά π.χ. και τον ολλανδό ποιητή Jan Jacob Slauerhoff. Είναι αυτό δική σας επιλογή, ή στοιχείο του πορτογαλικού τραγουδιού γενικότερα;



Και τα δύο. Η εισαγωγή της ποίησης στο fado ξεκίνησε με την Amália, δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό. Η Amália έφερε τους κορυφαίους Πορτογάλους ποιητές στο λαό, όταν τις δεκαετίες του ’70 και του ’60 ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν μπορούσε να γράψει και να διαβάσει. Όποτε τραγουδούσε ποίηση, έφερνε την κουλτούρα στο λαό. Εγώ αποφάσισα να εντάξω την ποίηση στο τραγούδι μου επειδή δεν μπορώ να αποσυνδέσω τη φωνή και την ερμηνεία μου από την ποίηση και την πορτογαλική γλώσσα. Μου αρέσουν οι λέξεις, μου αρέσει η ποίηση, μου αρέσουν οι όμορφες εικόνες και φράσεις. Η Amália ήταν η πρώτη που το έκανε, και σήμερα όλοι τραγουδούν ποίηση. Μπορείς να συντάξεις μια ανθολογία της πορτογαλικής ποίησης ακούγοντας πορτογαλική μουσική.



Που οφείλεται η γοητεία που ασκεί το fado στους νέους ανθρώπους και σε ένα τόσο μεγάλο διεθνές κοινό;



Δεν γνωρίζω! Στην αρχή, το fado δεν έγινε δεκτό με ενθουσιασμό, ούτε καν στην Πορτογαλία. Οι άνθρωποι δεν ήταν έτοιμοι για το fado, γιατί αυτό είχε συνδεθεί με τη Δικτατορία. Χρειάστηκε ένα κενό 20 περίπου χρόνων, από τα τέλη του ’70 ως τα μέσα του ’90 για να χωνευτεί αυτή η μουσική στο πλατύ κοινό. Για να αποδεχτεί ο κόσμος το fado απαιτήθηκε μια επανάσταση. Πλέον, είναι τόσο όμορφο να βλέπεις όλους αυτούς τους νέους και τις νέες στις συναυλίες, τόσο στην Πορτογαλία όσο και στο εξωτερικό. Πριν από δέκα χρόνια, όλα ήταν τόσο διαφορετικά… η μέση ηλικία του κοινού μου ήταν 50 χρονών, ενώ τώρα το μεγαλύτερο κομμάτι είναι νεολαία. Νιώθω τέλεια που έχω τη δυνατότητα να προβάλλω την πορτογαλική κουλτούρα στον εξωτερικό. Θυμάμαι ότι πριν από έξι-εφτά χρόνια, όταν επισκέφτηκα τις Ηνωμένες Πολιτείες, κάποιοι δεν ήξεραν ούτε που πέφτει η Πορτογαλία στο χάρτη. Τώρα πια ξέρουν, και θέλουν να μάθουν περισσότερα για την κουλτούρα και για τη γλώσσα μου. Το fado τοποθέτησε ξανά την Πορτογαλία πάω στο χάρτη, σε σχέση με τον πολιτισμό.






Η παράδοση είναι μία από τις πρώτες ύλες της τέχνης σας. Πώς μεταχειρίζεστε την παράδοση;


Ο μόνος τρόπος για να φέρεις κάτι νέο στο fado είναι, με σεβασμό προς τις ρίζες του, να προσπαθήσεις να ανοίξεις μονοπάτια για την κατανόηση της συγχρονικότητάς του, τοποθετώντας τις ρίζες του στη θέση που τους αξίζει. Φέρνεις μια πληθώρα δικών σου αστικών ιστοριών, εμπειριών, συναισθημάτων και ιστορικής μνήμης, και τα αναμιγνύεις όλα αυτά με την παράδοση. Αυτό συνιστά μια τεράστια ευθύνη προς τους ανθρώπους που σε ακούνε και σε εμπιστεύονται.

Στα δισκοπωλεία του εξωτερικού, οι δίσκοι σας κατατάσσονται συνήθως στην κατηγορία του «έθνικ». Είναι παγκοσμιοποιημένη η μουσική; Πρέπει να γίνει;


Αυτό είναι ένα πολύ αμφιλεγόμενο ζήτημα. Όχι, η μουσική δεν πρέπει να γίνει παγκοσμιοποιημένη. Ταξιδεύω συχνά, συναντώ πολλούς ανθρώπους, και είναι φυσιολογικό όλοι αυτοί οι άνθρωποι και οι κουλτούρες να γίνονται κομμάτι της προσωπικής μου εμπειρίας. Αυτή η εμπειρία αντανακλάται στο έργο μου. Θα το αποκαλούσες αυτό παγκοσμιοποίηση; Δεν ξέρω, ίσως κατά κάποιο κι αυτό να είναι κομμάτι της έννοιας της παγκοσμιοποίησης. Αλλά υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα σ’ αυτό και σ ότι συμβαίνει σήμερα. Η παγκοσμιοποίηση οδηγεί στην απώλεια της μνήμης του κάθε λαού, και αυτό δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Για να αναπτυχθείς, πρέπει να σέβεσαι την παράδοσή σου, τις ρίζες σου. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, αλλιώς θα μείνουμε χωρίς κανένα σημείο αναφοράς, χωρίς καμία σφραγίδα της κουλτούρας μας. Αυτό δεν είναι καθόλου καλό. Έχουμε βλάψει αρκετά τον κόσμο και τη γη, ας προστατεύσουμε τουλάχιστον την κουλτούρα μας.


Κοιτώντας πίσω, νιώσατε ποτέ στην καριέρα σας ότι σας ζητούσαν να κάνετε συμβιβασμούς ώστε να ακολουθήσετε τις προσταγές της παγκόσμιας ή εθνικής αγοράς;


Ναι, πάνω από μια φορά, και είναι απαίσιο. Κάποιους από αυτούς τους συμβιβασμούς τους αποδέχτηκα, όπως π.χ. το να υπογράψω σε μια παγκοσμίως γνωστή εταιρεία. Αλλά τις περισσότερες από τις απαιτήσεις των άλλων δεν τις αποδέχθηκα. Είμαι πολύ πεισματάρα, κάποιοι με αποκαλούν ουτοπίστρια και μου λένε «πιστεύεις ακόμα στον Άη-Βασίλη». Είμαι ένας γήινος άνθρωπος. Αγαπώ τις ντίβες, έχω λατρέψει μερικές, αλλά δεν θέλω να είμαι μια απ’ αυτές. Θέλω να είμαι ένας κοινός άνθρωπος, και ζητώ από τους άλλους να το καταλάβουν αυτό. Δεν είμαι απλησίαστη, το αντίθετο. Φυσικά η αγορά και οι ανάγκες προβολής της πραμάτειας της σε σπρώχνουν προς τα εκεί. Όμως εγώ ξύπνησα μια μέρα και σκέφτηκα «αυτό είναι τόσο γυαλιστερό, τόσο επικίνδυνο… μπορεί πραγματικά να γίνω κάτι που δεν θέλω». Έτσι, αποφάσισα να κάνω οικογένεια και παιδιά, ώστε να κρατιέμαι στη γη. Είναι εύκολο να πετάξεις σ’ αυτό τον κόσμο, και δεν το θέλω αυτό, όχι για μένα. Σέβομαι άλλους που το κάνουν, αλλά δεν είναι για μένα.


Έχετε τραγουδήσει το τραγούδι “Alfonsina y el mar” που έγινε γνωστό με τη φωνή της Mercedes Sosa. Τι νιώσατε με την απώλειά της;


Το τραγούδι αυτό το προσθέσαμε ξανά στις ζωντανές εμφανίσεις μου. Χάσαμε μια εκπληκτική ερμηνεύτρια, πραγματικά εκπληκτική. Δεν την γνώρισα προσωπικά και δεν μπορώ να την κρίνω ως άνθρωπο. Υπήρξε μεγάλη τραγουδίστρια, αλλά και μεγάλη διαμορφώτρια της κοινής γνώμης, μια πραγματική ηγέτιδα. Υπήρξε επίσης και φίλη του José Afonso. Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν πολύ πλούσιες πολιτιστικά, και η Mercedes Sosa υπήρξε κομμάτι αυτού του κινήματος. Νιώθω απεριόριστο σεβασμό για τη ζωή και την καριέρα της.

Για το τέλος, έχετε κάποιο μήνυμα προς τους αναγνώστες του Δίφωνου; Θα σας ακούσουμε σύντομα από κοντά;



Ναι! Θα έρθουμε στην Αθήνα του χρόνου. Λάβαμε μια πρόσκληση από ένα πολύ γνωστό τζαζ κλαμπ και θα εμφανιστούμε εκεί για οχτώ βραδιές. Θέλω πραγματικά να επιστρέψω στην Αθήνα, έχω όμορφες αναμνήσεις από εκεί.
Το μήνυμά μου είναι το ακόλουθο: Όλοι οι αναγνώστες του Δίφωνου και των μουσικών περιοδικών γενικά βρίσκονται στο σωστό δρόμο, επειδή κάθε φορά που παρακολουθείς τη μουσική σημαίνει ότι έχεις ένα μήνυμα να περάσεις και ένα μήνυμα να αφουγκραστείς. Η μουσική είναι αρμονία, κι αυτή τη στιγμή χρειαζόμαστε τόσο πολύ την αρμονία σ’ αυτόν τον κόσμο.



Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Δυο έργα του Ιονέσκο από την ΩΡΚΑ



Το Μάθημα & Ο Νέος Ενοικιαστής
του Ευγένιου Ιονέσκο
από τη Θεατρική Ομάδα ΩΡΚΑ

Από 28 Μαΐου μέχρι 13 Ιουνίου,
κάθε Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή,
στις 9 μ.μ.

Θέατρο Παραμυθίας
(Παραμυθίας 27, Μεταξουργείο)


Μετάφραση: Γιάννης Βογιατζής
Σκηνοθεσία: Λουκάς Ζήκος
Σκηνικά - Κοστούμια: Σάλλυ Ασημάκη
Μουσική: Χρήστος Δοδόπουλος
Παίζουν: Χρήστος Δοδόπουλος, Γιώργος Κομνηνάκης, Ιωάννα Λεούση,
Ανθή Λουκάτου, Μιχάλης Σαββίδης, Παυλίνα Τσίκνα.

http://wrka.blogspot.com/

Στο Μάθημα (1951), ο Ιονέσκο αναποδογυρίζει τη διδασκαλική διαδικασία και μας δείχνει τη σκοτεινή της όψη, εκείνη που κρύβεται κάτω από την φαινομενικά «φυσιολογική» εκπαίδευση. Ο παραλογισμός του εκπαιδευτικού εγχειρήματος δεν εντοπίζεται στο θέατρο, αλλά στη σχολική τάξη: ο συμβολικός θάνατος του μαθητή, το πνίξιμό του απ’ την προσπάθεια να παραφουσκωθεί με «γνώσεις», μας κάνει να αναρωτηθούμε για την ζωή του μετά την «αποφοίτηση».

Στον, πιο άγνωστο στην Ελλάδα, Νέο Ενοικιαστή (1955), στο μικροσκόπιο του συγγραφέα μπαίνει η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου και το «αντίδοτο» που αυτός ψάχνει: τη συγκέντρωση αγαθών - την κατανάλωση. Και εδώ, όλα, εκ πρώτης όψεως, μοιάζουν «φυσιολογικά»: ένας άνθρωπος μετακομίζει τα υπάρχοντά του στη νέα του κατοικία. Οχυρώνεται απ’ τον έξω κόσμο στοιβάζοντας τα πράγματά του στο νέο του δωμάτιο. Στο τέλος, όμως, δεν μένει χώρος ούτε για τον κόσμο ούτε για τον ίδιο και έτσι πνίγεται μέσα στον ασφυκτικό κλοιό των ίδιων των επίπλων του.