Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντοκουμέντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντοκουμέντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

Τάσσος, 2 χαρακτικά, 1978

 




Από το άλμπουμ 'Δέκα Επιλογές' που αποτελείται από χαρακτικά του Α. Τάσσου, δεμένα με την ποίηση του Γ. Ρίτσου και είναι αφιερωμένο στο 10ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.
Ριζοσπάστης, 21.05.1978









Από τη σειρά των χαρακτικών που φιλοτέχνησε ο Τάσσος για το 10 Συνέδριο του ΚΚΕ.
Ριζοσπάστης, 4 Ιουνίου 1978.

Ανδριόπουλος, "Εικόνες", 1978




Ριζοσπάστης, 11 Μαΐου 1978.



Κι ένα τραγούδι από τον δίσκο με τον μοναδικό Νίκο Δημητράτο...

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022

Τζαβέλλας, Ζωγράφος, μπουάτ Λήδρα, 1978

 



Διαφημιστική καταχώριση, Ριζοσπάστης, 5 Μαΐου 1978.

Δημητριάδη, Μικρούτσικος, 1978

 




Συναυλίες στην Τουρκία


Μ. Δημητριάδη – Θ. Μικρούτσικος


Ο Θάνος Μικρούτσικος και η Μαρία Δημητριάδη θα πάρουν μέρος στις γιορτές που οργανώνονται στην Τουρκία για τα 15 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου ποιητή και αγωνιστή Ναζίμ Χικμέτ. Συγκεκριμένα θα δώσουν μια συναυλία αύριο 3 Ιούνη στην Κωνσταντινούπολη και μία ακόμα στην Άγκυρα. Το κύριο μέρος της συναυλίας θα αποτελέσουν τα πολιτικά τραγούδια του Μικρούτσικου σε ποίηση Χικμέτ. Οι δύο Έλληνες καλλιτέχνες αφιερώνουν τη συναυλία τους στην Κωνσταντινούπολη στη φιλία και την ειρήνη μεταξύ του ελληνικού λαού και του τουρκικού λαού, ιδανικά για τα οποία πάλαιψε ο Χικμέτ σ’ όλη του τη ζωή.

Επιστρέφοντας ο Μικρούτσικος από την Τουρκία θα ολοκληρώσει δυο μουσικές του δουλειές. Τη μουσική για τις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη που ανεβάζει το Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο και το δίσκο του «Μουσική πράξη στον Μ. Μπρεχτ».


Ριζοσπάστης, 2 Ιουνίου 1978.

Διονύσης Σαββόπουλος, 1979



 



"Ως άνθρωπος βέβαια έχω κι εγώ τις κλίσεις μου και τις απόψεις μου κτλ. αλλά δεν πετάω και τη σκούφια μου γι' αυτό. Το βλέπω κι εγώ ότι τόσα χρόνια που γράφω υπάρχουν ορισμένα σταθερά μοτίβα στη δουλειά μου, αλλά ελπίζω ότι αυτά δεν θα μ εμποδίσουν απ' το να είμαι διαθέσιμος την επόμενη φορά που θα δω κάτι το δυνατό, δηλαδή κάτι το ωραίο. Γενικά η ιδεολογία είναι χρήσιμη για να μας φέρει μέχρι εκείνο το σημείο που μένουμε πάλι γυμνοι και αβοήθητοι. Έχω παρατηρήσει, ό,τι καλλίτερο έχω γράψε ήταν όταν έχανα τον εαυτό μου, όταν έχασκα μπροστά σε κάτι αποσβολωτικό. Αντίθετα, όταν είχα την άνεση να γράψω σε συνέπεια με τα θέματά μου και τις απόψεις μου, έβγαινε μονάχα στυλ".

"Μια συζήτηση του Δ. Σαββόπουλου με τον Περικλή Κοροβέση", Το Δέντρο, αρ. 9, Ιούλιος-Αύγουστος 1979, σελ. 101.

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022

"Έθος και ήθος της μουσικής μας", του Μιχάλη Μπουρμπούλη





Το ακόλουθο κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» την Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 1999, σελ. 50, στο πλαίσιο αφιερώματος της Γιώτας Συκκά στα «Πρόσωπα και πράγματα στο ελληνικό τραγούδι». Το αναδημοσιεύουμε εδώ με την άδεια του συγγραφέα, θεωρώντας το κρίσιμο για να κατανοήσουμε τόσο την οπτική του Μπουρμπούλη για το ελληνικό τραγούδι, όσο και τον ρόλο του τραγουδιού στη διαμόρφωση εθνικής και λαϊκής ταυτότητας στη νεότερη Ελλάδα.




Έθος και ήθος της μουσικής μας


του Μιχάλη Μπουρμπούλη



Η είσοδος του 20ου αιώνα βρίσκει την Ελλάδα να «αναγιγνώσκει» το μουσικό της είναι σε δύο παραμέτρους: την επτανησιακή έντεχνη μουσική και τη μουσική της παράδοσης. Στη μουσική της παράδοσης πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν και εκείνη της Εκκλησίας. Την ορθόδοξη, που λανθασμένα ονομάστηκε «βυζαντινή». Έτσι, γεννήθηκε η ανάγκη για εθνική μουσική. Παράδειγμα, ο Καλομοίρης. Η περαιτέρω εδραίωση, με τον βενιζελισμό, της αστικής ιδεολογίας ανοίγει τις πόρτες στα μουσικά ρεύματα εξ Εσπερίας. Το γεγονός παρασύρει και την έννοια «τραγούδι», που και αυτό υπηρετεί ωσάν ισχνή παραφυάδα αυτό το έθνος.

Αστικός και Λαϊκός είναι δύο ποταμοί που βγάζουν στην ίδια θάλασσα. Μια σύζευξη από τον Σκαλκώτα και τον Κωνσταντινίδη των δύο ποταμών επιτυγχάνεται, αλλά δεν μετουσιώνεται σε αυτούσιο εθνικό είδος. Η μικρασιατική περιπέτεια φέρνει στην Ελλάδα την ικμάδα μιας γονιμοποιού ουσίας και το Λαϊκό μετατρέπεται σε Άσμα Λαού. Ο μεσοπόλεμος εντείνει, με τον Μεταξά, την ανάγκη για αυτοέκφραση, Το «ελαφρύ» και «λαϊκό» είναι σε παράταξη αντίμαχη και έτσι προχωρούν τα πράγματα έως την εμφάνιση των Θεοδωράκη-Χατζιδάκι. Η εποχή δρα συγκρητικά και η έντονη παρουσία τους εκ των πραγμάτων ωθεί τα πράγματα σε μια αυτοτέλεια του είδους.

Οι Έλληνες έχουν πλέον δικό τους μουσικό πρόσωπο, τη δική τους φωνή, το ελλαδικό τραγούδι: Τούτο έχει «την χάριν» να ενώνει όλες τις κοινωνικές παραμέτρους εν τ’ αυτώ, δηλαδή τη μουσική μέθεξη. Κάτι που δεν κατόρθωσαν οι άλλες μορφές τέχνης: Λογοτεχνία, εικαστικές τέχνες. Αυτές κράτησαν την απόσταση «ασφαλείας» από το σύνολο του λαού, χαροπαλεύοντας για να υπάρξουν… όχι όμως και να διδάξουν.

Μουσικά «μεγάλα» γεγονότα δεν μπορούσαν στον αιώνα μας να υπάρξουν στην υπό διαμόρφωση Ελλάδα: Παρέμεινε, όμως, η ανώνυμη μαγιά για να εμπλουτίσει την προσωπική δημιουργία (ας δούμε Σκαλκώτα, Κωνσταντινίδη και το συμφωνικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη).

Συγκροτημένη σχολή «σοβαρής» μουσικής δεν μπορούμε να πούμε ότι ως έθνος καταφέραμε να έχουμε. Έχουμε όμως στιβαρή λαϊκή μουσική, που θα είναι δύσκολο να της αρνηθούμε το υψηλό, ενιαίο έθος και ήθος. Και αυτό είναι φυσικό! Και κοσμογόνο. Από κει και πέρα, η ωσμωτική συνάφεια σοβαρού και δημοποιημένου μας δίνουν το «Άξιον Εστί» των Ελύτη-Θεοδωράκη, που κατά τη γνώμη μου αποτελεί την πληρέστερη μουσική δημιουργία της ταυτότητας του ελληνισμού τον 20ο αιώνα.

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2022

Η Μαρία Δημητριάδη για το "Εμπάργκο"




Η Μαρία Δημητριάδη για το "Εμπάργκο"


Είναι ένας δίσκος με τραγούδια πάνω σε ποίηση Άλκη Αλκαίου, από τα οποία τραγουδάω τρία. Από τρία επίσης τραγουδάει ο Μπονάτσος, δύο ο Καράλης κι ένα ο Μητσιάς κι ο Μικρούτσικος. Είναι ένας δίσκος με πολιτικά τραγούδια. Εγώ τον παρομοιάζω κάπως σαν τον πρώτο δίσκο του Θάνου, μόνο που οι στίχοι είναι περισσότερο ποιητικοί. Θέλω να πω ότι δεν είναι σαν του Μπίρμαν, τόσο άμεσοι αλλά πιο ποιητικοί.

 (...)

Ο όρος «πολιτικό τραγούδι» δεν σημαίνει τίποτα για μένα, εκτός από το ότι μιλάει για κάποια συγκεκριμένα πράγματα. Για παράδειγμα, ένα τραγούδι που μιλάει για τον Πουλαντζά ή ένα άλλο που λέει για την Τουρκία ή μια σφαγή παιδιών στο Σαλβαντόρ. Χρησιμοποίησα τον όρο «πολιτικό» για να τον συγκρίνω ακριβώς με τον πρώτο δίσκο του Θάνου. Πιστεύω ότι έχει ένα ενδιαφέρον, όπως είχε εκείνος ο δίσκος.

 (...)

Στο συγκεκριμένο δίσκο έχει αλλάξει κι ο Θάνος το στυλ των τραγουδιών, γι’ αυτό υπάρχει κι οποιαδήποτε διαφορά. Πάντα προσπαθώ να ανανεώνομαι ερμηνευτικά αλλά και τα τραγούδια μου έδωσαν τη δυνατότητα κι άλλαξα. Εγώ προσπαθώ να βάλω και ροκ στοιχεία, αλλά πού να τα βρω; Μ’ ενδιαφέρει να είμαι άνθρωπος που δεν έχει προκαταλήψεις όσον αφορά τα σύγχρονα ρεύματα. Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή το ροκ είναι ένα σύγχρονο ρεύμα και μ’ ενδιαφέρει. Δεν μπορώ εγώ τώρα να βγαίνω και να τραγουδάω το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά». Με τίποτα δεν μπορώ να το τραγουδήσω. Δεν εκφράζει τη σημερινή εποχή με τίποτα, παρά μια εποχή πριν 20 χρόνια και τελείωσε. Τώρα, αν υπάρχουν συνθέτες που επιμένουν να γράφουν σ’ αυτό το ύφος είναι δικό τους πρόβλημα.

 

«Το ‘Εμπάργκο’ και η Μαρία Δημητριάδη», συνέντευξη της Μαρίας Δημητριάδη στον Στάθη Παπούλια, περιοδικό Μουσική, τεύχος 53, Απρίλιος 1982, σελ. 30-31.





Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021

Χριστοδούλου, Θεοδωράκης, Σταυριανός



Δεκαετία του 80 στην Β' περιφέρεια Πειραιά. Δημήτρης Χριστοδούλου, Μίκης Θεοδωράκης, Γιώργος Σταυριανός. Στιγμιότυπο από τις διαλέξεις-συζητήσεις που κάναμε οι τρεις μας, με θέμα το έντεχνο ελληνικό τραγούδι.

Γιώργος Σταυριανός

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

«Η ποίησή του δεν έχει ήθος» - Μια αρνητική κριτική του Αιμίλιου Χουρμούζιου στο «Πούσι» του Νίκου Καββαδία

 



«Η ποίησή του δεν έχει ήθος» - Μια αρνητική κριτική του Αιμίλιου Χουρμούζιου στο «Πούσι» του Νίκου Καββαδία


Σε γενικές γραμμές η κριτική στάθηκε θετική απέναντι στο έργο του Νίκου Καββαδία. Οι ποιητικές συλλογές του Κεφαλλονίτη ποιητή τράβηξαν την προσοχή και έτυχαν ευνοϊκής υποδοχής από τον τύπο και τα λογοτεχνικά έντυπα της εποχής. Γνωστοί διανοούμενοι έγραψαν επαινετικά και ενθαρρυντικά σχόλια, διέκριναν δυνατότητες και ξεχώρισαν τον τρόπο του νέου -τότε- ποιητή. Ο Φώτος Πολίτης, ο Καίσαρ Εμμανουήλ, ο Κώστας Βάρναλης, ο Ασημάκης Πανσέληνος και άλλοι αξιολόγησαν με θετικό πρόσημο τις δύο πρώτες συλλογές, τα «Μαραμπού» (1933) και «Πούσι» (1947).

Από το σύνολο των καταγεγραμμένων κριτικών ωστόσο, σε αντιδιαμετρική, αρνητική κατεύθυνση κινείται η κριτική του Αιμίλιου Χουρμούζιου, σχετικά με την ποιητική συλλογή «Πούσι», που δημοσιεύτηκε στο Τεύχος 483 της Νέας Εστίας (1947). Πρόκειται για ένα πραγματικό καταπέλτη εναντίον του Νίκου Καββαδία, που βρίθει βαρύτατων χαρακτηρισμών και σκληρών ειρωνειών. Παρ' όλ' αυτά, το κείμενο προσπαθεί προς το τέλος του να λειάνει τις ακμές επισημαίνοντας θετικά στοιχεία.

Αναδημοσιεύουμε λοιπόν το κείμενο αυτό της Νέας Εστίας στο σύνολο του, καθώς έχει σίγουρα μεγάλο ενδιαφέρον για τους αναγνώστες και φίλους του Νίκου Καββαδία. Σαν σημείωση από μεριάς μας: Θα ήταν δίκαιο η κριτική αυτή να «κριθεί» στα πλαίσια της εποχής που γράφτηκε (1947) και επίσης να ληφθεί υπόψιν ότι Καββαδίας και Χουρμούζιος διατηρούσαν καλές σχέσεις. Μάλιστα το 1961 ο Χουρμούζιος θα μεσολαβήσει, ώστε να επανεκδοθούν τα «Μαραμπού» και «Πούσι» σε ένα τόμο από τις εκδόσεις «Γαλαξίας».

Το κείμενο έχει μεταφερθεί στο μονοτονικό και διατηρεί την αρχική του ορθογραφία.

Κώστας Μουγιάκος

 



 

Ν. Καββαδία: «Πούσι».

Από το 1933, όταν ο Φώτος Πολίτης παρουσίαζε τον ποιητή των «Μαραμπού» σαν αντιπρόσωπο μιας νέας συναισθηματικής στάσης απέναντι στα παραδεγμένα τού καιρού, αντιπρόσωπο ενός νέου κόσμου πού αναφαίνεται, ακριβώς τη στιγμή που τα παλιότερα ιδανικά των περασμένων γενεών βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της φθοράς των - από τότε, ίσαμε σήμερα πέρασαν δεκαπέντε πλήρη, μεγάλα, ακέραια χρόνια. Εχώρεσαν τη Διχτατορία, τον Πόλεμο, την Κατοχή, την Απελευθέρωση, τον Εμφύλιο (πράξη πρώτη), τον Εμφύλιο (πράξη δεύτερη), το Δράμα τού έθνους... Ο Ν. Καββαδίας έμεινε ο συμπαθέστατος, ο πρωτότυπος έστω - δηλαδή ο όχι και τόσο πρωτότυπος πιά - ο  αδιάφορος σ’ όλη την άλλη, την έξω από τα καράβια, τις αντέννες, τις βάρδιες και τούς πνιχτούς μεθυσμένους έρωτες των λιμανιών ζωή. Μαραμπού! Ένα πυκνό πούσι έχει κατέβει και κρύψει από την οπτική γραμμή τού ποιητή όλο τον πόνο των ανθρώπων. Κυττάζω από περιέργεια τις χρονολογίες των τραγουδιών του. Ένα το 1940. Δυο άλλα στα 1942. Ένα άλλο στα 1944. Δύο στα 1945. Άλλα δύο στα 1946. Τ' αποδέλοιπα είναι πριν από το Σαράντα. Μια νύξη, κάποια θύμηση της τραγωδίας της φυλής του, πουθενά. Ή μάλλον δύο στίχοι υπομνηστικοί των εκτελέσεων στην Καισαριανή και της τραγωδίας του Διστόμου, μα κι αυτοί για χάρη του Γκάρθια Λόρκα...

Βιάζομαι να το γράψω, με όσην αυστηρότητα μου εμπνέει το προκλητικό θέαμα μιας πλούσιας έκδοσης, πού σ’ αυτήν μάλιστα συνεργάστηκαν από αγάπη εφτά χαράκτες διακοσμητές, πως μπορεί ο κ. Καββαδίας να είναι αισθηματικά ένας πάροικος του τόπου αυτού, μπορεί χώρος του, πατρίδα του, κόσμος του να είναι οι άνθρωποι της Τοκοπίλλα, του Περού ή της Μπομπάλλα, μα στα 1947, έπειτα από δέκα ολόκληρα χρόνια αγωνίας και θανάτου, η ποίησή του δεν έχει ήθος. Λυπούμαι πού το γράφω, μα το πιστεύω˙ κι ό,τι πιστεύω το γράφω – μ’ όλο που ο κ. Καββαδίας μου είναι σαν άνθρωπος, και σαν ποιητής ακόμη, συμπαθέστατος.

Θα ήθελα να λησμονήσω τις χρονολογίες των τραγουδιών, θα ήθελα νοερά να μετοικήσω κ’ εγώ, να καθήσω σταυροπόδι απάνω σε κάποιο παλαμάρι στην κουβέρτα καποιανού φορτηγού πού αναπνέει τον αγέρα των θαλασσών τού Νότου, να κάνω στη μνήμη μου μιαν ένεση μορφίνης για να λησμονήση την ανθρώπινη περιπέτεια... – ή, αν δεν του γίνομαι βάρος, ας με πάρη μαζί του ο κ. Καββαδίας σε κάποιαν έρημη ξέρα της Πολυνησίας για να μου πη κάτω από το φεγγάρι για τη Γοργόνα που πέταξε στον πόντο μεθυσμένη, και να με ποτίση με το χασίσι του Κάπταιν Τζίμμυ για να ξεχάσω - να ξεχάσω το κάθε τι και λεύτερος από το φορτίο των αναμνήσεων να μπω μαζί του μέσα στους ξωτικούς κήπους που ανοίγει η ποίησή του. Έτσι...


Ξεχασμένο τ’ άστρο του Βορρά
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες...


Κ’ έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ’ άγριο κύμα θα μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι...
 

... έτσι μπορεί κανένας να χαρή την ποίηση του Μαραμπού. Να τη χαρή χωρίς πια την πρώτην έκπληξη. Τότε, στα 1933, το εξωτικό, η σύζευξη των κοινών ποιητικών τόπων - της ρίμας, του καλορυθμισμένου στίχου, των γνώριμων μέτρων - με ολόκληρον εκείνο τον κόσμο, που ως εκείνη την εποχή, ή την αμέσως νωρίτερη, έμενε εξορισμένος από την ποιητικήν ύλη, μπορούσε να ήταν ένας ευπρόσδεκτος νεωτερισμός ακόμη και μια επανάσταση για όσους ποθούσαν μιάν αδρότερη κι ουσιαστικότερη επαφή με τη ζωή, την όποια ζωή. Ήταν η εκδήλωση μιας αντίδρασης στην ωχρή και μαραζωμένη από τα λογίς spleen ρομαντικήν ακόμα διάθεση του καιρού παρά την παρένθεση του πρώτου πολέμου. Σήμερα ο κοσμοπολιτισμός αυτός δεν είναι πιά νεωτερισμός. Δεν είναι ξάφνιασμα. Εξάλλου μεσολάβησαν τόσα ταξίδια έως το Βλαδιβοστόκ, ξεφορτώθηκε τόση μανιτόμπα σε λιμάνια κι αρμένισαν τόσες χίμαιρες στους ωκεανούς, που το εξωτικό έπαψε να ναι εξωτικό. Δαμάσθηκε από την αίσθησή μας, έγινε του σπιτιού μας και η έκπληξη έγινε πιά υπόμνηση απλώς... Ωστόσο νοιώθεις πώς ο Καββαδίας σου προσφέρει γνήσια πραμμάτεια. Είναι εμπειρία ζωής αυτό που σου δίνει. Είναι κομμάτια ζωντανά από ύλη ζεστή που σπαρταρά από ηλεκτρισμό - όσο κι αν τα θέματά του, θέματα παρατήρησης και καταγραφής νωθρών καταστάσεων, δεν απομακρύνονται κάποτε από την αφηγηματικότητα που χαρακτήριζε άλλωστε και το πρώτο του βιβλίο με στίχους. Μολαταύτα οι εικόνες του δεν είναι αφηρημένες· αντιπροσωπεύουν καταστάσεις που ο ποιητής τις υποβάλλει με εκπληκτικήν ενάργεια. Το πάθος από τα τραγούδια τούτα λείπει σχεδόν ολότελα. Ο στίχος είναι υπαινικτικός κι όχι πλαστικός. Νοσταλγικός μάλλον παρά δημιουργός άμεσων συγκινήσεων από την επαφή του αναγνώστη με τον ποιητή. Έχει τη γοητεία όλων των πραγμάτων που βρίσκονται σε κάποιαν απόσταση από το καθημερινό συνηθισμένο και τοπικό γεγονός. Ρεαλιστικός χωρίς προσπάθεια καλλιλογίας ο κ. Καββαδίας, υποβάλλει εκείνο πού θέλει. Παρασύρει με την πιο μεγάλη ευκολία τον αναγνώστη του κ’ είναι τούτο άσφαλτο σημάδι της γοητείας του. Έτσι, με παράσυρε και μένα, στ’ απίθανα τούτα ταξίδια που σ’ άλλους είναι πράξη και καθημερινή πείρα, σ’ άλλους είναι αποδημία της φαντασίας. Βρίσκουμαι ακόμη μαζί με τον πλοηγό μου και δε θέλω να ξαναγυρίσω για να συλλογιστώ πάλι πως ο ποιητής έμεινε, είτε θεληματικά είτε από αδιαφορία, πίσω από το πούσι του...

ΑΙΜ. X.



(Προμετωπίδα του Γιάννη Τσαρούχη για την ποιητική συλλογή "Πούσι")

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

"Είναι απαραίτητη μια πολιτική οικονομία της δισκογραφίας" - Ο Κώστας Τριπολίτης για τον στίχο και το τραγούδι

 

 


 

Ο Κώστας Τριπολίτης για τον στίχο και το τραγούδι – κάποιες σκέψεις του από το 1984

 

Αναδημοσιεύουμε τις πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις του Κώστα Τριπολίτη σε τέσσερα ερωτήματα που είχε θέσει το περιοδικό «Μουσική» και ο Γιάννης Καψουλάκης στο πλαίσιο μεγάλου αφιερώματος στο ελληνικό τραγούδι. Ο τίτλος του κειμένου ήταν «Τέσσερεις στιχουργοί μιλάνε για το σημερινό τραγούδι» και οι άλλοι τρεις συμμετέχοντες ήταν ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Μάνος Ελευθερίου και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Οι απαντήσεις δημοσιεύθηκαν στο τεύχος 74 (Ιανουάριος 1984) του ιστορικού περιοδικού και είναι ενδεικτικές της ιδιότητας του διανοούμενου που ο Τριπολίτης είχε και έχει, πλάι σε αυτήν του δημιουργού.

 

 

Η σχέση λόγου-αρμονίας (λέξης-σήματος) πώς χαρακτηρίζει το αισθητικό αποτέλεσμα του τραγουδιού και πόσο επηρεάζεται από τις αλλαγές του γλωσσικού κώδικα;

 

Η στιχουργική κατασκευή δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σύστημα αισθητικά οργανωμένων συλλαβών που αποτελούν τη μορφή της κι ένα λογικά οργανωμένο σύστημα νοημάτων που αποτελούν το περιεχόμενό της. Από την άλλη, η μουσική φράση έχει κι αυτή τη μορφή της, εκφρασμένη σ’ ένα σύστημα αισθητικά οργανωμένων ήχων και παύσεων, και το περιεχόμενό της.

Είναι αυτονόητο πως η σχέση δύο τόσο αυτοδύναμων ποιοτήτων είναι σχέση αντίθεσης και ρήξης, όπου ένα από τα δύο αναιρεί την αυτοδυναμία του για χάρη της υπερίσχυσης του άλλου. Η «τέλεια» σύζευξη, όπως και κάθε «τέλειο», καταντά ανόητη μεταφυσική. Η τρέχουσα ερμηνεία του τραγουδιού θεωρεί σα μορφή τη μουσική και σαν περιεχόμενο τα λόγια, υπεραπλούστευση δικαιολογημένη εξάλλου, στο μέτρο που ο μέσος ακροατής αναγνωρίζει το νόημα του λόγου αλλά η έλλειψη της μουσικής παιδείας τού στερεί τη δυνατότητα αναγνώρισης του νοήματος της μουσικής.

Αυτή η σχέση σύγκρουσης είναι καθοριστική για το αισθητικό αποτέλεσμα του τραγουδιού μόνο στον βαθμό της συνειδητοποίησής της και έχει αξία μονάχα για τους δημιουργούς και όχι για τον δέκτη του τραγουδιού, μια που ο ακροατής κρίνει το αποτέλεσμα και όχι τις προθέσεις ή την αρχιτεκτονική της κατασκευής.

Κάθε μορφή τέχνης ή κατασκευής αντικατοπτρίζει τον χώρο της και τον χρόνο της, είτε θεληματικά είτε αθέλητα. Φυσικό επόμενο είναι, λοιπόν, να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές του γλωσσικού κώδικα αλλά και της τρέχουσας ιδεολογίας και ηθικής, πολύ περισσότερο που η σημερινή εμπορευματοποίηση της τέχνης το απαιτεί, ώστε το όποιο δημιούργημα να έχει την προφανή αναγνωρισιμότητα σαν «σύγχρονο», «σημερινό» κλπ. Ανεξάρτητα όμως από τη σημασία αυτού και το άγχος των δημιουργών να θεωρούνται πρωτοποριακοί, είναι γεγονός πως οι αλλαγές του γλωσσικού ιδιώματος αφομοιώνονται από τους στιχουργούς χωρίς να υπάρχει αφομοιωτική ικανότητα – και στη συνέχεια εξέλιξη των μουσικών μορφών – από τους «συνθέτες». Να μια από τις κακοδαιμονίες του τραγουδιού.

 






Με ένα δοσμένο σύστημα μουσικών αξιών (ζεϊμπέκικο, χασάπικο, καρσιλαμάς, τσιφτετέλι κ.α.) ποιος είναι ο συντελεστής επιρροής του στίχου στην αναζήτηση νέων μορφών τραγουδιού;

 

Εδώ, και μόνη η ερώτηση προσδιορίζει την απάντηση. Ο παγιωμένος μουσικός κώδικας λειτουργεί σαν έτοιμη φόρμα που αποκλείει την αδιάρρηκτη σχέση μορφής-περιεχομένου, έτσι που μια τέτοια κατασκευή να ηχεί παράταιρα και νοηματικά ανακόλουθη. Εδώ η ευθύνη των αυτοαποκαλούμενων «συνθετών» - που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι τίποτα άλλο από ημιμαθείς οργανοπαίκτες – είναι βαρύτατη. Κάθε εποχή απαιτεί τη δική της έκφραση, σαν απόρροια αναζήτησης και πειραματισμού, μόνο που τα δύο αυτά προϋποθέτουν μεγάλου βαθμού κατάρτιση και κυριαρχία των εκφραστικών μέσων της τέχνης σου. Ελάχιστοι μουσικοί το μπορούν αυτό. Οι περισσότεροι καλύπτουν την ανικανότητά τους, το χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο ή την ολοκληρωτική άγνοιά τους μέσα στους δαίδαλους της παράδοσης, αναπαράγοντας κάκιστα τα αριστουργήματα που έφτιαξαν λαϊκοί ή έντεχνοι δημιουργοί δεκαετίες πριν.

Ο στίχος με τη μετρική του προσδιορίζει κατά πολύ τη μελωδική φόρμα αν και όχι τη ρυθμική. Το ζητούμενο όμως είναι η ρυθμική και μελωδική φόρμα να μη διαψεύδουν το περιεχόμενο του στίχου, κάτι που είναι σχεδόν καθημερινή πρακτική στα «σύγχρονα λαϊκά» τραγούδια, όπου η μουσική ξερνάει τα λόγια ή ο ταλαίπωρος τραγουδιστής στην αδυναμία του να τραγουδήσει ή, το χειρότερο, να καταλάβει τι τραγουδάει, φτύνει νότες και συλλαβές μαζί. Το σίγουρο είναι πως ο κόσμος τραγουδάει λόγια, πράγμα που επιτρέπει να ιεραρχήσουμε τον στίχο στην πρώτη γραμμή μιας αναζήτησης νέων μορφών. Το χάσμα, όμως, μεταξύ συνθετών/στιχουργών αντί να μικραίνει μεγαλώνει διαρκώς. Τώρα, αν μερικοί συνθέτες υποψιασμένοι ψάχνονται και πειραματίζονται, είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

 

Αντικατοπτρίζει η δουλειά σου προσωπικές ανάγκες έκφρασης, και στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό ποιος είναι ο συντελεστής των επεμβάσεων και ποιο το ποσοστό αλλοίωσής της;

 

Ναι. Γράφω μόνο όταν έχω κάτι να πω ή όταν πιστεύω πως κάτι πρέπει να ειπωθεί στη δοσμένη στιγμή, χωρίς αυτό να επηρεάζει την επαγγελματική μου ένταξη στον χώρο των τραγουδοποιών.

Ο συντελεστής των επεμβάσεων πιστεύω πως βρίσκεται σε αναλογία με την προσωπικότητα του δημιουργού και τη δυνατότητα αντίστασης σ’ αυτές. Η Ελλάδα είναι κατ’ εξοχήν χώρα που όλοι έχουμε άποψη για τα πάντα, με τον πρόσθετο παράγοντα του συνδρόμου των τραγουδιστών και τραγουδοποιών να το παίζουν «προφήτες», «επαναστάτες», «φιλόσοφοι», «σωτήρες» ή «μάρτυρες». Λύσεις βολικές μέσα στη γενική εξαθλίωση και προσφορές για να πληρώσουν την ιδεολογική γύμνια μας και το άδειο στομάχι μας.

Ακόμη, το πλέγμα προσωπικών σχέσεων, συμφερόντων, διασυνδέσεων και ιδεολογικής ομοιομορφοποίησης παρεμβαίνει λογοκριτικά, μετατρέποντας το δημιούργημα σε εξάμβλωμα. Πρόσθεσε το ραδιόφωνο, που έτσι κι αλλιώς επεμβαίνει μεταδίδοντας ή μη τα περιοδικά και τις εφημερίδες που μυθοποιούν καραγκιόζηδες και ντενεκέδες συν τους «κριτικούς», άλλη πληγή του τραγουδιού κι αυτοί, που αποσκοπούν σε μια λογοκρισία των προθέσεων του δημιουργού.

Όπως καταλαβαίνεις, η αλλοίωση πολλές φορές είναι ολοκληρωτική. Η όποια επέμβαση ανάμεσα στον πομπό-δημιουργό και το κοινό-δέκτη έχει σαν αναφορά το μήνυμα και κατά συνέπεια την άρθρωση του κώδικα. Η παρέμβαση ακριβώς πάνω στον κώδικα οδηγεί στην αναίρεση του μηνύματος και την απομόνωση του δημιουργού ή την παρερμηνεία του νοήματος.

Προσωπικά, και στον βαθμό που εξαρτιέται από μένα, δε δέχομαι καμιά απόλυτα επέμβαση, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και προσχήματα κι αν παρουσιάζεται, έχοντας επίγνωση πως κάτι τέτοιο συνεπάγεται ανυπαρξία προβολής της δουλειάς μου και οικονομική ένδεια.

 





Ο στίχος σαν φορέας πληροφορίας, σε ποιο βαθμό, μαζικοποιημένος (δηλ. αναπαραγόμενος σε πολλαπλά αντίτυπα απ’ τη βιομηχανία του δίσκου), αναιρεί το περιεχόμενό του;

 

Η μαζικοποίηση του μηνύματος μέσα από την πολλαπλή αναπαραγωγή του στο βινύλιο σημαίνει τη δημοσιοποίησή του. Έτσι, το Μέσο, κυριαρχώντας πάνω στην πρόθεσή σου, επεμβαίνει στο αποτέλεσμα μέσα ακριβώς από τη διαδικασία της αναπαραγωγής. Αυτό που γράφεις είναι αυθύπαρκτο και μοναδικό, ενώ στη φάση της μαζικής του παραγωγής είναι βιομηχανοποιημένη και εμπορεύσιμη πληροφορία που κατά συνέπεια μετατίθεται στον χώρο του αφηρημένου και γενικού.

Η πληροφορία/κώδικας, ξεκομμένη από την πραγματικότητα που τη γέννησε, πλαστογραφεί κι ανατρέπει το μήνυμα για χάρη του Μέσου. Ένα τραγούδι λ.χ. με επαναστατικά συνθήματα σε δίσκο δίνει την ψευδαίσθηση της επαναστατικότητας όσο κι ένα σατέν μπλουζάκι με χρωμοτυπία πορτραίτου του Τσε.

Τα Μέσα επιβάλουν όχι μόνο την αισθητική τους αλλά και την ιδεολογία τους – ιδεολογία αναπαραγωγής και επέκτασης – χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αντίστασης, είτε η πρόταση αυτή απευθύνεται στην εκτροπή τους είτε στην από τα μέσα άλωσή τους. Ακόμη περισσότερο, η ίδια η φύση τους είναι βαθειά αντιδραστική κι εξουσιαστική, στον βαθμό που η λειτουργία τους είναι μονοσήμαντη σχέση ενεργητικού πομπού και παθητικού δέκτη. Σχέση που προσπάθησα να ανιχνεύσω με το «Δε λες κουβέντα» και τον «Παρονομαστή», συνειδητά αποπειρώμενος να αναπαράγω την προβληματική του Μέσου, αντίστροφα, μέσα δηλαδή από το ίδιο το Μέσο.

Νομίζω πως πρέπει να απαντηθούν πολλά θεωρητικά και πρακτικά ερωτήματα γύρω από τη θεωρία του δίσκου σα Μέσου Μαζικής Ενημέρωσης από τους ίδιους τους δημιουργούς, μια που η εξέλιξη του τραγουδιού κατέληξε να είναι εξέλιξη της δισκογραφίας και συνάρτηση των νόμων της.

Φοβάμαι, δυστυχώς, πως για κάθε παραπέρα συζήτηση για το τραγούδι στις μέρες μας, είναι απαραίτητη και μια Πολιτική Οικονομία της δισκογραφίας.

Κώστας Τριπολίτης



Πηγή: Γιάννης Καψουλάκης, "Τέσσερεις στιχουργοί μιλάνε για το σημερινό τραγούδι", περιοδικό ΜΟΥΣΙΚΗ, τεύχος 74, Ιανουάριος 1984, σελ. 26-27.





Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2020

Απόσπασμα συνέντευξης του Μανόλη Αναγνωστάκη στον Θάνο Μικρούτσικο (αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη)

 





Συνέντευξη του Μανόλη Αναγνωστάκη

στον Θάνο Μικρούτσικο και το Γ’ Πρόγραμμα, 17.1.1987


Η συνέντευξη προέρχεται από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη, τον οποίο και ευχαριστούμε θερμά για την ευγενική παραχώρηση. Δημοσιεύτηκε ολόκληρη στο τεύχος 67 (Απρίλιος-Ιούνιος 2018) του περιοδικού ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ.

 


Θάνος Μικρούτσικος: Γεια σας. Έχουμε την τιμή να έχουμε μαζί μας σήμερα το στέλεχος του ΚΚΕ Εσωτερικού κι έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Μανόλη, καλωσόρισες. Μαζί σου βέβαια δεν θα συζητήσουμε τα τρέχοντα ζητήματα του ελληνικού τραγουδιού αλλά θα συζητήσουμε κάποιες γενικότερες απόψεις γύρω από πολιτιστικά ζητήματα και πρώτη είναι πώς βλέπεις σήμερα γενικότερα την πολιτιστική κατάσταση, και ειδικότερα στους χώρους της λογοτεχνίας-ποίησης που είναι ο δικός σου χώρος, και της μουσικής;

 

Μανόλης Αναγνωστάκης: Βέβαια, μου βάζεις από την αρχή ένα θέμα που με υποχρεώνει ή με εξαναγκάζει να προσπαθήσω να μιλήσω εφ’ όλης της ύλης, όπως λέμε τώρα. Αυτό το πράγμα είναι εξαιρετικά δύσκολο για μένα, όχι μόνο γιατί το χρονικό όριο είναι πολύ περιορισμένο, αλλά γιατί έρχομαι εδώ και σαν εκπρόσωπος ενός κόμματος. Το είπες άλλωστε και πριν. Αυτό με δυσκολεύει ακόμα περισσότερο. Γιατί, αν ερχόμουνα εδώ να μιλήσω για τα μεσογειακά προγράμματα, ή για το Κυπριακό, ή για τα οικονομικά μέτρα του κυρίου Τσοβόλα κ.λ.π., θα μπορούσα να εκφράσω μια άποψη, ή ορισμένες απόψεις, εν πάση περιπτώσει, που εκπροσωπούν την κυριαρχούσα άποψη του κόμματός μου, η οποία βγαίνει ύστερα από συζητήσεις, ύστερα από ψηφοφορίες, κι εκφράζει την άποψη που έχει διαμορφώσει το κόμμα πάνω στα θέματα αυτά.

 

Ειδικά στα πολιτιστικά θέματα, και μάλιστα με τον τρόπο αυτόν που τα βάζεις, σε όλη αυτή τη γενικότητά τους, δεν υπάρχουν θέσεις κι απόψεις του κόμματος πάνω στα θέματα αυτά. Υπάρχουν ορισμένοι άξονες, βασικοί άξονες της πολιτιστικής πολιτικής. Αυτοί οι άξονες έχουν κάπως έναν γενικόλογο χαρακτήρα, αλλά σε συγκεκριμένα καθημερινά θέματα πολιτιστικής πολιτικής δεν μπορούμε να πούμε ότι το κόμμα παίρνει θέσεις ύστερα από συζητήσεις και από μια απόφαση την οποία θα πάρει πάνω στα θέματα αυτά. Ίσα-ίσα που εμείς αρνούμαστε τις αποφάσεις πάνω στα θέματα αυτά. Είναι πολύ ανοιχτό το πολιτιστικό θέμα.

 

Βεβαίως, εδώ θα ξεχωρίσουμε το θέμα της προσωπικής δημιουργίας και το θέμα γενικότερα της πολιτιστικής διαδικασίας. Είναι δύο θέματα ξεχωριστά. Ειδικά στο θέμα της προσωπικής δημιουργίας, όχι μόνο το κόμμα δεν μπορεί να παρέμβει σε καμμία περίπτωση, αλλά εμείς το θεωρούμε τελείως απαράδεκτο. Δεν μπορεί να πάρει μια απόφαση το κόμμα απάνω στη δημιουργία του Θάνου Μικρούτσικου, π.χ., εάν είναι καλός μουσικός ή εάν είναι κακός μουσικός. Αυτά τα πράγματα δεν λύνονται με αποφάσεις. Από τη στιγμή που ο Θάνος Μικρούτσικος είναι φορέας μιας πολιτιστικής πολιτικής, ο ίδιος είναι φορέας μιας πολιτιστικής πολιτικής που απασχολεί γενικότερα, δηλαδή εκφράζει κάποιο πνεύμα πολιτιστικής πολιτικής μέσα από το ραδιόφωνο, μέσα από πολλές εκδηλώσεις που γίνονται, εκεί μπορεί να υπάρχουν θέσεις, μπορεί να υπάρχουν μερικές απόψεις, πάλι όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι οι απόψεις αυτές εκφράζουν οριστικά και τελεσίδικα την άποψη των μελών του κόμματος ή όλων των ανθρώπων που κινούνται μέσα στον χώρο αυτόν.

 

Είναι πολύ λεπτά ζητήματα αυτά. Είναι άλλη διαδικασία, δηλαδή. Είναι τελείως διαφορετική η διαδικασία που ακολουθούμε στα θέματα... στην προσέγγιση, μάλλον, του οικονομικού θέματος, των εθνικών θεμάτων, των θεμάτων παιδείας ακόμα περισσότερο, και στα θέματα αυτά που σχετίζονται με τον πολιτισμό και με την κουλτούρα είμαστε, και πρέπει να είμαστε, πάρα πολύ διακριτικοί. Να τα προσεγγίζουμε με πολύ διακριτικό, και ευαίσθητο, και ευπαθή τρόπο.

 

Αυτό που είπες είναι πάρα πολύ σημαντικό και είναι και γνωστό ότι ισχύει στο ΚΚΕ Εσωτερικού, από τότε που ιδρύθηκε μέχρι και σήμερα. Βέβαια, πρέπει να πω κι εγώ ότι τα τελευταία χρόνια αυτό το πράγμα έχει αρχίσει και περνάει και στους άλλους χώρους νομίζω, ενώ παλιότερα...

 

Νομίζω πως –με συγχωρείς που σε διακόπτω– αυτό είναι ένα επίτευγμα του ΚΚΕ Εσωτερικού: ότι κατορθώνει, ότι κατόρθωσε να πει ορισμένες αλήθειες πάνω στα θέματα αυτά πολύ νωρίς, πολύ πρόωρα. Οι αλήθειες αυτές ήταν στην αρχή λίγο καινά δαιμόνια. Ενώ τώρα έχουν γίνει κοινοί τόποι. Δηλαδή, πολλοί ακολουθούν αυτά τα πράγματα, όλοι μιλούν για προαιρετισμό πλέον, δεν μπορεί κανείς να μη μιλήσει για προαιρετισμό, όλοι μιλούν για πολυφωνία, όλοι μιλούν για διαδικασίες δημοκρατικές, όλοι μιλούν για σχετικότητα της πολιτιστικής δημιουργίας κ.λ.π., αλλά όλα αυτά από κάπου προέρχονται. Όλ’ αυτά βγαίνουν από έναν προβληματισμό που αναπτύχθηκε μέσα στις γραμμές του χώρου αυτού, ακόμα κι από όταν ήταν ενιαίο το ΚΚΕ. Όταν ακόμα ήταν ενιαίο είχε αρχίσει αυτή η διαδικασία που αναπτύχθηκε μέσα στη δικτατορία και κορυφώθηκε τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια.

 






Κι εγώ πρέπει να πω εδώ ότι έχοντας διαβάσει μάλλον όλα σου τα ποιήματα, αυτό το λες εσύ ήδη από τη δεκαετία του ’50. Δηλαδή, υπάρχει στα ποιήματά σου... Στα ποιήματα, αυτά τα πράγματα μπαίνουν με άλλο τρόπο.

 

Ε, ναι, αλλά πάντως υπάρχει αυτό το πράγμα, γιατί... M’ έναν υπαινικτικό τρόπο...

 

Ζούσες έντονα τότε.

 

Μ’ έναν διαφορετικό τρόπο μπαίνουν στα ποιήματα τα πράγματα.

 

Εν πάση περιπτώσει, όμως, επειδή έχουμε εσένα εδώ, που είσαι όπως είπα ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, θα ήτανε ωραίο και για τους ακροατές μας...

 

Όχι τους σημαντικότερους, βέβαια.

 

Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι δικό μου ζήτημα, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, είμαι ελεύθερος να λέω ό,τι θέλω, όπως κι εσείς, σαν ΚΚΕ Εσωτερικού, είστε ελεύθεροι να λέτε ό,τι θέλετε. Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, θα ’θελα να μου πεις την προσωπική σου άποψη, αφού έκανες αυτή τη διευκρίνιση, που ’ναι πολύ σημαντική, για τη σημερινή κατάσταση... Δηλαδή, ακούγονται πολλά πράγματα, εάν υπάρχει κρίση αξιών, πώς ακριβώς είναι η κατάσταση στον χώρ, ειδικότερα της λογοτεχνίας και της ποίησης, που είναι ο χώρος σου, και αν μπορούμε και της μουσικής.

 

Ναι, βέβαια, κι αυτό είναι πολύ μεγάλο θέμα. Όλοι μιλάμε για κρίση. Από παντού και για όλα τα πράγματα, μιλάμε για κρίση. Δηλαδή, κρίση στη λογοτεχνία, κρίση στο τραγούδι, κρίση στην επιστήμη, κρίση στην ηθική, κρίση στη συμπεριφορά, παντού... Και το περίεργο είναι ότι είμαστε όλοι ταυτόχρονα εμπρηστές και πυροσβέστες. Γιατί όλοι, ας πούμε, βάζουμε φωτιές, εμείς δημιουργούμε την κρίση σε ορισμένα πράγματα, και κατόπιν ερχόμαστε πάλι εμείς να σβήσουμε την κρίση. Εμείς πάλι φωνάζουμε πως υπάρχει κρίση. Εγώ νομίζω ότι αν υπάρχει σήμερα κρίση στην ελληνική κοινωνία, αυτή είναι η κρίση της μη σωστής ιεράρχησης των προβλημάτων. Δηλαδή, δεν ιεραρχούμε σωστά τα προβλήματα: ποια είναι πρώτα, ποια είναι δεύτερα, ποια είναι τρίτα. Και για να έρθουμε στο τραγούδι, που λες τώρα... Μπορώ να μιλήσω ελεύθερα, έτσι;

 

Βεβαίως. Απολύτως ελεύθερα!

 

Ναι, γιατί δεν απευθύνομαι σ’ εσένα, ούτε εσένα θίγω καθόλου στα θέματα αυτά, αλλά το ’χουμε παρακάνει λιγάκι αυτό το πράγμα. Δηλαδή, η κρίση στο τραγούδι, τι θα πει κρίση στο τραγούδι. Επί χρόνια θυμάμαι όλη αυτή την ιστορία: «η κρίση στο τραγούδι». Λες κι αυτό το πράγμα απασχολεί τον κόσμο περισσότερο από τ’ άλλα προβλήματα, επί χρόνια τώρα, πολλά χρόνια. Σήμερα συγκεκριμένα που μιλάμε, άνοιξε εφημερίδες, άνοιξε περιοδικά: όλοι μιλάνε για την κρίση. Συνεντεύξεις με μουσικούς, συνεντεύξεις με τραγουδιστές, συνεντεύξεις με διευθυντές κέντρων... «Γιατί περνάει κρίση το ελληνικό τραγούδι;» Και στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο «γιατί περνάει κρίση το ελληνικό τραγούδι;» Είναι ένα θέμα αβανταδόρικο κατεξοχήν, βέβαια απαντούν πάντοτε επώνυμοι και άνθρωποι που ένας κύκλος τούς ξέρει, ή πολλοί κύκλοι ξέρουν διάφορους ανθρώπους απ’ αυτούς, και δημιουργείται κάποιος αβανταδορισμός στο θέμα. Είναι πραγματικά, όμως, έτσι; Υπάρχει πραγματικά κρίση στο ελληνικό τραγούδι; Και αν υπάρχει, είναι τόσο σοβαρό;

 

Η προσωπική μου άποψη είναι ότι δεν υπάρχει, αλλά εν πάση περιπτώσει απαντώ ως προς το «αν υπάρχει, είναι κάτι σοβαρό;». Αυτό βγαίνει σαν σοβαρό, Μανόλη, διότι θέλουμε δεν θέλουμε, καλώς ή κακώς, λόγω της τρίλεπτης διάρκειάς του το τραγούδι είναι το πιο άμεσο καλλιτεχνικό προϊόν. Υπό αυτή την έννοια κιόλας, κάποιοι τραγουδοποιοί είναι γνωστότεροι από κάποιους ποιητές, κάποιοι τραγουδιστές είναι δυνατότεροι από κάποιους ηθοποιούς κ.ο.κ. Δηλαδή, υπάρχει ακριβώς αυτό, το οποίο αιτιολογεί –χωρίς να δικαιολογεί– το γιατί τελικά αφορά περισσότερο κόσμο το τραγούδι.

 

Και επηρεάζουν περισσότερο. Και επηρεάζουν όχι με το τραγούδι τους μονάχα, αλλά...

 

...και με όσα λένε...

 

...και με την προσωπική τους ζωή. Και με όσα λένε. Δηλαδή, επειδή ένας έχει αποκτήσει ένα όνομα ας πούμε τραγουδιστή, καλό όνομα εν πάση περιπτώσει –άσε που τώρα λέμε και το «υπάρχει ήθος στη φωνή»– εγώ δεν καταλαβαίνω τι θα πει αυτό το πράγμα. (Γελούν.) Λοιπόν, αυτός είναι ικανός να μιλάει εφ’ όλης της ύλης. Και τον ρωτούν για διάφορα πράγματα... Να, αυτά που λέμε και τώρα εμείς, για την κρίση της ελληνικής κοινωνίας, τι γνώμη έχετε για τον έρωτα, τι γνώμη έχετε για την εισαγωγή των αρχαίων στο σχολείο (γελούν)... δεν δικαιολογείται αυτό το πράγμα... απλώς επειδή έχει μια δημοσιότητα. Κι απάνω εκεί ποντάρουν όλοι.

 

Είναι το σταρ-σύστεμ, Μανόλη.

 

Εγώ πιστεύω, κι επιμένω σε αυτό το πράγμα, ότι η κρίση –που πραγματικά υπάρχει μια κρίση σήμερα στην ελληνική κοινωνία– οφείλεται στο ότι δεν έχουμε ιεραρχήσει σωστά τα προβλήματα: ποιο είναι πρώτο πρόβλημα, ποιο είναι δεύτερο, ποιο είναι τρίτο, ώστε να ξέρουμε μια σειρά προβλημάτων σήμερα που δυναστεύουν πραγματικά την ελληνική κοινωνία. Και παίρνουμε προβλήματα που υπάρχουν, αλλά είναι και λίγο ψευδοπροβλήματα, κι αυτά θεωρούμε ότι είναι τα σπουδαιότερα προβλήματα που απασχολούν τον ελληνικό λαό. Δεν τον απασχολούν αυτά.

(...)


Η συνέχεια στο τεύχος 67 του περιοδικού ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ





«Ονειρευόμαστε την άλλη κοινωνία» - Ο Θάνος Μικρούτσικος για το βιβλιοπωλείο Χνάρι

 

(Θάνος Μικρούτσικος - Μαρία Δημητριάδη.
Πηγή: σελίδα Χνάρι Βιβλιοπωλείο στο FB)


Στις 26 Μαρτίου 2019 έγινε μια εκδήλωση στο Polis Café για το βιβλιοπωλείο «Χνάρι», τον χώρο για το βιβλίο που άνοιξαν ο Γιώργος Τσιλδερίκης και η Μαρία Δημητριάδη τον Ιούνιο του 1974, στον πεζόδρομο της οδού Κιάφας πίσω από την Ακαδημίας. Ο Θάνος Μικρούτσικος είχε προσκληθεί στην εκδήλωση αλλά η κατάσταση της υγείας του δεν του είχε επιτρέψει να παρευρεθεί. Ακολουθεί το κειμένό του που διαβάστηκε εκείνο το βράδυ εκ μέρους του. ηρ.οικ.

 

 

Αγαπητέ Γιώργο,

γνωρίζεις ότι είμαι ένας άνθρωπος που μου αρέσει να ταξιδεύω στο παρελθόν, σε όσα έζησα αλλά και σ’ άλλα πολλά που γνώρισα από τα διαβάσματά μου και τη φαντασία μου. Το «Χνάρι» όλα αυτά τα χρόνια ήταν ένας από τους αγαπημένους μου προορισμούς των ταξιδιών μου. Γιατί το «Χνάρι» σου έγινε «Χνάρι» μας, έγινε το σπίτι μας σε καιρούς δύσκολους. Εκεί μεγαλώσαμε, εκεί ονειρευτήκαμε, εκεί μάθαμε. Εκεί συζητούσαμε, διαφωνούσαμε, συμφωνούσαμε, εκεί διευρύναμε τις γνώσεις μας.

Σήμερα μας λένε ότι αλλάξαμε. Αν εννοούν ότι δεν έχουμε μακριά μαλλιά και δεν φοράμε αμπέχονα, έχουν δίκιο. Αλλά πολλοί από μας και σήμερα, όπως και τότε, ονειρευόμαστε την άλλη κοινωνία. Μόνο που δεν ξέρουμε πώς θα έρθει και πότε. Ίσως αυτό να είναι πιο ηρωικό τώρα απ’ ό,τι τότε, στην ηρωική εποχή των νεανικών μας χρόνων.

Θέλω να σ’ ευχαριστήσω από την καρδιά μου αναδρομικά για το σπίτι που μας πρόσφερες και να σου ευχηθώ, όπως και σ’ όλους που είναι μαζί σου σήμερα, υγεία, δύναμη, δημιουργία και ευτυχία.

Δικός σου πάντα,

Θάνος Μικρούτσικος




Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Πατήσια 1978

 



Σε λίγες μέρες συμπληρώνεται ένας χρόνος από την ημερομηνία που έφυγε από κοντά μας ο Θάνος Μικρούτσικος. Κοιτάζοντας το αρχείο μου βρήκα μια φωτογραφία από μια συναυλία στο κλειστό γήπεδο στα Πατήσια το 1978.

Γιώργος Μεράντζας

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Τα τραγούδια της Χριστίνας - Ανέκδοτο έργο του Μιχάλη Γρηγορίου σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου και ερμηνεία Σαβίνας Γιαννάτου




Μιχαλη Γρηγοριου
“Tα τραγουδια της Χριστινας”
σε ποιηση της μητερας του συνθετη, Μαριας Παπαλεοναρδου (1917-2008)
εργο 62 (1990)
διασκευη απο ιδεες του εργου 1 (1965-72)
Σαβινα Γιαννατου









Τα τραγουδια αυτου του κυκλου βασιζονται σε τραγουδια που ειχα φτιαξει σε πολυ απλη μορφη για πιανο την περιοδο 1965-66, πανω σε ποιηματα της μητερας μου, απο τις συλλογες “Φωνες στην Ερημο” (1942), “Φλογα δεμενη” (1963) και “Συμφωνικες Παραλλαγες” (1964). Οταν η μητερα μου κυκλοφορησε το 1942 την πρωτη της ποιητικη συλλογη ηταν 25 χρονων. Εγω, οταν καταπιαστηκα για πρωτη φορα να φτιαξω τραγουδια πανω σε ποιηματα της, ειμουνα 18 χρονων και πολυ ερωτευμενος με μια Χριστινα! Ενα απ’ αυτα τα τραγουδια της το εστειλα λοιπον εκεινη την εποχη και την καταφερα να “τα φτιαξουμε” !! Μετα βεβαιως χωρισαμε κι η ζωη συνεχιστηκε. Για μενα ομως ειναι εντελως σαφες πως αυτο που με εκανε να αποφασισω λιγο αργοτερα να γινω συνθετης ηταν αυτος ο πρωτος νεανικος ερωτας κι εκεινα τα πρωτα νεανικα τραγουδια.

Πολυ αργοτερα, το 1990, καθως ξαναζουσα μεσα απο τις προσωπικες μου σημειωσεις την ερωτικη ενταση εκεινων των χρονων, ανακαλυψα αυτα τα παληα τραγουδια (που τα χαρακτηριζω ως “εργο 1”) κι αποφασισα να τα επεξεργαστω. Ενοποιησα καποια ποιηματα, προσθεσα το “Υποθηκη” (απο τη συλλογη “Koρφες του Ανεμου” του 1966) και τα ενορχηστρωσα (με samplers, στο computer). Στη συνεχεια παρακαλεσα την Σαβινα Γιαννατου να τα τραγουδησει στο στουντιο του φιλου μου Βαγγελη Κατσουλη και τα χαρισα στην μητερα μου. Ετσι λοιπον, προκειται για το αρχαιο “εργο 1” που ηταν αφιερωμενο στην Χριστινα, το οποιο μεταβληθηκε στο “εργο 62”, που ειναι βεβαια αφιερωμενο στην μητερα μου.

Μιχάλης Γρηγορίου


Πατήστε ΕΔΩ
για το σύνολο του έργου ως playlist στο κανάλι των Μουσικών Προαστίων



Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Υποθήκη - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου

"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση. ηρ.οικ.










"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες του έργου No 1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου – Mιχάλης Γρηγορίου
08. Υποθήκη

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Μοιρολόι - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου

"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση. ηρ.οικ.








"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες του έργου No 1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου – Mιχάλης Γρηγορίου
07. Μοιρολόι