Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σταυριανός - Η αλήθεια της νύχτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σταυριανός - Η αλήθεια της νύχτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Γιώργος Σταυριανός - "Η αλήθεια της νύχτας" (8)







ΞΕΤΥΛΙΓΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΟΥΒΑΡΙ...

Μαλλιά μες στον αέρα που ανέμιζαν. Ήμασταν τρεις ν’ ανηφορίζουμε το μονοπάτι μέσα στις άγριες καστανιές του φθινόπωρου. Ο ήλιος κόντευε να δύσει, κι ένας ουρανός σπαρμένος πυρρόξανθες ανταύγειες κατηφόριζε μέχρι τον ορίζοντα.

Πρόσωπα διάφανα, μάτια που αιχμαλώτιζαν τον καιρό. Και μόνο σαν άρχιζε πια να σκοτεινιάζει, συνειδητοποιήσαμε πόσο πολύ είχαμε απομακρυνθεί.

«Ε σταματήστε, έχουμε άλλο τόσο δρόμο για την επιστροφή. Δεν πρέπει να μας βρει η νύχτα».

Η πρωτοβουλία του περιπάτου ανήκε είν’ αλήθεια στην Κοκό, μια απ’ τις σπάνιες φορές που μια ιδέα της έγινε αμέσως αποδεκτή. «Δεν πρέπει με τίποτα να χάσουμε το υπέροχο αυτό απόγευμα».

«Και τι προτείνεις;»

«Ένα περίπατο στο δάσος της Τρουβίλ. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω, πως δεν υπάρχει τίποτα συναρπαστικότερο αυτή την εποχή».

Ο Υβ την κοίταξε και δείχνοντας εκστασιασμένος αναφώνησε. «Ας μη χάνουμε καιρό λοιπόν. Σηκωθείτε. Ε λοιπόν Κοκό» πρόσθεσε με σημασία, «είναι κάποιες φορές που με εκπλήσσεις».

Την χτύπησε φιλικά στους ώμους, και η Κοκό αρπάζοντας την ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει σε μια πρωτοβουλία τόσο έξω από τα καθιερωμένα, ανέλαβε γεμάτη έξαψη το γενικό πρόσταγμα. Όμως δεν ανταποκρίθηκαν όλοι στο κάλεσμα. Η Μαριλίζ προφασίστηκε κούραση, ο Ντενί μια συνάντηση που δεν μπορούσε ν’ αποφύγει, ο Ζακ συμφωνώντας σχεδόν πάντα με την αδερφή του αρνήθηκε ευγενικά, τον Ζαν-Κλωντ τον περίμενε τη Ανίκ...

Στο τέλος βρισκόμασταν τρεις ν’ ανηφορίζουμε για τα υψώματα. Στο τιμόνι ο Υβ, που δεν έπαψε να κάνει σε όλους πειράγματα, επιδεικνύοντας την καλή του διάθεση.

«Λοιπόν Κοκό, σοβαρά βρίσκω πως η ιδέα σου ήταν καταπληκτική».

Ακούγοντάς τον να επιμένει για τρίτη συνεχόμενη φορά σ’ αυτή τη διαπίστωση, δυσκολευόμουν πραγματικά να κατανοήσω τον πραγματικό στόχο αυτής της φιλικής επίθεσης.

«Μη βλέπεις που δεν το προτείνω συχνότερα» η Κοκό είχε ήδη περάσει στην άμυνα, «απλά αντιλαμβάνομαι πως δεν υπάρχει πάντα η διάθεση για κάτι τέτοιο» αποφάνθηκε με σεμνότητα, και σχεδόν αμέσως, «Όχι, όχι, μην πάρεις το δρόμο αυτό. Μη σε ξεγελά η πινακίδα. Είναι η κατεύθυνση που παίρνουν οι περισσότεροι. Στρίψε εδώ δεξιά και θα δεις πού θα βγούμε».

«Μα Κοκό, με εκπλήσσεις όλο και περισσότερο» έκανε ενθουσιασμένος ο Υβ, «θα ’λεγε κανείς πως έρχεσαι συχνά για περίπατο...», και κλεφτοκοιτάζοντάς την πονηρά… «ή μήπως κάνω λάθος;»

Όμως η Κοκό δεν απάντησε. Σκόπιμα, σκέφτηκα, η παμπόνηρη. Χαμογέλασε αινιγματικά, και με ύφος συγκαταβατικό άφησε να της ξεφύγει ένα «Κάνουμε ό,τι μπορούμε Υβ», αφήνοντας έτσι ένα πέπλο μυστηρίου να πλανάται στην ατμόσφαιρα.

Δεν μπορώ να πω ότι συμμετείχα στη συζήτηση κατά την διάρκεια της διαδρομής. Κι όμως, έμελλε εκείνο τον περίπατο να τον θυμάμαι για πάντα. Κάποια στιγμή αφήσαμε το αυτοκίνητο σε μιαν άκρη, και κατεβήκαμε.

Τον ρόλο του οδηγού ανέλαβε η Κοκό. Έχοντας πάρει τα εύσημα με γενναιοδωρία, θεώρησε χρέος της να αποδείξει ότι τα άξιζε. Προπορευόταν οδηγώντας μας και σχολιάζοντας κάθε λίγο και λιγάκι την διαδρομή, χαλί μαγικό απίστευτων χρωματικών συνδυασμών...

Ήταν σα να ανακαλύπταμε ένα κόσμο που ήταν δίπλα μας κι όμως παρέμενε άγνωστος κι ανεξερεύνητος γεμίζοντάς μας με μια πρωτόγνωρη πληρότητα, που έμοιαζε με ευτυχία..., που δεν ήταν όμως... Ήταν κάτι περισσότερο από ευτυχία. Ήταν ίσως το επόμενο βήμα, μια συναισθηματική εξίσωση με στρογγυλοποιημένους τους αριθμούς, όπου κανένας δεκαδικός δεν είχε θέση.

Ναι, η Κοκό, κι αυτό ήταν το αστείο και το περίεργο στην όλη κατάσταση, προπορευόταν, κι όποιες κι αν ήταν η λογική που της το επέβαλε, ήταν απ’ τις ελάχιστες φορές που σεβάστηκε τον περίγυρό της. Παρενέβαινε μόνο εκεί που ήταν απολύτως αναγκαίο, αφήνοντας απ’ έξω κάθε σχόλιο που θα παρενοχλούσε, κάθε περιττή φλυαρία. Είχε υποταχτεί σ’ ένα πλαίσιο πέρα και έξω απ’ τις συνήθειές της, κι αυτό τι παράξενο, φαινόταν να μην την ενοχλεί καθόλου. Έμοιαζε γοητευμένη κιόλας, έχοντας την βεβαιότητα ότι όχι μόνο συμμετείχε, αλλά ήταν και η αιτία όλης αυτής της υπέροχης εμπειρίας που βιώναμε.

Ένα αεράκι ζεστό και υγρό μαζί είχε σηκωθεί, έτσι καθώς περπατούσαμε εδώ και αρκετή ώρα, με γρήγορο ρυθμό στην αρχή, πιο αργό στη συνέχεια. Προσαρμοζόμασταν στους ρυθμούς της φύσης αβίαστα. Ώσπου ήρθε η ερώτηση που με ξάφνιασε, και το περίεργο ήταν πως αυτή βγήκε από τα χείλη του πάντοτε νηφάλιου, διακριτικού, και σχετικά αποστασιοποιημένου Υβ.

«Λοιπόν, φίλε μου, θα μας μιλήσεις για την Ολυμπία;»

Σταμάτησα απροετοίμαστος και τον κοίταξα. Η Κοκό βρισκόταν εκείνη τη στιγμή σε απόσταση ασφαλείας για να μπορούσε ν’ ακούσει την ερώτηση.

«Λοιπόν, δεν μου απάντησες. Υποθέτω πως πρέπει να ’ταν μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία...»

Η ένταση της φωνής του είχε χαμηλώσει, μη αφήνοντας περιθώρια στους όποιους λαθρακουστές, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε άλλος από την Κοκό, που όμως άξιζε για πολλούς σκέφτηκα όχι χωρίς να μειδιάσω, ενώ αναρωτιόμουνα κάτω από ποιες συνθήκες ο Υβ είχε αυτή την ενημέρωση. Γνωρίζοντάς τον όπως τον γνώριζα, είχα την βεβαιότητα πως θ’ άφηνε να διαρρεύσει μόνο ό,τι αυτός ήθελε. Όμως, η ερώτηση από μέρους του είχε τεθεί και σίγουρα όχι αστόχαστα.

«Η Ολυμπία» άρχισα να λέω, «είναι ένας κύκλος...»

«Ένας κύκλος...» συνέχιζε ο Υβ, κι ήταν σα ν’ άκουγα την επιστροφή της ίδιας μου της φωνής.

«Ένα κύκλος» συνέχισα, «που όμως όσο κι αν ψάξεις...»

«Όσο κι αν ψάξεις... ;»

«Δεν εντοπίζεις κέντρο πουθενά...»

Δεν απάντησε. Αργότερα αναλογίστηκα πόσο εξωπραγματικές και δυσνόητες ήταν οι εκτιμήσεις μου για τον συγκεκριμένο τόπο, αλλά και πόσο αόριστες και αινιγματικές οι απαντήσεις μου.

Εκείνη τη στιγμή ο αέρας δυνάμωσε, μια τούφα από καστανόξανθα μαλλιά αναποδογύρισε, τιτιβίσματα πουλιών και θόρυβοι δάσους που είναι αδύνατον να εντοπίσεις με ακρίβεια από πού προέρχονται. Ακολούθησε μια παύση, χνάρια βημάτων στο νοτισμένο χώμα, ανεπαίσθητα θροίσματα φύλλων, εφήμερα περάσματα αποκαμωμένων ηλιαχτίδων...

Σαν ένας πίνακας του Κορό, σκέφτηκα. Το βλέμμα μου αναρριχήθηκε στα πανύψηλα δέντρα που έκρυβαν τον ουρανό. Φως που κυνηγούσε την σκιά, αστραφτερά διαμάντια που χάνονταν κάθε τόσο κι έπεφταν παιχνιδίζοντας πάνω στα πρόσωπά μας.

Η Κοκό μας υποδείκνυε ένα ξέφωτο στην άκρη του μονοπατιού, όμως εμείς δεν το ακολουθήσαμε. Προτιμήσαμε ένα άλλο μονοπάτι που οδηγούσε σ’ ένα ύψωμα, απ’ όπου θα μπορούσαμε να απολαύσουμε τη θέα της πεδιάδας.

«Τουλάχιστον, έτσι νόμιζα, πως ήταν ένας κύκλος, και πως δεν υπήρχε κέντρο αναφοράς...» συνέχισα σχεδόν ψιθυριστά.

Σιωπή που δεν διακοπτόταν παρά από το τρίξιμο που έκαναν κάποια ξερόκλαδα κάτω από τα ολοένα και πιο νωχελικά μας βήματα... Ένα παράξενο κι απόκοσμο φως που έλουζε την ώρα εκείνη τον κόσμο, τον έκανε να φαίνεται πιο εύθραυστο και πιο ευάλωτο, αλλά και πιο αληθινό.

«Ώσπου ανακαλύψαμε τον Ερμή» πρόσθεσα, χωρίς καμιά αυξομείωση στην ένταση της φωνής.

«Και τότε;»

Πολύ αργότερα, η υποψία μιας αγωνίας ανάμεικτης με ένα παιδιάστικο ενθουσιασμό που νόμισα πως είχα εντοπίσει στη φωνή του, μου φάνηκε πέρα για πέρα αληθινή.

«Ώρες ατέλειωτες εκστασιασμού και μέθης, χαράς ανείπωτης, που σιγά σιγά μετασχηματίστηκε σε μια πληρότητα σχεδόν απόλυτη... Συναίσθημα πρωτόγνωρο, μαγεία που σε διαποτίζει πέρα για πέρα... Γλώσσα μυστηριακή που έχει να κάνει με άγνωστους για ’μάς συνδυασμούς, μια τελειότητα που δεν έχει τίποτα το ανθρώπινο, ένας πανάκριβος μηχανισμός αρμονίας...»

Ο αέρας που δυνάμωσε απότομα μου πήρε την τελευταία λέξη. «Ένας... ανεξήγητος μηχανισμός αρμονίας. Υποψιάζεσαι ένα κέντρο που συντονίζει όλη αυτή την απίστευτη συνωμοσία των στοιχείων και των συγκυριών που συγκροτούν την ισορροπία... Το άγνωστο χέρι που καθοδηγεί το σκοπό, που οργανώνει την πρόνοια και ...»

Εκείνη τη στιγμή η Κοκό θριαμβευτικά μας ανακοίνωνε πως είχαμε φτάσει επιτέλους στο ποθούμενο σημείο, πως δεν είχαμε παρά να πλησιάσουμε, για να θαυμάσουμε τη θέα που είχε κάτι το μοναδικό.

Σε λίγο και πριν μας προλάβει η νύχτα, παίρναμε τον δρόμο της επιστροφής. Η Κοκό συνέχιζε να παραμένει σιωπηλή, αποφεύγοντας να σχολιάζει κάθε τόσο όπως συνήθιζε να κάνει. Όμως ήταν πάλι εκείνη που προπορευόταν, λες και δεν ήθελε ν’ αφήσει τα σκήπτρα του αρχηγού που τόσο επάξια είχε κατακτήσει.

Κοίταξα τον Υβ. Με τα χέρια στις τσέπες περπατούσε δίπλα μου καρφώνοντας κατά διαστήματα το βλέμμα του κυριολεκτικά πάνω μου, λες και περίμενε την συνέχιση της εξομολόγησής μου. Όμως σιωπούσε. Κι αυτό που περίμενε δεν άργησε να συμβεί.

«Αυτή η τελειότητα μοιάζει να σε ακυρώνει, στο τέλος όμως σε κάνει και επαναστατείς...»

Ξαφνιάστηκε, σα ν’ άκουσε κάτι που δεν περίμενε.

«Υπάρχει αυτή η πρόκληση, αυτή η εκ των προτέρων χαμένη παρτίδα... Μου είναι δύσκολο να στο περιγράψω αυτό το συναίσθημα... Αυτό το κύμα οργής στην μάταιη αναμέτρηση, στην αποδοχή μιας μοίρας που επιβάλλει περιορισμούς και όρια, που πρέπει όμως ν’ αποδεχτούμε...»

«Ναι, καταλαβαίνω τι υπαινίσσεσαι...»

Ο Υβ έμοιαζε ονειροπόλος αλλά και ιδιαίτερα προβληματισμένος.

«Δεν υπάρχει υπαινιγμός, μόνο διαπίστωση».

«Μια διαπίστωση ως προς τι;»

Ένας διάλογος που δεν θα οδηγούσε πουθενά, και που όμως έπρεπε να γίνει. Κατάλαβα πως έπρεπε να υπάρχει μεγαλύτερη σαφήνεια εκ μέρους μου.

«Είναι όπως οι κρίκοι μιας αλυσίδας, ο καθένας τους ξεχωριστά δεν αποτελεί παρά ένα κρίκο, όλοι μαζί όμως συνθέτουν ένα συγκεκριμένο εργαλείο που παρέχει λύσεις, είτε από μόνο του, είτε σε συνδυασμό με μια σειρά άλλων εργαλείων και ενεργειών...»

Ο συνομιλητής μου ξανάγινε σοβαρός. Δεν απάντησε αμέσως, άφησε να κυλήσουν μερικά δευτερόλεπτα. Τα πρώτα σκοτάδια κατέβαιναν από τον ουρανό φορτωμένα μυστήριο και μυρωδιές. Η Κοκό είχε απομακρυνθεί αρκετά κι έμοιαζε χαμένη στον κόσμο της.

Θυμήθηκα την σκηνή της Ολυμπίας. Εκεί στην άκρη της καθάριας παραλίας. Η άμμος ήταν ακόμα ζεστή, αν και η νύχτα είχε ταξιδέψει μέχρι τη μέση του ουρανού. Κι ύστερα οι γάμοι... Οι γάμοι οι ξαφνικοί του Σύλβιο και της γης... Το αφηνιασμένο άλογο που αφήνει τους σπασμούς της αγωνίας του στην άμμο, ο παφλασμός των κυμάτων, κι ύστερα...

«Θυμάμαι πώς έτρεξε...»

«Ποιος;»

«Ο Σύλβιο» απάντησα εξουθενωμένα.

«Κι ο... Αλμερίκ; Πώς αντέδρασε ο Αλμερίκ;»

Τον κεραυνό πρέπει να τον περίμενα, γι’ αυτό κι είχα εφοδιαστεί με αλεξικέραυνο. Δεν με αιφνιδίασε. Μόνο διαπίστωνα… Ότι ο Υβ κατά ένα περίεργο τρόπο ήταν καλά ενημερωμένος. Αλήθεια, μέχρι τίνος σημείου ήξερε; Και μέχρι πού περίμενε να φτάσω;

Περισσότερο κι απ’ όσα ήξερε, υποψιαζόταν ακόμη περισσότερα, κι όπως ήταν δεινός παρατηρητής, δεν κατέγραφε απλά τα φαινόμενα, πράγμα άλλωστε φυσιολογικό να συμβαίνει. Φρόντιζε να τα κατατάσσει και να τα αναλύει στη συνέχεια, προσπαθώντας να εισχωρήσει σε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «βαθύτερη αίσθηση των πραγμάτων».

Στην ερώτηση που μου είχε ευθέως υποβάλει δεν απάντησα. Το βλέμμα μου βούτηξε στα πρώτα τρεμάμενα σκοτάδια που κατέβαιναν από τον ουρανό. Η ερημική παραλία κοντά στην Ολυμπία ξεδιπλώθηκε μπροστά μου. Ρήγματα χρόνου απ’ όπου ξεπηδούσαν οι πρώτες του σύμπαντος ορμές, η υπεροψία της νιότης... Το άγουρο φρούτο που απαιτεί την γεύση, που θαρρεί πως την έχει κατακτήσει, με το χρώμα που φρόντισε να πάρει πρόωρα...

Ναι, η Ολυμπία δεν ήρθε παρά σαν αμφισβήτηση στην αλαζονεία και τις επιπλοκές ενός ξιπασμένου προβληματισμού.

Αποφάσισα να μην αναφερθώ περισσότερο στην εμπειρία αυτή. Υπήρχε ο κίνδυνος να παρερμηνευτώ, κι ύστερα ανακάλυπτα πως δεν ήμουν ακόμα σε θέση να συνεχίσω. Είναι ευκολότερο να περιγράφεις φαινόμενα, και απείρως δυσκολότερο να τα αναλύεις ξετυλίγοντας το κουβάρι.

«Αλμερίκ, δεν είναι εκπληκτικό όνομα; Μοιάζει εξωπραγματικό» ήταν το μόνο που βρήκα να πω.

«Αλμερίκ, ο μεγαλύτερος αδερφός του Αλμπέν ντε Λιζιέρ» μονολόγησε ο Υβ, και το αινιγματικό του μειδίαμα μ’ έκανε να καταλάβω στα σίγουρα πια πως ήξερε πολύ περισσότερα απ’ όσο τον είχα ικανό να ξέρει.



Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Γιώργος Σταυριανός - "Η αλήθεια της νύχτας" (7)




 


ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝΤΑΣ...


Ο θάνατος της Φελισί μας βρήκε απροετοίμαστους. Ήρθε σαν καταιγίδα ξαφνική και απρόσμενη, χωρίς να έχει προηγηθεί καμιά σχετική προειδοποίηση, όταν ο ουρανός ξεχείλιζε βαθύ γαλάζιο χρώμα. Η ασθένεια υπήρξε σύντομη και η εξέλιξη ραγδαία. Όλοι μιλούσαν, σαν χτυπημένοι από κεραυνό, για μια σπάνια αρρώστια του αίματος. Δεν τολμούσαν να εκστομίσουν την λέξη που φάνταζε σαν καταραμένη. Λευχαιμία. Όχι, κανείς μα κανείς δεν την κατονόμασε.


Χτυπήθηκε καταμεσής του καλοκαιριού όταν ακόμα απολάμβαναν τον Αύγουστο στην Κορσική, ο αγαπημένος της Ζαν-Ζακ και η ίδια. Μαζί τους ακόμα κι ένα ζευγάρι φίλων, κι όλοι μαζί είχαν στήσει σκηνές σε μιαν απρόσιτη παραλία του νησιού. Έσκαγε από ζωντάνια όταν κάποιο πρωινό αισθάνθηκε τα πρώτα συμπτώματα. Γενική αδιαθεσία και δέκατα. Όλοι μίλησαν για κάποιο ασήμαντο κρυολόγημα, κι η αλήθεια είναι πως μια ξαφνική αλλαγή του καιρού προς το χειρότερο που είχε προηγηθεί, έκανε ακόμα πιο πιστευτή την εκδοχή αυτή. Όμως, πού θα πήγαινε, καλοκαίρι ήταν, τι στο καλό, η κακοκαιρία δεν θα ταν παρά ένα μικρό διάλειμμα...


Ο καλός καιρός επανήλθε, όμως η Φελισί όλο και χειροτέρευε. Κανένας πια δεν καταλάβαινε. Ο Ζαν-Ζακ έδειχνε απελπισμένος, η ίδια όμως φαινόταν να το διασκεδάζει. Ευκαιρία να παραμείνει στο κρεβάτι διαβάζοντας μερικά βιβλία που τα κουβαλούσε εδώ και κάτι μήνες, και όλο αδιάβαστα παρέμεναν.


Μεταφέρθηκαν σε ξενοδοχείο παρ’ όλες τις ενστάσεις της, κι ούτε ν’ ακούσει λέξη δεν ήθελε για επιστροφή λόγω ανωτέρας βίας. Ήταν εμφανείς οι προσπάθειες που κατέβαλλε για να κρύψει όσο μπορούσε την αδυναμία της, και την χλομάδα που συνόδευε το πρόσωπό της.


Όμως κάποια στιγμή τα περιθώρια εξαντλήθηκαν. Η ίδια κατέρρευσε.


Ακολούθησε μια περίοδος φρίκης. Επιστροφή εσπευσμένη, εισαγωγή σε μεγάλο νοσοκομείο και διάγνωση καταπέλτης. Κι όλα αυτά κατακαλόκαιρο. Η μορφή της ασθένειας που την είχε χτυπήσει ήταν από τις χειρότερες.


Στην ίδια το απέκρυβαν. Και πραγματικά, δεν το είχε καταλάβει μέχρι την τελευταία στιγμή. Η επιθυμία να ζήσει; το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που δίνει μέχρι και την τελευταία στιγμή τη μάχη με το θάνατο; ή μήπως, ξεπερνώντας ακόμα και τον τρόμο του επερχόμενου τέλους που μάντευε, δεν ήθελε να στενοχωρήσει με τίποτα τον άνθρωπο που είχε λατρέψει και στον οποίο είχε αφιερωθεί ολοκληρωτικά; Γιατί, κι αυτό πέρα από κάθε αμφισβήτηση, δεν ήταν μόνο η σύντροφος του Ζαν-Ζακ, αλλά και η φίλη του, τα μάτια του, η φωνή του...


Ξεψύχησε ξημερώματα Κυριακής ξεγελώντας ακόμα και τις νοσοκόμες, ακόμα και τον γιατρό υπηρεσίας. Όλοι νόμισαν πως κοιμόταν ήρεμα και βαθιά και πως ονειρευόταν...


Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, και η Φελισί επανέρχεται στη μνήμη μου ολοζώντανη, μ’ εκείνο το καλοσυνάτο παιδικό χαμόγελο, και τα τεράστια γυαλιά στο σχήμα της πεταλούδας να στεφανώνουν τα μυωπικά κι αξιολάτρευτα μάτια.


Η είδηση του θανάτου της έφτασε ένα βράδυ, όταν στο μεγάλο σαλόνι επικρατούσε φοβερό κέφι. Οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν, τα ποτά κατέβαιναν μονορούφι, και γέλια, πολλά γέλια που έδιναν ένα τόνο ανεμελιάς και γιορτής. Κι η είδηση έπεσε σαν βόμβα, γιατί η τραγωδία είχε προσεκτικά αποκρυβεί. Μάλιστα δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναρωτιόντουσαν σχετικά με την απουσία ενός ζευγαριού, προχωρημένο φθινόπωρο πια, που ήταν από τ’ αγαπημένα, μέλη επίλεκτα κι οι διό της μικρής και ξεχωριστής αυτής κοινωνίας. Οι περισσότεροι όμως πίστευαν την εκδοχή των παρατεταμένων διακοπών, ακόμα και την πιθανή μετακόμισή τους σε άλλη πόλη. Πού θα πήγαινε όμως, κάποια στιγμή θα επανεμφανίζονταν.


Κι ήταν ο Πιέρ, ο ξανθός φίλος του Ολιβιέ που βρισκόταν ασκούμενος εδώ και δέκα μέρες στο μεγάλο δημοτικό νοσοκομείο όπου η Φελισί άφησε την τελευταία της πνοή, που τυχαία έμαθε ξεσκονίζοντας τα περιστατικά του βιβλίου εισαγωγών για το συμβάν.


Εκείνο το βράδυ η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία ανάμεσα στις παρέες. Η ατμόσφαιρα πάγωσε, οι περισσότεροι αλληλοκοιτάζονταν σαν αποσβολωμένοι. Η Φελισί δεν θα ήταν πια ανάμεσά μας... Τα γέλια έγιναν σιωπή, ο Ζαν-Λου άφησε στη μέση το κομμάτι του Λούις Άμστρονγκ που εκείνη τη στιγμή έπαιζε στο πιάνο. Θυμάμαι ακόμα το μορφασμό που έκανε, για να μπορέσει να καταλάβει τι επιτέλους του έλεγε μ’ αυτό το κεραυνόπληκτο ύφος ο Τουφ. Και θυμάμαι, θυμάμαι..., τα χέρια του..., τα χέρια του που έμειναν μετέωρα πάνω στο κλαβιέ, με όλα τα δάχτυλα σε θέση επίθεσης για την επόμενη συγχορδία... Κι ύστερα, τα ίδια αυτά τα χέρια που έπεσαν βαριά σαν ατσάλι, βγάζοντας μια τρομακτική κακοφωνία, και που ήταν κι ο τελευταίος ήχος που ακούστηκε εκείνο το βράδυ. Μια κακοφωνία όμως που μ’ έκανε κι ανατρίχιασα, έμοιαζε με ουρλιαχτό άγριου πληγωμένου θηρίου.


Η ίδια η Κοκό που τίποτα δεν πτοούσε τρόμαξε κι αναρρίγησε. Το χέρι της αναζήτησε ενστικτωδώς το δικό μου που ήταν παγωμένο. Κι όμως, το δικό της το αισθάνθηκα ακόμα πιο κρύο, ακόμα πιο άψυχο... Το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να της το σφίξω, κι αυτό για λίγο, γιατί η δύναμη που μου απέμενε ένιωθα να μ’ εγκαταλείπει. Το χέρι μου χαλάρωσε κι άφησε το δικό της που έπεσε στο κενό...


Όμως το μεγάλο σαλόνι δεν άδειασε. Εντύπωση μου έκανε που κανείς δεν έφυγε από τη θέση του. Παρέμειναν όλοι σαν εικόνες του Επινάλ, αμίλητες και ξεθωριασμένες, να καρτερούν... Να καρτερούν αλήθεια τι; Τώρα πια που ξανασκέφτομαι όλα εκείνα που σημάδεψαν τη μνήμη και που θαρρώ πως αξίζει να τ’ αναφέρω, η ερμηνεία που δίνω για εκείνη την τόσο ξεχωριστή και ακατανόητη στάση της σιωπηλής αναμονής εκείνο το βράδυ, δεν ήταν άλλο από την προσπάθεια που κάναμε όλοι για να εξοικειωθούμε με το σοκ που μας είχε προκαλέσει η ίδια η ιδέα του θανάτου... Η μικρή, κομψή, και ανέμελη αυτή κοινωνία έδειχνε να μην είναι πια άτρωτη. Είχε απολέσει ξαφνικά και ανεπανόρθωτα ένα κομμάτι από την ίδια της τη μνήμη. Η ζωή έπρεπε να ξαναρχίσει τώρα χωρίς την Φελισί... Κι αυτό ήταν δύσκολο, ήταν προκλητικό.


Ακόμα και η Μαρί-Οντίλ υποτάχτηκε στη βιαιότητα αυτής της «εισβολής». Άλλο να ξέρεις ότι υπάρχει θάνατος, κι άλλο να συνειδητοποιείς ξαφνικά πως ένα μέρος από την εικόνα στην οποία όλοι είχαμε αναγνωριστεί, έπαψε να υπάρχει. Και όλοι πια έπρεπε να ζήσουμε και με την απώλεια εκείνη.


Τότε κατάλαβα κάτι το τρομακτικό. Πως δεν κουβαλάμε όλοι τον ίδιο θάνατο. Και αυτό είναι σε άμεση συνάρτηση με το τι ο καθένας αντιπροσωπεύει για τον άλλο σ’ αυτή τη ζωή.


Συνειδητοποίησα ότι το βάρος το αληθινό του καθενός μας είναι πάντοτε το ειδικό, δηλαδή αυτό που εισπράττουμε εκ των υστέρων. Που δεν είναι εντοπίσιμο από την αρχή, και που περισσότερο ανιχνεύεται στην απουσία. Κι ήταν αυτό ακριβώς που συνέβη με την Φελισί.


«Τι φρίκη» ψιθύρισε η Κοκό, που ακόμα κι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε ολότελα να συγκρατηθεί, «θυμάμαι ακόμα το περιστατικό με τον καφέ...», σταμάτησε συγκινημένη και περιέργως αληθινή για να συνεχίσει «την είχα αγριοκοιτάξει τότε... ω Θε μου, πόσο ένοχη νιώθω, δεν έπρεπε..., δεν έπρεπε...»


Εκείνο το βράδυ κανείς δεν έκλαψε. Θαρρώ πως διέκρινα κάποιο δάκρυ που δεν μπόρεσε ν’ αναχαιτίσει ακόμα κι ο ατσάλινος χαρακτήρας της Μαριλίζ, συνηθισμένη όπως ήταν να τιθασεύει τα συναισθήματα και να τα ιεραρχεί. Όμως αυτό το δάκρυ ήταν ένα και μισοκύλησε. Δεν έκανε καμιά κίνηση να το σκουπίσει. Ένα λεπτεπίλεπτο μικρό αυλάκι που μόλις και διακρινότανε πάνω στο ελαφρά πουδραρισμένο της μάγουλο, μέχρι που ξεράθηκε κι εξαφανίσθηκε. Ήταν όμως αρκετό. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν έχουν θέση τα δάκρυα. Ούτε τα πολλά λόγια. Θυμάμαι πως παραμείναμε μέχρι αργά, κι ήταν σα να ξενυχτούσαμε ετεροχρονισμένα το άψυχο σώμα της φίλης μας, σα να τη συντροφεύαμε στην παγωνιά και στον άγνωστο κόσμο που αντίκριζαν τώρα πια τα υπέροχα εκείνα μυωπικά της μάτια.


Ακόμα και ο πάτερ Ντε Φρεζύς, ο διευθυντής που κάποια στιγμή τον αντιληφθήκαμε να διασχίζει το μεγάλο σαλόνι ακολουθούμενος από τον πάντα περίεργο πατέρα Ντρουώ, δεν τόλμησε να σχολιάσει την ιδιαίτερη εκείνη, ακατανόητη και πέρα από κάθε συνήθεια σιωπή. Προχωρούσε απορημένος αλλά σιωπηλός. Και μόνο ο πάτερ Ντρουώ θέλησε να ξεσκεπάσει το μυστήριο αποτολμώντας μια ερώτηση στον Τουφ, όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Κι ύστερα, αφού ενημερώθηκε, σήκωσε το κεφάλι συγκινημένος, και χωρίς κανένα απολύτως σχόλιο όμως με έκδηλα τα σημάδια της κατανόησης, συνέχισε το δρόμο του ακολουθώντας τον διευθυντή που είχε πια απομακρυνθεί.


Όπως αργότερα μάθαμε, οι ιερωμένοι ήξεραν από καιρό, είχαν μάλιστα τελέσει και λειτουργία στη μνήμη της φίλης μας, όμως δεν άφησαν τίποτα να διαρρεύσει ύστερα μάλιστα κι από την παράκληση του ίδιου του συντρόφου της, που προτιμούσε να παραμείνει στη μνήμη μας ζωντανή. Όπως και παρέμεινε.

 

Ήταν εκείνο το ίδιο βράδυ όταν πια όλοι είχαμε αποχωρήσει από το μεγάλο σαλόνι, που άκουσα τ’ αγρίμια να με καλούν απελπισμένα. Το προσκλητήριο ήταν εκκωφαντικό, κι η ώρα προχωρημένη και άγρια. Δεν είχα ακόμα πέσει για ύπνο, και έτσι φορώντας το μακρύ μαύρο μου πανωφόρι γιατί η βραδιά ήταν ψυχρή, γλίστρησα έξω από το οικοτροφείο. Το κάλεσμα γινόταν όλο και πιο επίμονο, αδύνατον να αντισταθώ. Η ιδιαίτερη, η γεμάτη υγρασία ατμόσφαιρα της ώρας εκείνης αγκάλιασε το σώμα μου, η ομίχλη είχε ήδη στεφανώσει τις κορυφές των ψηλών φωτισμένων καμπαναριών του καθεδρικού του Σαιντ-Εβρ.


Διέσχιζα την πλατεία Λεοπόλ με βήμα γοργό. Τα πόδια μου βούλιαζαν πατώντας πάνω στο χορτάρι…, χνάρια από βήματα ανήσυχα που θα ξενυχτούσαν ως το πρωί γυρεύοντας...


Γυρεύοντας τι; Αυτό αναρωτιέμαι ακόμα μέχρι σήμερα, όταν σα σε κινηματογραφική ταινία βλέπω να ξετυλίγονται μπροστά στα απορημένα ακόμα μάτια μου οι μεταμεσονύκτιες εκείνες περιπλανήσεις, που έφταναν μέχρι τα όρια της πόλης και πολλές φορές τα ξεπερνούσαν.


Μια εξήγηση που βρίσκω πρόχειρα είναι η επιθυμία μου να μην παραδοθώ. Να μην παραδοθώ στον ύπνο και τον θάνατο, αποτυπώνοντας όσο μπορούσα περισσότερο στη μνήμη μου το ίδιο το τραγούδι μιας πόλης κι ενός κόσμου, που εκείνες τις στιγμές δεν υπήρχαν παρά μόνο για ’μένα.


Έτσι, χωρίς την απαραίτητη και σχεδόν καθημερινή παρουσία της Φελισί αλλά και του Ζαν-Ζακ που είχε κι αυτός εξα­φανιστεί, οι ημέρες άρχισαν να ξαναβρίσκουν τους συνηθισμένους τους ρυθμούς. Όμως, δεν μπορούσα να εμποδίσω τη σκέψη που μάταια την αναζητούσε. Είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακό, τώρα που το σκέφτομαι, πόσο πολύ πληγώνει η άσκοπη πε­ριφορά της μνήμης όταν αυτή επιμένει, αναμοχλεύοντας πολ­λές φορές λεπτομέρειες ασήμαντες. Ένα μετέωρο ερωτηματικό, που διαπερνώντας τα πελώρια σε σχήμα πεταλούδας μυωπικά γυαλιά απαιτούσε να εκμαιεύσει την απάντηση που όμως δεν υπήρχε, ο ανόητος αλλά τρισχαριτωμένος μορφασμός στο άκουσμα κάποιου ανέκδοτου όπου κανείς δε γελά, το ξαφνικό τσίμπημα στο μάγουλο από ένα χέρι μικροκαμωμένο και πεντακάθαρο, μια γκόφρα με σαντιγί που μοιραστήκαμε σ’ ένα ανοιξιάτικο περίπατο στην Πεπινιέρ και που μας έπεσε κατάχα­μα, το κρητικό θυμάρι που της είχα υποσχεθεί και που δεν της έδωσα ποτέ γιατί το μάζεψα καλοκαίρι, και κείνη, εκείνη στάθηκε ασυνεπής στο ραντεβού μας. Έφυγε...


Έτσι ένα βράδυ οργισμένος και μετέωρος, αφού περιπλανήθηκα στην πόλη άσκοπα, χτύπησα αργά την πόρτα σου. Δεν έδινα δεκάρα αν είχα τηρήσει τα προσχήματα, αν θα σουν ξύπνιος ή όχι, η επίσκεψή μου σε δυο τρία διαφορετικά μπιστρό είχε συντελέσει στην ελαφρά μέθη που με διακατείχε.


Αισθανόμουν οργισμένος. Κι ανίσχυρος. Και ταπεινωμένος από ένα γεγονός, που για πρώτη φορά ένιωθα να με συγκλονίζει. Ήθελα να ρωτήσω, να μάθω, να μου εξηγήσουν... Πώς είναι δυνατόν να φεύγουμε έτσι ξαφνικά και απροειδοποίητα. Πώς γίνεται και δεν μπορούμε ν’ απαλλαγούμε από τις τύψεις... Κι ύστερα, είναι που ένιωθα μόνος κι απροστάτευτος, που ήμουν ακόμα ένα παιδί κι ας μην το συνειδητοποιούσα...


Έπρεπε κάπου να γείρω... Έπρεπε κάποιος να μ’ αγαπά. Έπρεπε να με καθησυχάσει εξηγώντας μου.


Στάθηκες να με κοιτάζεις έκπληκτος ανοίγοντας την πόρτα και αντικρίζοντάς με. Η κατάστασή μου πρέπει να σου προκάλεσε αμηχανία, γιατί παρέμεινες σα στήλη άλατος να με κοιτάς για κάμποσο χωρίς να με προσκαλείς να περάσω. Ήταν ανόητο μα ξέσπασα σε λυγμούς, και τότε μόνο ξύπνησες, και με μια κίνηση αποφασιστική μ’ έμπασες στο δωμάτιο κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα πίσω μου. Μ’ οδήγησες στη μοναδική πολυθρόνα που υπήρχε και με υποχρέωσες να καθίσω. Βούλιαξα όσο πιο βαθιά μπορούσα, ενώ οι λυγμοί εξακολουθούσαν να με συνταράζουν.


Κάθισες απέναντί μου και έσφιξες τα χέρια μου μέσα στα δικά σου. Ζεστή και ευεργετική ζεστασιά που σιγά σιγά με συνέφερε. Τα μάτια μου στέγνωσαν πια, τα χέρια σου χαλάρωσαν το σφίξιμο, ώσπου άφησαν εντελώς τα δικά μου. Όμως, αυτή σου η κίνηση ήταν για μένα πρόωρη. Τ’ αναζήτησα και πάλι μ’ αγωνία. Χαμογελώντας ήρεμα, προσπαθούσες να καταλάβεις τι μου συνέβαινε.


«Και τώρα, θα μου πεις τι έχεις;»


Απελευθέρωσα τα χέρια μου και βάλθηκα να σε κοιτάζω ηλίθια. «Έχεις πιει» συνέχισες, «όμως αυτό δεν είναι όλο... έτσι δεν είναι;»


Ανείπωτη ικανοποίηση ενός «πατέρα» που διαπιστώνει, όχι χωρίς ευχαρίστηση, πως το απολωλός πρόβατο είχε επιτέλους επιστρέψει κι ήταν έτοιμο να εξομολογηθεί..., όπως πάντα συνέβαινε, όπως πρέπει να συμβαίνει.


«Την αγαπούσα, την αγαπούσα τόσο πολύ» τραύλισα... Παρέμενες σιωπηλός και καρτερούσες.


«Την αγαπούσα» συνέχισα «και τώρα μου λείπει... Δεν..., δεν της έδωσα ποτέ το θυμάρι που μου ζήτησε...»


Έδειχνες να μην καταλαβαίνεις.


«Μου είχε ζητήσει να της φέρω θυμάρι άγριο..., από τα κρη­τικά βουνά... Η Φελισί... Κι αυτή..., αυτή προτίμησε να πεθάνει... Μα γιατί δεν μπόρεσαν να την σώσουν; Γιατί δεν έκαναν τίποτα; Και τώρα...;»


Σε είδα να σηκώνεσαι και να σκύβεις χαϊδεύοντάς μου τρυφερά τα μαλλιά. Άναψες τσιγάρο, ανάψαμε κι οι δυο γιατί μου πρόσφερες ένα κι εγώ το πήρα, τραβήξαμε μια δυο ρουφηξιές, κι ύστερα...


«Δεν κλαις μόνο για την Φελισί, δεν κλαις μόνο για την φίλη που χάθηκε, όσο κι αν αυτό μπορεί να σου φανεί παράξενο…»


Δεν απάντησα. Ένας θυμός με πλημμύρισε σαν φουσκωμένο και ασυγκράτητο ποτάμι.


«Πώς μπορείς να λες τέτοια πράγματα» ούρλιαξα. «Δεν καταλαβαίνεις την ευαισθησία του άλλου... Δεν μπορείς να συνειδητοποιήσεις την αγάπη που της είχα... Δεν καταλαβαίνεις...»


Τη φωνή σου την άκουσα να βγαίνει και να επιστρέφει με την ηχώ της.


«Θα περάσει καιρός μέχρι να καταλάβεις..., αν καταλάβεις... πως δεν κλαις ποτέ τόσο για τον θάνατο του άλλου, όσο για…»


Σταμάτησες χωρίς να αποτελειώσεις την φράση. Οι λέξεις που ακούγονταν χόρευαν κατακρεουργημένες κι ανήμπορες να μεταφέρουν το νόημα που υποτίθεται κουβαλούσαν. Διαλύονταν πριν καλά καλά σχηματιστούν κι έπεφταν με γδούπο στην καταβόθρα της τελικής εξαφάνισης, της οριστικής εξόντωσης... Όμως αυτό δεν σταματούσε εκεί. Άλλες κι ύστερα άλλες λέξεις έπαιρναν σειρά, προσπαθώντας να διεκπεραιώσουν την μάταιη αλλά γοητευτική τους αποστολή, και να καταλήξουν και πάλι σε μια τελική αποσύνθεση.


Περιμένεις..., περιμένεις να δεις τις αντιδράσεις μου... Δεν ξέρω γιατί περνά από τη σκέψη μου σαν αστραπή το περιστατικό με τη μέλισσα, που το ηλιόλουστο εκείνο πρωινό της γνωριμίας μας με σημάδεψε, όμως αυτό δεν συμβαίνει παρά για ένα διάστημα απειροελάχιστα μικρό, ακόμα μικρότερο κι απ’ όσο διαρκεί μια αστραπή.


«Μόνο τότε θα μιλήσεις σωστά για το θάνατο, όταν θα έχεις αποδεχτεί τη μάταιη ομορφιά της ζωής... Αυτό, όσο και να σου φαίνεται παράδοξο, έχει βγει από τα χείλη ενός βαθιά θρησκευόμενου ατόμου....»


Ένιωσα τα μάτια μου να πονούν, αλλά το κλάμα είχε περιέργως σταματήσει. Μέσα μου συνέβαινε κάτι αλλόκοτο. Αυτά τα λόγια, όσο ψυχρά κι αν ακούγονταν, όσο αποστασιοποιημένα και να μου φαίνονταν, με είχαν βαθιά εντυπωσιάσει. Δεν θα προχωρούσα σε διεξοδικότερη ανάλυση για τη στιγμή. Όχι, όχι, δεν είχε έλθει ακόμα ο χρόνος για κάτι τέτοιο. Όμως, μια ηρεμία ευεργετική άρχισε ν’ απλώνεται και ένιωσα σαν κύμα ζεστό που ήρθε να ξαναζωντανέψει τα μουδιασμένα μου πόδια. Ύστερα αυτό το κύμα παρέσυρε το κορμί μου ολόκληρο. Η ματιά ξεκαθάρισε, η σκέψη άρχισε να ξαναλειτουργεί.


«Μου φαίνεται παιδιάστικη αυτή...» δίστασες λίγο, συνέχισες δειλά, «αυτή η ιστορία με το θυμάρι...» Σε κοίταξα έκπληκτος. «Όμως αυτό μη γίνει πληγή μέσα σου. Αυτή η ζωή, πολλές φορές στερείται συνέπειας. Κι αν ακόμα είχες προλάβει να της το δώσεις, δεν θ’ άλλαζε πολύ την κατάσταση... Βλέπεις, το πρόβλημα είναι μέσα μας. Είναι ακέραια δικό μας. Οι άλλοι είναι πάντα μια πρόφαση. Ο θάνατος του άλλου μας αφορά, γιατί συγκλονίζει η ιδέα του επερχόμενου δικού μας... Κι αυτό όμως πάλι δεν έχει τόση σημασία...»


Τι είχε λοιπόν σημασία; Αυτό άρχιζα ν’ αναρωτιέμαι, όταν ο Αυτοσχεδιασμός έργο 60 του Σούμπερτ ήρθε να φωτίσει τη σκοτεινή αυτή πλευρά, διευκολύνοντάς με να δεχτώ, χωρίς όμως και να κατανοώ, ό,τι μέχρι πριν λίγο αμφισβητούσα. Να δεχτώ όμως τι; Αναρωτήθηκα, νιώθοντας το κορμί μου να ξεμουδιάζει και να παραδίνεται σε μια γλυκιά και τρυφερή αναλγησία.


Και τότε σκέφτηκα πως ποτέ δεν μ’ ενδιέφεραν οι χαζοχαρούμενες και παραφορτωμένες προθήκες εξωραϊσμού της απελπισίας. Προτιμούσα την δωρική της εκδοχή μέσα από την αντίφαση και το παράλογο ενός κόσμου που υπάρχει έτσι όπως τον βρήκαμε. Παιδιά ενός άφαντου θεού, γεννήματα του χάους που μια μέρα θα μας παρασύρει πάλι στο σκοτεινό του κοιτώνα, άλλη επιλογή δεν έχουμε από το να υπάρχουμε ενάντια στο θάνατο και στη λησμονιά, αψηφώντας τη φρίκη... που όμως δεν είναι παρά η άλλη όψη της χαράς. Σκοτάδι που λιποθυμά στις πρώτες ριπές του φωτός, φως που το καταπίνει το βασίλειο της νύχτας…


Έτσι μέσα απ’ τη βαθύτατη και εκπληκτική αυτή φαινομενική αντινομία των στοιχείων, των εννοιών, και των συναισθημάτων, τα λόγια του Ολιβιέ ήχησαν καθαρότερα και πιο παρήγορα απ’ ότι στην αρχή είχε διαφανεί. Και, μέσα στο ακόμα συγκεχυμένο αλλά πιο ήρεμο αυτή τη φορά τοπίο, τα κύματα της μουσικής επέπλεαν παρασύροντάς με και πάλι στον μαγικό κόσμο της νοσταλγίας...


Είναι η δεύτερη φορά σκέφτηκα που η μουσική με απελευθερώνει. Την πρώτη φορά, όταν «ακινητοποιημένος» μέσα στον απόλυτα γεωμετρικό κήπο του Αλμερίκ, μου δωσε τη δύναμη να δραπετεύσω λύνοντάς μου τα πόδια που είχαν παραλύσει. Ακολουθώντας την, οδηγήθηκα στην πηγή... Απόψε πάλι, χαμένος μέσα στην αποτρόπαιη παγωνιά που ο θάνατος στάλαζε στην ψυχή μου, βγήκε, θεά παντοδύναμη από το μαγικό μπουκάλι του Αλαντίν, δικαιώνοντας με μόνη την παρουσία της την ύπαρξή μας σ’ αυτό τον κόσμο, διεκδικώντας μερίδιο ζωής από την ανυπαρξία, ιχνηλατώντας διαδρομές απάτητες ενός συμπαντικού πεπρωμένου.


Άρχισα να καταλαβαίνω και ν’ αγαπώ ό,τι μέχρι πριν λίγο μου προκαλούσε φρίκη. Οι τρυφερές συσπάσεις μιας ανυπόκριτης μοίρας καταγράφονταν στα αισθητήρια κέντρα μου ευεργετικά, ένιωθα να μ’ αγκαλιάζει ο κόσμος σ’ ένα άγριο πανηγύρι κραιπάλης και χαράς που ξεσήκωνε η ίδια η αδηφάγα λαιμαργία αυτής της μοίρας... Κι αυτός εδώ ο αυτοσχεδιασμός για πιάνο είχε ένα χαρακτήρα νίκης απροσδόκητης και στιβαρής, τι κι αν το βάραθρο παραμόνευε λίγο παρακάτω.


Και τότε, τότε θυμήθηκα μια ξεχωριστά ξεκαρδιστική στιγμή που είχα ζήσει κάμποσο καιρό πριν, εκεί προς το τέλος της περασμένης άνοιξης, και που θέλησα να στη διηγηθώ με χαμογελαστή τώρα διάθεση.


«Εκείνο το μεσημέρι η Κοκό έλαμπε κυριολεκτικά μέσα στο θαλασσί ολομέταξο πουκάμισο που είχε για πρώτη φορά φορέσει, και που άστραφτε μέσα στη λιακάδα του κήπου όπου βρισκόμασταν καθισμένοι συζητώντας και απολαμβάνοντας τον καφέ μας. Το γεγονός αυτό δεν έμεινε απαρατήρητο από κανέναν κι ιδιαίτερα από τον Ντενί, που δεν έχανε ευκαιρία να την πειράξει όποτε του προσφερόταν η ευκαιρία. Ήταν άλλωστε κι ο μόνος που αποτολμούσε κάτι τέτοιο, αν και δεν ήταν λίγες οι φορές που το είχε πληρώσει ακριβά. Ήταν γνωστή η αθυροστομία της φίλης μας και η παντελής έλλειψη μέτρου που την χαρακτήριζε.


‘‘Τέτοιο χρώμα Κοκό, δεν το χει ούτε η θάλασσα της μεσογείου στις πιο καθαρές της παραλίες. Σε παρασύρει σε ωκεανούς..., ξέρεις κάτι; Αξιοποιεί το χρώμα των ματιών σου που... συνήθως είναι πιο μουντό... Μήπως στ’ αλήθεια φοράς φακούς;’’


‘‘Με φακούς και μάλιστα παραμορφωτικούς βλέπεις εσύ τον κόσμο’’, δεν έχασε την ευκαιρία η Κοκό, κι όλοι γελάσαμε εκτός από τον Ντενί, που φαινομενικά ατάραχος γύρευε το επόμενο πείραγμα δήθεν βυθισμένος σε μιαν ονειροπόλα περίσκεψη.


‘‘Κοκό...’’, άρχισε να λέει μα δεν πρόλαβε. Το μενταγιόν της Φελισί που έσκυβε να με φιλήσει καθώς περνούσε, ξεκούμπωσε από τη λεπτεπίλεπτη αλυσίδα που ήταν περασμένο, κι έπεσε παφλάζοντας στον καφέ. Δεν ξέρω πώς έγινε και δεν μου ρθε σταγόνα από το πιτσίλισμα. Όλη τη ζημιά την εισέπραξε το ολοκαίνουριο αστραφτερό πουκάμισο που η Κοκό επιδείκνυε φιλάρεσκα. Και σα να μην έφτανε αυτό, όπως τραβήχτηκε ενστικτωδώς προς τα πίσω για ν’ αποφύγει το λεκέ, συμπαρέσυρε και το φλιτζάνι που πριν γίνει κομμάτια, “αποτέλειωσε” την ιδιαίτερα προσεγμένη ενδυματολογική της περιβολή.


Καμιά περιγραφή δεν μπορεί ν’ αποδώσει τη σκηνή που επακολούθησε. Όλο το μένος της το εισέπραξε ο Ντενί που είχε ξεραθεί στο γέλιο. Θυμάμαι, ήταν η πρώτη φορά που τον βλέπαμε να εκδηλώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και ξέρεις, το γέλιο είναι μεταδοτικό. Μας συμπαρέσυρε σε λίγο όλους, ακόμα και από τα διπλανά τραπέζια...»


Γελούσες...


«Πώς κι έλειπα εκείνη την ημέρα; Για τίποτα στον κόσμο δεν θα χανα αυτή τη παράσταση».


«Και το αποκορύφωμα...» συνέχισα.


«Τι, υπάρχει και συνέχεια;»


«Σε κρίση η Κοκό, και τρέχοντας προς την τουαλέτα να καθαρίσει τους λεκέδες, γλίστρησε πάνω σ’ ένα κομμάτι του θρυμματισμένου φλιτζανιού και σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στο πάτωμα και στα πόδια σχεδόν του Τουφ που κατάφτανε εκείνη τη στιγμή, και που στη συνέχεια τη βοηθούσε να σηκωθεί. Βλέπεις δεν ήταν η τυχερή της μέρα… Κι εκείνη, εκείνη τι νομίζεις πως έκανε αφού συμμαζεύτηκε λίγο; Όρθωσε το ανάστημά της, και βουτώντας ένα ποτήρι γεμάτο νερό από ένα διπλανό τραπέζι χωρίς καν να ζητήσει την άδεια, το ριξε στα μούτρα του Ντενί κάνοντάς τον μούσκεμα... Καταλαβαίνεις... Έγινε χαμός ύστερα απ’ αυτό».


«Μη συνεχίσεις, θυμάμαι» με διέκοψες. «Ήταν η μέρα που έγινε ο νεροπόλεμος..., άκουσα γι’ αυτόν».


Γέλια και απ’ τους διό μας.


«Ναι, ναι... γίναμε όλοι μούσκεμα... Ξέρεις, ο Ντενί μόλις συνήλθε από την ψυχρολουσία την περιέλουσε με μια ολόκληρη κανάτα, αυτή αντεπιτέθηκε, και το κακό γενικεύτηκε, γιατί τα σκάγια είχαν πάρει κατά λάθος κι άλλους. Ήταν κάτι το ασύλληπτο. Σε λίγο, ο κήπος έμοιαζε φρεσκοποτισμένος από τα μπουγελώματα. Περιέργως οι ιερωμένοι δεν αναμείχτηκαν καθόλου αν και το πήραν είδηση. Μάλιστα ο πάτερ Ντρουώ φάνηκε να το διασκεδάζει. Λιγότερο ενθουσιασμένοι έδειχναν ο πάτερ Λεμερύ κι ο διευθυντής, που παρακολουθούσαν σοβαροί αλλά με κάποια δόση ανοχής από τον εξώστη του πρώτου ορόφου όλη αυτή τη φάση».


«Θυμάμαι την Μαρί–Οντίλ» είπα κι η φωνή μου πνίγηκε στα γέλια, «το καταπληκτικό της σύνολο έδειχνε κολλημένο πάνω της, αυτό όμως δεν την δυσαρεστούσε... Αυτή που είχε πρόβλημα ήταν η .. Κλοτίλντ, ε..., δεν χρειάζεται να σου εξηγήσω γιατί...»


Γελώντας πάντα, κούνησες με κατανόηση το κεφάλι.


«Αυτό πραγματικά δεν χρειάζεται να μου το εξηγήσεις» κι ύστερα, «τι κρίμα να μην έχω ζήσει αυτή τη σκηνή... Εκείνη την ημέρα είχαμε εργαστήρια μέχρι αργά το απόγευμα...»


«Θυμάμαι την Φελισί» συνέχισα, «είχε ξεκαρδιστεί στο γέλιο, ενώ δεν κατέβαλλε καμιά προσπάθεια να... προστατεύσει τον Ζαν-Ζακ. Ε, πλησίαζε και το καλοκαίρι βλέπεις, απλά φρόντιζε να τον προμηθεύει με νερό, που στη συνέχεια εκείνος το εκσφενδόνιζε προς πάσα κατεύθυνση...»


Σταματήσαμε λίγο να γελάμε, συνέχισα όμως στην ίδια χαρούμενη διάθεση.


«Να τι μπορεί να προκαλέσει η ... αδέσποτη βουτιά ενός μενταγιόν μέσα σ’ ένα φλιτζάνι καφέ».


ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ


Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

Γιώργος Σταυριανός - "Η αλήθεια της νύχτας" (6)




ΚΛΟΒΙΣ

Με το τέλος της παράδοσης της γλωσσολογίας, έφυγα στα γρήγορα. Η Ανιές απουσίαζε, πράμα σπάνιο για τις συνήθειές της, και αυτό με προβλημάτιζε.

Κατεβαίνω την οδό Ζακινό. Έχει κιόλας βραδιάσει κι ας μην έχει πάει ακόμα έξι. Επιταχύνω το βήμα μου την στιγμή που ένα ξέφωτο γεμάτο μουσική φωτίζει τη σκιά του κόσμου. Η σκέψη αστράφτει σαν το παρθένο και καθαρό φως που ανθίζει στο χάραμα. Μια ανατριχίλα διαπερνά όλο μου το κορμί, πρέπει να φτάσω όσο πιο γρήγορα γίνεται στο δωμάτιό μου, και να την ασφαλίσω στην μυστική μου κρύπτη, εκεί που δεκάδες άλλες έχουν στοιβαχτεί περιμένοντας...

Στη γωνία με την οδό Ντεζίλ επιβραδύνω το ρυθμό μου μέχρι που σταματώ εντελώς.

Ο δρόμος ξανοίγεται στα δεξιά με μια ευλυγισία φιδιού, σκιερός, ευκολοπερπάτητος, με μια δόση μυστηρίου έτσι καθώς η προοπτική ανακόπτεται από την καμπύλη στο βάθος.

Εκεί, σε μια από τις τελευταίες μονοκατοικίες πριν τη στροφή βρίσκεται το νέο σου σπίτι. Ένα παράθυρό που δίνει στο δρόμο φωτίζει το δωμάτιό σου που θα πρέπει να στέγαζε παλιότερα τον κηπουρό του παλιού αρχοντικού. Οι τωρινοί όμως ιδιοκτήτες αποφάσισαν να το νοικιάσουν, με βάση τα νέα οικονομικο-κοινωνικά δεδομένα της εποχής.

Άραγε πού να βρίσκεσαι; Την ξαφνική παρόρμηση να πλησιάσω και να διαπιστώσω αν οι γρίλιες του παραθύρου σου ήταν φωτισμένες, την εξουδετέρωσε ακαριαία η σκέψη πως θα ένιωθα άβολα αν τύχαινε και αντιλαμβανόσουν την παρουσία μου. Σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό μου η τελευταία μας συνάντηση, το πολύβουο εκείνο βράδυ στο μεγάλο σαλόνι.

Περίεργες εκρήξεις του μυαλού, ακατανόητες, γυμνές από κάθε άλλοθι, φωτογράφιζαν με ακρίβεια το μέγεθος της αμηχανίας μου. Αποφασίζω να μην ενδώσω στην επιθυμία της στιγμής και συνεχίζω να προχωρώ προς την οδό Μπαρόν-Λουί.

Η πόλη αρχίζει σιγά σιγά να καθρεφτίζεται στη λεπτή και διάφανη επιφάνεια των δρόμων που γυαλίζουν παραδομένοι στη νυχτερινή λεηλασία, κάτω από την αδιαπραγμάτευτη προστασία των ουρανών.

Κάποια στιγμή μου μπαίνει η υποψία ότι μια σκιά με ακολουθεί. Βήματα δεν ακούγονται, τόσο ανάλαφρο είναι το περπάτημα, διστάζω να γυρίσω και να κοιτάξω πίσω. Ενστικτωδώς επιβραδύνω τον βηματισμό μου. Η ανάλαφρη σκιά μοιάζει να με πλησιάζει όλο και περισσότερο…, δεν απέχει πια παρά μιαν ανάσα από μένα... Σε λίγο φτάνει ακριβώς δίπλα μου... στρέφω τα μάτια...

«Κλοβίς...»

Ήταν η τρίτη φορά που συναντούσα τυχαία το αινιγματικό αυτό πρόσωπο, που άκουγε στο περίεργο και ιστορικό αυτό όνομα. Τον αναγνώρισα αμέσως. Στ’ αφτιά μου ηχεί ακόμα ο ήχος της φωνής του που θύμιζε βουή ανέμου βγαλμένη από θαλασσινό κοχύλι.

«Ποτέ διό χωρίς τρεις’» είπα γελώντας.

«Μόλις βγαίνω από μια προβολή στη λέσχη. Παρακολούθησα την Βιριδιάνα του Μπουνιουέλ, δεν ξέρω αν το έχετε δει...»

Ναι, το είχα δει. Περισσότερο κι από ’ μένα είχε εντυπωσιασθεί θυμάμαι ο Ζαν-Λουί, το είχαμε δει μαζί, ήταν από τις καλές στιγμές του σκηνοθέτη.

Και συνεχίσαμε παρέα τον δρόμο συζητώντας ώσπου φτάσαμε στην είσοδο του οικοτροφείου. Κατά ένα περίεργο τρόπο άρχιζε και πάλι να πέφτει μια διάφανη όμως αυτή τη φορά ομίχλη. Η περιέργειά μου να τον γνωρίσω καλύτερα τιθασεύτηκε από μιαν ανεξήγητη γνώση. Είχα την βεβαιότητα ότι θα μου πρότεινε κάτι ανάλογο ο ίδιος ο συνοδοιπόρος μου, κάτι που δεν άργησε να επιβεβαιωθεί.

«Θέλετε να περπατήσουμε ακόμα λίγο..., ή και να πάρουμε ένα καφέ κάπου εδώ κοντά; Είναι ακόμα νωρίς...»

Κατηφορίσαμε την οδό Γκραν Μπουρζουά. Αναπόφευκτα θυμήθηκα τον Βολφ καθώς περνούσαμε μπροστά από το αγαπημένο ζαχαροπλαστείο. Όμως ο Κλοβίς δεν έδειξε την ίδια βουλιμία για τάρτες πασπαλισμένες με άχνη ζάχαρη. Πρότεινα το καφέ του Ινστιτούτου. Δεν έφερε αντίρρηση.

Η Μαρσελίν μάς υποδέχτηκε πληθωρικά κι ήταν όπως πάντα ένας χείμαρρος λέξεων για να καταλήξει λέγοντας.

«Τι καιρός κι αυτός… Χρόνια έχουμε να δούμε τέτοιο χάλι!»

Χαμογέλασα και σκέφτηκα πως σε κάθε ανάλογη περίσταση θα πρεπε ν’ ακούγονται τα ίδια πράγματα. Κι αμέσως μετά «Διό εσπρέσο;»

Γνέψαμε καταφατικά και καθίσαμε σ’ ένα τραπεζάκι στο βάθος. Περιμένοντας τους καφέδες, βρήκα την ευκαιρία να παρατηρήσω καλύτερα τον καινούριο μου φίλο. Ναι, δεν υπήρχε αμφιβολία, πως φυσιογνωμικά ήταν μια εντελώς ιδιαίτερη προσωπικότητα. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου ήταν τόσο λεπτά που δεν έμοιαζαν γήινα, οι γραμμές τόσο κανονικές, που δεν ξέφευγαν ούτε κατά ένα χιλιοστό από το περίγραμμα που λες και είχε σμιλέψει κάποιος τελειομανής τεχνίτης. Η φωνή, ναι, η φωνή είχε κάτι το εντελώς ξεχωριστό, κι αυτό ήταν κάτι που μόνο απόψε συνειδητοποιούσα. Και τώρα που ανατρέχω στις μνήμες εκείνες, είμαι σίγουρος πως θα την αναγνώριζα ανάμεσα σε χίλιες άλλες. Ήχος μελωδικός που τέλειωνε σε απόηχο με δεδομένες χρωματικές αναφορές... Κι ύστερα ήταν το βάθος… Ένα βάθος που θύμιζε τον ήχο που κάνει ο άνεμος όταν βγαίνει από θαλασσινό κοχύλι σε ταξίδευε σε ωκεανούς... Ναι, αυτή η φωνή είχε κάτι το μοναδικό. Θα λεγες πως ο Κλοβίς δεν υπήρχε παρά μόνο σαν πρόσχημα για να υπάρχει αυτή η φωνή, που λες και δεν ήταν του κόσμου ετούτου.

 Υπήρχε κάτι που να αναγνώρισα σ’ αυτόν; Πολλές φορές τ’ αναρωτήθηκα. Η αίσθηση πως, μαζί του μεταφερόμουν σε ένα περίεργα οικείο χώρο, που εξελισσόταν πατώντας σε μιαν άγνωστη γεωμετρία, με γοήτευε. Αδύνατον όσο κι αν προσπαθώ να ξαναφέρω στο νου την συνομιλία που είχαμε. Θυμάμαι μόνο πως, όταν πια φύγαμε κι εγώ επέστρεψα μόνος στο οικοτροφείο –ο ίδιος είχε προφασιστεί μια συνάντηση με κάποιους γνωστούς– μου ’χε μείνει η εντύπωση ότι είχαμε πει τόσα, όσα δεν θα λέγαμε συζητώντας μέρες και νύχτες ολόκληρες.

Το πιο περίεργο όμως απ’ όλα ήταν η γνώση…, μια γνώση χωρίς ίχνος φιλαρέσκειας και ματαιοδοξίας που είχα την αίσθηση ότι αποκόμισα, προσαρμοσμένη σε άλλο, διαφορετικό αυτή τη φορά, αλλά ομόκεντρο με τον προηγούμενο της ζωής μου κύκλο.

Μια θύμηση που με παρέπεμπε σε μιαν ανάλογη αναγωγή ανασύρθηκε αργότερα λύνοντας το μυστήριο του ακαθόριστα οικείου χώρου που μου δημιουργούσε το ηχόχρωμα της φωνής του Κλοβίς. Τότε, εκείνη την αυγουστιάτικη βραδιά, και μες στον απόηχο του κρητικού πανηγυριού... η αναπάντεχη συνάντησή μου με τον μυστηριώδη επισκέπτη… Ναι, η φωνή του ήταν ανάλογης χρωματικής συχνότητας.

Ο Κλοβίς όπως απρόσμενα είχε εμφανιστεί έτσι και χάθηκε. Όσο κι αν φανεί περίεργο, στάθηκε αδύνατον να τον εντοπίσω ξανά, και, στους ελάχιστους που προσπάθησα ν’ αναφέρω με τρόπο τ’ όνομά του στη συζήτηση, δεν εισέπραττα από μέρους τους παρά άγνοια.

Σήμερα πια που γράφω τις γραμμές ετούτες ξέρω, πως οι τρεις και μοναδικές εκείνες φορές που συναντηθήκαμε ήταν αρκετές... Το γιατί..., αρχίζει μόλις να διαφαίνεται, τώρα που αρχίζω ν’ ανασυνθέτω το τοπίο του παρελθόντος, και προσπαθώ μέσα από τις ακριβείς του συντεταγμένες να κατανοήσω το παρόν και να ψηλαφίσω το μέλλον. Και θαρρώ πως μια τέταρτη συνάντηση επίκειται, σε χρόνο και τόπο που θα έχουμε προεπιλέξει και αυτός και εγώ, και πως αυτή η συνάντηση θα είναι και η καθοριστική.


ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ


Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Γιώργος Σταυριανός - "Η αλήθεια της νύχτας" (5)

 




ΕΚΛΟΓΕΣ

Τη θυμάμαι καλά εκείνη τη βραδιά. Παραμονή των εκλογών που θα έδιναν καινούριο προεδρείο και επιτροπή διαχείρισης των εσωτερικών υποθέσεων του οικοτροφείου, εκδήλωση που αποτελούσε κάθε χρονιά ένα ξεχωριστό και πολυαναμενόμενο γεγονός. Ήταν η μεγαλύτερη σύναξη που μπορούσε ποτέ να γίνει εντός τειχών, μαζί μ’ αυτή που σηματοδοτούσε το τέλος του δευτέρου εξαμήνου.

Αφηρημένα και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, άκουγα τις συζητήσεις που περιστρέφονταν γύρω από το συγκεκριμένο γεγονός, θέμα που γοήτευε ιδιαίτερα τα αγόρια της παρέας.

Επρόκειτο για μια κανονική αναμέτρηση υποψηφίων με κάλπη και μυστική ψηφοφορία. Και, βέβαια, οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν, και η καμπάνια η προεκλογική είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της.

«Ε Κοκό, εσύ για ποιόν στοιχηματίζεις;» ρώτησε χωρίς περιστροφές ο Ντενί.

«Και γιατί πρέπει να στοιχηματίσει, στον ιππόδρομο βρισκόμαστε;» αναρωτήθηκε με ύφος σκόπιμα προβοκατόρικο ο Ζακ Νερού, που όποτε του δινόταν η ευκαιρία έριχνε λίγο λάδι στη φωτιά.

 Ο υπαινιγμός ήταν παραπάνω από σαφής. Μένοντας πιστοί στη παράδοση που ήθελε μετά τις εκλογές να γίνεται της μουρλής με απρόοπτα και συμβάντα πολλές φορές κακόγουστα και σκωπτικά, ένας διαγωνισμός αντικαλλιστείων είχε επικρατήσει σαν ιδέα φέτος σαν το καλύτερο προσφερόμενο θέαμα.

Τα ονοματεπώνυμα των «καλλονών» που είχαν προεπιλεγεί με απόλυτη μυστικότητα, αποτελούσαν την αφρόκρεμα των υπέρβαρων δεσποινίδων με πρώτη και καλύτερη την πληθωρική Κλοτίλντ, και με μοναδική εξαίρεση στην απαραίτητη αυτή προϋπόθεση την Κοκό, λεπτή και άγαρμπη σαν στέκα μπιλιάρδου, αλλά που επελέγη λόγω άλλων ειδικών και μοναδικών προσόντων τα οποία διέθετε... Όλες οι… υποψήφιες είχαν ήδη μπει σε λίστα που κυκλοφορούσε διακριτικά και μεταξύ λίγων. Δέκα «καλλονές» υπήρχαν ήδη στη λίστα, η Κοκό όμως δεν είχε την παραμικρότερη ιδέα για το τι μαγειρευόταν στα παρασκήνια της εκδήλωσης. Το μυστικό είχε πάρα πολύ καλά διαφυλαχτεί. Και βέβαια, όπως είχε σωστά παρατηρήσει κάποιος, δεν επρόκειτο πια για αντικαλλιστεία, αλλά για αγώνα σε ιππόδρομο. Γιατί η όλη εκδήλωση, από αντικαλλιστεία με έπαθλα χοιρομέρια και λουκάνικα για τις τρεις πρώτες, στη πορεία άλλαξε. Και η ιδέα της κούρσας σε ιππόδρομο με διαγωνιστικό χαρακτήρα επικράτησε. Κάθε «καλλονή» και καθαρόαιμο. Όσο για τους ιππείς, διάφοροι από τους πολλούς υποψήφιους για τις θέσεις του προεδρείου και της επιτροπής διαχείρισης.

Κι όπως οι εκλογές αποτελούσαν ένα κορυφαίο γεγονός για τη μικρή μας κοινότητα, κανείς και καμιά ποτέ κατά τεκμήριο δεν απουσίαζε. Για την συγκεκριμένη όμως περίσταση, και λόγω της ιδιαιτερότητας του εγχειρήματος και του πανικού που θα επικρατούσε, υπήρχε η πρόβλεψη να κλειδωθούν κι οι πόρτες της αίθουσας θεάτρου, έτσι ώστε κανένα «καθαρόαιμο» να μην μπορεί να το σκάσει μόλις θα διέρρεαν οι πρώτες ανακοινώσεις απ’ τα μεγάφωνα.

«Μάλλον έχετε ανάγκη από λίγη ξεκούραση, για να μην πω τίποτα χειρότερο» ήταν η κοφτή απάντηση που η Κοκό έδωσε και στους διό μαζί ταυτόχρονα.

«Έλα τώρα Κοκό, τι σ’ έπιασε;»

Η Μαριλίζ, έχοντας κι αυτή πλήρη άγνοια των όσων μαγειρεύονταν, επιχειρούσε να ρίξει τους τόνους που έβλεπε ν’ ανεβαίνουν.

«Τι μ’ έπιασε; Καλά θα κάνει ο καθένας ν’ ασχολείται περισσότερο με τα προσωπικά του και λιγότερο με τους άλλους» πέταξε με υπονοούμενα η Κοκό, που δεν έχανε την ευκαιρία να μπαίνει στο μάτι κάθε φορά που της δινόταν η ευκαιρία αυτής της ψηλομύτας, όπως χαρακτήριζε τη Μαριλίζ χωρίς λόγο.

«Δεν καταλαβαίνω τι έχει και με κοιτάζει μ’ αυτό το βλέμμα το ηλίθιο» μου ψιθύρισε χαμηλόφωνα η Κοκό, που διαισθανόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά στη στάση του Ζακ Νερού.

«Ω μη ταράζεσαι, έτσι κοιτάζει όλο τον κόσμο» βάλθηκα να την καθησυχάσω αναλογιζόμενος τις συνέπειες και το τι θα επακολουθούσε μετά τις εκλογές...

Τότε βέβαια, όλοι υπολογίζαμε χωρίς τον ξενοδόχο. Και στην περίπτωση την συγκεκριμένη, ο ξενοδόχος δεν έπαιρνε από τέτοιου είδους αστεία. Κάποιος το «κάρφωσε» στον τρομερό πατέρα Σνεντέρ. Το δράμα έτσι αποσοβήθηκε την τελευταία στιγμή. Άκουσα πως έγιναν ανακρίσεις και επιβλήθηκαν τιμωρίες... Το θέμα αποσιωπήθηκε στη συνέχεια εντελώς. Όμως ένα δείγμα γραφής κρατώ ακόμα μέχρι και σήμερα σαν ενθύμιο.



***


ΑΟΡΑΤΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

Το μεγάλο αμφιθέατρο της σχολής σιγά σιγά άρχισε να αδειάζει. Ένας ένας παρέδιδε την κόλλα του στον επιτηρητή κι αποχωρούσε. Με αρκετούς δισταγμούς την παρέδωσα κι εγώ και κατευθύνθηκα προς το κυλικείο.

«Πώς τα πήγες;» με πρόλαβε η Ανιές πριν της υποβάλω ακριβώς την ίδια ερώτηση κι εγώ.

«Θα λεγα χάλια... Εσύ;»

«Τα ίδια και χειρότερα. Πού να περιμένεις τέτοια θέματα. Μα πού στο καλό πήγε και τα βρήκε;»

«Το ίδιο αναρωτιέμαι κι εγώ» μπήκε στη μέση η Βερόνικα που συνοδευόταν από τον Γκαμπριέλ.

«Εμ σας τα λεγα εγώ» πρόσθεσε ο τελευταίος, «πως ο τύπος είναι βλαμμένος. Δε με πιστεύατε. Προς στιγμή έκανα να δώσω λευκή κόλλα κι ύστερα σκέφτηκα... και γιατί να του κάνω τη χάρη; Έγραψα λοιπόν ό,τι μου κατέβαινε. Θα με μηδενίσει έτσι κι αλλιώς, ε λοιπόν ας τον ταλαιπωρήσω λίγο κι εγώ».

«Καφέδες για όλους;» πρότεινε η Βερόνικα συμμαζεύοντας λίγο τα πλούσια μαλλιά που σχεδόν της έκρυβαν το πρόσωπο. Κι όπως κανείς δεν απάντησε..., σε λίγο επέστρεφε με τέσσερα φλιτζάνια αχνιστό μαύρο καφέ, έχοντας εκλάβει τη σιωπή σαν κατάφαση. Και σωστά είχε μαντέψει. Κανείς δεν αρνήθηκε.

Κόσμος πολύς εκείνη την ώρα. Συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν, θέματα της επικαιρότητας, κυρίως πολιτικής για τους κοινωνιολόγους της σχολής, σχόλια για ταινίες που μόλις είχαν σκάσει μύτη στις σκοτεινές αίθουσες και που δεν έπρεπε να χάσουμε... Το Θυμάμαι του Φελίνι έκλεβε την παράσταση... Πού το προβάλλανε; Μα πού αλλού, στο «Καμεό» βέβαια.

Ξαφνικά ο γεμάτος καπνό χώρος του κυλικείου έδειξε ν’ αναστατώνεται. Ενστικτωδώς κοίταξα προς την είσοδο. Η Κολέτ, συνοδευόμενη όπως πάντα από την Ζοσελύν, έκανε την εμφάνιση της. Σκηνή πραγματικά φελινική όπως τώρα την ξαναφέρνω μπροστά μου τόσα χρόνια μετά, σκηνή μοναδική που δε θα ξεχάσω ποτέ.

Προκλητική και ειλικρινά αναιδής, γεμάτη νευρωτικά αλλά ελεγχόμενα τικ που την πριμοδοτούσαν με γραφικότητα εξασφαλίζοντάς της ταυτόχρονα την ατιμωρησία, σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα φρακάροντας κυριολεκτικά το άνοιγμα της πόρτας. Τα μάτια δε σταματούσαν ν’ ανοιγοκλείνουν με το κεφάλι να περιστρέφεται πότε δεξιά και πότε αριστερά χωρίς προφανή σκοπό και στόχο. Το τοπίο είχε ελεγχθεί με τον πρώτο γύρω, όμως ο έλεγχος συνεχιζόταν, κι όλο αυτό το διάστημα δε σταματούσε να χειρονομεί και να μιλάει, ένας ποταμός λέξεων που δεν κατέληγε πουθενά.

Κατά διαστήματα, και ενώ παρέμενε ακίνητη εκεί στο άνοιγμα της πόρτας προκαλώντας τη δυσφορία των περισσοτέρων, πετούσε κι ένα «Γεια Πωλ» ή «Κοίτα, να η Μαρί- Ελέν, γεια, γεια...»

Ήταν αδύνατον να της είχα διαφύγει, όμως με… τιμωρούσε αγνοώντας με.

Πρώτη η Ανιές αντέδρασε που σηκώθηκε νευρικά, και δίδοντάς μου στα πεταχτά δυο φιλιά την άκουσα να μου λέει με συμπόνια. «Ετοιμάσου να καλοπεράσεις, δες ποιος έρχεται, εγώ προσωπικά δεν την αντέχω. Θα τα πούμε αύριο», και εξαφανίστηκε πριν πλησιάσει επικίνδυνα η Κολέτ που το εισέπραξε σα νίκη.

«Αυτή η ανόητη επιτέλους μας απάλλαξε από την παρουσία της...», έμοιαζε να απευθύνεται σε μένα, αλλά τα μάτια της εξέταζαν διερευνητικά πότε το ακροατήριο και πότε το χώρο... Γελούσε χωρίς να γελάει, επιτέλους καταδέχτηκε ν’ απευθυνθεί στην πιστή της συνοδό...

«Ζος, θα πάρουμε ένα καφέ;»

Η Ζος, αφού με χαιρέτησε με τη σειρά της, εξαφανίστηκε για να εκτελέσει την παραγγελία, και η Κολέτ επιτέλους εδέησε να μου ρίξει μια φευγαλέα και νευρωτική ματιά... Η ματιά εκείνη έδειχνε να πετά σπίθες. Θεέ μου, είναι σε έξαψη σκέφτηκα. Πρέπει να μαι προσεχτικός. Σ’ αυτή τη φάση τα ξεσπάσματα είναι βίαια και μη ελεγχόμενα.

Στο μεταξύ η Ζος είχε επιστρέψει με τους καφέδες.

«Για δες, ο Φρανσουά…» συνέχισε ακάθεκτη η Κολέτ που σήκωσε το χέρι με το άφιλτρο Gauloises σε ένδειξη σύντομου χαιρετισμού, λες κι ο μοναδικός της πια σκοπός ήταν η καταμέτρηση οπαδών, θαυμαστών και θαμώνων γενικώς και αορίστως.

«Δεν την ενδιαφέρει κανείς ιδιαίτερα, κι όμως δεν μπορεί να υπάρξει στιγμή χωρίς τους άλλους», σκέφτηκα.

Πέρασε έτσι κάμποση ώρα και το σκηνικό παρέμενε πεισματικά το ίδιο, και αυτό συνέβαινε όσες φορές η Κολέτ, συνοδευόμενη πάντα από την εξαφανισμένη αλλά και περισσότερο «διανοούμενη» Ζοσελύν, πρωταγωνιστούσε. Κι εδώ που τα λέμε, τώρα πια έχω την πεποίθηση πως αυτή η τελευταία το διασκέδαζε με τον τρόπο της, περισσότερο κι απ’ όσο τη μελετούσε ή την ανεχόταν.

Διάφοροι, οι περισσότεροι θα λεγα, προσέρχονταν για να... υποκλιθούν στην αδιαμφισβήτητα ηγεμονική και κυρίαρχη παρουσία της. Κατέθεταν τον θαυμασμό και τα «διαπιστευτήριά» τους, εισπράττοντας τις περισσότερες φορές παρατηρήσεις ενοχλητικές και σχόλια καυστικά από την πλευρά της τιμώμενης, που με τον τρόπο αυτό περιέργως διασφάλιζε και την ηγεμονία της. Κι αυτό φαινόταν να διασκεδάζει το πλήθος των θαυμαστών που συνωστιζόταν γύρω της, κάτι άλλωστε που και η ίδια επιδίωκε, φροντίζοντας συνήθως να αποχωρεί στο αποκορύφωμα της παράστασης που κάθε φορά έδινε, κι αφήνοντας κυριολεκτικά πάνω στην πείνα τους όσους περίμεναν το τέλος της παράστασης.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα αν αυτή η αποχώρηση ήταν κίνηση προμελετημένη ή έβγαινε αυθόρμητα. Τίποτα, μα τίποτα δεν ενίσχυε τη μια ή την άλλη εκδοχή.

Οι συζητήσεις, τις οποίες και κατηύθυνε, σπάνια εξαντλούσαν ένα και μοναδικό θέμα... Η Κολέτ είχε ένα μοναδικό τρόπο να εξαντλεί τα θέματα προσπερνώντας τα ταυτόχρονα.

Στην πορεία κατάλαβα, κι αυτό γιατί κι εγώ είχα πέσει θύμα της παράξενης γοητείας που εξασκούσε στους άλλους, πως το πρόβλημα που την απασχολούσε ήταν βαθιά στοιχειωμένο μέσα της, αλλά ήταν και το μοναδικό που δεν τολμούσε όχι μόνο να θίξει, αλλά ούτε και να υποψιαστεί ότι υπάρχει. Ένα αέναο κυνηγητό με το ίδιο το παρελθόν της που την καταδίωκε συνεχιζόταν ανελέητα χωρίς ποτέ να τολμήσει να το αντιμετωπίσει.., γι αυτό και έτρεχε, έτρεχε να του ξεφύγει.

Και το κατάφερνε γλιστρώντας ανάμεσα από τους άλλους σα χέλι χωρίς να σταματά ποτέ. Όλο αυτό το πλήθος που την περιστοίχιζε δεν της χρησίμευε παρά σαν άλλοθι για να μπορεί να ξοδεύει τον χρόνο της αποφεύγοντας να σκέφτεται. Κι έτσι εξακολουθούσε να δίνει την παράστασή της καθημερινά μιλώντας και παραμιλώντας ακατάπαυστα, προκαλώντας, αμφισβητώντας, βάζοντας στη θέση τους πάντες, από φόβο μήπως την αγαπήσουν… γιατί η ίδια ήταν αδύνατον να αγαπήσει τον εαυτό της. Αυτή η συμπεριφορά ήταν και το διαβατήριο για να συνεχίζει να υπάρχει θριαμβευτικά υπερβαίνοντας την... μετριότητα που αποτελούσε γι’ αυτήν μαύρο πανί, και να κυνηγά τον σαρκικό και μόνο έρωτα χωρίς ποτέ να παραμένει πιστή σε ένα και μόνο σύντροφο.

Αντιλήφθηκε πως ετοιμαζόμουν να το... σκάσω την ίδια στιγμή που διαπληκτιζόταν με διό συνδικαλιστές του φοιτητικού κινήματος. Τους τα είχε μαζεμένα από καιρό και περίμενε πώς και πώς την ευκαιρία να τους «τα χώσει», πράγμα όμως που δεν την εμπόδισε να αφήσει ασχολίαστη την κίνησή μου.

«Μπα, μας βαρέθηκες κιόλας αγαπητέ μου;»

Η διαφαινόμενη σύσπαση των χειλιών έμοιαζε με χαμόγελο που υπονόμευε τον ίδιο του τον εαυτό...

«Θα βρεθούμε τουλάχιστον το βράδυ στο ‘‘Καμεό;’’» συνέχισε, «είναι μια ταινία που δεν πρέπει με τίποτα να χάσεις».

Συμφωνήσαμε να μου κρατήσει θέση, φιληθήκαμε συμβατικά, και νοιώθοντας ανακούφιση που την είχα γλυτώσει τόσο φτηνά βγήκα στον καθαρό αέρα.

Στη πόλη άρχιζε να πέφτει ομίχλη. Ανάσες του Θεού που αργοσάλευαν τυλίγοντάς την προστατευτικά, ιεροτελεστία του φθινόπωρου που προετοίμαζε τον ερχομό την κλειστής και σιωπηλής ζωής του χειμώνα.

Είναι η ώρα που μας μεταμορφώνει, σκέφτηκα, δεν πρέπει όμως να την εμπιστεύομαι... Μας γεμίζει εικόνες φευγαλέες και εξωπραγματικές, αναφορές καθαρτήριες και εξαϋλωμένα δείγματα γραφής που δεν έχουν πραγματικό αντίκρισμα. Νοθεύει την καθαρότητα των περιγραμμάτων, την συμμετρικότητα των γραμμών. Μας βυθίζει σ’ ένα κόσμο παράλογα ονειρικό και απόκοσμα φωτισμένο, όμως, όμως αυτό δεν είναι παρά μια απάτη.

Μας αναστατώνει τις αισθήσεις που καταλήγουν σε παραίσθηση, μας αποκοιμίζει τα ένστικτα και την βιαιότητα του πρωτογονισμού που εμπεριέχουν. Και αρχίζει πάλι η αναζήτηση του άπιαστου, η εξιδανίκευση του άχρηστου...

Θα πρέπει να προσέχω, να καιροφυλακτώ, απόψε τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Θα πρέπει ν’ αρχίσω επιτέλους ν’ αναζητώ την ουσία πέρα από το περίβλημα, την κρυμμένη αλήθεια κάθε παραμυθιού.

Μπαίνοντας στο οικοτροφείο, η ομίχλη ήταν πια τόσο πυκνή, που λίγο έλλειψε να συγκρουστώ με κάποιον που ερχόταν από το αντίθετο ρεύμα.

Η γεμάτη υγρασία σκόνη που μας πασπάλιζε δε μας εμπόδισε ν’ αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να κοιταχτούμε για λίγο αμήχανοι και σαστισμένοι. Αμέσως αναγνώρισα το πρόσωπο με τη χαρακτηριστική άμεμπτη χωρίστρα στα καλοχτενισμένα του μαλλιά, όπου ακόμα κι η τελευταία τρίχα ήταν τιθασευμένη στην γενική κατάταξη και ροπή.

Ένα διστακτικό χαμόγελο άνθισε σε δύο εξόχως λεπτά χείλη που δεν είχαν πραγματικά τίποτα το προκλητικό, και που χαρακτήριζαν ένα κεφάλι συμμετρικά λεπτό και εξαφανισμένο, σε αντίθεση με τα μάτια που ήταν μεγάλα, έντονα, και διαπεραστικά.

«Συγγνώμη, πραγματικά είμαι αδικαιολόγητος» άκουσα να ψελλίζει ένα στόμα που μόλις που μάντευες ότι υπήρχε... «Και σκεφτείτε πως είναι η δεύτερη φορά που κυριολεκτικά πέφτω επάνω σας...»

«Ναι, ναι, θυμάμαι, είναι περίεργο πραγματικά» χαμογέλασα με τη σειρά μου, «ήταν στον προθάλαμο εκείνο το βράδυ, τότε όμως ήταν δικό μου το φταίξιμο...»

«Δε χρειάζεται να είστε τόσο ευγενής, και τότε πάλι εγώ ήμουν ο φταίχτης, είχα παραπατήσει...»

«Απόψε όμως φταίει η ομίχλη» συνέχισα, διαπιστώνοντας πως δεν διέκρινες πραγματικά τίποτα πέρα απ’ το ένα μέτρο. «Και να σκεφτεί κανείς πως έπεσε τόσο ξαφνικά...»

«Ναι, πριν λίγο ακόμα τίποτα δεν το προμήνυε... Στ’ αλήθεια λυπάμαι...»

 Μείναμε να κοιταζόμαστε σαστισμένοι και αμήχανοι. Αποφάσισα πρώτος να ξεφύγω από την άβολη κατάσταση.

«Τ’ όνομά μου είναι Γιώργος...»

«Και το δικό μου Κλοβίς...»

Η δυνατή και θερμή χειραψία που ανταλλάξαμε, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με μια παρουσία που θα τολμούσα να την χαρακτηρίσω άχρωμη και συναισθηματικά υποτονική.

«Θα τα ξαναπούμε…»

«Ναι, ναι, θα τα ξαναπούμε».

Χωρίσαμε πάνω σ’ αυτή την υπόσχεση που αν και τυπική, μου φάνηκε πως έκρυβε μιαν ειλικρινή διάθεση.


***


Υπόκωφοι θόρυβοι, αόρατες παρουσίες, ατέλειωτοι και μισοφωτισμένοι διάδρομοι που διασταυρώνονται με άλλους διαδρόμους, πόρτες κλειστές, πίνακες αναρτημένοι κατά διαστήματα, κτηριακές εγκαταστάσεις διαφορετικών ρυθμών που ενώνονται δημιουργώντας ένα ενιαίο σύνολο, κήποι που αναπτύσσονται ανάμεσά τους...

Ήδη αποχωρώ από την κεντρική πτέρυγα, βαριά και επιβλητική, με προσωπικότητα που δε σήκωνε αμφισβήτηση και άσκοπη περιφορά, ανεβαίνω δυο σκαλοπάτια, ξαφνικό κυκλικό άνοιγμα, κομβικό σημείο συνάντησης τριών διαφορετικών κτηριακών συγκροτημάτων. Αριστερά μου το πιο αμφισβητούμενο και επαναστατικό, ατέλειωτος ο διάδρομος της σύγχρονης πτέρυγας που όσο κι αν πάσχιζε δεν μπορούσε να ενσωματωθεί πραγματικά στο συνολικό οικοδόμημα... Γεωμετρία επιθετική, ευθείες άκαμπτες με δεδομένες προοπτικές... Καμιά σκιά, παντελής έλλειψη πλαστικότητας, τοίχοι επικαλυμμένοι με άγριο σοβά, ταβάνι συμβατικό σε μιαν απόχρωση λευκού. Μοναδική καινοτομία και ξέσπασμα ζωής το πάτωμα, καλυμμένο με πλακίδια μικρά και τετράγωνα σε χρώμα σκούρο κεραμιδί.

Προς το τέλος του μακρόστενου διαδρόμου με τα κεραμιδί πλακίδια βρίσκεται το δωμάτιό μου, με το αμέσως επόμενο και τελευταίο της σειράς να κατοικείται από τον μυστηριώδη και περίεργα γοητευτικό σύμφωνα με τον Βολφ, Ντενί ντε Λαφόρζ.

Μητροπόλεις... Καθεδρικός του Σαίντ-Εβρ στο καθαρότερο γοτθικό στυλ, ο Άγιος Μηνάς των παιδικών μου χρόνων με τα ψηλά βυζαντινά καμπαναριά, οι σιωπές εκείνων των χρόνων και τα βίαια ξεσπάσματα της εφηβείας που δε λένε να κοπάσουν, κυνηγητό χωρίς τέλος ανάμεσα στους ίδιους πάντα ατέλειωτους διαδρόμους και στις περίτεχνες αίθουσες, ανάμεσα στις ομίχλες της Λορραίνης και στις βίαιες παρεκκλίσεις των καυτών καλοκαιριών του τόπου μου... Γυρεύουν να τρυπώσουν... Γυρεύουν να βρουν καταφύγιο πριν αγριέψει ο καιρός και η νοσταλγία, ξεγελώντας τις πόρτες..., τις πόρτες που τώρα πια μου φαίνεται πως είναι μισάνοιχτες, όταν πριν λίγο ακόμα τις έβρισκα ερμητικά κλειστές... Πρόσωπα, που σχηματίζονται θα λεγες από χρωστήρες ζωγράφων, στάμπες που αντί να ερμηνεύουν το χώρο επιμηκύνουν το μυστήριο...

Δεν ξεφεύγω. Δεν μπορώ να ξεφύγω. Περιπλανιέμαι, σκιά αδέσποτη και μισοφωτισμένη προσπαθώντας να βρω τα χαρακτηριστικά εκείνα που μου χάρισαν, μα πιο πολύ εκείνα που μου στέρησαν...

Διασχίζω τον διάδρομο μα δεν ξεκλειδώνω την πόρτα του δωματίου μου. Με τρομάζει ετούτη η σιωπή και με κυνηγά, κι η πόρτα για μια στιγμή μού φαίνεται ξένη, δε μένω εδώ, δεν έμεινα ποτέ εδώ, όπως ποτέ δεν έμεινα πουθενά αλλού... Γυρεύω την πατρίδα που δεν είχα, τον θεό που δεν κατόρθωσα να βρω στις απειροελάχιστα μικρές και ακατανόητές μου επικλήσεις...

Προχωρώ μέχρι το βάθος της πτέρυγας, δυο σκαλοπάτια που κατεβαίνουν με οδηγούν σ’ έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, συνεχόμενο όμως του προηγούμενου.

Σύνολο ενιαίο διαδοχικών κτηριακών συγκροτημάτων διαφορετικών μορφών και τάσεων, ανάπτυξη αρχιτεκτονικών ρυθμών δεκάτου ογδόου, δεκάτου ενάτου, εικοστού αιώνα, ακροπύργια και ελικοειδείς κλίμακες, ημικυκλικές προεξοχές των τοιχωμάτων με υποδοχές για το άγαλμα της Παναγίας, εσοχές με θολωτές οροφές μιας απόλυτης και παγερής στιλπνότητας που φιλοξενούν το φάντασμα κάποιου αγίου...

Μια ξαφνική ανοιχτωσιά με μωσαϊκό στο πάτωμα και τεράστια πολύχρωμα βιτρό προς την πλευρά της οδού Μπαρόν-Λουί. Η μεγαλύτερη προς τ’ αριστερά πόρτα, φτιαγμένη από καρυδιά με ανάγλυφες ακατανόητες αναπαραστάσεις ανοίγει στο παρεκκλήσι. Ο χαρακτηρισμός όμως ξεγελά. Έχει διαστάσεις κανονικής εκκλησίας, σεμνότητα στην κατασκευή, γραμμές εσωτερικές πιο λιτές και λιγότερο φαντασμαγορικές, με μυστικιστική τάση. Μια εκπληκτική τάξη και σιωπή, το εκκλησιαστικό όργανο στη θέση του, τα στασίδια και οι πάγκοι γεμίζουν πάντα στον κυριακάτικο σύντομο πρωινό εκκλησιασμό...

Κατεβαίνω την ελικοειδή σκάλα, βρίσκομαι στον πρώτο όροφο. Στεγάζει την αίθουσα συνελεύσεων και άλλων εκδηλώσεων κάτω ακριβώς από το παρεκκλήσι. Τα καθίσματα ξεπερνούν τα τριακόσια, ναι, ναι, σίγουρα τα ξεπερνούν, μπορεί να φτάνουν και τα τετρακόσια, εδώ γίνεται κάθε χρονιά η γενική συνέλευση για εκλογές προεδρείου και διοικητικού συμβουλίου. Η μεγάλη αυτή αίθουσα που έχει διαστάσεις θεάτρου, φωτίζεται από τέσσερις μεγάλους και βαρείς πολυέλαιους...

Συνεχίζω να κατεβαίνω. Το τελευταίο σκαλοπάτι είναι πλατύτερο, και σίγουρα λόγω κάποιας ατέλειας που ποτέ δεν διορθώθηκε, ψηλότερο απ’ όλα τα υπόλοιπα. Στο σημείο αυτό ένας παγωμένος πάντα αέρας μας προετοιμάζει για την έξοδο που οδηγεί στον εσωτερικό κήπο.

Εισχωρώ στην ομίχλη εισπνέοντας άπληστα έναν αέρα που στάζει υγρασία. Μακρινές συγχορδίες κοντσέρτου φτάνουν από μακριά... Γιατί ο ήχος της καμπάνας του μεγάλου ρολογιού που αρχίζει ξαφνικά να ηχεί σφηνώνει στην καρδιά μου τέτοια νοσταλγία;

Περιφέρομαι στους κήπους της λευκής ερημιάς ώρα πολλή, δεν θέτω όρια, δεν ψάχνω για σκοπό. Ανεβοκατεβαίνω την κεντρική αλέα, τα βήματά μου οργανώνουν μια παράλογη διαδρομή, σε λίγο θ’ αρχίσω να κουράζομαι και θα εγκαταλείψω, σκέφτομαι, μα κάτι τέτοιο δε συμβαίνει.

Έχει αρχίσει να βραδιάζει για τα καλά και σε λίγο οι πρώτοι θαμώνες θ’ αρχίσουν να κατακλύζουν όπως πάντα το μεγάλο σαλόνι, που θ’ αστράφτει κάτω από τα φώτα και τις αντανακλάσεις των μεγάλων καθρεπτών. Κι ο ίδιος πάντα ο πολύχρωμος αρωματισμένος κόσμος θα προσπαθεί να με αγαπήσει συνθλίβοντάς με. Γιατί πρέπει πάντα να πληγώνουμε αυτούς που αγαπάμε; Αυτός ίσως είναι και ο λόγος που ο συγκεκριμένος κόσμος με τον οποίο συνήθισα να ζω δεν αγαπιέται και δεν αγαπά. Τουλάχιστον αυτό κατάλαβα τόσο καιρό που τον συναναστρέφομαι. Οι ισορροπίες διατηρούνται, και τα προσχήματα σώζονται με συμπεριφορές αβρές αλλά συγκρατημένες. Τα πάθη περιφρουρούνται, οι υπερβολές ανακόπτονται, και οι ίδιες οι καιρικές συνθήκες βοηθούν σ’ αυτό. Η οικειότητα εξαντλείται στην ευαίσθητη γραμμή που οριοθετεί τον ζωτικό για τον καθένα χώρο.

Η αναζήτηση αναπτύσσεται σε χώρους εσωτερικούς, τα χρώματα της μνήμης γλυκαίνουν καθώς διαπερνούν την κρούστα των αιώνων και φτάνουν ως σήμερα. Η εξέλιξη μοιάζει φυσιολογική και ήπια. Εδώ σπάνια υπάρχει ο καταλύτης της φωτιάς και του ήλιου, το απόλυτο προνόμιο του λευκού φωτός και της αστροφώτιστης νύχτας... Η γη προστατεύεται από τις πάχνες, τα σχήματα από τις ομίχλες, οι ίδιοι οι άνθρωποι από την ιστορία... Οι διαδρομές δεν είναι τόσο έκθετες, γι’ αυτό κι ίσως όχι τόσο ευάλωτες.

Κι όλα αυτά τα μισόκλειστα μάτια των αγαλμάτων των αγίων τους που μοιάζουν να γέρνουν προς τη λησμονιά και την άγνοια... εμένα γιατί μου φαίνεται πως στερούνται συνέπειας; Πώς δεν γνώρισαν ποτέ την ειλικρίνεια; Για να φτάσεις στην αγιότητα πρέπει να γευτείς την παραζάλη της κόλασης. Δεν είναι περίεργο που η θρησκεία τους δεν έχει πολλές εικόνες. Γιατί πως ν’ αποκρύψεις τη σπίθα της «νικημένης» λαγνείας ακόμα και στα πιο άγια μάτια, τα ίχνη κάποιου πειρασμού που ξέμειναν πάνω στο σκαμμένο από τη νηστεία πρόσωπο;

Δεν ξεφεύγω, δεν μπορώ να ξεφύγω... ατέλειωτοι διάδρομοι με στιλπνά πατώματα που αναδίδουν εκείνο το εξαίσιο, το μοναδικό άρωμα της νοσταλγίας, διάδρομοι που διασταυρώνονται μ’ άλλους διαδρόμους, κτιριακές εγκαταστάσεις που φιλοξενούν τους ενοίκους...

Μητροπόλεις, πρόσωπα χλωμά, φαινομενικά ανυπεράσπιστα, συνηθισμένα να ψάλλουν με αγγελικές φωνές στις κυριακάτικες λειτουργίες... Πρώτες κοινωνίες, πάλλευκη αγνότητα, αλήθεια βασανιστική, αχαλίνωτο όργιο επιθυμιών, τύψεων, και ενοχών, απαραβίαστα σύνορα συνείδησης και χάους... Μη τα ξεπεράσεις, μη... Πιο κει καραδοκεί η τρέλα και η άγνοια, η καταδίκη του ίδιου του Θεού που, ακόμα κι αν δεν υπήρχε, θα πρέπει στην πορεία να δημιουργήθηκε...

Ένα παράξενο συναίσθημα πληρότητας με γέμισε ξαφνικά πέρα και έξω από κάθε κατανόηση. Άρχισαν να διαφαίνονται κάποιοι μηχανισμοί... Ένας εμβρυικός σχεδιασμός αρχικά, κάτι σαν απόπειρα ζωγραφικής παιδιού ακατανόητης. Αφελής και απλή μαζί. Ναι, ναι, σαν απόπειρα ζωγραφικής δοσμένη από χέρι παιδιού. Μεγαλειώδης απλότητα, πρωτόγονης φαντασίας στην αρχική σύλληψη. Μαύρο – άσπρο, σκοτάδι – φως, πατέρας – μητέρα...

Το τέρας έχει ανάγκη για να υπάρξει τον άγγελο, το σύμπαν το χάος. Η ζωή η ίδια το θάνατο. Καταστάσεις αυτόνομες αλλά αλληλεξαρτώμενες, νοητοί νευρώνες διασχίζουν το σώμα του κόσμου ενώνοντάς το με το χάος. Ένα σύμπαν αυτοτροφοδοτούμενο... αυτοπαρατηρούμενο... Ένα παιδί που γεννιέται και που σιγά σιγά στέκεται στα πόδια του. Εκείνο το πρώτο και το βίαιο φως της ζωής που ξυπνά την όραση, αρχικά το τυφλώνει...

Η προσαρμογή... Ναι, αυτή είναι η μαγική λέξη. Η απαίτηση όχι δικαίωσης αλλά τελείωσης...

Και το παιδί με τον καιρό οργανώνει το κόσμο του, συνεχείς εναποθέσεις οργανικών στοιχείων, δυνάμεις άκαμπτες που επιτηρούν και παρεμβαίνουν, σχηματισμός οργάνων με αυτονομία και περιορισμό... Η μνήμη έρχεται σα νεφέλωμα να στεφανώσει το οικοδόμημα, όμως δεν αποτελεί παρά την κορυφή του παγόβουνου… Άλλες πριν απ’ αυτήν αποτυπώθηκαν σε μιαν άπιαστη μεμβράνη, σ’ ένα φωτογραφικό φιλμ που δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Το σώμα διαπλάθεται... Το σύμπαν ενηλικιώνεται... Χορός τρισεκατομμυρίων αστερισμών, ηλεκτρικές εκκενώσεις και ραδιενεργά νέφη..., θάνατος αστέρων και γεννήσεις πλανητών...

Μόλις πρόσφατα οι επιστήμονες κατάφεραν να «συλλάβουν» το απολίθωμα του πρώτου, του αρχέγονου φωτός που περιπλανιέται διασχίζοντας μονοπάτια που δεν έχουν τέλος... Να φτάσει πού; Να καταλήξει πού; Κι ύστερα...;

Παραμονεύει η πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ, το μοναχικό, έτσι νομίζουμε, ταξίδι της επιστροφής... Καταλήγουμε έτσι και πάλι στον αρχικό σχεδιασμό... που όμως γιγαντώθηκε, αναπτύχθηκε, όμως, όχι, δεν ξέφυγε. Αίμα που κατρακυλά μέσα σε πυρρόξανθες αρτηρίες... Δισεκατομμύρια ξεχωριστών, αυτόνομων και συνεργαζόμενων κυττάρων που συγκροτούν τα μόρια, τις συστάδες μορίων, τα κύτταρα, τα όργανα... Μαγευτική αστρολογία του σώματος μέσα στη γενικότερη κοσμογονία των απανωτών εκρήξεων, των ανακατανομών, της εξελικτικής διαδικασίας που ανακυκλώνει ό,τι η τρομακτική της λογική κρίνει χρήσιμο. Έτσι ψυχρά και χωρίς συναίσθημα.

Τρισεκατομμύρια κυττάρων, ατόμων, μορίων, που κοροϊδεύουν τις διαδρομές και τις κλίμακες, που συμβάλλουν στον καθημερινό περίπατο του παράλογου. Υπακούουν αναφέροντας, κινητοποιώντας, επιτίθενται, αμύνονται... Δεν έχουν έλεος, δεν αισθάνονται τη νοσταλγία της ψυχής... Ή μήπως συμβαίνει το αντίθετο κι εμείς το αγνοούμε;

Ο θεός που περιμένουμε πρέπει να χει έρθει από καιρό. Ένας γενικός κελευστής που δίνει τους ρυθμούς... όμως, η μελωδία δημιουργείται στη πορεία... Η μεγάλη τελική σύνθεση που όταν ολοκληρωθεί θα θεωρείται ήδη καταδικασμένη, που δε θα χει φτάσει στο απόγειό της παρά για ν’ αυτοκαταστραφεί... Γιατί..., γιατί απλά έτσι πρέπει να γίνει. Είναι η ίδια ευθεία που μετρά αντίστροφα. Κι έτσι, η ίδια η αθανασία μοιάζει καταδικασμένη να υπάρχει...

Οι μακρινές, οι απόκοσμες ανταύγειες των μακρινών γαλαξιών ντύνονται στο γαλάζιο. Δεν είμαι μόνος πια, δεν είμαστε μόνοι, ας μη μας τρομάζουν οι παγερές θερμοκρασίες του κενού. Χρειάζονται, για να μετριάζουν την τρομακτική θερμότητα που εκπέμπουν αμέτρητοι ήλιοι, συνεχής ροή αίματος στις αρτηρίες και τα απώτατα τριχοειδή αγγεία του κοσμικού σώματος.

Μέσα σ’ αυτή τη δίνη, η άκαμπτη λογική της Τάσης ανακυκλώνει μόνο ό,τι θεωρεί χρήσιμο.

Ένας δυνατός άνεμος άρχισε ξαφνικά να σηκώνεται. Παρασύρει όγκους κατάλευκης σκόνης μετακινώντας τους. Όμως δεν καταφέρνει να τους διαλύσει. Για κάποιον ανεξήγητο μετεωρολογικά λόγο, άλλες μάζες ομίχλης εμφανίζονται από το πουθενά, γεμίζοντας το χώρο που μόλις είχε καθαρίσει. Ο κόσμος απόψε δε ζητά την διαφάνεια, σκέφτηκα. Οι γωνίες στρογγυλεύουν, οι αδιασάλευτες ευθείες κυρτώνουν, οι πληγές που άνοιξαν οι αιώνες κλείνουν.

Όμως τα πόδια μου δε με κρατούν άλλο. Η περιπλάνησή μου αυτή στους υγρούς και σιωπηλούς κήπους του οικοτροφείου έπρεπε να πάρει τέλος.

Αποφάσισα ν’ αποφύγω τις περιττές διαδρομές στις οποίες με παρέπεμπαν το δαιδαλώδες αρχιτεκτονικό σχέδιο κι η βαθύτερη γοητεία που ασκούσε αυτή η ίδια η περιπλοκή πάνω μου, και σε μια ύστατη προσπάθεια αναδίπλωσης επιτάχυνα τον βηματισμό μου, προχωρώντας προς την κεντρική έξοδο.

Σε μια φευγαλέα ματιά, το μεγάλο σαλόνι πρόβαλε μεθυσμένο και προστατευμένο μέσα από τις θαμπές τζαμαρίες. Κοίταξα το ρολόι. Μου έμενε μισή ακριβώς ώρα μέχρι ν’ αρχίσει η προβολή στο «Καμεό» του τελευταίου έργου του Φελίνι. Η Κολέτ, η Ζοσελύν, ο Κλοβίς, κι ένας συγκεκριμένος και σχεδόν απαράλλαχτα ίδιος κόσμος που αποτελούσε και το κοινό του θα είχε στηθεί εκεί από ώρα, συζητώντας πολιτικά, παραπολιτικά, και παρακάμπτοντας τον έρωτα.


ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ