Κυριακή, 30 Αυγούστου 2020

Για τον δίσκο 'Tous des oiseaux' της Ελένης Καραΐνδρου





Ελένη Καραΐνδρου

«Tous des oiseaux»

ECM 


Είναι δύσκολο να γράψω για τη μουσική της Ελένης Καραΐνδρου γιατί την ακούω συνεχώς, με συντροφεύει , την αγαπώ και αυτή η σχέση δημιουργεί τέτοια οικειότητα που αντί για τη γνώμη μου μόνο τα αισθηματά μου μπορώ να παραθέσω.

Η συλλογή Tous des oiseaux με έργα της Ελένης Καραΐνδρου περιλαμβάνει την πρωτότυπη μουσική που έγραψε η συνθέτρια για την παράσταση Tous des oiseaux του Λιβανο-Καναδού Wajdi Mouawad, μια σύγχρονη εκδοχή Ρωμαίου και Ιουλιέττας, πνοής επικής, με φόντο τη σύγκρουση ανάμεσα σε Ισραήλ και Παλαιστίνη που ανασύρει ερωτήματα γύρω από την καταγωγή και την ταυτότητα. Η παράσταση που έκανε πρεμιέρα στο Παρισινό Εθνικό Θέατρο La Colline στις 17 Νοεμβρίου 2017, έχει γνωρίσει κυριολεκτικά την αποθέωση από κοινό και κριτική, κέρδισε το πολύτιμο Μέγα Βραβείο της Κριτικής.

Η συλλογή περιλαμβάνει, επίσης, τη μουσική της ταινίας Bomb, a love story του Ιρανού ηθοποιού και σκηνοθέτη Payman Maadi. Πρόκειται για μια ταινία που με ευαισθησία καταγράφει ιστορίες αγάπης και ανθρωπίνων σχέσεων μιας γειτονιάς στην Τεχεράνη τον καιρό που η πόλη ζει τους βομβαρδισμούς του Σαντάμ. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στην Τεχεράνη στις 3/2/2018 και η μουσική απέσπασε υποψηφιότητα στα Asia Pacific Screen Awards. Ο Ιρανός σκηνοθέτης Payman Maadi είναι επίσης ένας εξαιρετικός σεναριογράφος, συνεργάτης του Farhadi και πρωταγωνιστής στην ταινία του Ένας χωρισμός που του χάρισε βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Και στα δύο η ορχήστρα εγχόρδων δημιουργεί τα θεμέλια της σύνθεσης με concertino την Αργυρώ Σειρά, πλαισιωμένη από κορυφαίους σολίστ, αγαπημένους συνεργάτες της συνθέτριας: Σαβίνα Γιαννάτου φωνή, Σωκράτης Σινόπουλος λύρα, λαούτο, Αλέξανδρος Μποτίνης βιολοντσέλο, Βαγγέλης Χριστόπουλος όμποε, Στέλλα Γαδέδη φλάουτο, Γιάννης Ευαγγελάτος φαγκότο, Ντίνος Χατζηιορδάνου ακορντεόν, Άρης Δημητριάδης μαντολίνο, Μαρία Μπιλντέα άρπα, Νίκος Παραουλάκης νέι, Στέφανος Δορμπαράκης κανονάκι, και Γιώργος Κοντογιάννης κρουστά. Πιάνο παίζει η συνθέτρια.

Από τις πρώτες νότες η μουσική μεταφέρει τον ακροατή στο γνώριμο μουσικοποιητικό σύμπαν της Ελένης Καραΐνδρου. Ένα σύμπαν που φτιάχτηκε με σπάνια υλικά: αισθητική, ευαισθησία, καλλιέργεια, γνώση, ανθρωπιά, υλικά δηλαδή της αληθινής τέχνης. Η μουσική για το θέατρο ή το κινηματογράφο έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις. Η συνθέτης δίπλα στον σκηνοθέτη παραθέτει τα δικά της πλάνα, βλέπει εικόνες όσο και εκείνος και τις μετουσιώνει σε μουσικά θέματα που, όχι μόνο πρέπει να είναι λειτουργικά στην σκηνή ή στην οθόνη, αλλά και αυτόνομα. Από τα 22 κομμάτια του δίσκου με συγκίνησε ιδιαίτερα το «The waltz hope» όπως και το «Mitra’s theme – Walking in Tehran». Η ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου καθηλωτική.

Η ηχογράφηση έγινε στο Studio Sierra το 2017 από το Γιώργο Καρυώτη. Ο παραγωγός και ιδρυτής της ECM Manfred Eicher έχει δημιουργήσει μια ξεχωριστή και εμπνευσμένη «δραματουργία», λειτουργώντας σαν αόρατος μαέστρος. Στο καλαίσθητο βιβλιαράκι του άλμπουμ υπάρχουν φωτογραφίες της παράστασης και της ταινίας, κείμενα της Ελένης Καραΐνδρου, ενώ το εξώφυλλο κοσμεί φωτογραφία του σπουδαίου μας ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου.

Ένα ακόμα σπάνιο και ξεχωριστό άκουσμα για τη δισκοθήκη σας. Καλή ακρόαση. 

Λιάνα Μαλανδρενιώτη 
9 Ιουνίου 2019, Η ΕΠΟΧΗ

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2020

Ο Γιώργος Ε. Παπαδάκης για τον Μίκη Θεοδωράκη






Η ιστορική τομή του Μίκη Θεοδωράκη στην εξέλιξη της ελληνικής μουσικής: Η φύση και η σημασία της 



του Γιώργου Ε. Παπαδάκη

Ομιλία στο Διεθνές Συνέδριο "Μίκης Θεοδωράκης", Χανιά, 30 Ιουλίου 2005.



Είναι πλέον κοινός τόπος ότι ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε ο εισηγητής και ο πρωταγωνιστής μιας από τις σημαντικότερες και βαθύτερες τομές που πραγματοποιήθηκαν στην ιστορία του τραγουδιού της νεότερης Ελλάδας. 

Για κείνους που υπήρξαν μάρτυρες των γεγονότων που συνιστούν την εξέλιξη αυτή αλλά (πολύ περισσότερο) για τις γενιές που ακολούθησαν, δεν είναι ίσως φανερό όλο το μέγεθος και η σημασία της καθώς η ιστορία και η εξέλιξη του τραγουδιού δεν είναι ένα αντικείμενο που η κοινωνία το εξετάζει, ή το μελετά, με όρους, που «προσμετρούν» μεγέθη, ή έννοιες, όπως είναι η αυθεντικότητα ή η πραγματική κοινωνική του λειτουργία. Η κοινωνία απλώς αισθάνεται τη μικρή ή τη μεγάλη δύναμη που έχει το τραγούδι να συνδιαλέγεται και να δημιουργεί μαζί της ισχυρούς ψυχικούς δεσμούς. 

Ονομάζω μεγάλη και ιστορική τομή στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, την παρέμβαση που πραγματοποίησαν προς το τέλος της δεκαετίας του 50 ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις (από διαφορετική κατεύθυνση ο καθένας) διότι σηματοδοτεί το τέλος μιας μεγάλης και όλως ιδιάζουσας (σχετικά με το θέμα αυτό) περιόδου που αρχίζει από την επομένη της ίδρυσης του ελληνικού κράτους. 

Η Ελλάδα είναι η μοναδική, ίσως, χώρα του κόσμου, όπου εμφανίστηκε μια τόσο μεγάλη σε διάρκεια και βάθος μουσική διγλωσσία. Μια συνέπεια της άκριτης (όσο και τραγικής) αντίληψης των πνευματικών ανθρώπων, των λογίων μουσικών, αλλά και της νεαρής ελληνικής Πολιτείας, που χωρίς γνώση, και χωρίς αίσθημα ευθύνης, θεώρησε τη γνήσια ελληνική μουσική παράδοση ως ένα λείψανο της τουρκοκρατίας που έπρεπε να ξεχαστεί και να δώσει τη θέση της στη θεωρούμενη ως «ανώτερη» ευρωπαϊκή τέχνη. Κι όμως, η ανέπαφη και ζωντανή, ως εκείνη την ώρα παράδοση, στον τομέα της μουσικής, αποτελούσε τότε το μόνο υπαρκτό κλειδί για μια υποτιθέμενη πατριωτική στάση των λογίων μουσικών και των δασκάλων. 

Όσο κι αν η μουσική είναι "διεθνής γλώσσα" με την οποία εκφράζονται τα ψυχικά συναισθήματα, αυτά τα συναισθήματα, από την άλλη μεριά, είναι δημιουργήματα εξωτερικών αιτίων, ήτοι, του ιδιαίτερου φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Έτσι η μουσική δεν είναι μία για όλους τους λαούς. Κι ενώ κάθε λαός έχει (και τιμά) τη δική του, μόνο στην Eλλάδα, για πολλά χρόνια ύστερα από την απελευθέρωση δεν είχε ακόμα φανεί πως (εκτός του ίδιου του λαού) και η μουσική λογιοσύνη εκτιμούσε τη σημασία και την αξία της μουσικής του τόπου. Οι μουσικοί, θαμπωμένοι από τη λάμψη των ξένων, αλλά ουσιαστικά επειδή δεν είχαν τη δύναμη να εισδύσουν στην ουσία του πολύτιμου θησαυρού της παράδοσης, ξενιτεύτηκαν αναζητώντας θνησιγενή, όπως απεδείχθη, και αναρμόδια μέλη. 

Έτσι, η μουσική που διακρίνουμε με το γενικόo όρο «δημοτική» σταδιακά υποτιμήθηκε και η αξία της περιορίστηκε σε αυτό που, πάνω κάτω και σήμερα η κοινή αντίληψη θεωρεί πως είναι: κάτι όχι περισσότερο από μια γραφικότητα μουσειακής αξίας και επιπλέον εργαλείο για την εξυπηρέτηση άλλων, άσχετων με την τέχνη, σκοπιμοτήτων ή ιδεοληψιών. 

Για ένα και πλέον αιώνα ύστερα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η συστηματική προσπάθεια επιβολής των δυτικών προτύπων στο χώρο του τραγουδιού, δεν μπορεί να πει κανείς πως είχε πετύχει και τόσο ικανοποιητικά αποτελέσματα. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν τα τεκμήρια που περιγράφουν την απήχηση που έβρισκαν στο μεγάλο κοινό τα έργα της λεγόμενης «ελαφράς» μουσικής. Πρόχειρες αντιγραφές, απομιμήσεις, και παραφράσεις από ιταλικές κυρίως και γαλλικές οπερέτες, ή μελοδράματα, συνέθεταν ένα υβριδικό είδος τραγουδιού που διέδιδε εντατικά η ακμάζουσα στις αρχές του 20ου αιώνα Αθηναϊκή Επιθεώρηση. 

Αλλά και λόγιοι μουσικοί, της εποχής (Καλομοίρης, Λαμπελέτ, Λαυράγκας, Βάρβογλης και άλλοι) επηρεασμένοι από τη μια από το πνευματικό κλίμα της εποχής τους (Παλαμάς, Σικελιανός, Δημοτικιστές) και από την άλλη από τις διάφορες Eθνικές Mουσικές Σχολές της Eυρώπης (ρώσικη, τσέχικη, ισπανική κλπ), προσανατόλισαν τις προσπάθειες τους στην ιδέα της δημιουργίας μουσικής με "ελληνική ψυχή". Mια ιδέα για την πραγματοποίηση της οποίας οι δυσκολίες ήταν πολύ μεγαλύτερες από ό,τι περίμεναν. Tα εκφραστικά τους μέσα, τα εργαλεία, και φυσικά η παιδεία τους ερχόταν από την Eυρώπη. Mια ανάλογη της ευρωπαϊκής λόγια παράδοση, στην οποία θα μπορούσαν να στηριχτούν, δεν υπήρχε στην Ελλάδα και η μόνη αφετηρία που απέμενε ήταν η μουσική που διέσωζε η παράδοση, που όμως κανένας τους δεν ήταν σε θέση να προσεγγίσει ουσιαστικά περισσότερο από το να μεταφέρει εκ του τροπικού στο συγκερασμένο σύστημα τη μουσική των δημοτικών τραγουδιών, ή να γράφει δημοτικοφανείς μελωδίες και να τις προσαρμόζει είτε στο συμφωνικό είτε σε άλλα μουσικά σύνολα. Αυτό που έλειπε βέβαια προκειμένου να γίνει το κρίσιμο ποιοτικό βήμα, δεν ήταν ούτε μόνο, ούτε απλώς, ένα θεωρητικό, ή τεχνικό, μουσικό ζήτημα. Ο Μάριος Βάρβογλης αρκετά νωρίς είχε κάνει μια σημαντική παρατήρηση: 

«O Σαίν-Σάνς», γράφει, «ο Mασσενέ, ο Pαβέλ, ο Γκλαζούνωφ, πήρανε δημοτικά μοτίβα ρωμέϊκα και τα έγραψαν πολύ τεχνικά, όμως μ'αυτό δεν θα πεί πως έγιναν Pωμιοί μουσικοί. Tους λείπει η Pωμέϊκη ψυχή. Aν ο Kαλομοίρης κατώρθωσε κάτι τοπικό, το κατώρθωσε περισσότερο γιατί παρακολουθεί την ποίηση και τη φιλολογία μας. Γιατί είναι οι δυό τέχνες οι πιο βαθειές που δεν σβύνουν ποτέ από ένα έθνος μέσα σε όλα τα αλλάγματα και τις φουρτούνες του. Ποιός από τους Eλληνες μουσικούς παρακολουθεί την ποίηση μας; Πηγαίνουν δυό τρία χρονάκια στην Iταλία και γυρίζουνε για ν'ακολουθήσουν την ταχτική των φωνασκιών χωρίς να παρουσιάσουν ούτε μια μεζούρα ευσυνείδητης μουσικής» 

Έπρεπε να περάσουν ακόμη τρεις δεκαετίες και να μεσολαβήσουν γεγονότα που συντάραξαν μαζί με τον κόσμο και την ελληνική κοινωνία. Ιδιαίτερα οι μεταπολεμικές περιπέτειες που περίμεναν την Ελλάδα, η ζοφερή ατμόσφαιρα του εμφυλίου πολέμου και το καταπιεστικό κλίμα που ακολούθησε βοήθησαν, μεταξύ των άλλων, και στην ανασύνταξη των πνευματικών και δημοκρατικών δυνάμεων του τόπου. Μπορεί να πει κανείς πως στα χρόνια της δεκαετίας του 50, είχαν συγκεντρωθεί όλα εκείνα που χρειάζονταν προκειμένου να διαμορφωθεί μια νέα και πρωτοπόρα πνευματική κίνηση, στις πρώτες γραμμές της οποίας βρέθηκε ο μουσικός Μίκης Θεοδωράκης. 

Καμιά μεγάλη πολιτιστική κίνηση, κανένα κίνημα που κατορθώνει να ανατρέψει το παλιό και να δικαιώσει το νέο που κομίζει, δεν μπορεί να ερμηνευτεί απόλυτα, αν δεν ενταχθεί στο ιστορικό γίγνεσθαι. Τα γεγονότα είναι γνωστά και είναι μάλλον περιττό να τα επαναλάβουμε εδώ. Η παρέμβαση του Μίκη Θεοδωράκη στο χώρο του τραγουδιού δικαιώθηκε και μάλιστα πανηγυρικά από την ιστορία. Όχι μόνο τώρα (εκ των υστέρων κρίνοντας) αλλά και τότε, κατά τη φάση της εκδήλωσής της, η παρέμβαση αυτή έγινε αισθητή σε όλο της το μέγεθος προκαλώντας, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, κλυδωνισμούς και ρωγμές σε ένα σύστημα που ως τότε αγνοούσε και υποτιμούσε την ιστορία και τη μακρά και πλούσια παράδοση του τόπου. 

Πρέπει να θυμηθούμε πως αν και στην περίοδο του Μεσοπολέμου, εξ αιτίας των γεγονότων της Μικρασιατικής καταστροφής, και των χιλιάδων προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα, το λαϊκό τραγούδι (ιδιαιτέρως το ρεμπέτικο) πήρε μια σχετικά μεγαλύτερη διάδοση, βοηθούσης και της νεαρής ακόμα τότε εμπορικής δισκοπαραγωγής. Βρισκόταν ωστόσο, ακόμη στο στόχαστρο της μικροαστικής και μεγαλοαστικής τάξεως καθώς το θεωρούσαν χυδαία έκφραση της ψυχικής και σωματικής διαφθοράς του υποκόσμου. Έκπληκτη η αθηναϊκή αστική κοινωνία άκουσε το 1948 τον Μάνο Χατζιδάκι, στην περίφημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο, να λέει πως «πρέπει να κοιτάξουμε προσεκτικά την αξία του και ν' αγαπήσουμε την αλήθεια και τη δύναμη που περιέχει. Αυτά τα τραγούδια είναι τόσο κοντινά σε μας, που δεν έχουμε, νομίζω σήμερα τίποτα άλλο για να ισχυριστούμε το ίδιο...». 

Πρέπει ακόμα να αναλογιστούμε και την παρρησία που χρειαζόταν για να πει κανείς κάτι τέτοιο εν μέσω του εμφυλίου πολέμου και εν μέσω δυο αντιμαχόμενων παρατάξεων που και οι δυο, σε επίπεδο ιθυνόντων, ήταν, αναφανδόν, εναντίον του ρεμπέτικου (ήταν ίσως το μόνο πράγμα για το οποίο συμφωνούσαν) η Αριστερά επειδή δεν μπορούσε να το «τακτοποιήσει» εντός των σοσιαλιστικών της οραμάτων και η Δεξιά επειδή δεν έβρισκε σ' αυτό τίποτε που να μπορεί εύκολα να το συσχετίσει με τους προαιώνιους εθνικούς και φυλετικούς θησαυρούς, των οποίων είχε αυτοδιοριστεί φύλακας. 

Ο Θεοδωράκης, ήρθε να εισδύσει ορμητικά όχι ακριβώς στο σώμα του ρεμπέτικου, αλλά στο πέλαγος από το οποίο αυτό προερχόταν. Αν και μέχρι τότε ήταν στραμμένος προς άλλους στόχους, κατόρθωσε με την πρώτη του δοκιμή (τα τραγούδια του «Επιτάφιου») κάτι που κανένας, από τους προκατόχους του δεν είχε πετύχει: Μια δημιουργία αξιώσεων που αντλεί από την παράδοση, να βρίσκει αμέσως την πιο πλατιά απήχηση σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας (ιδιαιτέρως όμως στα λαϊκά) σαν αυτό να ήταν το πιο φυσικό, το πιο αυτονόητο, το πλέον αναμενόμενο, και που παρ' όλα αυτά δεν ερχόταν. 

Ο Θεοδωράκης δεν είναι ο πρώτος που κατανόησε την ανάγκη της δημιουργικής αφομοίωσης αξιών που διασώζει η παράδοση. Το ζήτημα αυτό είχε τεθεί και παλαιότερα χωρίς όμως να καρποφορήσει. Φαίνεται πως εκείνο ακριβώς που κρατούσε σε απόσταση, ή εμπόδιζε, τους παλαιότερους μουσικούς να έρθουν σε μια ουσιαστική επαφή με τη μουσική ψυχή της Ελλάδας, γονιμοποίησε τον Θεοδωράκη. Και τι ήταν αυτό; Ένα ιδιότυπο ζήτημα και πρόβλημα: Ο τόπος αυτός διαθέτει μια λόγια (τη Βυζαντινή) αλλά και μια λαϊκή μουσική παράδοση, που έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό έναντι όλων των άλλων της Eυρώπης: Μπορεί να πει κανείς πως είναι η νεότερη και ταυτόχρονα η αρχαιότερη. 

H νεότερη, γιατί μόλις 180 χρόνια την χωρίζουν από την εθνική αποκατάσταση (και πολύ λιγότερο από τις πρώτες προσπάθειες για τη δημιουργία Eθνικής Mουσικής Σχολής) και η αρχαιότερη, γιατί οι πριν από τη δουλεία ελληνικοί πολιτισμοί είχαν γεννήσει, αναπτύξει και καθιερώσει την ίδια την τέχνη της μουσικής. Σ' αυτό ας προσθέσουμε και την θεμελιώδη διαφορά (την ασυμβατότητα) του τροπικού μουσικού συστήματος από το ευρωπαϊκό συγκερασμένο. 

Ένα εντελώς ιδιάζον πρόβλημα (αν όχι αδιέξοδο) που οι περισσότεροι λόγιοι μουσικοί μας, απ' τον Λαμπελέτ ως τον Kαλομοίρη το αντιμετώπισαν μονομερώς από τη σκοπιά του Eυρωπαίου. Είναι ενδιαφέρον (για παράδειγμα) να ερευνήσει κανείς πώς το ιδιαίτερο αυτό πρόβλημα συνέβαλε στο να οδηγηθεί, από τη μια, ο Νίκος Σκαλκώτας σε μια τραγική εσωτερική σύγκρουση (αναζητώντας μέσα του μια καλλιτεχνική διέξοδο) κι απ' την άλλη ο εξωστρεφής Θεοδωράκης σε μια τολμηρή δημιουργική πράξη που στρέφεται προς το λαό και διακινδυνεύει ένα διάλογο που τελικώς, με έναν τρόπο, καρποφορεί. 

Ο Επιτάφιος και οι πρώτοι κύκλοι τραγουδιών απoτέλεσαν προτάσεις που απoκάλυπταν τη μεγάλη δύναμη του λαϊκού μέλους και τους βαθύτατους δεσμούς του με τη γνήσια παράδοση του τόπου. Ο ίδιος ο Θεοδωράκης χαρακτήρισε τον Επιτάφιο «Ξάδελφο της Συννεφιασμένης Κυριακής και των άλλων λαϊκών τραγουδιών» που επιπλέον είχε και το αγωνιστικό μήνυμα. Από καθαρά όμως μουσική άποψη η καινούργια πρόταση είχε ακόμα κάτι που την έκανε, πιστεύω, περισσότερο αναγνωρίσιμη και «οικεία» στο ευρύ, στο μεγάλο του ακροατήριο: Αντίθετα με την προσέγγιση των παλαιοτέρων δημιουργών της Εθνικής Σχολής, ο Θεοδωράκης δε χρησιμοποιεί μια αρμονική υποστήριξη που προκύπτει από τους κανόνες της ευρωπαϊκής παράδοσης, αλλά από εκείνους που καθιέρωσε η λαϊκή εμπειροτεχνία. Αυτό (ακόμα κι αν μοιάζει) δεν είναι ωστόσο μια ειδική τεχνική λεπτομέρεια. Είναι κλειδί και ουσία καθώς η «λαϊκή αρμονία» (αν μπορούμε να το πούμε) αποτελεί και αυτή σε γενικές γραμμές προϊόν συλλογικής εργασίας των ανωνύμων λαϊκών οργανοπαικτών και μελοποιών που στα νεότερα χρόνια επιχείρησαν να επινοήσουν μια στοιχειώδη αρμονική γλώσσα και να την προσαρμόσουν στο κυρίαρχο στοιχείο της παραδοσιακής μουσικής που είναι η μελωδία. Οι άγραφοι κανόνες αυτής της «λαϊκής αρμονίας» πολύ συχνά μαρτυρούν την καταγωγή τους είτε από τους ισοκράτες της εκκλησιαστικής μουσικής είτε από άλλες πηγές της πολυφωνικής παράδοσης και της γενικότερης μουσικής τους εμπειρίας.

Ο Θεοδωράκης, προσεγγίζει αυτόν τον διαφορετικό και ιδιωματικό μουσικό κόσμο, στην αρχή σαν ξένος, ή σαν μαθητής, που εισέρχεται στα απόκρυφα «μιας τέχνης ταπεινής» (για να θυμηθούμε τον Σεφέρη) και κατόπιν ως ανήσυχος και ρηξικέλευθος δημιουργός αναζητώντας ένα άλλο αρμονικό σύστημα. 

Το μεγάλο όμως βήμα, που κατά την κρίσιμη εκείνη περίοδο, χάραξε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην παλιά και τη νέα περίοδο, έγινε με το «'Αξιον Εστί». 

Tο κορυφαίο αυτό έργο αποτελεί μια εφαρμογή των πνευματικών προσανατολισμών και των αντιλήψεων που από πολύ νωρίς εξέφρασε ο Θεοδωράκης: H μουσική αποτελεί υπέρτατη μορφή δημιουργίας, με την προϋπόθεση, πως τα έργα δεν πρέπει να είναι πνευματικώς ξένα στο μεγάλο, στο ευρύτερο κοινό. H απόσταση ανάμεσα στη ζωή των λαϊκών τάξεων και της μουσικής που προσφέρεται σ' αυτές προκαλεί κρίση ιδιαίτερα στον συμφωνικό τομέα. 

Είναι το δεύτερο έργο με το οποίο ο συνθέτης υλοποιεί την ιδέα της «μετασυμφωνικής μουσικής», όπως την ονομάζει. Tο πρώτο ήταν το έργο «Hλέκτρα» το οποίο όμως δεν ενσωμάτωνε στη μουσική ποιητικό κείμενο. 

Στο «'Αξιον Eστί», που αποτελεί μια από τις δυσκολότερες και περιεκτικότερες ποιητικές δημιουργίες της σύγχρονης εποχής ο Θεοδωράκης κατάφερε να δώσει μουσική - ηχητική υπόσταση. Tο καινούργιο που έφερε ήταν μια πρωτοφανέρωτη - και ταυτοχρόνως οικεία ατμόσφαιρα που είχε τη χάρη να προβάλει στην κοινή συνείδηση και να «δυναμώνει» την ιστορική συνέχεια χρησιμοποιώντας στοιχεία και μέσα τόσο της μουσικής παράδοσης όσο και «δυτικές» τεχνικές δημιουργώντας ένα νέο κλίμα μέσα στο οποίο η ποίηση και η μουσική ξανάβρισκαν το ρόλο και τη θέση τους εντός ενός σύνθετου συνόλου. 

Αυτό που το κάνει έργο ν' αποτελεί τομή, είναι το γεγονός ότι εξυψώνει, χωρίς να παραμορφώνει, τα στοιχεία της παράδοσης σ' ένα επίπεδο από το οποίο μπορούν, τα στοιχεία αυτά, να αξιώνουν τα δικαιώματά τους, να αξιώνουν δηλαδή δικαιώματα τέχνης καθώς η παράδοση δεν είναι γραφικότητα (όπως επιχειρεί να μας την παρουσιάσει ο φολκλορισμός της εποχής μας) αλλά πολυσήμαντη και πολύτιμη αξία του πολιτισμού αφιερωμένη στους δημιουργούς. 

O Θεοδωράκης πέτυχε να δώσει μια πρωτότυπη μορφή σ' ένα πολυποίκιλο υλικό με τρόπο που ταυτοχρόνως ανοίγει νέους και μεγάλους ορίζοντες στη σκέψη και τη φαντασία των νεώτερων μουσικών, κι όχι μόνο αυτής, αλλά υποθέτω και μιας μελλοντικής εποχής, όσο τουλάχιστον ο ελληνικός λαός θα αντέχει να ανθίσταται στον καταιγιστικό ευτελισμό των πνευματικών και καλλιτεχνικών αξιών που υφίσταται από τα εγχώρια και τα πολυεθνικά Μέσα Ενημέρωσης. 

Ο Φοίβος Δεληβοριάς για τον Bob Dylan




«Υπήρξε ένα μυαλό που μπήκε στο δικό μου»


Ο Φοίβος Δεληβοριάς για τον Bob Dylan



Στον δίσκο «Ο καθρέφτης» (2003), ο Φοίβος Δεληβοριάς διασκεύασε το τραγούδι “Slow Train” του Bob Dylan, και εγένετο το «Τρένο στην κορυφογραμμή». Σε συνέντευξή του τον Φλεβάρη του 2008 στον Ηρακλή Οικονόμου, ο γνωστός Έλληνας τραγουδοποιός μίλησε μεταξύ άλλων και για την επαφή του με τον μεγάλο ροκ καλλιτέχνη.


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μετρονόμος, τ. 71, Απρίλιος - Ιούνιος 2019).


Η αλήθεια είναι ότι είμαι από τους ανθρώπους που άκουγαν περισσότερο ελληνικό τραγούδι στα χρόνια πριν την ηλικία των είκοσι. Άκουγα και ξένο, κυρίως μεγάλους δημιουργούς, άκουγα Λέοναρντ Κοέν, Μπομπ Ντίλαν, Μπητλς, Ντάιρ Στρέιτς, Πήτερ Γκάμπριελ, Μπρους Σπρίγκστην. Αλλά κιθάρα άρχισα να θέλω να μάθω όταν άκουσα τον Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ και τον Βαγγέλη Γερμανό. Αργότερα, όταν πήρα τα Ζεστά Ποτά άρχισα να συνειδητοποιώ τι σημαίνει να κάνεις τελείως βιωματικό τραγούδι.


Κοίταξε, ο Ντίλαν υπήρξε ένα μυαλό που μπήκε στο δικό μου θέλοντας και μη, όπως μπήκε και σε όλους τους ανθρώπους που ασχολούνται με το τραγούδι από το ’60 και μετά, γιατί έφτιαξε την καινούργια γλώσσα του τραγουδιού, έβαλε το τραγούδι στην καινούργια εποχή. Ό,τι έκανε ο Έλιοτ στην ποίηση, που την πήρε και άρχισε να μιλάει την σπασμένη γλώσσα του σήμερα, το ίδιο έκανε και ο Ντίλαν με το τραγούδι. Τολμώντας αυτός ο άνθρωπος να παίξει την κιθάρα έτσι όπως έπαιζε, τραγουδώντας με αυτή τη φωνή που τραγουδούσε, και γράφοντας τους στίχους που έγραφε, εξερευνώντας συνεχώς νέες περιοχές, δεν μπορούσε παρά να με επηρεάσει και να μου δείχνει συνεχώς δρόμους για το πώς να κινηθώ.


Είναι, δε, τρομερή η βιωσιμότητά του ως καλλιτέχνη. Μέσα σ’ αυτή τη δεκαετία έχει βγάλει δύο κορυφαίους δίσκους, ένα εξαιρετικό βιβλίο, ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ μαζί με τον Μάρτιν Σκορτσέζε - τώρα γίνεται και ταινία γι’ αυτόν -, και όλα αυτά από έναν άνθρωπο 66 ετών. Ε, είναι μοναδικό, δεν το συναντάς πολύ συχνά.


Φοίβος Δεληβοριάς




Ο Γιάννης Γλέζος για τον Νίκο Τουλιάτο





Ο Γιάννης Γλέζος για τον Νίκο Τουλιάτο


Πριν από 7 χρόνια όταν άρχιζα τους δικαστικούς αγώνες με τις τράπεζες για τις υπερχρεώσεις τους (τα γνωστά αργότερα ως πανωτόκια) και όταν η τύχη του ΔΙΑΥΛΟΥ μου παιζόταν σε μια κλωστή και με είχαν εγκαταλείψει σχεδόν οι πάντες, ξεκίνήσα μια δισκογραφική δουλειά σαν προσπάθεια να ξεφύγω από το αδιέξοδο των οικονομικών μου προβλημάτων. Τότε, στο στούντιο του κτιρίου μου, στην οδό Δράκου, άρχισα τις ηχογραφήσεις των <<τραγουδιών της ΕΥΑΣ>>. Μια μέρα συνάντησα στον πεζόδρομο τον Νίκο Τουλιάτο και του μίλησα για τον δίσκο και για την επιθυμία μου να παίξει σ’ αυτόν. Ήρθε. Κουβάλησε τα όργανα του και δαπάνησε ώρες και ώρες δουλεύοντας πάνω στα κομμάτια μου βάζοντας όλη του τη ψυχή και την τέχνη του και ολοκλήρωσε τη συμμετοχή του αφήνοντας με βαθιά ικανοποιημένο από το μουσικό αποτέλεσμα. Ποτέ δεν μιλήσαμε για χρήματα. Ποτέ δεν μου ζήτησε χρήματα. Ποτέ δεν με έκανε να νιώσω άσκημα για την αδυναμία μου εκείνη να τον πληρώσω κι όλα αυτά χωρίς καν να ξέρει τη κατάσταση μου. Μετά από 7 χρόνια, μόλις πέρυσι, όταν κέρδισα τους δικαστικούς μου αγώνες κι άρχισα πάλι να πατάω στα πόδια μου, επιτέλους κυκλοφόρησε και ο δίσκος μου με γνωστή εταιρία. Τότε του τηλεφώνησα και του είπα να πάει στην εταιρεία να πληρωθεί. Έτσι απλά πήγε και πληρώθηκε σα να μην είχαν περάσει όλα αυτά τα χρόνια. Τώρα εδώ, του εξηγώ επιτέλους το τι είχε συμβεί. Αυτά τα αναφέρω σαν μαρτυρία δικιά μου για τον Νίκο Τουλιάτο προσθέτοντας ότι δεν είχαμε υπάρξει φίλοι ούτε κάναμε παρέα τότε, απλώς αυτός με το καθαρό του ένστικτο και την ανιδιοτέλεια του σκέφτηκε ότι <<αφού ο Γιάννης δεν μου δίνει χρήματα κάτι θα συμβαίνει άρα ας μην του ζητήσω>> (πράγμα σπανιότατο για επαγγελματία μουσικό). 

Επίσης προσθέτω ότι αυτήν την μαρτυρία του ζήτησα εγώ επίμονα να περιλάβει στο βιβλίο του. 

Γιάννης Γλέζος
Συνθέτης

Ο Νίκος Πλατύραχος για "Τα Άστεγα"





Δεν ξέρω πως ξημέρωσε αυτή η ιστορία. Βάδιζα λέει σ’ ένα δρόμο – γνώριμο δρόμο – στου Ψυρρή, μια νύχτα του Σαββάτου με πολύ κόσμο και αστυνόμους γύρω γύρω. Αίφνης στρίβω δεξιά σ’ ένα στενάκι. Αλλά αυτό άρχιζε σιγά σιγά να μην είναι στενάκι. Ήτανε λέει μονοπάτι δάσους με στρωμένα φύλλα, μυρωδιά από βρεγμένο χώμα και δέντρα, πολλά δέντρα. Κι εγώ συνέχισα να περπατάω και τα ξερά φύλλα τρίβοταν κάτω απ’ τα πόδια μου, σύνηχα με το λευκό ήχο μιας παλιάς κασσέτας που ακουγόταν στον αέρα, λίγο πριν αρχίσει το κομμάτι. Και τότε την είδα. Η μαύρη χαρτορίχτρα μπροστά από ένα κερί καθισμένη οκλαδόν με τέσσερεις ρηγάδες απλωμένους μπροστά της, μου έδειχνε πού και τι. Η λάμπα πυρακτώσεως μέσα στο μπρούτζινο κώνο πάνω σ’ ένα δέντρο έφεγγε πάνω από μια πιανόλα. Ξεκούρντιστη κι ωραία. Κι όσο πλησίαζα τόσο έπαιζε ένας μαύρος κι εγώ έβλεπα την πλάτη του και γύρω γύρω άρχισε να γίνεται saloon με κόσμο, θόρυβο, ουίσκυ, τσιγάρα και κουλοχέρηδες. Και τα ξερά φύλλα γίνανε ξύλινες τάβλες με ρόζους, που αντηχούσαν βαριά στα βήματα των θαμώνων. Και δίπλα απ’ τον μαύρο καθόταν ένας μάγγας με το μπουζούκι του και σχολίαζε, παίζοντας ρε δίεση αντί για μι ύφεση. Και τότε – πράγμα παράξενο - το saloon έγινες τεκές. Κι ούτε κατάλαβα πως το 2015 έγινε 1901. Ούτε πως η τρομπέτα έγινε μπαγκλαμάς, ούτε πως το στενάκι δάσος, ούτε πως από έγχρωμα έγιναν όλα ασπρόμαυρα, ούτε πως ο ήχος της παλιάς κασσέτας με τα ξερά φύλλα έγιναν ένα πια...


Και πάνω που δεν τα καταλάβαινα όλα αυτά ήρθε η Μαριλού με το γλυκό της χαμόγελο και άπλωσε το μαγικό της χέρι την κατάλληλη στιγμή κι έτσι συνέχισε να υπάρχει δάσος και πιανόλα και saloon. Έτσι κάνανε και οι «Παίδες εν Κληματαριά» και βάλανε πλάτη την ώρα πού ‘πρεπε, μ’ όλη την τέχνη και το μεράκι τους. Και μετά ήρθε κι ο Γιώργος και με πήρε απ’ το χέρι και μού ‘δειχνε μονοπάτια άγνωστα κι αφώτιστα, που αυτός τα ‘ξερε καλά γιατί του τα μάθαν αυτοί πού ‘πρεπε να του τα μάθουν. Κι ήρθε κι η Ελένη κι ο Σταμάτης κι η Ασπασία και μουσικοί πολλοί και μεγάλωνε η παρέα του δάσους και το δάσος τους χώραγε όλους... 


...κι ας ήταν ένα μικρό στενάκι στου Ψυρρή..


Νίκος Πλατύραχος





Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2020

Τα τραγούδια της Χριστίνας - Ανέκδοτο έργο του Μιχάλη Γρηγορίου σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου και ερμηνεία Σαβίνας Γιαννάτου




Μιχαλη Γρηγοριου
“Tα τραγουδια της Χριστινας”
σε ποιηση της μητερας του συνθετη, Μαριας Παπαλεοναρδου (1917-2008)
εργο 62 (1990)
διασκευη απο ιδεες του εργου 1 (1965-72)
Σαβινα Γιαννατου









Τα τραγουδια αυτου του κυκλου βασιζονται σε τραγουδια που ειχα φτιαξει σε πολυ απλη μορφη για πιανο την περιοδο 1965-66, πανω σε ποιηματα της μητερας μου, απο τις συλλογες “Φωνες στην Ερημο” (1942), “Φλογα δεμενη” (1963) και “Συμφωνικες Παραλλαγες” (1964). Οταν η μητερα μου κυκλοφορησε το 1942 την πρωτη της ποιητικη συλλογη ηταν 25 χρονων. Εγω, οταν καταπιαστηκα για πρωτη φορα να φτιαξω τραγουδια πανω σε ποιηματα της, ειμουνα 18 χρονων και πολυ ερωτευμενος με μια Χριστινα! Ενα απ’ αυτα τα τραγουδια της το εστειλα λοιπον εκεινη την εποχη και την καταφερα να “τα φτιαξουμε” !! Μετα βεβαιως χωρισαμε κι η ζωη συνεχιστηκε. Για μενα ομως ειναι εντελως σαφες πως αυτο που με εκανε να αποφασισω λιγο αργοτερα να γινω συνθετης ηταν αυτος ο πρωτος νεανικος ερωτας κι εκεινα τα πρωτα νεανικα τραγουδια.

Πολυ αργοτερα, το 1990, καθως ξαναζουσα μεσα απο τις προσωπικες μου σημειωσεις την ερωτικη ενταση εκεινων των χρονων, ανακαλυψα αυτα τα παληα τραγουδια (που τα χαρακτηριζω ως “εργο 1”) κι αποφασισα να τα επεξεργαστω. Ενοποιησα καποια ποιηματα, προσθεσα το “Υποθηκη” (απο τη συλλογη “Koρφες του Ανεμου” του 1966) και τα ενορχηστρωσα (με samplers, στο computer). Στη συνεχεια παρακαλεσα την Σαβινα Γιαννατου να τα τραγουδησει στο στουντιο του φιλου μου Βαγγελη Κατσουλη και τα χαρισα στην μητερα μου. Ετσι λοιπον, προκειται για το αρχαιο “εργο 1” που ηταν αφιερωμενο στην Χριστινα, το οποιο μεταβληθηκε στο “εργο 62”, που ειναι βεβαια αφιερωμενο στην μητερα μου.

Μιχάλης Γρηγορίου


Πατήστε ΕΔΩ
για το σύνολο του έργου ως playlist στο κανάλι των Μουσικών Προαστίων



Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2020

Ο Φοίβος Δεληβοριάς για τον Γιάννη Πουλόπουλο


Ήταν ο James Dean του λαϊκού. Είχε κάτι φευγάτο, βλέμμα εφήβου που ό,τι σκέφτεται το κρατάει μέσα του κι ύστερα το σκάει από το γλέντι των άλλων και πάει και χαζεύει μόνος του τη θάλασσα απ’ τα βράχια της Πειραϊκής. Κάπως έτσι τον φαντάζομαι - δεν ξέρω αν ήταν και λάτρης της ταχύτητας -, πάντως τόσο το καλλιτεχνικό του avatar (που έπλασαν έξοχα ο Μίμης Πλέσσας, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ίσως και ο Αλέκος Πατσιφάς), όσο και η φωνή του έδωσαν ταυτότητα στα ιδιαίτερα λαϊκά παιδιά του 1960. Ανθρώπους των συνεργείων και των οικοδομών που έβλεπαν το βράδυ Στιβ Μακ Κουίν και σπαγγέτι γουέστερν και συμμετείχαν που και που στις διαδηλώσεις, συμφιλιώνοντας στο αινιγματικό τους βλέμμα όλες τις αντιφάσεις της εποχής - που ακόμα συνεχίζονται. Στο βιντεάκι τον μπουζουξή υποδύεται ο άλλος James Dean (του εγχώριου σινεμά), ο Φαίδων Γεωργίτσης, με τον οποίον - τώρα που το σκέφτομαι - εξέφραζαν λίγο-πολύ το ίδιο πράγμα.

Φοίβος Δεληβοριάς



Κυριακή, 23 Αυγούστου 2020

Οι Βάκχες στο Ηρώδειο






Δελτίο τύπου


Ευριπίδη

Β Α Κ Χ Ε Σ

σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου

ΗΡΩΔΕΙΟ

Στο πιάνο επί σκηνής ο συνθέτης Στέφανος Κορκολής



Σταθμός για την παρουσίαση της τραγωδίας του Ευριπίδη μέσα από την εναλλακτική σκηνοθετική ματιά του Χρήστου Σουγάρη είναι η παράσταση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου.

Μετά από μία επιτυχημένη πορεία που θα συνεχιστεί στην Αττική οι Βάκχες του Χρήστου Σουγάρη θα κάνουν μία ξεχωριστή στάση στο Ηρώδειο με τον συνθέτη της μουσικής της παράστασης Στέφανο Κορκολή να ανεβαίνει στη σκηνή, όπου τόσο συχνά έχει διαπρέψει ως σολίστ, για να συνοδέψει τον εκλεκτό θίασο πολυβραβευμένων ηθοποιών. 

Ο θεός Διόνυσος φθάνει με ανθρώπινη μορφή στη Θήβα, πατρίδα της μητέρας του Σεμέλης, μαζί με τις Βάκχες που τον λατρεύουν για να επιβάλει τη λατρεία του. Ο εξάδελφός του Πενθέας, γιος της Αγαύης και ασκών την εξουσία στην πόλη, προσπαθεί να παρεμποδίσει τη νεόφερτη λατρεία, καταδιώκοντας τις μεταμορφωμένες από το θεό σε μαινάδες γυναίκες της Θήβας και συλλαμβάνοντας τον «μυστηριώδη ξένο» ως λάγνο διαφθορέα τους.

Η απόφασή του να μεταμφιεστεί σε γυναίκα για να τις κατασκοπεύσει σε ώρα έκστασης στον Κιθαιρώνα αποβαίνει μοιραία, αφού τον αντιλαμβάνονται και τον διαμελίζουν. Στις φρικαλεότητες πρωταγωνιστεί η ίδια του η μητέρα, που επιστρέφει στη Θήβα κρατώντας το κεφάλι του και νομίζοντας ότι έχει σφάξει ένα λιοντάρι…

Βραβευμένος με Κάρολος Κουν, ο Χρήστος Σουγάρης ανανεώνει τις Βάκχες τοποθετώντας την πλοκή μέσα σε μία παραμελημένη παιδική χαρά, όπου βασιλεύει ο νεαρός Πενθέας. Όταν εμφανίζεται ο Διόνυσος, ένας νέος θεός με τους πιστούς του που αρχίζουν να εδραιώνουν τη λατρεία του στον παρηκμασμένο χώρο, τα πάντα γύρω από τους δύο άντρες αποκτούν μία νέα, αχαλιναγώγητη πνοή!

«Η παρηκμασμένη παιδική χαρά, κατεξοχήν χώρος της ανεμελιάς, της αφέλειας, της φαντασίας, του παιχνιδιού και πάνω απ’ όλα της χαράς, έχει καταντήσει μία μαύρη τρύπα που καταπίνει τη φαντασία τα χρώματα και την ευφορία. Έχουμε να κάνουμε με ένα καθρέφτισμα μιας σύγχρονης δυτικής κοινωνίας, μία ακραία εκδοχή της πόλης στην οποία ζούμε. Με αυτόν τον τρόπο η παράσταση αγγίζει μέσα από τις Βάκχες του Ευριπίδη τη συνάντηση «παλιού» - «νέου» και πραγματεύεται ζητήματα που μας αφορούν ως ενεργούς πολίτες: αυτοπροσδιορισμός, αυτοδιάθεση, αποδοχή, φόβος, ξενοφοβία ιδεοληψία, επιβολή, Εθνική ψυχολογία, ενηλικίωση, συνειδητότητα», σημειώνει ο σκηνοθέτης Χρήστος Σουγάρης. 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Σκηνοθεσία: Χρήστος Σουγάρης
Μουσική: Στέφανος Κορκολής
Σκηνικά - Κουστούμια: Αριστοτέλης Καρανάνος - Αλεξάνδρα Σιάφκου
Κίνηση: Στέφανι Τσάκωνα
Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Νικόλας Ιωακειμίδης

ΔΙΑΝΟΜΗ
Διόνυσος: Γιώργος Κοψιδάς
Τειρεσίας: Νίκος Καρδώνης
Κάδμος: Δημήτρης Ήμελλος
Πενθέας: Στάθης Κόικας
Θεράπων: Κρις Ραντάνοφ
Α΄ Άγγελος: Χριστόδουλος Στυλιανού
Β΄ Άγγελος: Μανώλης Μαυροματάκης
Αγαύη: Νίκη Σερέτη
Βάκχες: Μυρτώ Αλυκάκη, Μαρίζα Τσάρη, Γωγώ Καρτσάνα, Ηλέκτρα Σαρρή, Ξένια Ντάνια, Δέσποινα Μαρία Μαρτσέκη
Γυναίκα: Ρούλα Πατεράκη
Άνδρας: Κώστας Λάσκος
Τυμπανιστής: Άρης Καλλέργης

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2020

Υποθήκη - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου

"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση. ηρ.οικ.










"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες του έργου No 1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου – Mιχάλης Γρηγορίου
08. Υποθήκη

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020

Μοιρολόι - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου

"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση. ηρ.οικ.








"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες του έργου No 1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου – Mιχάλης Γρηγορίου
07. Μοιρολόι

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

Με δάκρυα γράφω - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου


"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση. ηρ.οικ.






"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες  του έργου No  1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου – Mιχάλης Γρηγορίου
06. Με δάκρυα γράφω

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2020

Εωθινό - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου


"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση. ηρ.οικ.







"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες  του έργου No  1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου – Mιχάλης Γρηγορίου
05. Εωθινό

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

Η αδιάφορη ζωή - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου


"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση. ηρ.οικ.







"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες  του έργου No  1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου Mιχάλης Γρηγορίου
04. Η αδιάφορη ζωή

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Η παγωμένη πόλη - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου

"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση.
ηρ.οικ.







"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες του έργου No 1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου – Mιχάλης Γρηγορίου
03. Η παγωμένη πόλη

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

Ω και να 'ρθεις - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου

"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση.
ηρ.οικ.







"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες  του έργου No  1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου Mιχάλης Γρηγορίου
02. Ω και να ’ρθεις

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2020

Το πικρό διψώ νερό - Από τον ανέκδοτο κύκλο "Τα τραγούδια της Χριστίνας" του Μιχάλη Γρηγορίου

"Τα τραγούδια της Χριστίνας" είναι ουσιαστικά μια διασκευή μουσικών ιδεών από το έργο Νο 1 του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου. Μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτο, και τα Μ.Π. έχουν την τιμή να παρουσιάσουν στο διαδίκτυο αυτό τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών, με την ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου σε ποίηση της μητέρας του συνθέτη, Μαρίας Παπαλεονάρδου. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Γρηγορίου για την ευγενική παραχώρηση.
ηρ.οικ.






"Tα τραγούδια της Χριστίνας"
σε ποίηση Μαρίας Παπαλεονάρδου (1917-2008)
διασκευή από ιδέες του έργου No  1 (1965-72)
Σαβίνα Γιαννάτου Mιχάλης Γρηγορίου
01. Το πικρό διψώ νερό

Η άλλη οπτική (10)





Μανώλης Γιάνναρος





Της διηγούνταν ιστορίες από τα ταξίδια του (οι μισές ψέματα), είχε μια περίεργη λάμψη στα μάτια του κι ένα ρίγος, ένα φύσημα στις άκρες των μακριών μαλλιών του, όπως όσοι κρατάνε την καρδιά τους μην τους φύγει. Κι εκείνη τον κοίταζε με το αινιγματικό χαμόγελο της Κόρης, ακίνητη ώρες πολλές κι από την πλάτη της και το πίσω μερος του κεφαλιού άπλωνε τα διάφανα μεδουσένια πλοκάμια της προς την μεριά του. Τα τρεμόπαιξε λίγο πριν τον αγγίξει - σε αντίθεση με τα ατάραχα βλέφαρα - και μεμιάς τον είχε γονατιστό στην ποδιά της κι η καρδιά πρώτη φορά ήταν στη θέση της.

Μέλια Πουρή