Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2021

Ο Γιώργος Β. Μονεμβασίτης για τη σχέση του Μίκη Θεοδωράκη με τη βυζαντινή μουσική





Ο Θεοδωράκης και ο Μίκης


Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ Β. ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΤΗΣ



Πηγή: Ελευθεροτυπία, 21 Μαΐου 2013


Είναι δεδομένη η αγάπη του Μίκη Θεοδωράκη για τη βυζαντινή μουσική, όπως και η συναρπαστικά μυθιστορηματική ζωή του. Μια συναυλία (Ακολουθία εις κεκοιμημένους, Μεγάλη Τρίτη 30 Απριλίου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών) και μια μουσική παράσταση («Ποιος τη ζωή μου...», έως τις 9 Ιουνίου, Θέατρο Μπάντμιντον, στη Μακρόνησο και στις πόλεις όπου έζησε ο Μίκης) τα θύμισαν σε αυτούς που ίσως τα αγνοούσαν ή τα είχαν λησμονήσει.

Η βυζαντινή μουσική αποτέλεσε ένα από τα πρώιμα δημιουργικά ερεθίσματα του Μίκη Θεοδωράκη. Ο ίδιος, άλλωστε, θεωρεί ως κορυφαίο νεανικό έργο του το Τροπάριο της Κασσιανής, το οποίο συνέθεσε στις αρχές του 1943 στην Τρίπολη. Στοιχεία βυζαντινού μέλους ανιχνεύονται σχεδόν σε όλο το έργο του: από τα λαϊκά τραγούδια μέχρι τις επιβλητικές συμφωνίες του.

Η περίοδος των σπουδών και της δημιουργίας στο Παρίσι (δεκαετία του '50), καθώς και η αφοσίωση στο ελληνικό τραγούδι (1960-1980) αποδυνάμωσαν τη διάθεσή του να ασχοληθεί σοβαρότερα με τη βυζαντινή μουσική. Επανέκαμψε στις αρχές της δεκαετίας του '80, καταθέτοντας δύο διαφορετικά, αλλά εξ ίσου σημαντικά έργα: τη Θεία Λειτουργία (Missa Greca, 1982-83) και τη Λειτουργία εις κεκοιμημένους (1983-84), το καθ' ημάς Ρέκβιεμ - την Ακολουθία αρ. 2 (1982), το θρησκευτικό συναίσθημα εκφράζεται με τελείως προσωπικό τρόπο και άλλες προδιαγραφές.

Οι καλώς γνωρίζοντες τις αισθητικές ανησυχίες και τις αναζητήσεις του Μίκη Θεοδωράκη ήσαν σίγουροι για την έλευση ενός Ρέκβιεμ. Ηταν ομολογημένος και ο θαυμασμός για το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, που επιβεβαιώνεται τόσο από μαρτυρίες του όσο και από σχετικές αναφορές στο σπουδαίο μελέτημα για τα Τετράχορδα, το οποίο εκπόνησε στο Παρίσι τη δεκαετία του '50. Το Ρέκβιεμ του Θεοδωράκη, «Αφιερωμένο στη μνήμη των νεκρών της σφαγής των Καλαβρύτων», ήταν αρχικά γραμμένο για τέσσερις μονωδούς, μικτή χορωδία και παιδική χορωδία.

Στη δεκαετία του '90 προστέθηκε ορχήστρα. Αυτή την τελευταία εκδοχή παρακολουθήσαμε, ερμηνευμένη από την υψίφωνο Μαρίνα Βουλογιάννη, τη μεσόφωνο Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, τον τενόρο Βαγγέλη Χατζησίμο, το βαθύφωνο Χριστόφορο Σταμπόγλη, τη Χορωδία της ΕΡΤ (διδασκαλία: Νεκταρία Παλέτσου), την Παιδική και Νεανική Χορωδία Rosarte (διδασκαλία: Ρόζη Μαστροσάββα) και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, σε μουσική διεύθυνση Μύρωνα Μιχαηλίδη.

Βυζαντινό μέλος

Το έργο ουσιαστικά χωρίζεται σε δύο μέρη, χρονικά ισομοιρασμένα. Στο πρώτο μέρος (Εν τω Ναώ-Ευλόγησον, Στάσις Α, Στάσις Β, Στάσις Γ, Νεκρώσιμα Ευλογητάρια), όπου η μελοποίηση και η εναρμόνιση συνταιριάζουν αρμονικά το βυζαντινό μέλος με τη δυτικοευρωπαϊκή μουσική παράδοση, ακολουθείται το τυπικό της Νεκρώσιμης Ακολουθίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το δεύτερο μέρος, στο οποίο επικρατεί ο βυζαντινός ήχος, είναι δομημένο με το Τριαδικό, το Θεοτόκιον, τα Νεκρώσιμα Ιδιόμελα και τους Μακαρισμούς. Τα περισσότερα από τα ποιητικά κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν ανήκουν στον Ιωάννη Δαμασκηνό. Ο συνθέτης χρησιμοποίησε εμφαντικά τις χορωδίες, ιδίως την παιδική, που στο δεύτερο μέρος τραγουδά και χωρίς οργανική συνοδεία, και τους μονωδούς και τα όργανα των χαμηλών περιοχών.

Η μεσόφωνος, ο βαθύφωνος, τα βιολοντσέλα και τα κοντραμπάσα είναι επιφορτισμένα με το μεγαλύτερο βάρος της ερμηνείας. Μικρή είναι η συμμετοχή της υψιφώνου, ενώ ο τενόρος τραγουδά μόνο στο τέλος του έργου. Στην ερμηνεία, που ήταν άξια κάθε εγκωμίου, καταλυτική υπήρξε η συνεισφορά της έξοχης Χορωδίας Rosarte. Κατανυκτική, αβίαστη, χωρίς υπερβολές, με μια αδιατάρακτη μουσική ροή, ήταν πραγματικά συγκινητική. Ηρεμος, αλλά κυρίαρχος, ο αρχιμουσικός καθοδήγησε άπαντες σε μια ερμηνεία χωρίς ψεγάδια, υποδειγματικά αφοσιωμένη στο μουσικό κείμενο. Ηταν ένα θαυμάσιο προπασχαλινό δώρο.

(...)







Requiem - Ακολουθία εις Κεκοιμημένους


Μετά την ΚΑΣΣΙΑΝΗ (1942) και τη ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ (1982), συνέθεσα το 1984 την ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ, δηλαδή το καθ΄ημάς REQUIEM (για να τονισθεί η αναλογία με τη γνωστή μουσική φόρμα της ευρωπαϊκής μουσικής).

Τελείως διαφορετική είναι η μουσική γλώσσα που χρησιμοποίησα στο έργο αυτό, σε σχέση με τα δύο προηγούμενα. Το δέος του «απαίδευτου» Έλληνα που με διακατείχε όταν για πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα, έφηβος ων, συγχορδίες μέσα στην εκκλησία, είχε πλέον σβήσει ύστερα από 40 και πλέον έτη μουσικού βίου. Είναι πράγματι περίεργο το ότι αυτό το δέος υπήρχε τόσο έντονο μέσα μου ακόμη έως το 1982, προκειμένου να αντιμετωπίσω ένα εκκλησιαστικό κείμενο, όπως η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Το χέρι μου ανήκε ασφαλώς στα 1982, όμως η ψυχή μου είχε παραμείνει μαρμαρωμένη και εκστατική στο 1942. Και το αποτέλεσμα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν εκπλήρωση ενός εφηβικού πόθου – μιας νεανικής φιλοδοξίας που είχε σαν μέγιστα πρότυπα τον Πολυκράτη και τον Σακελλαρίδη…

Μετά τη ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ αισθάνθηκα απολυτρωμένος. Έχω άλλωστε σκεφτεί να συνθέσω πολλές θείες ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ, εάν μου το επιτρέψει ο πανδαμάτωρ χρόνος. Να συνθέσω και ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ, ίσως και ΔΟΞΟΛΟΓΙΕΣ.

Ας μιλήσω όμως καλύτερα για το REQUIEM.

Η βασική διαφορά του από τα προηγούμενα εκκλησιαστικά έργα μου, έγκειται τόσο στην ίδια την υφή του «μέλους», όσο και στην εναρμόνισή του. Από κει και πέρα σημαντική σημασία έχει η χρήση των φωνών της χορωδίας, καθώς και η σχέση ανάμεσα στα τρία βασικά μουσικά υλικά, δηλαδή τους σολίστ, τη μικτή χορωδία και την παιδική χορωδία.

Απαραίτητη θεώρησα την εισαγωγή της γυναικείας φωνής –ως σολίστ- καθώς και τον ήχο της παιδικής χορωδίας. Αυτή η αντίθεση των παιδικών φωνών, σαν μια επιθετική παρουσία της ζωής προς το θάνατο, μας βοηθά πιστεύω για να απολυτρωθούμε από τη μακάβρια θεώρηση ενός αναπότρεπτου αλλά ωστόσο συγκλονιστικού και μυστηριώδους φαινομένου.

Το κείμενο (που εν πολλοίς ανήκει στον Ιωάννη τον Δαμασκηνό), από τα υψηλότερα ανθρώπινα, πνευματικά, φιλοσοφικά και ποιητικά επιτεύγματα του ελληνικού λυρικού λόγου, μας βοηθά ν΄ανακαλύψουμε τις ορθές και πραγματικές μας διαστάσεις μέσα στην παγκόσμια τάξη των πραγμάτων. Μας καλεί σε μια μεθυστική κατάδυση στο βάθος του εαυτού μας για να ανακαλύψουμε το «φως που καίει», την ουσία και την πεμπτουσία της ανθρώπινής μας ύπαρξης. Να ενωθούμε με το μυστήριο του θανάτου, σαν τη μόνη εγγύηση και οδό, ότι έτσι ανακαλύπτουμε την ουσία της ζωής.

Με την αφιέρωση του έργου αυτού στους νεκρούς της σφαγής των Καλαβρύτων, αποτίω φόρο τιμής στη μνήμη των εθνομαρτύρων της νεώτερης ιστορίας μας.

Μίκης Θεοδωράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: