Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2021

Η Δέσποινα Ραφαήλ για τον Μιχάλη Μπουρμπούλη









«Μου έδωσε την απάντηση…»

 

Η Δέσποινα Ραφαήλ για τον Μιχάλη Μπουρμπούλη

 



(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τεύχος 73-74, Απρίλιος-Ιούνιος 2020).



Κάθε φορά που μου ζητείται να μιλήσω για κάποιον τόσο σημαντικό δημιουργό, όπως είναι ο ποιητής-στιχουργός Μιχάλης Μπουρμπούλης, περιέρχομαι σε μία κατάσταση ιδιαίτερης αμηχανίαςˑ κι αυτό συμβαίνει, επειδή είναι πολύ δύσκολο να μετουσιώσεις σε λόγο το θαυμασμό που αισθάνεσαι για το πνεύμα και το έργο ορισμένων ανθρώπων. Παρ' όλα αυτά, θα προσπαθήσω να εκφραστώ με έναν -όσο γίνεται- πιο απλό τρόπο.

 

Είχα την τύχη να γνωρίσω προσωπικά τον Μιχάλη Μπουρμπούλη το 2016, στην παρουσίαση του δίσκου  «Βήματα ειν’ η ζωή μας», τον οποίον κυκλοφόρησε τότε σε συνεργασία με τον συνθέτη Τάσο Ζαφειρίου και στον οποίον συμμετείχα κι εγώ με δύο τραγούδια- όχι σε δικούς του στίχους- αλλά σε στίχους δύο χαρισματικών μαθητριών του: της Αμαλίας Μπορτζοβίτου και της Ελένης Νανοπούλου. Θυμάμαι όταν τον πλησίασα και του έσφιξα το χέρι: «Χαίρομαι τόσο πολύ που σας γνωρίζω κύριε Μπουρμπούλη», του λέω. Εκείνος χαμογελαστός μου απαντά: «Κι εγώ. Έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου. Μη σταματήσεις. Και πάντα να έχεις εκφραστικότητα στα τραγούδια. Να τα ερμηνεύεις, όχι απλώς να τα λες».

 



 


Το 2016, βέβαια, τον συνάντησα· ένα χρόνο νωρίτερα όμως, το 2015, το οποίο ήταν και έτος εισαγωγής μου στο χώρο της μουσικής, είχα ήδη τραγουδήσει στίχους του σε ένα τραγούδι αφιερωμένο στο Σταύρο Κουγιουμτζή, το Γαλάζιο Σύννεφο. Τη μουσική είχε γράψει ο πρώτος συνθέτης που γνώρισα και που πρώτος με έφερε σε επαφή με το Μιχάλη Μπουρμπούληˑ ο εξαιρετικός Νικήτας Βοστάνης. Η ηχογράφηση του Γαλάζιου Σύννεφου από τη φωνή μου, λοιπόν, ήταν για μένα η παρθενική μου, επαγγελματική ηχογράφηση σε στούντιο, ενώ για το ίδιο το τραγούδι ήταν η πρώτη, ανέκδοτή του εκτέλεση, καθώς αργότερα αυτό κυκλοφόρησε επίσημα με τη φωνή του Παντελή Θαλασσινού στο δίσκο των Βοστάνη-Μπουρμπούλη Δε νικιέται ο ήλιος, του 2019Στον συγκεκριμένο δίσκο είχα τελικά την ευτυχία να συμμετέχω κι εγώ επισήμως, ανάμεσα σε σπουδαίους και καταξιωμένους ερμηνευτές, με το τραγούδι Μάνα μου η γη.


Η ουσιαστική μου γνωριμία με τον ποιητή και κατόπιν η συνεργασία μου συνέβη πράγματι τότε και όπως ανέφερα παραπάνω. Τον ήξερα όμως πολύ νωρίτερα. Τον ήξερα και πριν μάθω καν το όνομά του. Βρισκόταν μέσα στο σπίτι μας, μέσα στη δισκοθήκη μας, την οποία ο πατέρας μου φρόντιζε να διευρύνει συνεχώς και να την κάνει πλουσιότερη. Έτσι συμβαίνει άλλωστε με όλους τους δημιουργούς - είτε είναι συνθέτες είτε ποιητές και στιχουργοί - οι οποίοι αφήνουν με το έργο τους  παρακαταθήκη για τους συγχρόνους τους, αλλά και για τις επόμενες γενιές. Μέσα από τα τραγούδια, τους μαθαίνουμε. Αυτοί αποτελούν τους καλύτερους εκφραστές των συναισθημάτων μας, των καλών ή των κακών καταστάσεων που ζούμε, των καθημερινών δυσκολιών μας, των κόπων μας. Μιλούν αυτοί αντί για εμάς· βρίσκουν πάντοτε τον τρόπο να πουν τα ανείπωτα. Γι' αυτό και τους αισθανόμαστε δικούς μας ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν τους έχουμε συναντήσει ποτέ στην πραγματικότητα.

 

Ως έφηβη θυμάμαι συχνά τον εαυτό μου να ακούει τραγούδια, όπως το Μην κλαις, το Θα 'ταν δώδεκα του Μάρτη, το Περαστικός κι αμίλητος, το Θα με δικάσει και να συγκινείται. Θυμάμαι, επίσης χαρακτηριστικά το στίχο που μου είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, καθώς ακούγαμε στο σπίτι το Θα με δικάσει: «...και στην Αγιάσο σε μιαν έρμη εκκλησιά / ζωγράφισε ο Θεόφιλος με αίμα / το χάρο να φοράει θαλασσιά». Τότε γυρίζω και λέω στον πατέρα μου με τόση αφέλεια: «Τι στίχος… Ποιος το έχει γράψει; Μα πώς το σκέφτηκε αυτό;». Μου απαντά: «Ο Μιχάλης Μπουρμπούλης, παιδί μου». Έτσι τον έμαθα και ψάχνοντας αργότερα περαιτέρω πληροφορίες, ανακάλυψα με μεγάλη έκπληξη, πόσα τραγούδια είχα ακούσει και γνώριζα, των οποίων οι στίχοι ήταν δικοί του.

 





Ασφαλώς, μου ήταν αδύνατο να φανταστώ ότι στο εγγύς μέλλον θα ασχολούμουν επαγγελματικά με το τραγούδι και ότι θα μου δινόταν η ευκαιρία να ερμηνεύσω στίχους του. Η ευκαιρία αυτή ήταν για μένα ευλογία, αλλά και μία μεγάλη πρόκληση. Αναρωτήθηκα πώς, εγώ, μία άπειρη ακόμα τραγουδίστρια και τόσο νέα σε ηλικία, θα μπορούσα να προσεγγίσω και να αποκωδικοποιήσω με την ερμηνεία μου τη σκέψη του. Προβληματίστηκα. Προσπάθησα να τηρήσω τη συμβουλή που μου είχε δώσει: να είμαι εκφραστική, να λέω το στίχο, να πείθω εκείνον που τον ακούει. Επεξεργάστηκα αρκετά τα λόγια αυτά μέσα στο μυαλό μου και τελικά συνειδητοποίησα ότι ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις τον ακροατή να πιστέψει αυτό που του τραγουδάς είναι να το πιστέψεις πρώτα εσύ ο ίδιος. Όταν, λοιπόν, το κατανοήσεις και το πιστέψεις, τότε η ερμηνεία βγαίνει αβίαστα. Η απλότητα και η αμεσότητα είναι αυτές που μπορούν να επιφέρουν ένα αποτέλεσμα με δυναμική και να προκαλέσουν μεγαλύτερη συγκίνηση από εκείνη που προκαλούν η υπερβολή και τα ακραία, συναισθηματικά τσακίσματα της φωνής. Άλλωστε ο στίχος: «Αν η πατρίδα σου χαθεί, ψάξε και βρες μιαν άλλη», είναι ένας στίχος πυκνός σε νόημα, αλλά απλός σε λεκτική πραγμάτωση. Πώς θα μπορούσε, επομένως, να προβληθεί η νοηματική πυκνότητα και η ουσία του από τον ερμηνευτή; Μα φυσικά μέσα από ένα απλό, δωρικό τραγούδισμα. Αυτή, τουλάχιστον, ήταν η προσωπική μου διαπίστωση και προσέγγιση.

 

Δε νιώθω, συνεπώς, τυχερή και δεν ευχαριστώ το Μιχάλη Μπουρμπούλη, μόνο για το γεγονός ότι μου εμπιστεύθηκε στίχους του, αλλά επιπλέον τον ευχαριστώ γιατί μου έδωσε ένα κίνητρο παραπάνω να αναλύω πρώτα μέσα μου αυτό που πρόκειται κάθε φορά να ερμηνεύσω. Μου έδωσε την απάντηση στο πώς οφείλει να σκέφτεται ένας τραγουδιστής και για ποιους σκοπούς τραγουδάει. Σίγουρα, για έναν καλλιτέχνη που βρίσκεται στο ξεκίνημά του δεν υπάρχει καλύτερη ώθηση και μεγαλύτερο δώρο από τις συμβουλές ενός σπουδαίου δημιουργού που σφράγισε μία εποχή και που πρόκειται να σφραγίσει πολλές ακόμη με το διαχρονικό έργο του. Του εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να είναι γερός και να συνεχίζει να μας χαρίζει το φως της έμπνευσής του.

 

Δέσποινα Ραφαήλ





Δεν υπάρχουν σχόλια: