Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2020

Ο Μάνος Ελευθερίου για την "τρομοκρατία της ομοιοκαταληξίας"

 




(...)

Θα μπορούσα να παραπέμψω σε πολλές εικόνες και περιστατικά που με κατοίκησαν, που ζω μαζί τους επί χρόνια και τα πέρασα στα τραγούδια μου. Αν τα εξηγούσα, θα βάραιναν το πράγμα –με εσώψυχα, με κρυμμένα πράγματα, δήθεν μυστικά κι ακατανόητα. Όσο κι αν ορισμένα τραγούδια είναι πράγματι σουρεαλιστικά, δεν είναι παρά πιστή αντιγραφή της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, και ειδικά της δικής μου περιπέτειας σ’ αυτό το χώρο και σ’ αυτό τον τόπο.


Το κακό σ’ αυτή την περιπέτεια είναι ότι υπέκυψα συνειδητά στην τρομοκρατία της ομοιοκαταληξίας (για να είμαι πιο απλός, πιο προσιτός;). Μέγα λάθος. Έπρεπε να χρησιμοποιήσω όλα τα’ αποθέματα της αντοχής και την όποια επιρροή μου για να πείσω τους συνθέτες ν’ αλλάξουν κάτι. Δεν το τόλμησα. Και ίσως είν’ αργά. Άλλωστε τώρα πια γράφουμε τραγούδια μόνο για την ψυχή μας –και, επιτέλους, όπως τα θελουμε.


Κάμποσοι συνθέτες της γενεάς μου, από διαίσθηση κι αμηχανία μπροστά στα αδιέξοδά τους, και φυσικά από την ώθηση του σπουδαίου ταλέντου τους, προκειμένου ν’ αλλάξουν δρόμους και ορίζοντες, αφού περπατούσαν επί χρόνια στο ίδιο μονοπάτι, πρότειναν και τόλμησαν να φυσήξουν στο έργο τους άλλον αέρα. Ακριβώς τον αέρα που και σήμερα χρειάζεται το νέο ελληνικό τραγούδι.


Εκείνοι μπορεί να ζουν τώρα από τη σύνταξή τους, αφού ολόκληρη η γενεά μετά τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη είναι πλέον στο περιθώριο, το έργο της όμως ξεπέρασε σε ποιότητα όλη τη γλυκανάλατη μεταπολεμική ιστορία. Ό,τι έγινε το αποδίδω στη διαίσθησή τους, κι οπωσδήποτε στις επιτακτικές φωνές που έρχονταν «απέξω». Οι «έξω» στάθηκαν δάσκαλοι και οδηγοί. Και το μεγάλο ταλέντο των δικών μας πάντα τους δίδασκε τι έπρεπε να κρατήσουν και πώς ν’ αξιοποιήσουν μέσα στον ελληνικό χώρο αυτή την επιρροή.


Οι νέοι τραγουδοποιοί έχουν πάρει το μήνυμα των ουρανών και άρχισαν τη δική τους μεγάλη πορεία. Είναι η αρχή ενός μέλλοντος που δεν ξέρουμε πόσο θα διαρκέσει. Εξαφανίζονται πια το παγωμένο κουπλέ και το ρεφρέν, κι εμφανίζεται κάτι εντελώς καινούργιο. Μακάρι να συνεχιστεί.


Κανένας ζωγράφος δε ζωγραφίζει πια αρνάκια και βοσκοπούλες με τον τρόπο του Θωμόπουλου, κανένας ηθοποιός δεν παίζει όπως οι ηθοποιοί του 1960. Μόνον ορισμένοι αγιογράφοι έμειναν προσκολλημένοι σε μια δήθεν βυζαντινή εποχή (σε ποιον αιώνα άραγε της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας;). Με τους πολύ νεότερους συνθέτες που συνεργάστηκα, από το 2000 και μετά, φαίνεται αυτή η ιδιαιτερότητα. Ήταν κάτι που το ζητούσα από πάντα, αλλά κι εδώ με κυνηγάει η ομοιοκαταληξία.


Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό τραγούδι συντηρείται με τα σωληνάκια. Δε φταίνε οι δημιουργοί. Φταίνε προπάντων όλοι εκείνοι που προστάτευαν κάποτε και βοηθούσαν την πορεία του. Είναι όσοι πρωτοστάτησαν επί δεκάδες χρόνια στην ανάδειξη και την προώθηση της ελληνικής μουσικής, παρουσιάζοντας κάθε νέα εργασία παλαιού ή νέου συνθέτη, φιλοξενώντας συνεντεύξεις τους κι αποκαθιστώντας, επιτέλους, τη «σκοτεινή» (τι λέξη!) γενιά των ρεμπέτηδων και των λαϊκών συνθετών, στιχουργών και τραγουδιστών, αποδίδοντας έτσι έστω κι αργοπορημένα τις τιμές και τα παράσημα που άξιζαν και σβήνοντας τους λεκέδες της ζωής τους.


Ήρθε λοιπόν ένας καιρός που αυτοί οι ίδιοι με την συνδρομή τους υπογράψανε τη ληξιαρχική πράξη θανάτου τού ελληνικού τραγουδιού. (Και για να μιλήσουμε με τους ψυχρούς κι ανελέητους αριθμούς: ανάμεσα στα άλλα που μας δυναστεύουν, είναι ντροπή κι εξευτελισμός να πουλάς ένα CD με 12 τραγούδια σου σε 76.000 αντίτυπα και να εισπράττεις σήμερα ως πνευματικά δικαιώματα 328 ευρώ!)


Δεν ήταν πάντα ρόδινες οι συνεργασίες μου με τους συνθέτες. Είχαν κι αυτοί τα φεγγάρια τους, όπως όλοι μας. Παρατήρησα όμως ότι όσο σπουδαιότερος είναι κάποιος, τόσο περισσότερο τον βασανίζουν οι ιδιαιτερότητές του. Φυσικά, η μπάλα παίρνει κι εσένα, το συνεγάτη του, και τους δικούς του ανθρώπους. Φαίνεται ότι μόλις γεννηθούν, κάποιο αόρατο χέρι τούς κάνει μια ένεση και τους αναγκάζει ν’ ακολουθήσουν αργότερα αυτή την οδυνηρή περιπέτεια που λέγεται ελληνικό τραγούδι.


Το οποίο, βέβαια, εκδικείται τη θεία δωρεά που έχουν και τους δίνει συνεχώς τα παράσημα της ανασφάλειας, του άγχους, της αναγκαστικής συνεργασίας ακόμα και με άσχετους ή ελεεινούς ή γραφικούς ανθρώπους. Πρέπει να έχει κανείς δαιμονική διαίσθηση, για να τον βοηθήσει να ξεφύγει λίγο πριν τον ρίξουν στον γκρεμό. Και μόλις περάσει η κρίση, πάντα υπάρχει η δυνατότητα για καινούργιες κατακτήσεις.

(...)

Μάνος Ελευθερίου


Πηγή: 

Μάνος Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια (1963-2013) Τα τραγούδια, εκδόσεις Μεταίχμιο (2013), 523 σελ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: