Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2021

Συνέντευξη με τους Sabi Trio






Sabi Trio: Διατηρώντας το λεπτό όριο ανάμεσα στην αρχική αισθητική των κομματιών και τον νεωτερισμό



Μια συνέντευξη με το ανερχόμενο συγκρότημα, περιμένοντας το δισκογραφικό τους ντεμπούτο. 



Έπεσα σε μια συγκλονιστική μουσική ανάγνωσή τους πάνω στη «Βάρκα» και, αμέσως μετά, σε μια όλο μπρίο αναψηλάφηση του «Αγαπούλα μου ΟΚ». Από το άκουσμα των πρώτων μέτρων, τη γενική μου δυσπιστία προς τις πάσης φύσεως διασκευές διαδέχθηκε μια αίσθηση ειλικρινούς έκπληξης και θαυμασμού, και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να είμαι …ΟΚ δίχως μια κουβέντα μαζί τους. Χαρούλα Τσαλπαρά, Ελένη Χαρταλάμη, Κωστής Κωστάκης - τρεις ευφυείς μουσικοί με διάθεση για πειραματισμό αλλά και με σεβασμό προς το πρωτογενές υλικό τους, τρεις ταλαντούχοι και προπαντός πειστικοί καλλιτέχνες. Ή αλλιώς, οι Sabi Trio!

 

τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου

 

Τον Σεπτέμβρη του ’20 συστηθήκατε με μια παιχνιδιάρικη ατμόσφαιρα και το «Αγαπούλα μου ΟΚ», ενώ τον Δεκέμβριο εκπέμψατε μια μάλλον μελαγχολική αίσθηση με τη «Βάρκα». Σήμερα σε τι διάθεση συναντάμε τους Sabi Trio; Πώς τα περνάτε, παιδιά;

 

Σήμερα, όπως όλος ο κόσμος, έτσι και εμείς είμαστε εν αναμονή λόγω αναστολής. Δυστυχώς ο κλάδος μας έχει πληγεί πάρα πολύ λόγω Covid. Όσον αφορά τη διάθεση, μπορούμε να πούμε ότι είμαστε αρκετά καλά και με αρκετά ανεβασμένη ψυχολογία διότι μέσα από όλες αυτές τις δυσκολίες, το σχήμα είναι αρκετά ώριμο για να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο. Οπότε, έχουμε ξεκινήσει διαδικασίες προς αυτή την κατεύθυνση, συλλέγουμε τα τραγούδια που θα περιλαμβάνει και κάνουμε πρόβες.

 





Χαρούλα Τσαλπαρά, Ελένη Χαρταλάμη, Κωστής Κωστάκης. Πώς συναντηθήκατε; Και ποιο ακριβώς αίτημα, ποια ανάγκη σάς έφερε κοντά;

 

Είμαστε πρώτα από όλα φίλοι πολλά χρόνια, συστατικό που θεωρούμε πολύ σημαντικό για την μουσική επιτέλεση και την ανταλλαγή συναισθημάτων που αυτή επιφέρει. Είχαμε ανάγκη να δημιουργήσουμε ένα τρίο που θα έχει μια διαφορετική κατεύθυνση από όσα κάναμε έως τώρα, κατεύθυνση φανερά προσανατολισμένη σε πρωτότυπο, δικό μας υλικό, το οποίο δεν θα αποκλείει αλλά θα ενώνει επιρροές και τεχνοτροπίες των οργάνων μας που πιθανόν είχαμε «αμελήσει» τα τελευταία χρόνια, όπως είναι για παράδειγμα ο ηλεκτρικός ήχος.

 

Για τα «βαφτίσια» της παρέας σας εμπνευστήκατε από το Sabi Star, το«Ρόδο της Ερήμου». Ωραίοι και ωραίες σαν λουλούδι; Ή μήπως παραπέμπει σε …έρημο το ελληνικό τραγούδι;

 

Το όνομα ήταν ιδέα της Ελένης. Το concept  είναι ότι όπως το Sabi Star είναι ένα λουλούδι που ταξιδεύει και μπορεί να βρεθεί σε πολλά διαφορετικά μέρη έτσι και η μουσική μας εμπνέεται και επηρεάζεται κατά ένα παρόμοιο τρόπο από μουσικές του κόσμου. Πέρα από τις διασκευές των 78 στροφών και το δικό μας υλικό, στις ζωντανές μας εμφανίσεις (όταν με το καλό ξεκινήσουν και πάλι) έχουν ενταχθεί και κάποιες διασκευές παραδοσιακών σκοπών από διαφορετικές χώρες και κουλτούρες με σκοπό όλα αυτά μαζί να συνθέτουν ένα ταξίδι στον χωροχρόνο.

 

Το μενού σας στο YouTube περιέχει, μεταξύ άλλων, Μανώλη Χιώτη, Μαρίκα Παπαγκίκα, Γιάννη Παπαϊωάννου… Πώς επιλέγετε τα τραγούδια πάνω στα οποία δουλεύετε;

 

Πρόκειται σαφώς για τα κύρια σημεία αναφοράς μας, που δεν άλλα από λαϊκά και παραδοσιακά τραγούδια, προσπαθώντας να αποφύγουμε εμμονή σε ένα μόνο στυλ και καλούπι. Οι ηχογραφήσεις των 78 στροφών και οι άνθρωποι που τις εκπροσωπούν είναι σαφώς μια από τις μεγαλύτερες επιρροές μας. Μέσα σε αυτές βέβαια συναντάμε ποικίλα μουσικά στυλ, τα οποία μοιράζονται σαν κοινό χαρακτηριστικό τον ζεστό – αναλογικό ήχο.

 

Και αφού επιλέξετε ένα τραγούδι, πώς δουλεύετε πάνω σ’ αυτό; Τι σημαίνει για σας η έννοια και η πράξη της «διασκευής»;

 

Κάθε νέα εκτέλεση ενός κομματιού μπορεί οριακά να θεωρηθεί «διασκευή». Και ακόμα περισσότερο όταν έχουμε να κάνουμε με ένα κομμάτι που ανήκει στην ανώνυμη δημιουργία. Για εμάς παίζουν σίγουρα ρόλο τα υλικά που διαθέτουμε για να δουλέψουμε, κι αυτά δεν είναι άλλα από τα όργανα και τις φωνές μας. Η διασκευή είναι αυτό το νέο arrangement που έχει να προσφέρει μια διαφορετική ματιά, διατηρώντας πάντα αυτό το λεπτό όριο ανάμεσα στην αρχική αισθητική του κομματιού και τον νεωτερισμό. Ισορροπία σίγουρα δύσκολη, αλλά αν μη τι άλλο προκλητική.

 








Πιάνο και ακορντεόν για την Χαρούλα, σαντούρι για την Ελένη, κιθάρα για τον Κωστή. Τι βρήκατε στα μουσικά όργανα που με τόση δεινότητα παίζετε; Τι σας προσφέρει το καθένα ως μέσο μουσικής έκφρασης;

 

Χαρούλα Τσαλπαρά: Παίζω πιάνο από πολύ μικρή ηλικία. Έχουμε μια περίεργη σχέση μαζί, αυτή τη σχέση που βλέπει κανείς σε οικογένειες ή σε ζευγάρια που είναι δεκαετίες μαζί. Πάντα γοητεύομαι από άλλα όργανα, αλλά ξέρω ότι τελικά εκεί θα επιστρέψω. Το ακορντεόν είναι ένα υπέροχο όργανο, που στη δική μου περίπτωση συνέβαλλε στο  να ανακαλύψω το πιάνο με μία νέα ματιά.

 

Ελένη Χαρταλάμη: Και εγώ παίζω από 8 χρονών σαντούρι, μιας και είχαμε ένα ωραίο τμήμα παραδοσιακής μουσικής στο Δημοτικό Ωδείο της Λάρισας. Εμένα με συντρόφευσε με μαγικό τρόπο στα μαθητικά μου χρόνια και μου πρόσφερε πολλές και δυνατές εμπειρίες. Κάπου έκανα ένα διάλειμμα αλλά τώρα μπορώ να πω με σιγουριά ότι είναι αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μου. Είναι μαγικό όργανο, και έχει μαγικό τρόπο να σε ταξιδεύσει από την παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας μέχρι τις μουσικές όλου του κόσμου. Νομίζω ότι έχει λειτουργήσει πολύ όμορφα και με το πιάνο μιας και είναι συγγενικά όργανα.

 

Κωστής Κωστάκης: Ξεκίνησα, επίσης πολύ μικρός, με κλασική κιθάρα αλλά αυτό που με εξίταρε στη συνέχεια είναι οι  διαφορετικές χρήσεις που μπορεί να έχει, μιας και η κιθάρα είναι ίσως το πιο διαδεδομένο όργανο σε όλο τον κόσμο και οι τεχνοτροπίες της είναι άπειρες. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις της από τα μπλουζ της Αμερικής, τα αφρικάνικα σουκούς, την ψυχεδέλεια του ’60, την ξαπλωτή χαβανέζικη και βέβαια το μπασοκίθαρο στην Ελλάδα, όλα αυτά και άλλα πολλά συνθέτουν ένα πάζλ «προσωπικού ήχου».

 

Οι μουσικές σπουδές σας είναι πραγματικά εντυπωσιακές. Τι αντλήσατε από την ακαδημαϊκή ενασχόλησή σας με τη μουσική; Τι προσθέτει σε έναν καλλιτέχνη αυτή η γνώση;

 

Ίσως αυτό που κυρίως προσθέτει είναι η πραγματική συναίσθηση του τι σημαίνει και τι απαιτεί η μουσική επιτέλεση. Κι αυτό κατ’ επέκταση φέρνει και τη συνειδητότητα του τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Πολύ σημαντικό, ίσως το σημαντικότερο πράγμα, είναι την ώρα εκείνη να μην υπάρχει αυτόματος πιλότος αλλά να ξέρει κανείς που βρίσκεται και για ποιο λόγο. Κι αυτό σαν αποτέλεσμα βοηθά να αντιληφθεί κανείς και τη δική του θέση και ταυτότητα μέσα σ’ αυτό.

 

Υποτίθεται ότι η μεγάλη έκρηξη με τις κομπανίες έγινε τη δεκαετία του ’80, αλλά η αλήθεια είναι ότι συνεχώς και αδιαλείπτως βγαίνουν νέα σχήματα με νέους ανθρώπους. Που αποδίδετε αυτόν τον συνεχιζόμενο έρωτα της εκάστοτε νέας γενιάς με τη ρεμπέτικη (και παραδοσιακή, και λαϊκή) κληρονομιά;

 

Οι παράγοντες είναι πολλοί. Αυτή η μουσική που παίζουμε έχει ένα βάρος, μια υπόσταση πολύ δυνατή και τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μια στροφή από τους νέους προς την ανακάλυψη της. Η ύπαρξη των μουσικών σχολείων και Ανώτατων Ιδρυμάτων όπου διδάσκονται τα παραδοσιακά όργανα και αυτά τα μουσικά ιδιώματα έχει βοηθήσει στο να ακουστεί αυτό το είδος σε νέο κόσμο και ασχοληθούν όλο και περισσότεροι.  Επίσης, πολύ σημαντική είναι και η συμβολή του διαδικτύου και όλης αυτής της πληροφορίας που παρέχεται με τέτοια απίστευτη ευκολία. Με ένα κουμπί έχει ο καθένας πρόσβαση σε τεράστιες βάσεις δεδομένων, μπορεί να ακούσει κάθε είδους διαφορετικό ρεπερτόριο και στυλ. Έτσι, με τον τρόπο αυτό ανοίγουν οι ορίζοντες και εμπλουτίζεται η αισθητική του ενδιαφερόμενου. Δεν παίρνουμε την πληροφορία από πρώτο χέρι, αλλά τουλάχιστον έχουμε πρόσβαση σε πληροφορία την οποία η προηγούμενη γενιά αγνοούσε.

 

Πολύ θα το ήθελα να έχω σε ένα CD συγκεντρωμένη τη δουλειά σας, και χαίρομαι που, όπως αναφέρετε, έχει ωριμάσει μέσα σας η ιδέα. Δεν είναι τελικά μάταιος κόπος η ενασχόληση με τη δισκογραφία;

 

Πράγματι, σκοπεύουμε να το κάνουμε μέσα στους επόμενους μήνες. Όλη αυτή η ιστορία με την πανδημία ναι μεν λειτούργησε αρνητικά στο κομμάτι της δουλειάς και στο κλείσιμο της εστίασης, αλλά μας έδωσε τον χρόνο να συλλέξουμε τις συνθέσεις μας ούτως ώστε να γίνει  πραγματικότητα ο δίσκος. Καθόλου μάταιος κόπος! Αυτή είναι η εποχή που πρέπει να στηρίξουμε νέες συνθέσεις και νέους καλλιτέχνες. Θεωρούμε ότι υπάρχει ανάγκη για νέες δημιουργίες και νέα τραγούδια.

 

Πράγματι! Βεβαίως, βιοποριστικά εξαρτιέστε σε μεγάλο βαθμό από τις ζωντανές εμφανίσεις. Πώς έχει επιδράσει ο κορονοϊός και το κλείσιμο των σκηνών στη δουλειά σας; Για να το πω πιο λαϊκά, πώς τα βγάζετε πέρα;

 

Βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να πούμε ότι παίρνουμε το μηνιαίο επίδομα της αναστολής. Είναι η πρώτη φορά που μπαίνει ένα ποσό μια φορά το μήνα, ενώ μέχρι τώρα εργαζόμασταν με πολύ κοντινότερο ορίζοντα πληρωμής. Παρ’ όλα αυτά, το μέλλον της πρώτης μέρας μετά το άνοιγμα διαγράφεται πολύ ζοφερό, αν αναλογιστούμε πόσες επιχειρήσεις θα έχουν κλείσει και πόση προσφορά από άνεργους μουσικούς θα υπάρχει στην αγορά. Αν μιλούσαμε πριν για οικονομική κρίση, τώρα με ασφάλεια μπορούμε να μιλάμε για βαθιά και χρόνια ανθρωπιστική κρίση.

 




Η δουλειά σας με τους Sabi Trio σάς πήγε μέχρι και στις Βρυξέλλες, και το ντοκιμαντέρ Rebetiko Odyssey! Πώς ήταν το ταξίδι σας στο όμορφο Βέλγιο; Συνεχίζουν οι …Βόρειοι να θαυμάζουν το ρεμπέτικο τραγούδι;

 

Περάσαμε πολύ όμορφα, μιας και ήταν το πρώτο ταξίδι στο εξωτερικό για το σχήμα μας. Η υποδοχή του κοινού ήταν πολύ θερμή, και περιμένουμε το Rebetiko Odyssey να βγει με μεγάλη ανυπομονησία! Υπάρχει πολλή αγάπη για τη μουσική αυτή στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη, και ελπίζουμε όταν με το καλό έχουμε τη δυνατότητα να ταξιδέψουμε, να επιστρέψουμε εκεί.

 

Το ρεπερτόριό σας έχει προκύψει από απανωτές συναντήσεις χωρών, λαών, παραδόσεων… Είναι εν τέλει η μουσική μια παγκόσμια γλώσσα; Και μπορεί άραγε να δουλέψει ως αντίδοτο στην εθνοκεντρική στενοκεφαλιά, που έχουμε μαζέψει μπόλικη ως λαός τα τελευταία χρόνια;

 

Η μουσική είναι το ευκολότερο και χαρακτηριστικότερο παράδειγμα για το πόσο αυθαίρετη είναι η ύπαρξη των συνόρων των εθνικών κρατών. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ο οποίος εξελίσσεται ανάλογα με τις συνθήκες και τον τόπο. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλους του ζωντανούς οργανισμούς, στα ζώα, στον άνθρωπο, στη γλώσσα. Έχει λοιπόν μεγάλη διαφορά το να αναζητά κανείς τις πολλαπλές τοπικές ταυτότητες από το να προσπαθεί να επιβάλλει μια ενιαία εθνική ταυτότητα, η οποία, όπως όλα δείχνουν, είναι σαν να προσπαθεί κανείς να φορέσει ένα πολύ πολύ στενό κουστούμι…

Δεν υπάρχουν σχόλια: