Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2021

"Είναι απαραίτητη μια πολιτική οικονομία της δισκογραφίας" - Ο Κώστας Τριπολίτης για τον στίχο και το τραγούδι

 

 


 

Ο Κώστας Τριπολίτης για τον στίχο και το τραγούδι – κάποιες σκέψεις του από το 1984

 

Αναδημοσιεύουμε τις πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις του Κώστα Τριπολίτη σε τέσσερα ερωτήματα που είχε θέσει το περιοδικό «Μουσική» και ο Γιάννης Καψουλάκης στο πλαίσιο μεγάλου αφιερώματος στο ελληνικό τραγούδι. Ο τίτλος του κειμένου ήταν «Τέσσερεις στιχουργοί μιλάνε για το σημερινό τραγούδι» και οι άλλοι τρεις συμμετέχοντες ήταν ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Μάνος Ελευθερίου και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Οι απαντήσεις δημοσιεύθηκαν στο τεύχος 74 (Ιανουάριος 1984) του ιστορικού περιοδικού και είναι ενδεικτικές της ιδιότητας του διανοούμενου που ο Τριπολίτης είχε και έχει, πλάι σε αυτήν του δημιουργού.

 

 

Η σχέση λόγου-αρμονίας (λέξης-σήματος) πώς χαρακτηρίζει το αισθητικό αποτέλεσμα του τραγουδιού και πόσο επηρεάζεται από τις αλλαγές του γλωσσικού κώδικα;

 

Η στιχουργική κατασκευή δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σύστημα αισθητικά οργανωμένων συλλαβών που αποτελούν τη μορφή της κι ένα λογικά οργανωμένο σύστημα νοημάτων που αποτελούν το περιεχόμενό της. Από την άλλη, η μουσική φράση έχει κι αυτή τη μορφή της, εκφρασμένη σ’ ένα σύστημα αισθητικά οργανωμένων ήχων και παύσεων, και το περιεχόμενό της.

Είναι αυτονόητο πως η σχέση δύο τόσο αυτοδύναμων ποιοτήτων είναι σχέση αντίθεσης και ρήξης, όπου ένα από τα δύο αναιρεί την αυτοδυναμία του για χάρη της υπερίσχυσης του άλλου. Η «τέλεια» σύζευξη, όπως και κάθε «τέλειο», καταντά ανόητη μεταφυσική. Η τρέχουσα ερμηνεία του τραγουδιού θεωρεί σα μορφή τη μουσική και σαν περιεχόμενο τα λόγια, υπεραπλούστευση δικαιολογημένη εξάλλου, στο μέτρο που ο μέσος ακροατής αναγνωρίζει το νόημα του λόγου αλλά η έλλειψη της μουσικής παιδείας τού στερεί τη δυνατότητα αναγνώρισης του νοήματος της μουσικής.

Αυτή η σχέση σύγκρουσης είναι καθοριστική για το αισθητικό αποτέλεσμα του τραγουδιού μόνο στον βαθμό της συνειδητοποίησής της και έχει αξία μονάχα για τους δημιουργούς και όχι για τον δέκτη του τραγουδιού, μια που ο ακροατής κρίνει το αποτέλεσμα και όχι τις προθέσεις ή την αρχιτεκτονική της κατασκευής.

Κάθε μορφή τέχνης ή κατασκευής αντικατοπτρίζει τον χώρο της και τον χρόνο της, είτε θεληματικά είτε αθέλητα. Φυσικό επόμενο είναι, λοιπόν, να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές του γλωσσικού κώδικα αλλά και της τρέχουσας ιδεολογίας και ηθικής, πολύ περισσότερο που η σημερινή εμπορευματοποίηση της τέχνης το απαιτεί, ώστε το όποιο δημιούργημα να έχει την προφανή αναγνωρισιμότητα σαν «σύγχρονο», «σημερινό» κλπ. Ανεξάρτητα όμως από τη σημασία αυτού και το άγχος των δημιουργών να θεωρούνται πρωτοποριακοί, είναι γεγονός πως οι αλλαγές του γλωσσικού ιδιώματος αφομοιώνονται από τους στιχουργούς χωρίς να υπάρχει αφομοιωτική ικανότητα – και στη συνέχεια εξέλιξη των μουσικών μορφών – από τους «συνθέτες». Να μια από τις κακοδαιμονίες του τραγουδιού.

 






Με ένα δοσμένο σύστημα μουσικών αξιών (ζεϊμπέκικο, χασάπικο, καρσιλαμάς, τσιφτετέλι κ.α.) ποιος είναι ο συντελεστής επιρροής του στίχου στην αναζήτηση νέων μορφών τραγουδιού;

 

Εδώ, και μόνη η ερώτηση προσδιορίζει την απάντηση. Ο παγιωμένος μουσικός κώδικας λειτουργεί σαν έτοιμη φόρμα που αποκλείει την αδιάρρηκτη σχέση μορφής-περιεχομένου, έτσι που μια τέτοια κατασκευή να ηχεί παράταιρα και νοηματικά ανακόλουθη. Εδώ η ευθύνη των αυτοαποκαλούμενων «συνθετών» - που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι τίποτα άλλο από ημιμαθείς οργανοπαίκτες – είναι βαρύτατη. Κάθε εποχή απαιτεί τη δική της έκφραση, σαν απόρροια αναζήτησης και πειραματισμού, μόνο που τα δύο αυτά προϋποθέτουν μεγάλου βαθμού κατάρτιση και κυριαρχία των εκφραστικών μέσων της τέχνης σου. Ελάχιστοι μουσικοί το μπορούν αυτό. Οι περισσότεροι καλύπτουν την ανικανότητά τους, το χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο ή την ολοκληρωτική άγνοιά τους μέσα στους δαίδαλους της παράδοσης, αναπαράγοντας κάκιστα τα αριστουργήματα που έφτιαξαν λαϊκοί ή έντεχνοι δημιουργοί δεκαετίες πριν.

Ο στίχος με τη μετρική του προσδιορίζει κατά πολύ τη μελωδική φόρμα αν και όχι τη ρυθμική. Το ζητούμενο όμως είναι η ρυθμική και μελωδική φόρμα να μη διαψεύδουν το περιεχόμενο του στίχου, κάτι που είναι σχεδόν καθημερινή πρακτική στα «σύγχρονα λαϊκά» τραγούδια, όπου η μουσική ξερνάει τα λόγια ή ο ταλαίπωρος τραγουδιστής στην αδυναμία του να τραγουδήσει ή, το χειρότερο, να καταλάβει τι τραγουδάει, φτύνει νότες και συλλαβές μαζί. Το σίγουρο είναι πως ο κόσμος τραγουδάει λόγια, πράγμα που επιτρέπει να ιεραρχήσουμε τον στίχο στην πρώτη γραμμή μιας αναζήτησης νέων μορφών. Το χάσμα, όμως, μεταξύ συνθετών/στιχουργών αντί να μικραίνει μεγαλώνει διαρκώς. Τώρα, αν μερικοί συνθέτες υποψιασμένοι ψάχνονται και πειραματίζονται, είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

 

Αντικατοπτρίζει η δουλειά σου προσωπικές ανάγκες έκφρασης, και στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό ποιος είναι ο συντελεστής των επεμβάσεων και ποιο το ποσοστό αλλοίωσής της;

 

Ναι. Γράφω μόνο όταν έχω κάτι να πω ή όταν πιστεύω πως κάτι πρέπει να ειπωθεί στη δοσμένη στιγμή, χωρίς αυτό να επηρεάζει την επαγγελματική μου ένταξη στον χώρο των τραγουδοποιών.

Ο συντελεστής των επεμβάσεων πιστεύω πως βρίσκεται σε αναλογία με την προσωπικότητα του δημιουργού και τη δυνατότητα αντίστασης σ’ αυτές. Η Ελλάδα είναι κατ’ εξοχήν χώρα που όλοι έχουμε άποψη για τα πάντα, με τον πρόσθετο παράγοντα του συνδρόμου των τραγουδιστών και τραγουδοποιών να το παίζουν «προφήτες», «επαναστάτες», «φιλόσοφοι», «σωτήρες» ή «μάρτυρες». Λύσεις βολικές μέσα στη γενική εξαθλίωση και προσφορές για να πληρώσουν την ιδεολογική γύμνια μας και το άδειο στομάχι μας.

Ακόμη, το πλέγμα προσωπικών σχέσεων, συμφερόντων, διασυνδέσεων και ιδεολογικής ομοιομορφοποίησης παρεμβαίνει λογοκριτικά, μετατρέποντας το δημιούργημα σε εξάμβλωμα. Πρόσθεσε το ραδιόφωνο, που έτσι κι αλλιώς επεμβαίνει μεταδίδοντας ή μη τα περιοδικά και τις εφημερίδες που μυθοποιούν καραγκιόζηδες και ντενεκέδες συν τους «κριτικούς», άλλη πληγή του τραγουδιού κι αυτοί, που αποσκοπούν σε μια λογοκρισία των προθέσεων του δημιουργού.

Όπως καταλαβαίνεις, η αλλοίωση πολλές φορές είναι ολοκληρωτική. Η όποια επέμβαση ανάμεσα στον πομπό-δημιουργό και το κοινό-δέκτη έχει σαν αναφορά το μήνυμα και κατά συνέπεια την άρθρωση του κώδικα. Η παρέμβαση ακριβώς πάνω στον κώδικα οδηγεί στην αναίρεση του μηνύματος και την απομόνωση του δημιουργού ή την παρερμηνεία του νοήματος.

Προσωπικά, και στον βαθμό που εξαρτιέται από μένα, δε δέχομαι καμιά απόλυτα επέμβαση, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και προσχήματα κι αν παρουσιάζεται, έχοντας επίγνωση πως κάτι τέτοιο συνεπάγεται ανυπαρξία προβολής της δουλειάς μου και οικονομική ένδεια.

 





Ο στίχος σαν φορέας πληροφορίας, σε ποιο βαθμό, μαζικοποιημένος (δηλ. αναπαραγόμενος σε πολλαπλά αντίτυπα απ’ τη βιομηχανία του δίσκου), αναιρεί το περιεχόμενό του;

 

Η μαζικοποίηση του μηνύματος μέσα από την πολλαπλή αναπαραγωγή του στο βινύλιο σημαίνει τη δημοσιοποίησή του. Έτσι, το Μέσο, κυριαρχώντας πάνω στην πρόθεσή σου, επεμβαίνει στο αποτέλεσμα μέσα ακριβώς από τη διαδικασία της αναπαραγωγής. Αυτό που γράφεις είναι αυθύπαρκτο και μοναδικό, ενώ στη φάση της μαζικής του παραγωγής είναι βιομηχανοποιημένη και εμπορεύσιμη πληροφορία που κατά συνέπεια μετατίθεται στον χώρο του αφηρημένου και γενικού.

Η πληροφορία/κώδικας, ξεκομμένη από την πραγματικότητα που τη γέννησε, πλαστογραφεί κι ανατρέπει το μήνυμα για χάρη του Μέσου. Ένα τραγούδι λ.χ. με επαναστατικά συνθήματα σε δίσκο δίνει την ψευδαίσθηση της επαναστατικότητας όσο κι ένα σατέν μπλουζάκι με χρωμοτυπία πορτραίτου του Τσε.

Τα Μέσα επιβάλουν όχι μόνο την αισθητική τους αλλά και την ιδεολογία τους – ιδεολογία αναπαραγωγής και επέκτασης – χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αντίστασης, είτε η πρόταση αυτή απευθύνεται στην εκτροπή τους είτε στην από τα μέσα άλωσή τους. Ακόμη περισσότερο, η ίδια η φύση τους είναι βαθειά αντιδραστική κι εξουσιαστική, στον βαθμό που η λειτουργία τους είναι μονοσήμαντη σχέση ενεργητικού πομπού και παθητικού δέκτη. Σχέση που προσπάθησα να ανιχνεύσω με το «Δε λες κουβέντα» και τον «Παρονομαστή», συνειδητά αποπειρώμενος να αναπαράγω την προβληματική του Μέσου, αντίστροφα, μέσα δηλαδή από το ίδιο το Μέσο.

Νομίζω πως πρέπει να απαντηθούν πολλά θεωρητικά και πρακτικά ερωτήματα γύρω από τη θεωρία του δίσκου σα Μέσου Μαζικής Ενημέρωσης από τους ίδιους τους δημιουργούς, μια που η εξέλιξη του τραγουδιού κατέληξε να είναι εξέλιξη της δισκογραφίας και συνάρτηση των νόμων της.

Φοβάμαι, δυστυχώς, πως για κάθε παραπέρα συζήτηση για το τραγούδι στις μέρες μας, είναι απαραίτητη και μια Πολιτική Οικονομία της δισκογραφίας.

Κώστας Τριπολίτης



Πηγή: Γιάννης Καψουλάκης, "Τέσσερεις στιχουργοί μιλάνε για το σημερινό τραγούδι", περιοδικό ΜΟΥΣΙΚΗ, τεύχος 74, Ιανουάριος 1984, σελ. 26-27.





Δεν υπάρχουν σχόλια: