Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2021

"Λαϊκά Προάστια", μεταξύ ταξικού και εθνικού

 





Λαϊκά Προάστια, μεταξύ ταξικού και εθνικού

 


του Ηρακλή Οικονόμου

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικο ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τεύχος 73-74, Απρίλιος-Ιούνιος 2020. ΕΔΩ βλέπετε τα περιεχόμενα του αφιερώματος)



Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Τα «Λαϊκά Προάστια» κυκλοφόρησαν το 1980 σε μουσική Ηλία Ανδριόπουλου, στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη και ερμηνεία Σωτηρίας Μπέλλου. Τα δύο δημοφιλέστερα τραγούδια του δίσκου είναι φυσικά το Μην κλαις και η Πλατεία Βάθης. Άποψη του γράφοντος είναι, όμως, ότι τη διαχρονικότητά τους και τη φρεσκάδα τους διατηρούν πολύ περισσότερο κάποιες άλλες στιγμές, όπως το συγκλονιστικό Στις λασπωμένες γειτονιές, το μελαγχολικό Μεταξουργείο και το παράπονο του Ο αγέρας στους δρόμους. Και είναι αυτά τα τραγούδια που δίνουν το έναυσμα για την προβληματική του παρόντος σημειώματος: τη συνύπαρξη ταξικού και εθνικού στον συγκεκριμένο δίσκο, ως παράδειγμα της εθνοποιητικής λειτουργίας του ελληνικού τραγουδιού.

Ανεκδοτολογικά, τα τραγούδια Στις λασπωμένες γειτονιές και Λαϊκά Προάστια υπογράφονται από την Στέλλα Καλαβίτη. Φυσικά, στιχουργός παραμένει ο Μπουρμπούλης, στον οποίον δεν άρεσαν κάποιες παρεμβάσεις του Ανδριόπουλου στους στίχους και γι’ αυτό έβαλε το όνομα της γυναίκας του! Ας πούμε, το δίστιχο «Προάστια φτωχά ξεχασμένα / προάστια λαϊκά πικραμένα» αρχικά ήταν «Μεσάνυχτα χτυπούν περασμένα / Προάστια φτωχά ξεχασμένα», όπως βλέπουμε στο εσώφυλλο του δίσκου.

Οι μελωδίες συνδυάζουν αριστοτεχνικά το λυρικό με το δραματικό στοιχείο, την έντεχνη με τη λαϊκή διάσταση. Αυτή η ενότητα αποτυπώνεται και στην ενορχήστρωση, όπου δεσπόζει το μπουζούκι του Κώστα Παπαδόπουλου, συνοδευόμενο από τη φυσαρμόνικα του αείμνηστου Παναγιώτη Πάσπα, το πιάνο του Γιάννη Ζερβίδη, τις κλασσικές κιθάρες του Βαγγέλη Φάμπα και του Γεράσιμου Πυλαρινού, το κοντραμπάσο του Ανδρέα Ροδουσάκη και τα κρουστά του Γιώργου Λαβράνου. Δεν είναι μικρό το επίτευγμα του Ανδριόπουλου· έχοντας δοκιμαστεί σε πρωτίστως λυρικά περιβάλλοντα (Κύκλος Σεφέρη, Γράμματα στον Μακρυγιάννη), καταθέτει σε ηλικία 30 ετών ένα μελωδικό σύμπαν αμιγώς λαϊκό, στιβαρό και απολύτως συμβατό με την κοινωνική θεματολογία των στίχων του Μπουρμπούλη.

Ερμηνευτικά, δεσπόζει φυσικά η τραχιά φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου, η οποία βρήκε στα «Προάστια» πρόσφορο έδαφος για να ξεδιπλώσει ενστικτωδώς τις ρεμπέτικες μνήμες της. Και ένα μέρος της επιτυχίας του δίσκου αποδίδεται, δικαιωματικά, σ’ αυτήν: «Η Μπέλλου - ήταν καταλυτική η ερμηνεία της, συγκλονιστική - στα ώριμα χρόνια του βίου της είχε εμπεδώσει το δραματικό και τραγικό στοιχείο συνάμα στις ερμηνείες της. Την άκουγες να τραγουδάει κοινωνικό στίχο, στη δική μου εργασία και σε άλλων συναδέλφων της νεότερης γενιάς, και εκεί έβλεπες μια Μπέλλου η φωνή της οποίας ράγιζε τις πέτρες, ράγιζε τις καρδιές» (Ανδριόπουλος 2008). Εδώ κι εκεί επεμβαίνει η γυναικεία χορωδία υπό τη διεύθυνση της Λιλής Χριστοδούλου, «μαλακώνοντας» και «γλυκαίνοντας» την ατμόσφαιρα και προσθέτοντας ίσως και μια διάσταση αισιοδοξίας και προσμονής στο σκοτεινό σύμπαν του δίσκου.

Είναι γνωστές οι ενστάσεις του Πατσιφά στην προοπτική συμμετοχής της Μπέλλου, καθώς ο ίδιος είχε προκρίνει αρχικά τη Βίκυ Μοσχολιού όπως τεκμηριώνεται από τον ίδιο τον συνθέτη: «ο αείμνηστος Αλέκος Πατσιφάς δεν ήθελε με κανέναν τρόπο τη συμμετοχή της Μπέλλου, θεωρούσε ότι θα ήταν αποτυχίαμου πρότεινε τη Βίκυ Μοσχολιού και άλλους» (Ανδριόπουλος 2008). Και υπάρχει βεβαίως στο διαδίκτυο μια ηχογράφηση με τη Μοσχολιού να ερμηνεύει ζωντανά κάποια τραγούδια από τον μετέπειτα δίσκο σε συναυλία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού τον Ιούλιο του 1979 (Ορφανουδάκης 2012). Οι απόψεις για τη μεταστροφή αυτή διίστανται· τόσο ο Ορφανουδάκης όσο και ο Τάσος Κριτσιώλης (2006) αναφέρονται σε γνωριμία της Μπέλλου με τον Ανδριόπουλο σε εκείνη τη συναυλία, που έπεισε τον συνθέτη ότι τα «Λαϊκά Προάστια» έπρεπε να τραγουδηθούν απ’ αυτήν. Όμως, ο Αλέκος Πατσιφάς, διευθυντής της Lyra, διαφώνησε επειδή «πίστευε ότι η μεγάλη ρεμπέτισσα θα βρισκόταν ‘έξω από τα νερά της’ και ο κόσμος δεν θα αγόραζε ένα δίσκο της με ουσιαστικά ‘έντεχνα’ κομμάτια» (Κριτσιώλης 2006). Μια τέτοια ερμηνεία μόνο κατά το ήμισυ μπορεί να σταθεί, με την έννοια ότι η Μπέλλου είχε ήδη δοκιμαστεί δύο φορές στο τότε σύγχρονο, μη ρεμπέτικο τραγούδι, στους δίσκους Δεν περισσεύει υπομονή (1973) των Βαγγέλη Γκούφα-Αργύρη Κουνάδη και Σεργιάνι στον παράδεισο (1976) των Μάνου Ελευθερίου-Βασίλη Δημητρίου. Άρα, αποκλείεται ο Πατσιφάς ή ο οποιοσδήποτε άλλος να θεωρούσε την Μπέλλου ακατάλληλη - με καλλιτεχνικούς όρους - για να ερμηνεύσει τα τραγούδια των Λαϊκών Προαστίων. Δεδομένης, όμως, της μάλλον αδύναμης εμπορικά πορείας των δύο προηγούμενων εργασιών της Μπέλλου σε «έντεχνα» μονοπάτια, μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι ο Πατσιφάς δεν θεωρούσε συνετό να «τριτώσει» η εν λόγω δοκιμή. Σε κάθε περίπτωση, τόσο ο Μπουρμπούλης (στο παρόν τεύχος) όσο και ο Ανδριόπουλος (2008) έχουν πει σε συνεντεύξεις τους ότι έβαλαν κατά κάποιο τρόπο «βέτο» υπέρ της Μπέλλου, και ο Πατσιφάς υποχώρησε.





Προάστια λαϊκά, ταξικά, εθνικά;

Τέσσερις δεκαετίες μετά, ο δίσκος θεωρείται πλέον κλασικός. Οι δύο δημιουργοί, που είχαν ξανασυναντηθεί ένα χρόνο πριν στα Γράμματα στον Μακρυγιάννη, έφτιαξαν ένα έργο ορισμένο μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Η ονοματολογία του Μπουρμπούλη χαράσσει κάθε τραγούδι: Πλατεία Βάθης, Αχαρνών, Μεταξουργείο, Καισαριανή, Πέραμα, Κοκκινιά, Ταμπούρια, Ακροναυπλία, Γερμανία. Η αναφορά περιοχών συγκεκριμένων και με ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα είναι καταιγιστική. Μέσα από τα ονόματα αυτά υμνούνται οι κάτοικοί τους, οι αδικημένοι και οι κατατρεγμένοι των λαϊκών προαστίων. Προπαντός, τονίζεται το κοινωνικό σχίσμα, η ανισότητα, η εμφανής ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας: «Οι περιοχές που αναφέρεται το έργο, η Κοκκινιά, η Νίκαια, ο Κορυδαλλός, η Δραπετσώνα, το Πέραμα, ήταν περιοχές στερημένες που έβλεπες τη διαφορά σε σχέση με τα αριστοκρατικά προάστια, τα βόρεια, ή με το Κολωνάκι, ή ακόμα και με τα μικροαστικά προάστια της Κυψέλης, του Παγκρατίου» (Ανδριόπουλος 2008).

Με τα προάστια [μες στα προάστια περνούν βαριά λεωφορεία] σαν σκηνικό θεατρικής παράστασης, ο δίσκος αφηγείται την σκληρή καθημερινότητα της εργατικής τάξης, φέρνοντας στην επιφάνεια κοινωνικές ομάδες που μέχρι και τότε έμεναν αδικαίωτες από το επίσημο ελληνικό κράτος στη μετεμφυλιακή, χουντική, και μεταπολιτευτική εκδοχή του. Το σύμπαν του Μπουρμπούλη είναι σκοτεινό, ρεαλιστικό, συγκεκριμένο. Οι ιστορίες του ξετυλίγονται στους δρόμους, στα πεζοδρόμια, στις γειτονιές, στο σιδεράδικο, στα συνεργεία, στα γιαπιά, στα παραπήγματα, στα χαλυβουργεία. Αυτοί είναι χώροι συλλογικής παρουσίας, κατοικίας και εργασίας· μέσα από τους χώρους αυτούς επικυρώνεται η εργατική τάξη ως τάξη, ως ομάδα, ως μια παρουσία που ξεπερνάει το άθροισμα των μεμονωμένων μελών της. Υπονοείται, αν θέλετε, κι ένα παράδοξο: η τάξη αυτή να υπάρχει ως παρουσία μέσα στην πόλη, στα προάστια, στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, αλλά να απουσιάζει εν πολλοίς από το βασικό σώμα της πολιτικής ζωής. Παράλληλα, ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί στιγμές από την εξορία, τα σίδερα, και τη φυλακή. Είναι κι αυτό ένα σημάδι πως ο στιχουργός διατηρεί την ιστορική του μνήμη και βλέπει μια ιστορική συνέχεια ανάμεσα στο τι υποφέρανε οι αγωνιστές μετά τον Εμφύλιο και στο τι βίωνε ο εργατικός πληθυσμός μετά τη Χούντα. Υπάρχει κάτι ανικανοποίητο εδώ, ένα αίτημα ανεκπλήρωτο που κρατάει δεκαετίες και διαπερνά διαδοχικές γενιές.

Ταυτόχρονα, ο δίσκος αφήνει το παράθυρο ανοιχτό για το καινούργιο, για την ελπίδα. Μέσα στα συνεργεία και τα σιδεράδικα, υπάρχει χώρος για την καλύτερη γενιά και την Κυριακή που θα ’ρθουν. Καλύτερη γενιά δεν είμαι σίγουρος ότι ήρθε, αλλά ήρθε σίγουρα μια σημαντική πολιτική αλλαγή (ή …Αλλαγή, με «Α» κεφαλαίο αν προτιμάτε) με μέτρα όπως η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, ο σχετικός εκδημοκρατισμός του κράτους και θεσμών όπως τα συνδικάτα και το πανεπιστήμιο, και η επεκτατική οικονομική πολιτική που μέσω της τόνωσης της ζήτησης και των μαζικών διορισμών βελτίωσε το επίπεδο ζωής των λαϊκών στρωμάτων. Αν τα Λαϊκά Προάστια έθεσαν το ερώτημα/αίτημα, η έλευση του ΠΑΣΟΚ έναν χρόνο μετά έδωσε την απάντηση.

Και τα σαφή όρια που ιστορικά αποδείχθηκε ότι είχε η απάντηση υπάρχουν εγγεγραμμένα στο ίδιο το ερώτημα/αίτημα: αυτό δείχνει η συνύπαρξη της κυρίαρχης κοινωνικής-ταξικής διάστασης με μια εθνική διάσταση μέσα στον δίσκο. Στο ίδιο τραγούδι η βραδιά που κάηκε η Σμύρνη μνημονεύεται παράλληλα με τη φωνή της εργατιάς, ενώ τα συνεργεία και τα σιδεροπρίονα συμβαδίζουν με το σχόλιο για την Ελλάδα που έγινε όπως του Σπαθάρη ο παλιομπερντές. Πάντα στο ίδιο μοτίβο συναντάμε τον στίχο σε μια αίθουσα σκοτεινή φοιτητές δικάζουν / την πατρίδα μου κλαίω εγώ που καθρεφτίζει μαεστρικά αυτή τη συνύπαρξη κοινωνικού και εθνικού, με τους φοιτητές και την πατρίδα στον ίδιο στίχο. Και βέβαια μην ξεχνάμε την παραδοχή δεν μπορώ το αίμα μου να δίνω / σε μιαν άρρωστη συνέχεια πατρίδα. Η υπενθύμιση του εθνικού πλαισίου είναι συνεχής - πρόκειται για το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξετυλίγεται το κουβάρι των κοινωνικών αντιθέσεων που περιγράφει ο δίσκος.

Ο ίδιος ο Ηλίας Ανδριόπουλος εξηγεί αυτή την έμφαση στην εθνική διάσταση: «…στους πρωτοπόρους, τους καλλιτέχνες, αλλά και στην ίδια τη νεολαία πλανιόταν ένα αίσθημα πνευματικής αυτογνωσίας, και εθνικής αυτογνωσίας θα λέγαμε – με την καλή έννοια, όχι την εθνικιστική - όπου προσπαθούσαμε όλοι να ομορφύνουμε το πρόσωπο της χώρας και να βρούμε τις αναλογίες και τα σύμβολα όπου θα πατούσαμε πάνω τους και θα παίρναμε ανάσες για να πάμε τα πράγματα αν μπορούσαμε προς τα εμπρός» (Ανδριόπουλος 2008). Ας έχουμε κατά νου το ιστορικό πλαίσιο: η Χούντα έχει φύγει αλλά το όραμα οριστικής υπέρβασής της δεν έχει μετουσιωθεί σε πολιτική πράξη. Ο λόγος και πάλι στον Ανδριόπουλο (2008): «Την εποχή εκείνη βγαίναμε μέσα από τη Χούντα, ταλαιπωρημένοι, με πολλά τραύματα, αλλά και με ένα πείσμα – ήμαστε και νέοι τότε - μία πίστη, ένα όραμα και μία ελπίδα να μην ξανασυμβεί αυτό το πράγμα. Αυτό που συνέβη με τη δικτατορία ταλαιπώρησε, προσέβαλλε και μείωσε τόσο πολύ τον τόπο».






Υπάρχει και κάτι βαθύτερο, όμως, εδώ, πέρα από τη συγκυρία: πρόκειται για την ιδεολογική λειτουργία του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού από τη δεκαετία του ’60 και μετά ως ένα ενοποιητικό και εθνοποιητικό πολιτιστικό στοιχείο - ως μια πράξη που στόχο είχε την υπέρβαση των πληγών του εμφυλιακού διχασμού μέσα από την επίκληση μιας ευρύτερης και ανώτερης οντότητας: πατρίδα, χώρα, έθνος, ελληνικότητα. Στην πρωτοποριακή επεξεργασία τους, οι Γιάννης Μηλιός & Θάνος Μικρούτσικος (1984) τονίζουν ότι αυτή η εθνοποιητική λειτουργία του ελληνικού τραγουδιού προκύπτει κυρίως από τη διάκριση μεταξύ ελληνικού και ξένου τραγουδιού, και παράγει ως αποτέλεσμα την υπενθύμιση της ελληνικής ταυτότητας και της εθνικής συνοχής. Ακολουθώντας τα χνάρια αυτής της ανάλυσης, δεν γίνεται παρά να συμφωνήσει κάποιος ότι το ελληνικό τραγούδι παράγει ιδεολογικά αποτελέσματα που πρωτίστως συνδέονται με την κυρίαρχη ιδεολογία (όταν, σε κάποιες περιπτώσεις, δεν την αμφισβητούν).

Στην περίπτωση των Λαϊκών Προαστίων, έχουμε να κάνουμε με μια αντιφατική κατάσταση: αφενός, η περιγραφή του εργατικού σύμπαντος, η εξύμνηση των λαϊκών παθών, και η εμφανής συμπόρευση με πανίσχυρα ιστορικά σύμβολα της Αριστεράς όπως ο αντάρτης και η εξορία δοκιμάζουν τα όρια της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αφετέρου, η ενσωμάτωση αυτής της θεματολογίας σε μια ευρύτερη εθνική οντότητα υπονοεί ότι η διεκδίκηση του τραγουδιού αυτού δεν είναι τόσο η χειραφέτηση των καταπιεζομένων έναντι των καταπιεστών όσο η με καλύτερους και δικαιότερους όρους συμπόρευση καταπιεζόμενου και καταπιεστή μέσα στον εθνικό κοινωνικό σχηματισμό. Τα Λαϊκά Προάστια συνιστούν κατά κάποιο τρόπο μια υπενθύμιση των «από κάτω» ότι «είμαστε κι εμείς εδώ». Πρόκειται για ένα τραγούδι της συμφιλίωσης, η οποία ρεαλιστικά μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από την εξύψωση του χαμένου. Η εξύψωση αυτή δεν είναι απεριόριστη και δεν πάει μέχρι τέλους· η παράλληλη επίκληση της πατρίδας θέτει κατά κάποιο τρόπο το υπέρτατο όριο μέχρι το οποίο μπορεί να κινηθεί. Η ταξική ανισορροπία κατά των εργατικών στρωμάτων οφείλει να διορθωθεί όχι για να επιτευχθεί μια ανισορροπία υπέρ τους, αλλά για να επέλθει μια ισορροπία που θα ωφελήσει, θα ομορφύνει και θα επικυρώσει τον ελληνισμό, την ελληνικότητα, την εθνική ταυτότητα, το γένος, το έθνος κλπ.

Με άλλα λόγια: τα Λαϊκά Προάστια θέλουν να επουλώσουν μια για πάντα τη μετεμφυλιακή πληγή. Στο πλαίσιο αυτό, είναι εξαιρετικά σημαντικός ο στίχος: Στους κήπους της Καισαριανής σ’ έβγαζα για σεργιάνι / όμως μας χώρισ’ η ζωή νύχτα στου Μακρυγιάννη. Η αναφορά στου Μακρυγιάννη δεν περιγράφει γενικά και αόριστα την όμορφη αυτή συνοικία κάτω από την Ακρόπολη, αλλά τη Μάχη του Μακρυγιάννη στην αρχή του Εμφυλίου. Η κομβική αυτή μάχη διήρκεσε από τις 6 μέχρι τις 18 Δεκεμβρίου 1944 με την επίθεση του ΕΛΑΣ στο ομώνυμο στρατόπεδο της Χωροφυλακής (Σύνταγμα Μακρυγιάννη) και την τελική απώθησή του από το κέντρο της Αθήνας και, εν τέλει, από την Αττική. Ο ίδιος ο Μπουρμπούλης επιβεβαιώνει αυτή την ερμηνεία παραθέτοντας την υποσημείωση «‘Μακρυγιάννη’, ο χώρος των εμφυλιακών γεγονότων» κάτω από το τραγούδι Καισαριανή στην έκδοση των στίχων του (Μπουρμπούλης 2004). Και μια παρόμοια υποσημείωση («Πρεμιέρα των ‘Δεκεμβριανών’») συναντάμε κάτω από το τραγούδι Ο αγέρας στους δρόμους, στην ίδια έκδοση (Μπουρμπούλης 2004). Το αίτημα των Λαϊκών Προαστίων είναι η οριστική επούλωση αυτής της πληγής, η πραγματική συμφιλίωση μέσω της αναγνώρισης και της εξύμνησης του ηττημένου, του καταφρονεμένου, του αδικημένου. Και αυτή είναι και η πεμπτουσία της εθνοποιητικής λειτουργίας του ελληνικού τραγουδιού που πρώτοι οι Μηλιός & Μικρούτσικος ευφυέστατα ανέλυσαν.

 

Συμπέρασμα

Σε κάθε περίπτωση, και παρά τα ιδεολογικά όριά του, παραμένει αξιοσημείωτο το επίτευγμα του Μιχάλη Μπουρμπούλη και του Ηλία Ανδριόπουλου να φωτίσουν βιωματικά και χειροπιαστά τη ζωή των εργατικών συνοικιών. Δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα αυτό όταν γράφεις το 1980, με την κληρονομιά του μετεμφυλιακού και μεταδικτατορικού κράτους να βαραίνει ακόμα. Από την άνεση του καναπέ μου και του 2020 είναι εύκολο να αναλύω λέξεις και έννοιες και νοήματα. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι τα Λαϊκά Προάστια επιτέλεσαν μια κατεξοχήν προοδευτική ιστορική αποστολή για την εποχή στην οποία γράφτηκαν, φέρνοντας στο προσκήνιο μια κοινωνική πραγματικότητα που επεδίωκε να μετουσιωθεί και σε πολιτική δυναμική. Δεν είναι ο μόνος δίσκος που το έκανε αυτό αλλά είναι και αυτός, μεταξύ των πιο επιδραστικών και σπουδαίων.

 

Πηγές

- Ανδριόπουλος, Ηλίας (2008), «Συνέντευξη στον Ηρακλή Οικονόμου», Μουσικά Προάστια, 5 Ιουνίου 2008.

- Κριτσιώλης, Τάσος (2006), «Ένας δίσκος ήρθε απ’ τα παλιά: ‘Λαϊκά Προάστια’», MusicCorner, 23 Ιουνίου 2006.

- Μηλιός, Γιάννης & Θάνος Μικρούτσικος (1984) «Στην υπηρεσία του Έθνους: Για την ιδεολογική λειτουργία του ελληνικού τραγουδιού», Θέσεις, τ. 8, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1984.

- Μπουρμπούλης, Μιχάλης (2004), Τα σπίτια είναι χαμηλά σαν έρημοι στρατώνες, Αθήνα: Εκδόσεις Παπαϊωάννου.

- Ορφανουδάκης, Μάνος (2012), «Η Βίκυ Μοσχολιού ερμηνεύει πρώτη τα ‘Λαϊκά Προάστια’ το 1979», MusicPaper, 5 Μαρτίου 2012.





Δεν υπάρχουν σχόλια: