Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2021

Γιώργος Σταυριανός - "Η αλήθεια της νύχτας" (7)




 


ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝΤΑΣ...


Ο θάνατος της Φελισί μας βρήκε απροετοίμαστους. Ήρθε σαν καταιγίδα ξαφνική και απρόσμενη, χωρίς να έχει προηγηθεί καμιά σχετική προειδοποίηση, όταν ο ουρανός ξεχείλιζε βαθύ γαλάζιο χρώμα. Η ασθένεια υπήρξε σύντομη και η εξέλιξη ραγδαία. Όλοι μιλούσαν, σαν χτυπημένοι από κεραυνό, για μια σπάνια αρρώστια του αίματος. Δεν τολμούσαν να εκστομίσουν την λέξη που φάνταζε σαν καταραμένη. Λευχαιμία. Όχι, κανείς μα κανείς δεν την κατονόμασε.


Χτυπήθηκε καταμεσής του καλοκαιριού όταν ακόμα απολάμβαναν τον Αύγουστο στην Κορσική, ο αγαπημένος της Ζαν-Ζακ και η ίδια. Μαζί τους ακόμα κι ένα ζευγάρι φίλων, κι όλοι μαζί είχαν στήσει σκηνές σε μιαν απρόσιτη παραλία του νησιού. Έσκαγε από ζωντάνια όταν κάποιο πρωινό αισθάνθηκε τα πρώτα συμπτώματα. Γενική αδιαθεσία και δέκατα. Όλοι μίλησαν για κάποιο ασήμαντο κρυολόγημα, κι η αλήθεια είναι πως μια ξαφνική αλλαγή του καιρού προς το χειρότερο που είχε προηγηθεί, έκανε ακόμα πιο πιστευτή την εκδοχή αυτή. Όμως, πού θα πήγαινε, καλοκαίρι ήταν, τι στο καλό, η κακοκαιρία δεν θα ταν παρά ένα μικρό διάλειμμα...


Ο καλός καιρός επανήλθε, όμως η Φελισί όλο και χειροτέρευε. Κανένας πια δεν καταλάβαινε. Ο Ζαν-Ζακ έδειχνε απελπισμένος, η ίδια όμως φαινόταν να το διασκεδάζει. Ευκαιρία να παραμείνει στο κρεβάτι διαβάζοντας μερικά βιβλία που τα κουβαλούσε εδώ και κάτι μήνες, και όλο αδιάβαστα παρέμεναν.


Μεταφέρθηκαν σε ξενοδοχείο παρ’ όλες τις ενστάσεις της, κι ούτε ν’ ακούσει λέξη δεν ήθελε για επιστροφή λόγω ανωτέρας βίας. Ήταν εμφανείς οι προσπάθειες που κατέβαλλε για να κρύψει όσο μπορούσε την αδυναμία της, και την χλομάδα που συνόδευε το πρόσωπό της.


Όμως κάποια στιγμή τα περιθώρια εξαντλήθηκαν. Η ίδια κατέρρευσε.


Ακολούθησε μια περίοδος φρίκης. Επιστροφή εσπευσμένη, εισαγωγή σε μεγάλο νοσοκομείο και διάγνωση καταπέλτης. Κι όλα αυτά κατακαλόκαιρο. Η μορφή της ασθένειας που την είχε χτυπήσει ήταν από τις χειρότερες.


Στην ίδια το απέκρυβαν. Και πραγματικά, δεν το είχε καταλάβει μέχρι την τελευταία στιγμή. Η επιθυμία να ζήσει; το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που δίνει μέχρι και την τελευταία στιγμή τη μάχη με το θάνατο; ή μήπως, ξεπερνώντας ακόμα και τον τρόμο του επερχόμενου τέλους που μάντευε, δεν ήθελε να στενοχωρήσει με τίποτα τον άνθρωπο που είχε λατρέψει και στον οποίο είχε αφιερωθεί ολοκληρωτικά; Γιατί, κι αυτό πέρα από κάθε αμφισβήτηση, δεν ήταν μόνο η σύντροφος του Ζαν-Ζακ, αλλά και η φίλη του, τα μάτια του, η φωνή του...


Ξεψύχησε ξημερώματα Κυριακής ξεγελώντας ακόμα και τις νοσοκόμες, ακόμα και τον γιατρό υπηρεσίας. Όλοι νόμισαν πως κοιμόταν ήρεμα και βαθιά και πως ονειρευόταν...


Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, και η Φελισί επανέρχεται στη μνήμη μου ολοζώντανη, μ’ εκείνο το καλοσυνάτο παιδικό χαμόγελο, και τα τεράστια γυαλιά στο σχήμα της πεταλούδας να στεφανώνουν τα μυωπικά κι αξιολάτρευτα μάτια.


Η είδηση του θανάτου της έφτασε ένα βράδυ, όταν στο μεγάλο σαλόνι επικρατούσε φοβερό κέφι. Οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν, τα ποτά κατέβαιναν μονορούφι, και γέλια, πολλά γέλια που έδιναν ένα τόνο ανεμελιάς και γιορτής. Κι η είδηση έπεσε σαν βόμβα, γιατί η τραγωδία είχε προσεκτικά αποκρυβεί. Μάλιστα δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναρωτιόντουσαν σχετικά με την απουσία ενός ζευγαριού, προχωρημένο φθινόπωρο πια, που ήταν από τ’ αγαπημένα, μέλη επίλεκτα κι οι διό της μικρής και ξεχωριστής αυτής κοινωνίας. Οι περισσότεροι όμως πίστευαν την εκδοχή των παρατεταμένων διακοπών, ακόμα και την πιθανή μετακόμισή τους σε άλλη πόλη. Πού θα πήγαινε όμως, κάποια στιγμή θα επανεμφανίζονταν.


Κι ήταν ο Πιέρ, ο ξανθός φίλος του Ολιβιέ που βρισκόταν ασκούμενος εδώ και δέκα μέρες στο μεγάλο δημοτικό νοσοκομείο όπου η Φελισί άφησε την τελευταία της πνοή, που τυχαία έμαθε ξεσκονίζοντας τα περιστατικά του βιβλίου εισαγωγών για το συμβάν.


Εκείνο το βράδυ η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία ανάμεσα στις παρέες. Η ατμόσφαιρα πάγωσε, οι περισσότεροι αλληλοκοιτάζονταν σαν αποσβολωμένοι. Η Φελισί δεν θα ήταν πια ανάμεσά μας... Τα γέλια έγιναν σιωπή, ο Ζαν-Λου άφησε στη μέση το κομμάτι του Λούις Άμστρονγκ που εκείνη τη στιγμή έπαιζε στο πιάνο. Θυμάμαι ακόμα το μορφασμό που έκανε, για να μπορέσει να καταλάβει τι επιτέλους του έλεγε μ’ αυτό το κεραυνόπληκτο ύφος ο Τουφ. Και θυμάμαι, θυμάμαι..., τα χέρια του..., τα χέρια του που έμειναν μετέωρα πάνω στο κλαβιέ, με όλα τα δάχτυλα σε θέση επίθεσης για την επόμενη συγχορδία... Κι ύστερα, τα ίδια αυτά τα χέρια που έπεσαν βαριά σαν ατσάλι, βγάζοντας μια τρομακτική κακοφωνία, και που ήταν κι ο τελευταίος ήχος που ακούστηκε εκείνο το βράδυ. Μια κακοφωνία όμως που μ’ έκανε κι ανατρίχιασα, έμοιαζε με ουρλιαχτό άγριου πληγωμένου θηρίου.


Η ίδια η Κοκό που τίποτα δεν πτοούσε τρόμαξε κι αναρρίγησε. Το χέρι της αναζήτησε ενστικτωδώς το δικό μου που ήταν παγωμένο. Κι όμως, το δικό της το αισθάνθηκα ακόμα πιο κρύο, ακόμα πιο άψυχο... Το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να της το σφίξω, κι αυτό για λίγο, γιατί η δύναμη που μου απέμενε ένιωθα να μ’ εγκαταλείπει. Το χέρι μου χαλάρωσε κι άφησε το δικό της που έπεσε στο κενό...


Όμως το μεγάλο σαλόνι δεν άδειασε. Εντύπωση μου έκανε που κανείς δεν έφυγε από τη θέση του. Παρέμειναν όλοι σαν εικόνες του Επινάλ, αμίλητες και ξεθωριασμένες, να καρτερούν... Να καρτερούν αλήθεια τι; Τώρα πια που ξανασκέφτομαι όλα εκείνα που σημάδεψαν τη μνήμη και που θαρρώ πως αξίζει να τ’ αναφέρω, η ερμηνεία που δίνω για εκείνη την τόσο ξεχωριστή και ακατανόητη στάση της σιωπηλής αναμονής εκείνο το βράδυ, δεν ήταν άλλο από την προσπάθεια που κάναμε όλοι για να εξοικειωθούμε με το σοκ που μας είχε προκαλέσει η ίδια η ιδέα του θανάτου... Η μικρή, κομψή, και ανέμελη αυτή κοινωνία έδειχνε να μην είναι πια άτρωτη. Είχε απολέσει ξαφνικά και ανεπανόρθωτα ένα κομμάτι από την ίδια της τη μνήμη. Η ζωή έπρεπε να ξαναρχίσει τώρα χωρίς την Φελισί... Κι αυτό ήταν δύσκολο, ήταν προκλητικό.


Ακόμα και η Μαρί-Οντίλ υποτάχτηκε στη βιαιότητα αυτής της «εισβολής». Άλλο να ξέρεις ότι υπάρχει θάνατος, κι άλλο να συνειδητοποιείς ξαφνικά πως ένα μέρος από την εικόνα στην οποία όλοι είχαμε αναγνωριστεί, έπαψε να υπάρχει. Και όλοι πια έπρεπε να ζήσουμε και με την απώλεια εκείνη.


Τότε κατάλαβα κάτι το τρομακτικό. Πως δεν κουβαλάμε όλοι τον ίδιο θάνατο. Και αυτό είναι σε άμεση συνάρτηση με το τι ο καθένας αντιπροσωπεύει για τον άλλο σ’ αυτή τη ζωή.


Συνειδητοποίησα ότι το βάρος το αληθινό του καθενός μας είναι πάντοτε το ειδικό, δηλαδή αυτό που εισπράττουμε εκ των υστέρων. Που δεν είναι εντοπίσιμο από την αρχή, και που περισσότερο ανιχνεύεται στην απουσία. Κι ήταν αυτό ακριβώς που συνέβη με την Φελισί.


«Τι φρίκη» ψιθύρισε η Κοκό, που ακόμα κι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε ολότελα να συγκρατηθεί, «θυμάμαι ακόμα το περιστατικό με τον καφέ...», σταμάτησε συγκινημένη και περιέργως αληθινή για να συνεχίσει «την είχα αγριοκοιτάξει τότε... ω Θε μου, πόσο ένοχη νιώθω, δεν έπρεπε..., δεν έπρεπε...»


Εκείνο το βράδυ κανείς δεν έκλαψε. Θαρρώ πως διέκρινα κάποιο δάκρυ που δεν μπόρεσε ν’ αναχαιτίσει ακόμα κι ο ατσάλινος χαρακτήρας της Μαριλίζ, συνηθισμένη όπως ήταν να τιθασεύει τα συναισθήματα και να τα ιεραρχεί. Όμως αυτό το δάκρυ ήταν ένα και μισοκύλησε. Δεν έκανε καμιά κίνηση να το σκουπίσει. Ένα λεπτεπίλεπτο μικρό αυλάκι που μόλις και διακρινότανε πάνω στο ελαφρά πουδραρισμένο της μάγουλο, μέχρι που ξεράθηκε κι εξαφανίσθηκε. Ήταν όμως αρκετό. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν έχουν θέση τα δάκρυα. Ούτε τα πολλά λόγια. Θυμάμαι πως παραμείναμε μέχρι αργά, κι ήταν σα να ξενυχτούσαμε ετεροχρονισμένα το άψυχο σώμα της φίλης μας, σα να τη συντροφεύαμε στην παγωνιά και στον άγνωστο κόσμο που αντίκριζαν τώρα πια τα υπέροχα εκείνα μυωπικά της μάτια.


Ακόμα και ο πάτερ Ντε Φρεζύς, ο διευθυντής που κάποια στιγμή τον αντιληφθήκαμε να διασχίζει το μεγάλο σαλόνι ακολουθούμενος από τον πάντα περίεργο πατέρα Ντρουώ, δεν τόλμησε να σχολιάσει την ιδιαίτερη εκείνη, ακατανόητη και πέρα από κάθε συνήθεια σιωπή. Προχωρούσε απορημένος αλλά σιωπηλός. Και μόνο ο πάτερ Ντρουώ θέλησε να ξεσκεπάσει το μυστήριο αποτολμώντας μια ερώτηση στον Τουφ, όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Κι ύστερα, αφού ενημερώθηκε, σήκωσε το κεφάλι συγκινημένος, και χωρίς κανένα απολύτως σχόλιο όμως με έκδηλα τα σημάδια της κατανόησης, συνέχισε το δρόμο του ακολουθώντας τον διευθυντή που είχε πια απομακρυνθεί.


Όπως αργότερα μάθαμε, οι ιερωμένοι ήξεραν από καιρό, είχαν μάλιστα τελέσει και λειτουργία στη μνήμη της φίλης μας, όμως δεν άφησαν τίποτα να διαρρεύσει ύστερα μάλιστα κι από την παράκληση του ίδιου του συντρόφου της, που προτιμούσε να παραμείνει στη μνήμη μας ζωντανή. Όπως και παρέμεινε.

 

Ήταν εκείνο το ίδιο βράδυ όταν πια όλοι είχαμε αποχωρήσει από το μεγάλο σαλόνι, που άκουσα τ’ αγρίμια να με καλούν απελπισμένα. Το προσκλητήριο ήταν εκκωφαντικό, κι η ώρα προχωρημένη και άγρια. Δεν είχα ακόμα πέσει για ύπνο, και έτσι φορώντας το μακρύ μαύρο μου πανωφόρι γιατί η βραδιά ήταν ψυχρή, γλίστρησα έξω από το οικοτροφείο. Το κάλεσμα γινόταν όλο και πιο επίμονο, αδύνατον να αντισταθώ. Η ιδιαίτερη, η γεμάτη υγρασία ατμόσφαιρα της ώρας εκείνης αγκάλιασε το σώμα μου, η ομίχλη είχε ήδη στεφανώσει τις κορυφές των ψηλών φωτισμένων καμπαναριών του καθεδρικού του Σαιντ-Εβρ.


Διέσχιζα την πλατεία Λεοπόλ με βήμα γοργό. Τα πόδια μου βούλιαζαν πατώντας πάνω στο χορτάρι…, χνάρια από βήματα ανήσυχα που θα ξενυχτούσαν ως το πρωί γυρεύοντας...


Γυρεύοντας τι; Αυτό αναρωτιέμαι ακόμα μέχρι σήμερα, όταν σα σε κινηματογραφική ταινία βλέπω να ξετυλίγονται μπροστά στα απορημένα ακόμα μάτια μου οι μεταμεσονύκτιες εκείνες περιπλανήσεις, που έφταναν μέχρι τα όρια της πόλης και πολλές φορές τα ξεπερνούσαν.


Μια εξήγηση που βρίσκω πρόχειρα είναι η επιθυμία μου να μην παραδοθώ. Να μην παραδοθώ στον ύπνο και τον θάνατο, αποτυπώνοντας όσο μπορούσα περισσότερο στη μνήμη μου το ίδιο το τραγούδι μιας πόλης κι ενός κόσμου, που εκείνες τις στιγμές δεν υπήρχαν παρά μόνο για ’μένα.


Έτσι, χωρίς την απαραίτητη και σχεδόν καθημερινή παρουσία της Φελισί αλλά και του Ζαν-Ζακ που είχε κι αυτός εξα­φανιστεί, οι ημέρες άρχισαν να ξαναβρίσκουν τους συνηθισμένους τους ρυθμούς. Όμως, δεν μπορούσα να εμποδίσω τη σκέψη που μάταια την αναζητούσε. Είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακό, τώρα που το σκέφτομαι, πόσο πολύ πληγώνει η άσκοπη πε­ριφορά της μνήμης όταν αυτή επιμένει, αναμοχλεύοντας πολ­λές φορές λεπτομέρειες ασήμαντες. Ένα μετέωρο ερωτηματικό, που διαπερνώντας τα πελώρια σε σχήμα πεταλούδας μυωπικά γυαλιά απαιτούσε να εκμαιεύσει την απάντηση που όμως δεν υπήρχε, ο ανόητος αλλά τρισχαριτωμένος μορφασμός στο άκουσμα κάποιου ανέκδοτου όπου κανείς δε γελά, το ξαφνικό τσίμπημα στο μάγουλο από ένα χέρι μικροκαμωμένο και πεντακάθαρο, μια γκόφρα με σαντιγί που μοιραστήκαμε σ’ ένα ανοιξιάτικο περίπατο στην Πεπινιέρ και που μας έπεσε κατάχα­μα, το κρητικό θυμάρι που της είχα υποσχεθεί και που δεν της έδωσα ποτέ γιατί το μάζεψα καλοκαίρι, και κείνη, εκείνη στάθηκε ασυνεπής στο ραντεβού μας. Έφυγε...


Έτσι ένα βράδυ οργισμένος και μετέωρος, αφού περιπλανήθηκα στην πόλη άσκοπα, χτύπησα αργά την πόρτα σου. Δεν έδινα δεκάρα αν είχα τηρήσει τα προσχήματα, αν θα σουν ξύπνιος ή όχι, η επίσκεψή μου σε δυο τρία διαφορετικά μπιστρό είχε συντελέσει στην ελαφρά μέθη που με διακατείχε.


Αισθανόμουν οργισμένος. Κι ανίσχυρος. Και ταπεινωμένος από ένα γεγονός, που για πρώτη φορά ένιωθα να με συγκλονίζει. Ήθελα να ρωτήσω, να μάθω, να μου εξηγήσουν... Πώς είναι δυνατόν να φεύγουμε έτσι ξαφνικά και απροειδοποίητα. Πώς γίνεται και δεν μπορούμε ν’ απαλλαγούμε από τις τύψεις... Κι ύστερα, είναι που ένιωθα μόνος κι απροστάτευτος, που ήμουν ακόμα ένα παιδί κι ας μην το συνειδητοποιούσα...


Έπρεπε κάπου να γείρω... Έπρεπε κάποιος να μ’ αγαπά. Έπρεπε να με καθησυχάσει εξηγώντας μου.


Στάθηκες να με κοιτάζεις έκπληκτος ανοίγοντας την πόρτα και αντικρίζοντάς με. Η κατάστασή μου πρέπει να σου προκάλεσε αμηχανία, γιατί παρέμεινες σα στήλη άλατος να με κοιτάς για κάμποσο χωρίς να με προσκαλείς να περάσω. Ήταν ανόητο μα ξέσπασα σε λυγμούς, και τότε μόνο ξύπνησες, και με μια κίνηση αποφασιστική μ’ έμπασες στο δωμάτιο κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα πίσω μου. Μ’ οδήγησες στη μοναδική πολυθρόνα που υπήρχε και με υποχρέωσες να καθίσω. Βούλιαξα όσο πιο βαθιά μπορούσα, ενώ οι λυγμοί εξακολουθούσαν να με συνταράζουν.


Κάθισες απέναντί μου και έσφιξες τα χέρια μου μέσα στα δικά σου. Ζεστή και ευεργετική ζεστασιά που σιγά σιγά με συνέφερε. Τα μάτια μου στέγνωσαν πια, τα χέρια σου χαλάρωσαν το σφίξιμο, ώσπου άφησαν εντελώς τα δικά μου. Όμως, αυτή σου η κίνηση ήταν για μένα πρόωρη. Τ’ αναζήτησα και πάλι μ’ αγωνία. Χαμογελώντας ήρεμα, προσπαθούσες να καταλάβεις τι μου συνέβαινε.


«Και τώρα, θα μου πεις τι έχεις;»


Απελευθέρωσα τα χέρια μου και βάλθηκα να σε κοιτάζω ηλίθια. «Έχεις πιει» συνέχισες, «όμως αυτό δεν είναι όλο... έτσι δεν είναι;»


Ανείπωτη ικανοποίηση ενός «πατέρα» που διαπιστώνει, όχι χωρίς ευχαρίστηση, πως το απολωλός πρόβατο είχε επιτέλους επιστρέψει κι ήταν έτοιμο να εξομολογηθεί..., όπως πάντα συνέβαινε, όπως πρέπει να συμβαίνει.


«Την αγαπούσα, την αγαπούσα τόσο πολύ» τραύλισα... Παρέμενες σιωπηλός και καρτερούσες.


«Την αγαπούσα» συνέχισα «και τώρα μου λείπει... Δεν..., δεν της έδωσα ποτέ το θυμάρι που μου ζήτησε...»


Έδειχνες να μην καταλαβαίνεις.


«Μου είχε ζητήσει να της φέρω θυμάρι άγριο..., από τα κρη­τικά βουνά... Η Φελισί... Κι αυτή..., αυτή προτίμησε να πεθάνει... Μα γιατί δεν μπόρεσαν να την σώσουν; Γιατί δεν έκαναν τίποτα; Και τώρα...;»


Σε είδα να σηκώνεσαι και να σκύβεις χαϊδεύοντάς μου τρυφερά τα μαλλιά. Άναψες τσιγάρο, ανάψαμε κι οι δυο γιατί μου πρόσφερες ένα κι εγώ το πήρα, τραβήξαμε μια δυο ρουφηξιές, κι ύστερα...


«Δεν κλαις μόνο για την Φελισί, δεν κλαις μόνο για την φίλη που χάθηκε, όσο κι αν αυτό μπορεί να σου φανεί παράξενο…»


Δεν απάντησα. Ένας θυμός με πλημμύρισε σαν φουσκωμένο και ασυγκράτητο ποτάμι.


«Πώς μπορείς να λες τέτοια πράγματα» ούρλιαξα. «Δεν καταλαβαίνεις την ευαισθησία του άλλου... Δεν μπορείς να συνειδητοποιήσεις την αγάπη που της είχα... Δεν καταλαβαίνεις...»


Τη φωνή σου την άκουσα να βγαίνει και να επιστρέφει με την ηχώ της.


«Θα περάσει καιρός μέχρι να καταλάβεις..., αν καταλάβεις... πως δεν κλαις ποτέ τόσο για τον θάνατο του άλλου, όσο για…»


Σταμάτησες χωρίς να αποτελειώσεις την φράση. Οι λέξεις που ακούγονταν χόρευαν κατακρεουργημένες κι ανήμπορες να μεταφέρουν το νόημα που υποτίθεται κουβαλούσαν. Διαλύονταν πριν καλά καλά σχηματιστούν κι έπεφταν με γδούπο στην καταβόθρα της τελικής εξαφάνισης, της οριστικής εξόντωσης... Όμως αυτό δεν σταματούσε εκεί. Άλλες κι ύστερα άλλες λέξεις έπαιρναν σειρά, προσπαθώντας να διεκπεραιώσουν την μάταιη αλλά γοητευτική τους αποστολή, και να καταλήξουν και πάλι σε μια τελική αποσύνθεση.


Περιμένεις..., περιμένεις να δεις τις αντιδράσεις μου... Δεν ξέρω γιατί περνά από τη σκέψη μου σαν αστραπή το περιστατικό με τη μέλισσα, που το ηλιόλουστο εκείνο πρωινό της γνωριμίας μας με σημάδεψε, όμως αυτό δεν συμβαίνει παρά για ένα διάστημα απειροελάχιστα μικρό, ακόμα μικρότερο κι απ’ όσο διαρκεί μια αστραπή.


«Μόνο τότε θα μιλήσεις σωστά για το θάνατο, όταν θα έχεις αποδεχτεί τη μάταιη ομορφιά της ζωής... Αυτό, όσο και να σου φαίνεται παράδοξο, έχει βγει από τα χείλη ενός βαθιά θρησκευόμενου ατόμου....»


Ένιωσα τα μάτια μου να πονούν, αλλά το κλάμα είχε περιέργως σταματήσει. Μέσα μου συνέβαινε κάτι αλλόκοτο. Αυτά τα λόγια, όσο ψυχρά κι αν ακούγονταν, όσο αποστασιοποιημένα και να μου φαίνονταν, με είχαν βαθιά εντυπωσιάσει. Δεν θα προχωρούσα σε διεξοδικότερη ανάλυση για τη στιγμή. Όχι, όχι, δεν είχε έλθει ακόμα ο χρόνος για κάτι τέτοιο. Όμως, μια ηρεμία ευεργετική άρχισε ν’ απλώνεται και ένιωσα σαν κύμα ζεστό που ήρθε να ξαναζωντανέψει τα μουδιασμένα μου πόδια. Ύστερα αυτό το κύμα παρέσυρε το κορμί μου ολόκληρο. Η ματιά ξεκαθάρισε, η σκέψη άρχισε να ξαναλειτουργεί.


«Μου φαίνεται παιδιάστικη αυτή...» δίστασες λίγο, συνέχισες δειλά, «αυτή η ιστορία με το θυμάρι...» Σε κοίταξα έκπληκτος. «Όμως αυτό μη γίνει πληγή μέσα σου. Αυτή η ζωή, πολλές φορές στερείται συνέπειας. Κι αν ακόμα είχες προλάβει να της το δώσεις, δεν θ’ άλλαζε πολύ την κατάσταση... Βλέπεις, το πρόβλημα είναι μέσα μας. Είναι ακέραια δικό μας. Οι άλλοι είναι πάντα μια πρόφαση. Ο θάνατος του άλλου μας αφορά, γιατί συγκλονίζει η ιδέα του επερχόμενου δικού μας... Κι αυτό όμως πάλι δεν έχει τόση σημασία...»


Τι είχε λοιπόν σημασία; Αυτό άρχιζα ν’ αναρωτιέμαι, όταν ο Αυτοσχεδιασμός έργο 60 του Σούμπερτ ήρθε να φωτίσει τη σκοτεινή αυτή πλευρά, διευκολύνοντάς με να δεχτώ, χωρίς όμως και να κατανοώ, ό,τι μέχρι πριν λίγο αμφισβητούσα. Να δεχτώ όμως τι; Αναρωτήθηκα, νιώθοντας το κορμί μου να ξεμουδιάζει και να παραδίνεται σε μια γλυκιά και τρυφερή αναλγησία.


Και τότε σκέφτηκα πως ποτέ δεν μ’ ενδιέφεραν οι χαζοχαρούμενες και παραφορτωμένες προθήκες εξωραϊσμού της απελπισίας. Προτιμούσα την δωρική της εκδοχή μέσα από την αντίφαση και το παράλογο ενός κόσμου που υπάρχει έτσι όπως τον βρήκαμε. Παιδιά ενός άφαντου θεού, γεννήματα του χάους που μια μέρα θα μας παρασύρει πάλι στο σκοτεινό του κοιτώνα, άλλη επιλογή δεν έχουμε από το να υπάρχουμε ενάντια στο θάνατο και στη λησμονιά, αψηφώντας τη φρίκη... που όμως δεν είναι παρά η άλλη όψη της χαράς. Σκοτάδι που λιποθυμά στις πρώτες ριπές του φωτός, φως που το καταπίνει το βασίλειο της νύχτας…


Έτσι μέσα απ’ τη βαθύτατη και εκπληκτική αυτή φαινομενική αντινομία των στοιχείων, των εννοιών, και των συναισθημάτων, τα λόγια του Ολιβιέ ήχησαν καθαρότερα και πιο παρήγορα απ’ ότι στην αρχή είχε διαφανεί. Και, μέσα στο ακόμα συγκεχυμένο αλλά πιο ήρεμο αυτή τη φορά τοπίο, τα κύματα της μουσικής επέπλεαν παρασύροντάς με και πάλι στον μαγικό κόσμο της νοσταλγίας...


Είναι η δεύτερη φορά σκέφτηκα που η μουσική με απελευθερώνει. Την πρώτη φορά, όταν «ακινητοποιημένος» μέσα στον απόλυτα γεωμετρικό κήπο του Αλμερίκ, μου δωσε τη δύναμη να δραπετεύσω λύνοντάς μου τα πόδια που είχαν παραλύσει. Ακολουθώντας την, οδηγήθηκα στην πηγή... Απόψε πάλι, χαμένος μέσα στην αποτρόπαιη παγωνιά που ο θάνατος στάλαζε στην ψυχή μου, βγήκε, θεά παντοδύναμη από το μαγικό μπουκάλι του Αλαντίν, δικαιώνοντας με μόνη την παρουσία της την ύπαρξή μας σ’ αυτό τον κόσμο, διεκδικώντας μερίδιο ζωής από την ανυπαρξία, ιχνηλατώντας διαδρομές απάτητες ενός συμπαντικού πεπρωμένου.


Άρχισα να καταλαβαίνω και ν’ αγαπώ ό,τι μέχρι πριν λίγο μου προκαλούσε φρίκη. Οι τρυφερές συσπάσεις μιας ανυπόκριτης μοίρας καταγράφονταν στα αισθητήρια κέντρα μου ευεργετικά, ένιωθα να μ’ αγκαλιάζει ο κόσμος σ’ ένα άγριο πανηγύρι κραιπάλης και χαράς που ξεσήκωνε η ίδια η αδηφάγα λαιμαργία αυτής της μοίρας... Κι αυτός εδώ ο αυτοσχεδιασμός για πιάνο είχε ένα χαρακτήρα νίκης απροσδόκητης και στιβαρής, τι κι αν το βάραθρο παραμόνευε λίγο παρακάτω.


Και τότε, τότε θυμήθηκα μια ξεχωριστά ξεκαρδιστική στιγμή που είχα ζήσει κάμποσο καιρό πριν, εκεί προς το τέλος της περασμένης άνοιξης, και που θέλησα να στη διηγηθώ με χαμογελαστή τώρα διάθεση.


«Εκείνο το μεσημέρι η Κοκό έλαμπε κυριολεκτικά μέσα στο θαλασσί ολομέταξο πουκάμισο που είχε για πρώτη φορά φορέσει, και που άστραφτε μέσα στη λιακάδα του κήπου όπου βρισκόμασταν καθισμένοι συζητώντας και απολαμβάνοντας τον καφέ μας. Το γεγονός αυτό δεν έμεινε απαρατήρητο από κανέναν κι ιδιαίτερα από τον Ντενί, που δεν έχανε ευκαιρία να την πειράξει όποτε του προσφερόταν η ευκαιρία. Ήταν άλλωστε κι ο μόνος που αποτολμούσε κάτι τέτοιο, αν και δεν ήταν λίγες οι φορές που το είχε πληρώσει ακριβά. Ήταν γνωστή η αθυροστομία της φίλης μας και η παντελής έλλειψη μέτρου που την χαρακτήριζε.


‘‘Τέτοιο χρώμα Κοκό, δεν το χει ούτε η θάλασσα της μεσογείου στις πιο καθαρές της παραλίες. Σε παρασύρει σε ωκεανούς..., ξέρεις κάτι; Αξιοποιεί το χρώμα των ματιών σου που... συνήθως είναι πιο μουντό... Μήπως στ’ αλήθεια φοράς φακούς;’’


‘‘Με φακούς και μάλιστα παραμορφωτικούς βλέπεις εσύ τον κόσμο’’, δεν έχασε την ευκαιρία η Κοκό, κι όλοι γελάσαμε εκτός από τον Ντενί, που φαινομενικά ατάραχος γύρευε το επόμενο πείραγμα δήθεν βυθισμένος σε μιαν ονειροπόλα περίσκεψη.


‘‘Κοκό...’’, άρχισε να λέει μα δεν πρόλαβε. Το μενταγιόν της Φελισί που έσκυβε να με φιλήσει καθώς περνούσε, ξεκούμπωσε από τη λεπτεπίλεπτη αλυσίδα που ήταν περασμένο, κι έπεσε παφλάζοντας στον καφέ. Δεν ξέρω πώς έγινε και δεν μου ρθε σταγόνα από το πιτσίλισμα. Όλη τη ζημιά την εισέπραξε το ολοκαίνουριο αστραφτερό πουκάμισο που η Κοκό επιδείκνυε φιλάρεσκα. Και σα να μην έφτανε αυτό, όπως τραβήχτηκε ενστικτωδώς προς τα πίσω για ν’ αποφύγει το λεκέ, συμπαρέσυρε και το φλιτζάνι που πριν γίνει κομμάτια, “αποτέλειωσε” την ιδιαίτερα προσεγμένη ενδυματολογική της περιβολή.


Καμιά περιγραφή δεν μπορεί ν’ αποδώσει τη σκηνή που επακολούθησε. Όλο το μένος της το εισέπραξε ο Ντενί που είχε ξεραθεί στο γέλιο. Θυμάμαι, ήταν η πρώτη φορά που τον βλέπαμε να εκδηλώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και ξέρεις, το γέλιο είναι μεταδοτικό. Μας συμπαρέσυρε σε λίγο όλους, ακόμα και από τα διπλανά τραπέζια...»


Γελούσες...


«Πώς κι έλειπα εκείνη την ημέρα; Για τίποτα στον κόσμο δεν θα χανα αυτή τη παράσταση».


«Και το αποκορύφωμα...» συνέχισα.


«Τι, υπάρχει και συνέχεια;»


«Σε κρίση η Κοκό, και τρέχοντας προς την τουαλέτα να καθαρίσει τους λεκέδες, γλίστρησε πάνω σ’ ένα κομμάτι του θρυμματισμένου φλιτζανιού και σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στο πάτωμα και στα πόδια σχεδόν του Τουφ που κατάφτανε εκείνη τη στιγμή, και που στη συνέχεια τη βοηθούσε να σηκωθεί. Βλέπεις δεν ήταν η τυχερή της μέρα… Κι εκείνη, εκείνη τι νομίζεις πως έκανε αφού συμμαζεύτηκε λίγο; Όρθωσε το ανάστημά της, και βουτώντας ένα ποτήρι γεμάτο νερό από ένα διπλανό τραπέζι χωρίς καν να ζητήσει την άδεια, το ριξε στα μούτρα του Ντενί κάνοντάς τον μούσκεμα... Καταλαβαίνεις... Έγινε χαμός ύστερα απ’ αυτό».


«Μη συνεχίσεις, θυμάμαι» με διέκοψες. «Ήταν η μέρα που έγινε ο νεροπόλεμος..., άκουσα γι’ αυτόν».


Γέλια και απ’ τους διό μας.


«Ναι, ναι... γίναμε όλοι μούσκεμα... Ξέρεις, ο Ντενί μόλις συνήλθε από την ψυχρολουσία την περιέλουσε με μια ολόκληρη κανάτα, αυτή αντεπιτέθηκε, και το κακό γενικεύτηκε, γιατί τα σκάγια είχαν πάρει κατά λάθος κι άλλους. Ήταν κάτι το ασύλληπτο. Σε λίγο, ο κήπος έμοιαζε φρεσκοποτισμένος από τα μπουγελώματα. Περιέργως οι ιερωμένοι δεν αναμείχτηκαν καθόλου αν και το πήραν είδηση. Μάλιστα ο πάτερ Ντρουώ φάνηκε να το διασκεδάζει. Λιγότερο ενθουσιασμένοι έδειχναν ο πάτερ Λεμερύ κι ο διευθυντής, που παρακολουθούσαν σοβαροί αλλά με κάποια δόση ανοχής από τον εξώστη του πρώτου ορόφου όλη αυτή τη φάση».


«Θυμάμαι την Μαρί–Οντίλ» είπα κι η φωνή μου πνίγηκε στα γέλια, «το καταπληκτικό της σύνολο έδειχνε κολλημένο πάνω της, αυτό όμως δεν την δυσαρεστούσε... Αυτή που είχε πρόβλημα ήταν η .. Κλοτίλντ, ε..., δεν χρειάζεται να σου εξηγήσω γιατί...»


Γελώντας πάντα, κούνησες με κατανόηση το κεφάλι.


«Αυτό πραγματικά δεν χρειάζεται να μου το εξηγήσεις» κι ύστερα, «τι κρίμα να μην έχω ζήσει αυτή τη σκηνή... Εκείνη την ημέρα είχαμε εργαστήρια μέχρι αργά το απόγευμα...»


«Θυμάμαι την Φελισί» συνέχισα, «είχε ξεκαρδιστεί στο γέλιο, ενώ δεν κατέβαλλε καμιά προσπάθεια να... προστατεύσει τον Ζαν-Ζακ. Ε, πλησίαζε και το καλοκαίρι βλέπεις, απλά φρόντιζε να τον προμηθεύει με νερό, που στη συνέχεια εκείνος το εκσφενδόνιζε προς πάσα κατεύθυνση...»


Σταματήσαμε λίγο να γελάμε, συνέχισα όμως στην ίδια χαρούμενη διάθεση.


«Να τι μπορεί να προκαλέσει η ... αδέσποτη βουτιά ενός μενταγιόν μέσα σ’ ένα φλιτζάνι καφέ».


ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια: