Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019

Οι παιδικοί μου φίλοι





Οι παιδικοί μου φίλοι


Μια βαθιά κίτρινη επικράτεια απλωνόταν παντού τριγύρω. Κίτρινο των ξεραμένων χόρτων που κάλυπτε τις ακαλλιέργητες εκτάσεις. Κίτρινο του ήλιου που τύφλωνε για μερικά λεπτά όποιον σήκωνε με αυθάδεια το βλέμα στον ουρανό. Κίτρινο της θερινής ραστώνης, που τότε ακόμα δεν ήξερα να την αποκαλέσω έτσι, μα ήξερα να τη ζω. Κι αυτό ήταν κάτι παραπάνω από αρκετό.

Ηταν καλοκαίρι. Κατακαλόκαιρο. Περίοδος παιδικών διακοπών. Χωρίς σχολεία, προπαίδειες, γραμματικούς κανόνες, εγγλέζικα και τις πρώιμες οικογενειακές υποχρεώσεις. Ο Αύγουστος -η καρδιά της καλοκαιρινής άδειας των τότε μεσήλικων γονιών μου- έχει καταγραφεί για πάντα μέσα μου σαν μία ατέρμονη, ράθυμη και κατακίτρινη περιπλάνηση.

Στο μέσον αυτού του υπερφωτισμένου τοπίου υπήρχε ένα δέντρο με ζωηρό πράσινο φύλλωμα. Ισως μια συκιά. Φάνταζε σαν αντεστραμμένη φάτνη. Τριγύρω της ζέστη αποπνικτική και φως. Μα κάτω από το πράσινο των φυλλωμάτων μια δροσερή σκιά. Σ’αυτή την καλοκαιρινή φάτνη περνούσαν τα πρωινά με τον πατέρα. Κάθε πρωί, κάθε μέρα μέσα σ’αυτό το αυτοσχέδιο καταφύγιο. Κυριακές, Δευτέρες, Σάββατα. Ολες οι μέρες πανομοιότυπα ντυμένες με ένα κοντό παντελονάκι και μια λευκή φανέλα, έτσι όπως ήθελε η μόδα της εποχής και απαιτούσε το κλίμα του Κορινθιακού κόλπου.

Εκτός από το παιχνίδισμα του αυγουστιάτικου φωτός υπήρχε -σε αυτήν καρτ ποστάλ καλοκαιριού που ξεθάβω λίγο-λίγο από το χρονοντούλαπο της ατομικής μου μικροϊστορίας- κι ένας ήχος που μάλλον έμοιαζε με βόμβο. Ήχος σε αλλεπάλληλες στρώσεις. Στο βάθος ακουγόταν κατά διαστήματα ο αχός του ντιζελοκίνητου τρένου που έφτανε, το κροτάλισμα των συρμών πάνω στις πυρακτωμένες ράγες και το σφύριγμα που σήμαινε το επικείμενο πέρασμα από τις αφύλαχτες διαβάσεις. Πιο κοντά, ξυστά απ΄τα κεφάλια μας, φλυαρούσαν τα τζιτζίκια σε σκοπούς μονότονους που διακόπτονταν για λίγο μονο. Ισα να πάρουν θαρρείς μια ανάσα ώσπου να ξαναπιάσουν το ρυθμό απ΄την αρχή. Εκείνο το τζιτζίκισμα έχει αναμειχτεί ανεπίστρεπτα με τον αυγουστιάτικο ήλιο. Ο ήχος των εντόμων, το εκτυφλωτικό φως και μια ελαφριά οσμή ιδρώτα στον αέρα είναι το συμπαγές χαρμάνι που έχει δέσει γερά μέσα στη μνήμη τριάντα τόσα χρόνια τώρα.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που έχει μείνει απ΄έξω. Είναι το κυρίαρχο ηχητικό μοτίβο που έδινε τόνο σε εκείνη την ομιχλώδη και σχεδόν άχρονη εμπειρία. Είναι οι κασέτες που έπαιζαν στο φορητό ραδιοκασετόφωνο. Ένα μαύρο Ζήμενς που σφήνωνε κάθε πρωί ο πατέρας ανάμεσα στα ίδια ακριβώς κλαδιά του δέντρου. Οι κασέτες έγραφαν πάνω ΒΡΩΜΙΚΟ ΨΩΜΙ και ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ. Έπαιζαν πάντοτε οι ίδιες. Ξανά και ξανά. Τελείωνε η μία πλευρα, σηκωνόμουν, τη γύριζα από την ανάποδη και ξανακαθόμουν κάτω από τη σκιά του δέντρου. Και φτου κι απ΄την αρχή. Ο πατέρας ανεχόταν τη μονομανία μου αφού εκείνος την είχε θρέψει από καιρό. Οι κασέτες που βρίσκονταν στην πλαστική -με μια καφέ εξωτερική επένδυση από δερματίνη- θήκη είχαν δεν είχαν πέντε-έξι ονόματα που εναλλάσονταν: ΝΤΑΛΑΡΑΣ, ANTAMO, ΠΙΝΚ ΦΛΟΪΝΤ, ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ, ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Με αυτά έπρεπε να φτιάξω «πρόγραμμα» για όσο κρατούσε το καλοκαίρι στο Βραχάτι. Κι όσο θυμάμαι, νομίζω πως με τράβαγε από τότε η αναποδιά. Αυτό που μου πήγαινε κόντρα. Που μ’έβγαζε απ΄τη βολή μου. Από τους στίχους που άκουγα από εκείνες τις δυο κασέτες ελάχιστα καταλάβαινα στ’αλήθεια. Πιο πολύ σκόρπιες φράσεις που μεταφράζονταν μέσα μου κατά πως με βόλευε, παρά ολοκληρωμένα νοήματα κατά την έμπνευση του βραχνού τροβαδούρου. Μια νταρντάνα Ζωζώ, μια φυλακή και κάποιον με κουβέρτες στη μασχάλη, πριζουνίκ πρατήρια και χρηματιστήρια και κάποιον Χο Τσι Μινχ που ανασαίνει με καλάμι, με καλάμι. Αυτά πάνω-κάτω έπιανε το εφτάχρονο αυτί μου. Μ’αυτή την ασχημάτιστη, υγρή άμμο στα χέρια έφτιαχνα ιστορίες με ήρωες αλλοπρόσαλλους, μπλεγμένους σε περιπέτειες δίχως προδιαγεγραμμένο τέλος. Εχτιζα πύργους πάνω στην άμμο. Πανύψηλα όσο κι εφήμερα κάστρα που κάθε μεσημέρι γκρεμίζονταν την ώρα που έπρεπε να πάμε για φαγητό και το άλλο πρωί ορθώνονταν ξανά με επιμονή. Τα εύπλαστα υλικά μου ήταν ίδια κι απαράλλαχτα, όμως τ’ακανόνιστα σχήματα ήταν κάθε μέρα νέα.

Είναι ένα μικρό προσωπικό δράμα αυτό που ξεδιπλώνω εδώ μπροστά σας. Όλο το προηγούμενο εισαγωγή ήταν. Κάπως μεγάλη βέβαια.


Συγγνώμη Τζιμάκο για το clopy-paste, αλλά δεν βρήκα πιο ταριαστά λόγια για να κλείσω αυτό το αυτοαναφορικό σχόλιο. Δεν βρίσκω καν πιο ταιριαστά λόγια για πικάρω τον παλιό παιδικό μου φίλο, Νιόνιο, από τους ίδιους του τους στίχους. Όχι εκείνους που έλεγαν για τις πίσω σελίδες που ξεφύγαν απ’τα χέρια του. Ούτε εκείνους που έλεγαν πως έρχεται, διάολε, η στιγμή για ν’αποφασίσεις με ποιους και ποιους θ’αφήσεις. Η μεσήλικη μελαγχολία μου κουμπώνει περισσότερο μ’εκείνο το αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή. Το μεσημέρι παραμένει όπως πάντα ζεστό. Ομως κάτι, αλήθεια, συμβαίνει εδώ κι εμείς δεν είμαστε πια οι πιτσιρικάδες που ήμασταν. Ξεμείναμε από υλικό για εφήμερα κάστρα και καλοκαιρινές ιστορίες που τώρα υπάρχουν μόνο σα θαμπή ανάμνηση. Θα πλανηθούμε μοναχοί. Χωρίς τους παιδικούς μας φίλους που τώρα έχουν πιάσει στασίδι στα παράθυρα του Σκάι για να λιβανίζουν τον Μητσοτάκη και κάθε χλιμίτζουρα της εξουσίας. Μα δεν είναι ο Σαββόπουλος που μου φταίει τόσο. Είναι ο χρόνος που μετράει και σε λίγο δεν θα είναι εδώ. Θα τον φάμε ή θα μας φάει. Αυτά είχα να σου πω.

Κωνσταντίνος Μαργιόλης





Δεν υπάρχουν σχόλια: