Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Ο Γιώργος Ε. Παπαδάκης για τα δημοτικά τραγούδια και τον Μπάμπη Τσέρτο





Γιώργος Ε. Παπαδάκης: «ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής»


Τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι εκθέματα μουσειακά, παρ’ ότι καμιά φορά παρουσιάζονται έτσι. Αν και είναι δημιουργήματα παλαιότερων εποχών και κοινωνιών, διαφέρουν ωστόσο, από τα παλαιά αντικείμενα τέχνης που κοσμούν τα μουσεία (π.χ. ένας αμφορέας, ένας κύλιξ, ή ο Παρθενώνας) κι αυτό, για τον απλούστατο λόγο ότι η μουσική, μαζί με το θέατρο και τον χορό, ανήκουν στις τέχνες εκείνες που, προκειμένου να γίνει το έργο τους αντιληπτό, είναι απαραίτητο να μεσολαβήσει ο ζωντανός άνθρωπος για να το υλοποιήσει. Έτσι, ενώ για τα παλαιά έργα των πλαστικών τεχνών μπορούμε να ξέρουμε πώς ακριβώς ήταν αυτά την εποχή που δημιουργήθηκαν, για τα δημοτικά τραγούδια γνωρίζουμε μόνο τη μορφή με την οποία έφτασαν μέχρι τον κάθε ερμηνευτή που ακούμε να τα αποδίδει. Τα έργα, ακόμα και της γραμμένης με νότες, μουσικής, κάθε φορά που παίζονται αναδημιουργούνται. Ως εκ της φύσεώς, κάθε μουσική εκτέλεση είναι μοναδική και ανεπανάληπτη επειδή ενσωματώνει όχι μόνο τις ικανότητες και τις ιδέες του ερμηνευτή για το έργο, αλλά ολόκληρη την ψυχοσύνθεσή του, καθώς και τις διαθέσεις του, που εξαρτώνται από πολλούς μεταβλητούς παράγοντες κάθε στιγμή.

Πολύ περισσότερο ισχύουν όλα αυτά για τα δημοτικά τραγούδια που, όχι μόνο δεν βρήκαμε τη μουσική τους γραμμένη, αλλά επιπλέον η διαδικασία της προφορικής διάδοσης την υποβάλει σε μια αέναη επεξεργασία στο στόμα και στα χέρια εκατοντάδων τεχνιτών που ο καθένας, ως ζωντανός και φυσικός εκπρόσωπος της εποχής του και της κοινωνίας του, προσθέτει ή αφαιρεί, μεταποιεί ή δημιουργεί, εκατοντάδες εκδοχές που είναι πάντα «σύγχρονες» και «σύμφωνες» με το πνεύμα της κάθε κοινωνίας στην κάθε εποχή. Έτσι δημιουργήθηκαν οι δεκάδες παραλλαγές των τραγουδιών με το ίδιο θέμα και παρόμοια μουσική, οι οποίες καταγράφονται σήμερα στον ελληνικό χώρο. Μια απλή σύγκριση ανάμεσα στο πως παίζεται και πώς τραγουδιέται ένα δημοτικό τραγούδι σήμερα από τους φυσικούς του εκπροσώπους και πώς ακούγεται, το ίδιο τραγούδι, σ’ έναν δίσκο γραμμοφώνου π.χ. του 1920 θα μας δείξει αρκετά καθαρά μια πτυχή αυτής της μεταβολής.


Ανεξάρτητα λοιπόν από το γεγονός ότι πολλές φορές η παραδοσιακή μουσική χρησιμοποιείται (και όχι μόνο στην Ελλάδα) για να υπηρετήσει μη καλλιτεχνικές ή ακόμα και αντι-καλλιτεχνικές ανάγκες και σκοπιμότητες (μουσειακές, προγονολατρικές, φολκλοριστικές, πολιτικές ή προπαγανδιστικές) η μεγάλη της αξία βρίσκεται, χωρίς αμφιβολία, στην πρωτογενή καλλιτεχνική ύλη που εμπεριέχει και η οποία αποτελεί σπουδαία προσφορά - πρόκληση για κάθε ικανό και ευαίσθητο δημιουργό - ερμηνευτή που θέλει να δοκιμαστεί σε ένα από τα πιο δύσκολα και ταυτόχρονα πιο ενδιαφέροντα πεδία της τέχνης του.






Ο Μπάμπης Τσέρτος, εκτός από το ειλικρινές και ζωηρό του ενδιαφέρον για τη μουσική που μας κληροδοτεί η παράδοση καθώς και το φυσικό του χάρισμα, το οποίο τον τοποθετεί αξιοκρατικά στις πρώτες θέσεις των ερμηνευτών παραδοσιακών τραγουδιών, διαθέτει επίσης και δυο συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των παλαιών μεγάλων «μαστόρων του δημοτικού τραγουδιού. Το πρώτο είναι πως ζει και δραστηριοποιείται σε μια εποχή που αρχίζουν διεθνώς να εκτιμώνται - με πολλούς και διάφορους τρόπους - τα προϊόντα των εθνικών παραδόσεων των λαών, πράγμα που γενικά εξασφαλίζει περισσότερες ευκαιρίες και δυνατότητες καλλιέργειας στον τομέα αυτόν.

Το δεύτερο και σπουδαιότερο είναι ότι, ως τραγουδιστής, δεν είναι, από θέση, εγκλωβισμένος σε ένα μόνο είδος τραγουδιού και μάλιστα με αυστηρά οριοθετημένα στυλιστικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά. Το γεγονός αυτό διευρύνει σε μεγάλο βαθμό τους ορίζοντες και τις αναζητήσεις του σε ένα τόσο γόνιμο, αλλά ταυτόχρονα και επικίνδυνο, έδαφος, όπως είναι το παραδοσιακό μουσικό υλικό. Η προσέγγιση αυτής της μουσικής χρειάζεται μεγάλη προσοχή καθώς από τη μια μεριά παραμονεύει ο κίνδυνος της γραφικότητας που αφυδατώνει την παράδοση και την καθιστά νεκρό γράμμα, κι από την άλλη η πλαστογράφησή της από μια ενδεχόμενη κατάχρηση της «ποιητικής αδείας» που συνήθως απομακρύνει τον ερμηνευτή από το πνεύμα της μουσικής που θέλει να υπηρετήσει. Στον «κίνδυνο» αυτό, ο Μπάμπης Τσέρτος προτάσσει το αυτονόητο οφειλόμενο δέος που προκαλούν: η μακραίωνη ιστορία της μουσικής παράδοσης και οι κατακτήσεις των παλαιών γνωστών κορυφαίων μαστόρων της.

Επιπλέον, επειδή μεγάλωσε σε τόπο που το δημοτικό τραγούδι αποτελούσε ζωντανή καθημερινή έκφραση της κοινότητας, δεν είναι υποχρεωμένος - όπως άλλοι - να πιάσει, από την αρχή του, το νήμα που καθοδηγεί τον τραγουδιστή στους ερμηνευτικούς λαβυρίνθους του δημοτικού τραγουδιού. Είναι, δηλαδή, ένας φυσικός εκπρόσωπός του και ταυτόχρονα εκφραστής μιας γόνιμης ανησυχίας και αναζήτησης που προέρχεται από τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι εκείνο με το οποίο καταπιάνεται δεν έχει να κάνει απλώς με την τεχνική απόδοση των μουσικών φθόγγων, αλλά κυρίως με ανθρώπους, τωρινούς και περασμένους, που, δια των φθόγγων, δημιούργησαν μοντέλα της ζωής τους και του γύρω τους κόσμου, αποτυπώνοντας μέσα σ’ αυτά, ακέραια την ψυχή τους. Έχει δηλαδή να κάνει με το πνεύμα, το οποίο σε αντίθεση με το γράμμα, είναι λιγότερο ευπρόσιτο και απαιτεί ευρύτερη επισκόπηση προκειμένου να το εντοπίσει κανείς, να το κατανοήσει και, το κυριότερο, να το εκφράσει.

Αυτό ακριβώς ήταν και το ζητούμενο στον δίσκο αυτόν και προς τα εκεί προσανατολίστηκε η προσπάθεια προσέγγισης των προβλημάτων ερμηνείας εκ μέρους τόσο του Μπάμπη Τσέρτου, και των εκλεκτών στο είδος τους μουσικών συνεργατών, όσο και των διακεκριμένων συναδέλφων του ερμηνευτών Σάββα Σιάτρα, Χρόνη Αηδονίδη, Τζίμη Πανούση, Νάντιας Καραγιάννη και Μαρίας Φαραντούρη, που τιμού με τη συμμετοχή τους την εργασία αυτή. Το γεγονός μάλιστα ότι οι δυο τελευταίοι, αν και προέρχονται από διαφορετικό από το δημοτικό τραγούδι μουσικό χώρο, κατέθεσαν πρωτότυπες και εξαιρετικές ερμηνείες, υπογραμμίζει, πιστεύουμε, την αξία που έχει η αναζήτηση της καλλιτεχνικής ουσίας που εμπεριέχεται στο σχετικά «συντηρητικό» παραδοσιακό τυπικό. Το ιδιωματικό χρώμα και ο παλαιός τύπος είναι στοιχεία σεβαστά και πρέπει να τιμώνται και κυρίως να μας εμπνέουν. Είναι όμως ταυτόχρονα απαραίτητο να μη θυσιάζεται η ελεύθερη δημιουργική ορμή και φλόγα, που συνδιαλέγεται με τη σημερινή κοινωνία, καθώς η δημιουργία είναι συνώνυμο της ελευθερίας. Διαφορετικά, τα δημοτικά τραγούδια, αργά ή γρήγορα, θα οδηγηθούν στο μουσείο.

Γιώργος Ε. Παπαδάκης
CD Μπάμπης Τσέρτος - "Ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής", WEA, 2002.





Δεν υπάρχουν σχόλια: