Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Το σημείωμα της συγκλονιστικής "Έρημης Πόλης"




Σε γύρεψα πίσω απ’ τις φανταχτερές προθήκες των καταστημάτων, αναζητώντας τη φυσιογνωμία σου ανάμεσα στα τελευταία μοντέλα της Σέικο, σκαλισμένα πάνω στ’ ατσάλι.

Στρίβοντας στη γωνία του δρόμου, πάνω κει, στο μισό μέτρο πεζοδρόμιο, πλάι στις μισοφωτισμένες γρίλλιες των υπερυψωμένων ισογείων.

Αναζήτησα τους καϋμούς που βίαια σου πήραν και τους μεταμόρφωσαν σε πολύχρωμους και αιωρούμενους τραβεστί, κράχτες φωτεινούς πάνω στα θλιβερά στέκια των παραλιακών λεωφόρων.

Σε γύρεψα ανάμεσα στους τσιμεντένιους σκελετούς που ορθώνονταν κι έπνιγαν τα λιγότερο ευνοούμενα προάστια, σαν κρεματόρια της φύσης…

Στα καταστήματα φωτιστικών και τα γραφεία τελετών που αφθονούν σ’ αυτή τη χώρα, στα κορνιζάδικα με την πραμάτεια στιβαγμένη στα πεζοδρόμια.

Μέσ’ τ’ αποπνιχτικά καλοκαιριάτικα απομεσήμερα, στο βραδυνό παζάρι της Κυριακής, στα τσαλακωμένα κουτιά των αναψυκτικών, στο εμπριμέ φουστάνι του ηλιοκαμμένου κοριτσιού που μύριζε βαρύ αποσμητικό και τσίχλα, στη χιλιάρα μηχανή που ξαπόσταινε πλάι στ’ αλουμινένιο μεγαθήριο και σου πλήγωνε τα μάτια.

Σε γύρεψα πέρα απ’ την ένοχη συνείδησή μου, ανάμεσα στα πλαστικά μπαλκόνια και τη σαγρέ ομοιομορφία των προσόψεων, στα πανάκριβα ρετιρέ απ’ όπου ακούγονταν οι αφιερώσεις των ραδιοπειρατών, στις απομιμήσεις του πορτραίτου σου, σε γύρευα…, κι ας ήξερα πως σ’ είχα για πάντα χάσει.

Έτσι και γώ, παιδί βγαλμένο απ’ την αρρώστια σου και απ’ τα χτυπήματα που σου δώσανε οι δολοφόνοι, άλλη γλώσσα δεν έμαθα απ’ αυτή που σου γράφω, τώρα που η μνήμη γίνηκε μουσική και πήρε τη μορφή σου.


Γιώργος Σταυριανός
Έρημη Πόλη, CBS, 1982




Δεν υπάρχουν σχόλια: