Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

Διονύσης Τσακνής: Εγώ ο μικροαστός...





Εγώ ο μικροαστός...



Την ξέρω την αμηχανία του σύγχρονου Αριστερού. Τη μυρίζομαι από απόσταση, την ακούω σε συζητήσεις ατελέσφορες, τη διαβάζω στη πλούσια έτσι κι αλλιώς αρθρογραφία του διαδικτύου. Μια αμηχανία που εξαντλείται στην προσπάθεια της αποκάλυψης των σχεδίων του ταξικού αντιπάλου, στις χιλιοειπωμένες αλήθειες για την ανάγκη ηγεμονίας της εργατικής ιδεολογίας, στις αναλύσεις για τους συσχετισμούς των παικτών στην πολιτική σκακιέρα.

Είναι η αμηχανία του γνώστη. Του γνώστη, που ενώ εκκινεί σωστά, έχοντας παραμάσχαλα το αλάνθαστο εργαλείο του επιστημονικού σοσιαλισμού και της ταξικής ανάλυσης, καταλήγει συνήθως στην «αποκάλυψη» του εχθρού, που βρίσκεται κυρίως, ανάμεσα σε ... φίλιες δυνάμεις.

Εύκολα η αμηχανία του γνώστη, μετατρέπεται σε αλαζονεία του άφρονα, εξ ου και παντού γύρω μας, υπάρχουν ρήτορες χωρίς κοινό, ηγέτες δίχως οπαδούς, παράγοντες χωρίς φιλάθλους, αυθεντίες σε τελευταία ανάλυση, πλην όμως, άνευ αντικειμένου.

Φωτεινές εξαιρέσεις; Προφανώς! Λίγες και σεμνές ως συνήθως. Στις συζητήσεις και συναναστροφές μου τα τελευταία χρόνια, είτε ξανασυναντήθηκα με κάποιους που προερχόμασταν απ’ την ίδια μήτρα, είτε γνώρισα κάποιους άλλους, εξ ίσου αξιόλογους και χρήσιμους. Καλό σημάδι.

Κατά τα άλλα, ένα τοπίο θολό και γκρίζο σαν τις μέρες που περνάμε. Και η αμηχανία το δρόμο της ...

Ως πολίτης αυτού του τόπου, ανήκω σ’ αυτούς που η Τράπεζα καλοβλέπει το σπίτι τους, στους δεκάδες χιλιάδες που η εφορία έστειλε το τελευταίο ειδοποιητήριο πριν τον πλειστηριασμό, στους εκατοντάδες χιλιάδες παρέχοντες εργασία ενίοτε χωρίς αμοιβή (λόγω εργοδοτικής αυθαιρεσίας και αναλγησίας) σ’ αυτούς που η τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων στο τέλος του μήνα, είναι ζητούμενο, όπως και η κάλυψη των αναγκών των παιδιών τους. Για τις δικές μου, ούτε λόγος.

Ανήκω δηλαδή σε μια υποκατηγορία των 6.500.000 συνελλήνων, που με βάση τις εκθέσεις των σφουγγοκωλάριων της εξουσίας, βρίσκονται στο όριο της φτώχειας και κάτω απ’ αυτό.

Δε μιλάω εξ ονόματος του λαού. Ανήκω στα λαό και στα βάσανά του. Επομένως, μέσα στη ζωή. Η ιδεολογία μου δε θα μπορούσε να είναι ξένη απ’ αυτήν των υπόλοιπων μη ενσωματωμένων ή αλλοτριωμένων εργαζόμενων, απ’ αυτή του κόμματος της εργατικής τάξης σε τελευταία ανάλυση. Εγώ ο μικροαστός! Έστω!

Κάποια στιγμή λοιπόν, αποφάσισα να γυρίσω και να ενταχθώ, στο κόμμα που αγκάλιασα και στρατεύτηκα στις γραμμές του απ’ τα δεκαεφτάμισι χρόνια μου. 

Μα έμαθα πως οι πόρτες του για μας τους ... εχθρούς του είναι κλειστές. Πράχτορες βλέπεις του όποιου σύγχρονου Μανιαδάκη, οπορτουνιστές και κρυφοΣΥΡΙΖΑΙΟΙ που καμία σχέση δεν έχουμε με την κομουνιστική κοσμοθεωρία, μιας και αυτή είναι αποκλειστικό προνόμιο όσων βρίσκονται στο Πολιτικό γραφείο και στην Κεντρική του Επιτροπή. Κι ούτε έχουμε το δικαίωμα να διατεινόμαστε πως είμαστε κομουνιστές, μιας και ο τίτλος είναι ήδη κατοχυρωμένος με συμβολαιογραφική πράξη και μάρτυρες φυσικά τους συγχωρεμένους Μαρξ και Λένιν αυτοπροσώπως.

Απ’ όσα γράμματα γνωρίζω, νομίζω πως μπορώ να καταλάβω τη διαλεκτική σχέση λαού και ηγέτη και τέτοιος, είτε δεν υπάρχει ακόμα ή οι συνθήκες δεν ευνοούν την εμφάνισή του. Οι ηγέτες άλλωστε, δεν είναι Μεσσίες, αναδεικνύονται απ’ τους αγώνες και είναι που αυτούς ακριβώς τους αγώνες μπορούν να καθοδηγήσουν εμπνέοντας με τη διορατικότητα και την όλη προσωπικότητά τους, ακόμα και τους μέχρι χθες αδιάφορους ή επιφυλακτικούς.

Κάποιοι τέτοιοι φωτισμένοι ηγέτες θα λάμψουν με την παρουσία τους ξανά και θα κάνουν το κόμμα μας, αυτό που του αξίζει να είναι, με βάση τη χιλιοματωμένη πορεία του στα εκατό κοντά χρόνια παρουσίας και αδιάλειπτης δράσης του.

Σε ό,τι με αφορά, θα περιμένω την κομματική μου ταυτότητα, με τη μεταφορική έστω σημασία της λέξης.

Διονύσης Τσακνής

ΥΓ. Ζητώ συγνώμη προκαταβολικώς σύντροφοι, αλλά επιτρέψτε μου να απευθυνθώ τώρα στους γνωστούς αλήτες του διαδικτύου. Οι ενστάσεις και η συντροφική κριτική δεκτές, (πώς αλλιώς, άλλωστε) αλλά...

Άκου φασιστάκο! Επειδή το σημείωμα αυτό, θα έχει ίσως την τύχη να δημοσιευτεί και σε ιστοσελίδες που επιτρέπουν σχόλια και παρατηρήσεις και επειδή, βλέποντας και μόνο τη φωτογραφία ή το όνομά μου θα σπεύσεις να απαντήσεις χωρίς καν να μπεις στον κόπο να το διαβάσεις, σου λέω προκαταβολικώς τα εξής:

Ναι! Αλλάζω την οικονομική μου κατάσταση με τη δική σου.

Ναι! Δέχομαι να φύγω απ’ τη ΑΕΠΙ, αν αναλάβεις να με πληρώνεις δύο φορές το χρόνο μαζί με δέκα χιλιάδες άλλους συναδέλφους μου για τους πεντακόσιους και πλέον τίτλους τραγουδιών και θεατρικών μουσικών μου.

Ναι! Δε θα συμμετέχω σε συναυλίες, μουσικές παραστάσεις ή θεατρικά σχήματα με το περιεχόμενο των οποίων δε συμφωνείς, αρκεί να μου πληρώνεις νοίκι και τα υπόλοιπα έξοδα του μήνα.

Συνεννοηθήκαμε γλίτσα; 

Πηγή:
http://ergatikosagwnas.gr/new/ea/index.php/arthra/enstasis/251-ego-o-mikroastos

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Συνέντευξη των Μικρών Περιπλανήσεων στον Γιάννη Κοντό



ΜΙΚΡΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ:
"ΑΝ ΠΑΨΟΥΜΕ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΣΤΕ, ΘΑ ΧΑΘΟΥΜΕ"


Τη συνέντευξη έλαβε ο Γιάννης Κοντός
Πηγή: http://yanniskontos.blogspot.gr/2014/02/blog-post_23.html

Οι Μικρές Περιπλανήσεις είναι μια πολύ ξεχωριστή, και πολύ ταλαντούχα, μουσική παρέα με βάση την Κω. Με «θητεία» 22 ετών στη δισκογραφία, αν και κανένα από τα αρχικά μέλη του συγκροτήματος δεν ήταν επαγγελματίας μουσικός, υπήρξαν «ανακάλυψη» του αείμνηστου Νίκου Παπάζογλου, ο οποίος τους ενθάρρυνε και τους υποστήριξε από τα πρώτα τους βήματα, μέχρι το θάνατό του. Έχοντας διαγράψει μια διακριτική και σεμνή πορεία στο χώρο του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού, κυκλοφόρησαν πριν από μερικούς μήνες, μετά από δισκογραφική «αποχή» επτά χρόνων, καινούριο CD με τίτλο 'Άστρα που ψιχαλίζουν φως' στην ανεξάρτητη εταιρεία 'Μετρονόμος'. Αυτό ήταν και η αφορμή της κουβέντας που ακολουθεί.

Γ.Κ.


22 χρόνια έχουν περάσει από τον πρώτο σας δίσκο, που διατηρεί στο ακέραιο τη φρεσκάδα και τη ζεστασιά του. Ποια ανάγκη σας ώθησε να ξεκινήσετε τις περιπλανήσεις σας στο χώρο και το χρόνο, και ανάμεσα στους ανθρώπους; Πόσο σημαντική υπήρξε η ενθάρρυνση και υποστήριξη του Νίκου Παπάζογλου; Σε ποιο βαθμό σας ενέπνευσε και σας διαμόρφωσε το νησί καταγωγής σας, η Κως;

Η μουσική και το τραγούδι από τη φύση τους είναι μια περιπλάνηση στο χώρο, τον τόπο και τους ανθρώπους. Όταν γράφεις τραγούδια, θέλεις να τα ακούσουν και οι άλλοι, άρα υπάρχει η ανάγκη της επικοινωνίας. Αν τύχει και αρέσουν, αυτό τροφοδοτεί την επιθυμία σου να συνεχίσεις. Η ενθάρρυνση και η υποστήριξη του Νίκου του Παπάζογλου υπήρξε αμέριστη, γενναιόδωρη, μεγαλόψυχη. Δεν το ξεχνάμε και δεν τον ξεχνάμε ποτέ. Μας εμπιστεύθηκε και μας πίστεψε. Για μας ο Νίκος δεν έχει φύγει. Είναι κοντά μας, μας κοιτά με εκείνο το παιδικό του χαμόγελο και εμείς του το ανταποδίδουμε. Ο γενέθλιος τόπος- αν και δεν είναι για όλους μας η Κως- και ο τόπος μακρόχρονης διαμονής παίζει καθοριστικό ρόλο σε κάθε άνθρωπο. Είναι οι εικόνες που αποτυπώνεις, τα βιώματα που αποκτάς, η ανθρώπινη εμπειρία που συλλέγεις και όλα αυτά μαζί, σε ένα κράμα, χωρίς ξεκάθαρες αναλογίες διοχετεύονται στη μουσική και το τραγούδι. Η Κως είναι νησί, έχει το θαλασσινό τοπίο, τον ανοιχτό ορίζοντα, τα καράβια που πάνε κι έρχονται. Δεν είναι παράξενο να αποτυπώνονται και στα τραγούδια μας αυτά τα μοτίβα.

Παρότι κανένα από τα αρχικά μέλη της μουσικής σας παρέας δεν υπήρξε επαγγελματίας μουσικός, το δημιουργικό αποτέλεσμα της συνεύρεσής σας συνδυάζει τον πηγαίο χαρακτήρα του καλώς εννοούμενου ερασιτεχνισμού με την τεχνική αρτιότητα του επαγγελματικού «προϊόντος». Πώς το καταφέρνετε;

Αν ισχύει αυτό που λέτε, φαίνεται ότι το ένα δεν αποκλείει το άλλο, αν αγαπάς αυτό που κάνεις, το σέβεσαι και θέλεις να βγάλεις τον καλύτερό σου εαυτό. Ίσως το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Δηλαδή, εάν θεωρήσουμε ότι ο ερασιτεχνισμός περιέχει κυρίως το μεράκι, το πάθος, την αγάπη, το πείσμα και ο επαγγελματισμός κυρίως τη γνώση, την οργάνωση και την τεχνική, άρα όλα είναι απαραίτητα για ένα καλό αποτέλεσμα, προσπαθείς με κάθε τρόπο να ισορροπήσεις ανάμεσα στα δύο, δηλαδή δεν απαρνιέσαι τον ερασιτεχνισμό και παλεύεις για τον επαγγελματισμό. 

Νιώθω ότι τα τραγούδια σας πολύ συχνά αποπνέουν μια «αύρα» μελαγχολίας και νοσταλγίας, χωρίς, ωστόσο, να ξεπέφτουν σε εύκολους συναισθηματισμούς. Κάνω λάθος;

Συχνά λένε ότι το τραγούδι γράφεται όταν η ψυχή του ανθρώπου έχει βάσανα και θέλει να ημερέψει, γι’ αυτό βγάζει πίκρα, πόνο, μελαγχολία. Αν ισχύει αυτό, που μάλλον έτσι είναι, δεν είναι παράξενο και τα δικά μας τραγούδια να έχουν αυτή την αύρα. Η νοσταλγία, η γλυκιά επιθυμία για επιστροφή σε γνώριμους τόπους, στην πρώτη πατρίδα, σε χαμένες αγκαλιές, ο νόστος- θέμα που έχει σημαδέψει την ελληνική τέχνη- υπάρχει και στο δικό μας τραγούδι πράγματι και επανέρχεται με πολλές και διαφορετικές εκδοχές. Επειδή, λοιπόν, είναι μάλλον μια βαθιά πρωτογενής ανάγκη, που δε φτιασιδώνεται, και δε χωράει επιτήδευση, ίσως γι’ αυτό ο στίχος δεν ξεπέφτει σε ρηχούς συναισθηματισμούς.







Η νύχτα συναντάται πολλές φορές ως θεματικό μοτίβο στα τραγούδια σας. Την αισθάνεστε οικεία;

Ο χρόνος, αν επιστρέψουμε στην πρώτη σας ερώτηση, και η περιπλάνηση στις οδούς του, περιλαμβάνει και τη νύχτα. Είναι η ώρα των αποσιωπήσεων, των εκμυστηρεύσεων, της απουσίας του φωτός, των σκιών, της τρομαχτικής διάρκειας, μια μεγάλη αντίθεση στη ζωή μας δηλαδή, που δεν μπορεί να μην έχει σημαντική θέση στο τραγούδι.

Το 2006 κυκλοφορεί το CD …και με Οδηγό μου ένα παιδί, το τελευταίο σας στη «Lyra». Ένα χρόνο αργότερα, η εμβληματική ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία, με την οποία κι εσείς είχατε συνδεθεί σε όλη τη μέχρι τότε πορεία σας, αλλάζει χέρια και ουσιαστικά «τελειώνει» δημιουργικά. Πώς βιώσατε το γεγονός αυτό;

Η «Λύρα» είχε αναλάβει τη διακίνηση και την τελική τεχνική επεξεργασία πριν την κυκλοφορία του δίσκου. Παραγωγός των δίσκων μας ήταν ο Νίκος Παπάζογλου ο οποίος είχε δημιουργήσει την εταιρεία παραγωγής «Στρόγγυλοι Δίσκοι», και μ’ αυτόν υπογράψαμε το πρώτο και τελευταίο μας συμβόλαιο. Το κλείσιμο της «Λύρα» υπήρξε και το τέλος μιας εποχής και η απαρχή μιας νέας που όλοι γνωρίζουμε τα χαρακτηριστικά της. Το αρχικό σοκ το διαδέχτηκε έντονη ανησυχία για το μέλλον. 

Επτά χρόνια δισκογραφικής «αποχής» ακολουθούν, για να φτάσουμε στο φθινόπωρο του 2013, οπότε και επιστρέφετε με τα Άστρα που ψιχαλίζουν φως. Τι μεσολάβησε σε αυτό το διάστημα και πώς προέκυψε η συνεργασία σας με την επίσης ανεξάρτητη και εκλεκτική εταιρεία «Μετρονόμος»; 

Πάντα μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα από τον ένα δίσκο στον άλλο. Ο δίσκος «Άστρα που ψιχαλίζουν φως» κανονικά θα κυκλοφορούσε το 2010, αλλά η ζωή κάνει άλλα σχέδια για τους ανθρώπους και συχνά τροποποιούνται οι αρχικοί σχεδιασμοί. Μετά το θάνατο του Νίκου Παπάζογλου υλοποιήθηκε η επιθυμία του (κάτι που δεν προλάβαμε να κάνουμε μαζί του), ο πρώτος δίσκος που θα γραφόταν στη Νίσυρο, μετά το κλείσιμο του «Αγροτικού», να ήταν των Μικρών Περιπλανήσεων. Σε αυτό συνέβαλλε καθοριστικά η Βαρβάρα Γουίλιαμς, η γυναίκα του Νίκου. Ο δίσκος γράφτηκε στα Νικειά στο σπίτι της οικογένειας Παπάζογλου, αλλά έπρεπε και να εκδοθεί. Το καλό περιοδικό «Μετρονόμος» ήταν γνωστό ότι κάνει και μουσικές παραγωγές. Ανταποκρίθηκε άμεσα και ανέλαβε την έκδοση του νέου δίσκου. 

Αρκούν, τελικά, ο αγέρας και τ’ όνειρο, για να στεριώνεις κάστρα; Υπάρχει κάτι- κάποιο «φως», ίσως- που σας κάνει και στην εποχή μας, εποχή από κάθε άποψη ζόρικη και συχνά καταθλιπτική, να ελπίζετε και να ονειρεύεστε;

Η ερώτησή σας περιέχει και την απάντηση. Το όνειρο είναι ένα φως μες στο σκοτάδι. Αν πάψουμε να ονειρευόμαστε, θα χαθούμε. Ο αγέρας, με την κυριολεκτική και τη μεταφορική του σημασία, μπορεί να στεριώσει κάστρα. Ξεθεμελιώνει τα σαθρά και ανανεώνει τα στέρεα, δίνει ανάσα στα γερά και στα καλοφτιαγμένα. Και ο αγέρας και το όνειρο είναι εκείνη η ευμετάβλητη, η μαγική ουσία, η απαραίτητη, για να καταφέρνουμε να αντέχουμε στη μίζερη εποχή μας και να ξαναχτίζουμε από την αρχή, αν χρειαστεί.

Η πολυπρόσωπη μουσική παρέα των Μικρών Περιπλανήσεων αποτελείται από τους: Χρήστο Γαμβρέλλη (ακορντεόν, τραγούδι), Νίκο Αρμπιλιά (μπουζούκι, μαντολίνο, τζουράς, μαντόλα, τραγούδι, στίχοι), Μάνθο Αρμπελιά (κιθάρα, τραγούδι), Λεωνίδα Κουλίτση (κιθάρα, τραγούδι, στίχοι), Γιάννη Παπαστεργίου (βιολί, μαντολίνο, τραγούδι), Γιάννη Κολοβό (κοντραμπάσο), Σταυρούλα Κουλίτση (κιθάρα, μπαγλαμάς), Ελένη Κολετζάκη (τραγούδι), Αλέξανδρο Λαμπρίδη (τραγούδι). Τους στίχους στα 'Άστρα που ψιχαλίζουν φως' υπογράφουν ακόμη οι Στέργιος Πολύζος, Μάριος Λεοντίδης, Θεοδόσης Διακογιάννης, Μαρία Μαυροματάκη, Μαρίνα Μπέττα και Γιώργος Χαρτοφίλης.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

"Αδιανόητο να δεχθώ..." - Ο Μίκης μίλησε



Παραμένω αντιμνημονιακός. Που σημαίνει ότι δεν δέχομαι καμία σχέση με εκλογές που έχουν ως αντικείμενο την ανάδειξη του καλλίτερου διαχειριστή των όρων του Μνημονίου.

Γι’ αυτό, όταν με ρωτούν για τη θέση μου στις ερχόμενες εκλογές, ιδιαίτερα όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, δηλώνω ότι δέχομαι να τον στηρίξω με ένα και μόνο όρο:

Να δεσμευθεί προεκλογικά, εδώ και τώρα, ότι εάν και εφ’ όσον γίνει κυβέρνηση, το πρώτο πράγμα που θα κάνει, θα είναι να φέρει στη Βουλή Νόμο για την οριστική και πλήρη απαλλαγή της χώρας από όλους τους επαχθείς όρους του Μνημονίου.

Κι αυτό γιατί μου είναι αδιανόητο να δεχθώ ότι ένα κόμμα της Αριστεράς μπορεί να κυβερνήσει σε συνθήκες παράδοσης της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας και Εθνικής Αυτοτέλειας στους ξένους.

Μίκης Θεοδωράκης


Αθήνα, 6.1.2015

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Τέχνη, πολιτική, πολιτικό τραγούδι



Τέχνη, πολιτική, πολιτικό τραγούδι

του Φώντα Λάδη 

Λέμε συχνά «πολιτικό τραγούδι» ή «πολιτική τέχνη»: Έχει δικαίωμα η πολιτική να παρεμβαίνει στην τέχνη ή το αντίστροφο; Έχει δικαίωμα ο καλλιτέχνης, ο συγγραφέας -ο δημιουργός- να επηρεάζεται από τις στενές ή ευρείες πολιτικές του απόψεις και να τις μεταγγίζει στο έργο του, με σκοπό να επηρεάσει ανάλογα τους ακροατές, τους θεατές, τους αναγνώστες του;

Αλίμονο, αν δεν το κάνει.

Αρκεί να το αισθάνεται ως  μια αδήριτη ανάγκη.

Όπως είναι ελεύθερος κάθε καλλιτέχνης να εκφράσει τα αισθήματα και τις σκέψεις του για κάθε τι που τον διακατέχει, κάνοντας ερωτική, κοινωνική, ιστορική,  ή θρησκευτική τέχνη, να εκφράζει τα όποια του πιστεύω αισθητικά, φυσιολατρικά ή φιλοσοφικά -για να πούμε μερικά παραδείγματα-  έτσι είναι ελεύθερος να κάνει και μια τέχνη, λίγο ή πολύ διαποτισμένη από τα ιδεολογικά ή πολιτικά του πιστεύω.

Tο αποτέλεσμα έχει σημασία. Το πρώτο, το κυρίαρχο  κριτήριο στη  τέχνη είναι το αισθητικό, με την τελική, συνολική  μορφή και το περιεχόμενο  να νοούνται ως ένα πράγμα.

Μόνο συμπληρωματικά, ως δεύτερο ή τρίτο, μπορούν να μπουν  άλλα κριτήρια.

Πρώτα μας ενδιαφέρει, αν  ένα καλλιτέχνημα  -στην περίπτωσή μας ένα τραγούδι- πληρεί τους δυο βασικούς όρους, δηλαδή την πρωτοτυπία,  την αυθεντικότητα  και, δεύτερον, αν διαποτίζεται από  την  ειλικρίνεια των συναισθημάτων.

Αν αυτά τα δύο υπάρχουν στο έργο τέχνης, όποιο και αν είναι το θεματικό του περιεχόμενο, έχουμε ένα επίτευγμα για την ανθρώπινη προσπάθεια και αξιοπρέπεια και έτσι πρέπει να αθροιστεί μέσα στον εσωτερικό μας κόσμο.

Αν σ΄ αυτό που δημιουργούμε αυτά τα δύο -η πρωτοτυπία και η ειλικρίνεια- λείπουν, θ’ αφήσουμε ανεπηρέαστη την  γύρω μας πραγματικότητα, πιθανό δε  να κάνουμε κακό σ’ αυτό που θέλουμε να πετύχουμε.

 Ερχόμαστε σ’ ένα δεύτερο ερώτημα.

Μπορεί η τέχνη ν’ αλλάξει άμεσα τα πράγματα;

Όπως και να εννοεί κανείς τις λέξεις αλλάξει και άμεσα,  η απάντηση είναι πάλι μία.

Φυσικά και μπορεί.

Το βασικό κίνητρο δημιουργού και κοινού είναι η ψυχαγωγία.  H τέχνη μπορεί ν’ αλλάξει τα πράγματα –όπως άλλωστε και η παιδεία και η επιστήμη και κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα.  Μια κοινωνία που ψυχαγωγείται σωστά προχωράει και σωστά. Σκεφθείτε μόνο την κλασική Αθήνα και την τέχνη στην Ρωσία λίγο πριν και λίγο μετά την επανάσταση του 1917.

Γι αυτό ερίζουν όλοι γύρω από  την τέχνη.  Και  είναι κρίμα που πολλά ταλέντα φθείρονται ή χάνονται, καθώς μετατρέπονται σε μηχανές παραγωγής τυποποιημένων,  εφήμερων προϊόντων από τα μεγαθήρια της μαζικής ψυχαγωγίας και τέχνης.

Η τέχνη, λοιπόν, και μαζί με όλα τα άλλα και η τέχνη του απλού τραγουδιού -όχι μόνη της βέβαια, αλλά μαζί με όλες τις σύστοιχες δραστηριότητες-  μπορεί ν’ αλλάξει τις συνειδήσεις και  τον κόσμο, ακριβώς γιατί, όση λογική κι αν εμπεριέχει, εκφράζεται με το συναίσθημα. Αυτό, το συναίσθημα, είναι που τελικά κάνει τη διαφορά, που κινεί τον κόσμο.

Ωστόσο  υπάρχει και το θέμα της χρήσης της τέχνης, - όπως και της παιδείας, της επιστήμης κλπ.- του τρόπου δηλαδή με τον οποίο την προσλαμβάνουμε ή την αφομοιώνουμε. Παραδείγματα: Ξαπλωμένος στο κρεβάτι δεν μπορείς να τραγουδάς το « Εμπρός,  σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους» ούτε, αν είσαι  πιανίστας, μπορείς να παίζεις το «Ο δρόμος είχε την δική του ιστορία» μέσα σ’ ένα καμπαρέ. Πολύ περισσότερο δεν μπορείς  να αποσπάς ψήγματα από την ποίηση του Σολωμού ή του Καβάφη και να τα χρησιμοποιείς σαν σλόγκαν lifestyle, χωρίς σύνδεση με κάτι από αυτά που ενέπνευσαν τον ίδιο  τον δημιουργό τους.

Σημασία επίσης έχει  το σε ποιους  –κατά κύριο λόγο, τουλάχιστον- απευθύνεται η τέχνη και το  τι παίρνουμε κάθε φορά από τα πολλαπλά μηνύματα που τo έργο τέχνης εκπέμπει , όπως και το  ποιοι είμαστε εμείς ως δέκτες. Πολλά στελέχη των ναζί και ο ίδιος ο Χίτλερ, είναι γνωστό αυτό,   ήταν  φιλότεχνοι.

Ένα κριτήριο, λοιπόν,  δεν αρκεί ποτέ στα ανθρώπινα.

Συμπέρασμα: ΄Ενα μόνο είδος δραστηριότητας δεν μπορεί να κινήσει τα πράγματα. Η μια δραστηριότητα επηρεάζει την άλλη.  Ψάχνουμε για τον τέλειο συνδυασμό.

Αν όμως η τέχνη, που επηρεάζεται από τα εμφανή, συλλογικά κίνητρα και τους κραδασμούς της Ιστορίας, δεν μπορεί να επηρεάσει η ίδια με τη σειρά της την Ιστορία, όπως ίσως καλοπροαίρετα  πιστεύουν πολλοί, τότε γιατί η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη από απαγορεύσεις, φιμωμένους καλλιτέχνες και στάχτες από καμένα βιβλία;

Aλίμονο,  αν κάποιος δεν πιστεύει ότι τα επιτεύγματα του καλλιτεχνικού και πολιτιστικού κινήματος της δεκαετίας του ‘ 60, για παράδειγμα, δεν συνέβαλαν άμεσα στην ενίσχυση ενός γενικότερου πολιτικού και κοινωνικού αγώνα έως τουλάχιστον την μεταπολίτευση.

Βέβαια η τέχνη δεν μπορεί να επηρεάσει άμεσα τα πολιτικά πράγματα σε όλο της το εύρος. Η πολιτική τέχνη όμως μπορεί. Παράλληλα υπάρχουν άριστα καλλιτεχνήματα που επηρεάζουν πιο μακροπρόθεσμα, έμμεσα και με αργούς ρυθμούς αλλά το ίδιο ουσιαστικά τη ζωή μας.

Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα περιέχει 26 ποιήματα προς μελοποίηση, που γράφτηκαν όλα στη μέση της δεκαετίας του  ‘70. Οι δικτατορίες παλαιάς κοπής και τα μιλιταριστικά καθεστώτα που βασίλευαν σε πολλές χώρες  είχαν αρχίσει  τότε να μεταλλάσσονται, να κάμπτονται, να υποχωρούν, ενώ νέα ακροδεξιά σχήματα είχαν αρχίσει  να σηκώνουν  κεφάλι αλλού και στην Ελλάδα.

Τα ποιήματα του βιβλίου μελοποιήθηκαν τότε από τον Γιώργο Τσαγκάρη αλλά συνάντησαν την άρνηση των δισκογραφικών εταιρειών να τα κυκλοφορήσουν σε δίσκο. Αμέσως μετά, ένα τραγούδι, Ο Φασισμός, μελοποιήθηκε θαυμάσια από τον Θάνο Μικρούτσικο και ερμηνεύτηκε επίσης σπουδαία από τη Μαρία Δημητριάδη.

Η ιστορία αυτών των στίχων  περιγράφεται στον πρόλογο και στις σημειώσεις του βιβλίου, που κλείνει με ένα κείμενο για το πολιτικό τραγούδι. Εκεί καταγράφονται   οι μουσικές και ποιητικές μορφές που ιστορικά μπορεί να πάρει ένα πολιτικό τραγούδι και τα μέσα που χρησιμοποιεί, που είναι πολλά, και, μέσα σ΄όλ’ αυτά, ένα από τα πιο αποτελεσματικά και δημοφιλή είναι η σάτιρα.

Οι στίχοι τελικά δεν είναι παρά πινελιές σ’ ένα αλυσιδωτό σκιαγράφημα του φασισμού και των αιτίων του. Υπάρχουν βέβαια και κάποια ποιήματα πιο συνθετικά,  που δίνουν μια γενικότερη εικόνα του φαινομένου.

‘Ενας ορισμός είναι ιδιαίτερα δύσκολο να δοθεί για το πολιτικό τραγούδι, γιατί δίπλα του υπάρχει και αυτό που θα το χαρακτηρίζαμε ως κοινωνικό τραγούδι. Πρόκειται για δυο συγγενή είδη, που συχνά αλληλοεπικαλύπτονται  αλλά δεν ταυτίζονται.  Θα μπορούσε κάποιος να πει ,  ότι το ένα είναι τμήμα, είδος του άλλου και αντίστροφα.

Είναι όμως έτσι;

 Η «Δραπετσώνα»  είναι σίγουρα ένα πολιτικό τραγούδι –σύγχρονο και καινοτόμο στην εποχή του-, δοσμένο μέσα από μια παραδοσιακή μουσική φόρμα. Όμως δεν είναι το ίδιο  πολιτικό και κάθε άλλο  τραγούδι που καταγγέλλει γενικά  την κοινωνική αδικία, που απλώς διαμαρτύρεται  ή έστω  καταδείχνει  το πρόβλημα.  Η διάκριση δεν ξεκινάει από την διαφορά στη μουσική φόρμα, στο μουσικό ιδίωμα, ή τα ποιητικά μέσα, όσο από το ιδιαίτερο θεματικό περιεχόμενο του τραγουδιού και τον τρόπο, τον βαθμό, που η στιχουργική και η μουσική μορφή το βοηθούν να φτάσει άμεσα και καίρια το στόχο του.

Θα μπορούσαμε να πούμε, πως πολιτικό τραγούδι είναι αυτό που όχι μόνο διαμαρτύρεται έντονα ή καταδείχνει το πρόβλημα αλλά εκείνο που αποκαλύπτει ή κάνει πρόδηλες τις αιτίες  του και που, επιπλέον, κάποιες φορές, άμεσα ή έμμεσα, προτρέπει τον ακροατή να αγωνιστεί για τη λύση του.

΄Αλλωστε, όπως  και στη ζωή, έτσι και εδώ, μπορούμε να έχουμε τραγούδια- υβρίδια ή τραγούδια-μιγάδες, όπου συνυπάρχουν διάφορα στοιχεία. ‘ Ένα τραγούδι μπορεί, για παράδειγμα ,  να είναι πολιτικό και ερωτικό μαζί.

Το πολιτικό τραγούδι,  τέλος, για να πετύχει τους στόχους του, πρέπει να είναι με τον τρόπο του λαϊκό. Δεν εννοούμε  μια στείρα ελληνικότητα. Αντίθετα. Σ’ αυτό το είδος τραγουδιού υπάρχει μεγάλη αλληλεπίδραση, μουσική και ποιητική , με την αντίστοιχη δημιουργία άλλων χωρών.

Το θεατρικό  τραγούδι, το τραγούδι του βαριετέ, η μπαλάντα, τα αντιστασιακά τραγούδια άλλων λαών, λαϊκά ή έντεχνα, διαμορφώνουν συχνά το έδαφος για να δράσει και ο ΄Ελληνας δημιουργός σε ένα δύσκολο αλλά αναγκαίο συνδυασμό με τα καθαρά, αντίστοιχα  ελληνικά στοιχεία. Ας θυμηθούμε τα τραγούδια για το θέατρο , για τις παραστάσεις του Καρόλου Κουν-, που έγραψε ο  Μάνος Χατζιδάκις,(Κύκλος με την Κιμωλία, Ματωμένος Γάμος, Παραμύθι χωρίς όνομα, Η αυλή των θαυμάτων), τον ΄Ομηρο του Μίκη Θεοδωράκη, τα Τραγούδια του Δρόμου του Μάνου Λοϊζου, τα πρώτα τραγούδια του Σαββόπουλου, τα  Γράμματα από τη Γερμανία, τα Νέγρικα, τα Μικροαστικά και τα Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας, το Μαουτχάουζεν, για να δούμε αυτή την διεύρυνση και  σύνθεση των εκφραστικών οριζόντων των Ελλήνων δημιουργών.

Στο ποιητικό πεδίο, ο  Βασίλης Ρώτας, ο Ελύτης και  ο Γκάτσος με τις μεταφράσεις έργων του Μπήαν, του Λόρκα και του Μπρεχτ, η ποίηση του Καμπανέλη, του Ρίτσου και του Λειβαδίτη, τέλος, ο Γιάννης Νεγρεπόντης και η Κωστούλα  Μητροπούλου, ήταν τα σκαλοπάτια που βόηθησαν εμάς, τους αμέσως επόμενους, να αγωνιστούμε για να αποσπαστεί και να εδραιωθεί το πολιτικό τραγούδι ως ένα διακριτό είδος μέσα στο πολύβουο δάσος της ελληνικής μουσικής και στιχουργικής δημιουργίας.

Ας ξαναέρθουμε στο βιβλίο.

Σε ένα από τα τραγούδια που θα ακούσετε σήμερα υπάρχει ο στίχος: «σ’ αυτή  τη ζήση, που δυο είναι όλοι κι όλοι, μην μπείς σ’ αμάχη, αν δεν κρατάς πιστόλι».

Τι εννοούμε μ’ αυτό;

Τι εννοούμε «τσάκισέ τον», όταν αναφερόμαστε στον φασισμό;

Και, πάλι, το θέμα της βίας. Κυρίαρχο στη ζωή όσο και στην τέχνη.

Υπάρχει κανείς που να μην νιώθει τη βία καθημερινά επάνω του;

Η τέχνη μπορεί και εκφράζεται μέσα από την παραβολή, την παρομοίωση, την συγκινησιακά φορτισμένη προτροπή. Παραδόξως, μ’ αυτόν τον έμμεσο τρόπο  λέει τα πράγματα απλά και άμεσα, δηλαδή  με το όνομά τους, όπως θα λέγαμε πως είναι «σε τελική ανάλυση».

Η αντίσταση των εργαζομένων και των απλών πολιτών στην πολιτική και οικονομική επίθεση που δέχονται στις μέρες μας ολοένα και πιο μετωπικά μπορεί να είναι στη μορφή της αμυντική αλλά  δεν πρέπει στην  ουσία της να είναι. Πρέπει να είναι μαζική, συμμετοχική, δημοκρατική, ειρηνική. Ωστόσο ο λαός πρέπει να ξέρει να  προστατεύει τον εαυτό του. Αν, όπως τις περισσότερες φορές έχει γίνει, ο αντίπαλος δεν συναινέσει τελικά να δεχτεί την ευρεία λαϊκή ετυμηγορία και ασκήσει βία, όπως άλλωστε έχουμε δει στην Ελλάδα, στην Χιλή και αλλού, το λαϊκό κίνημα πρέπει να έχει τουλάχιστον αυτή την φορά τα μέσα να αντιδράσει σ’ αυτή  την παραβίαση της λαϊκής κυριαρχίας, της θέλησης της πλειοψηφίας .

Τι πιο καθαρό, απλό, αυτονόητο;

Τι πιο νόμιμο;

Τι εννοούμε, τέλος, «καθημερινός φασισμός»;

Το κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε, ο καπιταλισμός, πολλές φορές –και το έχει αποδείξει- μπορεί να κάνει και χωρίς τον φασισμό.  Όχι όμως  το αντίστροφο.

Γενικά οι πολιτικές επιλογές αυτού του οικονομικού συστήματος, όσο περνάει ο καιρός περιορίζονται.

Ο φασισμός γεννήθηκε και γεννιέται μέσα από τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις αυτού του συστήματος, αλλά ποτέ –τελικά- δεν αυτονομήθηκε.

 Ούτε και θα μπορούσε.

Δεν υπάρχει χώρος για ένα τρίτο σύστημα.

Ο φασισμός δεν μπόρεσε και δεν μπορεί να γίνει πατροκτόνος.

΄Οσο κι αν οι μάσκες του –με τον καιρό- αλλάζουν, ο φασισμός διατηρεί ακόμα  έντονα κάποια από τα αρχικά του χαρακτηριστικά. Τον εθνικισμό, το ρατσισμό, τη λατρεία του αρχέγονου, την πίστη στον αρχηγό, τον ακραίο αντικομμουνισμό  και άλλα.

΄Όμως ζούμε στον 21ο αιώνα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο –ή κυρίως- ο νεοφασισμός. Αυτός και ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός είναι σίγουρα δυο εντελώς αντίθετοι κόσμοι, αλλά δυστυχώς γι αυτούς –αλλά και για μας- έχουν κοινή πηγή και διεκδικούν με διαφορετικούς τρόπους τις ίδιες σάρκες, τις δικές μας.

Δεν εξομοιώνονται  σε καμιά περίπτωση. Και το πρόβλημα μιας κοινής, μετωπικής βάσης ενάντια στο φασισμό, εκεί που σηκώνει κεφάλι, τίθεται πάλι και πάλι και συχνά με ορισμένους παλιούς –και σωστούς- όρους. Επιπλέον, στην  κοινή δράση κατά του νεοφασιστικού φαινομένου δεν μπορούμε να εκβιάσουμε τη συναίνεση των άλλων αντιφασιστών στις δικές μας αναλύσεις. Μπορούμε όμως να τους πείσουμε με τη δράση μας, τη στάση μας  και τη δύναμη των ιδεών μας.

Τι λένε οι δικές μας αναλύσεις;

 Λένε ότι εκεί που τα πράγματα και οι αντιπαλότητες των επιμέρους πολιτικών μορφών αυτού του άναρχου και άδικου κοινωνικού συστήματος σίγουρα μπερδεύονται ,είναι οι ενδιάμεσοι χώροι.

Και είναι αρκετοί.

Εννοούμε νοοτροπίες και ιδεολογικούς μηχανισμούς που γίνονται συχνά θύλακες, προθάλαμοι μιας νέας αντιδημοκρατικής επιβολής πραγμάτων με άλλα μέσα – όχι στρατιωτικά. Παράδειγμα ο ευτελισμός, ο με κάθε τρόπο παραμερισμός του κοινοβουλίου, η ουσιαστική παραβίαση του συντάγματος, η σύμφυση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, όπου τα ίδια πρόσωπα παίζουν πότε τον έναν και πότε τον άλλο ρόλο, τελικά η εξασθένιση και η εξουδετέρωση της πολιτικής , η αλλοίωση των συνειδήσεων μέσα από τα ΜΜΕ,  η αδρανοποίηση και αποπολιτικοποίηση του καταναλωτικού ανθρώπου και τόσα άλλα.

Ολ’ αυτά πριονίζουν σιγά-σιγά όλη, την λίγη ή πολλή δημοκρατία και τις ατομικές ελευθερίες που οι εργαζόμενοι μπορεί ακόμα να έχουν σε ορισμένες χώρες και οδηγούν ολοφάνερα σε μια κοινωνία ευνουχισμένων, λοβοτομημένων ατόμων, που όλο και περισσότερο τυπικά θα ασκούν κάποια δικαιώματά τους, που την ίδια στιγμή θα παραβιάζονται σε χίλιους άλλους, πολύ σημαντικούς επίσης τομείς.

Πώς θα ονομάζατε εσείς ένα τέτοιο σύστημα;


*Διαβάστηκε στην παρουσιάση του βιβλίου «Καθημερινός Φασισμός» (εκδόσεις Μετρονόμος), που έγινε στην «Αλκυονίδα» την Τετάρτη,  10 Δεκεμβρίου 2014.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Τρία ποιήματα από "Το πνεύμα του χορού της λίμνης των αλόγων"


ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ


ΤΟ ΠΝΕύΜΑ
ΤΟΥ ΧΟΡΟύ
ΤΗΣ ΛίΜΝΗΣ
ΤΩΝ ΑΛόΓΩΝ


ΑΙΓΑίΟΝ, ΛΕΥΚΩΣίΑ 2015



(τρία ποιήματα)


1.

βρέχει. ξεχάσαμε τίποτα έξω; ή μόνο εγώ πάλι έμεινα όπως πάντα, να γίνω παπί, μούσκεμα; και πού πάω πάλι μες στη βροχή σαν αμερικάνος μια ζωή ντετέκτιβ, σαν γάλλος με καπαρντίνα αιώνιος εραστής, σαν άγγλος στον Μεσοπόλεμο με ρούχα στρατιωτικά, με την ψυχή τόσο, μα τόσο τρυφερά σφιγμένη; βλέπω κάποια φώτα στους δρόμους αυτούς, άλλη γλώσσα στο κάθε σπίτι θα μιλάνε, άλλοι θα ’ναι έτοιμοι για πολλά, άλλοι έντρομοι. να χτυπήσω όπως πάντα το πρώτο  κουδούνι στην τύχη; ή, αυτή τη φορά, να χαθώ στην ομίχλη σαν Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ; αφού ελικοφόρο κι απόψε θα είναι το αεροπλάνο μ’ εσένα μέσα, εξίσου μ’ εμένα ρομαντικό.



2.

ένα χρόνο μικρότερος. κάθε χρόνο ένα χρόνο μικρότερος. δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό, αλλά γίνεται. κι ο Χρόνος, άλλωστε, μικραίνει κάθε χρόνο, εκεί που έμοιαζε ατέλειωτος, τώρα μοιάζει ελάχιστος, μωρό παιδί. τα χρώματα όλο και πιο ίδια πια φαίνονται, όλο και πιο γνωστά. κι οι μυρωδιές, και τα νησιά, και τα βλέμματα. λίγα φαίνονται πια και του κάθε χρόνου τα γυρίσματα, το καλοκαίρι προπαντός, κι η άνοιξη. αλόγων τα ποδοβολητά προς αλλού τώρα πια πάνε, ίσως σε λίμνης παγωμένης την επιφάνεια έναν τελευταίο χορό να χορέψουνε, να ραγίσει η λίμνη σαν γυναίκα, να πάρει τ’ άλογα μέσα της. σαν παιδιά, σαν άντρες, σαν πνεύματα.



3.

να έτσι να τελειώσω, χωρίς πολλά-πολλά. να τελειώσω όπως άρχισα θέλω να πω, να μην ξανά ’χω τίποτα, το γέλιο μου μόνο, το κλάμα, κι ένα πάλι ύφος από παιδί ιδιόρρυθμο, σαν συγκινημένο, σαν κάπως διαφορετικό. να τελειώσω σαν Χιούστον με τους Νεκρούς, σαν Κουροσάβα με το Μανταντάγιο του, σαν Φελλίνι αγκαλιά με τη Φωνή του Φεγγαριού, σαν Ώλτμαν, είπαμε, με μια μελωδία μες στη νύχτα απλή, κάτω από ένα ωραίο πορτατίφ σβηστός, από τη μια στιγμή στην άλλη σβησμένος. για να με βρούνε μετά εκείνοι που πραγματικά μ’ αγαπήσανε. και χωρίς να με καταλαβαίνουν.


(Κεντρική διάθεση:
Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο,
Θεμιστοκλέους 37,
τηλ. 210 3802644
Εξάρχεια).

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Συνέντευξη του Απόλλωνα Κουσκουμβεκάκη στον Γιάννη Κοντό





Συνέντευξη με τον Απόλλωνα Κουσκουμβεκάκη


Ήμουν δεν ήμουν 16 χρονών, όταν, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ανακάλυψα στις προθήκες κεντρικού αθηναϊκού δισκοπωλείου ένα δίσκο που στα άμαθα αυτιά μου ακουγόταν εξωτικός- το δε ονοματεπώνυμο του μουσικού ακόμα πιο εξωτικό. Επρόκειτο για τις Παραλλαγές Lully Lulla/ Σπουδές Ύφους, ένα δίσκο με συνθέσεις κλασικής κιθάρας, παιγμένες από τον Απόλλωνα Κουσκουμβεκάκη. Με τα χρόνια έχασα τα ίχνη του, μέχρι που, πριν από μερικές βδομάδες, ανακάλυψα τυχαία την πιο πρόσφατη δουλειά του, ως συνθέτη αυτή τη φορά, το CD Ο Νοέμβρης των ματιών της, μια «φρέσκια» ματιά στη χατζιδακική παράδοση, συνοδευόμενη από τις εξαιρετικές φωνές της Ειρήνης Τουμπάκη και της Κλεονίκης Δεμίρη. Άνθρωπος ανεπιτήδευτος και φιλικός, ο Απόλλων Κουσκουμβεκάκης σε κερδίζει από την πρώτη κουβέντα. Κι ανταλλάξαμε πολλές, εκείνο το μεσημέρι στα Εξάρχεια.

Γιάννης Κοντός



Τι σηματοδοτεί για σένα ο Νοέμβρης ως εποχή, ως αίσθηση;

Το φθινόπωρο είναι η αγαπημένη μου εποχή. Από μικρός, νιώθω ότι έχω μέσα μου μια δημιουργική μελαγχολία, όχι αυτή που σε ρίχνει στα πατώματα. Υπάρχει μια πολύ ωραία ελληνική λέξη που την περιγράφει: χαρμολύπη. Αυτό το συναίσθημα «ξυπνάει» μέσα μου κάθε φθινόπωρο κι ευτυχώς, μέχρι τώρα, εκφράζεται δημιουργικά, όποιον κάθε φορά επιλέγω ως τομέα δημιουργίας.

Αυτή τη φορά ήταν η σύνθεση.

Μου πήρε 50 χρόνια, αλλά το αποφάσισα! Είναι το μοναδικό «μετερίζι» της μουσικής, με το οποίο δεν είχα ξαναασχοληθεί. Έχω ασχοληθεί από οποιαδήποτε άλλη πλευρά μπορείς να φανταστείς.

Ας μιλήσουμε για αυτές τις πλευρές, λοιπόν.

Ξεκίνησα, πιτσιρικάς, στο Ωδείο κλασική κιθάρα. Στα 3 χρόνια την παράτησα, δε μου έκανε. Έπαιζα ηλεκτρικά κιθάρα σε συγκροτήματα ροκ επαγγελματικά, βιοποριζόμουν από το ροκ. Έπαιζα κάθε βράδυ στο «Tiffany’s» στην Πλάκα. Είσαι πολύ μικρός για να το θυμάσαι. Μετά μεγάλωσα λίγο, «σοβαρεύτηκα», αποφάσισα να συνεχίσω τις σπουδές μου στην κλασική κιθάρα, μεγάλος έρωτας, τις τελείωσα, δισκογραφία στην κλασική κιθάρα ως σολίστ, συναυλίες από δω κι από κει, το βαρέθηκα, μοναξιά μεγάλη. Ασχολήθηκα με τη μουσική δωματίου, κάναμε ένα τρίο, γυρίσαμε το μισό κόσμο, το βαρέθηκα! Έπειτα, άρχισα να ανοίγω άλλα «παράθυρα», τελειώνοντας τα θεωρητικά μου, χρειάζονται 11-12 χρόνια για αυτό το σκοπό. Όλα αυτά με οδήγησαν σε άλλες μουσικές ατραπούς: άρχισα να αναλαμβάνω την ενορχήστρωση προγραμμάτων με θεματολογία γύρω από το καλό ελληνικό τραγούδι.

Πώς ορίζεις το «καλό» ελληνικό τραγούδι;

Λατρεύω τους Έλληνες συνθέτες του λεγόμενου «ελαφρού» τραγουδιού, τον Αττίκ, τον Χαιρόπουλο, τον Γιαννίδη, τον Σουγιούλ, τον Μωράκη- κατάλαβες. Αυτοί φέρουν το στίγμα του «ελαφρού» τραγουδιού- αδίκως, κατά τη γνώμη μου, γιατί πρόκειται για μεγάλους συνθέτες, με βαθιά γνώση της μουσικής. Μετά έχω ενορχηστρώσει θεματολογίες του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Λοΐζου. Επί χρόνια έπαιρνα παραγγελίες από το θέατρο «Badminton».

Και φτάνουμε στο συγκεκριμένο CD…

Η διαδικασία ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2013. Επέλεξα να κυκλοφορήσει τέτοια εποχή, ώστε να υπάρχει μια συνάφεια με τον τίτλο και το «φθινοπωρινό» ύφος της μουσικής. Υπάρχει στο «Νοέμβρη» μια μελαγχολία που σου δημιουργεί ανάταση, θέλω να πιστεύω. Πέρσι το φθινόπωρο, λοιπόν, όντας σε μια περίοδο χωρίς πολλή δουλειά, πέρα από τη διδασκαλία που είναι πάγια, είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ με δικά μου πράγματα που τα είχα μέσα μου, ιδέες μουσικές, απλώς έπρεπε να βρεθούν το timing κι η διάθεση να ξεκαθαρίσω σε ποιο βαθμό αυτά τα πράγματα είναι όντως δικά μου, όχι μια κόπια, μια βελτιωμένη παραλλαγή όσων αγάπησα.

Έχω την αίσθηση ότι έχεις αγαπήσει τις μελωδίες του Χατζιδάκι.

Κι όχι μόνο του Χατζιδάκι. Των μεγάλων Ιταλών του κινηματογράφου: του Νίνο Ρότα, του Νικόλα Πιοβάνι, του Ένιο Μορικόνε. Μπορείς να μου ζητήσεις κατά παραγγελία ένα τραγούδι στο ύφος του Χατζιδάκι- μπορώ να στο έχω αύριο έτοιμο. Γράψε μου κάτι που να είναι στο ύφος του Απόλλωνα- αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Στην τέχνη πιστεύω στη δύναμη της πρώτης ανάγνωσης, της πρώτης ακρόασης, δε χρειάζεσαι πολλαπλές ακροάσεις ενός τραγουδιού για να σε «πιάσει». Το ζήτημα είναι να σου αρέσει και να μπορείς να το τραγουδήσεις. Αυτό που κυριαρχεί συνειδητά στο «Νοέμβρη» είναι η μελωδία. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνεις νεορομαντική μουσική, όπως ορίζω τη μουσική μου, παρόλο που δε μου αρέσουν οι ετικέτες. Με ενδιαφέρει η μελωδία να μην είναι ελιτίστικη, ούτε και «φτηνή». Είναι η ισορροπία του τρόμου, όπως την αποκαλώ. Δεν είναι καθόλου εύκολη. Το ζητούμενο είναι να απευθύνομαι στον μέσο ευαίσθητο ακροατή που μπορεί να εκτιμήσει κάτι όμορφο, αυτό είναι το κοινό που με ενδιαφέρει- ούτε ο μουσικολόγος, ούτε ο μυημένος, ούτε ο μουσικός. Αν o ακροατής εντάξει τη δικιά μου μουσική σε αυτό που θεωρεί όμορφο, θα είμαι ευτυχής!

Κι έχουμε και τις γυναικείες φωνές, βέβαια!

Συνεργαστήκαμε μια παρέα αγαπημένων ανθρώπων. Οτιδήποτε έχει μια αξία, το φτιάχνουν οι παρέες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μια παρέα από όμορφες γυναίκες. Είναι κουκλάρες όλες, το μόνο πρόβλημα είναι ότι μια από αυτές είναι γυναίκα μου, η Μαρία η Σπυράτου, η οποία παίζει πιάνο, ο ογκόλιθος της ορχήστρας.  Η Αναστασία η Μητσοπούλου, που έχει γράψει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια, η Κλεονίκη Δεμίρη κι η Ειρήνη Τουμπάκη. Σε τρία τους στίχους τους έγραψα κατ’ ανάγκην εγώ, δε θα το ξανακάνω, σε ένα η Κλεονίκη και σε ένα η Μαρία.

Πώς έγινε η γνωριμία, τις διάλεξες;

Τις διάλεξα. Η Αναστασία η Μητσοπούλου είναι δικηγόρος στο επάγγελμα, είναι και ποιήτρια. Βέβαια βιοπορίζεται από τη δικηγορία. Είναι η πρώτη στην οποία απευθύνθηκα, όταν ολοκλήρωσα το μουσικό μέρος. Η μουσική προϋπήρξε του στίχου, δε μελοποίησα ποιήματα, δυνάμει στιχουργήματα, κι αυτό ανέβασε πάρα πολύ τον πήχη της δυσκολίας.

Οι δυο φωνές, πάντως, κακώς ίσως δεν τις είχα υπόψη μου, είναι πολύ ξεχωριστές κι από διαφορετικές αφετηρίες, όπως διαβάζω και στο ένθετο που συνοδεύει το CD.

Είναι μεσόφωνοι, είναι οι γυναικείες φωνές που κινούνται στις μεσαίες περιοχές, ούτε πολύ υψηλές που είναι οι υψίφωνοι, ούτε οι πολύ χαμηλές, που είναι οι alto φωνές. Είναι, όμως, τελείως διαφορετικές μεταξύ τους κι αυτό το contrast ανάμεσά τους ήταν το κριτήριο που με έκανε να τις επιλέξω. Η Κλεονίκη είναι μια λυρική mezzo soprano, η τεχνική της χρησιμοποιείται στην όπερα. Αντίθετα, η Ειρήνη είναι μια λαϊκή μεσόφωνος, έχει την τεχνική των λαϊκών τραγουδιστών, πολύ «ζεστή» φωνή. Αυτό το contrast, σε μένα τουλάχιστον, φαντάζει πολύ γοητευτικό.





Και το εικαστικό κομμάτι, το artwork, επίσης «δένει». Δίνεται η εντύπωση μιας ενότητας.

Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Δε θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα με κάλυπτε αισθητικά με ένα φτηνιάρικο εξώφυλλο. Δε θα ήμουν ικανοποιημένος.

Κι έγινε επί τούτου.

Είναι εποχές που κανείς δεν κάνει πράγματα για σένα. Όλα έχουν περάσει από το χέρι μου. Συνεργάστηκα με ανθρώπους, βέβαια. Οι πίνακες είναι της εξαιρετικής ζωγράφου Ζάννας Αρτέμη. Δεν υπήρχε κανείς που να τα κάνει για μένα, όμως, δεν υπάρχει πλέον αυτό που παλαιότερα ονομαζόταν «παραγωγός». Στις μέρες μας πρέπει να είσαι και παραγωγός, και μάνατζερ του εαυτού σου.

Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την οικονομικο-κοινωνική συνθήκη, φαντάζομαι.

Όχι, αλλά η κατάσταση έχει φτάσει στα άκρα. Έχει εκλείψει η ειδικότητα του παραγωγού. Να πουλήσει τι; Ένα CD που θα πουλήσει 30 κομμάτια; Όχι επειδή είναι το δικό μου, αλλά και δουλειές εμπορικών ονομάτων. Ο καθένας μπορεί να το «κατεβάσει» από το διαδίκτυο. Γιατί να το αγοράσει; Πρέπει να πολύ μερακλής ο ακροατής. Επειδή έκανα έρευνα πριν καταλήξω στο «Μετρονόμο» του φίλου Θανάση Συλιβού, είναι εξαιρετικά σπάνιο αυτή τη στιγμή να βρεις εταιρεία που να σου χρηματοδοτήσει μια παραγωγή. Στη δικιά μου περίπτωση δεν είναι κακό. Με τις επαφές που έχω θα μπορούσα να βρω μια εταιρεία, αλλά δεν το επέλεξα, ήθελα να έχω την ιδιοκτησία του project, που είναι πολύ ακριβό, μόνο η ορχήστρα περιλαμβάνει 25 άτομα! Επέλεξα, λοιπόν, να επωμιστώ το δυσβάστακτο κόστος.

Έχοντας ολοκληρωθεί η διαδικασία της παραγωγής και ξεκινήσει η κυκλοφορία της δουλειάς, αυτοί οι «μελαγχολικοί δαίμονες», στους οποίους αναφέρεσαι στο ένθετο του CD, κατευνάστηκαν κάπως;

Θέλω να πιστεύω ότι είναι η πρώτη, αλλά όχι η τελευταία, δουλειά που θα κάνω ως πρωτογενής δημιουργός, συνεχίζω να γράφω πράγματα. Στις 15 Δεκεμβρίου θα παίξουμε ζωντανά τα 7 τραγούδια του CD στον «Ιανό» με ένα μικρό τρίο, όμως, καθώς κι άλλα 7 καινούρια ακυκλοφόρητα, σε πρώτη εκτέλεση. Όσο για τους «δαίμονες» κατευνάστηκαν κάπως, αλλά απαιτούν κι άλλη «τροφή».

«Μαγιά» μιας επόμενης δουλειάς αυτά τα τραγούδια;

Προφανώς, αλλά δεν έχω ιδέα αν και πότε αυτή θα βγει. Πιστεύω, όμως, ότι θα βγει, γιατί θεωρώ τον εαυτό μου άνθρωπο της μουσικής δράσης, δεν είμαι ένας «γραφιάς» της μουσικής. Τίποτα δε μένει στο συρτάρι μου. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που λένε πως φταίει η κοινωνία που δεν τους ανακάλυψε. Δεν περιμένω να με ανακαλύψει κανείς.

Είναι ορχηστρικά, έχουν στίχο;

Είναι συνδυασμός, δε μου αρέσει να κάνω τα ίδια πράγματα. Φτιάχνω ένα κύκλο λαϊκών τραγουδιών, με λαϊκή ορχήστρα. Τώρα θα τα τραγουδήσει η Ειρήνη, και στο «Χαμάμ», όπου έχουμε παραστάσεις μέσα στο Δεκέμβρη.

Μια κάπως ειδικότερη ερώτηση, σχετική με τη μουσική παιδεία στην Ελλάδα. Πώς εκτιμάς το επίπεδο, στο οποίο βρίσκεται;

Έχω περάσει από όλες τις βαθμίδες της μουσικής εκπαίδευσης. Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα στον τρόπο που διδάσκονται τα πάντα, κι ειδικά τα θεωρητικά, στην Ελλάδα, μια αναντιστοιχία ανάμεσα στους κανόνες, τους οποίους μαθαίνεις να εφαρμόζεις, και την πραγματική μουσική. Πρώτος την εντόπισε ο Αμάραντος ο Αμαραντίδης, ένας φίλος συνθέτης, με τον οποίο έκανα το 1991 το δίσκο «Παραλλαγές Lully Lulla» και «Σπουδές Ύφους». Αυτός πρώτος είχε καταγράψει αυτή την ανισορροπία, ότι, δηλαδή, η παιδεία, με τον τρόπο που είναι προγραμματισμένη στην Ελλάδα, είναι προορισμένη να «βγάζει» καθηγητές μουσικής, κι όχι μουσικούς. Το μόνο που έχεις μάθει είναι να διδάξεις, μέσα από μια σειρά στείρων κανόνων, οι οποίοι αυτούσιοι ποτέ δε διδάχτηκαν στην ιστορία της μουσικής, πρόκειται για ένα «αχταρμά». Βγαίνοντας, έπειτα, οι δυνάμει μουσικοί στην αγορά, είναι σαν τα ψάρια έξω από τη γυάλα. Προσωπικά, μου αρέσει η ζωντανή μουσική, που «αναπνέει», που έχει το κοινό της- είτε αυτό είναι 2, ή 2.000 άνθρωποι.

Μακάρι, από καρδιάς, κι η συγκεκριμένη δουλειά να ταξιδέψει όσο περισσότερο μπορεί!

Ευχαριστώ πολύ! Είναι, πάντως, πολύ δύσκολος ο τρόπος που θα φτάσει στον ακροατή. Το βλέπω τώρα, στην πράξη, Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ακουστεί από το κοινό της, αυτούς που ενδεχομένως να αφορά αισθητικά. Το θέμα είναι να την ακούσουν για πρώτη φορά. Αν την ακούσουν, θα την αναζητήσουν.

ΠΗΓΗ:
Blog «Εναντιοδρομίες»




Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Απ' τη συνοικία



"Απ' τη συνοικία", Λάδης, Λοΐζος, Νταλάρας. Το άκουσα τυχαία τις γιορτές, είχα να τ' ακούσω 15-16 χρόνια, και με χτύπησε στο κούτελο. Δεν είναι μόνο οι στίχοι ή η ερμηνεία ή το νόημα, είναι αυτή η διαολεμένη η εισαγωγή, τα πρώτα μέτρα, αυτή η επιτάχυνση, το απέραντο και ασταμάτητο κύμα, και κάποιες νότες τονισμένες σαν σφαίρες και σαν απόφαση. Και μη μου πει κανένας ότι αυτά είναι παλιές ιστορίες - όσο αυτή η έκφραση δεν αντικαθίσταται από άλλες, όσο οι πόθοι και οι έγνοιες δεν βρίσκουν το τραγούδι τους το σημερινό, κι όσο η εργασία θα στέκει σαν επιβολή και όχι σαν ελευθερία, τόσο οι ιστορίες αυτές θα μένουν ολοζώντανες.
ηρ.οικ.


Απ’ τη συνοικία τα λεωφορεία
γέμισαν φανέλες κι αναμμένα μάτια
σμάρι οι οικοδόμοι μπρος στη δημαρχία
στις γωνιές η νύχτα γίνεται κομμάτια

Κόκκινη πόλη μες στ’ αγιάζι
βάλε τα ρούχα τα παλιά
άρχισε να γλυκοχαράζει
στα λασπωμένα σου γιαπιά

Απ’ τη συνοικία μέχρι το λιμάνι
πάνω στους σκυμμένους ώμους του εργάτη
αίμα και τσιμέντο γίνονται χαρμάνι
χτίζεται η ζωή μας, θάνατο γεμάτη

Κόκκινη πόλη μες στ’ αγιάζι
βάλε τα ρούχα τα παλιά
άρχισε να γλυκοχαράζει
στα λασπωμένα σου γιαπιά

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

"Της ημέρας τα σκοτάδια"




ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Δαμιανός Πάντας

Της ημέρας τα σκοτάδια

Ερμηνεύει ο Βασίλης Γισδάκης


Ο συνθέτης Δαμιανός Πάντας μας παρουσιάζει την πρώτη δισκογραφική του δουλειά, με τίτλο Της ημέρας τα σκοτάδια, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος, έχοντας συνοδοιπόρο τον σπουδαίο ερμηνευτή Βασίλη Γισδάκη. 

Μια μουσική συνάντηση ιδιαίτερης σημασίας, αν αναλογιστούμε ότι ο Βασίλης Γισδάκης, ο τελευταίος ερμηνευτής του Μάνου Χατζιδάκι, συναντιέται με τον πρωτοεμφανιζόμενο δισκογραφικά συνθέτη Δαμιανό Πάντα σ’ ένα κύκλο τραγουδιών, που έχει έντονα τα στοιχεία του προσωπικού ύφους του συνθέτη, αλλά και της Ελληνικής μουσικής μας κληρονομιάς.

Το άλμπουμ περιλαμβάνει 12 κομμάτια, («Μεγάλη Νύχτα», «Βίκυ του Λάθους», «Ανυπότακτος», «Το τραγούδι του Τοξότη», «Οργή», «Παιδικό», «Ο βραχνάς», «Μαύρα Σύννεφα», «Κραυγή», «Κλεισμένη Νυχτερίδα», «Νύχτα», «Ο προφήτης») σε στίχους του Αντώνη Παπακωνσταντινίδη, της Βασιλικής Β. και του ίδιου του συνθέτη ενώ συμμετέχει στην «Κραυγή» η Ρίτα Αντωνοπούλου.

Τραγούδια με έντεχνο πυρήνα, όπου συναντώνται κομμάτια ηλεκτρικού ήχου και ροκ διάθεσης, με μελωδικές μπαλάντες και λαϊκότροπα ακούσματα, ηχογραφημένα όλα με φυσικά όργανα. Τραγούδια επίκαιρα, με το κοινωνικό και πολιτικό στίγμα του σήμερα, και άλλα πιο εσωτερικά, με πρωταγωνιστή τον έρωτα. 

Όπως αναφέρει ο συνθέτης …«Ο κύκλος τραγουδιών Της ημέρας τα σκοτάδια είναι μια νυχτερινή λιτανεία. Μια επίκληση που κάνουμε όλοι μας, όχι σε κάποιον άγνωστο Θεό, αλλά στον ίδιο τον άνθρωπο, προσμένοντας το πρώτο μετά από καιρό ξημέρωμα, αλλά κι αναζητώντας αέναα το φως εντός μας... ... Με τραγούδια άλλοτε επιθετικά κι άλλοτε λυρικά, ετούτη η λιτανεία πάλλεται σαν μια ανθρώπινη καρδιά που χτυπά παθιασμένα από έρωτα κι από θυμό ή γαλήνια από στοχασμό και προσμονή».

Ο Βασίλης Γισδάκης, με τη βαθιά αισθαντική φωνή του, με λυρισμό, ευαισθησία, αλλά και εκρηκτικότητα, αποδίδει ερμηνευτικά όλα αυτά τα συναισθήματα, που ο Δαμιανός Πάντας προβάλλει μέσα από τις ξεχωριστές μελωδίες του, αγγίζοντας τις πιο ευαίσθητες χορδές μας.

Συμμετέχουν οι μουσικοί:
Θοδωρής Σιώρης: κρουστά - ντραμς , Δημήτρης Πάντος: ακουστική κιθάρα, Δημήτρης Παπαλάμπρου: ηλεκτρική κιθάρα, Θανάσης Σοφράς: κοντραμπάσο, ηλ. μπάσο, Νικόλας Τριήρης: μπουζούκι, Μίλτος Παπαστάμου: βιολί, βιόλα, Σταύρος Παργινός - Τατιάνα Θεολόγου: τσέλο, Άννα Σαράντη: φωνητικά. 
Ενορχήστρωση, πιάνο: Δαμιανός Πάντας
Οι φωτογραφίες του εξωφύλλου και του ένθετου είναι της Μαρίας Κοσσυφίδου.



Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

2014: Η εκδίκηση του μελωδικού φονταμενταλισμού


2014: Η εκδίκηση του μελωδικού φονταμενταλισμού

Οι τρεις δίσκοι που ξεχώρισα το 2014 έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι δίσκοι συνθετών. Είναι, δηλαδή, έργα των οποίων το κομβικό, το οριστικό χαρακτηριστικό είναι η μουσική ταυτότητα, η αβίαστη μελωδικότητα, η συνθετική πρωτοτυπία, αλλά και η επιμελής ενορχήστρωση. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό! Τα τρία μοντέλα που κυριάρχησαν στην Ελλάδα διαδοχικά τα τελευταία σαράντα χρόνια ύστερα από την επανάσταση του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη οδεύουν προς το τέλος τους - και εμπορικά, αλλά πολύ φοβάμαι και καλλιτεχνικά, σε ένα μεγάλο τέλος πάντων βαθμό. Αναφέρομαι στο παράδειγμα της μελοποιημένης ποίησης, στο παράδειγμα των μεγάλων ερμηνευτών και στο παράδειγμα των τραγουδοποιών, που αν τα βάλετε κάτω ορίζουν αδρά την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού από το ’70 μέχρι σήμερα.

Προς θεού, δεν εννοώ το τέλος ούτε με οριστική, ούτε με αρνητική χροιά· πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για όλα τα ωραία που κόμισαν οι μεγάλοι μελοποιημένοι ποιητές μας, οι τραγουδιστές και οι τραγουδοποιοί μας. Κάπου στην πορεία, όμως, ξεχάσαμε ότι βάση του τραγουδιού είναι η σύνθεση, η πρωτογενής μελωδία. Και αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα που περνάει μέσα από τα τρία έργα που παρατίθενται εδώ: στην Ελλάδα συνεχίζουν να αναδεικνύονται συνθέτες με σπουδαία μουσική προσωπικότητα. Εκεί βρίσκεται η ελπίδα και η συνέχεια, κι εκεί πρέπει να δοθεί χώρος και προσοχή. Γιατί αν υπάρχει ο συνθετικός πυρήνας, τότε και δυνατοί στίχοι ή μεμονωμένα ποιήματα αναδεικνύονται και μπαίνουν στα στόματα των πολλών, και νέοι ερμηνευτές και ερμηνεύτριες εμφανίζονται στο προσκήνιο - βλ. Θοδωρής Βουτσικάκης -, και οι παλαιότεροι και παλαιότερες βρίσκουν επιτέλους κάτι αντάξιο της φωνής τους σε πρώτη εκτέλεση - βλ. Γιώτα Νέγκα.

Φυσικά, η αγορά αλλιώς επιτάσσει: επανεκτελέσεις, ζωντανές ηχογραφήσεις, δήθεν πρωτοποριακές - αλλά εν τέλει βαθύτατα συντηρητικές - μίξεις, κι άλλες επανεκτελέσεις, κι άλλα live, κι άλλες δήθεν μοναδικής πρωτοτυπίας συναντήσεις, κι άντε πάλι απ’ την αρχή, όλα στο βωμό της εμπορικότητας μπας και πουληθεί η πραμάτεια. Το σενάριο του να ακούγονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα δεκαπέντε τραγούδια εκ των οποίων τα πέντε θα είναι swing επανεκτελέσεις του Τσιτσάνη, τα άλλα πέντε αγγλόφωνα με μακρόσυρτα Γιουυυυυ και Άάάάάάι μπας και μπαλωθεί ο στίχος, και τα τελευταία πέντε ποπ μετριότητες που θα πρέπει σώνει και καλά να ακούω επειδή τα τραγουδάνε προβεβλημένα και πολυδιαφημισμένα μέχρι αηδίας ονόματα, είναι εφιαλτικό και πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.

Η ιστορία όμως δεν εξελίσσεται βάσει της όποιας βούλησής μου, γι’ αυτό και χαίρομαι πραγματικά με την κυκλοφορία αυτών των τριών έργων. Δείχνουν ότι ο άλλος δρόμος, ο δρόμος του δημιουργικού ψαξίματος, της έκπληξης, του κόπου, του τραγουδιού τέλος πάντων, δεν είναι απλώς wishful thinking κάποιων παλαιομοδίτικων οπισθοδρομικών σχολιαστών, αλλά υπαρκτό ενδεχόμενο που πηγάζει από την πραγματικότητα. Η πρώτη ύλη υπάρχει, η συνθετική έμπνευση και το ταλέντο υπάρχουν, και πλάι στη δίνη τους μπορούν να στροβιλιστούν τόσο ο λυρισμός όσο και η λαϊκότητα.

Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο στο οποίο αντιλαμβάνομαι τους τρεις αυτούς δίσκους - τα ειδικά χαρακτηριστικά του καθενός όμως θα πρέπει να τα ανακαλύψετε εσείς. Ο τίτλος του κειμένου, «μελωδικός φονταμενταλισμός» δεν πάει ούτε να καπελώσει, ούτε να ομογενοποιήσει, ούτε βεβαίως να τρομάξει. Άλλος ο φονταμενταλισμός των αγορών, των τραπεζιτών, των θρησκόληπτων και των πολεμάρχων, κι άλλος ο φονταμενταλισμός της μελωδίας. Μην τον φοβηθείτε· ακούστε τον!

ηρ.οικ.




Αισθηματική ηλικία

Μουσική: Δημήτρης Μαραμής· Στίχοι / Ποίηση: Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Μιχάλης Γκανάς, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Σωτήρης Τριβιζάς· Ερμηνεία: Θοδωρής Βουτσικάκης - Η Τέχνη στο Παλιό Λιοτρίβι






Ο Νοέμβρης των ματιών της

Μουσική: Απόλλων Κουσκουμβεκάκης· Στίχοι: Κλεονίκη Δεμίρη, Απόλλων Κουσκουμβεκάκης, Αναστασία Μητσοπούλου, Μαρία Σπυράτου· Ερμηνεία: Κλεονίκη Δεμίρη, Ειρήνη Τουμπάκη - Μετρονόμος






Καινούργιο φιλί
Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης· Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος, Οδυσσέας Ιωάννου, Θέμης Καραμουρατίδης, Λήδα Ρουμάνη, Δημήτρης Χαλιώτης· Ερμηνεία: Γιώτα Νέγκα - Feelgood Records.