Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

Armagos - The First Governor



 



Δελτίο τύπου


O μουσικοσυνθέτης Aποστόλης Αρμάγος (aka Armagos) μετά από το εξαιρετικά επιτυχημένο οργανικό άλμπουμ «The Lonely Piano»  επιστρέφει με ένα κομμάτι αφιερωμένο στον Πρώτο Κυβερνήτη της Σύγχρονης Ελλάδας, τον Ιωάννη Καποδίστρια. Πρόκειται για μια επιβλητική σύνθεση με ένα εντυπωσιακό θέμα, εμπνευσμένη από την επέτειο των διακοσίων χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση (1821-2021). Ερμηνεύουν μοναδικά οι: Νεοκλής Νεοφυτίδης (πιάνο) και Νίκος Παραουλάκης (νέι). Το κομμάτι αυτό είναι προπομπός του δίσκου που αναμένεται να κυκλοφορήσει με συνθέσεις για πιάνο και νέι.



***


O μουσικοσυνθέτης Αποστόλης Αρμάγος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Πιάνο, Ανώτερα Θεωρητικά και Σύνθεση με καθηγητή τον Μάκη Πάλακα και μοντέρνα κιθάρα με τον Γιάννη Ράπτη και τον Θοδωρή Ζήρα. Πτυχιούχος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, παρακολούθησε μαθήματα τζαζ πιάνου με τον Δημήτρη Καλαντζή, Γιώργο Μικρό και Σπύρο Μάνεση και κλασσικής κιθάρας με τον Δημήτρη Ζαφειρέλη. Έκανε σπουδές Βυζαντινής και παραδοσιακής μουσική με τον Τάσο Φωτόπουλο.

Έχει παρουσιάσει τη μουσική του σε πολλές μουσικές σκηνές της Αθήνας, συμπράττοντας επί σκηνής με τους περισσότερους ερμηνευτές και δημιουργούς της γενιάς του.

Από το 2013 εως σήμερα έχει κυκλοφορήσει τέσσερις δισκογραφικές δουλειές με τραγούδια:
“Το η του ήλιου” (ερμηνεία: Ξένια Ροδοθεάτου)
“Απόσχιση” (ερμηνεία: Ξένια Ροδοθεάτου)
“Άγνωστη Πορεία” (ερμηνεία: Νίκος Βενετάκης)
“Στην Άλλη Όχθη” σε ποίηση του Τάκη Μιχόπουλου (ερμηνεία: Άννα Λινάρδου)
και οργανική μουσική: “The lonely piano”.

Έχει γράψει τη μουσική για την όπερα “Η ντροπή του Κύκλωπα” σε λιμπρέτο του Γιάννη Φίλια καθώς και τη μουσική για τη θεατρική παράσταση “Ο δράκος” του Γεβγένι Σβαρτς, σε σκηνοθεσία Ιωάννας Μπακαλάκου.

Η τελευταία του κυκλοφορία είναι το μουσικό κομμάτι με τίτλο «Ο Πρώτος Κυβερνήτης» (The First Governor), το οποίο είναι αφιερωμένο στον Ιωάννη Καποδίστρια και εμπνευσμένο από την επέτειο των διακοσίων χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση.

Επίσημη ιστοσελίδα:

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Συνέντευξη με την Χρυσούλα Κεχαγιόγλου

 




Χρυσούλα Κεχαγιόγλου:


"Η παράδοση εμπεριέχει το σώμα των ανθρώπων"



Μια μεγάλη γυναικεία φωνή που σε μαγνητίζει από το πρώτο μέτρο, μια σημαντική λαϊκή ερμηνεύτρια που κινείται όμως με άνεση και στον χώρο της παγκόσμιας παραδοσιακής μουσικής. Ψυχή των Chrysoula K. & Púrpura, με σημαντικές εγχώριες και διεθνείς συνεργασίες, ακροβατεί μεταξύ πειραματισμού και λαϊκής στιβαρότητας με μια χροιά που δεν γίνεται να σε αφήσει ασυγκίνητο. Κυρίες και κύριοι, η μοναδική Χρυσούλα Κεχαγιόγλου!

 

τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου



 

- Σας βρίσκουμε λίγο πριν την …αποκάλυψη του νέου δίσκου των “Chrysoula K. & Púrpura”. Τι ετοιμάζετε;

 

Ετοιμάζουμε τον πρώτο μας ολοκληρωμένο δίσκο αποκλειστικά με πρωτότυπο υλικό, κάτι που ήταν το όνειρό μου από το ξεκίνημα του σχήματος! Δεν είναι ο πρώτος μας δίσκος, είχαμε δισκογραφήσει ακόμα έναν το 2018, για τις ανάγκες της περιοδείας μας στην Αυστραλία, αλλά περιείχε κυρίως διασκευές. Είχα την τύχη να ακούσω έξι εξαιρετικά τραγούδια των Θωμά Νουτσόπουλου και Δημήτρη Πάντου, τα οποία προσαρμόστηκαν στα όργανα και την αισθητική του σχήματος και θα ηχογραφηθούν ζωντανά στο στούντιο.


- Πώς προέκυψαν, αλήθεια, οι “Chrysoula K. & Púrpura”; Πώς σχηματίστηκε το συγκρότημα, αλλά και γιατί επιλέχθηκε το συγκεκριμένο του όνομα;

 

Το συγκρότημα δημιουργήθηκε με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου που είχαμε κάνει το 2014 με το Λάζαρο Σαμαρά με τίτλο «Σα Φυλαχτό». Η ιδέα ήταν η σύνθεση των οργάνων να μπορεί να υποστηρίξει παράλληλα και το ποικίλο ρεπερτόριο που έχω δισκογραφήσει κατά καιρούς, το οποίο περιλαμβάνει τραγούδια ρεμπέτικα, κέλτικα, πιο σύγχρονα κλπ. Ξεκίνησε σαν ένα σχήμα με αρχηγό εμένα, αλλά κατέληξε να είναι ένα σύνολο στο οποίο η γνώμη όλων μετράει εξίσου και η αλήθεια είναι ότι εξαιτίας των συγκεκριμένων γυναικών που αποτελούν τις Púrpura το αποτέλεσμα ξεπέρασε κατά πολύ την αρχική μου ιδέα!

 

Το όνομα έχει σα ρίζα τη λέξη «Πορφύρα», που στα λατινικά γίνεται “Purpura” (η ρίζα του “purple”, της λέξης «μωβ» στα αγγλικά) και στα πορτογαλικά παίρνει τόνο. Μας άρεσε η εκδοχή με τον τόνο - ο τόνος στη μουσική είναι μεγάλη υπόθεση! - και την κρατήσαμε.






- Ένα μεγάλο κομμάτι του ρεπερτορίου σας κινείται στη σφαίρα του παραδοσιακού τραγουδιού. Πώς αντιλαμβάνεστε την παράδοση; Και πώς την προσεγγίζετε, αισθητικά και μουσικά;

 

Είναι δύσκολο να οριστεί τι ακριβώς ονομάζουμε παραδοσιακή μουσική, αλλά για μένα οι λέξεις αυτές περιγράφουν οποιαδήποτε μουσική προκύπτει από ένα βίωμα που το σώμα του ανθρώπου δεν το «αντέχει» και επείγεται να το βγάλει από μέσα του, να το εκφράσει. Η χαρά του γονιού στο γάμο του παιδιού του, ο πόνος του αποχωρισμού, μια αυγή που σε συγκινεί τόσο που αυθόρμητα την τραγουδάς, το γλέντι που σε τραβάει να χορέψεις… Η παράδοση έχει κίνηση και συγκίνηση (συν-κίνηση), εμπεριέχει το σώμα των ανθρώπων, δε βασίζεται τόσο στο νου. Έτσι αντιλαμβάνομαι εγώ την παράδοση και έτσι την αποδίδω, ακολουθώντας το σώμα μου. Χορεύω πολύ και για αυτό αγαπώ πολύ το ρυθμό στα τραγούδια, τον θεωρώ βασικότατο στοιχείο τους, κάτι που δε μπορεί να μείνει στην άκρη και να μην προσεχθεί. Αγαπώ το ρυθμό των λέξεων στα τραγούδια, τον σέβομαι, θέλω να καταλαβαίνει όλος ο κόσμος τι λέει ένα τραγούδι- και κάποια παραδοσιακά έχουν στίχο που σε σφάζει!

 

Μουσικά, προσεγγίζω την παράδοση με θάρρος και θράσος ταυτόχρονα. Αδυνατώ να αντιγράψω πιστά οποιοδήποτε τραγούδι. Θεωρώ ότι αν έχει ήδη αποτυπωθεί με έναν τρόπο (και πολλά από αυτά έχουν ειπωθεί ανεπανάληπτα) η μουσική κι εγώ δε θα ωφεληθούμε από μια αναπαραγωγή. Γι’ αυτό αγαπώ τις διασκευές. Δεν είναι πάντα πετυχημένες, ούτε είναι πάντα αντάξιες της πρώτης ύλης τους, αλλά είμαι πολύ υπέρ της άποψης του αγαπημένου φίλου Κλέαρχου στη Σύρο που λέει: «Η λέξη ‘παίζω’ δε χρησιμοποιείται τυχαία στην περίπτωση της μουσικής».

 

- Με ενδιαφέρει, ιδιαίτερα, η επιλογή των οργάνων με τα οποία δουλεύετε, που αντανακλά μια «συνάντηση» της μουσικής του ελληνικού και μεσογειακού χώρου με την κλασική δυτική μουσική. Ποιο είναι το σκεπτικό σας ως προς αυτό;

 

Η ιδέα ήταν η σύνθεση των οργάνων να αποτελεί από μόνη της μια πρόκληση. Αλλά η αλήθεια είναι ότι διάλεξα και τις παίχτριες, παράλληλα με τα όργανα. Η επιλογή της Μαρίας Πλουμή στο λαούτο είχε να κάνει με την σχεδόν εξωφρενική αγάπη που τρέφει κι εκείνη για το ρυθμό. Ήθελα πολύ να μην είμαστε ένα άνευρο συγκρότημα. Η επιλογή της Έφης Ζαϊτίδου στο κανονάκι είχε να κάνει φυσικά με το ίδιο το όργανο που μουσικά έχει εντυπωσιακές δυνατότητες, αλλά είναι καθοριστική για τον ήχο του σχήματος η ικανότητα και η επιθυμία της Έφης να πειραματιστεί με είδη που δε συνδέονται παραδοσιακά με το συγκεκριμένο όργανο. Την ίδια επιθυμία για πειραματισμό έχουν και η Έλσα Παπέλη που παίζει τσέλο και η Σοφία Σερέφογλου που παίζει φλάουτο και φλάουτο με ράμφος. Η ιδέα είναι να παίζουμε μουσική όσο καλύτερα μπορούμε, δημιουργώντας κάτι που είναι ανατολικό, δυτικό, βόρειο ή νότιο ανάλογα με την επιθυμία και τη διάθεσή μας.

 

- Τον όρο «έθνικ μουσική» τον αποδέχεστε; Τι μπορεί να σημαίνει, πέρα από μία ταμπέλα, ένα εμπορικό σήμα, ίσως.

 

Δεν ασχολούμαι πολύ με τους ορισμούς των ειδών. Συνήθως πονοκεφαλιάζω όταν καλούμαι να συμπληρώσω κενά στο διαδίκτυο του τύπου «σε ποιο είδος ανήκει το τραγούδι που δημοσιεύετε» κλπ αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ενδιαφέρομαι καθόλου για το θέμα της «τυποποίησης» των ειδών. Κατανοώ ότι είναι ένας κώδικας για να επικοινωνούν οι υπεύθυνοι marketing και οι μουσικολόγοι μεταξύ τους και το αφήνω πάνω τους.

 







- Μιλώντας για σας στην τηλεόραση, ο Γιώργος Νταλάρας σάς τοποθέτησε στη …λέσχη των «ανθρώπινων φωνών», μαζί με τεράστιες ερμηνεύτριες όπως η Χαρούλα Αλεξίου και η Βίκυ Μοσχολιού. Συμφωνώ. Είναι δύσκολο να μιλάει κάποιος για τον εαυτό του, αλλά τι ακριβώς εννοεί ο καλός μας τραγουδιστής;

 

Ο Γιώργος Νταλάρας, από το λίγο που τον γνωρίζω προσωπικά, είναι ένας πολύ σύνθετος άνθρωπος. Οπότε δε θα τολμήσω να αναλύσω τι εννοούσε με όλα αυτά τα καταπληκτικά που είπε στην εκπομπή, απλά θα τον ευχαριστήσω δημοσίως, εδώ που μου δίνεται η ευκαιρία.

 

Θα αναφερθώ, όμως, στις λέξεις «ανθρώπινη φωνή» επειδή τις έχω ακούσει συχνά από κόσμο που έρχεται να με ακούσει και θεωρώ την περιγραφή αυτή πολύ τιμητική. Νομίζω ότι ο χαρακτηρισμός «ανθρώπινη» έχει να κάνει με τη χροιά της φωνής μου, η οποία έχει μια καθαρότητα και μια ηρεμία. Ταυτόχρονα έχει, όμως, και μια αναγνωρισιμότητα- σου γίνεται εύκολα οικεία, θυμάσαι ότι την έχεις ξανακούσει. Φαντάζομαι ότι αυτοί που αγαπούν τη φωνή μου, όταν τραγουδώ νιώθουν σα να είναι στο σπίτι τους, με την πιο τρυφερή έννοια που μπορεί να έχει η έννοια «σπίτι». Έτσι μου έχουν πει. Γεγονός είναι, πάντως, ότι εγώ όποτε τραγουδώ αισθάνομαι ότι εκτίθεται ο καλύτερός μου εαυτός, ό,τι πιο «ανθρώπινο» έχω μέσα μου. Ίσως οι άνθρωποι το αντιλαμβάνονται, έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στην αντίληψη του κοινού.

 

- Και πώς γίνεται μια τέτοια φωνή να μην έχει ένα πάγιο, κατοχυρωμένο αποτύπωμα στη δισκογραφία; Φταίει το (πλήρως διαλυμένο) δισκογραφικό μας σύστημα, ή υπήρξαν κι από σας διαφορετικές προτεραιότητες;

 

Η πορεία ενός ανθρώπου έχει να κάνει και με το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζει, αλλά και με το χαρακτήρα του. Εγώ όντως ξεκίνησα να τραγουδώ σε μια εποχή που πια οι συνθέτες δεν είχαν τη δύναμη ή τη θέληση να «αναλάβουν» έναν ερμηνευτή και να του αναθέσουν ένα ολοκληρωμένο ρεπερτόριο. Ξεκίνησα, επίσης, και εν πολλοίς συνεχίζω να υπάρχω, σε μια εποχή όπου η φτήνια και η ευκολία δεν αντιμετωπίζονται σαν τέτοιες, αλλά πιάνουν πολύ χώρο στη μουσική πραγματικότητα.

 

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι άργησα πολύ να αποφασίσω ότι η μουσική θα είναι η μοναδική δουλειά μου. Κατά καιρούς σπούδαζα - έχω δύο πανεπιστημιακά πτυχία -, ταξίδευα για λόγους προσωπικής αναζήτησης, έφευγα για καιρό από την Αθήνα που είναι το κέντρο των πραγμάτων… Ευτυχώς, όποτε επιστρέφω από έναν τέτοιο κύκλο αναζήτησης, η μουσική και οι μουσικοί με περιμένουν και με θυμούνται, πράγμα το οποίο πάντα μου προκαλεί έκπληξη. Σπάνια έχω μείνει από δουλειά και συνήθως συμμετέχω σε πράγματα που μου αρέσουν πολύ και με εξελίσσουν, αλλά η συνέπεια είναι μια αρετή που την έχουν άλλοι συνάδελφοι περισσότερο από εμένα και δικαίως απολαμβάνουν τα αποτελέσματά της περισσότερο.

 

Τέλος, ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό που έχω είναι μια σαφής τάση να μαλώνω με τους λάθος ανθρώπους - λάθος σε σχέση με την καριέρα μου -, ενώ αντίθετα χαίρω μεγάλης εκτίμησης από πάρα πολλούς συναδέλφους από τους οποίους δεν έχω να κερδίσω τίποτα από άποψη καριέρας, κερδίζω όμως πολύ σε μουσικό και ανθρώπινο επίπεδο. Δεν έχω διαλέξει το χαρακτήρα μου, αλλά τον έχω αποδεχτεί και είμαι ευχαριστημένη με την πορεία μου. Κοιμάμαι πολύ ήσυχα το βράδυ.

 

Πώς και πότε συνειδητοποιήσατε ότι ανήκετε στο τραγούδι; Μέσα από ποια ερεθίσματα, προσωπικά και καλλιτεχνικά, είπατε ότι αυτή η τέχνη θα γινόταν ο κόσμος σας;

 

Η αλήθεια είναι ότι μου πήρε πολύ καιρό να το αποφασίσω και ομολογώ ότι κατά καιρούς προκύπτει και πάλι η ιδέα μιας άλλης ζωής με πρωινό ωράριο, ασφάλιση και όλα αυτά που συνδέει ο πιο πολύς κόσμος με την εργασία του. Κάθε φορά, όμως, που φτάνει η στιγμή της απόφασης, συνειδητοποιώ ότι βλέπω τη σταθερότητα σαν ένα βήμα προς… τον παροπλισμό! Νομίζω ότι το πήρα απόφαση οριστικά κάνα χρόνο μετά που τελείωσα τη λογοθεραπεία, γύρω στο 2011. Αν σκεφτούμε ότι ξεκίνησα να δουλεύω το 1995, μπορώ να πω με σιγουριά ότι πήρα το χρόνο μου!

 

Ο πιο σημαντικός παράγοντας για αυτή τη διαρκή στροφή προς τη μουσική ήταν το ότι δε μπορούσα να φανταστώ να ζω σε ένα μέρος και να μην ταξιδεύω πια, παρά μόνο για διακοπές. Το να ταξιδεύω για να παίξω μουσική, ειδικά σε κοινό με άλλη γλώσσα και νοοτροπία, η αίσθηση ότι προσφέρω κάτι πρωτόγνωρο, η αποδοχή κι ο ενθουσιασμός των ανθρώπων που εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που ξέρω, οι καινούριες σκέψεις που μου γεννάει το ταξίδι και οι καλές συνήθειες που μπορώ να “δανειστώ” από άλλους πολιτισμούς, είναι μια μαγεία που δεν επιθυμώ να στερήσω από τον εαυτό μου ακόμα. Κατανοείτε, ίσως, μετά από όλα αυτά τι σημαίνει για μένα η καραντίνα...

 











Πράγματι! Προ καραντίνας, πάντως, συνεργαστήκατε με πολλούς και γνωστούς καλλιτέχνες στην καριέρα σας. Ποια «εγχώρια» συνεργασία σας ξεχωρίζετε και γιατί;

 

Οι περισσότεροι άνθρωποι με τους οποίους έχω συνεργαστεί, ειδικά τα τελευταία χρόνια, είναι άνθρωποι που εκτιμώ βαθιά. Για να μην κάνω τη δύσκολη, θα ξεχωρίσω μερικούς, αλλά θα ζητήσω συγγνώμη από τους υπόλοιπους γιατί αν τους αναφέρω όλους θα γίνει πολύ βαρετή η συνέντευξη. Από τους πολύ γνωστούς καλλιτέχνες με τους οποίους έχω συνεργαστεί θα αναφέρω τον κύριο Μανώλη Μητσιά, επειδή με εντυπωσιάζει κάθε φορά που τον συναντώ η οικειότητα την οποία με κάνει να νιώθω και η αγωνία με την οποία ρωτάει πώς είμαι, τι κάνει η οικογένειά μου κλπ. Τον γνώρισα στη δουλειά, όντας μικρή και άσημη. Από την αρχή με έκανε να νιώσω σπουδαία και σημαντική. Είναι μια ποιότητα που εκτιμώ πολύ στους ανθρώπους.

 

Ο Νίκος Τατασόπουλος είναι, επίσης, ένας άνθρωπος που ξεχωρίζω, ο Μανώλης Πάππος, ο Παντελής Στόικος, ο Θοδωρής Κουέλης, ο Αλέξανδρος Καψακαβάδης, ο Θανάσης Σοφράς, ο Παναγιώτης Μπουζέας, η Λαμπρινή Γιώτη, η Ειρήνη Τριανταφυλίδη, η Ελπίδα Γαδ... Γράφω κυρίως συνθέτες, μουσικούς και άντρες, γιατί η αλήθεια είναι ότι επειδή εγώ δεν παίζω κάποιο όργανο, συνήθως είμαι η μόνη γυναίκα μέσα σε πολλούς άντρες. Λυπάμαι πολύ που δεν έχω να αναφέρω περισσότερες γυναίκες μουσικούς, αλλά πριν κάνω το αμιγώς γυναικείο μου σχήμα δεν είχα την πολυτέλεια να συνεργαστώ με πολλές γυναίκες που γνωρίζω κι εκτιμώ μουσικά. Ξέρω, όμως, ότι υπάρχουν, τις παρακολουθώ και χαίρομαι που πολλαπλασιάζονται τα τελευταία χρόνια.

 

Έχει πλάκα, πάντως, το ότι όταν με ρωτούν σχετικά με τις συνεργασίες μου που θεωρώ σημαντικές, μου έρχονται στο μυαλό κυρίως «άσημοι» συνάδελφοι οι οποίοι με καθόρισαν αισθητικά, όπως οι συνεργάτες μου στη Σύρο που είναι πια σαν οικογένειά μου, οι συνεργάτες που είχα στα Γιάννενα, οι άνθρωποι με τους οποίους έχω συνυπάρξει στα μικρά μαγαζιά της Αθήνας, τα μέλη των συγκροτημάτων που συνεργάζομαι… Οι διασημότητες βοηθούν στο marketing, αλλά η πραγματική ζύμωση γίνεται με τους ανθρώπους με τους οποίους διανύεις χιλιόμετρα στα πάλκα.

 

- Παράλληλα, υπάρχει και η διεθνής σας συνεργασία, στον δίσκο ‘The Long and the Short of It’, με σημαντικούς Ιρλανδούς μουσικούς. Πώς προέκυψε;

 

Η διεθνής αυτή συνεργασία προέκυψε λόγω της συνεργασίας μου με ένα σχήμα ρεμπέτικης και παραδοσιακής μουσικής που στην Ελλάδα είναι παντελώς άγνωστο, αλλά που στην Αυστραλία αποτελεί μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς - της Απόδημης Κομπανίας. Τα αδέρφια που αποτελούν τον πυρήνα της Απόδημης Κομπανίας, ο Γιώργος και ο Μανώλης Γαλιάτσος, γνώριζαν από χρόνια το θρύλο της Ιρλανδικής folk σκηνής Andy Irvine, ιδρυτή του συγκροτήματος Mozaik.

 

Μετά από δική μου παρότρυνση, κάναμε μια κοινή εμφάνιση στην Αυστραλία το 2013, όπου και με άκουσε. Η φωνή μου του άρεσε και κάποια χρόνια μετά αποφάσισε να συμμετάσχω στη δισκογραφική δουλειά του συγκροτήματος που είχαν φτιάξει με ένα άλλο θρυλικό Ιρλανδό μουσικό και παραγωγό, τον Donal Lunny. Στο σχήμα συμμετέχουν επίσης ο Αμερικανός Bruce Molsky (έπαιζε κάποια στιγμή με το Mark Knoplfler από τους Dire Straits, έτσι για να κατανοήσουμε τα μεγέθη στα οποία αναφερόμαστε), ο Ολλανδός Rens Van Der Zalm και ο Βούλγαρος Nikola Parov. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 2019. Μέσα στο 2020 έκανα και μια συμμετοχή σε έναν προσωπικό δίσκο του Andy Irvine με ηχογραφήσεις του από 1961 έως τώρα.

 

Τέλος, το 2018 στην Αυστραλία συνεργαστήκαμε ως Púrpura με τους John Mac Sherry, Donal O’ Conor και Niall Hannah και το 2019 στο Φεστιβάλ Παξών είχα την τιμή να συνεργαστώ με τη συγκλονιστική μουσικό και τραγουδίστρια Muireann Nic Amhlaoibh. Αγαπημένη μου κλεμμένη φράση είναι το «Έξω πάμε καλά»!



 


- Παρόλο που βιώνουμε, αδιαμφισβήτητα, μια πολιτισμική (μουσική και μη) παγκοσμιοποίηση που ενισχύεται από την ψηφιακή τεχνολογία, πολύς κόσμος περιχαρακώνεται σε εθνικιστικές και ξενοφοβικές λογικές. Γιατί είναι τόσο δύσκολη η αποδοχή του «άλλου» και του «διαφορετικού»;

 

Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η παγκοσμιοποίηση είναι ένα λόγος που ο κόσμος φοβάται. Κι όταν φοβόμαστε, το πρώτο πράγμα στο οποίο εναντιωνόμαστε είναι αυτό που δε γνωρίζουμε. Ο κόσμος έχει καταλάβει ότι οι παγκόσμιες ευκαιρίες είναι για τους λίγους, ενώ αντίθετα τα παγκόσμια χρέη είναι για τους πολλούς. Κάποιος που φοβάται ότι θα εξαφανιστεί, οικονομικά, πολιτιστικά, ακόμα και κυριολεκτικά σε αυτήν την εποχή που ζούμε, δύσκολα αφήνει τις νέες πληροφορίες να του φωτίσουν το νου και να του ζεστάνουν την καρδιά. Γυρνάει σε ό,τι είναι για αυτόν οικείο, στη φωλιά. Καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει με ένταση, ανταγωνισμό, έλλειψη αποδοχής και ανοιχτωσιάς, επιστρέφουν σε αυτές τις συμπεριφορές. Είναι καταπληκτικό το ταλέντο των ανθρώπων να κάνουν μια δύσκολη συνθήκη ακόμα πιο δύσκολη, εμμένοντας σε άσχημες συμπεριφορές. Το ξέρω καλά, το κάνω κι εγώ.

 

- Τη συνέντευξή μας την κάνουμε σε μια συγκυρία όπου κυριαρχεί το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης έως και κακοποίησης στον χώρο της τέχνης. Ποιες είναι οι σκέψεις σας;

 

Η πρώτη σκέψη που μου έρχεται είναι ότι ελπίζω οι άνθρωποι που βρήκαν το θάρρος να μιλήσουν, να νιώσουν δικαιωμένοι. Με λύπη μου διαπιστώνω ότι δεν έχω πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη, έχω ασχοληθεί με το θέμα της σωματεμπορίας παλιότερα και είναι φοβερό το πόσο “ανώδυνα” ξεγλιστρούν οι υπεύθυνοι, με μικρές ποινές και γελοία χρηματικά ποσά ως εγγύηση. Η σεξουαλική κακοποίηση αποδεικνύεται ακόμα πιο δύσκολα από τη σωματεμπορία και οι θύτες στην παρούσα φάση είναι άτομα με διασυνδέσεις. Ελπίζω να εκπλαγώ ευχάριστα.

 

Εγώ προσωπικά δε μένω αμέτοχη μπροστά στη βία. Οι αντιδράσεις μου δεν είναι αποτέλεσμα σκέψης, είναι απλά αυτό που συμβαίνει, έχω παρέμβει σε περιστατικά βίας που συνέβησαν μπροστά μου, στο δρόμο, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, σε μαγαζιά που δούλευα. Δεν το κάνω από καλοσύνη, συμβαίνει χωρίς να το ελέγχω, ίσως έχω μια άγνοια κινδύνου. Στη δουλειά μου έχω αντιμετωπίσει τη βία ως κατάχρηση εξουσίας περισσότερο και όχι τόσο σεξουαλικά (αν εξαιρέσει κανείς τα άπειρα, χονδροειδή αστεία που αντιμετωπίζει οποιαδήποτε γυναίκα, σε όποιο χώρο κι αν εργάζεται).

 

Πίσω από όλα αυτά κρύβεται το ότι έχουμε θεοποιήσει τον ανταγωνισμό και την ιεραρχία. Θεωρούμε φυσιολογικό να έχει κάποιος άποψη για τον τρόπο που ζούμε, δεχόμαστε ανθρώπους ως ανωτέρους μας και τους υπακούμε, δεν ενηλικιωνόμαστε ποτέ. Θεωρούμε φυσιολογικό το να “θυσιάσουμε” πράγματα στο βωμό της επαγγελματικής καταξίωσης, δεχόμαστε τις προσβολές κάποιων γιατί είναι γνώστες και θα μας διδάξουν, είτε γιατί είναι ιδιοφυΐες και δικαίως είναι “περίεργοι”, κακοποιητικοί, αλαζόνες... Δεν ξέρω γιατί παραχωρούμε με τόση ευκολία τη ζωή μας σε άλλους. Εγώ δεν το κάνω. Δε θεωρώ τον εαυτό μου ανώτερο ή κατώτερο από κανέναν και δε λειτουργώ έτσι στην προσωπική μου ζωή, ούτε στη δουλειά μου. Συνεργάζομαι ή φεύγω.

 

- Στη Σύρο όλοι έχουν να λένε για τις ζωντανές σας εμφανίσεις – του τύπου «ήμουν κι εγώ εκεί». Πώς τα περάσατε στην Ερμούπολη; Θα ξανάρθετε έστω για κάποιο λάιβ;

 

Η Σύρος είναι για μένα η γη της επαγγελίας. Είναι ένας τόπος στον οποίο έφτασα «ξένη» όταν ήμουν τεσσάρων χρόνων και όπου κανείς πια δε θυμάται- ούτε εγώ- ότι δεν είμαι ντόπια. Είναι ένα μέρος που μέσα μου συνδέεται με την αποδοχή, την τέχνη ως εφαρμοσμένη καθημερινή πρακτική, την επιβίωση. Εκεί δουλεύω τα καλοκαίρια για να συντηρώ τους χειμώνες μου. Εκεί επιστρέφω όταν ζορίζομαι, εκεί πάω όταν είμαι χαρούμενη. Έχω παρουσιάσει του κόσμου τις μουσικές παλαβομάρες και πάντα είχα ένα κοινό που με αγκάλιασε και με ενθάρρυνε. Το να μεγαλώσω σε αυτό το νησί, με αυτήν την οικογένεια που έχω και με αυτή που απέκτησα εκεί με τα χρόνια, είναι το μεγαλύτερο δώρο που μου έχει κάνει η ζωή.



Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Πολυξένη Καράκογλου - Παίρνω εγώ την ευθύνη

 





Δελτίο τύπου

Η Πολυξένη Καράκογλου παρουσιάζει το νέο της single – προάγγελο του ολοκληρωμένου της album που θα κυκλοφορήσει σύντομα, με τίτλο «Παίρνω εγώ την ευθύνη».

Παράλληλα η Πολυξένη μας συστήνεται και ως τραγουδοποιός αφού υπογράφει και τους στίχους και τη μουσική του τραγουδιού εκφράζοντας μια βαθιά ανάγκη να αγκαλιάσει το συναίσθημα της και να αποφασίσει ότι η εσωστρέφεια δεν είναι η λύση.

Την ενορχήστρωση του τραγουδιού υπογράφει ο Μάριος Ιβάν Παπούλιας. Η ηχογράφηση, η μίξη και το mastering έγιναν από τον Κώστα Παρίσση στο Studio Praxis, ο προγραμματισμός από τον Αλέξανδρο Κούρο, ενώ έπαιξαν οι μουσικοί Μάριος Ιβάν Παπούλιας (πιάνο και βιολί) και Ρήγας Βοργιάς (μπάσο).

Η οπτικοποίηση πραγματοποιήθηκε από τον Άκη Βαλεργάκη (διεύθυνση φωτογραφίας – σκηνοθεσία) σε μία ιδέα και χορογραφία της Φαίδρας Νταϊόγλου, η οποία και συμμετείχε ως χορεύτρια.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Συνέντευξη με τον Λάκη Παπαδόπουλο

 




Λάκης Παπαδόπουλος:

«Είναι μάγισσα; Είναι τραγουδίστρια; Είναι ξωτικό;»



Ο Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ μιλάει για την τέχνη του και τη συνάντηση με την Αρλέτα.

 

 

τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τ. 72, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2019)

 


Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 γνωρίζεται με την Αρλέτα και αποκτούν έναν κοινό δημιουργικό βηματισμό που οδηγεί στο «Περίπου» το 1984 και στο «Τσάι γιασεμιού» το 1985. Με αυτές τις δύο δισκάρες, η Αρλέτα παγιώνει την προσωπική της μετα-νεοκυματική ταυτότητα που είχε αρχίσει να οικοδομείται με το «Ένα καπέλο με τραγούδια». Τρεις δεκαετίες μετά, ο ίδιος υπογράφει τις συνθέσεις στο «Η γιαγιά μου μαγειρεύει όνειρα τηγανητά», τον τελευταίο δίσκο που ηχογράφησε η Αρλέτα. Η μελωδική του ευχέρεια γέννησε μερικά από τα πιο δημοφιλή της τραγούδια: «Σερενάτα», «Τσάι γιασεμιού», «Στραγάλι», «Batida de coco», και, φυσικά, «Τα ήσυχα βράδια». Αλλά και «Black and White» και «Ώρα σελήνης» και «Αρτεσιανό μου φρέαρ» και «Το μπαρ της Τέτης και της Κατερίνας». Ο Λάκης Παπαδόπουλος, ο αγαπημένος Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ, μας μιλάει για την «αμίμητη φωνή» με τη γνωστή αμεσότητα και τον παρορμητισμό του.

 


Πώς γνωριστήκατε με την Αρλέτα;

 

Η γνωριμία μας έγινε στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού του Μάνου Χατζιδάκι το 1981. Ήταν στο ακροατήριο, στην αίθουσα, κι εγώ ήμουν διαγωνιζόμενος με δύο τραγούδια. Άκουσε τα τραγούδια και ζήτησε να με γνωρίσει. Δώσαμε ένα ραντεβού για το φθινόπωρο, την πήρα τηλέφωνο και συναντηθήκαμε σπίτι της. Μου είπε «ένα-δύο τραγούδια θα πω» και τα δύο έγιναν δύο δίσκοι.

 

Το «Περίπου» και το «Τσάι Γιασεμιού».

 

Ακριβώς.

 

Πώς δουλεύατε μαζί;

 

Ατέλειωτες ώρες. Η Αρλέτα είναι πολύ αργή, θέλει να σε γνωρίσει πρώτα, να μιλήσετε, να ασχοληθείτε. Είχε ένα σπίτι γεμάτο γάτες, μετά είχε σκύλους, περνούσαμε ωραία από το πρωί μέχρι το βράδυ για έναν χρόνο, μέχρι να ηχογραφήσουμε τον πρώτο δίσκο.

 

Ως δημιουργός, τι σήμαινε το να γράφετε για τη συγκεκριμένη φωνή;

 

Καταρχήν, η Αρλέτα ήταν μια φωνή που μου άρεσε. Και μου έδωσε το εισιτήριο να μπω στο έντεχνο τραγούδι, στις μπαλάντες. Έγραφα τραγούδια, αλλά μαζεμένα σ’ έναν δίσκο ποτέ δεν είχα κάνει.

 







Προσαρμόσατε τη μουσική γραφή σας στην Αρλέτα;

 

Εγώ μπορώ να γράψω για οποιονδήποτε τραγούδια. Τη μαγιά την είχα με κάποιες μπαλάντες και πολύ εύκολα για μένα συμπλήρωσα τον δίσκο, σε πολύ λίγο χρόνο. Βρήκα και ιδιαίτερους στίχους, και συνεννοηθήκαμε πλήρως με την Αρλέτα. Εκείνη μου σύστησε - και τους δέχθηκα αμέσως - μια σειρά από επίλεκτους φίλους της μουσικούς, επαγγελματο-ερασιτέχνες αλλά σπουδαίους, και κάναμε τον πρώτο δίσκο.

 

Ποιο τραγούδι σας ξεχωρίζετε από τη συνεργασία σας;

 

Κοιτάξτε, αυτά που ξεχώρισε ο κόσμος είναι από τον πρώτο δίσκο η «Σερενάτα», κι από τον δεύτερο δίσκο τα «Ήσυχα βράδια», το οποίο είναι πλέον ένα τοπ τραγούδι για ολόκληρη την Ελλάδα. Το χαρακτηρίζει μια υψηλής ποιότητας λυρική μελωδία, και δεν είναι δική μου γνώμη αυτό.

 

«Η γιαγιά μου μαγειρεύει όνειρα τηγανητά».

 

Δεν πρόλαβε, πέθανε, και δεν μπόρεσε να το υποστηρίξει. Παρόλα αυτά, αρέσει αυτό το cd στους ειδικούς, στο κοινό της Αρλέτας. Το έβγαλε η Feelgood αλλά δεν προχώρησε, ούτε ένα βίντεο-κλιπ δεν έγινε. Ήταν να γίνει συναυλία στο Ηρώδειο, αλλά ακυρώθηκε.

 

Η συγκυρία όμως ήταν συγκλονιστική, συνέπεσε η έκδοση του δίσκου…

 

…με τον θάνατό της.

 

Κάπου είχα διαβάσει ότι της παίξατε κάποια από τα τραγούδια όταν ήταν στο νοσοκομείο.

 

Είχα πάρει το τηλέφωνο με ακουστικά και λέω «θα της βάλω να ακούσει». Ήταν στην εντατική. Μιλούσε πολύ σιγά και κουνούσε τα μάτια της. Της έβαλα να ακούσει 2-3 τραγούδια και είδα πως συγκινήθηκε. Ήρθαν οι γιατροί και μου είπαν «τι κάνετε τώρα;», η Αρλέτα στεναχωρήθηκε αλλά οι γιατροί ήταν ανένδοτοι. Αυτό θυμάμαι.

 

Έχετε πει ότι δεν πρέπει να λέμε ότι η Αρλέτα είναι η Joan Baez της Ελλάδας αλλά ότι η Joan Baez είναι η Αρλέτα της Αμερικής.

 

Joan Baez έχουν βγει πάρα πολλές σ’ όλη τη γη. Η φωνή της Αρλέτας δεν είναι ανθρώπινη, είναι σαν ν’ ακούς το ρυάκι. Έχει τη δική της σφραγίδα, τη δική της προσωπικότητα, σπάνιο για την παγκόσμια φωνητική, είναι αμίμητη η Αρλέτα. Έχει αυτό που λες: «Είναι μάγισσα; Είναι τραγουδίστρια; Είναι ξωτικό;». Η Joan Baez έχει μια σταμπιλαρισμένη φωνή, πολύ ωραία αλλά συγκεκριμένη, σαν να λέμε ο «θηλυκός Bob Dylan». Απλώς η Ελλάδα έχει δέκα εκατομμύρια, είναι ένα μικρό κράτος, μια μικρή μερίδα στην παγκοσμιοποίηση, ενώ η αγορά που ακούει την Joan Baez και τον Bob Dylan έχει πόσα δισεκατομμύρια. Αν ήταν στην Αμερική η Αρλέτα, είμαι σίγουρος ότι θα διαπρέπαμε όλοι. Θα γινόμασταν παγκόσμιοι.

 

Και είναι και πολύ υποτιμητικά τα βραβεία που δίνουνε. Έδωσαν στον Χατζιδάκι για «Τα παιδιά του Πειραιά», τραγούδι που ο ίδιος ο Χατζιδάκις το απέρριψε. Πήρε το βραβείο και γελούσε, δεν το ήθελε. Δηλαδή, αυτή είναι η Ελλάδα, ο «Ζορμπάς» του Θεοδωράκη και «Τα παιδιά του Πειραιά» του Χατζιδάκι; Και μέσω των ταινιών θυμήθηκαν ότι υπάρχει και η Ελλάδα; Στα άλλα κράτη γίνονται εκστρατείες από τη βιομηχανία της μουσικής και έχουν έσοδα, η Αγγλία και η Αμερική έχουν μονοκρατορία της μουσικής, και για χρόνια λυμαίνονται την παγκόσμια μουσική.

 

Όταν αρχίζετε να ακούτε την Αρλέτα, φαντάζομαι ότι αυτή βρίσκεται στο μεταίχμιο όπου από το Νέο Κύμα περνάει στην μπαλάντα, σ’ ένα είδος τραγουδιού πιο κοντά προς εσάς.

 

Ναι, γιατί η Αρλέτα στο Νέο Κύμα δεν μου έλεγε κάτι, δεν μου άρεσε. Την Αρλέτα τη χάρηκα σε τέσσερα τραγούδια: τρία από την «Τρίτη Ανθολογία» του Γιάννη Σπανού και ένα τραγούδι που λέγεται «Του ανέμου και της παινεμένης», μια υπέροχη μπαλάντα του Μίκη Θεοδωράκη.

 

Γιατί συνδεθήκατε περισσότερο με την Αρλέτα της «Τρίτης Ανθολογίας»;

 

Γιατί το αισθητήριο του ελληνικού κοινού είναι πάντα στα σπάργανα. Κι όταν βγει κάτι προχωρημένο και δυνατό… Το «Σ’ είπανε θεό», το «Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι» και «Ο θρήνος της μάνας» για μένα είναι τα καλύτερα τραγούδια του Γιάννη Σπανού. Δεν μου αρέσουν πολλά πράγματα για τα οποία λιώνει ο Έλληνας. Το γούστο μου είναι …ανθελληνικό, αν θέλετε, και καμαρώνω κιόλας. Νοιώθω πολλές φορές σαν κατάσκοπος αμερικάνικου τραγουδιού στην Ελλάδα. Και με τους όρους μου επιβιώνω.

 

Πώς ήρθατε σε επαφή με την αμερικάνικη μπαλάντα;

 

Μεγάλωσα με Roy Orbison, Neil Sedaka, Platters και Bobby Darin, με Σοφία Βέμπο, με Τρίο Καντσόνε, με Νάνα Μούσχουρη σε Χατζιδάκι, με Μαίρη Λίντα σε Θεοδωράκη, με Μπιθικώτση κατά κάποιον τρόπο, με Καζαντζίδη, με Αττίκ, με Σπήλιο Μεντή, με Αλέκο Γεωργιάδη. Πόσους να σας πω; Μεγάλωσα μ’ αυτά αλλά μεγάλωσα και με το «Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις» που οι λαϊκοί το θεωρούν καντάδα. Δεν είναι καντάδα, είναι απ’ τα μεγαλύτερα λαϊκά τραγούδια.

 

Πήγατε Αμερική; Ρωτάω για τη σύνδεσή σας με τα αμερικάνικα τραγούδια γιατί υποθέτω ότι αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που σας έφερε και πιο κοντά με την Αρλέτα.

 

Κοιτάξτε, έπαιζα τραγούδια σ’ ένα μικρό κρουαζιερόπλοιο που λεγόταν Jason, του Ποταμιάνου, και σ’ ένα άλλο που λεγόταν Argonaut. Πολύ μικρά, 4.000 τόνοι, τώρα τα κρουαζιερόπλοια είναι 130.000 τόνοι. Στο δικό μου με την παραμικρή τρικυμία αγκομαχούσαμε μέσα, πολύ επικίνδυνα ταξίδια, να περνάμε Ατλαντικό με παρακλάδι τυφώνα, υποφέραμε. Μες στο κρουαζιερόπλοιο ήμουνα, δεν ήμουνα στην Αμερική. Πιάναμε Καραϊβική, Μαϊάμι, γυρίζαμε Μαύρη Θάλασσα, πηγαίναμε Μεσόγειο, ανεβαίναμε έξω από τη Νορβηγία. Γύρισα πάρα πολλά μέρη και χάρηκα την τεράστια γη και την τεράστια έκταση της θάλασσας. Περνούσα τακτικά τον Ατλαντικό και για μέρες έβλεπα μόνο τη θάλασσα και τον ουρανό. Αυτά όλα τα έζησα και γι’ αυτό νοιώθω πολίτης της γης.

 

Όταν κατέβηκα από τα πλοία, διάβασα αμερικάνικη ποίηση κατόπιν παρότρυνσης του αδερφού μου, Γιάννη ή Τζανή Παπαδόπουλου, ο οποίος ήταν και ο παραγωγός σε πολλούς δίσκους μου. Ο Τζανής ήταν, δηλαδή, το δεύτερο μάτι μου. Διάβασα Ginsberg, διάβασα Bukowski.

 






Μιας που μιλάμε για ποίηση, θα ήθελα δυο κουβέντες για τους δημιουργούς που έδωσαν στίχους για τα τραγούδια σας με την Αρλέτα. Κυριάκος Ντούμος.

 

Με τον Κυριάκο Ντούμο είχαμε κάνει καταρχήν το «Έτσι απλά σ’ αγαπώ», το «Σταθμό Λαρίσης» και το «Και θα χαθώ» - τα δύο τελευταία ειπώθηκαν στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού του Χατζιδάκι στην Κέρκυρα. Γράψαμε και τραγούδια για την Αρλέτα, όπως το «Έρχεται κρύο», το «Στο γραφείο» και άλλα. Επίσης, με τον Κυριάκο έχουμε κάνει και το «Για να σ’ εκδικηθώ», τη μεγάλη επιτυχία του Μητροπάνου. Ο Κυριάκος Ντούμος είναι παιδί του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ακολουθεί αυτή τη γραμμή, γράφει καταπληκτικά.

 

Μαριανίνα Κριεζή.

 

Η Μαριανίνα Κριεζή είναι κορυφαία. Αργεί να βγάλει τραγούδι, αλλά όταν το βγάζει δεν μπορείς να πετάξεις ούτε ν’ αλλάξεις λέξη.

 

Νίκος Καββαδίας.

 

Ο Καββαδίας μου άρεσε πολύ και βγάλαμε δύο τραγούδια του Καββαδία με την Αρλέτα, το “Black and White” και το “William George Allum”, για τα οποία είμαι ενθουσιασμένος. Ο Καββαδίας είναι ένας εργάτης του στίχου και έχει γλώσσα απλή χωρίς να είναι απλοϊκή. Τον παρομοιάζω με τον ζωγράφο τον Θεόφιλο που μιλάει στις ψυχές όλων των Ελλήνων. Βέβαια, ο Θάνος Μικρούτσικος ήταν ο πρώτος που μου άρεσε, μελοποίησε πολύ ωραία Καββαδία. Και η Μαρίζα Κωχ επίσης. Τα δύο τραγούδια του Καββαδία που τραγούδησε η Αρλέτα μου αρέσουν πολύ, και δεν το λέω επειδή είναι δικά μου. Δεν έτυχαν αναγνώρισης και σπάνια ακούγονται στα ραδιόφωνα.

 

Sunny Μπαλτζή

 

Εγώ την ανακάλυψα, ένα μικρό κοριτσάκι τρυποκάρυδο ήτανε. Η Sunny Μπαλτζή είναι γκανιάν, προχώρησε με άλματα, συνεχίζει και γράφει για την Ελεωνόρα Ζουγανέλη, για τον Μαραβέγια, είναι φίλη μου και την πιστεύω. Όσο για τα τραγούδια που έγραψε για την Αρλέτα, δεν παίζονται, κάποια πλησιάζουν και την ποίηση. Η Αρλέτα μερικές ηχογραφήσεις τις άκουσε από το τηλέφωνο και έκλαιγε. Τόσο σπουδαία δουλειά ήταν από πλευράς στίχου, μουσικής και ερμηνείας.

 

Πώς επηρέασε ο Λάκης Παπαδόπουλος την Αρλέτα και πώς η Αρλέτα τον Λάκη Παπαδόπουλο;

 

Η Αρλέτα, όπως όλοι οι τραγουδιστές, ήταν οργανωμένη στις συναυλίες: είχε την ώρα της πρόβας, είχε το δίωρο πριν αρχίσει η παράσταση. Εγώ πήγαινα στο παρά πέντε και ήταν πάντα ανήσυχη τις πρώτες φορές. «Αρλέτα, μην ανησυχείς, θα γίνουν όλα» της έλεγα, και γίνονταν θαύματα. Ήταν ευτυχισμένη και μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη απέναντί μου. Εγώ είμαι πρόχειρος αλλά και πολύ ταχύς. Δίνω μεγάλη βαρύτητα στο περιεχόμενο, όχι στο περιτύλιγμα.

 

Η Αρλέτα ήταν πολύ έξυπνη. Γενικά, όσο πιο φίρμα είναι ο τραγουδιστής, τόσο λιγότερο ακούει τους συντελεστές. Και δεν μ’ ενδιαφέρει αν είναι φίρμα, αλλά αν δίνει σημασία σ’ αυτούς τους εργάτες που κάνουν πλούσιο έναν τραγουδιστή. Ο ένας εργάτης είναι ο στιχουργός κι ο άλλος ο συνθέτης, ο τραγουδοποιός. Της Αρλέτας της τα έδωσα τα τραγούδια και στην αρχή τα τραγούδαγε σαν Νέο Κύμα. Όταν τα άκουσα σαν Νέο Κύμα, λέω μέσα μου «καταστράφηκαν τα τραγούδια, δεν πειράζει, τι να κάνουμε, τιμή μου που μπήκα στο κλίμα της Αρλέτας του Νέου Κύματος». Μου είπε, όμως, μια σοφή κουβέντα, κι εκεί κατάλαβα το μεγαλείο της. Μου λέει «ωραία, τα είπα εγώ, τώρα γραψ’ τα σ’ ένα μαγνητόφωνο με τη φωνή σου». Καταλάβατε;

 

Πρώτα άκουσε τη δική σας εκδοχή και μετά τα τραγούδησε στην τελική ηχογράφηση;

 

Ακριβώς. Έγινε η τελική ηχογράφηση και τα άκουσα ακριβώς όπως ήθελα να τα τραγουδήσει. Έτσι ξεφύγαμε απ’ το Νέο Κύμα.



Το βαλς του χιονιού

 



Δελτίο τύπου


Με αφορμή τα χιόνια που μας επισκέφθηκαν, o πιανίστας και συνθέτης Τάκης Φαραζής μοιράζεται μαζί μας το μουσικό βίντεο για το καινούργιο του κομμάτι "Το βαλς του χιονιού".



Μία πιανιστική σύνθεση εμπνευσμένη από το σιωπηλό τραγούδι των χιονονιφάδων που πέφτουν σαν όνειρο για να «λευκάνουν» φύση και ανθρώπους.



Αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά της γης, που με τον ενθουσιασμό και την αυθεντικότητά τους καταφέρνουν να διατηρούν άσβηστη τη χαρά και την ελπίδα στο σκληρό ενήλικο κόσμο μας!



Συντελεστές:
Σύνθεση, πιάνο, κρουστά, πνευστά, samples: Τάκης Φαραζής
'Επαιξαν η Μυρτώ και ο Μάριος.
Μοντάζ - VFX: Δάφνη Φαραζή
Διεύθυνση Παραγωγής: Δημήτρης Κατσιμίρης
Η ηχογράφηση και η μίξη έγινε στο στούντιο Artracks από τον Γιώργο Πρινιωτάκη.

Rain on my window

 




Δελτίο τύπου


Δύο παλιοί γνώριμοι βρίσκονται και πάλι μαζί, ο Κώστας Λεμονίδης και η Τζένη Χατζοπούλου και μας παρουσιάζουν τη μελωδική blues - rock μπαλάντα “Rain on my window”.



Ένα κομμάτι που είχε μείνει για πολλά χρόνια στο συρτάρι του Κώστα Λεμονίδη, περιμένοντας τη σωστή στιγμή να βγει στον «αέρα» … Και αυτή ήρθε μέσα από την βαθιά αισθαντική ερμηνεία της Τζένης Χατζοπούλου, η οποία έβαλε το στίγμα της, με τις μελωδικές γραμμές και τα φωνητικά να είναι δική της έμπνευση!



Τους στίχους του κομματιού υπογράφει ο συνθέτης σε συνεργασία με τον Μιχάλη Μουλάκη.



Το “Rain on my window” περιλαμβάνεται στην πέμπτη δισκογραφική δουλειά του Κώστα Λεμονίδη “Soul Lament”, στην οποία κρατάει περίοπτη θέση, καθώς πρόκειται για το μοναδικό τραγούδι που σφραγίζει έναν instrumental δίσκο που κυκλοφορεί σε βινύλιο, έχει αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές και ταξιδεύει ήδη στο εξωτερικό!



Το πρωτότυπο video clip που μόλις κυκλοφόρησε είναι δημιουργία της Ελισάβετ Αδαμίδου.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2021

Ο Μάνος Ελευθερίου για τον Μανώλη Ρασούλη

 





Ο Μάνος Ελευθερίου για τον Μανώλη Ρασούλη

 

 

Το κείμενο διαβάστηκε στον ΙΑΝΟ στις 11 Οκτωβρίου 2010.

 

Μαζευτήκαμε σήμερα για να γιορτάσουμε κατά κάποιο τρόπο, όσο μπορούμε καλύτερα, την έκδοση του βιβλίου του Μανώλη Ρασούλη το οποίο περιλαμβάνει το σύνολο των στίχων τραγουδιού που έγραψε ως τώρα και αρκετά κείμενα με σχόλια γύρω από πρόσωπα και σχέσεις και προβλήματα της ελληνικής μουσικής. Το ερώτημα που γίνεται πάντα σχεδόν καλόπιστα για έναν καλλιτέχνη είναι τι καινούργιο έφερε η παρουσία του στον χώρο της τέχνης του. Και εννοώ βέβαια όχι την εξωτερική παρουσία του αλλά τη δουλειά του, τις καταθέσεις του, τη ζωή του καμιά φορά, τα γραπτά του στα οποία υποτίθεται έχει βάλει και την ψυχή του.

 

Ο Μανώλης Ρασούλης έφτασε μια καλή ώρα στο ελληνικό τραγούδι. Δεν ξέρω πώς έγινε και συνεργάστηκε με τον Νίκο Ξυδάκη, γιατί εκεί και από εκεί τον γνώρισα εγώ, και δεν ξέρω αν είχε δώσει στίχους πριν απ’ αυτή τη συνεργασία σε άλλους συνθέτες. Δεν ξέρω τι πάει να πει εκείνο το συνεχώς επαναλαμβανόμενο «εμένα μου άρεσε, εμένα δεν μου άρεσε» ή το ακόμα χειρότερο «ήταν μια ανοησία». Τα επίθετα μπορούν να μπουν στη σειρά και να είναι ατέλειωτα σε κάθε περίπτωση και πολλές φορές ξεπερνούν με τις υπερβολές τους, κυρίως, και τα οράματα των καλλιτεχνών, και το αποτέλεσμα της δουλειάς τους. Βέβαια, σ’ αυτή τη μορφή τέχνης – εννοώ τη στιχοποιία των τραγουδιών – οι απαντήσεις μάλλον πρέπει να είναι σύντομες και ακαριαίες. Το «μου άρεσε, δεν μου άρεσε» είναι κατά κάποιο τρόπο όχι η εύκολη αλλά τέλος πάντων μια έντιμη, ας την πούμε, κριτική, αν υποτεθεί ότι λέγεται από έντιμους ανθρώπους.

 

Οι αναλύσεις - μικροβιολογικές αναλύσεις πολλές φορές - των τραγουδιών έρχονται πολύ αργά δυστυχώς, όταν περάσει τουλάχιστον μία γενεά, δηλαδή είκοσι και εικοσιπέντε χρόνια. Τότε, νομίζω, κατακάθεται η σκόνη των πρώτων εντυπώσεων, ξεχνιούνται τα πρώτα δημοσιεύματα, ο ήχος και ο στίχος ακούγονται και διαβάζονται ψυχρά χωρίς καμιά μεσολάβηση, χωρίς καταπίεση έξαλλων οπαδών ή μίζερων εχθρών. ;Oλα ακούγονται σαν πρώτη φορά χωρίς καμία εξωτερική παρεμβολή και δίχως ύποπτα παράσιτα.

 

Βέβαια, αυτές οι ακροάσεις αφορούν ανθρώπους που έχουν αγάπη για το ελληνικό τραγούδι. Η ησυχία και ο ελεύθερος χρόνος έχουν χαθεί. Η προσεκτική ακρόαση είναι μάλλον σπάνιο φαινόμενο στη ζωή των ανθρώπων. Χρειάζεται ψυχή για να ξανακούσει κανείς κάτι παλιό σαν κάτι εντελώς καινούργιο. Τότε ακριβώς ανακαλύπτεις τι καινούργιο φέρνει αυτό που ακούς – στην προκειμένη περίπτωση τα τραγούδια του Μανώλη Ρασούλη – έστω κι αν έχουν περάσει εικοσιπέντε ή τριάντα χρόνια. Γιατί αυτό ακριβώς είναι η δύναμη του τραγουδιού: χωρίς μελοδράματα να μας επαναφέρει σε κάτι μοναδικό, στην επιστροφή των χρόνων μας. Κάτι που πέτυχε ο Ρασούλης με τα τραγούδια του και βεβαίως οι τυχεροί συνθέτες που δούλεψαν μαζί του.

 

Δεν είναι εύκολο να επιβιώσεις για πολύ σ’ αυτή τη δουλειά εκτός κι αν έχεις σιδερένιο στομάχι και σιδερένια κράση. Γι’ αυτό με βλέπετε ετοιμοθάνατο εμένα, το ξέρω εκ πείρας. Πρέπει συνεχώς να υποχωρείς – και δεν εννοώ να αλλάζεις μια-δυο λέξεις γιατί δεν αρέσουν στη γυναίκα του συνθέτη, στη φιλενάδα του, στη θεία του, ή σε έναν παρατρεχάμενο που τον έχουν για να πληρώνει τους λογαριασμούς της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Στους περισσότερους είναι ότι πρέπει κάθε φορά να είναι καινούργια φορά για να αντιμετωπίζεις τον κάθε συνεργάτη σου συνθέτη, εκτός κι αν τον γνωρίζεις είκοσι και τριάντα χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι μοιάζουν σε πολλά. Έχεις την εντύπωση ότι τους έκαναν μια ειδική ένεση μόλις γεννήθηκαν. Δεν μπορώ να το εξηγήσω και δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει αυτά τα κοινά σημεία που δεν είναι καθόλου ανώδυνα για τους άλλους. Δεν προχωρώ – αναγκαστικά πρέπει να αναφερθώ σε συμπτώματα και σε ονόματα. Δεν ξέρω σε τι θα βοηθήσει.

 

Ωστόσο, όπως και να το κάνουμε, είναι τέλος πάντων η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτό που με ενδιαφέρει στα τραγούδια ενός στιχουργού – στην προκειμένη περίπτωση του Μανώλη – κι αυτή την ατμόσφαιρα πρέπει κάποτε να βρει και να καταγράψει ο νηφάλιος ερευνητής. Αλλά προς θεού, όταν λέω ατμόσφαιρα εννοώ μόνο τις πολιτικές και κοινωνικές δομές γύρω από την περίοδο που γράφτηκαν τα τραγούδια, τίποτε άλλο. Τα υπόλοιπα ανήκουν στα λαϊκά περιοδικά.

 

Στα τραγούδια του Ρασούλη, για να επανέλθω στο τιμώμενο πρόσωπο σήμερα, βρίσκω να είναι κρυμμένη πολλή δουλειά, χωνεμένα πολλά πράγματα, καταρχήν. Δεν ξέρω τον τρόπο που εργάζεται, δεν τον υποπτεύομαι καν. Ωστόσο, η δουλειά εκείνων που προηγήθηκαν, δηλαδή το μαράζι και η ατμόσφαιρα αν θέλετε, υπάρχουν και στα δικά του τραγούδια. Δεν βρίσκω δασκάλους στη στιχουργική του. Υποπτεύομαι ότι μεγαλύτερη επίδραση πάνω του είχε η μουσική των λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών παρά η στιχουργία τους. Ίσως γι’ αυτό είναι και ξεχωριστή περίπτωση.

 

Μαζευτήκαμε λοιπόν σήμερα για να γιορτάσουμε την έκδοση σε βιβλίο των στίχων του. Χαίρομαι γι’ αυτή τη συνέχεια. Είναι χρήσιμη συμβολή, κι όχι μόνο για τους μελετητές του ελληνικού τραγουδιού που με τα χρόνια βλέπω να πληθύνονται. Σκέφτομαι ακόμη ότι μάλλον εγώ άρχισα αυτή τη διαδικασία έκδοσης των στίχων. Πριν από τριάντα χρόνια εκδόθηκαν με την προτροπή μου σε βιβλίο οι στίχοι των τραγουδιών του Άκη Πάνου – που ξέρω ότι τον αγαπά πάρα πολύ ο Μανώλης - και του Κώστα Μύρη. Έκτοτε, ακολούθησαν πολλά παρόμοια βιβλία. Το καθένα χωριστά και όλα μαζί μας δίνουν όχι μόνο τις προσωπικές αναζητήσεις κάθε στιχουργού και τον τρόπο της γραφής του, αλλά και το στίγμα μιας εποχής, και την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού. Ευχαριστώ πολύ.

 

Μάνος Ελευθερίου

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

Το χρονικό της πορείας του Κώστα Μουντάκη

 


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 
Mάνος Μουντάκης


Το χρονικό της πορείας του Κώστα Μουντάκη


ISBN: 978-618-5339-61-6

Σελίδες: 192, Μέγεθος: 17x24εκ.

Artwork εξωφύλλου: Πέτρος Παράσχης

 

Η περίπτωση του Κώστα Μουντάκη, από τους στυλοβάτες της κρητικής μουσικής παράδοσης, ο οποίος άφησε ανεξίτηλο το ίχνος του μέσα από την προσωπική του τέχνη στη λύρα, καταγράφεται στο βιβλίο που υπογράφει ο γιος του Μάνος Μουντάκης «Το χρονικό της πορείας του Κώστα Μουντάκη» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

 
«Πορεία και πνεύμα ζωής συνυφασμένα με τον γενέθλιο τόπο, τις ιδιότυπες αρχές του, την αίσθηση, την αντίληψη, τον έρωτα, την ιστορία,  την ελευθερία, τους αγώνες, τους ήρωες, τις αξίες και γενικά με τον χαρακτήρα της γενναίας κρητικής ψυχής και συνείδησης.


Ο Κώστας Μουντάκης, αυθεντικός και γνήσιος εκφραστής, με το από Θεού χάρισμα, αφομοίωσε τα στοιχεία της λαϊκής μας παράδοσης και προσδιόρισε με το διαχρονικό δημιουργικό συνθετικό του έργο την ιδιαιτερότητα της κρητικής μουσικής. Τεκμηρίωσε, διαμόρφωσε, ανέπτυξε, επέκτεινε, προσέθεσε και ανέδειξε μουσικούς δρόμους με ηχοχρώματα, που εν τέλει αποτελούν την πεμπτουσία και την ταυτότητα της μεγάλης κρητικής μουσικής μας παράδοσης.

 

Δημιούργησε με τη σφραγίδα της προσωπικής του αίσθησης, με το στίχο-μαντινάδα και με τη δεξιοτεχνία του στη λύρα συνθέσεις, με εντελώς προσωπικούς περίτεχνους και χαρακτηριστικούς μελωδικούς αυτοσχεδιασμούς. Στην πράξη δημιούργησε μιαν ολόκληρη σχολή, αυτό που λέμε και ξεχωρίζουμε μοναδικά ως: ‘‘ύφος Μουντάκη’’.


(…)

Η έκδοση αυτή με κείμενα, φωτογραφίες ντοκουμέντα, μαρτυρίες και αφηγήσεις από τις συζητήσεις χρόνων με το γιo του Μάνο Μουντάκη, θεματοφύλακα και αυθεντικό εκφραστή του πολυσήμαντου έργου του, έρχεται να αποκαλύψει ιδέες, σκέψεις, απόψεις, οράματα, προβληματισμούς και προθέσεις του  κορυφαίου δημιουργού.  Λόγος, ποίηση, μαντινάδες, ηχοχρώματα, επιρροές,  επικοινωνία, μουσικές συνθέσεις,  προβληματισμοί,  σημειώσεις, συζητήσεις έρχονται πλέον στο φως. Με τα δεδομένα αυτά προωθείται η επιστημονική έρευνα και μελέτη ενός έργου που αποτελεί κιβωτό εθνικής αυτογνωσίας.»


Από τον πρόλογο του Γιώργου Σγουράκη