Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΙΣΑΡΕΣ
Οι συνθέτες, οι τραγουδοποιοί και οι ενδιάμεσοι εμπλεκόμενοι
του Αλέξη Βάκη
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Δίφωνο", τεύχος 144, Σεπτέμβριος 2007)
Οι συνθέτες, οι τραγουδοποιοί και οι ενδιάμεσοι εμπλεκόμενοι
του Αλέξη Βάκη
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Δίφωνο", τεύχος 144, Σεπτέμβριος 2007)
Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερο συναντάμε μια συγκεκριμένη αντίληψη στους κύκλους αυτών που ασχολούνται με τη μουσική και το τραγούδι. Η οποία θέλει τους λεγόμενους τραγουδοποιούς να είναι αυτοί κυρίως που εκφράζουν με το έργο τους την εποχή μας. Η αντίληψη αυτή απηχεί σήμερα στην πλειονότητα του μουσικού τύπου, αλλά και του ραδιοφώνου. Και τη συναντάμε συχνά σε νεανικά (όχι όμως αποκλειστκά) ακροατήρια, που αποθεώνουν το Θανάση Παπακωνσταντίνου, το Σωκράτη Μάλαμα, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, τον Ορφέα Περίδη, τον Παντελή Θαλασσινό, τον Γιάννη Αγγελάκα και όλους τους υπόλοιπους που κατά καιρούς -ακόμα και εν αγνοία τους- θεωρήθηκαν ότι ηγούνται της νέας σκηνής, έστω και αν αυτή δεν είχε ποτέ ενιαία αισθητικά χαρακτηριστικά. Κάτι τέτοιο συζητιόταν και παλιότερα, την εποχή που εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο Διονύσης Σαββόπουλος. Αλλά και αργότερα, με τραγουδοποιούς όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Νίκος Παπάζογλου, ο Τζίμης Πανούσης, ο Νίκος Πορτοκάλογλου, ο Αργύρης Μπακιρτζής η και ο Νικόλας Άσιμος. Τότε όμως θεωρούσαμε «εναλλακτικές» αυτές τις περιπτώσεις, μιας και ο κορμός του ελληνικού τραγουδιού ήταν αυτονόητο ότι βασιζόταν ακόμα στους συνθέτες του ’60 (Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, Μούτση, Λοϊζο, Μαρκόπουλο κλπ) και τους επιγόνους αυτών. Θεωρώ λοιπόν πως είναι αναγκαίο να προσπαθήσουμε κάποτε να αποτιμήσουμε αυτή τη νέα κατάσταση, με όλα τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της. Συνυπολογιζομένων των –όποιων- παραμέτρων συνετέλεσαν στην εδραίωσή της.
Εν αρχή ην ο λόγος;
Εκτός της παραπάνω αντίληψης που δίνει το προβάδισμα στους τραγουδοποιούς, και σε συνδυασμό με αυτήν, στις μέρες μας ευδοκιμεί ένα επιπλέον αξίωμα. Το οποίο θεωρεί ότι ο στίχος ενός τραγουδιού είναι αυτός που κυρίως δίνει το στίγμα. Κάτι που σημαίνει ότι η μουσική έχει πια δευτερεύουσα σημασία και αρκείται στο να «ντύσει» με ήχους τις εικόνες που αναδύονται από το κείμενο. Δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω αυτό το ιδεολόγημα. Όχι μόνον γιατί δεν είναι δυνατόν ένας κύκλος τραγουδιών να αντιμετωπίζεται σαν να είναι ποιητική συλλογή, ερήμην δηλαδή της μουσικής. Αλλά και γιατί θυμάμαι καλά την εποχή που ήταν κοινός τόπος η μελοποίηση των μεγάλων ποιητών. Όμως δεν έφτανε να πάρει ο οποιοσδήποτε τα λόγια του Σεφέρη, του Ελύτη η του Ρίτσου και να τους βάλει μουσική. Πολλοί το έκαναν, αλλά μόνο κάποια απ’ αυτά τα πονήματα άντεξαν στο χρόνο. Όχι βέβαια με ευθύνη των ποιητών, των οποίων το έργο παραμένει εγνωσμένης αξίας, αλλά ένεκα του γεγονότος ότι δεν ήταν όλοι όσοι επιχείρησαν να τους μελοποιήσουν το ίδιο ταλαντούχοι. Κάτι που δεν φαίνεται να πολυαπασχολεί αυτούς που δίνουν σήμερα το απόλυτο προβάδισμα στο στίχο και αδιαφορούν για το καθαρά μουσικό μέρος, το οποίο αντιμετωπίζουν περίπου ως αναγκαία συνθήκη.
Περί των όρων
Όταν μιλάω για τραγουδοποιούς, εννοώ αυτούς που, με όπλο μια κιθάρα η (σπανιότερα) ένα πιάνο, φτιάχνουν -σχεδόν αποκλειστικά- τραγούδια. Πολύ συχνά, γράφοντας οι ίδιοι και τους στίχους, συνηθέστατα πάνω σε «επί του προσωπικού» θέματα, αλλά και επωμιζόμενοι το ρόλο του ερμηνευτή. Αυτό όμως που κατά τη γνώμη μου τους ορίζει στην πραγματικότητα ως τραγουδοποιούς είναι η απουσία αυτόνομου μουσικού λόγου. Ενός μουσικού λόγου δηλαδή που δεν θα είχε την επιτακτική ανάγκη του στίχου προκειμένου να αρθρωθεί ως αυθύπαρκτη έκφραση. Συνθέτης, αντίθετα, είναι εκείνος που διαθέτει την πλήρη εποπτεία του μουσικού μέσου, δημιουργώντας όχι απλά ένα λόγο συνοδευτικό του στίχου αλλά παράλληλο μ’ αυτόν, ανασύροντας τις αθέατες και ανείπωτες πλευρές του κόσμου που μόνο η Μουσική –με Μ κεφαλαίο- μπορεί να αναδείξει. Στις σημαντικότερες δε περιπτώσεις, έχουμε το συνθέτη που είναι ικανός να δημιουργήσει το απρόβλεπτο και να προτείνει καινοτόμο μουσικό λόγο.
Η μεγάλη ανατροπή
Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς νοσταλγός για να χαρακτηρίσει τη δεκαετία του ’60 ως ευτυχισμένη για την ελληνική μουσική και το τραγούδι. Να το πω και διαφορετικά: είμαι αντίθετος με όλες τις απόπειρες αναβίωσης παλαιότερων εποχών. Το επισημαίνω γιατί το φαινόμενο στις μέρες μας ουδόλως εκλείπει. Και μάλιστα από τους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι προτείνουν τους τραγουδοποιούς ως το σύγχρονο πνεύμα της εποχής, όπως επισήμαινα και στην αρχή του κειμένου. Οποία λογική: οι ίδιοι άνθρωποι που «δείχνουν» τη σύγχρονη λύση είναι εκείνοι που χρειάζεται να παλιμπαιδίσουν, σαν να διαισθάνονται ότι η πρότασή τους αδυνατεί να προσφέρει ουσιαστική διέξοδο. Αλλά το κονταροχτύπημα με την ίδια τους την αντίληψη δε σταματάει εδώ. Οι ίδιοι άνθρωποι που ως νοσταλγοί της δεκαετίας του ΄60 αποθεώνουν ουσιαστικά την εποχή των συνθετών (γιατί αυτό υπήρξε η δεκαετία του ΄60), είναι αυτοί που μοιάζουν να τους φοβούνται σήμερα, επιχειρώντας να τους περιθωριοποιήσουν. Για την περίπτωση που δεν είστε ακριβώς σίγουροι σε ποιους αναφέρομαι, θα το πω πολύ άμεσα: σε όλο το μεταπρατικό σύστημα εξουσίας, που, αρχής γενομένης από τις δισκογραφικές εταιρείες, έστω και με αισθητά μειωμένο το ρόλο τους εν σχέσει με παλιότερα (έως και ανύπαρκτο πια), μεταλαμπαδεύτηκε στα ραδιόφωνα και στον τύπο.
Προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;
Ήταν μια άδολη πράξη εξουσίας; Κατ’ αρχάς, η εξουσία ποτέ δεν είναι άδολη. Το δε πρώτιστο που προσπαθεί να διαφυλάξει είναι το κύρος και η αυθεντία της. Όπερ μεθερμηνευόμενο: δεν είναι δυνατό να επιτρέψεις σε συνθέτες, δηλαδή σε αυτόνομες μουσικές οντότητες, να ορίσουν την εξέλιξη των μουσικών πραγμάτων, γιατί σε περίπτωση που τους αφήσεις θα έχει απολεστεί ο ζωτικός χώρος νομής της εξουσίας. Θα μου πείτε: είναι δυνατόν άνθρωποι που κόπτονται για το τραγούδι (δε λέω για τη μουσική) να μην την αγαπούν τελικά; Μα βέβαια είναι. Αν τους ακούσετε προσεκτικά στα ραδιόφωνα η τους διαβάσετε στα έντυπα, θα διαπιστώσετε ότι δεν προβάλλουν το τραγούδι, αλλά τους εαυτούς τους μέσω αυτού. Και αν κάποιος εξακολουθεί να αναρωτιέται αν πρέπει να περιμένουμε υπό τέτοιες συνθήκες και από τέτοιους ανθρώπους ουσιαστικές προτάσεις, η απάντηση είναι μονολεκτική. Όχι.
Ο ιστός της αράχνης
Τραγουδοποιοί λοιπόν. Σαν να λέμε ερμηνευτές, που στο θαυμαστό κόσμο του τραγουδιού σημαίνει τα προβεβλημένα πρόσωπα. Δηλαδή τα περισσότερα χρήματα. Και όπως λένε συχνά στο χώρο, αυτός που έχει να χάσει τα περισσότερα είναι αυτός που συνήθως ρισκάρει και λιγότερο. Έτσι, οι επαφές με τα κατάλληλα πρόσωπα- κλειδιά οφείλουν να είναι στενές και συστηματικές. Και ποιο είναι το πεδίο ανταλλαγής αυτών των στενών σχέσεων; Εάν, για παράδειγμα, μελοποιήσει ένας τραγουδοποιός στίχους ενός ισχυρού μουσικού παραγωγού, θα εξασφαλίσει ένα σημαντικό air-play της δουλειάς του. Σε άλλες περιπτώσεις πάλι, μπορεί να χρίσει τον ραδιοφωνικό παραγωγό προσωπικό του μάνατζερ. Φροντίζοντας δε ο ίδιος να έχει καλές σχέσεις με τον κριτικό ενός εντύπου, κερδίζει την εγγύηση –ακόμα και για ένα μέτριο ενδεχομένως δίσκο του- ότι θα πέσει στα μαλακά. (Ο ίδιος όμως κριτικός μπορεί να εξαντλήσει την αυστηρότητά του σε εργασίες αγνώστων του, απείρως καλύτερες). Και η διαπλοκή καλά κρατεί.
Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι
Με όλα τα παραπάνω αναφέρομαι ουσιαστικά στο μεταπρατικό σύστημα για το οποίο έγινε λόγος. Θα ήταν άδικο να θεωρηθούν ως βασικοί υπαίτιοι οι ίδιοι οι τραγουδοποιοί που προσπαθούν να επιζήσουν σ’ αυτό το αλλόκοτο περιβάλλον και οι οποίοι αρκετά συχνά μας έχουν δώσει πολύ όμορφα τραγούδια. Αν μου το επέτρεπαν, θα τους συνιστούσα να εμπιστευτούν περισσότερο την προσωπική τους αξία, αντλώντας από τη δύναμη της τέχνης τους και συνειδητοποιώντας τις παγίδες των Σειρήνων. Έτσι κι αλλιώς δεν εκλείπουν τα φαινόμενα της αναίτιας καραντίνας που υπέστησαν κάποιοι εξ αυτών από την αιφνίδια μεταστροφή εκείνων που μέχρι πρότινος τους στήριζαν. Γνωρίζουν καλύτερα οι ίδιοι οι τραγουδοποιοί ότι έχουν χρεία λιγότερο των ιδιοτελών φιλοφρονήσεων και περισσότερο της ενδοσκόπησης.
Αδιέξοδο;
Θα μπορούσε με όλα αυτά να σκεφτεί κανείς ότι δεν διαφαίνεται λύση στην άκρη του ορίζοντα. Θα διαφωνήσω. Και αυτό γιατί, όσο στημένο κι αν φαίνεται ένα παιχνίδι, έρχεται η στιγμή που εξαντλούνται οι δυνατότητές του. Νομίζω ότι ουσιαστικά είμαστε σε αυτή τη στιγμή. Άλλωστε, όσο διαμορφωμένη ή παγιωμένη και να είναι μια κατάσταση, δεν μπορεί ποτέ να αποτρέψει έναν πολύ απλό παράγοντα: τη μουσική δημιουργία. Την ίδια την ανάγκη της μουσικής δημιουργίας. Γιατί όσο τερατώδεις και αν γίνονται οι συνθήκες που της επιβάλλονται για να υπάρξει, αυτή, ευτυχώς, περί άλλα τυρβάζει. Στο τέλος των πραγμάτων, ξαναβρίσκεται πάντα η σωτήρια αφετηρία τους.











