Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Ο Νίκος Τουλιάτος για τη μουσική διδασκαλία ("Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον;" μέρος 3ο)





Άνοιξα την πρώτη σχολή κρουστών στην Ελλάδα το 1988 μαζί με τον μπασίστα Θανάση Αρμυριώτη, και τον κρουστό Αντώνη Ποντίκη στο κτίριο του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου στον 3ο όροφο Σαπφούς 10 στη πλατεία Κουμουνδούρου. Έφερα από το σπίτι μου hi fi, ράφια, βιβλία, όργανα, δίσκους, καρέκλες, αφίσες, φωτογραφίες, τηλεόραση, Video κλπ. Αγοράσαμε από το μοναστηράκι γραφεία, τραπέζια, μοκέτες κλπ και από το τίποτα δημιουργήθηκε μια σχολή.

Από αυτή τη σχολή πέρασαν πολλοί. Μαζεύτηκαν 90 μαθητές σε ελάχιστο χρόνο από όλη την Ελλάδα. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκείνη την εποχή. Με τους μαθητές σε εκείνη την πρώτη σχολή είχε αναπτυχθεί μια πολύ ωραία σχέση. Πολλοί μαθητές που έκαναν μάθημα με διάφορους καθηγητές και που αργότερα γίναμε και φίλοι σπουδαίοι μουσικοί σήμερα. Κάποιοι μάλιστα με αποκαλούσαν πατέρα. Τέτοιες σχέσεις αναπτύσσω με τους μαθητές μου.

Δεν είχα στο μυαλό μου το τι έπρεπε ακριβώς να κάνω. Αυτό που ήθελα τουλάχιστον χωρίς πολλή σκέψη ήταν να βρω ένα χώρο να μελετάω και παράλληλα σε κάποιους που θα ήθελαν, να τους δείχνω ό,τι πιθανόν ήξερα!!. Κατέληξα πίσω από ένα γραφείο να οργανώνω την σχολή. (επιχειρηματικές συνέπειες!!!)

Η αλήθεια είναι ότι είχα πράγματα στο μυαλό μου για το πώς έπρεπε να παίζει κάποιος, για τη θέση (κοινωνική) του μουσικού (ντράμερ), για το πώς θα έπρεπε ενδεχομένως να σκέφτεται την ώρα που παίζει, πολύ περισσότερο για το γιατί και το διότι της σχέσης του ανθρώπου με την τέχνη.

Υπήρχαν ερωτήματα. Τι θα έπρεπε να μάθει κάποιος όταν αποφασίσει να σπουδάσει ντραμς;

Μόνο τεχνική; Ασκήσεις που αναπτύσσουν την ταχύτητα;

Και εάν ναι αυτό συνιστά σε τελευταία ανάλυση την καλλιτεχνική παιδεία ή την τεχνική εκπαίδευση; Τα σκεφτόμουν αυτά γιατί ήξερα ότι έτσι γινόταν μέχρι τότε. Στο χώρο της μουσικής σίγουρα. Βάση στους προβληματισμούς αυτούς ήταν και το ότι εγώ ήμουν αυτοδίδακτος και ήδη με όνομα στο χώρο μου και με εμπειρία πλούσια σε διαφορετικά είδη μουσικής.

***

Ένιωθα τη μουσική διαφορετικά, την αισθανόμουν παρά την γνώριζα, τη γευόμουν, τη ρουφούσα, την άφηνα να με διαπερνά, να με απογειώνει ή γιατί όχι να με ρίχνει. Ήμουν περισσότερο ακροατής (ακόμη και του εαυτού μου) παρά μουσικός.

Πριν υπηρετήσω την μουσική, μπορώ να πω πως σαν αίσθηση την ήξερα καλά.

Όταν έπαιζα πια μουσική, λειτουργούσα με τον ίδιο τρόπο. Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος εάν ήμουν μουσικός με την καθιερωμένη έννοια ή εάν απλά έπαιζα με την μουσική.

Το σίγουρο ήταν ότι τα ντραμς για μένα αποτελούσαν ένα μέσο έκφρασης όπως το σώμα για τους χορευτές, ο λόγος για τους ηθοποιούς κλπ.

Ποτέ δεν ερμήνευσα το έργο κάποιου απόλυτα, πάντα εκφραζόμουν εγώ.

Τα έργα των άλλων τα θέματα, οι ιδέες, ήταν για μένα η πρώτη ύλη για να διαμορφώσω την προσωπική μου γλώσσα, το ύφος, την αισθητική, ο αυτοσχεδιασμός υπήρχε σαν σπέρμα στην ίδια μου την ζωή πάντα. Είμαι πολύ δημιουργικός άνθρωπος που παίρνω πάντα πρωτοβουλίες, που δεν βολεύομαι με ότι βρίσκω και ζητώ να αλλάζω τα πάντα. Και στην φυλακή να ήμουνα θα την μετέτρεπα σε κέντρο πολιτισμού. Γιαυτό στράφηκα στα ντραμς γιατί μου άφηναν περιθώρια ελευθερίας και αυτοσχεδιασμού, ή τουλάχιστον έτσι πίστευα εγώ. Έτσι με τα ντραμς, με την μουσική, ο αυτοσχεδιασμός έβρισκε γόνιμο έδαφος να εμφανιστεί, αλλά ασυνείδητα τυχαία, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό.

Για χρόνια απλώς έπαιζα, δεν είχα αρχή, μέση, τέλος. Δεν υπήρχε συνέχεια υπήρχα όμως εγώ, διαμορφωνόμουν μέσα από την επαφή. Δημιουργούσα σχέση μουσική; θεατρική; εικαστική; δεν ήξερα δεν μπορούσα να απαντήσω με σιγουριά. Ούτε τώρα μπορώ. Πολλές φορές πιστεύω ότι λειτουργώ σαν ηθοποιός ή χορευτής όταν παίζω. Έτσι κι αλλιώς την εικόνα μου την καταλαβαίνω από τους άλλους, από το πώς φτάνει στο κοινό.

***

Ήμουν τυχερός. Συνεργάτης με τον Θάνο Μικρούτσικο για πολλά χρόνια (μέχρι σήμερα κλείσαμε 31). Δημιουργός πολυεπίπεδος, που μου έδωσε ευκαιρίες να βρω δρόμους, να αρχίσω να συμμαζεύω όλο αυτό το υλικό, να πρέπει να το κατευθύνω. Ανέχτηκε όλους τους πειραματισμούς που έκανα πάνω στα τραγούδια του με τα κρουστά ή με ότι ηχοχρώματα έψαχνα. Αυτά γινόντουσαν σε περιοδείες σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό. Με εμπιστευόταν μου δημιουργούσε αυτοπεποίθηση, μου άφηνε χώρο για αυτοσχεδιασμούς, μου δημιουργούσε τις προϋποθέσεις να παρουσιάζω τις όποιες ιδέες μου. Έτσι έμαθα τρίφτηκα στην σκηνή, πήρα ρίσκα, ψάχτηκα, είχα μαγικές και καταστροφικές στιγμές. Εντέλει μεγάλωσα μουσικά με τον Θάνο, του οφείλω κυριολεκτικά αυτές τις στιγμές που με έκαναν να νιώσω μουσικός, να νιώσω τη σκηνή σπίτι μου το μοναδικό χώρο που μπορώ να αναπνέω ελεύθερα.

***

Μήπως έχασα χρόνια;

Από μια άποψη μπορεί ναι. Γιατί αυτά που έμαθα στα 35 χρόνια δουλειάς (σκληρής) ίσως θα τα είχα μάθει στα θρανία σε 3 ή 4 χρόνια. Άραγε όμως αυτό ισχύει πραγματικά;

Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ο δρόμος της κωδικοποιημένης γνώσης είναι πάντα ο καλύτερος.

Τουλάχιστον δεν ξέρω εάν θα ήταν ο καλύτερος για μένα. Όλα αυτά που γνώρισα, που άγγιξα, οι απογοητεύσεις που χρειαζόντουσαν απαντήσεις, τα ρίσκα που απαιτούσαν κουράγιο και θάρρος, το κολύμπι στα βαθιά, η αργή αλλά σίγουρη συνειδητοποίηση των πραγμάτων που έβλεπα και που έπρεπε να εκφραστούν μέσα από τα ντραμς μου. Η γνώση που αποκτούσα από φίλους, συναδέλφους, μαθητές, δημιουργούς άλλων τεχνών, όπως χορευτές, εικαστικούς, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, (που έχω συνεργαστεί κατά καιρούς).

Η κοινωνική, πολιτική, ιδεολογική, τοποθέτηση μου, που επίσης έβρισκαν διέξοδο στη μουσική.

Όλα αυτά και άλλα πολλά αποτέλεσαν το μαγικό κόσμο που έζησα και που έβρισκε σιγά – σιγά την θέση του μέσα στην καρδιά και το μυαλό μου και κατ’ επέκταση μέσα στα ντραμς.
Τα ντραμς ήταν συνέχεια όχι της τεχνικής μου αλλά της καρδιάς μου και πήγαινα με όχημα εκεί όπου με οδηγούσε η καρδιά μου.

Έτσι κάποια στιγμή μου φάνηκαν λίγα, μικρά, για να μπορέσουν να κουβαλήσουν όλο το υλικό που εγώ μάζευα όλα αυτά τα χρόνια.

Ήρθε λοιπόν και η στιγμή που έπρεπε να διδάξω;

Έφτιαξα την σχολή σαν χώρο προσωπικής μελέτης, όμως κάλυψα χωρίς να το πολυσκεφτώ μια μεγάλη ανάγκη της αγοράς.

Ήταν η πρώτη σχολή ντραμς και τζαζ μουσικής στην Ελλάδα, οργανωμένη όσο ήταν δυνατό.

Ήταν σχολή με τη γραφειοκρατία της, τη γραμματεία της, την υποδομή σε όργανα κλπ.

Έτσι βρέθηκα από τη μια στιγμή στην άλλη να διδάσκω και το χειρότερο να κάνω τον επιχειρηματία. Να διδάσκω και να καταλαβαίνω μέρα με την μέρα τις ελλείψεις. Στο μάθημα πρέπει να έχεις μεθοδικότητα, κωδικοποιημένη γνώση, ώστε να τη μεταδόσεις έτσι απλά, με δύο κουβέντες. Τα βασικά πράγματα, η τεχνική, είναι δεδομένα και θέλουν σύστημα για να τα διδάξεις, εξάσκηση που να προχωράει με συγκεκριμένα βήματα…. Να λύνει προβλήματα. Δυνατότητες τις οποίες δεν είχα, γιατί απλούστατα δεν είχα διδαχθεί ποτέ.

Εξάλλου ήταν μια σχολή η οποία τότε δεν είχε σύστημα συγκεκριμένο, ολοκληρωμένο.

Δεν είχε εκπαιδευτικούς στόχους, λογική, συνέπεια. Οι μαθητές όμως με έβλεπαν να παίζω (τότε ήταν η χρυσή εποχή των ISCRA – Γιώργος Φακανάς, Τάκης Φαραζής, David Lynch, Τάκης Μπαρμπέρης) και θέλανε να μάθουν από εμένα. Με ρωτούσαν τι είναι αυτό, τι το άλλο, γιατί έτσι κλπ. Και έπρεπε να μπορώ να απαντήσω. Ήταν μια μεγάλη ευκαιρία να συμμαζέψω τις γνώσεις μου.

Να ανακαλύψω αυτά που έκανα, να μάθω πως το έκανα, να απαντήσω πρώτα στον εαυτό μου. Ήταν μεγάλο σχολείο. Το σημαντικότερο που πέρασα ποτέ και μάλλον το μοναδικό. Οι ερωτήσεις των μαθητών μου, μου άνοιγαν δρόμους που δεν είχα φανταστεί.

Εκείνη την ίδια περίοδο είδα και τα πρώτα video που κυκλοφορούσαν με γνωστούς ντράμερ και ανακάλυπτα με πραγματική ικανοποίηση ότι ήμουν σε σωστό δρόμο, και ότι ο τρόπος που δίδασκα ήταν εντάξει παρόλο που και στα δύο ήμουν αυτοδίδακτος.

Η ανάγκη να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις στα τόσα χρόνια που έπαιζα και ίσως η απλή λογική ακόμα και το ένστικτο με οδήγησαν να έχω βρει το δρόμο μου χωρίς να μου δείξει κανείς τι και πώς. Τι μεγάλη ανακούφιση, όταν είδα ότι όλη η δουλειά που έκανα ήταν σωστή και το σημαντικότερο ότι αυτά που δίδασκα εκείνα τα δύο πρώτα χρόνια στη σχολή, ήταν στη σωστή κατεύθυνση.

Και όταν λέω σωστή κατεύθυνση εννοώ το βασικό τρόπο που πρέπει να διδάσκονται τα ζητήματα τεχνικής και όλα τα θέματα που αφορούν τη θέση του ντράμερ, την κίνηση, τη στάση του σώματος.

Πράγματα που κακώς κατά την γνώμη μου θεωρούνται ελεύθερα και προσωπική υπόθεση του καθένα. Τουλάχιστον όσο αφορά την εκμάθηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα.

Βέβαια τα ντραμς είναι ακόμη σε νηπιακή ηλικία και διαμορφώνεται η τεχνική συνεχώς μέχρι σήμερα, αλλά κάποια πράγματα μπορεί κανείς να τα θεωρήσει δεδομένα.

Όταν κάποιος μάθει τι πρέπει και πως πρέπει να το κάνει, μετά μπορεί να χρησιμοποιήσει την γνώση του και την τεχνική όπως θέλει. Αλλά το άλφα – βήτα πρέπει να είναι για όλους ίδιο.

Σήμερα καθαρά και κατανοητά στο μυαλό μου, τότε όχι. Όπως λέω και πριν δεν είχα μέθοδο και για αυτό εγκατέλειψα την διδασκαλία.

Συνειδητοποίησα ότι κουραζόμουν, επειδή δεν ήξερα τον τρόπο να προχωρήσω.

Έτσι εγκατέλειψα την διδασκαλία, πήρα καθηγητές να το κάνουν. Εκείνη η πρώτη σχολή απέκτησε ένα δυναμικό σημαντικών ντράμερς, κρουστών, και μουσικών της τζαζ δασκάλων που πέρασαν για λίγο ή περισσότερο από εκεί. Δεν αναφέρω ονόματα γιατί κάποιους θα ξεχάσω και δεν θέλω. (Η μνήμη θέλει εξάσκηση και δεν το έχω κάνει όπως πρέπει τα τελευταία χρόνια.)

Εγκαταλείποντας όμως την διδασκαλία αυτού του τύπου ανακάλυψα ότι μπορούσα να ασχοληθώ με γενικότερα ζητήματα, να δώσω κατευθύνσεις, να διδάξω με βάση την συνολική ιδεολογική μου άποψη για το παίξιμο, το ύφος, το περιεχόμενο.

Εξάλλου πιστεύω απόλυτα ότι ο μουσικός δεν είναι μηχανάκι τεχνικής, άλλά άνθρωπος με θέση, ανησυχίες, και ευαισθησίες, ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι.

Πράγματα που δεν είναι καθόλου δεδομένα στους μουσικούς, δυστυχώς. Μάλλον το αντίθετο.

Υπάρχουν πολλοί καλοί οργανοπαίχτες, «μουσικοί» που όμως εκτός από ταχύτητα και ικανότητες στο όργανο που παίζουν, δεν λειτουργούν σαν δημιουργοί, δεν σκέφτονται παραπάνω από τις νότες. Κάποιοι μπορεί να υποστηρίζουν ότι έτσι πρέπει να είναι. Σεβαστό αλλά δεν το δέχομαι.

Οι περισσότεροι μουσικοί είναι κυριολεκτικά αμόρφωτοι. Η ανάγκη για ανάπτυξη της τεχνικής και η πολύωρη καθημερινή μελέτη πάνω στο όργανο πολλές φορές αδυνατίζει την ανάγκη για διάβασμα και για ενασχόληση με γενικότερα ζητήματα κοινωνικά – πολιτικά. Πολλοί δεν διαβάζουν ούτε λογοτεχνία. Αρκετοί δεν μπορούν να μιλήσουν να εκφράσουν απόψεις.

Με αυτές τις σκέψεις αποφάσισα να διδάξω μαθητές πέρα από την τεχνική (που όμως θα έχουν πάρει τα απαραίτητα μαθήματα τεχνικής).

Έχοντας ήδη αναπτύξει ένα προσωπικό στυλ στο παίξιμο, άρχισα να το μεταφράζω, να το αναγνωρίζω, έτσι ώστε να μπορώ να διδάξω την ουσία του.

Από μικρός, ποτέ δεν άκουσα τη μουσική τεχνικά. Δεν ασχολήθηκα ποτέ με επιμέρους ζητήματα, δεν προσπάθησα να αναγνωρίσω ρυθμούς, στυλ, ύφος. Στα επιμέρους ζητήματα τεχνικής, ορολογιών, κλπ είμαι κυριολεκτικά άσχετος. Πάντα ο ήχος έφτανε σε μένα συναισθηματικά, ή με άγγιζε ή όχι.

Άκουγα μουσική χωρίς να την προσέχω, όταν άκουγα μουσική ταυτόχρονα έκανα διάφορες δουλειές, το υλικό το μάζευα μέσα στα βάθη του είναι μου. Έτσι γενικά, όταν χρειάστηκε να παίξω απλά ανέσυρα αυτό το υλικό, ακατέργαστο, και χωρίς να το αναλύσω, να το ψάξω, άρχισα να εκφράζομαι.

Έπαιζα τη διάθεση της μουσικής που άκουγα και όχι την ίδια τη μουσική.

Νίκος Τουλιάτος

Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον; Αθήνα: Εκδόσεις Δρόμων, 2006.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Ο Νίκος Τουλιάτος για τον αυτοσχεδιασμό ("Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον;" μέρος 2ο)




Ο Αυτοσχεδιασμός για μένα είναι πηγή ζωής, είναι πηγή έμπνευσης.

Ο αυτοσχεδιασμός είναι ρίσκο, είναι η γοητεία του απρόοπτου, η γοητεία του εγχειρήματος που μπορεί να οδηγήσει στη μαγεία της υπέρβασης ή στην πλήρη κατάρρευση.

Είναι το ταξίδι στο απόλυτο κενό, είναι η ισορροπία με τον εαυτό μου, η εξοικείωση με τον εαυτό μου, είναι η ευαισθησία στην καθημερινότητα, είναι η αλήθεια της κάθε στιγμής, είναι αυτογνωσία.

Η διαδικασία που περνάει από την ψυχή, από την κατάσταση, από τη ματιά του καλού ή κακού θεατή, από την επικοινωνία με την αύρα του χώρου και του οργάνου, από την ικανότητα ή μη να νιώθω τους άλλους (μουσικούς – κοινό) να διαμορφώνομαι, να διαμορφώνω και να εκφράζομαι.

Ο αυτοσχεδιασμός είναι ανοιχτό, καθαρό χαρτί που γράφεται ή ζωγραφίζεται εκείνη την στιγμή της δράσης.

Ο αυτοσχεδιασμός για να είναι ζωντανός προϋποθέτει δημιουργική ζωή, κριτική ματιά και υπέρβαση της καθημερινότητας.

Άλλοι αυτοσχεδιάζουν σπίτι τους, αλλάζουν, προσθέτουν, αφαιρούν, μέχρι να διαμορφώσουν τη σκέψη τους, να την καταγράψουν και να την παρουσιάσουν στο κοινό.

Για μένα αυτή η διαδικασία γίνεται μπροστά στον κόσμο.

Ιδέες, λάθη, ψάξιμο, ολοκλήρωση, είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τις συναυλίες μου. Ποτέ δεν ξέρω τι θα συμβεί, αλλά η γοητεία του απρόβλεπτου είναι μεγάλη γιατί αυτό που μετράει είναι το ταξίδι και όχι το αποτέλεσμα.

Το κοινό ταξιδεύει μαζί μου, φτιάχνει εικόνες, ιστορίες, σενάρια.

Άλλες φορές τρομάζουν από τον ήχο ακόμα και από τις εκφράσεις του προσώπου ή του σώματος και άλλες γαληνεύουν, ηρεμούν.

Σε αυτό που κάνω συμμετέχω ολόκληρος, παίζω με το σώμα, την κίνηση, τις εκφράσεις, χορεύω, φοράω μάσκες.
           
Δεν με φοβίζει η αποτυχία, γιατί πιστεύω απόλυτα ότι εάν δεν φτάσεις στον πάτο δεν πρόκειται να νιώσεις το μεγαλείο της κορυφής. Αναζητώ τα δυνατά συναισθήματα, τις δυνατές, γεύσεις, τις δυνατές συγκινήσεις, σε όλη μου την ζωή στην καθημερινότητα μου έτσι και στη μουσική.

Όλα έχουν την μαγεία τους αρκεί να τα ζεις πραγματικά.

Ο αυτοσχεδιασμός δημιουργεί ρήξεις ακόμα και με τον εαυτό μου γιαυτό γεννά τις προϋποθέσεις, της έρευνας, του ρίσκου, των δυνατών συγκινήσεων, της απόλυτης αποτυχίας του εγχειρήματος, αλλά και της υπέρβασης του συναισθηματικού οργασμού, της απόλυτης γεύσης της επιτυχίας και της ευτυχίας.

Στην αναζήτηση αυτής της ευτυχίας οι δρόμοι είναι πολλοί αρκεί να θέλει κάποιος να τους διαβεί, αντιμετωπίζοντας όλα τα εμπόδια. Να κάνει άλματα χωρίς τη σιγουριά του που θα πέσει, εάν θα σταθεί όρθιος ή εάν θα κυλιστεί.

Την ώρα που βρίσκομαι στον αέρα αισθάνομαι τόσο όμορφα και δημιουργικά που δεν με ενδιαφέρει ή πτώση, ότι και εάν συμβεί θα το αντιμετωπίσω και πάντα τα καταφέρνω.

Η κάθε παράσταση μου αφορά την σχέση μου με την τέχνη (μουσική) που είναι σχέση ερωτική, αυτοκαταστροφής, θανάτου.

Ζω, γεννιέμαι, πεθαίνω την ώρα, την στιγμή της παράστασης, έχω άμεση εξάρτηση από το κοινό μου, που μπορεί να με φέρει σε κατάσταση οργασμού, και πλήρους εκτόνωσης, σωματικής και πνευματικής. Ποτέ δεν κατάφερα στη ζωή μου να εκδηλώσω τόσο άμεσα και καθαρά ότι αισθάνομαι και θέλω, όσο την στιγμή της παράστασης.

Αυτή η αντίφαση με σκοτώνει όσο και με ισορροπεί.





Η πορεία μου στην ζωή και στην τέχνη ήταν πορεία συναισθημάτων, και άμεσων ερεθισμάτων.

Η δική μου μουσική (αν μπορεί κανείς να την ονομάσει έτσι) είναι η κραυγή μου, και ίσως να είναι τόσο προσωπική ώστε να μην αφορά και κανέναν.

Με τα κρουστά μου μιλάω, για τα ίδια πράγματα που θα έλεγα σε ένα άρθρο μου με τον ίδιο τρόπο που θα έκανα μια πολιτική ομιλία.

Το πλαίσιο μου είναι το πλαίσιο των μοναχικών, των περιθωριακών, των ανθρώπων που είναι ενάντια, που αμφισβητούν κάθε αξία που από στόχος, από ιδεολογία, από μέσο αντίστασης, αλλοιώνεται και γίνεται κυρίαρχη ιδεολογία των κάθε είδους μάρκετινγκ.

Φωνάζω ενάντια σε αυτούς που νομίζουν ότι είναι ξυπνητοί, ενάντια σε αυτούς που σέρνονται όρθιοι, στολισμένοι, με μόδες, με σκέψεις, με γλώσσα και έκφραση που την αγόρασαν συνειδητά ή ασυνείδητα από το SUPER MARKET της συνοικίας τους, μαζί με την κολόνια που θα τους κάνει πιο άντρες, ή πιο γυναίκες, ενάντια σε όλους αυτούς που τη συνείδηση τους την ανταλλάσσουν με αυτή ή την άλλη μάρκα ρούχων, παπουτσιών, κοσμημάτων, κλπ.

Όταν αυτοσχεδιάζω σκέφτομαι όλα αυτά τα καθημερινά πράγματα που για μερικούς αποτελούν στοιχεία μιας συντηρητικής καθημερινότητας, ανάξια και μικροπρεπή να ασχολείται ένας σύγχρονος, καλλιτέχνης ενώ για μένα είναι πηγή έμπνευσης. Γιατί η τέχνη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την καθημερινότητα, αρκεί να μπορεί να την καταγράψει δημιουργικά, να τη μεγεθύνει, να εμφανίσει πλευρές που δεν φαίνονται με τη πρώτη ματιά.

Το κύριο είναι από πού αντλεί ο καλλιτέχνης πού απευθύνεται και γιατί, και σε τελευταία ανάλυση πώς χειρίζεται κάθε φορά τα εργαλεία του.

Μέσα από τα κρουστά μου, μέσα από τους αυτοσχεδιασμούς μου, ακόμα και από τα προγραμματισμένα από πριν μέρη τους εμφανίζονται οι κατεστραμμένες ισορροπίες μου, οι αντιφάσεις μου, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες μου, η μόρφωση μου (δημοτικού), τα όνειρα μου, τα ιδανικά μου, που πολλές φορές βρίσκονται σε αδιάκοπη πάλη, η απόγνωση μου για την ζωή μου και από την άλλη η διάθεση μου για ζωή και δημιουργία, οι απογοητεύσεις μου, ο θάνατος που με γοητεύει (και γιατί όχι) το ντύσιμο, η συμπεριφορά μου, ο προσωπικός μου χώρος, το μαύρο και λευκό που λατρεύω, οι ήχοι που χρησιμοποιώ έτσι ασύνδετοι ή και αρμονικοί μερικές φορές, ή και σε απόλυτη κόντρα τις περισσότερες.

Δεν ήμουνα ποτέ ίδιος. Δεν προγραμμάτισα τη ζωή μου ούτε τη μουσική μου. Κατά συνέπεια ο αυτοσχεδιασμός για μένα είναι μια συνεχής ροή ερεθισμάτων που παίρνω από τους ήχους μου, που απλά εγώ είμαι το μέσον να ολοκληρωθούν ή όχι. Ίσως τελικά να μιλάνε τα κρουστά και όχι εγώ. Ίσως εγώ να είμαι το μέσον για να μιλήσει η μουσική, και όχι η μουσική για να μιλήσω εγώ.

Με ρωτούν πολλοί εάν ο αυτοσχεδιασμός διδάσκεται. Εάν διδάσκεται ή δημιουργική στάση ζωής, ή διάθεση για αυτοανατροπές και αμφισβητήσεις, εάν διδάσκεται το όνειρο, η διάθεση για ρήξεις και καθημερινές αλλαγές, το μη βόλεμα, η ζωή των μεγάλων κυματισμών τότε ο αυτοσχεδιασμός διδάσκεται, αλλιώς όχι.

Νίκος Τουλιάτος

Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον; Αθήνα: Εκδόσεις Δρόμων, 2006.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Ο Νίκος Τουλιάτος αυτοβιογραφείται ("Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον;" μέρος 1ο)




Ποιος είμαι;


Είχα βέβαια άλλα πράγματα να κάνω απ’ το να ζήσω

Ρεμπό

Αυτοδίδακτος, ο μεγαλύτερος και σημαντικότερος κρουστός… της πολυκατοικίας μου.

Είμαι άνθρωπος που κινούμαι στο γεφυράκι που συνδέει τις τέχνες, που λειτουργώ στην τέχνη μου με πείσμα, με υπομονή, και με σταθερότητα στους στόχους μου. Που ακούω μόνο ό,τι λέει η καρδιά και ότι γεμίζει την ψυχή μου. Που με ανησυχεί η τρελή και παρανοϊκή καθημερινότητα της μεγάλης γειτονιάς του πλανήτη που ζούμε, την οποία μετατρέπω σε ήχο ανατρεπτικό, σε ήχο διαμαρτυρίας, σε ήχο σκληρό, όσο σκληρή - απρόσωπη - καταθλιπτική - παράλογη - είναι η ζωή μας.

Ένας άνθρωπος που ονειρεύεται ακόμη κοινές πορείες και συλλογικότητες κόντρα στην ατομική και απόλυτα αρρωστημένη διεκδίκηση μιας αυτοφυλάκισης της προσωπικότητας, με αναξιοπρέπεια, αυτοπροσβολές, αυτοπεριορισμούς, έλλειψη αυτοσεβασμού, μιας εντέλει φοβισμένης και δεμένης χειροπόδαρα ατομικής πορείας χωρίς όνειρα και οράματα.

Που ακόμα (κόντρα στο ρεύμα) ονειρεύομαι άλλους ανθρώπους, άλλες σχέσεις, άλλες δυναμικές, και που πιστεύω ότι όλα αυτά θα πραγματοποιηθούν σε πείσμα τις κυρίαρχης αντίληψης που τα θέλει όλα τελειωμένα και δεδομένα.
  





Αντί προλόγου…

Και πια δεν είναι τίποτα που να μη λυγίζει την ζωή σου και τα μάτια σου,
και τίποτα δεν είναι που να μπορείς να το δείξεις περήφανα και να το τραγουδήσεις,
και τίποτα δεν είναι που να μη μπορείς να στρέψεις την μορφή του προς τον ήλιο.

Γιάννης Ρίτσος

Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι βρίσκομαι στο γεφυράκι που συναντιούνται οι τέχνες. Αισθάνομαι ότι θα ήμουν καλός ζωγράφος, καλός ηθοποιός, καλός σκηνοθέτης, (για τον χορό δεν τολμάω να σκεφτώ), καλός μουσικός. Τι είμαι από όλα αυτά; Με τις τρέχουσες αλήθειες τίποτα. Τότε; ίσως όλα αυτά μαζί που απλά βρίσκουν δρόμο έκφρασης και επικοινωνίας όχι την μουσική αλλά το όργανο. Εξάλλου τα κρουστά είναι από μόνα τους όργανα, που όταν είναι στημένα στην σκηνή, αποτελούν εικαστικό γεγονός, έχουν θεατρικότητα. Ανάλογα με το στήσιμο και τα φώτα δημιουργούν με τον όγκο και τις επιφάνειες τους μια σκηνική κατάσταση, που από μόνη της δημιουργεί συναισθήματα, βάζει τον κόσμο στη διαδικασία να περιμένει τη δράση. Όχι μόνο την ηχητική αλλά και τη θεατρική. Εξάπτουν τη φαντασία για το τι μπορεί να συμβεί. Γυαλιστερά, μουντά, επιβλητικά, τρυφερά, σκληρά, περιμένουν τον άνθρωπο που θα τα κάνει να μιλήσουν, και που ο ίδιος θα είναι μέρος, συνέχεια, κόντρα από αυτά. Που μαζί με τα κρουστά θα επικοινωνήσει με τον κόσμο αλλά και με τα ίδια, θα τα αγγίξει, θα τα αγκαλιάσει, θα τα βιάσει, θα τα χαϊδέψει θα τα ερωτευτεί, θα κάνει διάλογο…. Θα χορέψει μαζί τους, θα γίνει ενεργητικός αλλά και παθητικός. Άλλες φορές αυτός θα κατευθύνει τη δράση άλλες θα τον κατευθύνουν αυτά, θα του επιβληθούν, θα του ανοίξουν δρόμους, θα τον οδηγήσουν. Η δράση δεν θα έχει ξεκαθαρισμένο στόχο, μπορεί να μην καταλήξει πουθενά, μπορεί από την προσπάθεια να εξουθενωθούν και οι δύο. Είναι μέσα στο παιχνίδι.

Εξαρτάται από τη διάθεση και των δύο, από την κατάσταση, από το όνειρο.

Έμαθα να μοιράζομαι το όνειρο με τα κρουστά μου και να συμμετέχουν σε αυτό. Και το όνειρο δεν είναι ποτέ το ίδιο, δεν μπορεί να είναι….

Αυτό σαν βασική επιλογή με καθοδηγούσε πάντα. Γιαυτό έπαιρνα ρίσκα, γιατί ένιωθα πώς θα τα καταφέρω, γιατί δεν έβλεπα ποτέ τα πράγματα από έξω, έμπαινα μέσα τους, γινόμουν ένα και προχωρούσαμε χέρι – χέρι.

Γιατί αυτό που έπρεπε να κάνω πρώτα το αγαπούσα και μετά το έκανα. Γιατί έχω μάθει να χαίρομαι και να συγκινούμαι από αυτό που κάνω.

Όταν έπαιζα τραγούδια, τα προσέγγιζα όχι απλώς σαν μελωδία ή σαν ρυθμό αλλά σα συναισθηματική κατάσταση. Στα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου εκφράζω με ήχο την εποχή, το περιεχόμενο, ερμηνεύω το γεγονός. Όταν παίζω Θεοδωράκη, σκέφτομαι πρώτα από όλα το μήνυμα, προσπαθώ να βρω τον εαυτό μου και τη ζωή μου μέσα στους στίχους, νιώθω τη μελωδία και τι συναισθήματα μου προκαλεί, τι σκέψεις μου γεννάει και τελικά εκφράζω με ήχο ακριβώς αυτά τα συναισθήματα.

Όταν παίζω jazz, σύγχρονη μουσική κλπ, συμβαίνει το ίδιο, προσπαθώ να βρω τη θέση μου μέσα σε αυτούς τους ήχους, ακόμα και το πώς εγώ θα μιλούσα σήμερα χρησιμοποιώντας αυτά τα είδη και όχι το πώς έφτασαν ως σήμερα

Αυτό πιστεύω ότι αποτελεί το σημείο της διαφορετικότητας μου. Τη μουσική τη βίωνα, δεν τη μάθαινα.

Τη συνδύαζα και τη συνδυάζω με τη δική μου καθημερινότητα, φορτίζομαι από τους ήχους.


Τα τραγούδια υπήρχαν μέσα μου σαν καθημερινή πράξη, που εκφράστηκε με αγώνες, πόνο, πίκρες, χαρές. Αυτά εκφράζω όταν παίζω αυτό ή το άλλο είδος μουσικής.

Νίκος Τουλιάτος



Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον; Αθήνα: Εκδόσεις Δρόμων, 2006.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Σωτήρης Κακίσης: Χριστούγεννα στο μέτωπο




Σωτήρης Κακίσης


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ*



Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει
κι από τα μάτια σβήνει η στεριά.
Μες στα κατάρτια πετούνε οι γλάροι
κι εγώ σου λέω -Έχε γεια…




(Η εικονογράφηση του διηγήματος από τον Γιώργο Σταθόπουλο στην πρώτη του δημοσίευση στο περιοδικό “Playboy” τη Δεκαετία του ’80).




Όταν λέω μέτωπο, εννοώ αυτό εδώ. Εδώ πάνω. Πάνω απ’ τα μάτια. Το μέρος που λάμπει, όταν είσαι καλά, όταν σ’ αρέσουν αυτά που γίνονται. Όταν δεν είσαι σε αντίστροφη μέτρηση, όταν δεν λες πότε να τελειώνουμε με τις κινήσεις, να βολευτούμε σ’ ένα φέρετρο δύο επί μισό, να κλάψει επιτέλους κάνα ματάκι και για μας.

Πολύ μικρός άρχισα τις κατά μέτωπο επιθέ­σεις στη Μοίρα μου. Τριών ετών έκανα ένα σάλτο από την αγκαλιά της μητέρας μου και άρπαξα το κατάφωτο Χριστουγεννιάτικο Έλατο, και κουτρουβαλιαστήκαμε και οι δύο κάτω, ανακατευτήκανε τα φωτεινά λαμπιόνια του με τις φω­τεινές σκέψεις μου, και πάει το δέντρο, γλίτωσα εγώ από τη λάμψη του που με τυραννούσε. Κινηματογραφικά είναι ωραία σκηνή, το παιδί να προσπαθεί να γίνει ένα με το μυτερό φως, αλλά στην πραγματικότητα είναι σκηνή επικίνδυνη, θέ­λει κασκαντέρ. Ιδίως αν αυτό συνεχίζει να γίνε­ται, μέσες-άκρες, μια ζωή ολόκληρη.

Πέφτω με τα μούτρα, παιδιά. Τις γυναίκες τις βλέπω με αστεράκι στην κορφή, κατάφωτες, με μπάλες και νάνους κρεμασμένους στα κλαδιά τους όλους τους προηγούμενους άντρες τους, επικίνδυ­νες στη γωνιά του δωματίου να γοητεύουν και τους έξω απ’ το παράθυρο, λίγους διαβάτες που δεν χρωστάνε τίποτα, ας είναι καλά μες στο σκοτάδι τους. Εγώ ηλεκτρίζομαι και δεν κρατιέμαι, με πολεμική κραυγή ορμάω καταπάνω στα γέλια των ελάτων, αστράφτουμε κι οι δύο τότε σαν κεραυνός, ολοκαύτωμα γίνονται τα αισθήματα μας κι εμείς μαζί. Κι ύστερα, χιόνι καλείται με κά­ποιο μαγικό ραδιοτηλέφωνο, κι έρχεται να πέσει από πάνω μας. Μες στο χιόνι, σκεπασμένη και παλιά μένει η σβηστή πια γυναίκα, εγώ σηκώνο­μαι αργά, παγωμένος, τινάζομαι απαλά να φτάσουν πάλι στον προορισμό τους οι νιφάδες, και απομακρύνομαι προς άλλα Χριστούγεννα με ίχνη βαριά μες στο χιόνι, μες στο παρελθόν, μες στο μυαλό των γύρω μου.

Πολλά χρόνια είχαν περάσει απ’ την πρώτη ε­πίθεσή μου, από την αγκαλιά της μητέρας μου. Το ρεβεγιόν εκείνο που αρχίζει την αποψινή μου ιστορία, είναι άλλα Χριστούγεννα, Χριστούγεννα του 1983 πια. Εκείνο το ρεβεγιόν, λοιπόν, προγραμματίστηκε από τη μελαγχολία μου να είναι ήρεμο. Στο μπαρ εκείνο που ξενυχτούσε και τις άλλες νύχτες, με τη Μαρία τη φίλη μου πίσω από τον πάγκο, ενώ ο Χρήστος θα ήταν, λέει, ντισκ-τζόκεϊ, να μη θυμάμαι την Ελεάννα, να περάσει η ώρα. Και περνούσε η ώρα, και νιώθαμε μέτρια, όλο και πιο μέτρια, μέχρι που παρουσιάστηκε άλ­λη φίλη μου, η Σοφία.

-Πάμε αλλού, είπε η Σοφία. Με πήρε, με πήγε αλλού.

Τι θέλαμε να πάμε στο Κέντρο που τραγουδού­σαν και χαίρονταν; Το Αστεράκι έλαμψε πριν προλάβουμε να καθίσουμε, στην τρίτη λάμψη της, στο τρίτο επίμονο βλέμμα της προς το μέρος μου, άνοιξα τα μάτια μέσα από τον Σωτήρη Κακίση, κι η Παρθένος Σοφία πάνω μου χαμογε­λούσε, το Κέντρο γέμισε πρόβατα, ταύρους και άλογα που κάπνιζαν.

Πρέπει να παραδεχτώ πως φταίει κι εκείνος που είναι συνεχώς νεογέννητος, Ιησούς Χριστός, όπως θέλετε πέστε τον, αλλά πιο πολύ φταίει η λάμψη, που, όχι μόνο στέκεται, αλλά και τη βλέ­πεις μόνο εσύ, ο συνεχώς νεογέννητος. Η Αγγελικούλα άρχισε να με κοιτάει. Μια τραγούδαγε και δυο με κοίταζε. Κοίταγα κι εγώ, αν μ’ άρεσε μια η φωνή της, το βλέμμα της μ’ άρεσε δύο. Έλεγε τραγουδάκια για ταξίδια, για καράβια, για γλάρους πάνω απ’ τα καράβια, και, ιδιαιτέρως, για μια θάλασσα γυαλί γύρω-γύρω. Για ευτυχία, δηλαδή.

Έμεινα κι έπινα νερό ως τις πέντε τα ξημερώ­ματα, ενώ οι άλλοι της παρέας, πολύ εντός της ζωής, χωρίς λάμψη, χωρίς θάλασσα, ούτε καν ψα­ράδες, μαθητές μου, πίνανε και κατεβάζανε τα ποτά σαν αμαξοστοιχία τα ίσια χιλιόμετρα, και μεθύσανε έως θανάτου. Αυτό ήτανε καλό. Γιατί έτσι βρεθήκαμε στα άδυτα του Κέντρου, να κά­νουν εμετούς οι μπεκρήδες, κι εγώ κι η Σοφία να ζητάμε βοήθεια, και να προστρέχει η Αγγελικούλα κι άλλοι μουσικοί, και να συστηνόμαστε. Κρυβότανε η Αγγελικούλα, αναβόσβηνε τα λαμπιόνια της πίσω απ’ την πλάτη ενός μουσικού, χαμογελούσε και σοβάρευε, άνοιγε κι έκλεινε, μέχρι να το πει κάποτε: -Να ξανάρθετε να τα πού­με, είπε στην πόρτα του 166 που μας έπαιρνε με τους μπεκρήδες. Στον Ερυθρό Σταυρό κάθισα και μου ’καναν κι εμένα καφεΐνη, μπας και ξεμεθύσω από το νερό της θάλασσάς της. Τι παιδί που ’μουνα!

Πρέπει να ήτανε το μακρύτερο ρεβεγιόν από καταβολής Χριστουγέννων, γιατί νιώθω σαν να συνεχίστηκε ως την άνοιξη που χωρίσαμε πια και γίνανε όσα γίνανε, και την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, την Καθαρά Δευτέρα, το Πάσχα, τα βλέπω σαν ώρες, όχι σαν εποχές, τις βδομάδες σαν δευτερόλεπτα, τα πιο βαριά μου δευτερόλεπτα ίσαμε τώρα.

Ξαναπήγαμε στο Κέντρο πιο λίγοι, όσο πιο ξεμέθυστοι γινότανε. Ήρθε σχεδόν αμέσως στο τραπέζι μας, κι ας καθίσαμε αυτή τη φορά μα­κριά απ’ το πάλκο της. Πάει να πει, μπήκε αμέσως στην πρίζα η λάμψη της, χωρίς αναβόσβημα, με φράσεις διαρκείς και επίφοβες: «Άσ’ τα τ’ άλλα τώρα. Να πούμε για μας», κι ένα σωρό χαμόγελα. Οι βελόνες της του ελάτου ήταν κρυφές τότε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά, βελούδο φτιάχνανε όλες μαζί, καμιά τους δεν άφηνε να μείνει μία-μία.

Κατάφερα να μείνω μόνος μου με το βελούδο τώρα. Πήρα το τηλέφωνό της, ή βρέθηκε στο πορτοφόλι μου μυστικά, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι την οδό Σκουφά, ενώ την πήγαινα να πάρει ένα ταξί για τον Πειραιά που ’μενε, και νομίζω ότι ήδη είχαμε δει μαζί την Πλατεία απέναντι να απογειώνεται μες στη νύχτα σαν ζέπελιν κίτρινο, σαν ρόδι πανηγυρικό να δαγκώνει την πλατεία κά­ποιος.

Την επομένη τ’ απόγευμα την πήγαινα σε δοκιμασμένο, συγκινησιακό φιλμ, στον «Εξωγήινο», που μια βδομάδα πριν είχα πάει τη Σοφία κι είχε κλάψει με μαύρο δάκρυ. Αυτός ο κινηματογράφος, φάτσα στο Δημοτικό Θέατρο, μύριζε κάτουρο απ’ άκρου εις άκρον, αλλά εγώ της πρωτόπιανα το χέρι και σκιρτούσαμε, και μες στον απαίσιο αέρα του εμείς σφιγγόμασταν, και, από ’να σημείο κι ύστερα, μου ’βαλε κι η Αγγελικού­λα τα κλάματα, όπως είχα προβλέψει. Την έφερα με τον Ηλεκτρικό στο Κέντρο της, φορώντας την επίσημη στολή του μηχανοδηγού και τις ρίγες στο κασκέτο, κι εκείνη χαλαρωμένη μου ’πε για τον πατέρα της που ’χε πεθάνει, για πιο δύσκολα χρόνια, για τον «άλλον» που είναι καιρό μαζί του και δεν ξέρει πώς θα τον χωρίσει κι αν θα τον χωρίσει. Τσακ, έκανε εκεί ψηλά στο μυαλό μου πίσω απ’ το μέτωπο, αλλά άλλαξα ώσπου να πεις κύμινο την καμένη ασφάλεια, και τη φίλησα την Αγγελικούλα.

Η Σοφία ρωτούσε: «Το κάνατε;». Γέλαγα ε­γώ: «Στον έρωτα», απαντούσα, «το “το κάνατε” έρχεται μόνο του. Δεν έχω κανένα άγχος. Μη φοβάσαι, Σοφία, θα το κάνουμε».

Με πήρε δυο μέρες μετά απ’ το Κέντρο που είχανε απογευματινή πρόβα κι έκανε κρύο, κι ήθελε να πάω στο πάρκο δίπλα, να με δει να πάρει κουράγιο, γιατί δεν ήταν καλά. Πήγα και βρήκα στο πάρκο ένα σπουργιτάκι με φόρεμα μακρύ, ένα κεφαλάκι τόσο δα να βγαίνει απ’ όλη την Παγκόσμιο Ιστορία και να ζητάει τα φώτα μου. Τη φί­λησα στα μαλλιά τόσο παθιασμένα όσο δεν φαντάζεστε, και την περίμενα πια στο σπίτι μου, ήρεμος ακόμα, ακόμα στην αγκαλιά της μητέρας μου.
           
(Αυτό που είναι ενδιαφέρον επίσης είναι, ότι όλες σχεδόν οι ιστορίες μου έχουν -ελ μέσα τους. Αγγ-ελ-ικούλα, Ελ-ένη, Ελ-πίδα, Ελ-εονώρα, Έλ-λη, Π-ελ-ασγία, Ελ-ισάβετ, από το Έλ-α­-το, προφανώς. Τι άλλο;).

Ένα βράδυ που χιόνιζε πολύ, ήρθε επιτέλους σπίτι μου. Δεν ήρθε μόνη της. Φύγαμε μαζί με την καλύτερη της φίλη απ’ το Κέντρο. Φοβότανε. Καταλάβαινε πως συσπειρωνόμουνα να κάνω ρε­σάλτο, πόσο αντέχει κανείς τον πειρασμό, πόσο; Άντεξα όμως παραπάνω απ’ όσο νόμιζε. Πολύ ψύχραιμος ήμουνα, Σοφάκι, το ξέρεις εσύ, το ξέ­ρει κι εκείνη καλά, κι ας κάνει πως δεν με ξέρει τώρα, τρία έτη σκότους αργότερα. Είπε πως ήθελε να μείνει μαζί μου και να πάω τη σωματοφύ­λακα της σ’ ένα ταξί, άλογο, πήγα να πω. Της έβαλα στο βίντεο, τζάκι, πήγα να πω, Χοντρό-Λιγνό, φωτιά, πήγα να πω, και, ώσπου να γυρί­σω απ’ τα χιόνια, είχε χωθεί στο κρεβάτι μου και φορούσε τις πιτζάμες μου, την αδυναμία μου, πήγα να πω. Θυμάμαι τόσο τη μυρωδιά της, τις αγκαλιές μας εκείνη τη νύχτα, το χειμώνα, θυμά­μαι, απέξω, πώς είχε λυσσάξει και δεν μπορούσε ούτε το δαχτυλάκι μας ν’ αγγίξει. Τόσο πολύ τα θυμάμαι όλα, που τα θυμάσαι κι εσύ, Αγγελικού­λα, τι να κάνεις; Κάναμε ωραίο έρωτα το πρωί, μπρούμυτα σε θυμάμαι, και, ύστερα, αλίμονο, θυ­μάμαι που πανικοβλήθηκες κι έτρεχες, γιατί είχε πάρει, λέει, στο σπίτι σου ο «άλλος» και σ’ έψαχνε. Τσακ, τσακ, έκανε πάλι εδώ πάνω, πίσω απ’ το μέτωπο.

Δεν πέσαμε ακόμα. Όλ’ αυτά είναι που πετάω ακόμα στον αέρα, με βλέπετε σε σλόου-μόσιον προς το Έλατο. Απ’ το σπίτι του «άλλου» με πήρε Κυριακάτικα μου ψιθύρισε «Σ’ αγαπάω», και το ’κλεισε.

Ήρθανε τώρα κι οι καλές στιγμές. Πότε ήτανε που μάθαινε οδήγηση και μούντζωνε τα σκυλιά στο δρόμο, πότε ήτανε που της διάβαζα από τη­λεφώνου το «Άσπρο Ελάφι» του Θέρμπερ σε δική μου μετάφραση κι αποκοιμιότανε με το τηλέφωνο ανοιχτό και την Πριγκίπισσα στ’ όνειρό της, πότε ήτανε που με διόρθωνε κι έλεγε, «Ο ποιητής είμ’ εγώ!», πότε ήτανε που πήρε επιτέλους τ’ αυ­τοκίνητο και της αγόρασα το φαρμακείο για τ’ αυτοκίνητο, και πηγαίναμε στην Πειραϊκή, στα φιόρδ της, και ξάπλωνε στα γόνατα μου κι έλαμπε πραγματικά, εκτός πρίζας. Κι ο καιρός, οι ώρες που λέγαμε, μας χαριζόντουσαν και περνού­σαν τελείως αλλιώς. Ας ήταν ο «άλλος». Τα ’χανε η Αγγελικούλα με την ψυχραιμία μου όταν τον έβλεπα να μην ξέρει. Δεν μ’ ένοιαζε. Ήμου­να στον αέρα, βλέπετε.

Μέχρι που η μπάλα άρχισε να κατεβαίνει προς το καλάθι. Τώρα το σουτ δεν κόβεται πια, το κα­λάθι μετράει μπει-δεν μπει. Τώρα πάμε κι οι δυο. Πλησιάζει ο κεραυνός, η φωτιά, το κουτρουβάλιασμα, οι σκηνές που έχω προφτάσει να σας διηγηθώ, για να μην τα βρείτε σκούρα κι εσείς.

Κάθομαι και σκέφτομαι έντρομος από τα γλέ­ντια σας γύρω, από τα μελομακάρονα και τις δί­πλες, τις δίπλες σκέφτομαι που κάνει η καρδιά του ανθρώπου όταν νιώσει, το βάρος του άλλου μεγαλύτερο απ’ το δικό του, όταν καταλάβει ότι ο άλλος πάει, τον αγάπησε για τα καλά, και θα τον καταλάβει, θα τον αποκαλύψει, θα τον δει στο φως σαν χαλκομανία, θα τον ταπεινώσει. Άλλο που τελικά δεν γίνεται έτσι: όταν αγαπήσεις πια, τον βοηθάς τον άλλον, γίνεσαι γίγαντας, και μαζί τα σαρώνετε όλα, τους σαρώνετε όλους. Φοβήθηκε. Τι να πω; Αν στεκότανε όσο πιο ίσια γινότανε, αν άφηνε να κυλήσουν από πάνω της οι νάνοι, αν κρατούσε βελούδο τις βελόνες της, αν μου φώναζε με τη δυνατή φωνή του Ελάτου «Μη!», όλα θα συνεχιζόντουσαν έτσι καλά, κι ένα πρωί θα παύαμε να ’μαστε Έλατο και παι­δάκι, θα μεταμορφωνόμασταν σ’ έναν και μοναδι­κό άνθρωπο, περιηγητή και φιλόσοφο, ποιητή και γονείς.

Ήταν να πάει στη Θεσσαλονίκη, να τραγουδή­σει. Ο «άλλος» δεν τέλειωνε, σαν τον Πήτερ Σέλερς στο «Πάρτι» έπεφτε και ξανασηκωνότανε, και σάλπιζε με χίλιες σφαίρες στο κορμί του. Πήγα κι εγώ στη Θεσσαλονίκη και τη μπέρδε­ψα. Συναντιόμασταν κρυφά κι αργά, κι έλεγε «Σωτήρη, Σωτήρη…» μες στον ύπνο της, κι ένα μεσημέρι με μαύρα γυαλιά φάγαμε έκτος πόλεως, πολύ ανήσυχοι πριν την καταιγίδα. Δεν μου ’λεγε πια «Τι ’ναι, παιδί μου;», μπορεί να φώναζε να μην της πάρουν τα κίτρινα τριαντάφυλλά μου από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, άλλα δεν το εννοούσε πια. Και να τα πάρουνε ήθελε πια, και να με πάρουνε, να μη μ’ ακούει, να μη με βλέπει, να ησυχάσει, ν’ αναβοσβήνει στη γωνιά της. Ε­γώ τώρα την είχα πετάξει στα σκουπίδια την ψυ­χραιμία, τόσο ψύχραιμα που τα ’χανε πάλι χάσει όλοι. «Μη την πετάς τόσο ψύχραιμα την ψυχραι­μία, Σωτήρη». «Όχι, ο Έρωτας δεν ακούει, δεν βλέπει, δεν ενδιαφέρεται. Σκοτώνει ή δεν σκοτώ­νει. Αποδεικνύει, Σοφία».

Πήρα κι άλλα κίτρινα τριαντάφυλλα και πήγα στο σπίτι της μάνας της πρωί. Αν είναι δυνατόν, εγώ! Μόνο που δεν με σκότωσε, σαν γαμπρός σε θεατρικό του Κουν με τον Χατζημάρκο, εγώ! Με πήρε με τσιμπίδα, άυπνο και παλαβό, και μ’ έφε­ρε στην Αθήνα μου. Εξαφανίστηκε. Προσπαθού­σε να κινηθεί απ’ τη γωνιά της, να βγει απ’ το δωμάτιο, αλλά δεν την έπαιρνε η κερκόπορτα, η πρίζα βγήκε, έσβησε και το τεχνητό φως, πόδια δεν είχε. Αγγελικούλα μου, ως εδώ σε συγχωρώ, ως εδώ κι εγώ φταίω το ίδιο.

Μετά όμως; Μετά όμως βρήκε έναν τρίτον. Τόσο πολύ φοβήθηκε. Έναν που περπάταγε κάτω στο δρόμο, που τον εντόπισε απ’ το παράθυρο. Στη Σοφία είπε ότι ασφυκτιούσε μαζί μου, ότι την πίεζα υπερβολικά, ότι τα σκηνοθετούσα όλα, ότι δεν μ’ άντεχε. Δεν είπε για τον διαβάτη. Δεν μπορείς να σκέφτεσαι ταυτόχρονα και τον «άλ­λον», και τον διαβάτη, και τον Σωτήρη. Ούτε το Τρίο Στούτζες δεν μπορεί έτσι.

Έκλαψα. Έφυγα, χωρίς να ξέρω για τον νέο «άλλον». Έλεγα να την ξανασηκώσω, να μείνει στη γωνιά της να λάμπει, να ευτυχήσει με κά­ποιον πιο έμπειρο, πιο σαμουράι. Και, τότε, την είδα να παρκάρει τ’ αυτοκίνητό της με το φαρμακείο μπρος στο σπίτι μου. Και να μην έρχεται σε μένα, δυο μέρες μετά. Να έρχεται για τον νέο της «άλλον», τον διαβάτη που ’χε σπίτι ακριβώς δίπλα στο δικό μου, επιδεικτικά. Κι εγώ που νόμιζα πως θα σε κέρδιζα για μια φορά, Πατέρα, και το Πάσχα του ’83 δεν θα σταυρωνόμουνα, λί­γη αλλαγή θα χάριζες στο χριστεπώνυμο πλήρωμά σου, όλο καρφιά και Ρωμαίους, βαρέθηκα.

Τι άλλο να σας πω; Γίναμε μπίλιες. Οι βελόνες του Ελάτου την κάνανε την καρδιά μου σαν εκεί­να που ’χουνε οι ράφτες και δεν τις σκορπάνε κά­τω. Η έκρηξη ακούστηκε μέχρι τη Νέα Υόρκη. Η φωτιά τσουρούφλισε συγγενείς και φίλους, που τρέξανε να βοηθήσουνε με κουβάδες συμβου­λές. Αν δεν ήτανε το χιόνι, ακόμα θα καιγόμασταν. Αν δεν ήταν το χιόνι, κι άλλες κυβερνήσεις θα ’χανε πέσει.

Κρυοπαγήματα έπαθα αρκετά στο μέτωπο αυτό. Την Αγγελικούλα τη βλέπω και σκιρτάω, αλλά ξέρω ότι δεν είναι η Αγγελικούλα μου του ’83, του ’84. Το βλέμμα μου βλέπει διαμέσου της, πίσω της ψάχνει άλλα πράγματα.

Να ’ναι καλά.


*Από το διπλό βιβλίο του Σωτήρη Κακίση, «Τέσσερις Ώρες Αγκαλιά / Μαρίας Εγκώμιον», που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις «Βακχικόν».

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Νέα από την Αμβέρσα


2 καινούρια βίντεο για την ατομική έκθεση του Στέφανου Ρόκου στο Βέλγιο (Οκτώβριος 2015):


"Στέφανος Ρόκος-Revert to Disarray in Antwerp". βίντεο: Αρασέλη Λαιμού


- Ο Stef Kamil Carlens διασκευάζει το "Where do we go now but nowhere?" του Nick Cave στα εγκαίνια της έκθεσης. βίντεο: Χάρης Λαγκούσης, κάμερα: Αρασέλη Λαιμού

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Έξι παραλλαγές σ' ένα τραγούδι της Ελεονώρας Ζουγανέλη


Στίχος (όχι, παίζουμε!)
Έξι παραλλαγές σ' ένα τραγούδι της Ελεονώρας Ζουγανέλη



κλαίω κι οδηγώ / στην Αττική Οδό
και κάτω απ' τη ζακέτα / φοράω νυχτικό




και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω κιμονό






και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω καμηλό





και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω μπολερό






και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω ροκοκό







και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω μπέιμπι-ντο(λ)





και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω φλις ζεστό