Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Δύο επιτυχημένες διασκευές: Βρώμικος Αέρας - Stretto Cafe '06

Και το remix - διασκευή ελληνιστί - θέλει το μάστορά του. Θέλει, δηλαδή, τέχνη πολλή να πάρεις ένα μουσικό κομμάτι, να το αγγίξεις και να δικαιολογήσεις αυτό σου το άγγιγμα. Θέλει κόπο και τρόπο, και προπαντός μία κάποια φιλοσοφία, μία πρόταση, μία κατεύθυνση που να νοηματοδοτεί το εγχείρημα. Και όλα αυτά να καταλήγουν σε ένα αποτέλεσμα αισθητικά άρτιο, φρέσκο όχι ως προς τον ήχο [τι βλακεία και αυτή η φράση... "φρέσκος ήχος"] αλλά ως προς την προσέγγιση, την οπτική. Ανέπνευστη διασκευή ίσον κλοπή. Εμπνευσμένη ίσον δημιουργία. Δύο διασκευές, αρκετά διαφορετικής υφής η καθεμία, που εμπίπτουν στη δεύτερη αυτήν κατηγορία είναι και οι ακόλουθες:






Σύλλογος Αποτυχημένων Μουσικών: "Βρώμικος Αέρας"


Το 1982, ο μέγας Βλάσσης Μπονάτσος τραγουδά τον "Βρώμικο Αέρα" για τις ανάγκες του σάουντρακ της "Στροφής". Ο Γιάννης Διαλιανίδης σκηνοθετεί άλλη μία cult ταινία του '80 και ο Γιώργος Θεοδοσιάδης περιγράφει μουσικά τις περιπέτειες ενός περιθωριακού. Άτομο και κοινωνία, κριτική και αυτοκριτική, δομή και υποκείμενο, σύντομο μάθημα προσωπικής φιλοσοφίας και κοινωνιολογικής ανάλυσης. 23 χρόνια μετά, στο δίσκο "Κρύβε λόγια", ο Σύλλογος Αποτυχημένων Μουσικών (ΣΑΜ) διασκευάζει τον Βρώμικο Αέρα με τέρμα τα γκάζια και τους ενισχυτές. Μπορεί να θυσιάζοται έτσι μερικά πανέμορφα μέτρα από την εισαγωγή της αρχικής εκδοχής, όμως το τραγούδι αποκτά μία μανιώδη επαναληπτικότητα και μία στυγνή, οργισμένη σαφήνεια. Σύλλογος Αποτυχημένων Μουσικών, ή Πύραυλος Επιφανείας-Αέρος (Surface-to-Air Missile); ΣΑΜ ή ...SAM; Πυραυλοκίνητο το τραγούδι, αεριωθούμενο και το συγκρότημα.

Βρώμικος αέρας
Μουσική-Στιχοι: Γιώργος Θεοδοσιάδης
Α' Ερμηνεία: Βλάσσης Μπονάτσος
Διασκευή: Σ.Α.Μ.
Μέσα στην πόλη τη ζωή μου πια τη χάλασα
κι η φτερωτή μου μηχανή δεν πάει πιο πέρα.
Περνώ ποτάμια και βουνά, περνώ τη θάλασσα,
όμως παντού ρουφάω βρώμικο αέρα.

Κυνηγημένος βγήκα πια στο περιθώριο,
τρέχω να φύγω και τη νύχτα κάνω μέρα.
Μια κατηφόρα έχω πάρει δίχως όριο,
γιατί συνήθισα στο βρώμικο αέρα.

Να ο αλήτης λένε όλοι σα με βλέπουνε,
μοιάζω με πλοίο που το ρίξανε στην ξέρα.
Θέλω ν' αλλάξω και τον κόσμο να μην ντρέπομαι,
όμως συνήθισα στο βρώμικο αέρα.

Εδώ που έφτασε η ζωή μου συλλογίζομαι,
να τη διακόψω οριστικά με μία σφαίρα.
Έτσι θα πάψω μοναχά να βασανίζομαι
και θα γλιτώσω από το βρώμικο αέρα.






Cayetano: "Stretto Cafe '06"

Ο Γιώργος Σταυριανός ο Μελωδός δεν είναι αυτοκράτορας του Βυζαντίου αλλά συνθέτης. Κι αν έπρεπε σώνει και καλά να διαλέξουμε τον άνθρωπο που έχει γράψει τις πιο ατόφιες, τις πιο πηγαίες, μελωδίες στην ελληνική δισκογραφία, τότε αναπόφευκτα θα διαλέγαμε αυτόν. Ολιγογραφής, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κάθε δίσκος του, κάθε τραγούδι του, κάθε ορχηστρικό του είναι και ένα σπουδαίο συμβάν, ένα παλλόμενο γεγονός. Ο Cayetano είναι ένας έλλην πολίτης του κόσμου. Πολυταξιδεμένος, δεν κρατά τα ταξίδια του στο σκονισμένο άλμπουμ με τις φωτογραφίες, αλλά στο ορθάνοιχτο σεντούκι των "πειραγμένων" μελωδιών του. Η συνάντησή του με το Stretto Cafe του Σταυριανού μοιραία έβγαλε ένα μασούρι δυναμίτιδας, υπό τον μανδύα ενός γοητευτικού λουλουδιού. Προσοχή, όμως: κάτω από τα ροδοπέταλα κρύβεται μπαρουτόσκονη. Η φωνή στα ισπανικά δεν αφήνει περιθώρια παρανόησης: "Αδέρφια, βρισκόμασε εδώ μοναχά για να πούμε... μονάχα για να πούμε". Και μάλλον ανήκει στον Υποδιοικητή Μάρκος, τον ηγέτη των Ζαπατίστας. "Μονάχα για να πούμε"...τι να πούμε; Όχι πάντως τα κάλαντα... αλλά ίσως το πόσο πολύ θέλουμε να ζήσουμε, κουφάλα νεκροθάφτη. Και έτσι, ο έρωτας και το όνειρο του Σταυριανού συνάντησε τον έρωτα και το όνειρο του Cayetano. Από αλλού ήρθε ο ένας, από αλλού ο άλλος, ίδιος ο έρωτας, ίδιο και τ' όνειρο.

Ηρακλής Οικονόμου

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Η Ρένα Στάμου με τους Μουσουτού στο Λονδίνο!




Η μεγάλη τραγουδίστρια του ρεμπέτικου
Ρένα Στάμου
και το συγκρότημα Μουσουτού
την Κυριακή 29 Μαΐου 2011, 9μμ
στο "Μυθόπολις"
277 City Road, Λονδίνο, Αγγλία
Εισιτήρια: £15. Φοιτητικό: £12
Επικοινωνία: (+44)07909890634, (+44)02074907867



Η Ρένα Στάμου έζησε και τραγούδησε δίπλα στους δημιουργούς του Ρεμπέτικου. Από ένα ορφανοτροφείο της  Κρήτης  βρέθηκε, στα δεκατρία της χρόνια, υπηρέτρια στο σπίτι της θρυλικής τραγουδίστριας Ρίτας Αμπατζή η οποία εκτίμησε το ταλέντο της κι ενθάρρυνε τα εφηβικά βήματά της ώστε να ξεκινήσει την μεγάλη προσωπική της καριέρα.

Συνεργάστηκε με όλους τους σπουδαίους: τον Μάρκο Βαμβακάρη,  τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Απόστολο Χατζηχρήστο, τον Σπύρο Περιστέρη, τον Γιώργο Μητσάκη, τον Στέλιο Κυρομύτη στο ιστορικό συγκρότημα στου Καλαματιανού (Τζιτζιφιές) τη διετία 1948-1950. Έπειτα με τον Τσιτσάνη στο 'Φαληρικόν' (Τζιτζιφιές), τον Χρηστάκη στα 'Καλαμίτσα' και 'Καλαμάκι' στη Θεσσαλονίκη, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Κώστα Καπλάνη και τον μάγο του ακκορντεόν Βασίλη Βασιλειάδη στην «Τριάνα του Χειλά», με τον Δημήτριο Γκόγκο – «Μπαγιαντέρα» στου «Δομιζόπουλου»  στις Τζιτζιφιές και στην Ταραντέλα στο Νέο Φάληρο. Ξανά με τον Χατζηχρήστο στον Παράδεισο Αμαρουσίου, με τον Απόστολο Καλδάρα, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Κώστα Καρίπη στη «Ζούγκλα» (Πλατεία Βάθη), με τον ιστορικό Στράτο Παγιουμτζή σε συναυλίες στην επαρχία, τον μαέστρο Στέλιο Χρυσίνη και τον Σταύρο Τζουανάκο στην Αθήνα, και πάλι με τον Γιώργο Ζαμπέτα στο ραδιοφωνικό σταθμό της ΥΕΝΕΔ και το θίασο του Φατσέα. Με τον Μανώλη Χιώτη συνεργάστηκαν στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, με τον Λουκά Νταράλα στον «Κήπο του Αλλάχ» και τον Πάνο Γαβαλά, την περίοδο ακόμα που εμφανιζόταν ως μπουζουξής, στου Μακρή  στα Ιωάννινα.


Μακρά ήταν η πορεία της στο εξωτερικό, στο Ρεμπέτικο της μετανάστευσης, τραγούδησε την ελληνική μοίρα.. Στην πατρίδα εμφανίστηκε ξανά με τον Γιάννη Μωραΐτη και τον Δημήτρη Κοντογιάννη, στου Σαμπάνη στην Πλατεία Αμερικής, καθώς και τον Μπάμπη Γκολέ, στο «Εσμεράλδα» στην οδό Κεφαλληνίας.

Η λυρική κι ευγενική φωνή της ακουμπά στην πραγματικότητα και την ιστορία για να μεταφέρει σε μας όχι μιαν άλλη εποχή, παρά μιαν άλλη αντίληψη για τη ζωή, με ανθρωπισμό, αξιοπρέπεια κι αγωνιστικότητα. Από τότε που ηχογραφούσε τραγούδια – σύμβολα όπως  το «Απόψε μ' εγκατέλειψες» του Στέλιου Χρυσίνη, το «Βασανάκι» του  Απόστολου Χατζηχρήστου και το «Ντροπιασμένος στη ζωή» του Βασίλη Τσιτσάνη, έως τις μέρες μας, η Ρένα Στάμου δεν έχει σταματήσει να ακολουθεί το μέτρο και να μας δίνει το παράδειγμα ότι τα μεγάλα πράγματα κι οι μεγάλοι άνθρωποι μένουν αλώβητοι από την αδικία και τη ματαιότητα.. Μιλώντας με τη Ρένα Στάμου σήμερα  συναντάμε την υστεροφημία του Ρεμπέτικου, τη γνησιότητα του Λαικού και την αγάπη για το Σύχρονο τραγούδι, που μελωδικά αποτυπώνει τραγουδώντας το «Πρώτο Φθινώπορο» του Βαγγέλη Κορακάκη. Είναι δραστήρια κι ακούραστη γιατί πιστεύει σε αυτό που αγάπησε και τραγούδησε, πιστεύει στην αξία και την ευκαιρία της ζωής, στα διδάγματα των τραγουδιών της, φέρει το παράδειγμα των ευγενικών ανθρώπων του Ρεμπέτικου που μέσα στη συμφορά, τη φτώχεια  και τη σκληρότητα σχηματοποίησαν δημιουργικά τη μελαγχολία και τις ανησυχίες τους κι άφησαν την παρακαταθήκη της έντιμης συμπεριφοράς.

Τα τελευταία χρόνια ζεί μεταξύ Αθήνας και Λονδίνου, οπού έρχεται συχνά για ιατρική αξιολόγηση. Δε θα περίμενε κανείς ότι μετά από παραπάνω από εξηνταπέντε χρόνια δράσης σε Ελλάδα, Τουρκία, Γαλλία, Ολλανδία, Δανία, Αυστραλία, Αμερική, Νέα Ζηλανδία, Αίγυπτο και τόσα άλλα μέρη, η Ρένα θα έδινε ακόμα συναυλίες, κι όμως, ασταμάτητη η Ρεμπέτισσα! Τραγουδάει, γελάει, αφηγείται ιστορίες και μας προσκαλεί  στη μουσική σκηνή «Μυθόπολις», στο Λονδίνο, σε συνεργασία με το Ελληνικό μουσικό σύνολο «Μουσουτού».

Η Ρένα Στάμου τραγουδάει το ήθος του Ρεμπέτικου. Είναι η μόνη εν δράσει από εκείνη την παρέα, κι αυτό το στοιχείο αναπόφευκτα προκαλεί θαυμασμό και δέος, ίσως λίγο τρακ στους μουσικούς και το ακροατήριο που θα την πλαισιώσουν και θα την γνωρίσουν από κοντά. Όμως για ένα πράγμα είμαστε βέβαιοι: Η κυρία Στάμου θα τους αντιμετωπίσει όλους ισότιμα.

Πληροφορίες για τη συναυλία: http://www.mythopolis.co.uk
Πληροφορίες για τους Μουσουτού: http://www.moosootoo.co.uκ

Κατόπιν επιθυμίας της κυρίας Στάμου, απέχει από οποιονδήποτε οικονομικό διακανονισμό σχετικό με τη συναυλία. Η ίδια και οι Μουσουτού έχουν συμφωνήσει ένα ποσό από τα έσοδα να διατεθεί προς ενίσχυση του ελληνικού φιλανθρωπικού οργανισμού: 'Το Χαμόγελο του Παιδιού'.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

"Ο Βέγγος δεν είναι κιτς" - "Η λογοτεχνία ως σινεμά"




Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΙΓΑίΟΝ (Λευκωσία) το διπλό βιβλίο

“Ο Βέγγος δεν είναι κιτς”, ένας διάλογος του Χρήστου Βακαλόπουλου με τον Σωτήρη Κακίση
και

“Η Λογοτεχνία ως σινεμά”,  μια συνομιλία του Γιάννη Βαρβέρη, του Σωτήρη Κακίση και του Γιώργου Πανουσόπουλου.

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Προβοκάτσια, αγάπη μου

"Κουκουλοφόροι χτύπησαν με μολότωφ το αστυνομικό τμήμα Εξαρχείων".
Μετάφραση: οι "κουκουλοφόροι" έκαψαν δύο αυτοκίνητα έξω από το αστυνομικό τμήμα, χωρίς να πειράξουν τα ενδότερα.

"Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν στην είσοδο της λαϊκής αγοράς στη διασταύρωση της Καλλιδρομίου με την Χαριλάου Τρικούπη"
Μετάφραση: δεν υπήρχε ούτε ένας αστυφύλακας έξω από το αστυνομικό τμήμα, οι "άγνωστοι δράστες" έκαναν ανενόχλητοι το θεάρεστο έργο τους, και είχαν την άνεση να κατηφορίσουν και δύο δρόμους παρακάτω.

"Εκεί εντόπισαν μηχανή όπου επέβαιναν δύο άνδρες της ασφάλειας, και την περιέλουσαν με εύφλεκτο υγρό".
Μετάφραση: η μηχανή ήταν ήδη εκεί αραγμένη. Οι "άγνωστοι δράστες" μπούκαραν με μανία στη λαϊκή αγορά πετώντας μολότωφ και αδειάζοντας μπιτόνια, δίπλα σε πωλητές και τον κόσμο που ψώνιζε αμέριμνος.

Πριν από ένα χρόνο ήταν η Marfin, τώρα η λαϊκή της Καλλιδρομίου. Η προβοκάτσια έτοιμη, στο τσεπάκι εξουσίας και παραεξουσίας. Ο αναρχικός χώρος για άλλη μία φορά φαίνεται πόσο θεριζοαλωνισμένος είναι από στοιχεία εντελώς ξένα προς αυτόν. Βέβαια, οι θαμώνες της λαϊκής αγοράς είχαν άλλη, σαφέστερη άποψη, καθώς αρκετοί κατήγγειλαν ότι την επίθεση την έκαναν φασίστες, οι οποίοι λίγο νωρίτερα έκοβαν βόλτες στην περιοχή. Είναι απίθανο ένας αναρχικός, όσο ηλίθιος και να είναι, να χτυπήσει το "ναό" των Εξαρχείων, τη λαϊκή αγορά στην Καλλιδρομίου. Σαν να καίει ο ιερέας τη μητρόπολη και ο βάζελος τη "Λεωφόρο". Αλλά δεν ήμουν, δεν ξέρω, δεν απαντώ. Πηγές των γραφόμενων στο κείμενο, δύο καλοί φίλοι, κάτοικοι της περιοχής και αυτόπτες μάρτυρες. Για τα υπόλοιπα, η αλήθεια για άλλη μια φορά θα "λάμψει" στο δελτίο των 8, ενώ τρεις συνάνθρωποί μας νοσηλεύονται με εγκαύματα. Περαστικά τους, και προπαντός περαστικά μας.
ηρ.οικ.

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Οι "Μουσουτού": Από το Λονδίνο με αγάπη

(Κάτω από το δρόμο έχει παραλία! Οι "Μουσουτού" σε μία αυτοσχέδια ακροποταμιά πλάι στον Τάμεση!)



Οι ξενιτεμένοι Έλληνες ανά την υφήλιο έχουν ανέκαθεν επιδείξει ιδιαίτερη αγάπη για την κουλτούρα τους και την καλλιτεχνική τους κληρονομιά. Μάλιστα, μακριά από τη γενέτειρα, η αγάπη αυτή μπορεί να γίνεται εντονότερη, ανάγκη δηλαδή.... και χαρά σε εκείνους που μπορούν να την ικανοποιήσουν! Στo Λονδίνο λοιπόν, βρίσκονται οι μουσουτού! ..φορείς της -ας μας επιτραπεί ο όρος- Ελληνικής τραπεζοκουλτούρας!

...Υou know!... τάβλα, εδέσματα, κιθάρα, μπουζούκι, μπαγλαμάς, μαντολίνο, βιολί, κλαρίνο...και γλέντι!

Oι μουσουτού έχουν δώσει πολυάριθμες συναυλίες σε όλη σχεδόν τη Μεγάλη Βρετανία κυρίως σε Ελληνικά κοινά και έχουν εμφανιστεί στο BBC και σε εγχώρια μέσα ενημέρωσης.  Οι συναυλίες τους έχουν επιτυχία, τα εισιτήρια συχνά εξαντλούνται και οι προτάσεις για νέες εμφανίσεις ανανεώνονται. Τα μέλη του συγκροτήματος ανασχηματίζονται ανάλογα με την κάθε εκδήλωση και τη διαθεσιμότητα των μουσικών. Το κάθε μέλος  δεν περιορίζεται απαραίτητα στα Ελληνικά δρώμενα. Αλλωστε το Λονδίνο προσφέρεται πλήρως για μουσικά 'ανοίγματα' διαφόρων τύπων. Φιλοξενεί υψηλού επιπέδου καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο που συμβιώνουν σε ένα περιβάλλον γεμάτο από μουσικές σκηνές, συναυλιακούς χώρους, φεστιβάλ, μαγαζιά μουσικών οργάνων και χώρους μελέτης και πρόβας....Έτσι δίδονται σε όλους αρκετές ευκαιρίες συμμέτοχής σε ανάμεικτα 'fusion' projects ροκ, τζαζ, κλασσικής μουσικής κλπ...

'Οπως και να το κάνουμε όμως η Ελληνική μας τραπεζοκουλτούρα ενέχει κάποιους ξεχωριστούς κώδικες διάδρασης και επικοινωνίας, αυθεντικούς και πολύτιμους....Πού και πού λοιπόν, εμείς οι Έλληνες θέλουμε να μαζευόμαστε να ακούμε, να χορεύουμε και να τραγουδούμε τις παραδοσιακές μας μελωδίες. Δεν είναι εθνικιστική ούτε σνομπιστική αυτή η ανάγκη...απλώς υπάρχει και ζητεί ικανοποίηση.

Η δράση των μουσουτού εδώ και μερικά χρόνια έχει σημαντική θέση και άποψη μέσα στην ευρύτερη Λονδρέζικη μουσική κοινότητα. Αν μή τί άλλο, επιβεβαιώνει kαι υπένθυμίζει στους ακροατές και συμμετέχοντες το ανεξάντλητο εύρος της Ελληνικής μουσικής και το πάθος του Έλληνα γι'αυτή. Υποδεικνύει επίσης τρόπους άμυνας απέναντι σε εξομοιωτικές τάσεις και εύκολες μουσικές, φωτίζοντας την αξία του διαφορετικού και του διαχρονικού στην οποία τα μέλη του συγκροτήματος ακόμα πιστεύουν και επενδύουν....

Η Yafka Records στο @Ρουφ

YAFKA RECORDS
Εαρινές Ασκήσεις Ετοιμότητας
ΣΤΟ ΡΟΥΦ

Πέμπτη 19 & Παρασκευή 20 Μαΐου 2011
Δανάη Παναγιωτοπούλου
Την Πέμπτη 19 και την Παρασκευή 20 Μαΐου η Δανάη Παναγιωτοπούλου με τους συνεργάτες της, θα βρίσκονται για δύο μόνο παραστάσεις στον πολυχώρο @Ρουφ. Η παράσταση θα περιλαμβάνει τραγούδια από τους δίσκους «Οίκος Αντοχής» και «Homo logotypus». Θα παρουσιαστεί επίσης ανέκδοτο υλικό – καινούργια τραγούδια και ορχηστρικές συνθέσεις – σε πειραματική ενορχήστρωση για δύο πιάνα, δύο bass piano και τύμπανα.
Συμπράττουν οι μουσικοί:
Άγγελος Αγγέλου: πιάνο, bass piano
Παντελής Ραβδάς: πιάνο, bass piano
Θανάσης Αρχανιώτης: τύμπανα
            
Πέμπτη 26 & Παρασκευή 27 Μαΐου 2011
Άγγελος Αγγέλου -  Έμη Σίνη
«Ο Κόσμος Ανάποδα», τώρα και για… μεγάλους! 
Ένα χρόνο μετά και η «αφελής» Ορτανσία ξανασυναντά τον «ξερόλα» Υάκινθο σε μια νέα περιήγηση στον Ανάποδο Κόσμο. Μπορεί η μάγισσα Σκουποξυλάνθη να βοηθήσει τον Υάκινθο να εξαφανίσει την Ορτανσία; Ποιοι είναι οι Κάμα Τούμπα και ποια η σχέση τους με τον Μπομπ τον Χαμαιλέοντα; Χωράει μια φάλαινα σε μια μουσική σκηνή; Ο Άγγελος Αγγέλου και η Έμη Σίνη, παρέα μια εντυπωσιακή ομάδα καλλιτεχνών καταφέρνουν να χαρίσουν μια βραδιά γεμάτη ανατρεπτικό χιούμορ, ευφάνταστα τραγούδια και πολλή μουσική, αποδεικνύοντας έτσι  πώς ένα παιδικό cd μπορεί να μεταμορφωθεί με επιτυχία σε μια παράσταση για μεγάλους!
Συμμετέχουν οι:
Πιάνο: Άγγελος Αγγέλου,
Κλαρινέτο: Μαρίνος Γαλατσινός,
Ακορντεόν: Θόδωρος Κοτεπάνος
Τραγούδι: Πάνος Αθανασόπουλος, Τίμος Δασκαλόπουλος, Μαρία Παπαγεωργίου, Παντελής Ραβδάς
Θεατρική δράση: Ελισσαίος Βλάχος, Έμη Σίνη

INFO
@Ρουφ,  Χώρος Πολιτισμού
Κωνσταντινουπόλεως 10 & Ανδρονίκου 18, Ρουφ - Γκάζι.
Τηλέφωνα κρατήσεων: 6982-904362, 210-3837191 info@sto-rouf.gr

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

10 χρόνια Μετρονόμος





Το περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ γιορτάζει τα 10 χρόνια από την έκδοσή του
την Τετάρτη 11 Μαΐου 2011 στις 8.30 μ.μ.
στο cafe του βιβλιοπωλείο Ιανός (Σταδίου 24)
Θα μιλήσουν οι:
Δήμος Μούτσης, συνθέτης
Μάνος Ελευθερίου, ποιητής
Στέλλα Βλαχογιάννη, δημοσιογράφος, ποιήτρια
Θα ακολουθήσει μουσική βραδιά με τραγούδια σε στίχους του Νίκου Γκάτσου,
που φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννησή του.
Τραγουδούν:
Μανώλης Μητσιάς, Σοφία Μιχαηλίδου

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

"Το Δωμάτιο 27" από τη θεατρική ομάδα ΩΡΚΑ



Το Δωμάτιο 27
Μια καθημερινή ερωτική ιστορία από τη Θεατρική Ομάδα ΩΡΚΑ

Η  μουσική αναζητάει στο άπειρο
αυτό που η ποίηση αποσιωπά εδώ στη γη.

Τάσος Λειβαδίτης


Ο έρωτας και η προδοσία, η ομορφιά και ο φόνος μπλέκονται στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη και τη μουσική του ρεμπέτικου τραγουδιού στη θεατρική παράσταση που παρουσιάζει η ομάδα ΩΡΚΑ (Ώρα Κοινής Ανησυχίας), από 20 Μαΐου μέχρι 5 Ιουνίου, κάθε Παρασκευή και Κυριακή, στο θέατρο RabbitHole (Γερμανικού 20, Μεταξουργείο).
                       


Στο Δωμάτιο 27, ένα ζευγάρι παλεύει να ξεφύγει απ’ τη μοναξιά κι ένα άλλο απ’ τον χρόνο• κατάκοπες καμαριέρες κλώθουν τη μοίρα, καθαρίζοντας κρεμμύδια• μεθυσμένοι μουσικοί ξορκίζουν το κακό, τραγουδώντας  παλιά τραγούδια• ένας ξεχασμένος υπάλληλος περιφέρεται, σαν φάντασμα, στα άδεια δωμάτια. Κι όλοι μαζί φτιάχνουν ένα θεατρικό γαϊτανάκι από ποίηση και μουσική, ένα πείραμα που θέλει να αφηγηθεί την πιο απλή, καθημερινή ιστορία. Όλοι μαζί παίζουν, γελούν, κλαίνε, απελπίζονται, ξαναγελούν… Γιατί, στο Δωμάτιο 27 «η ζωή είναι ατέλειωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει και δύο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή».

Σε μια εποχή που όλοι φλυαρούν για τα πιο προσωπικά μας πράγματα, η ΩΡΚΑ θέλει να μιλήσει απλά, αφήνοντας την ποίηση να γίνει μουσική και τη μουσική να τραγουδήσει την ποίηση. Ο καθαρός λόγος του Τάσου Λειβαδίτη γίνεται θέατρο και αγκαλιάζει την ειλικρίνεια των ρεμπέτικων τραγουδιών, σε μια παράσταση που αναζητά το ίχνος των αναμνήσεων και το παρόν όλων αυτών που δεν έχουν ακόμα ξεχαστεί.




ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σκηνοθεσία-Δραματουργική Επεξεργασία: Σάλλυ Ασημάκη, Γιάννης Βογιατζής
Σκηνικά-Κοστούμια: Σάλλυ Ασημάκη
Μουσική Επιμέλεια - Ενορχηστρώσεις: Χρήστος Δοδόπουλος
Παίζουν: Ειρήνη Αδάμου, Αλέξανδρος Γεωργιάδης, Χρήστος Δοδόπουλος, Άρτεμις Ιωάννου, Κώστας Κάλτσας, Γιώργος Κομνηνάκης, Ανθή Λουκάτου, Βούλα Μπαντελάκη, Μιχάλης Σαββίδης, Μιχάλης Τιτόπουλος, Παυλίνα Τσίκνα
RabbitHole, Γερμανικού 20, Μεταξουργείο
20, 22, 27, 29 Μαΐου και 3, 5 Ιουνίου, στις 9 μ.μ.
Διάρκεια Παράστασης: 90’ | Τιμή Εισιτηρίου: 10 ευρώ (γενική είσοδος)
www.wrka.blogspot.com

Μια συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου στη Ναταλί Κάππα






Μάνος Ελευθερίου: 70 χρόνια and still rocking…

Γράφει η Ναταλί Κάππα

Passtoport, τεύχος 13


«Όταν έξω στους δρόμους λιγόστευε το φως
εκείνος άναβε χρυσάνθεμα σε κρύπτες μυστικές του μέλλοντός του.
Πολυελαίους για να τρομάξει τις σκιές.
Και ελληνικά μιλώντας
έβγαινε από τον μεσαίωνα του σώματός του»
Από το ποίημά του «Τα Χρόνια Της Μεγάλης Αυταπάτης» 


Είναι Παρασκευή απόγευμα και έχω χαθεί με το ταξί στους δρόμους του Νέου Ψυχικού. Το ραντεβού είναι στις 19:00 και σίγουρα δεν θέλω να αργήσω… Το αφήνω κάπου και αρχίζω να ψάχνω με τα πόδια. Φτάνω 18:58, χτυπάω κουδούνι και η γνώριμη ζεστή φυσιογνωμία μού ανοίγει. Η φιλοξενία του ταιριάζει με το γεμάτο από βιβλία σπίτι και τα διάφορα μεμοραμπίλια από τις δεκαετίες που έχουν στοιχειώσει τους τοίχους και το βλέμμα. Μου φτιάχνει τσάι, επιμένει στο γλυκό του κουταλιού πορτοκάλι και κάθεται απέναντι σαν παλιός φίλος. Η φωνή του θυμίζει τριανταπεντάρη, ξεκινάει εκμυστηρευόμενος μια πρωινή του αγωνία και με το πόσο στην τσίτα είναι ακόμα και τώρα που ακούμπησε τα 70…

Η ιστορία αρχίζει πριν από 70 χρόνια στη Σύρο. Πώς ήταν τότε;

Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι μόνο εικόνες, δεν θυμάμαι λεπτομέρειες. Αρχίζοντας από μία γυναίκα, όταν ήμουν δυο-τριών χρόνων, μια γυναίκα με πολύ μακριά φορέματα, που ήταν η μητέρα του πατέρα μου, η οποία πέθανε εκεί στην Κατοχή. Ύστερα έρχονται άλλες εικόνες, κάποιος μαγαζάτορας, ένα μπακάλικο μέχρι απάνω με παλιά κουτιά, με τη θερψίνη και τα διάφορα άλλα πράγματα. Θυμάμαι από το σχολείο, μπαίνοντας στην αίθουσα των δασκάλων, που ήταν ένα πολύ μικρό έπιπλο με τζαμαρία, που ήταν βιβλιοθήκη που είχε τους μεγάλους τόμους, προφανώς το λεξικό του Ελευθερουδάκη, το προπολεμικό. Μου έκαναν τεράστια εντύπωση οι μεγάλοι τόμοι, καθότι πρώτη φορά έβλεπα ως παιδάκι τόσο μεγάλα βιβλία. Ύστερα θυμάμαι τον κύριο Βάλα. Πρέπει να ήμουνα ανάμεσα στην πρώτη και στη δευτέρα δημοτικού και δεν ξέρω πώς μπήκα μέσα στο σχολείο, καθότι ήταν κλειστό λόγω διακοπών. Πήγα σε ένα μέρος όπου είχε σκάψει και είχε φυτέψει κουκιά. Υπήρχε πείνα και ο άνθρωπος είχε φυτέψει, μήπως και έβγαζε ένα πιάτο κουκιά… Πρέπει να ήταν το 1945-1946. Το νησί έζησε έντονα την Κατοχή. Αν και λίγα πράματα θυμάμαι, παρά ταύτα δεν ξέρω πώς μας μεγάλωσε η μάνα μου.

Το ʽ40 λένε ότι η επαρχία δεν είχε το πρόβλημα που είχαν τα αστικά κέντρα.

Η Σύρα το είχε. Είχαμε περίπου οκτώ χιλιάδες νεκρούς από πείνα. Το εν τρίτο του πληθυσμού πέθανε από πείνα και από τις αρρώστιες. Θυμάμαι ένας αδελφός της γιαγιάς μου δηλητηριάστηκε τρώγοντας ένα γλυκό από μια λαμαρίνα που είχε οξυδωθεί. Θυμάμαι, επίσης, αμέσως μετά τον πόλεμο, πολλούς τσιγγάνους, περαστικούς, να φτιάχνουν τα παπλώματα. Τότε υπήρχε η μόδα, και στην Αθήνα, όπου πάνω από το πάπλωμα βάζανε σεντόνια πάνω-κάτω, και το λέγανε αυτό καπλάντισμα. Όταν θέλανε λοιπόν να καθαρίσουνε τα παπλώματα ή τα στρώματα, φωνάζανε τους γύφτους και αυτοί κάνανε όλοι τη δουλειά. Αλλά οι γύφτοι κάνανε κι άλλη δουλειά, σπουδαιότερη. Ανάβανε φωτιά σε μια φουφού, με όλα τα σύνεργα μαζί τους και λιώνανε καλάι –αυτό το άσπρο σαν ασήμι. Και μετά με μπαμπάκι και με κάτι πανιά φτιάχνανε το εσωτερικό των καζανιών. Της κατσαρόλας που μαγείρευαν οι γειτόνισσες. Αυτούς τους θυμάμαι που είχανε στρατοπεδεύσει και σε ένα μέρος έξω από την πόλη.

Μετά τη Σύρο, Αθήνα.

Ναι, και πάλι, βασικά, έχω εικόνες. Μείναμε στο Χαλάνδρι. Το σημαντικό ήταν ότι είχα σπουδαίους συμμαθητές. Περιττό να σου πω ότι ακόμη και τώρα κάνω παρέα με ανθρώπους που γνώρισα στην πρώτη δημοτικού. Ο ένας είναι ο Σαρλής, που είναι καθηγητής στη Γεωπονική, και η Παρθενόπη, συνταξιούχος πλέον δικηγόρος. Έφυγα από τη Σύρο σε ηλικία 14-15 χρόνων. Δύσκολη εποχή. Η Αθήνα δεν μου φάνηκε ότι ήταν κάτι τελείως διαφορετικό, γιατί ακόμα είχα προλάβει πολλά νεοκλασικά σπίτια, πρόλαβα και είδα πολλά και ωραία πράματα. Η Αθήνα ήταν μια μεγάλη πόλη σαν συνέχεια της Σύρου, πάλι με τα νεοκλασικά της. Ουσιαστικά η μεγάλη καταστροφή έγινε μετά το ʽ53... Ήταν μια δύσκολη στιγμή, η Ελλάδα έβγαινε από μια εποχή καταστραμμένη, από έναν εμφύλιο όπου η επαρχία πεινούσε κυριολεκτικά. Έχω ένα βιβλίο που γράφω κείμενα επάνω σε φωτογραφίες και που θα βγει του χρόνου. Είναι φωτογραφίες από το 1860 έως το 1940. Από ένα σημείο και πέρα, δεν αντέχεις να βλέπεις αυτή τη φτώχεια και την ταλαιπωρία των Ελλήνων, ιδίως των Ελληνίδων. Αυτά τα παπούτσια τα πάνινα, τι πάνινα, ούτε ξέρω που τα βρήκανε αυτό το πράμα που έχουνε τυλίξει τα πόδια τους. Βεβαίως, οι περισσότεροι ξυπόλυτοι. Και άνδρες και γυναίκες. Οι γυναίκες να είναι ζαλωμένες από τα άγρια βουνά, να παίρνουν στην πλάτη τους πενήντα οκάδες κλαδιά για το τζάκι τους και, για να μην πηγαίνει χαμένη η ώρα από το βουνό στο σπίτι τους, στο δρόμο να πλέκουν καθώς προχωρούν.

Δεν είναι λίγο να γράφεις την πρώτη σου ποιητική συλλογή στα 24.

Την πρώτη μου ποιητική συλλογή άρχισα να τη δουλεύω από τα 19 και για πέντε χρόνια. Στην αρχή έγραφα ποιήματα ομοιοκατάληκτα, γεγονός που με βοήθησε αργότερα να ξέρω καλά τη στιχουργική. Τραγούδια άρχισα να γράφω το ʽ61, ενώ το ʽ64 κυκλοφόρησε το πρώτο.

Ο Ελευθερίου των 24 και των 70. Ποιο είναι το βασικό τους κοινό και η μεγαλύτερη διαφορά;

Δεν νομίζω ότι άλλαξα πολύ. Στεναχωριέμαι με τα ίδια πράγματα που με στεναχωρούσαν τότε και τώρα. Και με τα ίδια πράγματα χαίρομαι. Μόνο που έχουν αλλάξει οι άνθρωποι που σου δίνουνε τις χαρές ή τις λύπες. Τίποτα άλλο. Ίδια βάση.

Ποιητής-συγγραφέας-στιχουργός, τι αγαπάς περισσότερο;

Ό,τι κάνω, το κάνω με αγάπη. Και η μία δουλειά με ξεκουράζει από την άλλη. Η ποίηση με ξεκουράζει αλλιώς. Όταν λέω με ξεκουράζει δεν εννοώ ξεκούραση με το να είμαι ξαπλωμένος κάπου με τα πόδια ψηλά για να πάει το αίμα στο κεφάλι, δεν γίνεται αυτό. Μπορεί να είναι το ίδιο βασανιστικό, αλλά αλλάζει η ατμόσφαιρά μου. Αλλάζουν τα ενδιαφέροντά μου. Πρέπει να έχω κέφι για να ασχοληθώ με κάτι, ειδάλλως δεν το κάνω. Και δεν ξεχωρίζω τη στιχουργική από την ποίηση, από το μυθιστόρημα ή από το διήγημα.

Πολιτικό τραγούδι και οι πολιτικές δεκαετίες του ʽ60 και ʽ70:

Θυμάμαι τη «Θητεία» με τον Μαρκόπουλο που ήταν μια όπερα στην αρχή κανονική, με τα ρετσιτατίβα του και τις άρειες. Εγώ αναφερόμουνα τότε στη δολοφονία του Λαμπράκη στην Θεσσαλονίκη, που κατά σύμπτωση ήτανε Παρασκευή, όπως Παρασκευή ήταν η μέρα του Πολυτεχνείου, η 21η Απριλίου... Αυτοί σβήσανε οτιδήποτε είχε σχέση με το φονιά και βάλανε άλλο πράμα. Εμείς αναγκαστήκαμε να το αλλάξουμε και άντε μετά από τρεις με έξι μήνες να έρθει η απάντηση από τη Λογοκρισία. «Και του λαού την πόρτα να χτυπήσει», το κάναμε «και του καημού την πόρτα να χτυπήσει»... Τέτοια πράματα συνέχεια. Είχα και μια γνωστή μου, στη Λογοκρισία, μεγάλη τραγουδίστρια του μελοδράματος, την Κική Μορφονιού, που κάτι βοήθησε και αυτή τότε να περάσει ο δίσκος, αν και έκανε θραύση ήδη στη Λήδρα… Τον αποθέωναν τότε τον Μαρκόπουλο… Η τελευταία του επιτυχία ήταν τα «Παραπονεμένα Λόγια», που βγήκαν το ʽ79. Εκεί κλείνει ένας κύκλος και αρχίζει άλλος, όπου είναι κλασσικότερος συνθέτης. Δεν είχε πια καμία επιτυχία μεγάλη. Τους έφαγε όλους ο Θεοδωράκης, ακόμα και τον Χατζιδάκι έφαγε, που ο Χατζιδάκις ήθελε να τον λένε κλασσικό συνθέτη και σνομπάριζε τα μη-κλασσικά τραγούδια του.

Πώς μπορεί ένας δημιουργός να σνομπάρει το έργο του;

Υποστήριζε ότι αυτά τα έκανε για να μπορεί να ζει άνετα, για βιοποριστικούς λόγους.

Συνεργαστήκατε με τους μεγαλύτερους συνθέτες: Μίκη Θεοδωράκη, Δήμο Μούτση, Γιάννη Μαρκόπουλο, Θάνο Μικρούτσικο, Γιάννη Σπανό αλλά και Χρήστο Νικολόπουλο. Ποιο ήταν το κλίμα της εποχής του ʽ70 και του ʽ80; Και ποια ήταν η θέση των στιχουργών εν συγκρίσει με τους συνθέτες;

Οι συνθέτες πουλούσαν περισσότερο ως ονόματα. Δηλαδή ένας δίσκος του Θεοδωράκη πουλούσε ως Θεοδωράκης. Ένας δίσκος του Χατζιδάκι ως Χατζιδάκις. Ο Χατζιδάκις δεν ήθελε να δώσει τη «δόξα» στον ερμηνευτή. Και για αυτό πάντοτε διάλεγε παιδιά όχι χωρίς προσωπικότητα, αλλά χωρίς μεγάλη επιφάνεια, νεότερους τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Αυτό βοήθησε ώστε τα τραγούδια του να τα ακούς μόνος σου. Των άλλων τα τραγούδια είναι για να τα ακούς με παρέα. Δεν μπορώ αλλιώς να το εξηγήσω. Βεβαίως σε ορισμένες στιγμές του ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε και τη Μαρινέλλα και τον Καζαντζίδη, τον Μπιθικώτση, που ήταν τότε στα πολύ πάνω τους. Και δεύτερης κατηγορίας μεγάλους τραγουδιστές. Αλλά δεν ήταν αυτό που τον ενδιέφερε. Τον ενδιέφερε η μυσταγωγία περισσότερο, τον έχω δει να κάνει πρόβα σε μια μικρή ορχήστρα, το 1974 στο Πολύτροπο. Κυριολεκτικά η λέξη που μπορώ να πω είναι η μυσταγωγία. Ήταν πέρα του κόσμου ετούτου, μοναδικός.

Οι στιχουργοί, για να γυρίσουμε, φαίνονται σαν πρωταγωνιστές δεύτερης κατηγορίας. Πόσο δίκαιο είναι αυτό τελικά;

Πλέον είναι πίσω και οι συνθέτες. Είναι μπροστά οι τραγουδιστές, αλλά τώρα μπορεί να γίνει και μια αλλαγή. Όλα τα χρόνια ήταν οι συνθέτες, μετά εμφανίστηκαν ορισμένοι στιχουργοί. Τώρα, αυτό που κάνει ο Νταλάρας είναι ένα άνοιγμα προς τους στιχουργούς. Θα βγάλει τη σειρά «Άξιος Λόγου», όπου στο πρώτο CD έβγαλε τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, στο δεύτερο τον Άλκη Αλκαίο και στο τρίτο CD εμένα. Ο δίσκος θα λέγεται «Πάντα Κάτι Μένει» και έχει σπουδαίους ερμηνευτές, όπως ο Νταλάρας, ο Πασχαλίδης, ο Κούτρας, ο Μακεδόνας, η Κανά, η Τσαλιγοπούλου, ο Μάλαμας και ο Στόκας. Ξέρω ότι παράλληλα ετοιμάζονται τουλάχιστον δέκα δουλειές στη σειρά. Εκείνο που εγώ ελπίζω και πιστεύω είναι ότι θα βγούνε ορισμένα τραγούδια, έστω δέκα από τα τριακόσια, που θα μείνουν πραγματικά σπουδαία στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Το πιστεύω αυτό το πράγμα. Μιλάμε για νέες δουλειές πάντα; Ναι, τραγουδάει και ο ίδιος ο Νταλάρας κάποια που του αρέσουνε. Παίρνει και καινούργιους. Συνεργάστηκα πρώτη φορά με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου, με τον Μάλαμα ένα τραγούδι που είχα γράψει πριν από χρόνια τους «Γέρους» –μου λέγανε τότε «τραγούδι τώρα για τους γέρους; Τι να το κάνεις τώρα ένα τραγούδι για γέρους…»– το έκανε και ρεμπέτικο και νομίζω ότι θα γίνει μεγάλη επιτυχία. Πότε θα κυκλοφορήσει; Πρέπει σε ένα μήνα.

Ο στιχουργός, αν είναι μόνο στιχουργός, την έχει λίγο πατήσει. Και εξηγώ. Πέρα από τα πνευματικά του δικαιώματα δεν έχει κάτι άλλο, δεν έχει ζωντανές εμφανίσεις. Μπορεί κάποιος να είναι αποκλειστικά στιχουργός;

Καλό είναι να έχει μια σίγουρη δουλειά. Και τη στιχουργική να την έχει ως πάρεργο, χόμπι. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού ήταν αυτοί που ζήσανε μόνο από τη στιχουργική. Εγώ γνωρίζω μόνο τον Πυθαγόρα. Αν τα βάλετε κάτω, θα δείτε ότι όλοι, από τους σπουδαιότερους μέχρι τους λιγότερο σπουδαίους, είχανε μια μόνιμη δουλειά.

Γράφετε όταν έχετε να πείτε κάτι ή και κατόπιν παραγγελίας;

Καμιά φορά γράφω και κατόπιν παραγγελιάς. Και έχω γράψει πέντε με έξι τραγούδια επάνω σε μελωδίες. Κατά σύμπτωση, το καλύτερό μου τραγούδι, η «Μαρκίζα», το έγραψα πάνω σε μελωδία. Προχτές δε, το άκουσα να το λέει εκπληκτικά ο Μακεδόνας στην Εστία της Ν. Σμύρνης που κάνανε μια γιορτή προς τιμή μου, σε μια αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο. Και ακούστηκε «Η Μαρκίζα» και έγινε χαμός.

Έντεχνο λαϊκό τραγούδι, λαϊκό τραγούδι, σκυλάδικο, ελαφρολαϊκό, λαϊκοποπ. Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Δεν σημαίνουν τίποτα όλα αυτά, αηδίες είναι. Ένα καλό τραγούδι είναι ένα καλό τραγούδι. Εγώ με την ίδια χαρά ακούω ένα ελαφρύ τραγούδι του Μεσοπολέμου και ένα σύγχρονο λαϊκό και ένα ροκ, αν είναι καλή μουσική. Να με αγγίζει. Θέλω να με αγγίζει η μουσική, να καταλάβω ότι αυτός ο άνθρωπος υπολογίζει τους ακροατές του. Ότι έχει ψυχούλα μέσα του, ότι θέλει να πει πέντε πράγματα. Πολλές φορές ανακαλύπτεις μέσα στους στίχους, σε ένα τραγούδι για παράδειγμα δώδεκα στίχων, ένα στίχο ο οποίος είναι ικανός να σε απογειώσει. Δεν μπορεί να είναι πάντοτε όλοι οι στίχοι του ιδίου μεγέθους.

Ποιος είναι ο αγαπημένος στίχος, που θα θέλατε να είχατε γράψει εσείς;

Όλοι, λόγω τιμής, όλοι.

Διανοούμενοι και σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός. Ποια η ευθύνη τους και τελικά τι πρέπει να γίνει για να σώσουμε τη γλώσσα μας, την ιστορία μας, τον πολιτισμό μας;

Δεν μπορεί να ακουστεί κανένας διανοούμενος. Καταρχήν, μας έχουνε χεσμένους. Αλλά λίγο ενδιαφέρεται οποιαδήποτε εξουσία για οποιονδήποτε. Αυτά ενδιέφεραν μόνο τον Στάλιν στην άκρη της Ρωσίας, στο ποιος έγραφε εναντίον του. Και του απαντούσε και ο ίδιος μάλιστα. Είναι γνωστό ότι έγραφε και μουσικοκριτικές. Για τον Σοστακόβιτς έχει γράψει ο ίδιος, στην πρώτη σελίδα, «θόρυβος αντί για μουσική» (κάτι τέτοιο), όταν παίχτηκε μια συμφωνία του. Και βεβαίως, από κείνη την ημέρα του κόψανε και την καλημέρα, όλοι, εκτός από τους κοντινούς του φίλους. Ξέρανε ότι θα πάνε να τον συλλάβουνε, ότι έπεσε σε δυσμένεια και από στιγμή σε στιγμή θα τον βουτήξουνε και θα χαθεί για πάντα. Τελικά δεν χάθηκε.

Τελικά οι διανοούμενοι δεν έχουν καμία δύναμη;

Όχι, όχι, καμία. Και ο Ελύτης να ζούσε, που ήταν μια μεγάλη φυσιογνωμία, νομπελίστας, δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι, να βάλει τάξη σε τι;

Γίνεται το σκάνδαλο στο υπουργείο πολιτισμού, που μαθαίνουμε για όλα αυτά τα λεφτά που τρώγονται. Δεν είδαμε κάποια κίνηση από τους καλλιτέχνες, να βγουν και να πουν κάτι, που πάνε εν τέλει τα λεφτά...

Σωστά το θέτεις το θέμα. Οι καλλιτέχνες είχαμε μια συγκέντρωση στο Συνασπισμό και πήγα εκεί πέρα να δω τι γίνεται. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι ο κάθε καλλιτέχνης προσπαθούσε να φέρει επί τάπητος το προσωπικό του δύσκολο πρόβλημα. Κάποιος έλεγε «γιατί να παίρνει ο τάδε θίασος εκατό και εγώ να παίρνω τριάντα;», ενώ δεν είναι αυτό το θέμα. Μπορεί και αυτό να είναι, βεβαίως, θέμα πολιτισμού. Δεν υπάρχει μια πολιτική με μεγάλο άνοιγμα, με μεγάλους ορίζοντες. Είναι μικροπολιτικά πάντοτε. Να σταματήσει ο τάδε να είναι εναντίον μας, δώσε του τόσα λεφτά να κλείσει το στόμα του, εντωμεταξύ έχει ανοίξει ο άλλος το στόμα του, δώσε του και αυτουνού μερικά να σταματήσει... Υπάρχει ένας Σύλλογος φίλων της όπερας, δώσε και εκεί, αλλά υπάρχει και ένας Σύλλογος φίλων της τραγιάσκας, δώσε και σε αυτούς χίλια ευρώ να έχουν να πληρώνουν το ενοίκιό τους. Και Σύλλογος φίλων των μαύρων παπουτσιών…

Οι καλλιτέχνες, λόγω της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας τους, μπορούν να συσπειρωθούν; Γιατί, συνδικαλιστικά ουσιαστικά δεν υπάρχουν…

Δεν υπάρχει το όραμα και η συλλογικότητα που να πιάνει πολύ κόσμο. Υπάρχει το προσωπικό τους πρόβλημα μόνο, αυτό θέλουνε να προωθήσουνε, τον εαυτό τους. Δεν θέλουν να προωθήσουν την υπόθεση. Που στην υπόθεση αυτή, τη γενική, είναι και αυτοί μέσα. Είτε είναι γλύπτες, είτε είναι ζωγράφοι, είτε ηθοποιοί, είτε λογοτέχνες. Οι λογοτέχνες έχουν άλυτα εκατό προβλήματα. Δεν λύνεται ούτε ένα. Αλλά οι λογοτέχνες είναι οι πιο σεμνοί. Βλέπω την απληστία από τη μια πλευρά, αλλά βλέπω και την αδικία που γίνεται, για παράδειγμα σε ορισμένους θιάσους. Υπάρχουν άνθρωποι που φτύνουν αίμα κυριολεκτικά στα θέατρα να παρουσιάσουνε πέντε πράγματα. Είναι η μόνη συλλογική δουλειά που χρειάζεται τη συνδρομή του κράτους. Ένας γλύπτης δουλεύει μονάχος του, ένας ζωγράφος το ίδιο. Παλαιότερα υπήρχε το εξής: το Υπουργείο αγόραζε μερικά βιβλία, μια μικρή συνδρομή, εκατό αντίτυπα για τον κάθε συγγραφέα που αγόραζε το υπουργείο, αυτό σταμάτησε πολλά χρόνια. Βέβαια, το κράτος μας είναι πτωχό. Τώρα, με αυτά που ακούγονται τελευταία, αρχίζεις και υποψιάζεσαι ότι είμαστε πολύ πλούσιοι… Διότι ακούμε ποσά που έχουν πάρα πολλά μηδενικά, τα οποία χρειάζεσαι κομπιουτεράκι για να τα μεταφέρεις στις δραχμές… να καταλάβεις το μέγεθος του ποσού. Εγώ ακόμα δεν έχω καταλάβει την έκταση τόσων χιλιάδων ευρώ. Ακόμα έχω μείνει στις δραχμές, έτσι κάνω τους λογαριασμούς μου.

Λέγεται ότι είστε μοναχικός άνθρωπος, αλλά πάλι ό,τι κάνετε αφορά τους πολλούς. Αντίφαση;

Για τους άλλους δουλεύω, βγάζω τα βιβλία μου, βγάζω τα τραγούδια μου. Έχω πολλούς φίλους, φίλες, έρχεται και στο σπίτι κόσμος, βγαίνω έξω, πηγαίνω σε εστιατόρια, άρχισα πάλι να πηγαίνω θέατρο, σε εκθέσεις ζωγραφικής, συναυλίες, όπου προλαβαίνω πηγαίνω.

Από τους νέους καλλιτέχνες ποιοι σας έχουν κάνει εντύπωση;

Αυτό που συζητούσαμε πριν από λίγες μέρες με τον Θοδωρή Γκόνη, ότι υπάρχουν καμιά εικοσαριά κοπέλες και άλλοι είκοσι άνδρες που νομίζω ότι είναι πάρα πολύ σημαντικοί στο ελληνικό θέατρο, που κάνουν θαύματα. Έχω δει μεγάλους ηθοποιούς στη ζωή μου, αλλά αυτοί ανήκανε σε μια εποχή που απαγγέλλανε, κάτι που θα το δεις και στους μικρούς ρόλους στην τηλεόραση από ηθοποιούς εβδομηντάρηδες. Οι σημερινοί μιλάνε ανθρώπινα, τη στιγμή που ο άλλος απαγγέλλει ποίημα για την 25η Μαρτίου.

Στη μουσική;

Ανακάλυψα ένα παιδί, αλλά με ένα τραγούδι, δεν μπορώ να σου πω κάτι γενικό. Είναι 19 χρονών και λέγεται Νικόλας Κουμπιός, μου έκανε ένα τραγούδι το οποίο και θεωρώ αριστούργημα. Είναι γιος ενός παλαιότερου συνθέτη, του Μιχάλη Κουμπιού. Και ένας άλλος, ο Σιόλας, που είχε βγει πρώτος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που έχει κάνει επίσης ένα πάρα πολύ ωραίο τραγούδι και θα το πει ο Νταλάρας με το Σιόλα μαζί. Βεβαίως, υπάρχουν και μεγάλες μορφές, υπάρχει ο Κραουνάκης, που μπορεί να κάνει πράγματα, από επιθεώρηση μέχρι τραγωδία, ό,τι θέλει. Υπάρχει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, που επίσης μπορεί να κάνει ωραία πράγματα• ο Τσακνής. Οι παλαιότεροι από αυτούς δεν μπορούν να ξαναδουλέψουν. Πιθανότερα από αυτούς, από τους εβδομηντάρηδες, μόνο ο Σπανός και ο Χατζηνάσιος μπορεί να κάνουνε μελωδία ακόμα.

Ο Πλέσσας;

Δεν ξέρω. Ο Πλέσσας είναι ο άνθρωπος που έχει μεγάλη ανάσα στη μουσική• αν έχει καλούς στίχους, μπορεί να κάνει ωραία πράγματα.

Αν και το έχει ξαναγυρίσει στη τζαζ…

Ναι, επανέρχεται από εκεί που ξεκίνησε.

«Τον έπνιξαν, τον βρώμισαν των άλλων τα σκουπίδια. Δεν υπολόγισε, δεν είδε τις αιρέσεις. Πώς λέει κάποιος: "Με τα ψεύδη και με τα στολίδια ακόμη και να γκρεμιστείς, αρκεί νʼ αρέσεις"». Συλλογή «Το Νεκρό Καφενείο», με το ποίημα «Παράπονα Γέρου Ερημικού Ποιητή» (1988). Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Πού το ανακάλυψες αυτό; Ξέρω εγώ; Την τύφλα του. Όπως θα έλεγε και ο Γκάτσος, τι να σημαίνει αυτό άραγε;

Από τη «Μαρκίζα» και «Τα Παραπονεμένα Λόγια» στο «Έχω Πρόβλημα Υγείας». Πώς προέκυψε αυτή η περίεργη συνεργασία;

Ο Ψινάκης μου ζήτησε δυο-τρία τραγούδια για τον Μαρτάκη και του έδωσα δυο-τρία τραγούδια. Το ένα του άρεσε πάρα πολύ και αποφάσισε να το πει ο ίδιος. Και το έδωσε σε ένα συνθέτη και το είπε.

Σας αρέσει αυτό που βγήκε;

Εγώ δεν ασχολήθηκα ποτέ με το μου αρέσει ή δεν μου αρέσει. Σπάνια, πάρα πολύ σπάνια, όσο και αν σου φαίνεται περίεργο. Η περσόνα που έχει ο Ψινάκης δεν είναι αυτό που φαίνεται στην τηλεόραση. Στον ιδιωτικό του βίο είναι τελείως διαφορετικός. Είναι ένας πάρα πολύ έξυπνος άνθρωπος, ξέρει και σέβεται ορισμένους ανθρώπους. Αυτούς που πρέπει να σέβεται τους σέβεται, είναι πάρα πολύ φιλόξενος, πολύ γαλαντόμος, αξιοπρεπής εκεί που θέλει. Λέει αστεία την ώρα που πρέπει, ξέρει πού να σταθεί και πού να αρχίσει να λέει αστεία.

Ότι είναι ένας μπον βιβέρ, είναι αδιαμφισβήτητο. Απλώς το δικό του ύφος μουσικά δεν έχει σχέση με το δικό σας… Αυτός κινείται στην ποπ κουλτούρα…

Θα ήταν ενδιαφέρον να ασχοληθώ μόνο με ποπ. Ας πούμε, να κάνω τραγούδια για τους ποπίστες. Θα ήταν ενδιαφέρον να ασχοληθώ με νέα παιδιά, να γράψω ένα-δυο τραγούδια, ας πούμε για τον Νίνο.

Θα το κάνατε αυτό;

Κοίταξε να δεις, αν είναι καλοί οι στίχοι, δεν έχω να φοβηθώ τίποτα. Αν είναι μάπα, θα με πάρουν με τις πέτρες. Αλλά αν είναι καλοί οι στίχοι, θα λένε όλοι «καλοί οι στίχοι, αλλά δυστυχώς το τραγούδι είναι μάπα». Εγώ θα είμαι πάλι από έξω. Πάλι θα την έχω γλιτώσει.

Την ελληνική μουσική σε δέκα χρόνια, πώς τη βλέπετε;

Κανείς δεν ξέρει. Αύριο το πρωί μπορεί να εμφανιστεί ένα ταλέντο που είναι κρυμμένο. Και να κάνει θαύματα. Δεν τα ξέρεις αυτά τα πράγματα.

Φοβάστε πιο πολύ το μέλλον ή το παρελθόν;

Το παρελθόν μας κρύβει τα αποτρόπαια. Ανακαλύπτω πράγματα τρελά. Λύνω πολλά άλλα. Το παρελθόν το βλέπω στον δημόσιο βίο αλλά και στον ιδιωτικό σαν ένα σταυρόλεξο που δεν το έχω λύσει ολόκληρο. Μένουν οι λέξεις και ύστερα από δέκα, είκοσι, τριάντα χρόνια λέω αυτή είναι η λέξη που χρειαζότανε. Κι όταν τη γράψω, βλέπω ότι δεν είναι καθόλου ευχάριστη. Μου θυμίζει πράγματα που δεν έπρεπε να έχουνε γίνει. Πράγματα που με γονάτισαν κάποτε και ως πολίτη και ως προσωπικότητα. Τα σπάνια πράγματα έρχονται από το παρελθόν. Κάτι σπάνιο, κάτι μοναδικό, κάτι κυρίως ξαφνικό, που σου λύνει τα πόδια. Οι λύσεις έρχονται πάντα μετά από πολλά χρόνια, χωρίς να σημαίνει ότι σου λύνονται τα προβλήματα. Βλέπεις τι θα μπορούσες να είχες κάνει και δεν έκανες, ή κάποιο άνοιγμα που σου έδινε ο τάδε άνθρωπος ή η τάδε γνωριμία, μια πόρτα που άνοιξε για σένα, μόνο για σένα, και ξαφνικά της έδωσες μια και την έκλεισες ή την αγνόησες. Και αυτή την πόρτα ήταν να την περάσεις μόνο εσύ. Δεν είχε κανένας άλλος πρόσβαση, δικαίωμα, κυρίως, ήταν άγνωστη, ήταν αόρατη η πόρτα, αυτή η πόρτα που άνοιξε μόνο για σένα. Έχω βρει δυο-τρεις τέτοιες περιπτώσεις στη ζωή μου, που τις πέταξα.

Δεν τα πήγατε και άσχημα στη ζωή σας…

Μου κάνει εντύπωση, ένας μεγάλος φιλόσοφος, ο οποίος πέρασε μια τραγική ζωή, με πολύ πόνο, όταν έφτανε πια προς το τέλος του και πέθανε νέος, εξήντα τόσο χρόνων, ο Βιτγκεστάιν, που όμως έλεγε ότι «πέρασα μια εξαίσια ζωή».


Είναι λίγο πριν τις 21:00, η συνέντευξη τελείωσε και η φωτογράφος φούλαρε την κάμερα με την τραγιάσκα και το γεμάτο βλέμμα. Μεταφερόμαστε στο γραφείο με τα εκατοντάδες βιβλία και ακούμε το πολύ ωραίο ρεμπέτικο του Μάλαμα. Χαζεύουμε τις φωτογραφίες του 1860-1940 και εν συνεχεία παρατηρούμε τη συλλογή του από τα μελανοδοχεία. Γλυκός, ζεστός, με πολύ χιούμορ και ανθρώπινος μας αποχαιρέτησε για να αποσυρθεί στον μαγικό του κόσμο. Χρόνια πολλά, καλά και δημιουργικά κ. Ελευθερίου.