Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Χειμερινοί Κολυμβητές: Η συγκίνηση της ελληνικής επαρχίας και η ανάμνηση του έρωτα




















Χειμερινοί Κολυμβητές:
Η συγκίνηση της ελληνικής επαρχίας και η ανάμνηση του έρωτα


του Δημήτρη Κατσιάνου



Όταν ήμουν μικρός πηγαίναμε εκδρομή κάποιες μέρες του χειμώνα στο χωριό μου. Είχαμε συχνά την τύχη να περνάμε ώρες ατέλειωτες στο πατρικό σπίτι, να συζητάμε, να ακούμε ιστορίες, να σιωπάμε. Απολαμβάναμε επίσης ωραία φαγητά καθώς περιμέναμε ή παίζαμε ή σιωπούσαμε. Συχνά ο καιρός ήταν βροχερός, τόσο που δεν είχαμε πολλές επιλογές για άλλες δραστηριότητες. Ο χρόνος σταματούσε και η σιωπή απλώνονταν στο χώρο. Πάντα φέρνω την εικόνα αυτή στο νού κι η βροχή απλώνεται έμμετρα στα τζάμια. ‘Υστερα ερχόταν ο θείος από το δικαστήριο. Ήταν ένας άνθρωπος μόνος, πολύ συναισθηματικός κι ευαίσθητος, με ιδιαίτερο χαρακτήρα. Περίμενε να τελειώσουν όλες οι μικροδουλειές του σπιτιού κι όταν ήταν σίγουρος ότι η παρουσία του δε θα έφερνε καμία αναστάτωση, έστρωνε ήσυχα τραπέζι και για τον εαυτό του. Ήταν πάντα ολιγαρκής, με μια διαρκή ανασφάλεια, μια αγωνία να μην ενοχλεί, παρόλο που ήταν πολύ αγαπητός. Ήταν δικαστικός υπάλληλος. Μετά από πολλά αμφίβολα χρόνια, η μονιμότητα του είχε εξασφαλίσει μια παρηγοριά, αποτελώντας ένα από τα λίγα σταθερά στοιχεία της ζωής του.

Οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας είναι μοναδικές, όμως η ροή του χρόνου μονόδρομη. Καθώς μεγάλωνα, διαπίστωνα κι αποδεχόμουν την απόσταση που με χώριζε από αυτές. Ωστόσο, ένα απόγευμα σε μια εκπομπή της ΕΡΤ 3, πρόσεξα ένα συγκρότημα παρατεταγμένο στη σκηνή της Αίγλης Θεσσαλονίκης κι έναν κύριο με ιδιότυπη φωνή να ζωντανεύει μελωδικά κι αναπάντεχα εκείνες τις παιδικές μου αναμνήσεις:

Κυριακή στην επαρχία, με βροχή απ’ το πρωί
Φεύγει όλη η ζωή μας στο φαί και στη σιωπή

κι έπειτα:

Μονιμότητα , Θεά μας, άδυτο προσωρινό
Έχεις γίνει της ζωής μας φάντασμα αλληγορικό
 
Εκείνο το απόγευμα, οι Χειμερινοί Κολυμβητές ήρθαν στο καθιστικό κι αφού καλησπέρισαν όλους μας και το θείο, άρχισαν να μιλούν για τις παλιές ιστορίες. Από τον πρώτο αυτό διάλογο μαζί τους, μέσα από τις αρμονικές μελωδίες και την ευγένεια που τους διέκρινε, κατάλαβα ότι είναι ένα συγκρότημα που περιγράφει κι υπερασπίζεται ό,τι έχουμε αγαπήσει. Αν αυτό το έχουμε χάσει, μας δίνουν μια ευκαιρία να το ξαναβρούμε. Όποιος ενδιαφέρεται και θέλει να τους συναντήσει, πρώτα να δει σε εκείνα τα σπίτια της ελληνικής επαρχίας με τις καμάρες, τις ψηλές σκούρες πόρτες και τα γεωμερικά σχέδια, τις αυλές και τις βουκαμβίλιες. Ύστερα να έλθει μ’ ένα δώρο και μια καλησπέρα, να περάσει στο σαλόνι με τους άλλους και να συμμετέχει στο τελετουργικό της ωραιότατης απογευματινής παρέας.





Το έργο τους έχει καταγραφεί σε λιγοστούς και υπερπολύτιμους δίσκους. Το ύφος τους διαφαίνεται στο καταγεγραμμένο ηχητικό υλικό και υπαγορεύεται από τη στάση που με συνέπεια κρατούν τόσα χρόνια, αναδεικνύεται όμως στις συναυλίες. Εκεί, μαγεύουν το κοινό με την ιδιοφυία τους και μας μιλούν για την αξία του μέτρου, μέσα από σύμβολα και ιστορίες.

Επικεντρώνονται στη μελωδία. Είναι ίσως το μοναδικό σύγχρονο συγκρότημα που διακριτικά υπερασπίζεται τη μονοφωνία κι επιμένει στην ανάπτυξη των μουσικών φράσεων και θεμάτων κατά την οριζόντια διάταξη. Αποφεύγεται η μαρμαρυγή των αθροιζόμενων συγχορδιών και η επιδεικτική κι άσχημη πολυπλοκότητα που πολλοί άλλοι, παραδομένοι στο πνεύμα της εποχής, επιδιώκουν. Με φροντίδα εξασφαλίζονται η συνάφεια μεταξύ διαδοχικών μουσικών φράσεων και η έξυπνη εναλλαγή τους.

Πιστοί στην κληρονομιά του ρεμπέτικου και στην ανάδειξη της μελωδίας συνεχίζουν να μας εκπλήσουν χρησιμοποιώντας τα μουσικά όργανα της ρεμπέτικης έως και της σμυρνέικης ορχήστρας: Τρίχορδο μπουζούκι, Μεσομπούζουκο, Κιθάρα, Βιολί (έως ότου ο Δημήτρης Πολυζωίδης εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Βιέννη), Ακκορντεόν, Κοντραμπάσσο, Κλαρίνο. Εντυπωσιακό είναι ότι στην ορχήστρα δεν υπάρχουν κρουστά, καθώς διάθεση του συγκροτήματος είναι να αναδείξει το μέλος. Ο ρυθμός του τραγουδιου δεν επιβάλλεται από ρυθμικά κτυπήματα κρουστών αλλά προκύπτει από τον σωστά μετρημένο στίχο, τον αρμονικό κυματισμό της μελωδίας τη συνάφεια των μουσικών οργάνων, τον πηγαίο συγχρονισμό των μουσικών. Όπως ακριβώς συμβαίνει στις ηχογραφήσεις του ρεμπέτικου, όπου ο ρυθμός πηγάζει από την αρτιότητα της σύνδεσης μελωδίας και στίχου. Οι αναζητήσεις των παληών μουσικών στα μακάμ, μέσα από τη σύνθεση κι από τα διάφορα ταξίμια που αποτελούσαν ουσιαστικά μέρη των τραγουδιών, αντιπροσωπεύονται εδώ από μια διαρκή επιδίωξη για μοναδικούς αυτοσχεδιασμούς κι εκδρομές ή εκτροπές ή εκτροφές σε γειτονικές κλίμακες, ακολουθώντας τους δαιδάλους της μουσικής τέχνης.

Η θεματολογία τους είναι εντυπωσιακά ενδιαφέρουσα. Μιλούν για τη φύση και απαριθμούν βότανα και μυρωδικά σε περιβόλια. Κοιτάζουν από ψηλά τον Παγασητικό κόλπο. Μας μεταφέρουν πέρα στου Αιγαίου τα νησιά και σ’ ένα ονειρικό πανηγύρι στη Θάσο. Αγαπούν τις ιστορίες και δεν περιφρονούν το παρελθόν, γυρίζουν με το αστικό λεωφορείο για να βρουν τα στέκια της νεότητας τους και κλαίνε, όταν αντικρύζουν ερείπια. Με αγάπη χαιδεύουν τις ανθρώπινες αδυναμίες και θυμούνται τους ανύπαντρους υπερήλικες φίλους του μπαρμπα-Σταύρου Καραμανιώλα, (τους Μεγάλους Παλαιούς). Αυτοσαρκάζονται, αστειεύονται, μεταφέρονται σε διάφορες εποχές και μέρη, ταξιδεύουν στο Παρίσι, στα Βαλκάνια, στην Ανατολή, στην Αυστραλία, στο Χρόνο. Μας προσκαλούν να παρακολουθήσουμε ένα μαγικό συναγωνισμό ταχύτητας ανάμεσα στον Ποδηλατιστή και στη Σεβρολέτ του Θοδωρή στα μεταπολεμικά χρόνια. Καταγράφουν τους μονολόγους απελπισμένων ανθρώπων, δείχνουν συμπάθεια στους ερωτευμένους και δεν περιγελούν τις περιπέτειές τους. Σέβονται τον ανεκπλήρωτο έρωτα κι αναρωτιούνται αν είναι η επίφασή του αυτό που βασανίζει τους νεαρούς τα καλοκαιρινά βράδια. Επικαλούνται την έννοια της μνήμης κι εμπιστεύονται το ρόλο της. Ακουμπούν τη λύπη και σέβονται τους λόγους που την προκαλούν. Πάντα περιμένουν και χαίρονται την Άνοιξη, το έργο τους στρέφεται γύρω από αυτήν. Το μηχανάκι αστράφτει στον ήλιο κι ο έρωτας δύο νέων εικονογραφείται με μια βόλτα,μια εκδρομή, άπλετος, διάχυτος, λαμπερός, απλός.

Τα τραγούδια τους αναφέρονται εκτενώς στην ελληνική επαρχία και περιγράφουν πρόσωπα, μέρη και καταστάσεις με τρόπο που αναδεικνύει τη συγκίνηση για τη μοναδικότητά τους, αλλά και το παράπονο για την απομάκρυνσή από το πλαίσιο που η φύση επιφυλάσσει για τον αυτοπροσδιορισμό μας. Τολμούν να επιμένουν θεματολογικά στις εικόνες της ελληνικής επαρχίας, σε στιγμές και συνήθειες που συχνά γνωρίζουμε μέσα από φωτογραφικά λευκώματα παλαίμαχων φωτορεπόρτερ, και μας προσκαλούν σε μια περιπλάνηση στις επαρχιακές διαδρομές. Μιλούν για τις δακοκτονίες, μια αγροτική δραστηριότητα που έχει χαρακτήρα ιεροτελεστείας: Μια πομπή δακοκτόνων με συγκεκριμένες αρμοδιότητες ο καθένας, γεωπόνοι, αρχιεργάτες, μεταφορείς, ψεκαστές, χαράσσουν πορεία ανάμεσα στους ελαιώνες ραντίζοντας τα δέντρα για να τα προφυλάξουν από το δάκο, την αρρώστια της ελιάς. Η πορεία αυτή είναι ουσιαστικά μια αφορμή να γνωρίσουμε την πρόσφατη Ελλάδα της αγροτικής οικονομίας, αυτήν που έζησε η αμέσως προηγούμενη από εμάς γενιά, και την οποία η αστική ζωή βίαια αντικατέστησε κι απομυθοποίησε. Μας μιλούν για τη γεωργική δραστηριότητα, στα Μάλγαρα, με τους τοπικούς ορυζόνες, στην Ξάνθη με τα καπνά, ή για την αλιεία στην Καβάλα και τη Σαμοθράκη, θυμίζοντάς μας τις καθημερινές αγωνίες ανθρώπων που δεν ζούν στους ρυθμούς των μεγάλων αστικών κέντρων. Το τραγούδι τους "Ο Ξένος", προέρχεται από τις λέξεις με τις οποίες διηγήθηκε κάποτε την προσωπική του εμπειρία ένας συνταξιδιώτης του Αργύρη Μπακιρτζή και στη σύνθεση αυτών των λέξεων είναι κρυμμένη μια βαθιά συνείδηση του απαξιωτικού τρόπου με τον οποίο εκποιήθηκε η σχέση του ανθρώπου με τη γη και μετατράπηκε σε χάντρες και καθρεφτάκια της αστικής ομογενοποίησης.






Η παρέλαση των εικόνων συνεχίζεται στην Καβάλα, στον Πρίνο και στο Κατσαβίδι, συγνώμη, στο Καζαβίτι της Κάσου, εχμ, Θάσου , στην Ξάνθη, όπως και στα ενδότερα της κοινωνικής ψυχολογίας: Περιγράφουν την οικογενειακού χαρακτήρα επίσκεψη σε συγγενείς στη "Ρωμυλία" και διαπιστώνοντας το κενό επικοινωνίας που συχνά σε αυτές τις περιπτώσεις ανακύπτει, σκιαγραφούν τις διαχωριστικές γραμμές με τις οποίες η ζωή μοιραία κι αναπότρεπτα αποξενώνει τους ανθρώπους, αφού οι συγγενείς ζούν σε κόσμους συμπαγείς. Αναφέρονται επίσης στα υπαίθρια καλοκαιρινά πανηγύρια και τη συναρπαστική, σχεδόν μαγική, τους ενέργεια. Οι εκδηλώσεις αυτές είναι στολισμένες με πολλά στοιχεία της λαικής παράδοσης, κι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο ευνοούν την κοινωνική ζωή είναι λειτουργικά κι αισθητικά ζηλευτός και περιγραφικός του λαού μας. Σπουδαίο είναι το γεγονός ότι, σε μια σχεδόν κατ’ επίφαση έντεχνη περίοδο του ελληνικού τραγουδιού, υπάρχουν δημιουργοί που πλάθουν από την πρώτη ύλη του ελληνικού τραγουδιού, ήτοι την καθημερινή φυσική και κοινωνική ζωή, τις αποχρώσεις και τα συναισθήματα που ως σπινθήρες προκύπτουν από την τριβή του ανθρώπου με τις αναζητήσεις του. Με αυτό το σκεπτικό και με διακριτικότητα ευγένεια και νοσταλγία η ανάμνηση της ελληνικής επαρχίας μας προκαλεί συγκίνηση και λύπη. Κάποτε προλάβαμε να παρακολουθήσουμε τον νομοτελειακό ρυθμικό βηματισμό των ηλικιωμένων θαμώνων ενός επαρχιακού καφενείου, όταν πια η βραδιά περνούσε και κατηφόριζαν προς τα σπίτια τους. Στα τραγούδια των Χειμερινών Κολυμβητών υπάρχουν στιγμές που τους συναντάμε ξανά.

Με το έξυπνο και πρωτοποριακό τους χιούμορ παρέχουν αντίβαρο για τη σοβαροφάνεια και τους αποκλεισμούς που κατακλύζουν τη ζωή μας. Θίγουν τη μικροαστική νοοτροπία χωρίς να προσβάλλουν την μικροαστική τάξη. Κατανοούν δηλαδή τους λόγους που η νεαρή κοπέλα χρησιμοποιεί διαφανή όζα για τον καλλωπισμό της, όμως δεν την κατηγορούν για αυταρέσκεια ούτε την κρίνουν αρνητικά. Νίωθουν για αυτήν μια διακριτική μελαγχολία, αφού τόσο αβίαστα προσαρμόζει τον εαυτό της στα προτυπα της εποχής. Μέσα από ανάλογα παραδειγματα μας στέλνουν ένα μήνυμα για τον αδυσώπητο τρόπο με τον οποίο άλλαξε και αλλάζει η ελληνική κοινωνία προς δυτικότερα πρότυπα. Με τις εύστοχες παρατηρήσεις και τον ιδιοφυή σαρκασμό της πραγματικότητας ή του παρελθόντος, μας παρέχουν αφορμές προβληματισμού. Προτείνουν στο κοινό μια θεματολογία εγγύτερη στις πραγματικές διαστάσεις της ζωής κι όχι σε αυτές που η τηλεόραση και η έντυπη ευμορφία της καλοζωίας επιβάλλουν. Αναζητούν την διακριτιτική τρυφερότητα κι αγάπη που υπάρχει στις ανθρώπινες σχέσεις και αναδύεται ήδη με τις καθημερινές αφορμές. Μέσα από τη μουσική, την ποίηση και τη συμπεριφορά τους μας προτρέπουν να αναζητήσουμε την αμοιβαιότητα και τη λιτή ομορφιά.

Οι Χειμερινοί Κολυμβητές δεν διεκδικούν τη χλαμύδα του ποιοτικού τραγουδιού γιατί δεν έχουν την αγωνία αυτή. Δεν διεκδικούν τα χρήματα, γιατί παραμένουν ερασιτεχνικό σχήμα, έχουν βγάλει ελάχιστους δίσκους σε σχεδόν τριάντα χρόνια πορείας και ,μετά βίας, δίνουν κάποιες συναυλίες σε ετήσια βάση. Οι συναυλίες αυτές είναι πραγματικά ξεχωριστές, εντυπωσιακές σε καλλιτεχνικό πλούτο και πρωτοπορία.Η εκτέλεση-παρουσίαση των τραγουδιών περιλαμβάνει την πλήρη ιστορική ή κοινωνική ανάλυση κάθε τραγουδιού πριν, μετά ή κατά τη διάρκειά του. Επίσης πρόζα, άπλετο παρεμβαλλόμενο χιούμορ, συμμετοχή των ακροατών σε όλα τα επίπεδα, από το καλλιτεχνικό έως το εντελώς πρακτικό: κάποτε μια συναυλία γινόταν σε υπαίθριο χώρο και μια ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα έκανε την εμφάνισή της. Τότε θεατές έσπευσαν να κρατάνε αδιαβροχο κάλλυμα πάνω από την ορχήστρα.






Οι μουσικοί πειραματισμοί είναι απολαυστικοί, οι αυτοσχεδιασμοί πλούσιοι. Η ενορχήστρωση κάθε τραγουδιού διαμορφώνεται ανάλογα με το περιέχομενο του. Η καθιερωμένη, πριν από κάθε τραγούδι, εκτεταμένη παρουσίασή του από τον Αργύρη Μπακιρτζή και η αρμονία με την οποία η θεματολογία του εκτυλίσσεται επιτρέπουν στον ακροατή να σχηματίσει τις εικόνες που αυτό περιγράφει.

Παράλληλα, ως ερευνητές του ελληνικού τραγουδιού, μας παρουσιάζουν ζωντανά κάθε φορά πολλά απίθανα και σπάνια τραγούδια εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους τα αναμόχλευσαν, το πλαίσιο της εποχής τους, και πώς αυτά αντανακλούν στο σήμερα. Είναι αυτό ένδειξη της διαρκούς επικοινωνίας τους με το κοινό τους, αφού διαμορφώνεται μια αμφίδρομη προσδοκία για τα καινούργια 'σπάνια' τραγούδια σε κάθε νέα εμφάνιση.

Ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται κάθε συναυλία τους είναι γεμάτος εκπλήξεις και συνολικά συναρπαστικός. Παρουσιάζουν τα τραγούδια σε ενότητες - κύκλους τις οποίες εκείνη τη στιγμή συνδέουν, ανανεώνουν ή ανακαλύπτουν. Διακόπτουν τραγούδια για να κάνουν γκάλοπ σχετικά με το αν θα ξαναβρούμε ό,τι χάσαμε ή για να ανακοινώσουν ότι ένα αυτοκίνητο εμποδίζει και ξαφνικά έρχεται νέα διακοπή όταν κάποιο μέλος του συγκροτήματος αντιλαμβάνεται ότι το ΙΧ της αναγγελίας είναι το δικό του! Έπειτα διαμαρτύρονται γιατί ο Γιώργος Τσαλίκης δεν πήγε στη Γιουροβίζιον επικαλούμενοι λόγους κοινωνικών φρονημάτων εξαιτίας του πιθανού προγόνου του (ή τουλάχιστον συνονόματου), αειμνήστου δακοκτόνου Γεωργίου Τσαλίκη ή Ζαλίκη. Απαρριθμούν απρόβλεπτα επίθετα που συναντούν στον τηλεφωνικό κατάλογο με συμπάθεια και χιούμορ. Επιλέγουν καθοριστικά τραγούδια που σχετίζονται με τοπογραφικά κι άλλα επιμέρους στοιχεία κάθε τους εμφάνισης και με περηφάνια μας τα παρουσιάζουν. Επιμένουν λόγου χάρη να τραγουδούν «της Λαρίσης το Ποτάμι» σχεδόν όλο το βράδυ επειδή παίζουν σε συναυλιακό χώρο πλησίον του Σταθμού Λαρίσης, ή με περιπαικτική διάθεση γιορτάζουν τα πεντηκοστά γενέθλια του Μιχάλη Σιγανίδη διαλέγοντας τον πλέον κατάλληλο «Πενηντάρη» του Γιώργου Ζαμπέτα. Για όσους παίζουν μουσική, όλο αυτό ακούγεται σαν μια πρόβα από αυτές που θυμόμαστε για πάντα.

Οι Χειμερινοί Κολυμβητές περισσότερο ενδιαφέρονται να καταγράψουν την αντανάκλαση ή την ανάμνηση του έρωτα, τα αποτυπώματά του στις ζωές των ηρώων τους. Η αναφορά στον έρωτα σχετίζεται περισσότερο με μια αμφίρροπη έννοια, μ’ ένα ολόγραμμα. Το πολλαπλό είδωλο, όσο κι αν έχει τραγουδηθεί, δεν μιλάει για τον έρωτα αλλά για την αντανάκλασή του, αυτή την φευγαλέα συγκίνηση που έπεται του ερωτικού αδιεξόδου. Είναι όταν τα συμπεράσματα έχουν εδραιωθεί, οι κοινωνικές κι άλλες διαφορές έχουν γίνει ενσύνειδες κι αποδεκτές από τον υποψήφιο ερωτευμένο που πλέον μας μιλάει κοιτώντας μια πολλαπλά αναλυόμενη εικόνα της θεωρητικής αγαπημένης του. Κι ίσως τα κρύσταλλα που κοιτάζει ο ποιητής να μην είναι άλλα από τα πρίσματα της σκέψης και της κοινωνίας που διαθλούν τον έρωτα με μοιραιότητα και ασσυμετρία στα εξ ών συνετέθη, σκορπώντας σιωπηλά την εντροπία του, ώστε μέσα στο σπίτι μοναχός μόνο την ανάμνηση μπορεί ο ερωτευμένος από όλα αυτά κι από τις παλιές του ρομαντικές σκέψεις να κρατήσει. Οι παλιοί κι αυθόρμητοι έρωτες της παιδικότητας επίσης μνημονεύονται κι η ανάμνησή τους και μια αυθόρμητη θλίψη αόρατα περιβάλλουν τον Αργύρη Μπακιρτζή. Κάποιες φορές μια ανάμνηση είναι τόσο αδιευκρίνιστη που σχεδόν αναίτια μας κρατά. Αν κι ακούγεται αρκετά μελαγχολικό, ίσως είναι αλήθεια: «Κάθε πρωί σ’ άναζητώ, ολημερίς σε ψάχνω και κάθε ηλιοβασίλεμα ρωτώ για σένα πάντα», μέσα σε αναπάντεχη κατάνυξη, μονολογεί ο Αργύρης Μπακιρτζής και το αίνιγμα του χωρισμού αγγίζει τα παράπονα ενός απελπισμένου νέου, έως ότου «Το Πέρασμά Σου», του Κώστα Βάρναλη, του δίνει μια κάποια -επίσης μάταιη- απάντηση: «Σ’αυτή τη μαύρη γης και ζήση, που περπατούσαμε τυφλά..» Τυφλός ο έρωτας, ως η ανάμνησή του.

Στην ανεξήγητη και μακρινή ματαιότητα της ζωής αποδίδεται και το ναυάγιο του Σειρίου, με το μελωδικό αποχαιρετιστήριο τραγούδι που ακολουθεί να μιλά για την τραγική μοίρα των τελευταίων του ταξιδιωτών. Σε μια τέτοια, λοιπόν, τελευταία νύχτα, τα κύματα της θάλασσας κι ο Κώστας Σιδέρης μας προσκαλούν στην Αρζεντίνα κι ο απόηχος τους φέρνει το τραγούδι εκεί όπου ο έρωτας το δημιούργησε, για να πληρωθεί ένας ακόμη κύκλος. Οι θεματικές ενότητες του Αργύρη Μπακιρτζή είναι, αντιλαμβανόμαστε, περισσότερο φιλοσοφικές ενότητες.

Η φιλοσοφική διάθεση της μουσικής αυτής παρέας φυσικά επεκτείνεται και προσδίδει ξεχωριστά στοιχεία στη συμπεριφορά τους: Είναι ευγενικοί, οικείοι, φυσιολογικοί άνθρωποι κι όχι φαύλοι. Στα διαλείμματα των συναυλιών διαχέονται στο κοινό, χαιρετούν φίλους και γνωστούς, ρωτούν για την ποιότητα της ακουστικής του χώρου. Ύστερα ανεβαίνουν ξανά στη σκηνή και το υπερθέαμα συνεχίζεται έως ότου με ένα αφιέρωμα στον Σαίξπηρ από τα «Ξένα Λυρικά» αρχίζει η συναυλία να κατηφορίζει προς το τέλος της. Εκεί ακούμε τον Πόθο κι ύστερα το τραγούδι του Τρελλού και το τραγούδι του Νεκροθάφτη, για να συνεχίσουμε στην ονειρική ανοιξιάτικη βόλτα των ερωτευμένων, «βγήκε ο καλός με την καλή». Η πανδαισία ολοκληρώνεται με το αριστούργημα της ελληνικής παράδοσης «Ο ήλιος και το φεγγάρι», ένα τραγούδι της Σαμοθράκης, που με διάφορες παραλλαγές βρίσκουμε σε άλλα μέρη της Ελλάδας ως λαική καντάδα. Κατά την παρουσίαση της ορχήστρας ακούμε τον Σκοπό Αποχωρισμού Γάμου, μία από τις πιο όμορφες μελωδίες της ελληνικής μουσικής κληρονομιάς. Αν είμαστε τυχεροί , ακούμε και τα νυφιάτικα δίστιχα: ‘’Νύφη μου το φουστάνι σου Αγγέλοι σου το ‘ράψαν και στο δεξί του το πλευρό το όνομά σου ‘γράψαν’’. Ένας γάμος είναι ένα χαρμόσυνο γεγονός, όμως ο γαμήλιος σκοπός που παίζουν οι Χειμερινοί Κολυμβητές είναι μια λυπητερή μελωδία, όπως λυπητερή είναι πάντα κατά βάθος η μουσική.

Η δραστηριότητα και το ύφος των Χεμερινών Κολυμβητών είναι ένας θησαυρός για τα καλλιτεχνικά πράγματα σήμερα. Η αντίληψή τους για τη ζωή και την τέχνη είναι σπάνια για τα δεδομένα της εποχής όπως σπάνια είναι η ευαισθησία τους. Η παρέα της μυροβόλου μιλάει για τη ζωή με έναν εσωτερικό τρόπο, χωρίς την ασχήμια του μονοδιάστατου λόγου, υπερασπιζόμενη την φυσική αλληλουχία των πραγμάτων. Έφηβοι, εσκεμμένα ανασφαλείς και για αυτό δημιουργικοί, ιδιοφυείς κι ευαίσθητοι, οι Χειμερινοί Κολυμβητές μας προτείνουν μελωδικά κάτι, επιτέλους, μοναδικό και σπουδαίο.

Δημήτρης Κατσιάνος

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στο Δημήτριο Νικολό ή Τζίμη, ο οποίος θα μπορούσε να είναι ήρωας των τραγουδιών τους.



Σάββατο 12 Απριλίου 2008

Παζάρι αλληλεγγύης στους Ζαπατίστας



Σάββατο 19 Απριλίου , Προπύλαια, μετρό Πανεπιστήμιο, από τις 10 το πρωί και όσο πάει, με βιβλία, κεριά, κοσμήματα, παιχνίδια, διακοσμητικά & χρηστικά αντικείμενα + κουκλοθέατρο και άλλα δρώμενα...

Μέχρι τότε συγκεντρώνουμε πράγματα στο Στέκι Μεταναστών (Τσαμαδού 13, απογεύματα)

Σας περιμένουμε!(πείτε το και στις φίλες και τους φίλους σας!)
Τα έσοδα θα διατεθούν για την οικονομική ενίσχυση της Πανευρωπαϊκής Συνάντησης Αλληλεγγύης στους Ζαπατίστας, Αθήνα, 9-10-11 Μαΐου 2008.

Oι Zαπατίστας δεν είναι μόνοι, δεν είναι μόνες!

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του Μετρονόμου





Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του περιοδικού "Μετρονόμος" (Ιανουάριος - Μάρτιος 2008). Στην πλούσια ύλη του περιοδικού κυριαρχεί φυσικά το αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη. Ανάμεσα στα άλλα, θα βρείτε και μια συνέντευξη του Ηλία Ανδριόπουλου σε μέλος των Μουσικών Προαστίων, που θα δημοσιευτεί μελλοντικά και εδώ. Καλή ανάγνωση.


Μ.Π.


ΥΓ: Αν δεν βρίσκετε τον Μετρονόμο στο περίπτερο, έχετε τις εξής λύσεις: 1) καθιστική διαμαρτυρία στον/στην περίπτερά/ού, 2) επίσκεψη σε κεντρικά δισκάδικα και βιβλιοπωλεία, και 3) συνδρομούλα.



Περιεχόμενα


Ακριβές στιγμές: 1960 – Το πέρασμα, του Ηλία Κατσούλη

Διονύσης Μανιάτης. Μνημειώδεις έργο για τη δισκογραφία του γραμμοφώνου, του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη

Ηλίας Ανδριόπουλος, του Ηρακλή Οικονόμου

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, του Τάσου Π. Καραντή

Η πρώτη ηχογράφηση της Μαρίκας Παπαγκίκα, του Χρήστου Φαναρίτη

Ο Βαγγέλης Κορακάκης στη Μαγιοπούλα, του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη


Νικήτας Βοστάνης, του Χρόνη Πλατίνου


Δυο λόγια για το σοφό Ρουμί, του Θωμά Κοροβίνη


Μίκης Θεοδωράκης, του Θανάση Συλιβού


Χαρισιάδιδες. Μια άγνωστη – γνωστή φάρα λαλητάδων στην Ήπειρο, του Ανδρέα Καρζή


Στέλιος Λαζάρου. Αφανής, μα ξεχωριστός βιολάτορας, του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη


Μπάλα μετά μουσικής, του Θόδωρου Βαλσαμίδη


Είμαστε όλοι μετανάστες, του Γιάννη Σαμπά


Ελλάς Ελλήνων… Η νεώτερη ελληνική ιστορία και τα τραγούδια, του Σπύρου Κουρκουνάκη


Νίκος Μαλιάρας – Βυζαντινά μουσικά όργανα, του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη


Ανθολόγιο μουσικών αισθημάτων από την ελληνική πεζογραφία:
Το τραγούδι στα δραματικά συμβάντα της ζωής, επιμέλεια: Ηλίας Κατσούλης


Πίσω από τα όργανα: Θανάσης Σαρέλας, του Γιώργου Αλτή

ΕΝΘΕΤΟ
Εξώφυλλα, μουσικές και αναμνήσεις
Μίκης Θεοδωράκης – Επιλογή από δίσκους που κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό

Τρίτη 8 Απριλίου 2008

Ο Γιάννης Ρίτσος για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση


.

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι ένας μεγάλος τραγουδιστής, ένας έξοχος, γνήσιος λαϊκός τραγουδιστής. Η φωνή του διαθέτει ένα καταπληκτικό, ένα εξαίσιο τίμπρο, μια μεγάλη εκφραστική κλίμακα. Διαθέτει δύναμη και διαύγεια.

Η φωνή του Μπιθικώτση έλαμψε στα τραγούδια του Θεοδωράκη αλλά και η μουσική του Θεοδωράκη έλαμψε με τη φωνή του Μπιθικώτση.

Η φωνή του Μπιθικώτση δεν διαθέτει μονάχα τα τεράστια μουσικά προσόντα, αλλά διαθέτει και μια άρθρωση μοναδική που δεν διαθέτουν μεγάλοι ηθοποιοί. Ποτέ δεν χάνεται, δεν σβήνει, δεν θαμπώνει ούτε μία συλλαβή, ούτε ένα φωνήεν, ούτε ένα σύμφωνο. Ακόμα και το τελικό «σίγμα» στο τέλος μια μουσικής φράσης που εξαφανίζεται πλήρως στους περισσότερους τραγουδιστές, στον Μπιθικώτση ακούγεται με απόλυτη καθαρότητα. Έτσι ο μεγάλος ποιητικός λόγος με τη μουσική του Θεοδωράκη και με τη φωνή του Μπιθικώτση, βρίσκει μπορώ να πω τη μεγαλύτερη και εκφραστικότερη δικαίωση. Ο Μπιθικώτσης έχει στο ενεργητικό του τεράστιες επιτυχίες τραγουδώντας ποίηση μεγάλων ποιητών, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Λειβαδίτη και άλλων ακόμα αλλά μέσα σ' αυτές τις μεγάλες του επιτυχίες νομίζω πως η κορυφαία του επιτυχία ήταν η «Ρωμιοσύνη», μια ερμηνεία μοναδική, ασύγκριτη, ανεπανάληπτη...

Μέσα στη φωνή του, όλο ο καημός του Ελληνικού Λαού, όλο του το μεράκι και όλη του η λεβεντιά φαίνεται σ' όλο τους το μεγαλείο!

Θυμάμαι ότι σε μεγάλα γεγονότα της Νεοελληνικής μας Ιστορία εδώ και 15 χρόνια, σε κρίσιμες αγωνιστικές στιγμές του Ελληνικού Λαού η φωνή του Μπιθικώτση βρισκόταν πάντοτε μπροστά τραγουδώντας τη «Ρωμιοσύνη». Ακόμα και τον τελευταίο καιρό στο Πολυτεχνείο πριν από 10 χρόνια, ο παράνομος σταθμός των σπουδαστών άρχιζε τις εκπομπές του με τη «Ρωμιοσύνη» του Θεοδωράκη και με τη φωνή του Μπιθικώτση και έκλεινε τις εκπομπές του με τη «Ρωμιοσύνη».Θα ’θελα να ευχαριστήσω τον Γρηγόρη Μπιθικώτση που με τη λαμπρότητα της φωνής του έφερε την Ελληνική Ποίηση κοντά στον Ελληνικό Λαό, απ' όπου και προήλθε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Νοέμβριος 1983

Από το δισκογραφικό άλμπουμ: «Mπιθικώτσης»-EMIAL Α.Ε. 1988
(Ελευθεροτυπία, 8 Απριλίου 2005)


Κυριακή 6 Απριλίου 2008

Κορίτσια της συγνώμης ή της πολιτικής ορθότητας;




«Κορίτσια της συγνώμης» ή της πολιτικής ορθότητας;Οι λέξεις είναι πράξειςJean-Paul Sartre

Έχετε ακούσει τα «Κορίτσια της Συγνώμης»; Ένα τρυφερό, μελαγχολικό τραγούδι των αδερφών Κατσιμίχα από τα Ζεστά Ποτά, τον δίσκο-αναφορά ολόκληρου του νέου ελληνικού τραγουδιού. Διαβάστε με προσοχή τους στίχους:
Κορίτσια της συγνώμης
Αυτό το άδειο βλέμμα στον καθρέφτη μου
κάπου το ξέρω καλά από παλιά
να με κοιτάει όπως οι γκρίζες οι κοπέλες που μ’ αγάπησαν
κάτι χλωμές, κάτι χοντρούλες με γυαλιά

Αυτές που δεν τους ρίχνεις δεύτερη ματιά
ξενοδοχεία της αγάπης νυχτωμένα
που περιμένεις να περάσει η μπόρα και μετά
φεύγεις και σε κοιτάνε λυπημένα

Το ξέρουν από την αρχή μα πάντα ελπίζουν
όταν σου δίνουν μ’ αγωνία το φιλί τους
το βλέπουν μες στα μάτια σου, το βλέπεις στα δικά τους
ένα σωρό «τελειώσαμε» η ζωή τους

Μου μείνανε οι θεωρίες και τα λόγια
ένα «τελειώσαμε» κι εγώ μες στη ζωή σου
έφυγα σαν τον κλέφτη δίχως λόγια
και δε λογάριασα την πίκρα τη δική σου

Ένας γελοίος παρλαπίπας κοκοράκος
που όπου με παίρνει και μένα κοκορεύομαι
ένας χαζός και ζαλισμένος ανθρωπάκος
μες στου φαλού μου το φολκόρ να κοροϊδεύομαι

Κορίτσια της συγνώμης μες στα μάτια σας
είναι μια λύπη που δεν έχω εγώ ξεχάσει
κορίτσια γκρίζα νεράιδες της αγάπης
ότι ήτανε να χάσω το έχω χάσει

Και απ’ ότι μου ’μεινε ετούτο το τραγούδι
σας δίνω απόψε που μονάχος ξενυχτάω
μοιάζει χαζό μα είναι το λουλούδι
είναι το χάδι και τα λόγια που χρωστάω
είναι το χάδι το απαλό που σας χρωστάω

Πρόσφατα, το περιοδικό «Δίφωνο» παρουσίασε στο τεύχος 149 ένα δικής του παραγωγής CD, σε επιμέλεια του έγκριτου δημοσιογράφου Σπύρου Αραβανή:
Πάνος Κατσιμίχας - Μάνος Ξυδούς: «Μια βραδιά στο προβάδικο».

Το CD είναι άψογο από τεχνικής άποψης και πολύ ενδιαφέρον καλλιτεχνικά. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία πρέπει αναμφισβήτητα να αποτελέσει οδηγό και μπούσουλα για επόμενες πρωτοβουλίες του ανανεωμένου Διφώνου. Η επανεκτέλεση τραγουδιών των αδερφών Κατσιμίχα (αλλά και των Πυξ Λαξ, Bob Dylan, Λάκη Παπαδόπουλου και Sharp Ties) από τον Πάνο Κατσιμίχα, τον Μάνο Ξυδού και τον Τόλη Φασόη, προφανώς και αποτελεί ένα ιδιαίτερο γεγονός μέσα στη στάσιμη τρέχουσα δισκογραφική παραγωγή.

Ανάμεσα στα τραγούδια του CD ξεχωρίζουν και «Τα κορίτσια της συγνώμης», ερμηνευμένα με τη γνωστή εκφραστικότητα του Πάνου Κατσιμίχα. Όμως, ο παρατηρητικός ακροατής θα προσέξει μια απειροελάχιστη αλλαγή: Ο στίχος «κάτι χλωμές, κάτι χοντρούλες με γυαλιά» αντικαταστάθηκε με τον στίχο «κάτι παράξενες, κρυμμένες στη σκιά». Έτσι, η καινούργια πρώτη στροφή του τραγουδιού διαμορφώθηκε ως εξής:

Αυτό το άδειο βλέμμα στον καθρέφτη μου
κάπου το ξέρω καλά από παλιά
να με κοιτάει όπως οι γκρίζες οι κοπέλες που μ’ αγάπησαν
κάτι παράξενες, κρυμμένες στη σκιά

«Και που είναι το πρόβλημα;» θα αναρωτηθείτε. Μεγάλο το πρόβλημα, τεράστιο. Αυτή η φαινομενικά αθώα στιχουργική αλλαγή εμπεριέχει και συμπυκνώνει όλο το πρόβλημα του τωρινού ελληνικού τραγουδιού, όλη την εκφραστική αδυναμία και πολιτική ορθότητα που στερούν από το τραγούδι τους χυμούς, τη φρεσκάδα και την επαναστατικότητα της έκφρασης. Είναι μια αλλαγή που αντανακλά συγκεκριμένες αισθητικές αλλά και ιδεολογικές - όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια του άρθρου – παραδοχές.

Μια απλή σύγκριση καταδεικνύει δύο διαφορετικές εκφραστικές λογικές: η μία - αυτή της πρώτης εκδοχής του στίχου - είναι περιγραφική, ακριβής, συγκεκριμένη· διεκδικεί και επικυρώνει τον υποκειμενισμό της τέχνης μέσα από συγκεκριμένες, «αντικειμενικές» αναφορές. Η άλλη - αυτή της δεύτερης, νεότερης εκδοχής - είναι αόριστη, γενικόλογη, άχρωμη, άοσμη και εν τέλει ακίνδυνη. Η πρώτη προσεγγίζει την πραγματικότητα ως ένα σύνολο σχέσεων και παραστάσεων που μπορούν να γίνουν αντιληπτές, επειδή ανταποκρίνονται σε μια συγκεκριμένη υλικότητα. Η δεύτερη αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με τρόπο μεταμοντέρνο, υποτάσσοντας ουσιαστικά την πραγματικότητα στην φαινομενικότητα. Η πρώτη περιγραφή φωτίζει την πραγματικότητα: οι κοπέλες είναι χλωμές, χοντρούλες και έχουν γυαλιά. Η δεύτερη αποφεύγει την πραγματικότητα, ή – ακόμα χειρότερα - προσπαθεί να την αποκρύψει: οι κοπέλες είναι παράξενες – γιατί; πώς; σύμφωνα με ποια κριτήρια; - και κρυμμένες στη σκιά – άρα και μη αντιληπτές. Η πρώτη είναι δυσάρεστη, αλλά παίρνει θέση. Η δεύτερη ηχεί ευχάριστα στα αυτιά μας, αλλά μένει ουδέτερη.

Είναι πιθανό – χωρίς να βρισκόμαστε μέσα στο μυαλό του Κατσιμίχα – ότι η αλλαγή αντικατοπτρίζει τις καλύτερες των προθέσεων του δημιουργού: ας πούμε, υπάρχουν πολλές χοντρούλες κοπέλες με γυαλιά, και ίσως το τραγούδι στην πρώτη εκδοχή του να ακουγόταν κάπως «ρατσιστικό», καθότι και οι χοντρούληδες, χλωμοί και διοπτροφόροι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στην αγάπη και δεν μπορούν να στιγματίζονται ως κάποιοι «που δεν τους ρίχνεις δεύτερη ματιά». Τυγχάνω χλωμός, χοντρούλης και γυαλάκιας, και συνεπώς θα ήμουν ο τελευταίος που θα αμφισβητούσε τα δικαιώματα αυτής της ευγενούς συνομοταξίας. Όμως, η αλλαγή του στίχου με θίγει πολύ περισσότερο από την περιγραφή του τραγουδιού στην πρώτη εκδοχή του. Η λεπτομερής αναφορά στα γυαλιά και τα περιττά λίπη αποτελεί την καλύτερη απόδειξη αποδοχής αυτών των κοριτσιών. Αντίθετα, η απάλειψη του στίχου στη δεύτερη εκδοχή σημαίνει ένα πράγμα στα αυτιά μου: ότι οι χλωμές χοντρούλες με γυαλιά δεν αξίζουν ούτε καν μια θέση στο τραγούδι, πόσο μάλλον στις καρδιές και στο κρεβάτι μας. Η πολιτική ορθότητα του Κατσιμίχα – ή οποιουδήποτε πρότεινε την αλλαγή – λειτουργεί σαν μπούμεραγκ. Η απαλοιφή του υποκειμένου (χλωμές χοντρούλες με γυαλιά) και η αντικατάστασή του από ένα άμορφο περιγραφικό σχήμα (παράξενες κρυμμένες στη σκιά) είναι μια μορφή προσβολής και άρνησης αυτού υποκειμένου, πολύ μεγαλύτερης από την εκτίμηση ότι δεν μπορείς να του ρίξεις δεύτερη ματιά.

Ταυτόχρονα, η αλλαγή αυτή επιφέρει μια συνολική ακύρωση του νοήματος του τραγουδιού, σε πλήρη συμπόρευση με τις κατευθύνσεις του μεταμοντερνισμού. Καταρχήν, δεν γίνεται κατανοητό γιατί δεν μπορείς να ρίξεις δεύτερη ματιά σε κάποιον που είναι κρυμμένος στη σκιά. Να με συγχωρούν ο Πάνος και ο Μάνος, αλλά εμένα οι κοπέλες που τράβηξαν τη δεύτερη – και τρίτη, και τέταρτη – ματιά μου ήταν πολύ συχνά λουσμένες στις πιο βαθιές σκιές. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Η ουσία της ακύρωσης του νοήματος βρίσκεται στην αρχή ότι δύο αρνήσεις συνιστούν μια κατάφαση. Στην περίπτωση του τραγουδιού, η πρώτη άρνηση βρίσκεται στη συγνώμη που ζητάει ο δημιουργός από τα κορίτσια του το έτος 1985. Η αλλαγή του στίχου το 2008, μόνο ως δεύτερη, σιωπηρή συγνώμη μπορεί να εκληφθεί. Τότε όμως, γιατί γράφτηκε το τραγούδι, αν δεν μπορούσε με την αρχική του μορφή να εκπληρώσει την αποστολή του; Η «σκιά» του στίχου δεν είναι μόνο σκιά: είναι και θολούρα. Η περιγραφή των χλωμών κοριτσιών με τα γυαλιά συνιστά μια ευγενή και επαναστατική πράξη· ο δημιουργός ζητά συγνώμη από αυτές γιατί τους συμπεριφέρθηκε άσχημα, και έρχεται χρόνια μετά να αποδεχθεί μετανιωμένος την αξία αυτών των κοριτσιών. Αντίθετα, η (μη) περιγραφή των παράξενων και σκιασμένων γυναικών της δεύτερης εκδοχής αναιρεί όλο το υπόλοιπο τραγούδι και τις προθέσεις του δημιουργού.

Γενικότερα, η στιχουργική αυτή αλλαγή ανταποκρίνεται πλήρως στην τάση εξύμνησης της αοριστίας που παρατηρείται ολοένα και περισσότερο στο ελληνικό τραγούδι. Δεν υπάρχει ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος για να γίνει εδώ αναφορά σε παραδείγματα, και γι’ αυτό καταθέτω την αίσθησή μου κάπως δογματικά: το τραγούδι γίνεται ολοένα και πιο γενικόλογο, ολοένα και λιγότερο χειροπιαστό, ολοένα και πιο ορφανό από αναφορές και προσδιορισμούς. Η ιδεολογική διάσταση αυτής της εξέλιξης είναι ότι το τραγούδι έτσι γίνεται ολοένα και πιο ακίνδυνο. Δεν μπορείς να αλλάξεις μια πραγματικότητα που δεν μπορείς να συλλάβεις. Δεν μπορείς να ζητήσεις συγνώμη από ένα κορίτσι που δεν μπορείς να περιγράψεις.

«Η αλήθεια είναι συγκεκριμένη», έλεγε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Αν λοιπόν η αλήθεια των Κατσιμιχαίων ήταν χλωμή, χοντρούλα και με γυαλιά, γιατί άραγε να χρειάστηκε σκιές και μεταμφιέσεις; Μήπως για να ακουστεί καλύτερα στα μεταλλαγμένα, μικροαστικά αυτιά μας;
ηρ.οικ.

ΥΓ: Σε μια κοινωνία που σέβεται τους ποιητές της, μια συνέντευξη του αντίστοιχου Κατσιμίχα σε οποιοδήποτε περιοδικό συνοδευόμενη από μια ολοκάινουργια παραγωγή CD του θα γινόταν δεκτή ως μέγιστο καλλιτεχνικό γεγονός. Στην σημερινή Ελλαδάρα είναι προφανές ότι τα σαρκαστικά γέλια του show sexy Ψινάκη και τα κρατικοδίαιτα χειροκροτήματα για την Eurovision καλύπτουν τα πάντα. Πάντως, αν βρείτε το συγκεκριμένο CD, ακούστε το με προσοχή. Έχει αυτή τη μοναδική αύρα του ελληνικού τραγουδιού, την από καιρό χαμένη.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης: Μούσα Πολύτροπος

Πρόσφατα εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Μετρονόμος» το βιβλίο του Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη, Μούσα Πολύτροπος: Μελωδική και κοινωνική διαδρομή από το δημοτικό στο «ρεμπέτικο». Από το πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο που αποτελεί απαραίτητο βιβλιογραφικό εφόδιο κάθε φίλου και φίλης του ελληνικού τραγουδιού, αναδημοσιεύουμε τον επίλογο. Ευχαριστούμε θερμά τον εκδότη Θανάση Συλιβό για την άδεια αναδημοσίευσης.





Επίλογος

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

"Ο ασφαλέστερος τρόπος να εξουδετερώσεις το ωραίο είναι να το σφιχταγκαλιάσεις, μέχρι να το σκάσεις. Να τυλίξεις, κατόπιν, το ταριχευμένο πτώμα σε φαντασμαγορικό μύθο, ώστε να το θεωρούν όλοι τόσο αδιάφορα οικείο, που να μην έχουν πια διάθεση μέθεξης. Πάνε πια χρόνια, που ο μύθος, το παραμύθι, σήμαινε παράδοση, ανθρώπινη ανάσα και ψυχαγωγία, ομορφιά και ανάταση, συμβολισμό και προετοιμασία ψυχής για πικρές στιγμές, αλλά μεγάλες αλήθειες. Ακολουθώντας τα μέτρα πληθωρικής εποχής κατάντησε: Λαμπερό, μαγεμένο ψέμα για πρόσκαιρη παραπλάνηση από την ζοφερή πραγματικότητα, διαρκή παραίτηση από κάθε ελπίδα και αγώνα.

Αν το λαϊκό αστικό τραγούδι δραπετεύει από το σιδερόφρακτο κελί του κανόνα, δεν σημαίνει ότι δεν τον επιβεβαιώνει η εξαίρεση. Είναι θέμα διαχρονικής απεικόνισης της ζωής, απαράμιλλης ποιότητας, ταύτισης με τον λαό. Είναι που αφήνει διώκτες και κατά συνθήκη ερευνητές στο μαυσωλείο, το οποίο δεκαετίες του κτίζουν. Σεργιανά αδιάλειπτα στον ελληνικό κόσμο. Αλίμονο αν, όποιος πλημμυρίζει κέφι ή βαλαντώνει από καημό, αναζητεί την… προσήκουσα θεωριούλα για να τον τραγουδά!

Το λαϊκό αστικό τραγούδι, το επονομαζόμενο λαθεμένα ρεμπέτικο, είναι η διαρκής ποιοτική μετεξέλιξη της δημοτικής μελωδικής προίκας στην κοινωνική πορεία από την αγροτική κοινότητα στην πόλη, στην εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Αλέθει συνεχώς καινούρια στοιχεία, που συναντά στο διάβα της, εκφράζει τις νέες συνθήκες, τις ανάγκες και τους καημούς. Γεννοβολά πρωτότυπο έργο, καθώς την κατεργάζονται χαρισματικοί δημιουργοί. Δεκάδες επώνυμοι συνθέτες, στιχουργοί και εκτελεστές! Εκατοντάδες τρίλεπτα αριστουργήματα. Ποιος ξέρει, πόσες χιλιάδες ανώνυμοι παιχνιδιάτορες. Εκατομμύρια ακροατές. Είναι η ομορφότερη απαντοχή και έκφραση του λαού μας κατά τον 20ό αιώνα. Ο αυθεντικότερος καθρέφτης της άκρως προβληματικής μας κοινωνίας.

Περιθώριο ονομάζουν η άρχουσα τάξη και ορισμένοι διανοούμενοι τους λαϊκούς πληθυσμούς. Έτσι τους θέλουν μια ζωή στην Ελλάδα. Αφού οι αστοί με τα τσιράκια τους κρατούν στα χέρια τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους άλλους ιδεολογικούς μηχανισμούς, είναι αδύνατο να περνά διαφορετική άποψη, πλην της εκ της εξουσίας εκπορευόμενης. Όταν μάλιστα την σιγοντάρει φάλτσα η αριστερή ηγεσία. Μόνο που τα δύσκολα εκείνα χρόνια το μαζικό «περιθώριο» δημιουργεί αθάνατο πολιτισμό, που βάφει ανεξίτηλα την συνείδηση της κοινωνίας.

Το καημένο, το κυνηγημένο, ξεχασμένο… ρεμπέτικο! Ευτυχώς το εξευγενίζουν, το σώζουν από την αφάνεια μεταγενέστεροι συνθέτες! Πολλές φορές ξαναζεσταμένη η άνοστη «σούπα» διαρκώς σερβίρεται για να στερεί από τους νεότερους το μεδούλι του λαϊκού πολιτισμού. Οι μάγειροι συγχέουν σκόπιμα την απαξίωση του τραγουδιού από την εξουσία, τις απαγορεύσεις, που προωθεί ο κατασταλτικός μηχανισμός, όχι μόνο ως προς το «ρεμπέτικο», αλλά και προς κάθε τι λαϊκό, με την δημοτικότητα, την οποία έχει αυτό το μουσικό είδος στον λαό. Η ξενόδουλη άρχουσα τάξη παραμένει αντιλαϊκή και στην κουλτούρα.

Ορισμένοι διανοητές, τότε και τώρα, μετρούν το τραγούδι με το υποδεκάμετρο της, κατά το δοκούν, ελληνικότητας. Δήθεν, για να επιβεβαιώνουν την καθαρότητα του «ελληνικού ρεμπέτικου» από κάθε ανατολίτικο στοιχείο! Υπερασπίζονται, τάχα, την ανωτερότητά μας από τους… απολίτιστους Τούρκους! Όταν η βαλκανική προίκα υφαίνεται συλλογικά σε αμέτρητους αργαλειούς, από άπειρους τεχνίτες, κανείς δεν εκδηλώνει το αίσθημα της ιδιοκτησίας και το ψώνιο της μοναδικότητας. Ξεδιψούν στο κοινόχρηστο ποτάμι, που ποτίζει όλα τα μποστάνια. Μετά. οι εξουσίες εκδίδουν πλαστά πιστοποιητικά γνησιότητας, αζήτητα, ψευδεπίγραφα δελτία ταυτότητας.

Ως πότε, άραγε, πρέπει να βασανιζόμαστε από φρικτές ενοχές, επειδή ο Ελληνισμός… συναγελάζεται με «βαρβάρους»; Να νοιώθουμε κόμπλεξ, γιατί ο φταίχτης τόσων υπέροχων «κακών», ο Διόνυσος, έρχεται από την Ανατολή και ο Ορφέας από την Θράκη; Και αν ακόμα, ανοήτως θεωρούμε τους γείτονες –και τους Τούρκους- μεταφορείς πολιτιστικών προϊόντων, πρέπει να τους αντικρίζουμε, με τα φιλικά αισθήματα του συνοδοιπόρου, αφού δανείζονται, μοιράζονται με τους προγόνους μας, συνεταιρικά δουλεύουν την πανέμορφη παράδοση. Πρωτεύον δεν είναι τα δάνεια, που παίρνει το λαϊκό αστικό τραγούδι –κάθε καλλιτεχνικό είδος- αλλά πώς τα… επενδύει.

Το βαφτίζουν αταίριαστα ρεμπέτικο. Στο όνομα χάνεσαι; Άστοχες, ευπρόσβλητες συμβάσεις επικοινωνίας οι λέξεις. Δεν θα είχε σημασία, όπως και να λεγόταν. Το πρώτο ή το έσχατο είναι είδος, που η ονομασία συνιστά φυλακή, ακύρωση ευρύτατου περιεχομένου; Το κίβδηλο, όμως, όνομα γίνεται αφετηρία και πρόσχημα ανιστόρητων απόψεων.

Μέχρι να μάθουμε να πετάμε το λεξικό και το μικροσκόπιο και να αρμενίζουμε με το καλοτάξιδο σκαρί του λαϊκού τραγουδιού. Όπως εύστοχα σημειώνει σε αθηναϊκή εφημερίδα, Οκτώβριος 1911, ανώνυμος κανταδόρος: «Η μουσική είναι άχτι, το βγάζεις που το λες και ανάβεις φωτιά σε εκείνον που το ακούει». Είναι, ίσως, η στιγμή, που ο μύθος ξαναποκτά και στις συγχυσμένες μέρες μας την παλιά, παντοτινά επίκαιρη, ζωοποιό σημασία. Την τεχνουργό του δύναμη!"


Ηλίας Βολιότης – Καπετανάκης
Μούσα Πολύτροπος, Αθήνα: Μετρονόμος, 2007, σελ. 524-526.

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

Συνέντευξη της Ελένης Βιτάλη στον Σωτήρη Κακίση






Ελένη Βιτάλη:

«Μονομάχοι δεν είναι και οι τραγουδιστές;»


του Σωτήρη Κακίση



(Δημοσιεύτηκε στο «Δίφωνο», τεύχος 9, Ιούνιος 1996. Η ανάρτηση συνοδεύεται από φωτογραφίες - στιγμιότυπα της εκπομπής "Ζήτω το ελληνικό τραγούδι" στην ΕΡΤ, όπου εμφανίζονται και οι Ελένη Βιτάλη, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Διονύσης Σαββόπουλος, Τάκης Σούκας, Σωτήρης Κακίσης, από το αρχείο του τελευταίου).




Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; Ποιος φοβάται την Ελένη Βιτάλη; Και ποιος, γι’ αυτό ακριβώς, δεν την αγαπάει, δεν την πονάει, από μακριά ή από κοντά, από τη φωνή της την άγια ή από της ψυχής της τη στάση, την ώς τώρα ιδιαίτερη, ιδιαίτατη πορεία και κίνηση; Των τραγουδιών που έχει πει η Ελένη τα ονόματα θα μπορούσαν να ’ναι από μόνα τους αυτός ο πρόλογος, και να, ας είναι το δεύτερο έστω και καλύτερο, πιο ουσιαστικό του μέρος, πριν την ξανακούσετε και την ίδια να σας απευθύνεται, με το γλυκό της πάντα τρόπο: «Τι με κοιτάζετε;», «Εγώ τραγούδαγα ! », «Από πού ν’ αρχίσω;», «Ποιο δρόμο να πάρω;», «Δεν με πόνεσε κανείς», «Ελενίτσα», «Νυχτώνει», «Κάθε σπίτι κι οχυρό», «Πιο πολύ για μένα», «Δον Κιχώτης», «Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον»…



ΕλέΝΗ ΒΙΤάΛΗ: Εμείς δεν γερνάμε γιατί είμαστε καλοί άνθρωποι!

ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ: Δηλαδή, Ελένη;

Ο καλός ο άνθρωπος κοιμάται ήσυχος, κύριε Κακίση. Κοιμάται πριν ξημερώσει. Και λίγες να ’χει τύψεις, κι αυτές δεν τις έχει, γιατί έχει σκοπό ν’ αλλάξει, είναι αποφασισμένος. Οι τύψεις μετράνε μόνο όταν δεν έχεις κανένα σκοπό ν’ αλλάξεις, ξέρετε.

Αυτό όμως το «κοιμάται πριν ξημερώσει» είναι λίγο κόντρα με τη ζωή ενός που τραγουδάει…

Εγώ όμως δεν είμαι ένας άνθρωπος που τραγουδάει μόνο. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που έχει ένα σωρό πράγματα να κάνει, ν’ αγαπάει. Δεν τελειώνει η φαιά μου ουσία πάνω στο τέταρτο, δεν λέω πέντε τραγούδια κι ύστερα δεν υπάρχω.

Είχατε ανέκαθεν κόντρα με το πώς είναι η πραγματικότητα του τραγουδιού μας πια, με το πώς αναγκάζεται να ζει όποιος κάνει καριέρα;

Κοιτάξτε να δείτε. Όταν τραγουδάει κανείς είκοσι οκτώ χρόνια και, το «ανέκαθεν» που ’πατε είναι λίγο! Όταν ζούνε οι άνθρωποι μέσον όρο εβδομήντα όλα κι όλα χρόνια, άντε εβδομήντα οκτώ οι γυναίκες, ποσοστιαία αν το δούμε, μιλάμε για σχεδόν μισή ζωή ολόκληρη. Δεν έχω παίξει εγώ ούτε κουτσό ούτε κυνηγητό. Δεν φλέρταρα, ρε παιδί μου, όσο θα έπρεπε. Δεν τους κατηγορώ όμως τους γονείς μου. Τόσο ξέρανε, τόσο κάνανε. Υπήρχε και φτώχεια μεγάλη τότε.

Θέλατε να γίνετε από πολύ μικρή τραγουδίστρια, λέτε;

Όχι. Να τελειώσω το σχολείο ήθελα εγώ, που δεν το τελείωσα. Το λύκειο. Αλλά διέκοψα.

Λόγω καριέρας;

Για σιγά. Εδώ μπερδεύονται λίγο τα πράγματα. Άλλο να βγαίνω και να τραγουδάω και να χαίρομαι εγώ, κι άλλο καριέρα. Γιατί καριέρα πάει να πει να χαίρονται οι άλλοι.

Σας επιβάλανε ίσως το δεύτερο κάποτε;

Ο άνθρωπος, πιστεύω εγώ, γίνεται αυτό που θέλει. Όσο κι αν αυτό μπορεί να βρίσκεται ακόμη και στο ανθυποσυνείδητό του. Αυτό μάχεται εκεί μέσα και στο τέλος τον κάνει να κάνει τη ζωή που θέλει. Εγώ ναι, ήθελα πάντα να τραγουδάω, αλλά λυπόμουνα, δεν λυπάμαι πια, για ένα σωρό άλλα που πάνε μαζί μ’ αυτό στην εποχή μας.

Διαφωνούσατε, αντιδρούσατε με πολλά;

Μελαγχολούσα με πολλά. Οι μάνατζερ οι σημερινοί, οι «κάπελες» των μαγαζιών, δεν μιλάνε εδώ και χρόνια για τραγούδια, αλλά για λάδια και ξίδια. Λένε, «Έχεις τη Βιτάλη ; Να πάρουμε και τον Καλαντζή, ν’ ανοίξουμε ένα πρόγραμμα». Αυτά όμως εμένα πάψανε να μ’ ενδιαφέρουνε εδώ και καιρό. Αυτά είναι πολύ πεζά πράματα. Θα μου πεις, «Ρε Ελένη, δεν θα τραγουδήσουμε;».

«Ρε Ελένη, δεν θα τραγουδήσουμε;».

Θα τραγουδήσουμε, αλλά το νεράκι που πίνει πια ο κόσμος, πόσο νεράκι αθώο και γάργαρο είναι κανείς μας δεν ξέρει πια.

Η ερώτηση άρα πάει πολύ πιο πέρα από σας. Δεν τραγουδάει πια όλος μαζί ο κόσμος;

Γιατί, πάμε σε καμιά ταβέρνα; Πίνουμε κάνα κρασάκι, τρώμε κάνα ωραίο μεζέ; Ή μήπως πάμε απέναντι, στο σπίτι του γείτονά μας καμιά φορά, να κάνουμε παρέα, να μιλήσουμε; Είναι κάτι πολύ ευγενικοί άνθρωποι εδώ δίπλα, πόσες φορές μου λένε, «Κυρία Ελένη, πάρτε όποτε θέλετε τον σύζυγο κι ελάτε». Δεν έχουμε πάει μία φορά. Για δίπλα μας μιλάμε. Γιατί βάζω κι εγώ το χαζοχαζοκούτι, ν’ ακούσω κι εγώ ό,τι μαλακία ξερνάει κατά ’δω η Αμερική η απολίτιστη. Παλιά, βλέπαμε στο σινεμά και καμιά καλή, ευγενική περιπέτεια, τώρα, αν δεν πνιγούμε όλοι στο αίμα, δεν γίνεται.

Συμπληρώνει το αίμα την τέχνη τους την κουτσή, μπας κι εντυπωσιαστούμε.

Τι ωραία που ’λεγε στον Σπάρτακο: «Πάρ’ το τώρα το παιδί σου ! ». Κι αυτός ήτανε κρεμασμένος. «Ο γιος σου είναι πια ελεύθερος». Μονομάχοι δεν είναι και οι τραγουδιστές, άλλωστε;

Για να τ’ αναλύσουμε αυτό το δύσκολο λίγο…

Αυτό δεν έχει ανάλυση. Αυτό είναι. Να σας το συνοδέψω μ’ ένα στίχο μόνο αν θέλετε. Δεν είναι όμως φρέσκος, τρίχρονος είναι ήδη.

Άμα είναι καλός, το είπαμε. Παύει να ’χει ηλικία.

Καλός πρέπει να ’ναι, για ωραίος δεν ξέρω. «Σαν το κεράκι λιώνω…». Τραβήξτε το λίγο πιο ’κει το μαγνητόφωνο, γιατί όταν τραγουδάμε η φωνή αρπάζει πολύ.

Έννοια σας.

«Σαν το κεράκι λιώνω, θαρρείς και ξεπληρώνω τα χρέη του πατέρα, τα χρέη του παππού. Σαν το κεράκι λιώνω, κι όμως δεν ξεχρεώνω, τα χρόνια τα χαμένα με κυνηγάν’ παντού. Μιά ζωή δεν φτάνει να καταλάβεις το γιατί, ώσπου να βρεις γιατί γεννήθηκες, γέρνεις και σε ρουφάει η γη». Δις!

Άπαξ!

«Στρίμωξαν την ψυχή μου, αχ, σ’ ένα κορμί και φύγανε. Μ’ αφήσαν μοναχή μου, μόνο ψωμί μου δίνανε. Κρυμμένη σ’ ένα σώμα τους καρτερώ ακόμα. Μιά ζωή δεν φτάνει να καταλάβεις το γιατί… Γέρνεις και σε ρουφάει η γη, γέρνεις και σε ρουφάει η γη…».








Τι συνέντευξη λοιπόν κατόπιν τούτου;

Ξέρετε πόσα τραγούδια έχω γραμμένα; Δεκαπεντασύλλαβους, αυτόματη γραφή, τα πάντα. Πράγματα που δεν βγαίνουν σ’ ένα μήνα, σε μία μέρα. Σε μία μέρα το πολύ να βγάλεις πέντε τραγούδια. Πέντε καλά και πέντε μέτρια.

Αισθάνεστε πως μπορεί ένας στίχος, ένα τραγούδι και μόνο να ισούται με μια ζωή ολόκληρη; Να ’ναι η περίληψή της πλήρως;

«Αισθάνομαι» είπατε; Ναι, αυτό το ρήμα επίσης είναι η περίληψή μου. Όσο για το τραγούδι, όσο και προσωπική υπόθεση να ’ναι, πάντα μιλάμε για πέραν του ενός. Κι από δύο και πάνω. Για έναν άντρα και μια γυναίκα, πρώτ’ απ’ όλα. Γι’ αυτό που λέμε κι «αντρόγυνο» αλλιώς.


Δεν είναι κι η μοναξιά της …μοναξιάς το τραγούδι;

Για μένα είναι η τύχη μου η μεγάλη. Ευχαριστώ τον Θεό για το δώρο αυτό που ’χει κάνει. Γιατί εγώ, όπου και να τραγουδάω, νιώθω σαν στο σπίτι μου, που λέμε «οικογένεια». Κι όταν λέω «οικογένεια» πάντα βάζω μέσα κι όλα τα «δικά μας παιδιά». Τον Τσακνή, τα Κατσιμιχάκια…

Δηλαδή;

Δηλαδή, είμαστε συγγενείς, πώς το λένε. Ξέρετε πόσα πράγματα έχω διαβάσει ώς τώρα εγώ στη ζωή μου φιλοσοφικά γι’ αυτά τα πράγματα; Για το με ποιους ταιριάζεις, για το πώς ταιριάζουν οι ψυχές μας ;

Επιμένω στα παραδείγματά σας. Γιατί;

Γιατί οι νότες που μας δίνουνε αυτοί είναι πιο σωστές από ’κείνες που μας δίνουν οι άλλοι. «Εργάζονται» αυτά τα παιδιά. Ξέρουν τι πα’ να πει υπευθυνότητα πρώτα απέναντι στον εαυτό σου. Και το πληρώνονται αυτό.

Ποικιλοτρόπως θα εννοείται, φαντάζομαι.

Ναι. Τα πληρώνεις αυτά τα πράγματα, αλλά, αν είσαι και τυχερός, τα πληρώνεσαι κιόλας, με πράγματα πάνω απ’ τα λεφτά.

Στοχεύουνε σε καρδιές κατευθείαν αυτά τα παιδιά;

Ξέρω τι λέτε. Αυτά τα παιδιά βάλανε και ποιητές, φτιάξανε και Καββαδία, προσπαθήσανε και προσπαθούν. Δεν είναι χέστες, δεν φοβούνται. Δεν σκέφτονται των άλλων την αντίδραση, αυτό που τραβάει η ψυχή τους, αυτό κάνουνε. Τι να κάνουμε τώρα; Θέλω να γράψω μιαν επιστολή ανοιχτή στον Γιώργο. Να πάψει να ξιπάζεται. Όχι γιατί δεν τον αγαπώ. Επειδή ακριβώς τον αγαπάω.

Αυτό εννοείται.

Θα του λέω: «Γιώργο, μην ξιπάζεσαι. Είσαι ο καλύτερος τραγουδιστής σήμερα. Μην αφήνεις τους ανθυποδιανοούμενους να σε μπερδεύουνε». Αυτό περίπου.

Θα μπορούσατε να πείτε από μια κουβέντα για την κάθε φωνή, σας ενδιαφέρει; Τη δικιά σας άποψη την «από μέσα», άραγε;

Να λέω κακό ποτέ δεν θέλω. Δεν θέλω να κρίνω εγώ κανέναν και καμία, τελικά. Κι ο Γιώργος δίκαια έχει φτάσει εκεί που ’χει φτάσει. Που ’ναι ο σταρ που είναι. Ξέρει αυτός για όλα. Κι εγώ πάλι τον ευχαριστώ που βρήκε τον χρόνο και με πήρε και μιλούσαμε ώρα στο τηλέφωνο, μια φορά πάλι που ’χα πάλι εκφράσει έτσι ένα μου παράπονο δημοσίως.

Κι αν δεν πούμε για ζωντανούς, αλλά για πεθαμένους; Αν πούμε, π.χ., για τον Βαμβακάρη;

Πεθαμένος ο Βαμβακάρης; Δεν πάμε μια ωραία εκδρομή μια μέρα στη Σύρο, στους μαχαλάδες; Αλλά, για να το κλείσουμε κάπως και το προηγούμενο θέμα, εγώ λέω πως δεν υπάρχουν μεγάλες και μικρές φωνές. Υπάρχουν διαφορετικές και πιο διαφορετικές φωνές. Κι υπάρχουν, βέβαια, και φωνές για τα πανηγύρια.

Χωρίς να τα περιφρονούμε, βέβαια, τα πανηγύρια…

Αντιθέτως. Το λέμε κι αυτό από κεκτημένη ταχύτητα. Γιατί, μια φορά κι έναν καιρό, μαζεύονταν κι εκεί άνθρωποι που δεν ξέρανε. Κι ο καλλιτέχνης δυσκολευότανε. Του ’παιρνε το μικρόφωνο ο άλλος απ’ τα χέρια, κι εκεί που ’λεγε «Ιτιά, ιτιάααα...», του ’λεγε «Σταμάτα εσύ ! ».

Ας γυρίσουμε στον Μάρκο, παρακαλώ.

Δεν τον πρόλαβα. Δεν το γνώρισα. Από τον μπαμπά μου ξέρω πως ήταν καλός άνθρωπος.

Σκέτος καλός άνθρωπος;

Τι σκέτος; Η Ελλάδα ολόκληρη. Η Καρυάτιδα που λείπει. Η μουσική του ήταν αυτή που ήταν, που είναι. Όσο για τον λόγο του, πώς λέει «Θα σε πάρω να γυρίσω…». Στη Φραγκοσυριανή. Και λέει τόπους της πατρίδας του αυτός. Αυτός δεν λέει θα σου πάρω δαχτυλίδια και χρυσάφια. Αυτός λέει άλλα. Λέει για δαχτυλίδια τις παραλίες μας, ένα ένα τα ονόματά τους τα τρομερά.

Κι ύστερα λέει κι άλλο, πιο μεγάλο ακόμα δώρο είν’ έτοιμος να της κάνει: «Κι ας μου έρθει συγκοπή», λέει. Πεθαίνω για σένα, κι απόψε το βράδυ, κανονικά.

Αυτά είναι. Αυτά ήτανε. Κι εγώ επιμένω. Δεν πάμε στη Σύρο; Για’ δεν πάμε με το πλοίο ένα βράδυ και καλό, μια ωραία παρέα; Γιατί δεν κάνουμε πια τέτοια οι άνθρωποι; Ο Βενιζέλος στη Σύρο πήγε σχολείο, πρωτεύουσα της Ελλάδας ήτανε τότε ουσιαστικά η Ερμούπολη.

Είμαστε όμως πια χωρίς Βαμβακάρη, χωρίς Σύρο, Ελένη…

Ε, και που ζούσε ο Βαμβακάρης, μήπως έγραφε τίποτα τα τελευταία του σαράντα χρόνια; Αλλά η ενέργειά του κι αυτουνού ακόμα και για τους άπιστους, η αύρα του πάντα θα υπάρχει, πάντα υπήρχε. Σαν αυτά που γίνονται στην Ινδία. Ακόμα και οι όπου γης κακόπιστοι σώζονται από κάτι τέτοιους τρομερούς ανθρώπους. Γιατί πού πάνε τόσα όνειρα, τόση ενέργεια, τόση ζωή, παρά σ’ όλον τον άλλον κόσμο, τον ανύποπτο τον πιο πολύ; Ο Βαμβακάρης δεν ήταν μεγάλος μουσικός. Δεν ήτανε μουσουργός, δεν ήτανε μεγαλόσχημος. Αυτό που ήτανε, ήτανε όμως πολύ μεγάλο, πολύ πρώτο πράμα. Κι ας δείλιαζε κι αυτός ίσως στη ζωή του σαν άνθρωπος, σαν όλους μας. Αυτά έχω να πω για τον Βαμβακάρη. Αυτά ξέρουμε, εγώ κι η ψυχή μου, γι’ αυτόν.

Και στη Σαλαμίνα, στην Κύπρο, με τον Κίμωνα δεμένο νεκρό στο κατάρτι, κέρδισαν οι Έλληνες. Αυτό που λένε στην Ανατολή «ενέργεια» κι εμείς προτιμάμε να το λέμε «ψυχή», πάνω κι από πνεύμα, δηλαδή, πάει πάντα πέρα από τα σώματα.

Βέβαια. Κι αυτό δεν θέλει επεξεργασία. Χτυπάει ακριβώς στο «δόξα πατρί». Εδώ, στο παρασυμπαθητικό. Καρδιά κέντρο!









Ελένη, ποια είναι τα σχέδιά σας τα επόμενα; Μ’ άρεσε πολύ αυτό με τα όνειρα που, ό,τι και να γίνει, ποτέ δεν χάνονται, που ο Βαμβακάρης είχε όνειρα να …φάνε κι εκείνοι που δεν τολμούνε στη ζωή τους ποτέ να ονειρεύονται.


Όχι, μην το πούμε τόσο αφοριστικά. Όλοι οι άνθρωποι κάνουνε όνειρα. Απλώς έχουνε άλλη «υφή», ούτε καν άλλη ποιότητα, τα όνειρα του καθενός μας.

Ας το πω αλλιώς πάλι: εσείς που έχετε πάντα όνειρα, τι λέτε για παραπέρα;

Και ποιος σας είπε πως εγώ έχω πάντα όνειρα;

Αυτό αισθάνθηκα εγώ από την ώς τώρα μικρή μου επαφή με την ψυχή σας. Έκανα λάθος, λέτε;

Σας ευχαριστώ για το θάρρος που μου δίνετε, αλλά εγώ πια όνειρα δεν έχω. Όνειρα είχα μέχρι τα εικοσιτέσσερά μου χρόνια. Μέχρι την πρώτη φορά που βγήκε το ΠΑΣΟΚ ! Που με καλέσανε εκείνο το βράδυ να πάω κι εγώ με τους επισήμους και τη Μελίνα, να το γιορτάσουμε. Κι εγώ χόρευα με τη σημαία στους δρόμους. Εκεί πάθαμε μεγάλη παλινδρόμηση όλοι μας, κι άδικη. Ένα γαμώτο. Και μείναμε να ζητάμε τόσοι άνθρωποι συγνώμη μέσα μας…

Τι θα τραγουδήσετε, λοιπόν, παρ’ όλ’ αυτά;

Νίκο Τάτση θα τραγουδήσω και Ηλία Κατσούλη. Διαλέξαμε κιόλας τρία τραγούδια. Ξέρετε τι μεγάλη υπόθεση είναι σήμερα τρία καλά τραγούδια; Κι ύστερα, λέω να ξανακάνω ψαλμούς βυζαντινούς. «Ανυμνούμεν ζωή…».

Εγώ θα σας ρωτούσα και πιο γενικά. Τι τραβάει σήμερα η ψυχή σας;

Να πάω στο χωριό του άντρα μου, στον Ταΰγετο. Να τραγουδήσω εκεί, εκεί να φτιάχνουμε τραγούδια.

Και πάνω απ’ τον Ταΰγετο;

Για πιο πέρα τι σκέφτομαι; Πολλά. Θα ’θελα κάποτε να τραγουδήσω και Δήμο Μούτση. Και να κάνω επιτέλους κι ένα δίσκο όλο με τραγούδια του πατέρα μου. Που τα ’χουν πει τόσοι και δεν τα ’χω πει εγώ. Αλλά και Χρήστο Νικολόπουλο θα ξανακάνω ελπίζω, και Σούκα.

Και λέτε πως είστε δίχως όνειρα! Προδοθήκατε τώρα στο τέλος.

Ε, ας το πούμε πάλι αλλιώς, να ’μαστε όλοι ευχαριστημένοι: προσδοκίες έχω. Να συνεχίσω να βγάζω και λεφτά απ’ την τέχνη μου, αλλά, ό,τι κάνω, να το κάνω και να ευχαριστιέμαι, να το ευχαριστιέμαι πρώτα εγώ η ίδια. Γιατί και σπανακόπιτες κάνω να γλείφετε και τα δάχτυλά σας, αρκεί να ’μαστε, όπου θα ’μαστε, στον Ταΰγετο ή στη Σύρα, χαρούμενοι, μ’ αυτά τα τόσο ωραία που ’χουμε και τα περιφρονούμε. Ευχαριστημένοι, ευτυχισμένοι.