Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018

Ο Μαμαγκάκης για τον Μαμαγκάκη (Ερωτόκριτος Μπαλάντα - Ερωτόκριτος Μελόδραμα - Ο Άγιος Ερωτόκριτος)





ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ΜΠΑΛΑΝΤΑ
Είναι το πρώτο μου έργο που κυκλοφόρησε σε δίσκο και είχε λαϊκή απήχηση. Δεν βασίζεται στο επαναληπτικό μοτίβο των 5/8, που έχει γεννήσει η αέναη εκφορά του δεκαπεντασύλλαβου του Ερωτόκριτου και που παίζεται και τραγουδιέται από τους παραδοσιακούς μουσικούς της Κρήτης. (Είναι αμιγώς παραδοσιακό και δεν ανήκει σε επώνυμο δημιουργό). Εγώ δανείστηκα μόνο το άρωμά του, δεν το έχω μεταχειριστεί ούτε μια φορά αυτούσια, αντίθετα έχω επινοήσει ένα πλήθος από νέα μοντέλα (παραλλαγές) πάνω στους δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Σ' αυτή την εκδοχή που την θεωρώ και την πιο επιτυχή το έργο έχει ανανεωθεί εκ βάθρων. Στο αρχικό και πολύ σπουδαίο λιμπρέτο του Παναγιώτη Μουλλά μουσικές και μορφολογικές ανάγκες μ' έκαναν να προσθέσω πολλά νέα κομμάτια. Ο Γ. Σεφέρης στα «Ημερολόγια του ‘64» ονομάζει όαση μια Τετάρτη που άκουσε στο σπίτι του Δοξιάδη τον Ερωτόκριτο μου αυτό,  για τρεις φωνές και πέντε όργανα και σε ένα μπιλιέτο που μου ‘στειλε μου λέει «Μαμαγκάκη, το έργο σου είναι γραμμένο με γνώση και με τρόπο». Ο πολύ μεγάλος φιλόλογος, καθηγητής Στυλιανός Αλεξίου στον πρόλογό του για τον Ερωτόκριτο αναφέρει τη μπαλάντα για τρεις φωνές και πέντε όργανα καθώς και την όπερα Ερωτόκριτος - Αρετούσα το 1985 σαν τα μοναδικά μουσικά επιτεύγματα γύρω από τον Ερωτόκριτο στους τέσσερις αιώνες ζωής του έργου.






ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ - ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ
Είναι παραγγελία του δήμαρχου Μανόλη Καρέλλη (1983), έχει σαν αφετηρία την μπαλάντα Ερωτόκριτος για τρεις φωνές και πέντε όργανα. Παίχτηκε το ’85 στο Ηράκλειο, στη Σητεία (δήμαρχος Νίκος Πετράκης) και στη Ρωμαϊκή Αγορά (Αθήνα, Πολιτιστική πρωτεύουσα).Την θεωρώ ένα πραγματικό μελόδραμα, έχει υποστεί εννιά γραφές και ένα μέρος παίχτηκε την 1/4/2005 στην Εθνική Σκηνή της Ορλεάνης. Αμέσως μετά ξαναεπεξεργάστηκα και ηχογράφησα τη τελική μορφή αυτή που υπάρχει στα 2 αυτά cd. Ο πολύ μεγάλος φιλόλογος, καθηγητής Στυλιανός Αλεξίου στον πρόλογό του για τον Ερωτόκριτο αναφέρει τη μπαλάντα για τρεις φωνές και πέντε όργανα καθώς και την όπερα αυτή (version 1985) σαν τα μοναδικά μουσικά επιτεύγματα γύρω από τον Ερωτόκριτο στους τέσσερις αιώνες ζωής του έργου. Δεν θέλω να επιχειρήσω μια ενδελεχή ανάλυση του έργου (δεν είναι άλλωστε η δουλειά μου αυτή), όμως ύστερα από πενήντα χρόνια θητείας στο αριστούργημα αυτό του Β. Κορνάρου τολμώ να πω ότι για την δική μου μουσικολογική κατάρτιση γύρω από το ελληνικό μελόδραμα ίσως είναι ένα από τα πρώτα έργα που λειτούργησε και επενέργησε (σαν όπερα)  συνειδητά στον τόπο μας.






Ο ΑΓΙΟΣ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Βασίζεται στο ποίημα «Νέος Ερωτόκριτος» του Παντελή Πρεβελάκη έργο κατ’ εξοχήν αντιστασιακό. Έργο που γράφτηκε στην διάρκεια της επταετίας και είναι σαφώς καρπός του όψιμου αντιστασιακού μένους του ποιητή. Εδώ παρατίθεται σε διασκευή δική μου (αποσπάσματα).Από μουσικής απόψεως είναι μια προσπάθεια μελοποίησης του δεκαπεντασύλλαβου (του βασανιστικού δεκαπεντασύλλαβου) με πάρα πολλούς και διάφορους τρόπους, πράγμα αφάνταστα δύσκολο γιατί το κρητικίζον άρωμα που διαπνέει το ποίημα καθιστά δύσκολη την εύρεση νέων αυτόνομων μελωδικών σχημάτων. Έχοντας στον νου μου το έργο και επεξεργάζοντάς το εδώ και μια συναπτή τριακονταετία με το χέρι στην καρδιά λέω ότι είναι μια εξ' υπαρχής συνθεμένη μουσική με πάμπολλα νέα μελωδικά και αρμονικά στοιχεία. Γράφοντας αυτό το σημείωμα βρίσκομαι στην αποπεράτωση του έργου αυτού και απλά πληροφοριακά πρέπει να πω ότι ποτέ άλλοτε δεν συνάντησα τόσες δυσκολίες…

Νίκος Μαμαγκάκης

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2018

Ο Μαμαγκάκης για τον Μαμαγκάκη (Νέα Εκδρομή)




ΝΕΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Στο Γεράσιμο Μηλιαρέση αφιερώνω την «Εκδρομή» αυτή για να την ακούει στην αιώνια εκδρομή που έχει πάει. Είναι έργο εξομολογητικό και αναφέρομαι στην Νέα Εκδρομή, γραμμένο για την Έλενα Παπανδρέου το ‘86 στην Αγγλία, και όχι στη μουσική της ταινίας του Τάκη Καννελόπουλου. Ο Γεράσιμος Μηλιαρέσης την εποχή εκείνη είχε ουσιαστική συμμετοχή στο στήσιμο και την εκτέλεση της Εκδρομής. Τον καιρό εκείνο ήταν σχεδόν ακατόρθωτο στην Ελλάδα να βρεθούν πάνω από 3 κιθαριστές που θα μπορούσαν να παίξουν το έργο αυτό. (Γεράσιμος Μηλιαρέσης, Δημήτρης Φάμπας, και ο αείμνηστος παιδαγωγός, κιθαριστής και άνθρωπος, πρωτοπόρος Χαράλαμπος Εκμετζόγλου). Αιωνία σου η μνήμη παλιέ μου φίλε Μάκη...

Νίκος Μαμαγκάκης

Ο Μαμαγκάκης για τον Μαμαγκάκη (Αόρατος Θίασος)



ΑΟΡΑΤΟΣ ΘΙΑΣΟΣ

Το πρώτο μου ενσυνείδητο τραγουδιστικό μου σκαρίφημα ήταν το ποίημα «Εν τω μηνί αθύρι» του Κ.Π. Καβάφη, ακριβώς πριν πενήντα χρόνια (1957) στο πρώτο χρόνο της σπουδής μου στην Ακαδημία του Μονάχου και το οποίο δυστυχώς δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτή την εργασία. Έκτοτε η ποίηση του Καβάφη και η πρόθεσή μου για μια σύνθεση πάνω στη ποίηση αυτή υπέφωσκε μέχρι που πριν μια τετραετία άρχισα να δουλεύω πάνω στα 24 τραγούδια αυτά. Κινήθηκα σε δύο άξονες. Στην καθαρή μελοποιία, με ό,τι αυτή συνεπάγεται, που όμως εμένα δεν με ικανοποιούσε πλήρως επειδή συνήθως η μελοποιημένη ποίηση αδικεί τον λόγο και την κατανόησή του. Γι’ αυτό προσπάθησα να συνθέσω περιοδικά και με όση μπορούσα καλύτερη άρθρωση μια παράλληλη ομιλούμενη μελωδία έτσι που ο σπουδαίος καβαφικός λόγος ν’ ακούγεται και να κατανοείται στην πλήρη μεγαλοσύνη του. Όμως και πάλι μου ’λειπε κάτι. Τα περισσότερα ποιήματα του Καβάφη είναι ηδονιστικά - κατά την έκφραση του Δημήτρη Μητρόπουλου. Η γλώσσα όμως που διαλέγει ο Κ.Π. Καβάφης τις περισσότερες φορές δεν συνάδει με τις καυτές ατμόσφαιρες των ποιημάτων του. Επομένως μου ’λειπε η ατμόσφαιρα των χώρων που βίωσε και γενικά το ηχητικό περιβάλλον όπως εγώ το φανταζόμουν. Γι’ αυτό προσέφυγα σε μια απλή λύση. Δημιούργησα μια ανατολίτικη ατμόσφαιρα, μια φανταστική Αλεξανδρινή ηχητικότητα, στοιχείο που κατά τη γνώμη μου δεν είχε χρησιμοποιηθεί από τους μελοποιημένους καβαφικούς στίχους.

Νίκος Μαμαγκάκης

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Ο Μαμαγκάκης για τον Μαμαγκάκη (Το Τραγούδι του Μπελογιάννη και της Έλλης Παππά)




ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΣ ΠΑΠΠΑ

Έζησα την υπόθεση Μπελογιάννη από κοντά, κυνηγημένος από ασφαλίτες (αδερφό κομμουνιστή στη Μακρόνησο), με μια δραματική περιρρέουσα ηχητική ατμόσφαιρα από τα διάφορα πικ-απ που παίζανε τις επιτυχίες της άνθησης του ρεμπέτικου και που σ’ όλη τη διάρκεια της δίκης αυτής αλλά και γενικότερα της τραγικής εποχής εκείνης, ακουγόντανε σαν ασταμάτητα μοιρολόγια ειδικά γραμμένα για τις περιστάσεις αυτές. Διαβάζοντας τελευταία την ποίηση της Έλλης Παππά και τα «Γράμματα στο γιο μου», εντελώς αυθόρμητα άρχισα να τα μελοποιώ. Παράλληλα η φιλόλογος Μαρία Παχνιστή κορφολόγησε από το βιβλίο «Γράμματα στο γιο μου» και από τα ποιήματα «Δουλειά της φυλακής» ένα μικρό λιμπρέτο που διαβάζει η Σαβίνα Γιαννάτου πάνω σε λαϊκότροπες παραλλαγές για πιάνο. Στα ενδιάμεσα κυριαρχεί η μικρή ρεμπέτικη σουίτα για οχτώ όργανα και όλο αυτό διανθίζεται με έντεκα τραγούδια που τραγουδούν η Σαβίνα Γιαννάτου, ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, η Ειρήνη Δερέμπεη και ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου. Θα μπορούσα να πω πολλά για το ηχούργημα αυτό, όμως νομίζω ότι τα είπα με την μουσική. Θέλω όμως να πω ότι ηχογραφώντας το έργο η Σαβίνα Γιαννάτου δεν άντεξε και κάποια στιγμή ξέσπασε σε δάκρυα διαβάζοντας και τραγουδώντας αυτή την εκπληκτική ιστορία των δύο αυτών ανθρώπων που για μένα είναι από τα σημαντικότερα πλάσματα που γέννησε αυτός ο τόπος.

Νίκος Μαμαγκάκης

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

ούτε μέση ούτε άκρη

"μ' έκανε φτερό και φύλλο ο παράδεισος" τι έγραψε ρε ο άνθρωπος.





Ούτε μέση ούτε άκρη
Στίχοι: Θοδωρής Γκόνης
Μουσική: Παντελής Θαλασσινός
Α' εκτέλεση: Μελίνα Κανά

Ούτε μέση ούτε άκρη
εσύ θα με φας
το τραπέζι, το κρεβάτι
και ο σατανάς.
Πράσινα σπαρμένα μάτια
πάντα και παντού
στα τραπέζια στα κρεβάτια
στην ψυχή, στο νου.

Ούτε φίδι ούτε μήλο
αγώνας άνισος
μέκανε φτερό και φύλλο
ο παράδεισος.

Ούτε μέση ούτε άκρη
εσύ θα με φας
λύσσα το φαΐ στ' αλάτι
κι ο σουμιές φονιάς.
Πράσινα φυσάει και βρέχει
ο κατακλυσμός
πράσινα με κατατρέχει
δώρο ο πειρασμός.

Ούτε φίδι ούτε μήλο
αγώνας άνισος
μ’ έκανε φτερό και φύλλο
ο παράδεισος.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

Θανάσης Μωραΐτης: Για το CD "Τραγούδια της Σίφνου"







Περιλαμβάνει 21 τραγούδια ηχογραφημένα το 1930 στην Αθήνα από την Μέλπω Μερλιέ, το 1961 στην Αθήνα από τον Μάρκο Δραγούμη, το 1971 στη Σίφνο από την Δέσποινα Μαζαράκη και το 1998 στη Σίφνο από τον Θανάση Μωραΐτη. 

Επιμέλεια ενθέτου, παραγωγής, έκδοσης: Μάρκος Φ. Δραγούμης, Θανάσης Μωραΐτης 
Έκδοση: Φίλοι Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου Μέλπως Μερλιέ, Οκτώβριος 2001


Η ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΛΩΝΙΑ ΣΙΦΝΟΥ ΤΟ 1998

Τον Γιώργο Θώμο και την Νεφέλη Κονταρίνη τους γνώρισα από τον «γέροντά μου» ποιητή και καθηγητή Ματθαίο Μουντέ (1935-2000) πριν αρκετά χρόνια. Βρισκόμασταν πολλές φορές τα βράδια όλοι μαζί σε εστιατόριο στον περιφερειακό του Φιλοπάππου, όπου προτιμούσε ο Ματθαίος να βλέπει τους φίλους του. Κάθε φορά, και όλο πιο συχνά μετά το 1996, μου μιλούσαν για την Σίφνο. Ιδιαίτερα όμως για τους μουσικούς και τους τραγουδιστές που άκουγαν στα γλέντια και στα τραπέζια που γίνονταν εκεί.

Επειδή γνώριζαν την συνεργασία μου με τον Μάρκο Δραγούμη και το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο, μου πρότειναν να οργανώσουμε μία αποστολή με σκοπό την καταγραφή και ηχογράφηση των τραγουδιών της Σίφνου. Το μόνο που γνώριζα έως τότε, ήταν η εργασία που είχε κάνει ο Νίκος Σκαλκώτας για λογαριασμό του ΜΛΑ πάνω σε πέντε Σιφνέικες μελωδίες. Μιλώντας με τον Μάρκο Δραγούμη για την επιθυμία-πρόταση των φίλων μου, έμαθα ότι το 1961 είχε ηχογραφήσει στο σπίτι του στην Αθήνα μερικούς από αυτούς τους μουσικούς που άκουγα από τους φίλους μου. Επίσης, ότι η Δέσποινα Μαζαράκη είχε κάνει το ίδιο στην Σίφνο το 1971, μόνο που η ταινία με αυτές τις ηχογραφήσεις βρισκόταν στο Ίδρυμα Baud-Bovy στην Γενεύη. 

Ο καιρός περνά και στο πέρασμά του ωριμάζει η αποστολή στη Σίφνο που γίνεται τον Αύγουστο του 1998. Πήγα με τους φίλους μου που εν τω μεταξύ είχαν μιλήσει με τους μουσικούς και σχεδόν είχαν οργανώσει τα πάντα. Η μεθοδική προεργασία του Μάρκου Δραγούμη για το μουσικό τοπίο της Σίφνου ήταν καθοριστική γιατί, πριν πάω εκεί γνώριζα σχεδόν τα πάντα για τα τραγούδια και τους ιδιαίτερους σκοπούς του νησιού, πράγμα απολύτως απαραίτητο για την επιτυχή έκβαση κάθε αποστολής.

Η αυλή του σπιτιού των φίλων μου στην Απολλωνία πλημμύρισε σε δύο απογεύματα με τα τραγούδια και τους σκοπούς της Σίφνου. Στην πρώτη ηχογράφηση, που έγινε την Τετάρτη το απόγευμα 26 Αυγούστου, έπαιξαν και τραγούδησαν (16 τραγούδια) οι: Απόστολος Αρμελενιός (βιολί: Guarnerius του 1729) και Γιάννης Γαλίφος (λαούτο). Στην δεύτερη ηχογράφηση, που έγινε την Πέμπτη 27 Αυγούστου (και η οποία εξελίχτηκε σε γλέντι μετά χορών, μια και η διαρροή της πληροφορίας για την πρώτη ηχογράφηση έφερε πολλούς κατοίκους της Σίφνου στην αυλή, ανάμεσά τους και τον κορυφαίο λαογράφο και συγγραφέα βιβλίων για τα λαϊκά δρώμενα του νησιού κ. Αντώνη Τρούλλο), μαζί με τους δύο προαναφερόμενους έπαιξαν και τραγούδησαν (26 τραγούδια) οι: Νίκος Ατσόνιος ή Προυνίδης (τραγούδι), Βασίλης Γεωργούλης (τραγούδι), Κώστας Γεωργούλης (βιολί), Γιώργος Ατσόνιος (λαούτο), Ιωάννης Κάραβος (λαούτο) καθώς και ο 15χρονος μαθητής του Αρμελενιού Παντελής Αγιουτάντης.

Η προθυμία όλων να παίξουν και να τραγουδήσουν ό,τι τους ζητούσα ήταν μεγάλη και συγκινητική. Σε ανθρώπινο και προσωπικό επίπεδο η φιλοξενία και η προσφορά τους μας κάνει να νοιώθουμε ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς. Σε καλλιτεχνικό όμως επίπεδο, η ευγνωμοσύνη μας σ’ αυτούς τους υπέροχους μουσικούς είναι απεριόριστη. Ακόμα όμως μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη τούς οφείλεται από τους κατοίκους της Σίφνου που, χάρη στην ευαισθησία και στο ταλέντο των μουσικών-μελών της κοινωνίας τους, η μουσική υπόσταση του νησιού τους εκπροσωπείται με τον καλύτερο τρόπο.


Θανάσης Μωραΐτης

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

Ένα άρθρο του Κοροβίνη για τον Μάνο Ελευθερίου και τα τραγούδια του



Ο ποιητής του φαρμακωμένου καιρού

ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΜΑΝΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ


Από τον Θωμά Κοροβίνη


«Οταν φυσάει το αεράκι της ατιμίας
εσύ ξαναγυρνάς στις ασημένιες εποχές»
Μ.Ε.

Μεγάλωσα στις ταβέρνες και στα καφενεία. Στις ψαρόβαρκες και στο αναλόγιο. Βαφτίστηκα σε μια κουλτούρα καθαρά λαϊκή. Όταν άρχισα να εντρυφώ στα ποιητικά έργα και «διά της διαισθήσεως» να μπαίνω κάπως στη μυσταγωγία της νεοελληνικής ποίησης, χώρισα τους δημιουργούς που ασχολούνταν με την ποίηση σε δύο χοντρικά κατηγορίες: τους λαϊκούς και, ας πούμε, τους λόγιους. Λαϊκό ποίημα μού φαινόταν ένα τραγούδι του Καλδάρα ή του Πυθαγόρα, λόγιο ή αλλιώς -αργότερα ο όρος περίπου καθιερώθηκε- «έντεχνο» ένα ποίημα του Καβάφη ή του Ελύτη. Με ξένιζε ακόμη κι ένας ποιητής που εκφράζει τον συγκερασμό του πειραματισμού στην «έντεχνη» ποιητική γραφή με τα αφομοιωμένα διδάγματα του δημοτικού τραγουδιού, όπως ο Γκάτσος. Σιγά σιγά έμπαινα στο νόημα. Ο Γκάτσος ήταν ο ομοαίματος μεσογειακός αδερφός του Λόρκα. Και δεν είναι που έθεσε τη σφραγίδα του με τη μοναδική Αμοργό, όπου αναδεικνύονται οι καρποί του δίδυμου έρωτά του για τον υπερρεαλισμό και την προφορική λογοτεχνία και γενικότερα τη νεοελληνική παράδοση, αλλά και το πώς υποδέχτηκε όλον αυτό τον πακτωλό της παράδοσης για να μπολιάσει τις φλέβες των τραγουδιών του, που πέρασαν με τις μελωδίες κυρίως του Χατζιδάκι και του Ξαρχάκου στο στόμα του λαού.

Και ο Ελευθερίου; Τον είδα για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του '70, φοιτητής, στο σπίτι της «Φάτα Μοργκάνα», στην Αθήνα. Μπήκε για δυο λεπτά, οστεώδης και πελιδνός, με τους ώμους κυρτούς σαν του Καβάφη, κι έμοιαζε συνεπαρμένος, ταγμένος σ' έναν δικό του κόσμο μυστήριο. «Ψάχνω μια λέξη», είπε κοφτά αντί για «καλησπέρα». Δεν τη βρήκε και έφυγε. «Τι παράδοξος άνθρωπος», σκέφτηκα. Για χρόνια παίδευε τη μνήμη μου η φωτογραφία εκείνη ενός λιπόσαρκου, κλειστού, σαν φυλακισμένου, τύπου, λουσμένου όμως στη θαμπή λάμψη ενός απόκοσμου φωτοστέφανου. Στο μεταξύ, ο θρύλος του μεγάλωνε. Εντυπωσιαζόμουν. Με τον συνδυασμό του με τον Μούτση και τον «Άγιο Φεβρουάριο», που μπόρεσε να τον περάσει μέσα απ' τη φωνή του ελεγειακού Μητροπάνου στον κόσμο. Με τη συνεργασία του με τον Σπανό, με τον οποίο ο Ελευθερίου έκανε ένα αχτύπητο ντουέτο, και με τη «Μαρκίζα» του, που το αθάνατο λαρύγγι της Μοσχολιού την ανέδειξε μοναδικά. Και έψαχνα τις εκλεκτικές συγγένειες. Στα χασάπικα του συντοπίτη του Μάρκου. Στις μπαλάντες του συνονόματου Χατζιδάκι. Στα σκληροτράχηλα ζεϊμπέκικα του Άκη Πάνου. Ενίοτε στον λόγο άλλων ποιητών που έδωσαν ωραία στιχουργήματα κι έγιναν ολοκληρωμένα τραγούδια, συγκαιρινών ή λίγο μεταγενέστερων, όπως π.χ. ο Χριστοδούλου, ο Γκούφας, ο Μπουρμπούλης, ο Αλκαίος, ο Ρασούλης, ο Τριπολίτης, ο Γκανάς, ο Χρονάς, ο Γκόνης. Ενιωθα πως είχε μελετήσει την Ευτυχία (στη μνήμη της, εξάλλου, έχει γράψει ένα άσμα παραδείσιο), τον Τσάντα, τον Βίρβο, τον Μάνεση και τον Κολοκοτρώνη και ότι περιείχε κάποιες αφομοιωμένες επιρροές τους. Με τον Παπαδόπουλο δεν πολυταίριαζε. Μα, ποιητής όντας και ο ίδιος, πατούσε τουλάχιστον με το ένα πόδι στο τοπίο των προγενέστερων ποιητών μας. Μήπως ήταν τρόπον τινά συνέχεια του Γκάτσου; Ψαχνόμουν.

Σε καρτερούν μαστιγωτές και Συμπληγάδες,
μες στα μαλάματα μια νύφη ξαγρυπνά,
έχεις στ' αυτιά της κρεμασμένες τις Κυκλάδες
κι είν' το κρεβάτι της λημέρι του φονιά.

Με τέτοιους εμπνευσμένους στίχους -όμως που δεν μπορούν με ευκολία να αποκρυπτογραφηθούν- μας είχε ξαφνιάσει μιλώντας -όπως ακουγόταν- για την Κύπρο και τα ντέρτια της στο σαγηνευτικό ζεϊμπέκικο του αλησμόνητου Σταύρου Κουγιουμτζή και τη φωνή του υπερτυχερού νεαρού Γιώργου Νταλάρα, που το τραγούδι τού πήγε, η αλήθεια, γάντι.

Αγαπώντας τον λόγο του και αφουγκραζόμενος τον παλμό του άρχισα να μπαίνω στο νόημα. Ο Ελευθερίου είναι ο ποιητής-ραψωδός, με κεφαλαίο Π, του ελληνικού τραγουδιού, ο συγγενέστερος στο πνεύμα του Γκάτσου, χωρίς να τον μιμείται, χωρίς να είναι ακριβώς ο διάδοχος, μα που σίγουρα έχει δασκαλευτεί απ' αυτόν. Έμμεσα έστω. Κι από έναν άλλο δρόμο, βέβαια, ο στενός συγγενής με τους προαναφερθέντες τεχνίτες του λαϊκού λόγου. Με την Παπαγιαννοπούλου, ίσως, περισσότερο. Ο Ελευθερίου είναι ο δημιουργός ποιητικού λόγου στο τραγούδι, ο οποίος εκφράζει σήμερα την επιτομή της πετυχημένης σύζευξης και του αρμονικού συνδυασμού ποίησης-λαϊκής στιχουργίας ως κορυφαίος του είδους.

Το λαϊκό τραγούδι μαρτύρησε πολύ, απαξιωμένο ως αλήτικο, αγράμματο, προλεταριακό ή λούμπεν, από τα ξινισμένα μούτρα των αστών και της κρατικής εξουσίας, αλλά δευτερευόντως και από κάποιους αγκιτάτορες ή διανοουμένους της Αριστεράς, που δεν το πίστεψαν, στιγματίζοντάς το ως προϊόν υποκουλτούρας. Οι σπουδαίοι στιχουργοί μας, παιδιά της ζωής του άστεως, αλλά γνήσιοι συνεχιστές της μακραίωνης παράδοσης των ανώνυμων και επώνυμων ποιητάρηδων της δημοτικής παράδοσης, ούτε καν λαϊκοί ποιητές ή ποιητές του λαϊκού τραγουδιού δεν αξιώθηκαν να ονομαστούν ποτέ. Η μοίρα τους ήταν χθαμαλή. Στη βαριά σκιά των ποιητών μας, αλλά και στο περιθώριο των συνθετών και των ερμηνευτών, οι στιχοποιοί, αν δεν κακόπαθαν και δεν λεηλατήθηκαν βάναυσα, όπως η αξεπέραστη «Γριά» μας, πάντως ποτέ δεν λογαριάστηκε η δουλειά τους σαν μερτικό με αξία ποιοτική καθώς τους έπρεπε. Κι αν δεν ήταν οι αγώνες του Βίρβου -και του μαέστρου Δερβενιώτη-, η εξουσία του Κολοκοτρώνη, η πένα και η φήμη του Λευτέρη Παπαδόπουλου, το εκρηκτικό «ντου» του Σαββόπουλου, αλλά και η αναδρομική καταξίωση της Ευτυχίας, το ένα τρίτο τουλάχιστον της συνδημιουργίας των τραγουδιών μας, ο λαϊκός τους λόγος, ο οποίος από την προπολεμική περίοδο -αλλά και πριν- μέχρι το τέλος του '60 είχε τόσο υποβαθμιστεί, αλλά και οι ίδιοι, που ως πνευματικές προσωπικότητες, ως παραγωγοί λόγου -και κατά συνέπεια ως αμειβόμενοι εργάτες του λόγου- πέρασαν τη ζωή τους σαν παρακατιανοί, θα εξακολουθούσαν να υφίστανται την ίδια άδικη μοίρα.

Ο Ελευθερίου ευτυχώς έλαμψε σε μια εποχή που η αξία των στιχουργικών διαμαντιών αναγνωρίστηκε -τουλάχιστον περισσότερο από πριν- και οι στιχουργοί - ποιητές βρίσκουν σχετικά το δίκιο τους. Παρ' όλο που η παγκυριαρχία, η πριμοδότηση και η πανταχόθεν επιβαλλόμενη πρωτοκαθεδρία του τραγουδιστή-ειδώλου δεν βοηθούν προς την κατεύθυνση της δικαίωσής τους. Μα και οι συνθέτες, που είχαν κάποτε τον πρώτο λόγο, στέκονται σήμερα μουδιασμένοι και παραπονιάρηδες. Είναι σαφώς δεύτεροι στην ιεραρχία.

Ο Ελευθερίου είναι ο εδώ και πολλά χρόνια πλατιά αναγνωρισμένος ποιητής πολυαγαπημένων τραγουδιών, που παραμένει όμως γνωστός - άγνωστος, καθώς η αίσθηση που προκαλεί ισορροπεί ανάμεσα στη φιλότητα, την εξοικείωση και τον απρόσιτο ασκητισμό. Ο Ελευθερίου είναι οπαδός της ελευθερίας. Η γραφή του, πάντοτε διεισδυτική και θελξικάρδια, ενώ εμφέρει το ειδικό βάρος που συνεπάγεται η θεραπεία των λαϊκών μαρτυρίων και τα ασίγαστα πένθη του γένους, έχει τον τρόπο, λειτουργώντας με μια υποδόρια ανατρεπτική μαχητικότητα, να ελευθερώνει απ' αυτό, οδηγώντας τον ακροατή στην κάθαρση.

Η πολύχρωμη και πολύτροπη ματιά του, σε συνδυασμό με την εμπεδωμένη ιστορική και βιωματική ρώμη που έχει αποδείξει ότι διαθέτει, υποβάλλει την αίσθηση ότι ο στιχοπλόκος ποιητής έχει τα εφόδια να διατρέξει την περιουσία ενός ανεξάντλητου και ευρηματικού θεματικού βεληνεκούς και να αιφνιδιάζει θαυμαστικά με τη χρήση ποικίλων στοιχείων και προσώπων από τους κόσμους του επιστητού και των θρύλων, που θα μπορούσαν να αντληθούν από εμπνεύσεις που προκαλούν η ύπαρξη και ο συσχετισμός των πιο ταπεινών πραγμάτων, όπως ένα λουλούδι κι ένα αγκάθι, μια παρθένα κι ένας νταβατζής, αλλά και των πιο μυστηριακών παραστάσεων, π.χ. η απεικόνιση των φρικιαστικών μαρτυρίων της Κολάσεως στον πρόναο των Ταξιαρχών στις Μηλιές του Πηλίου, αλλά και η αγιογράφηση της εκστατικής πυρφόρου αναβάσεως του Προφήτη Ηλία σ' ένα αποξεχασμένο κυκλαδίτικο ορεινό ξωκλήσι.

Ο Ελευθερίου είναι εραστής του απροσδόκητου, θιασώτης του ετοιμόγκρεμνου, λάτρης του απολησμονημένου, ανάδοχος παραγκωνισμένων κομπάρσων και συλλέκτης ανεπίδοτων ηδονών. Ο «πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων» καθορίζει την τέχνη του και ανιχνεύεται στις πηγές της παπαδιαμάντειας ταπεινοφροσύνης, στις οποίες καταφεύγει για να συντηρήσει την ανθρωπιά του και να μεταλαμπαδεύσει τις αξίες του. Τα ποιήματά του είναι οι κραυγές μιας ψυχής προδομένης αλλά περήφανης, σαν την ψυχή του λαού μας, με τις ταπεινώσεις και τους αγώνες του. Όμως η αγωνία του για την ανάδειξη του «δοξαστικού» του γένους και ο εγκωμιασμός της παράδοσης δεν αντιστρατεύονται την ασίγαστη φλόγα του να σαλτάρει με πελώρια άλματα, μαζί με τα παγόνια και τα τρυγόνια του, σε περιοχές ανεξιχνίαστες, ασυνόρευτες με τον χωροχρόνο που διανύουμε.

Η προσωπική μυθολογία που έχει δημιουργήσει ο Ελευθερίου αντιστοιχεί σ' ένα κόσμο που τον διέπουν η αυθεντικότητα, η πρωτοτυπία και η θαυματοποιία και συνιστά μια αυτόνομη και πλήρη εποποιία. Και δεν του πρέπει το «ευχαριστώ» που του χρωστάμε να το θολώνουμε με εύλογες αντιδράσεις του θυμικού σε επικαιρικά φλερτ τής καθαρά προσωπικής του επιλογής, που ενίοτε μας σκανδαλίζουν. Πάνω απ' όλα στέκει το έργο του που κελαηδάει. Είναι πολλά δίστιχα ή στιχάκια ή και τίτλοι τραγουδιών του που έχουν αποθησαυριστεί στην κοινή μνήμη και έχουν ήδη το κύρος και την ισχύ γνωμικού. Και όλα διαπνέονται από μία οικεία, θα έλεγα, τραγικότητα. Ενα μικρό απάνθισμα θα δικαίωνε ίσως αυτή την εκδοχή:

Οι ελεύθεροι κι ωραίοι
ζουν σε κάποιες φυλακές.

Για κάποιον μες στον κόσμο είν' αργά,
ποιος τη ζωή μου ποιος την κυνηγά;

Στα χρόνια της υπομονής
δεν μας θυμήθηκε κανείς.

Τα τραγούδια που 'χουν αίμα και καρδιά
είν' αρρώστια που δεν γίνεται καλά.

Δεν είμαι εγώ αυτός που κυνηγάτε,
λάθος η πόρτα κι ο αριθμός, μη με ρωτάτε.

Σε διαθήκη με σημαίες και συνθήματα
εγώ είμαι ελεύθερος αέρας που φυσά.

Αλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη
κι άλλος στης Σύρας τα στενά αίμα και δάκρυα πίνει.

Αλλά και: Ο Άγιος Φεβρουάριος - Έχεις μάτια το φεγγάρι - Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες - Η σούστα πήγαινε μπροστά κι ο μάγκας τοίχο τοίχο - Ναύτης βγήκε στη στεριά για περιπολία - Αυτές οι ξένες αγκαλιές ήτανε κάποτε φωλιές - Δίψασα στην πόρτα σου γι' αγάπη - Μια νυχτερίδα στη σκεπή φυλάει το σπιτικό μας - Το καρυοφύλλι, μάνα μου - Το παλικάρι έχει καημό κι εγώ στα μάτια το κοιτώ.

«Δίπλα μας γίνονται τα θαύματα», λέει ο ίδιος. Τα θαύματα, που μας χρειάζονται σαν αντίδοτα αυτού του φαρμακωμένου καιρού. Ο Μάνος Ελευθερίου, ένας δημιουργός που το όλο έργο του είναι ο ανάγλυφος καθρέφτης μιας ψυχής που η μοίρα και οι καιροί δεν στάθηκαν φειδωλοί στα φαρμακερά βέλη που του έριξαν, κρατάει καλά κρυμμένο το μυστικό κλειδί της μουσικής του ποίησης. Όμως αυτό δεν είναι ίδιον των γνήσιων ποιητών;

Θωμάς Κοροβίνης
16 Οκτωβρίου 2010, "Βιβλιοθήκη" - Ελευθεροτυπία

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

"Στο Σύνταγμα" με τη Μαρίζα Κωχ






Ήταν Νοέμβρης του 2012 και η Μαρίζα Κωχ έγραφε:


…για να μπορώ να κοιτάζω τον κόσμο στα μάτια, όταν περπατώ, όταν τραγουδώ, όταν διαδηλώνω, προκαλώντας και προσκαλώντας, ζητώντας από τους ανθρώπους του καναπέ να κατεβαίνουν στις διαδηλώσεις.

Για την ηχογράφηση αυτού του τραγουδιού δεν μπορούσα να διαθέσω περισσότερα χρήματα, αναζητώντας το maximum του αποτελέσματος, ούτε μπορούσα να εμπλέξω χορηγούς σε μια προσωπική κραυγή...

Όλα σήμερα άλλωστε είναι πολυτέλεια, εκτός από την ουσία των πραγμάτων.

Να είστε καλά
ΜΑΡΙΖΑ

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

κρυμμένος Φοίβος Δεληβοριάς από την ταινία "Ο εχθρός μου"

Από το OST της ταινίας του Γιώργου Τσεμπερόπουλου "Ο εχθρός μου".




Πες μου ποιος είναι ο εχθρός
Στίχοι: Σωτήρης Κακίσης, Γιώργος Τσεμπερόπουλος, Τάκης Συρέλλης
Μουσική: Άκης Δαούτης
Ερμηνεία: Φοίβος Δεληβοριάς

Κλείνω τα μάτια
γιατί ο κόσμος με τυφλώνει,
σκοτάδι από τα βλέφαρα
να φτάσει στην καρδιά μου.
Κλείνω τα μάτια
γιατί η μέρα με πληγώνει,
τον εαυτό μου τον διπλό
δε θέλω πια κοντά μου.

Ποιος να `ναι αλήθεια ο εχθρός
που τις ψυχές παγώνει;
Είναι ο ίδιος μου ο εαυτός
κι ο χρόνος που τελειώνει.

Ξένος στη γη ολόκληρη
άγνωστος και σε μένα
σ’ αυτό το τούνελ το τυφλό
μ’ όλα σταματημένα.
Από την άκρη των γκρεμών
κρατιέμαι απ’ τον αέρα
απ’ τον αέρα των ψυχών
τον πιο τρελό αέρα.

Ποιος να `ναι αλήθεια ο εχθρός
που τις ψυχές παγώνει;
Είναι ο ίδιος μου ο εαυτός
κι ο χρόνος που τελειώνει.







Ξένος στη γη ολόκληρη
Στίχοι: Σωτήρης Κακίσης, Γιώργος Τσεμπερόπουλος
Μουσική: Άκης Δαούτης
Ερμηνεία: Φοίβος Δεληβοριάς

Κλείνω τα μάτια
γιατί ο κόσμος με τυφλώνει
σκοτάδι από τα βλέφαρα
να φτάσει στην καρδιά μου.
Κλείνω τα μάτια
γιατί η μέρα με παγώνει
τον εαυτό μου τον διπλό
δεν θέλω πια κοντά μου.

Ξένος στη γη ολόκληρη
άγνωστος και σε μένα
σ' αυτό το τούνελ το τυφλό
μ' όλα σταματημένα.
Από την άκρη των γκρεμών
κρατιέμαι απ' τον αέρα
απ' τον αέρα των ψυχών
τον πιο τρελό αέρα.

Κλείνω τα μάτια
γιατί ο κόσμος με τυφλώνει
σκοτάδι από τα βλέφαρα
να φτάσει στην καρδιά μου.
Κλείνω τα μάτια
γιατί η μέρα με παγώνει
τον εαυτό μου τον διπλό
δεν θέλω πια κοντά μου.

Ξένος στη γη ολόκληρη
άγνωστος και σε μένα
σ' αυτό το τούνελ το τυφλό
μ' όλα σταματημένα.
Από την άκρη των γκρεμών
κρατιέμαι απ' τον αέρα
απ' τον αέρα των ψυχών
τον πιο τρελό αέρα.

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018

"Χρειάζομαι μουσική" - ο Σωτήρης Κακίσης και το ελληνικό τραγούδι



Κακίσης - Πανούσης - Δεληβοριάς



«Χρειάζομαι μουσική» ― ο Σωτήρης Κακίσης και το ελληνικό τραγούδι





του Ηρακλή Οικονόμου

(μια αρχική εκδοχή του άρθρου δημοσιεύτηκε στο ToPeriodiko.gr.)


«χρειάζομαι μουσική. τώρα που η καρδιά μου σ’ άλλο βουνό ανέβηκε, τώρα που τα μάτια μου σαν φύλλα από του προσώπου μου το δέντρο ένας αέρας παράξενος τα ερωτεύτηκε, τώρα. η μουσική είναι πιο αστεία, λιγότερο άχρηστη από τον θάνατο […] »



Αν ο ένας πνεύμονας του Κακίση αναπνέει ποίηση, ο άλλος αναπνέει μουσική. Και δεν χρειάζεται πολύς κόπος για να το καταλάβεις αυτό. Δεν είναι μόνο οι στιγμές από τις δεκάδες συνεντεύξεις με πρόσωπα του τραγουδιού, απ’ τα μυριάδες ποιήματα, από τις όλο μαστοριά μεταφράσεις του. Η κάθε λέξη που υπογράφει αποπνέει μουσική, με μια φυσική ρυθμικότητα που σε μαγνητίζει.



Μα κι η ίδια η συνάντησή μαζί του πρέπει υποχρεωτικά να περιέχει μουσική. Πρώτη γνωριμία -και να μου συγχωρείτε τον προσωπικό τόνο- σε μια συναυλία του Φοίβου Δεληβοριά, και αφορμή μια συνέντευξή που μόλις είχε πάρει από τον Μάνο Ελευθερίου. Κι η προσωπική μυθολογία του ξανά και πάλι μουσική ξεχειλίζει, και προπαντός όπερα. Δεν θα σας αναφέρω ονόματα προσποιούμενος ότι γνωρίζω για τι και για ποιους μιλάω. Από τον Κακίση τα έμαθα, κι είναι άδικο να υποκρίνομαι ότι τα ήξερα κι από χθες.

Ο Κακίσης είναι ένας αθόρυβος εργάτης του ελληνικού τραγουδιού, με εμπλοκές πολυδαίδαλες. Τον συναντάμε στην εκπομπή «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι» με τον Διονύση Σαββόπουλο, τον διαβάζουμε στο ιστορικό «Ντέφι», τον ξαναβρίσκουμε στο «Δίφωνο» στην πρώτη και καλύτερη φάση του. Ραδιόφωνο έκανε, αθλητικό όμως και όχι μουσικό. Υπήρξε στενός φίλος του Χατζιδάκι, αλλά απ’ αυτούς τους λίγους που δεν ζήτησαν και δεν πήραν ποτέ εκπομπή στο Γ’ Πρόγραμμα. Έγραψε και στίχους.

Το πιο χαρακτηριστικό ίσως στοιχείο τους είναι η πολλαπλότητα των εικόνων, με κοινό συναισθηματικό παρονομαστή την ευαισθησία και την τρυφερότητα. Αυτή η πολλαπλότητα εξηγεί πώς η ιστορία των μελοποιήσεων του Κακίση μπορεί να περιλαμβάνει τέτοιες διαφορετικές μελωδικές διαδρομές, από τη λιτή μπαλάντα «Ατθίδα» του Σπύρου Βλασσόπουλου με την Αλέκα Κανελλίδου μέχρι τη βυζαντινή «Σαπφώ» του Δημήτρη Παπαδημητρίου με την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Ή απ’ τις απίθανα τζαζ «Γάτες» του Άγγελου Κατσίρη με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά και το εξίσου μπλε «Πέρα απ’ τα Σύνορα» του Βαγγέλη Κατσούλη με τη Μαρία Φαραντούρη μέχρι τα «Τέσσερα Βήματα», το υπέροχο απτάλικο του Μάριου Στρόφαλη με την Αναστασία Μουτσάτσου.

Με άλλα λόγια, μην ψάξετε να βρείτε μια μόνο διάθεση και μια μόνο ατμόσφαιρα στη στιχουργική του Κακίση. Περιπαικτικός στο «Χαρέμι» του Γιάννη Γιοκαρίνη με τον Γιάννη Κούτρα, μελαγχολικός στα «Χριστούγεννα» του Γιώργου Ζουγανέλη με την Ισιδώρα Σιδέρη, ενατενιστικός στο «Γλυκόξινο Κρασί» του Μάριου Στρόφαλη με τη Δήμητρα Γαλάνη, εύθραυστος στο «Τραγούδι σου» του αρχιροκά Στέλιου Βαμβακάρη, ταξιδιάρικος στο «Στη Μέση της Κομπανίας» της Οπισθοδρομικής με την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Δεν έχει ευκολίες ο Κακίσης και μανιέρες, γιατί δεν έχει εμμονές. Κι έτσι, ό,τι χάνει σε παγιωμένο στίγμα και «αναγνωρισιμότητα» το κερδίζει σε πρωτοτυπία και αυθορμητισμό.

Αν πρέπει πάντως να εντοπίσουμε κάποιους βασικούς πυλώνες της στιχουργικής του ταυτότητας, ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δώσουμε στα εξής: Αφετηρία του Κακίση είναι η επιθυμία, και γι’ αυτό η τέχνη του είναι καταρχήν πειστική και άμεση. Η στιχουργική του είναι έντονα αισθησιακή: «Θέλω να βλέπω γύρω κορμάκια / και να χορεύουν και να μιλούν» και «χίλια μάτια μου καρδιά / ο χορός της δικής μου φωτιάς» και «ξύπνα το σωματάκι σου / άκουσε την καρδιά σου» και «το ’σκασε πάλι ο στρατιώτης / ήρθε κι απόψε να με χαρεί» και «γυναίκα είναι η ζωή, το χείλι της σταφύλι / κι άντρας ο έρωτας, κρασί, μεθύσι ως τον Απρίλη».

Ταυτόχρονα, όμως, οι στίχοι του Κακίση κομίζουν και μια διάσταση οριακή, μια αίσθηση απώλειας και μια επίγνωση της σκοτεινής πλευράς του ερωτικού αιτήματος: «Κοιτάω πέρα, βλέπω εσένα / κοιτάω δίπλα, δεν βλέπω πια». Ο έρωτας εδώ είναι μια κατάσταση επικίνδυνη, χωρίς υγειονομικές ζώνες και αυτοσυντήρηση: «ο έρωτας είναι σκληρός / και γνώμη δεν αλλάζει» και «σε ερωτεύθηκα σαν στα βιβλία / που ερωτεύονται, που γονατίζουν».

Τέλος, η τέχνη του Κακίση εμπεριέχει και ένα έντονο υπαρξιακό στοιχείο όπου το υποκείμενο, βαθιά μόνο, αναζητά τον ίδιο του τον εαυτό: «Δεν είμ’ εδώ, δεν είμ’ εγώ / δεν ξέρω τ' όνομά μου» και «Ποιος να `ναι αλήθεια ο εχθρός που τις ψυχές παγώνει; / Είναι ο ίδιος μου ο εαυτός κι ο χρόνος που τελειώνει». Εν τέλει, όμως, αυτή η υπαρξιακή ένταση δεν λυγίζει οριστικά τον φορέα της και δεν μπαίνει τελεσίδικα εμπόδιο στην πράξη: «Κυλάει ο κόσμος κι όλο μου φεύγει / μα εγώ αντέχω, εγώ μπορώ». Και κάπως έτσι, το ταξίδι των αισθήσεων και της επιθυμίας συνεχίζεται: «κι ένα τραγούδι ξαναρχίζει / απ’ της σιωπής μου το σκοπό».




Δεσπόζουσα θέση στη δισκογραφία του Κακίση κατέχουν φυσικά οι δύο κύκλοι τραγουδιών που έχει υπογράψει, τα «Κόκκινα Πατίνια» και η «Σαπφώ». Στο ομώνυμο τραγούδι του πρώτου δίσκου συναντάμε την τρυφερότερη προστακτική ever:

«Τι περιμένεις; / Φόρεσε τα κόκκινα πατίνια! / Στροβιλιστείτε, / παίζετε σαν τρυφερά δελφίνια»,

που αν μπορούσα θα την άκουγα και για μέρες ολόκληρες, με την αέναα στροβιλιζόμενη μουσική του Κατσίρη και τη μαγευτική φωνή της Ζορμπαλά. Η αλλαγή του προσώπου από δεύτερο ενικό σε δεύτερο πληθυντικό καθρεφτίζει με ακρίβεια το βασικό αίτημα της στιχουργικής του Κακίση: την αναζήτηση του άλλου και τη συνάντηση μαζί του.

Όσο για τον στιχουργικό και μεταφραστικό άθλο του Κακίση στη «Σαπφώ», αντιγράφω και προσυπογράφω την κρίση του Μάκη Γκαρτζόπουλου από το ιστολόγιό του «Άρωμα τού Τραγουδιού»:

«Ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης ακουμπά το λόγο της Σαπφώς με ευαισθησία και γνώση. Επιλέγει με προσοχή τους στίχους και πραγματοποιεί μια εξαιρετική εργασία, αφήνοντας ελεύθερο τον ποιητικό λόγο της Σαπφώς, προσαρμόζοντάς τον σε μια σύγχρονη γλώσσα, που κρατά ζωντανή την φρεσκάδα του πρωτότυπου. Οι μεταφράσεις του εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τον τελικό στόχο: να γίνουν Τραγούδι!»

Αίσθησή μου είναι ότι ο Κακίσης μας χρωστάει κάτι ακόμα: έναν κύκλο τραγουδιών ίσως, 2-3 μεγάλα τραγούδια, ή έστω ένα ρεφραίν. Δεν ξέρω τι κρατάει κλειδωμένο στα συρτάρια του, όμως ειδικά σήμερα, μέσα σε συνθήκες ασφυκτικής κυριαρχίας ενός τραγουδιού ευχάριστου, άκακου και στεγνού από επιθυμία, ίσως να χρειαζόμαστε την τέχνη του περισσότερο παρά ποτέ.

« […] τι νύχτα, τι πόλη κι αυτή, μ’ εμένα κι όλους τους λαϊκούς τραγουδιστές γύρω μου, στη ζωή μου ολόγυρα!»





Δισκογραφία 

Τα Κόκκινα Πατίνια (μουσική: Άγγελος Κατσίρης, ερμηνεία Μαργαρίτα Ζορμπαλά, LYRA 1984)

1. Τα Κόκκινα Πατίνια. 2. Ηλία Έλα. 3. Το Ασανσέρ. 4. Το Τηλέφωνο. 5. Η Αιχμάλωτη. 6. Οι Γάτες. 7. Μωβ. 8. Τα Δάκρυα. 9. Λίγο Αυγολέμονο. 10. Ακάλυπτος Χώρος. 11. Γιατί δεν Φεύγει με την Βιβή;. 12. Η Ασημένια Μαργαρίτα

Στη Μέση της Κομπανίας (μουσική: Χρήστος Ζέρβας, Άγγελος Σφακιανάκης, LYRA 1985)

13. Στη Μέση της Κομπανίας (ερμηνεία: Ελευθερία Αρβανιτάκη & Στράτος Στρατηγόπουλος). 14. Επίλογος (ερμηνεία: Στράτος Στρατηγόπουλος & Χορωδία)

Θυμήσου εμένα (μουσική: Ανδρέας Μέξας, ερμηνεία: Νάντια Καραγιάννη, LYRA 1985)

15. Ο Στρατιώτης. 16. Εισ’ Αγόρι με Σκουλαρίκι

Τσικαμπούμ (μουσική: Γιάννης Γιοκαρίνης, ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας, LYRA 1985) 

17. Χαρέμι

Σαπφώ (12 ποιήματα της Σαπφώς σε μετάφραση του Σωτήρη Κακίση, μουσική: Σπύρος Βλασσόπουλος, ερμηνεία: Αλέκα Κανελλίδου, ΜΙΝΟΣ-ΕΜΙ 1986)

18. Ατθίδα. 19. Ανακτόρια. 20. Όταν Γελάσεις Τρυφερά. 21. Τ’ Όνειρο. 22. Δίκα. 23. Ο Πόθος ο Κρυφός. 24. Ούτε τα Πλούτη Θέλω. 25. Αλλού Πετάει Τώρα. 26. Φωτιά μου Βάζεις. 27. Κι Εγώ Μόνη Ξαπλώνω. 28. Κοντά της. 29. Απόψε Πάλι

Ερωτικές κόντρες (μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης, ερμηνεία: Ισιδώρα Σιδέρη, LYRA 1986)

30. Χριστούγεννα

Τραγούδια για τους Μήνες (μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου, ερμηνεία Ελευθερία Αρβανιτάκη, Polygram 1996) 

31. Σαπφώ (ποίηση: Σαπφώ, μετάφραση: Σωτήρης Κακίσης)

Μουλάν (μουσική και τραγούδια από την ομώνυμη ταινία, στίχοι: Matthew Wilder, David Zippel, μετάφραση: Σωτήρης Κακίσης, μουσική: Jerry Goldsmith, Walt Disney Music 1998)

32. Καμάρι Όλων μας, Εσύ (ερμηνεία: Δέσποινα Βανδή, Χριστίνα Κουτσουδάκη & Χορωδία). 33. Ποια Είμαι (ερμηνεία: Δέσποινα Βανδή). 34. Λεβεντιά! (ερμηνεία: Δέσποινα Βανδή, Πέτρος Φιλιππίδης, Άλεξ Παναγής, Κώστας Βρετός, Κώστας Μπακάλης, Ποίμης Πέτρου & Χορωδία). 35. Αυτή που σ’ Αγαπά (ερμηνεία: Δέσποινα Βανδή, Ποίμης Πέτρου, Κώστας Βρετός, Κώστας Μπακάλης, Γιάννης Παπαϊωάννου)

Γλυκόξινο Κρασί (μουσική και τραγούδια από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά, μουσική: Μάριος Στρόφαλης, ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη, Mercury 1999)

36. Ίδια καρδιά. 37. Γλυκόξινο κρασί

Ανίσχυρα Ψεύδη (μουσική και τραγούδια από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά, μουσική: Μάριος Στρόφαλης, Planetworks 1999)

38. Φίλα Με (ερμηνεία: Αναστασία Μουτσάτσου). 39. Φωτιά ο Κόσμος Σου (ερμηνεία: Αναστασία Μουτσάτσου). 40. Αυτή η Ζωή (ερμηνεία: Σωτήρης Δογάνης). 41. Τέσσερα Βήματα (ερμηνεία: Αναστασία Μουτσάτσου). 42. Σαν Σιωπή (ερμηνεία: Δήμητρα Χατούπη)

Πίσω Πόρτα (μουσική και τραγούδια από την ομώνυμη ταινία, μουσική: Μάριος Στρόφαλης, LYRA 2000)


43. Πίσω Πόρτα (ερμηνεία: Χρήστος Θηβαίος)



Μια Μέρα τη Νύχτα (μουσική και τραγούδια από την ομώνυμη ταινία, μουσική: Στέλιος Βαμβακάρης, V2 2000)



44. Ο Υπνοβάτης (στίχοι: Σωτήρης Κακίσης & Γιώργος Πανουσόπουλος, ερμηνεία: Μαρίνα Σκιαδαρέση)

Νιρβάνα (μουσική: Στέλιος Βαμβακάρης, ερμηνεία: Στέλιος Βαμβακάρης, Εβελίνα Αγγέλου, LYRA 2009)

45. Το Τραγούδι σου

Para-phrases (μουσική και τραγούδι από την ταινία «Χορεύοντας στον Πάγο», μουσική: Βαγγέλης Κατσούλης, ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη, Subways 2009)

46. Πέρα από τα Σύνορα

Ο Εχθρός μου (μουσική και τραγούδι από την ομώνυμη ταινία, στίχοι: Σωτήρης Κακίσης, Γιώργος Τσεμπερόπουλος, Τάκης Συρέλλης, μουσική: Άκης Δαούτης, ερμηνεία: Φοίβος Δεληβοριάς, ΥouΤube 2013)

47. Πες μου Ποιος Είναι ο Εχθρός

Ηχώ (κύκλος τραγουδιών με μελοποιημένη ποίηση αρχαίων λυρικών ποιητών σε μετάφραση του Σωτήρη Κακίση, μουσική: Κριστέλλα Δημητρίου, ερμηνεία: Λιζέτα Καλημέρη, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Κριστέλλα Δημητρίου)

48. Το κύμα (Αλκαίος). 49. Το καραβάκι (Αλκαίος). 50. Ηχώ (Γαβράδας). 51. Κοιμάσαι μάγκα μου, αλλά… (Απολλωνίδης). 52. Της ποίησης τα δώρα (Σαπφώ). 53. Ίδιος θεός (Σαπφώ). 54. Την ομορφιά σου δώσ’ μου (Σαπφώ). 55. Στο πέλαγο (Αλκαίος). 56. Διδύμη (Ασκληπιάδης). 57. Πιερία (Σαπφώ).

Εκτός δισκογραφίας

Οι Τελευταίες Πόλεις (κύκλος τραγουδιών με μελοποιημένη ποίηση αρχαίων λυρικών ποιητών σε μετάφραση του Σωτήρη Κακίση από την ομώνυμη παράσταση στο Εθνικό Θέατρο, 1987, μουσική Δημήτρης Λέκκας)

Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (κύκλος τραγουδιών από το «Μες στον Καθρέφτη και τι Βρήκε η Αλίκη Εκεί» του Λιούις Κάρολ σε μετάφραση του Σωτήρη Κακίση, για το ντοκιμαντέρ «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» της Μαίρης Κουτσούρη, μουσική Σταμάτης Σπανουδάκης, ερμηνεία Νίκος Δημητράτος)

Επτά Μιμίαμβοι (κύκλος τραγουδιών με μελοποιημένη ποίηση αρχαίων λυρικών ποιητών σε μετάφραση του Σωτήρη Κακίση από την ομώνυμη θεατρική παράσταση στο Θέατρο Αμόρε, 1996-1997, μουσική Δημήτρης Παπαδημητρίου)

Σαν Μάρκο Πόλο (κύκλος τραγουδιών, στίχοι: Σωτήρης Κακίσης, μουσική: Στέλιος Βαμβακάρης, ερμηνεία Στέλιος Βαμβακάρης, Εβελίνα Αγγέλου)



Τα αποσπάσματα των ποιημάτων στην αρχή και στο τέλος του άρθρου προέρχονται από τη συλλογή «Το μυαλό της καρδιάς»