Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

Θάνος Μικρούτσικος: "Αυτό λέω..."




Αυτό λέω. Να προσπαθήσουμε με τα γραπτά μας, με τις δημόσιες παρεμβάσεις μας, με την Τέχνη μας να ξανακάνουμε γοητευτική την εικόνα του κόσμου που θέλουμε τελικά να πάμε. Γιατί είμαι σίγουρος, για όλους εσάς, ότι θέλουμε να πάμε σε μια κοινωνία που ο άνθρωπος θα αυτοπραγματωθεί. Το οφείλουμε στις επόμενες γενιές που έρχονται. Δεν θέλουμε έναν πλανήτη βάρβαρο. Δεν θέλουμε έναν πλανήτη έρημο. Θέλουμε μια κοινωνία που ο ψαράς θα γράφει ποιήματα και ο ποιητής θα ψαρεύει.

Θάνος Μικρούτσικος

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

Το τελευταίο ποίημα του Βίκτορ Χάρα πριν δολοφονηθεί από τη χούντα του Πινοσέτ

Σου στέλνω μετάφραση του τελευταίου ποιήματος του Victor Jara, το οποίο έγραψε κρατούμενος στο Estadio Chile, λίγες μέρες πριν δολοφονηθεί από τη χούντα του Πινοσέτ. Σύμφωνα με τον συγκρατούμενο του, Boris Navia, δικηγόρο και κομμουνιστή μαχητή, το ποίημα το οποίο είχε βάλει στο σημειωματάριο του ο ίδιος ο Victor Jara αντιγράφηκε σε δύο πακέτα τσιγάρα τα οποία δόθηκαν σε ένα φοιτητή και ένα γιατρό οι οποίοι θα απελευθερώνονταν, ενώ τα πρωτότυπα τα έκρυψε στη σόλα του παπουτσιού του. Ο φοιτητής συνελήφθη με τους στίχους και βασανίστηκε όπως και ο Boris Navia, το άλλο αντίγραφο όμως φυγαδεύτηκε από το στάδιο την ίδια νύχτα. Το ποίημα φέρει δύο τίτλους, "Somos cinco mil" (Είμαστε πέντε χιλιάδες) ή  Estadio Chile (το Στάδιο της Χιλής).
Ειρήνη Φιλιππίδου






Somos cinco mil aquí
en esta pequeña parte la ciudad.
Somos cinco mil.
¿Cuántos somos en total
en las ciudades y en todo el país?
Sólo aquí,
diez mil manos que siembran
y hacen andar las fábricas
Cuánta humanidad
con hambre, frío, pánico, dolor,
presión moral, terror y locura.

Seis de los nuestros se perdieron
en el espacio de las estrellas.
Uno muerto, un golpeado como jamás creí
se podría golpear a un ser humano.
Los otros cuatro quisieron quitarse
todos los temores,
uno saltando al vacío,
otro golpeándose la cabeza contra un muro
pero todos con la mirada fija en la muerte.
¡Qué espanto produce el rostro del fascismo!
Llevan a cabo sus planes con precisión artera
sin importarles nada.
La sangre para ellos son medallas.
La matanza es un acto de heroísmo.
¿Es este el mundo que creaste, Dios mío?
¿Para esto tus siete días de asombro y de trabajo?
En estas cuatro murallas sólo existe un número
que no progresa.
Que lentamente querrá más la muerte.

Pero de pronto me golpea la consciencia
y veo esta marea sin latido
y veo el pulso de las máquinas
y los militares mostrando su rostro de matrona
llena de dulzura.
¿Y México, Cuba y el mundo?
¡Qué griten esta ignominia!
Somos diez mil manos
menos que no producen.
¿Cuántos somos en toda la patria?
La sangre del compañero Presidente
golpea más fuerte que bombas y metrallas.
Así golpeará nuestro puño nuevamente.



***


Είμαστε πέντε χιλιάδες εδώ
σ' αυτή τη μικρή γωνιά της πόλης.
Είμαστε πέντε χιλιάδες.
Πόσοι είμαστε συνολικά
στις πόλεις και σε ολόκληρη τη χώρα;
Μονάχα εδώ,
δέκα χιλιάδες χέρια που σπέρνουν
και λειτουργούν τα εργοστάσια.
Πόση ανθρωπότητα
με πείνα, κρύο, πανικό, πόνο,
 πίεση ηθική, τρομοκρατία και τρέλα.

Έξι από τους ανθρώπους μας χάθηκαν
στ' αστέρια
Ένας νεκρός, χτυπημένος όπως ποτέ δεν πίστευα
πως θα μπορούσε να χτυπηθεί ένας άνθρωπος.
Άλλοι τέσσερις θέλησαν να τερματίσουν τον τρόμο τους
μ' ένα άλμα στο κενό,
άλλος χτυπώντας το κεφάλι του σ' έναν τοίχο,
όμως όλοι με το βλέμμα τους σταθερά στο θάνατο.
Τι τρόμο προκαλεί το πρόσωπο του φασισμού!
Εκτελούν τα σχέδιά τους με πανούργα ακρίβεια
χωρίς να νοιάζονται για τίποτα
Το αίμα γι’ αυτούς είναι μετάλλια.
Η δολοφονία πράξη ηρωισμού.
Αυτός είναι ο κόσμος που δημιούργησες, Θεέ μου;
Γι’ αυτό οι επτά μέρες θαύματος και δουλειάς;
Σ’ αυτούς τους τέσσερις τοίχους υπάρχει μόνο ένας αριθμός
που δεν εξελίσσεται
που σιγά-σιγά θα επιθυμεί όλο και περισσότερο το θάνατο.

Αλλά ξαφνικά η συνείδησή μου ξυπνά
και βλέπω αυτή την παλίρροια χωρίς καρδιοχτύπι
και βλέπω τον παλμό των μηχανών
και το στρατό να δείχνει το  πρόσωπο του
γεμάτο γλυκύτητα
Και το Μεξικό, η Κούβα και ο κόσμος;
Φωνάζουν μ’ αγανάκτηση!
Είμαστε δέκα χιλιάδες χέρια
που δεν μπορούν να παράγουν.
Πόσοι είμαστε σε ολόκληρη τη χώρα;
Το αίμα του συναδέλφου Προέδρου
χτυπάει πιο δυνατά από τις βόμβες και τα θραύσματα
Αυτό θα χτυπήσει ξανά τη γροθιά μας.

Victor Jara

Μετάφραση: Ειρήνη Φιλιππίδου

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος: Τσάμικο



Tσάμικο

Στην αγαπητή μου φίλη Μαργαρίτα
που μου άνοιξε τα μάτια
για να επισκεφτώ τη Νέα Υόρκη

Τον Σαββόπουλο τον γνώρισα διά μέσου του Σωτήρη Kακίση στο σπίτι του, στην Αθήνα. Είπαμε πολλά για την Κύπρο, για τη γλώσσα και για τη μουσική. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η οξυδέρκεια της σκέψης του. Έπιανε πουλιά στον αέρα. Όταν του ανέφερα ότι τις προηγούμενες μέρες τα είχαμε πει με τον Φαληρέα, κατενθουσιάστηκε. Μάλιστα, με ρώτησε ποια ήταν η άποψη του Φαληρέα για την Κύπρο. Ο Φαληρέας ούτε κερδοσκοπούσε ούτε καιροσκοπούσε. Μόλις μπήκαμε στο Kυπριακό, μου είπε ευθέως: «Να ’ξηγούμαστε, εγώ είμαι παιδί της Eνώσεως». Περίπου τα ίδια μου είπε και ο Σαββόπουλος. Μάλιστα, μου είπε και ήταν φίλος με τον Pάμφο, τον Ψυρούκη, τον Kυριτσόπουλο και τον Kιάο της Ελευθεροτυπίας. Όλοι τους αριστερίζοντες, αλλά ενωτικοί. Και όλοι στην ομάδα που είχε διαγράψει το Κ.Κ.Ε. με αφορμή ένα άρθρο του Ψυρούκη για την Αυτοδιάθεση της Κύπρου.

Έκτοτε και σταδιακά γίναμε καλοί φίλοι. Όποτε ερχόταν στην Kύπρο, σπανίως έβγαινε εκτός «Aιγαίου». Πίναμε και κουβεντιάζαμε και γνώρισε πολλούς φίλους, όπως τον Σάββα Παύλου, τον Πασιαρδή, τον Προδρόμου, τον Μάικ τον γιατρό και πολλούς άλλους. Έζησα από κοντά όλες τις αγωνίες του κι όλη την απομόνωση που είχε υποστεί εκείνην την περίοδο. Κάναμε και δουλειές μαζί. Οργάνωσα μια εβδομάδα Σαββόπουλου στο περιβόητο «Αντωνάκης μπαρ», μια αίθουσα που άρεσε πολύ στον Σαββόπουλο. «H αίθουσα με τις χιλιάδες φιάλες», όπως λεγόταν. Εκεί, κάθε βράδυ, το κοινό τον αποθέωνε όταν τραγουδούσε το «H Κύπρος είναι ελληνική» και μετά το «Τσάμικο» με μερικές αλλαγές μετά το «Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό…» Γράψαμε κάτι στιχάκια για να ενσωματώσει κάποια κατεχόμενα χωριά μας και ο Σαββόπουλος τα βελτίωνε και τα τραγουδούσε κάθε βράδυ. Στο χωριό Λύση έλεγε: «Λύση, Λύση όχι του Mπούτρος Γκάλι, Λύση του Αυξεντίου», και ακόμη ακούω τα χειροκροτήματα. O ίδιος άνθρωπος είχε το θράσος, μετά από λίγα χρόνια, να υποστηρίξει ένα σχέδιο δέκα φορές χειρότερο απ’ αυτό του Γκάλι. Ευτυχώς που το «Τσάμικο» υπάρχει ηχογραφημένο, στην κυπριακή του εκδοχή, για να μην αμφιβάλλει κανείς. Το παίζει ο Λάζαρος τακτικά στην εκπομπή του.

To «Τσάμικο» άρεσε πολύ και στη Νέα Υόρκη. Έζησα από κοντά την περιοδεία του στην Αμερική. Έπαιζε στον «Θίασο», ένα κλαμπ/εστιατόριο στο Μανχάταν, κι εκεί, για αρκετές νύχτες, ο Σαββόπουλος έκανε Έλληνες και Αμερικάνους να χαίρονται πραγματικά και να απολαμβάνουν μιαν ολοκληρωμένη παράσταση, παρά τις δυσκολίες του χώρου και των συνθηκών. Στο αεροδρόμιο ήρθε να με παραλάβει ο Σαββόπουλος, όμως εγώ θα έμενα με μία φίλη μου που ζούσε χρόνια στη Νέα Υόρκη. Πήγα για λίγες μέρες κι έμεινα σχεδόν έναν μήνα. Κάθε βράδυ δεν χόρταινα το πρόγραμμα. O Σαββόπουλος έπαιζε κυρίως τον νέο του δίσκο «Mην πετάξεις τίποτα».

Παρ’ ότι στη Nέα Υόρκη θα μπορούσες να δεις ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους, εγώ προτίμησα τον Σαββόπουλο. Πήγα σ’ ένα δυο μοντέρνα θεατράκια, αλλά δεν φεντυπωσιάστηκα. Ούτε με εντυπωσίασαν τα μεγάλα θέατρα με τις φαντασμαγορικές παραγωγές που έπαιζαν για χρόνια. Είδαμε και τέτοια. Στους «Άθλιους», μάλιστα, τα σκηνικά και τα κοστούμια τα έκανε μια Κυπραία που, αν την έβλεπες κάπου έξω, σίγουρα θα έλεγες ότι έπλενε πιάτα σε κάποιο φτηνό εστιατόριο. Με εντυπωσίασε, όμως, η αρχοντιά της Nέας Yόρκης. Κάπως έτσι θα ήταν και η Κωνσταντινούπολη στην ακμή της. Κάπως έτσι επί τσάρου θα ήταν και η Αγία Πετρούπολη. Εκεί γνώρισα και τον Γαβρίλο, τον μακαρίτη, από τον Kάτω Δρυ, ψυχούλα με τέσσερις κόρες και τέσσερις γαμπρούς, όλοι να καπνίζουν horto (το χόρτο στα αμερικάνικα), πλάσματα όλα καλοκάγαθα και συντηρητικά.

Μια μέρα, ξυπνήσαμε κι ένα μέτρο χιόνι κάλυπτε όλη τη Nέα Υόρκη. Το βράδυ έγινε ένα θαύμα, φτάσαμε στον «Θίασο» χωρίς να εγκλωβιστούμε πουθενά. Χιόνιζε όπως δεν έχω δει πουθενά, και έχω ζήσει στο βόρειο ημισφαίριο. Κατέφτασαν εκεί και μια παρέα έξι ατόμων από το Σικάγο. Ο Δημήτρης, ο ιδιοκτήτης του κέντρου, προβληματιζόταν αν θα ανέβαλλε την παράσταση. Υπήρχε μία μόνο άλλη προκράτηση. O Σαββόπουλος επέμενε να γίνει η παράσταση και όλοι όσοι ήμαστε εκεί ζήσαμε ένα άλλο θαύμα. Έδωσε μια από τις καλύτερες παραστάσεις που έχω δει ποτέ. Επαγγελματίας ως το κόκαλο, δεν έκανε καμία έκπτωση, δεν άλλαξε ούτε ένα γιώτα από αυτά που έλεγε συνήθως ανάμεσα στα τραγούδια. Εκείνο το βράδυ ήμαστε δεκατέσσερα άτομα. Οι έξι μετανάστες του Σικάγο, τέσσερις Κύπριοι φοιτητές, ανάμεσά τους και το κατοχικό γατί, έτσι αποκαλούσε ο Σαββόπουλος μια λεπτή Κύπρια χορεύτρια, και δυο τρεις σκόρπιοι θαμώνες. Προς το τέλος, κατέφτασαν και μερικοί νέγροι μουσικοί που άλλαζαν βάρδιες με κάποιους συναδέλφους τους στα κέντρα της περιοχής. Αυτοί λάτρευαν τον Σαββόπουλο. Έρχονταν κάθε βράδυ ν’ ακούσουν τον Greek guy, όπως ακριβώς κάποιοι συνάδελφοί τους πριν πενήντα χρόνια πήγαιναν στα ελληνικά κέντρα της 7ης Λεωφόρου ν’ ακούσουν ελληνικά και βαλκανικά άσματα.


Στον «Θίασο» ο μάγειρας ήταν Χιώτης παλαιού τύπου. Τέτοιους δεν βρίσκεις πια. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο εκτός Ελλάδας οι Έλληνες έχουν τόπο καταγωγής και το δηλώνουν κιόλας. Στην Ελλάδα είναι όλοι Αθηναίοι και ντρέπονται για την καταγωγή τους. Στη Nέα Υόρκη οι Χιώτες, για παράδειγμα, είχαν για βασικό τους χαρακτηριστικό ότι ήταν γέννημα της Χίου. O Χιώτης, λοιπόν, έβγαινε από την κουζίνα του και καθόταν μαζί μας ν’ ακούσει κανένα τραγούδι. Συνέχεια μεμψιμοιρούσε που ο Σαββόπουλος δεν ήξερε νησιώτικα, που δεν ήξερε χιώτικα. O Σαββόπουλος τραγούδησε προς το τέλος μερικά νησιώτικα και ησύχασε κι ο καημένος ο Xιώτης.

Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος, Like A Rolling Stone, Λευκωσία: Εκδόσεις Αιγαίον / Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018, σελ. 150-152.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018

1 αφίσα + 3 φωτογραφίες του Πάνου Τζαβέλλα


Αφίσα συναυλίας του Πάνου Τζαβέλλα στη Νυρεμβέργη





Ο Πάνος Τζαβέλλας με την κινηματογραφική Ευδοκία, Μαρία Βασιλείου





Πάνος Τζαβέλλας, Νατάσσα Παπαδοπούλου, Λεωνίδας Κύρκος





Ο Πάνος Τζαβέλλας με τον Μίκη Θεοδωράκη


Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Η Μαρία Δημητριάδη για τις μπουάτ (Αντί, 1974)





Ο "νόμος" της μπουάτ μάς αφαιρεί το καλλιτεχνικό επίπεδο της δουλειάς μας

Ο χώρος «μπουάτ», όπου εξακολουθούμε να δουλεύουμε, διαμορφώθηκε έτσι με τον καιρό, που να αποκλείει και την πλήρη καλλιτεχνική μας έκφραση και την ουσιαστική μας επαφή με το κοινό. Πιο συγκεκριμένα: Η μπουάτ είναι μια καπιταλιστική επιχείρηση που σκοπό έχει το κέρδος και, κατά συνέπεια, καταφεύγει σε όλο και πολυτελέστερους χώρους, στη διαφήμιση και στη δημιουργία «σταρ» σε συνεργασία, βέβαια, με τις εταιρείες δίσκων. Τα υψηλά έξοδα αυτού του μηχανισμού καθορίζουν και την υψηλή τιμή του εισιτηρίου, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από αυτούς τους χώρους πολλοί εργαζόμενοι και φοιτητές. Από την άλλη μεριά, η χαμηλή καλλιτεχνική ποιότητα των προγραμμάτων μαζί με την ιδεολογία της «ψευτοαντίστασης» που πλασάρεται, απομάκρυναν άλλο ένα τμήμα του κοινού, το πιο ευαισθητοποιημένο.

Δουλεύουμε μέσα σ’ αυτό το σύστημα, σημαίνει πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τους νόμους του, όσο κι αν το θέλουμε. Έτσι, πολλές επιλογές μας δεν γίνονται με αυστηρά καλλιτεχνικά κριτήρια. Μας καθορίζει από τη μια μεριά η επιχείρηση και το γεγονός ότι πρέπει να επιβιώσει κι απ’ την άλλη οι απαιτήσεις του συγκεκριμένου κοινού, όπως διαμορφώθηκαν από τους παράγοντες που θίξαμε παραπάνω, αλλά και από το όλο πλέγμα σχέσεων της μουσικής ζωής του τόπου. Έτσι, δε βλέπουμε άλλη λύση από το να παρατήσουμε τη μπουάτ. Προσανατολιζόμαστε σε δύο κατευθύνσεις:

1. Σειρές πολιτιστικών εκδηλώσεων σε συνοικίες της Αθήνας, που θα γίνονται με πολύ χαμηλό εισιτήριο και σε συνεργασία με προοδευτικούς μορφωτικούς συλλόγους που υπάρχουν στις συνοικίες.

2. Δημιουργία ενός χώρου στο κέντρο της Αθήνας χωρίς επιχειρηματία, όπου κάθε νέος καλλιτέχνης θα μπορεί να δοκιμάζει τη δουλειά του. Θα δουλέψουμε χωρίς «σταρ» και ιθύνοντα νου, συλλογικά και δημοκρατικά, παρουσιάζοντας τραγούδια, σύγχρονη μουσική, μοντέρνα όπερα και μικτά θεάματα.

Μαρία Δημητριάδη
Αντί, τεύχος 5, 2 Νοεμβρίου 1974, σελ. 46.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Κατερίνα Πολέμη: "Παρέα, η ζωή είναι πιο ωραία"

Πριν από πέντε χρόνια είχα την τύχη να συνομιλήσω με την Κατερίνα Πολέμη για τον Μετρονόμο, σε μια συνέντευξη που διαβάζετε ΕΔΩ. Από εκείνη την κουβέντα είχα βάλει στην άκρη για μελλοντική χρήση το ακόλουθο απόσπασμα, γιατί η κουβέντα είχε ξεπεράσει κατά πολύ τη διαθέσιμη έκταση. Ιδού!







Τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή φαίνεται να έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη μας στη συλλογικότητα, στο «μαζί». Εσείς έχετε μια καλλιτεχνική ή άλλη παρέα;

Η συλλογικότητα είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα στον κόσμο - για τον άνθρωπο, για άλλα ζώα, για τα δέντρα, και πάει λέγοντας. Εγώ πιστεύω ότι «παρέα, η ζωή είναι πιο ωραία». Μαζί καταφέρνουμε να αγγίξουμε με μεγαλύτερη ταχύτητα μεγαλύτερη ουσία. Τώρα, έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη και παράλληλα εξελίχθηκε πολύ η τεχνολογία με αποτέλεσμα να μπορούμε πρακτικά και μόνοι μας να κάνουμε σχεδόν τα πάντα. Η τεχνολογία μας δίνει την γρηγοράδα αλλά η συλλογικότητα - έστω και μαζί με την τεχνολογία - μας δίνει την πραγματική μαγεία και ευφυΐα! Για να κάνει κάποιος κάτι με κάποιον άλλον αποτελεσματικά, πρέπει να μάθει να συνυπάρχει, να μαθαίνει κάθε μέρα πώς παίζεται το «παιχνίδι» της ομαδικότητας. Δεν είναι εύκολο και γι’ αυτό δεν επιλέγουν να το κάνουν πολλοί, αλλά είναι εφικτό με μεγάλη προσπάθεια και υπομονή στον εαυτό σου και στον άλλον. Εγώ έχω κάποιους ανθρώπους και συνεχίζω να ψάχνω επίσης - καλλιτέχνες και μη. Με συνεργασίες έχω γράψει κάποια από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια. Επιδιώκω να τους έχω στην ζωή μου γιατί με κάνουν καλύτερο άνθρωπο - και άρα και καλύτερη μουσικό.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Για την "Ηχώ" της Κριστέλλας Δημητρίου



ΗΧΩ
Σαπφώ, Αλκαίος και άλλοι αρχαίοι Έλληνες ποιητές
Κριστέλλα Δημητρίου, Σωτήρης Κακίσης, Λιζέτα Καλημέρη
Polytropon, 2017

Ο άγνωστος «Χ» ανοίγοντας το CD και βάζοντας την «Ηχώ» στον player δεν ήταν φυσικά το ερμηνευτικό μέγεθος της Λιζέτας Καλημέρη, ούτε η ποιητική αξία των αρχαίων λυρικών ποιητών μας, ούτε η ικανότητα του Σωτήρη Κακίση να μεταφέρει τα νοήματα των αρχαίων στη γλώσσα που μιλάμε σήμερα. Όλα αυτά είναι γνωστά, παγιωμένα, και καταξιωμένα. Μοναχά το κομμάτι της σύνθεσης και της ενορχήστρωσης ήταν το άγνωστο, καθώς υπογράφεται από την Κριστέλλα Δημητρίου, το προηγούμενο έργο της οποίας πάνω στην Σαπφώ και τον Καβάφη δεν είχα γνωρίσει μέχρι τώρα.

Η «Ηχώ» είναι ό,τι πιο επεξεργασμένο και δουλεμένο μουσικά θα ακούσετε σε άλμπουμ της τρέχουσας «έντεχνης» παραγωγής – ένα κλασικής υφής μουσικό περιβάλλον που δένει εξαιρετικά με τον ποιητικό λόγο. Η εμπειρία της ακρόασης είναι πραγματικά αναζωογονητική, καθώς ξετυλίγονται οι εμπνευσμένες συνθέσεις της Δημητρίου, η μελωδική τρυφερότητα αλλά και το ρυθμικό νεύρο των δημιουργιών της (ακούστε το θαυμάσιο "Το κύμα"!), και η έμφαση στην ενορχηστρωτική λεπτομέρεια με ενδιαφέρουσες συνομιλίες πιάνου – βιολιού ή μαντολίνου – σαξοφώνου! Το πιάνο κυρίαρχο, επιτέλους, γιατί το κυρίαρχο μοντέλο του «παίρνω την κιθάρα μου και τραγουδάω» έχει βρει προ πολλού τοίχο και γιατί υπάρχει ζωή και πέρα απ’ αυτό.

Το μεγάλο κατόρθωμα της Δημητρίου δεν είναι όμως κάποια μεμονωμένη σύνθεση ή ενορχηστρωτική επιλογή της. Το μεγάλο κατόρθωμα είναι η θαυμαστή υφολογική ενότητα του δίσκου – φεύγεις από την ακρόαση όχι έχοντας ακούσει το ένα ή το άλλο τραγούδι, αλλά έχοντας ενταχθεί σε ένα ιδιαίτερο ηχητικό και μουσικο-ποιητικό σύμπαν. Προσπάθησε, αγαπημένη μου αναγνώστρια, να σκεφτείς την τελευταία φορά που αντιμετώπισες ένα CD σαν ενιαίο σύνολο και όχι σαν άθροισμα τραγουδιών, για να καταλάβεις την αξία αυτού του επιτεύγματος.

Μόνη μου παρατήρηση, σε επίπεδο ερμηνείας, είναι ότι η φωνή της Δημητρίου – που επιλέγει να τραγουδήσει τη «Διδύμη» - έχει μια ενδιαφέρουσα χροιά αλλά και ένα έντονα ένρινο στοιχείο που στο συγκεκριμένο τραγούδι κυριαρχεί. Επίσης, αχρείαστη θεωρώ τη συμμετοχή του Αλκίνοου Ιωαννίδη. Υποθέτω ότι η επιλογή του για να τραγουδήσει το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου στόχο είχε να προσθέσει την ανεμελιά και την ελαφρότητα των στίχων, αλλά φοβάμαι πως ό,τι και να δώσεις στον Ιωαννίδη να τραγουδήσει, θα ακουστεί ο ίδιος στόμφος, ο τόσος ξένος προς την ουσία κάποιων τραγουδιών. Αυτά τα δύο τραγούδια, λοιπόν, τη «Διδύμη» και την «Ηχώ» με την ερμηνεία της Λιζέτας Καλημέρη θα τα ήθελα κι αυτά, και ουδεμία άλλη απαίτηση έχω.

Περιττό να πούμε, τελειώνοντας, ότι η ρυθμική ακρίβεια των μεταφράσεων της αρχαίας ελληνικής ποίησης από τον Κακίση είναι ένα εκ των θεμελίων του έργου, κάνοντας πιο εύκολη τη ζωή της μελοποιού. Το καλαίσθητο βιβλιαράκι, εικονογραφημένο με μοτίβα ζωγραφικών έργων της Δημητρίου, περιέχει όλα τα ποιήματα του δίσκου, και μια ανάγνωση στα γρήγορα επιβεβαιώνει τον μέσα τους ρυθμό – πολύτιμη πρώτη ύλη που αναδεικνύεται και εξελίσσεται περίτεχνα από την ταλαντούχα συνθέτρια.

Ηρακλής Οικονόμου




Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018

τα Λαδάδικα του Θωμά Κοροβίνη




(…)
Μια νύχτα, Μάη του ’95, πέρασα ξανά απ’ τα Λαδάδικα. Γίνεται κι εδώ ό,τι έγινε και στην Πόλη. Πριν από λίγα χρόνια οι τούρκικες μαφίες ανατίναξαν σχεδόν εξ ολοκλήρου την ιστορική γέφυρα του Γαλατά, που στις αυθεντικές ταβέρνες της φώλιαζαν για έναν αιώνα τα κατατρεγμένα γιαβράκια και οι σεβνταλήδες Ανατολίτες της εσωτερικής μετανάστευσης, καθώς κι οι σπαρταριστές λαϊκές κομπανίες του δρόμου. Στη θέση της έστησαν μια καινούργια υπερσύγχρονη γέφυρα κι από κάτω της θα χτίσουν μεγάλα τουριστικά μαγαζιά και ρεστωράν για να αρπάζουν εσαεί τον αλλοδαπό και ντόπιο παρά προσφέροντας στους μπουρζουάδες πελάτες τους προκάτ φολκλορικά γλέντια.

Έτσι και στα δικά μας Λαδάδικα. Μια φρενίτις κομψευόμενου αγοραίου κόσμου. Νεοφώτιστοι της ρεμπετολαγνείας. Μεγαλοπιασμένοι βιοτέχνες, ατσαλάκωτα τεκνά, μισοξεβράκωτες πουτανίτσες του δήθεν ξαλού κόσμου, φάτσες δανεικές και αδιάβροχες. Αναβιώνει στη συμπρωτεύουσα η παρακμή της αθηναϊκής Πλάκας. Στη θέση των νοσταλγικών μπουάτ, ρεμπετοφανή και νεολαϊκά γκαρίσματα ανάμεικτα με τέκνο-μιούζικ. Αντί για συρτάκι-σόου με greek style ευζωνάκια, θα κουβαλήσουν, ίσως ανοιχτόχρωμες κοπέλες του Γιδά, κορίτσια απ’ το Ρουμλούκι, με μακεδονίτικες φορεσιές να χορεύουν χασαποσέρβικο.

Αργότερα θα ανακαλυφτούν άλλα – άλλοτε πλούσια και ανθηρά βοσκοτόπια – που θα καθιερωθούν ως μάντρες για τα καινούργια ξεσαλωμένα κοπάδια, που πάσχουν από ψυχική στειρότητα, από ερωτικό ευνουχισμό και άλλες συναφείς ασθένειες. Θα χτιστούν παγερά διασκεδαστήρια και καμουφλαρισμένα εκμαυλιστήρια πάνω στους επτασφράγιστους τάφους της αμαρτίας, που βρομοκοπούσε ανθρωπίλα και καθαρή ηδονή.
(...)

Θωμάς Κοροβίνης, Κανάλ Ντ’ Αμούρ: Αφήγημα για το ερωτικό περιθώριο της Θεσσαλονίκης του ’80, Αθήνα: Άγρα, 1996, σελ. 56-58

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

Στον χορό των αρχαγγέλων





Στον χορό των αρχαγγέλων
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία: Γεράσιμος Ανδρεάτος
Δίσκος: "Ανα-γέννηση: Κρήτη ανάμεσα σε Βενετιά και Πόλη"


Στο χορό των αρχαγγέλων
μια παλιά αποκριά
που ευλογήθηκε το γέλιο
και του κόσμου η μαστοριά
τρώγαν για ψωμί διαμάντια
και ρουμπίνια και χρυσό
κι απ’ τα σύννεφα κομμάτια
για κρασί και για νερό

Στο χορό των αρχαγγέλων
μιαν αποκριά
σβήσαν τα πολύφωτα
κι άναψε το τίποτα
κι έτσι μπήκαν δαίμονες
απ’ τη μια μεριά

Στο χορό των αρχαγγέλων
μια γιορτή κι αποκριά
ρίξαν στους λαχνούς το γέλιο
το φιλί στη ζυγαριά
και ντυθήκαν μασκαράδες
με τις μάσκες του ληστή
και μονάχα τότε είδαν
άνθρωπος το τι εστί

Στο χορό των αρχαγγέλων
μιαν αποκριά
σβήσαν τα πολύφωτα
κι άναψε το τίποτα
κι έτσι μπήκαν δαίμονες
απ’ τη μια μεριά

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

Τρία τραγούδια του Γιώργου Σταυριανού

Το αγαπημένο μου του Σταυριανού, κι άλλα δύο, από το κανάλι των Μ.Π. στο youtube. Μη μου πείτε ότι δεν σας έλειπαν!






Αποχαιρετισμός

Στίχοι - μουσική: Γιώργος Σταυριανός
Ερμηνεία: Αργύρης Κούκας
Δίσκος: Δέκα παιδικοί καϋμοί

Πέρσι ήσουν σύννεφο
φέτος έγινες βροχή
πέρσι ήσουν σύννεφο
φέτος έγινες βροχή
χθες ήσουν ψίθυρος
σήμερα έγινες φωνή

Αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει αγκαλιά
γλυκές γοργόνες και αλκυόνες
θα σου δίνουνε φιλιά
αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει στ’ ανοιχτά
και θ’ απομείνω έρημο κρίνο
μέσα στην αποθυμιά.

Πέρσι ήσουν ψίθυρος
φέτος έγινες φωνή
πέρσι ήσουν ψίθυρος
φέτος έγινες φωνή
χθες ήσουν όνειρο
σήμερα έγινες πληγή

Αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει αγκαλιά
γλυκές γοργόνες και αλκυόνες
θα σου δίνουνε φιλιά
αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει στ’ ανοιχτά
και θ’ απομείνω έρημο κρίνο
μέσα στην αποθυμιά

Θα γίνεις πέρασμα
για ταξίδι μακρινό
θα γίνεις πέρασμα
για ταξίδι μακρινό
στου χρόνου τ’ άγγιγμα
καλοκαίρι μου ζεστό

Αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει αγκαλιά
γλυκές γοργόνες και αλκυόνες
θα σου δίνουνε φιλιά
αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει στ’ ανοιχτά
και θ’ απομείνω έρημο κρίνο
μέσα στην αποθυμιά







Κλείσε τις πόρτες
Στίχοι - μουσική: Γιώργος Σταυριανός
Ερμηνεία: Μαρία Κανελλοπούλου
Δίσκος: Οι φόβοι του μεσημεριού

Κλείσε τις πόρτες, φεύγει η ζωή μου
τα χνάρια μου τα σβήνει ο καιρός
απομεινάρια άδολης μνήμης
που γυροφέρνει άγριος θεός

Κλείσε τις πόρτες να δω το κορμί μου
στο φως της νύχτας το πιο απατηλό
η αγάπη γίνηκε πύρινος κόσμος
και ένα τραγούδι αρχίζει τρελό

Σαν η προσπάθεια γίνεται μοίρα
και η αγάπη λιποθυμιά
φωνάζω "στάσου" και δες τι πήρα
πέφτει το βράδυ και φως πουθενά








Άγνωστη μοίρα μου
Στίχοι - μουσική: Γιώργος Σταυριανός
Ερμηνεία: Κατερίνα Βλάχου

Δίσκος: Το χρώμα της μνήμης

Άπληστος ουρανός φέρνει ξαστεριά
ακούραστος θεός πάνω σου αγρυπνά
κύματα φτερωτά σκάνε στην αυγή
κι εγώ τραβώ κουπιά γι' άγνωστη ακτή

Άγνωστη μοίρα μου, ανηφοριές
άχρηστη πείρα μου από το χθες
ξεκινώ και μετρώ τις ερημιές
και μακριά μου πετώ τις αποσκευές

Το σώμα μούλιασε μέσα στα νερά
μέσα μου φώτισε άγρια χαρά
δεν θέλω συμβουλές κι ούτε πλαίσιο
έχουν κι οι αναποδιές τέλος αίσιο



Άγνωστη μοίρα μου, ανηφοριές
άχρηστη πείρα μου από το χθες
ξεκινώ και μετρώ τις ερημιές
και μακριά μου πετώ τις αποσκευές