Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

Σαράντα χρόνια "Τραγούδια του καιρού μας"





Σαράντα χρόνια Τραγούδια Του Καιρού Μας



του Ηρακλή Οικονόμου
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ

Τα Τραγούδια Του Καιρού Μας είναι ένας δίσκος σε μουσική Σταύρου Κουγιουμτζή, στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη (5), Άκου Δασκαλόπουλου (3), Μάνου Ελευθερίου (1), Βαρβάρας Τσιμπούλη (1) και ένα ποίημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, και ερμηνεία Κώστα Σμοκοβίτη και Αιμιλίας Κουγιουμτζή. Κυκλοφόρησαν το φθινόπωρο του 1977 κι από τότε θεωρούνται μια υποσημείωση στη δισκογραφία του Κουγιουμτζή - μια υποχρεωτική, τυπική αναφορά.

Γιατί, άραγε; Ήταν ο πληθωρισμός της εποχής; Ήταν η απουσία κάποιου τρανταχτού ονόματος στους ερμηνευτές; Μήπως δεν προωθήθηκε αρκετά από τον μηχανισμό για λόγους που θα μας μείνουν για πάντα άγνωστοι; Μήπως ο ίδιος ο Κουγιουμτζής δεν πίστεψε ποτέ σ’ αυτό τον δίσκο, έχοντας …τερματίσει με την προηγούμενη σοδειά του από το «Νάτανε το’21» μέχρι τις «Λαϊκές Κυριακές»;

Σε κάθε περίπτωση, η λήθη δεν ταιριάζει στα Τραγούδια Του Καιρού Μας. Και ο βασικός λόγος γι’ αυτό είναι η αίσθηση που αποκομίζεις ακούγοντάς τα. Τα Τραγούδια Του Καιρού Μας είναι τραγούδια της απουσίας, αλλά όχι τραγούδια της απώλειας. Είναι τραγούδια της δεύτερης ευκαιρίας, της δυνατότητας, και όχι του οριστικού αποχαιρετισμού. Και υπ’ αυτή την έννοια, είναι τραγούδια μιας ρευστής και σύνθετης συναισθηματικής υφής, όχι οριστικά, όχι τελεσίδικα.










Στο «Καλοκαίρι το Μορτάκι» του Άκου Δασκαλόπουλου ακούμε: «Κι εγώ στο χαμηλό πορτάκι / θέλω να μπω κι όλο ζητώ μιαν αφορμή». Η τρέχουσα απουσία μπορεί να πάψει, το χαμηλό πορτάκι μπορεί τελικά να ανοίξει, και οι δυο ήρωες να συναντηθούν. Το ίδιο και στο «Σαν τα τριαντάφυλλα»: «Στείλε μου, Κοσμά, ένα γράμμα / να ’ρθω στον Παράδεισο / να σου φέρω να φορέσεις / τ’ άσπρο σου πουκάμισο». Ακόμα και ο θάνατος δεν επαρκεί για να επέλθει η οριστική απώλεια όταν μπορείς πάντα να πας μια βόλτα στον παράδεισο για να συναντήσεις τον φίλο ή τον αγαπημένο σου.

Το ίδιο και στο ποίημα του Λαπαθιώτη «Το δρομάκι το παλιό», όπου η συνάντηση των δύο ερωτευμένων απλώς αναβάλλεται: «Ήρθ’ απόψε από νωρίς για να σ' ανταμώσω / μα ήμουν, απ' τις ευωδιές, λαγγεμένος τόσο». Το ίδιο και στη «Μικρή οθόνη»: «Το κορίτσι στην Ανάφη είναι μελαγχολικό / κι όλο γράμματα μου γράφει και ρωτάει πώς περνώ». Δεν φεύγει το κορίτσι, τελεσίδικα, μα και δεν είναι τελεσίδικα εδώ. Ακόμα και στο πιο «αποχαιρετιστήριο» τραγούδι, το συγκλονιστικό «Θα βάλω ρούχο δανεικό», ο Μιχάλης Μπουρμπούλης βάζει τον ήρωά του να μπαρκάρει όχι για να φύγει από το αντικείμενο του έρωτα, αλλά για να το συναντήσει: «και σε καράβι φορτηγό / στις μηχανές τεχνίτης / θα βγω στον κόσμο να σε ’βρω / φτωχός κι ερημοσπίτης».

Αλλά και ως προς τη μουσική δεν υπάρχει μία μόνο ατμόσφαιρα, δεν υπάρχουν μονόπαντες καταστάσεις, «χαρούμενο» τραγούδι, «λυπημένο» τραγούδι, και πάει λέγοντας. Δεν μπαίνει ταμπέλα στις συνθέσεις του Κουγιουμτζή, διότι ο ίδιος δεν γράφει μουσική με στόχο να κολακέψει μια ήδη υπάρχουσα συναισθηματική κατάσταση του ακροατή και να εκβιάσει μια στοχευμένη αντίδρασή του. Αυτή είναι η μέθοδος της αγοράς, που τόσο έντονα βλέπουμε να εφαρμόζεται σήμερα στο τραγούδι μας - μια λογική μάρκετινγκ όπου το συναίσθημα πρέπει να απλοποιείται, να πακετάρεται, και μετά να δίνεται σε ισχυρές δόσεις στον ασθενή - αγοραστή - ακροατή. Αντίθετα, εδώ ο ακροατής είναι αυτός που πρέπει να ακολουθήσει το συναίσθημα του δημιουργού, να το αφουγκραστεί μέσα στο βάθος του και τις απρόσμενες μεταπτώσεις του. Δίχως ευκολίες, με μπούσουλα μόνο την πηγαία, πλατιά μελωδικότητα του Κουγιουμτζή.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να αγαπάμε τα Τραγούδια Του Καιρού Μας. Εμένα μου έρχονται αυθόρμητα τουλάχιστον τρεις: «Το καλοκαίρι το μορτάκι», «Θα πάρω ρούχο δανεικό», «Σαν τα τριαντάφυλλα». Αλλά αν το καλοσκεφτείς, δεν γίνεται να αφήσεις απ’ έξω το «Λεωφορείο» και το «Παίρνω τους δρόμους» που ακτινοβολούν την αξιοπρεπή πικρία του Κουγιουμτζή. Και η «Μικρή οθόνη» και το «Μπλου-τζιν» άξια επίσης, καθώς μπλέκουν το κοινωνικό με το προσωπικό, τα ερωτικά γράμματα με το επεισόδιο της TV και τα φιλιά με τη διαδήλωση. Και κάπως έτσι παίρνεις όλο το πακέτο και φεύγεις.

Συνολικά, ο δίσκος αποτελεί αξιοπρόσεκτο δείγμα μιας τραγουδοποιΐας που, απέναντι στον ένα μονόδρομο της σάχλας και τον άλλο μονόδρομο της μοναξιάς, επιλέγει τη λεωφόρο του σύνθετου συναισθήματος. Υπ’ αυτή την έννοια, μέσα στην τωρινή αβάσταχτη βαρεμάρα του ελληνικού τραγουδιού, τα Τραγούδια Του Καιρού Μας διατηρούν τη διαχρονικότητα και την επικαιρότητά τους, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο τους σαράντα χρόνια μετά.

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2018

Μάνος Ελευθερίου: Τα πρώτα χρόνια






Μάνος Ελευθερίου: Τα πρώτα χρόνια


Αφήγηση στους Σπύρο Αραβανή και Ηρακλή Οικονόμου
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ


Πρέπει να ήμουν πολύ μικρός. Μια γυναίκα χωρίς πρόσωπο, πρέπει να ήταν η μάνα του πατέρα μου. Φορούσε μακρύ καφέ φόρεμα. Τη θυμάμαι μέχρι το στήθος, το πρόσωπό της καθόλου. Ύστερα από λίγο καιρό πέθανε. Είναι η πρώτη εικόνα που έχω στη μνήμη μου. Όπως και η παρουσία του δεύτερου συζύγου της προγιαγιάς μου. Ήταν ψηλός μάλλον με παχιά μουστάκια. Καθόμαστε σε έναν τεράστιο κύλινδρο, μια μυλόπετρα. Όταν πήγα στη Σύρα ύστερα από χρόνια, την ξαναβρήκα. Σήμερα δεν υπάρχει. Ήταν έξω από το σημερινό Βιομηχανικό Μουσείο στην Ερμούπολη.

Γεννήθηκα Μάρτη του ’38. Σε ένα μεγάλο σπίτι, διώροφο νεοκλασικό, μέσα στην Ερμούπολη. Δεν υπάρχει σήμερα. Αργότερα η μητέρα μου αγόρασε ένα νεοκλασικό με έναν ωραίο κήπο, ένα από τα λίγα σπίτια με κήπο. Δεν έχει γκρεμιστεί, όμως έχει αλλάξει τελείως η πρόσοψη. Στον κήπο αυτό έχτισαν σπίτι. Η οδός τότε λεγόταν Βασιλίσσης Αμαλίας. Είχε αγοραστεί με καλά χρήματα, το 1940, με χρυσή δραχμή όπως έλεγαν τότε, όχι χρήματα του πληθωρισμού, εντούτοις επειδή ο νόμος Σοφούλη έλεγε ότι από την 1η Απριλίου, όσα σπίτια πουλήθηκαν επιστρέφονται στους πωλητές, το χάσαμε. Εκείνα τα χρόνια, επί Κατοχής, ο κόσμος πουλούσε το σπίτι του για έναν τενεκέ λάδι ή δυο τσουβάλια πατάτες, να φάνε τα παιδιά τους μετά την Απελευθέρωση. Ήμαστε συνεχώς στα δικαστήρια. Ο τελευταίος δικηγόρος που είχαμε, πέθανε πρόσφατα, Κώστας Κριτσίνης, 89 ετών. Τον είχε βάλει ο πατέρας μου επειδή ήταν νεαρός δικηγόρος, φέρελπις. Ζούσαμε εκεί τότε δυο αδέρφια, εγώ με την αδερφή μου, Αγγελική, η μητέρα μου, η μητέρα της και ο δεύτερος σύζυγος της γιαγιάς μου. Πολλές φορές η γιαγιά μου έπιανε σπίτι αλλού. Στο σπίτι σπάνια έμπαιναν γειτόνισσες και φίλες της μαμάς μου. Ο κόσμος ερχόταν όταν υπήρχε γιορτή. Είχαμε μια παραδουλεύτρα, την Ελένη, και μια γυναίκα που ερχόταν και έπλενε τα ρούχα. Μια βασανισμένη γυναίκα. Είχε πολλά παιδιά. 

Τον πατέρα μου τον γνώρισα μεγάλος, έξι χρονών πρέπει να ’μουνα. Λόγω του πολέμου είχε αποκλειστεί στο εξωτερικό και δεν μπορούσε να έρθει στην Ελλάδα. Όταν επέστρεψε, το 1945 έμεινε μαζί μας μέχρι το 1953. Τότε γεννήθηκαν και τα άλλα δύο αδέλφια μου, ο Στέλιος και η Λιλή. Η μητέρα μου γεννήθηκε στη Σύρο και η μητέρα της επίσης. Ο προπάππους μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν ή Μυκονιάτης ή Παριανός. Η προγιαγιά μου ήταν από την Πάρο. Είχε έλθει στη Σύρο για καλύτερη τύχη, μαύρη τύχη, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η μητέρα του πατέρα μου μαζί με όλη την οικογένειά της είχαν έρθει από τη Χίο κι αυτή στο τέλος του 19ου αιώνα. Ο πατέρας μου έχασε πολύ νωρίς τον πατέρα του και αναγκάστηκε από μικρό μωρό να πηγαίνει να εργάζεται. Αυτός ο παππούς πρέπει να ήταν από την Απείρανθο της Νάξου. Υπάρχουν πολλοί εκεί μ' αυτό το όνομα. Και όλοι γράφουν μαντινάδες. Αυτό σημαίνει ότι είχαν ξεκινήσει από την Κρήτη και πιο μπροστά από την Κωνσταντινούπολη. Πολλές χώρες, πολλά βάσανα. Για τον μαύρο επιούσιο.

Τη γιαγιά μου, τη μητέρα της μητέρας μου, την έλεγαν Ευαγγελία Αντωνοπούλου Τη μαμά μου Ευδοξία. Τη βλέπω μέχρι και σήμερα, έρχεται καμιά φορά στον ύπνο μου. Ήταν πάντα κοντά στα παιδιά της. Τραγουδούσε, είχε καλή φωνή. Κάποτε, την περίοδο του πολέμου, ένας ελληνο-αμερικανός συγγραφέας, όταν ήταν νέα - εγώ ήμουν δυόμιση χρονών - της είπε να καλλιεργήσει τη φωνή της. Και εκείνη διερωτήθηκε: «Να καλλιεργήσω τη φωνή μου; Τι πάει να πει “καλλιεργώ;”». Στο νου της καλλιεργούνταν τα χωράφια. Και είχε δίκιο. Είχε πράγματι ωραία φωνή. Και η γιαγιά μου είχε ωραία φωνή. Η αδερφή μου, Αγγελική, το 1978, έκανε μια εκπομπή στο ραδιόφωνο και έβαλε τη γιαγιά μου και τραγούδησε, 78 χρονών γυναίκα. Είχε μια φωνή κοντράλτα. Η μητέρα μου έγραφε και ποιήματα - τα έδωσε κάπου και χαθήκαν. Ζωγράφιζε κιόλας, και έχω αρκετά έργα της, λίγο τρομακτικά, εντελώς καφκικά έργα. Έγραψε και μια μικρή αυτοβιογραφία. Την δακτυλογράφησα σε τέσσερα αντίτυπα και τη μοιραστήκαμε τα τέσσερα παιδιά. Έχει και μια φοβερή, τραγική σκηνή εκεί. Γνώρισε τον πατέρα της, παιδάκι μια φορά, και αυτός δεν της έδωσε ούτε ένα δωράκι. Και τον ξαναείδε πια μεγάλη, ύστερα από 20-25 χρόνια, την περίοδο της Κατοχής. Και τη ρώτησε μόνο «πώς περνάς;». Ο παππούς μου είχε αρκετά κτήματα και χρήματα, αλλά δεν της έδωσε ποτέ τίποτα. Αλλά αυτή στα παιδιά της έδωσε τα πάντα.

Από τον πατέρα μου δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα από εκείνη την εποχή. Ήταν ένας ξένος. Τον απωθούσαμε κι εγώ και η αδερφή μου. Δεν έχω αναμνήσεις, μόνο δυο-τρεις εικόνες. Θυμάμαι μονάχα ότι του ζήτησα δυο φορές - στην Τετάρτη Δημοτικού ήμουνα - να με βοηθήσει σε μια διαίρεση, θυμάμαι σε ένα τραπέζι όπου ήπια για πρώτη φορά μπύρα, δεν θυμάμαι άλλες εικόνες. Δεν μπορούσε να δουλέψει επειδή είχε κηρυχθεί «εις αφάνειαν», και όταν πήγε να ψηφίσει το ’46, και εκείνος και πολλοί άλλοι ναυτικοί είχαν διαγραφεί. Τότε είχε βγάλει διαταγή ο Ζαχαριάδης: «αποχή από τις εκλογές». Ένα από τα πολλά θανάσιμα λάθη του Ζαχαριάδη, τη στιγμή που μπορούσε να έχει τουλάχιστον το 25% της ελληνικής Βουλής. Πιθανόν να ήταν της Μόσχας η διαταγή, αυτός ήταν λακές της Μόσχας. Την πλήρωσαν οι πολίτες. Μετά αναγκάστηκαν και πήγαν στους πολιτευτές του νησιού, και τους είπαν ότι «δεν μας αφήνουν να ψηφίσουμε, δεν μας βρίσκουνε». Οι περισσότεροι ήταν «αιρετικοί» αριστεροί, από τότε, και το 'καναν για να τιμωρήσουν το λάθος του Ζαχαριάδη. Στέλνουν επείγον τηλεγράφημα στο υπουργείο Εσωτερικών. Η απάντηση ήρθε την ίδια μέρα αλλά ήρθε αργά, όταν είχαν κλείσει οι κάλπες. Από τότε αρχίζει ένα κυνηγητό της αστυνομίας. Ο πατέρας μου απαγορευόταν να εργαστεί οπουδήποτε, αν έβρισκε δουλειά τον έδιωχναν ύστερα από μια βδομάδα. Οι γονείς μου παντρεύτηκαν από συνοικέσιο. Δεν ευδοκίμησε ο γάμος. Οι σχέσεις τους δεν ήταν ευχάριστες. Αισθανόμασταν ότι υπάρχει ένας πόλεμος. Η μητέρα μου έγραψε πολλά πράγματα στην αυτοβιογραφία της. Πολλά που δεν φανταζόμασταν. Τρομακτικά. 

Με τα αδέλφια μου είχα άψογη συνεργασία και αγάπη. Πρώτος ήμουν εγώ, μετά η Αγγελική, μετά ο αδελφός μου, ο Στέλιος, και οι δυο πλέον πεθαμένοι, και μετά η Λιλή. Ο καθένας είχε τα δικά του. Η μεγάλη μου αδελφή έγινε ηθοποιός. Είχε γράψει και στίχους, κύκλους τραγουδιών με τον Θεοδωράκη και ήταν καλύτερη ποιήτρια από εμένα. Ο αδελφός μου έμαθε μουσική, έπαιζε στην μπάντα του Χαλανδρίου σχεδόν μέχρι το τέλος. Η μικρή σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι, έγινε ζωγράφος και ζει από αυτό.

Πρώτη μέρα στο σχολείο, μπήκα στο προαύλιο και η μαμά μου μίλησε με μια κυρία και είπε: «Θα σου γνωρίσουμε ένα συμμαθητή σου που λέγεται Γιώργος Σαρλής». Έδωσα το χέρι μου, και έκτοτε γίναμε φίλοι. Έγινε καθηγητής στη Γεωπονική. Με τους συμμαθητές μου από την πρώτη δημοτικού έχω διατηρήσει σχέσεις μέχρι σήμερα. 

Ήμουν πολύ ήσυχος στην τάξη. Κάθε πρωί έπρεπε να έχουμε καθαρό μαντήλι, απαραιτήτως. Η δασκάλα μας, η δεσποινίς Αντωνακοπούλου μάς κοίταζε τα νύχια, να είμαστε καθαροί. Επίσης, κοίταζε τα αυτιά μας. Κυκλοφορούσαν κοριοί, ψείρες, ποντίκια και κατσαρίδες. Πρώτη ζήτηση σε όλη την Ελλάδα. Γι’ αυτό αναγκάστηκε και ο Μεταξάς να διατάξει να βαφτούν άσπρα τα νησιά. Ασβέστης μέσα-έξω για να φεύγουν τα μαμούνια, και έτσι έγιναν τα άσπρα νησιά.

Στο απολυτήριο έπαιρνα 10. Αιφνιδίως, όμως, ανακαλύφθηκαν έλεγχοι που εμφάνιζαν βαθμούς 8 και 9, μια ορισμένη χρονιά. Μάλλον τετάρτη ή πέμπτη δημοτικού. Θυμάμαι, ακόμα, ότι ζωγράφιζα πολύ ωραία τα νησιά. Έσκιζα όμως τα έργα μου για να έχω τη χαρά να τα ξανα-ζωγραφίσω. Ο τρόμος μου πάντως ήταν τα Μαθηματικά. Δεν καταλάβαινα με τίποτα τη μέθοδο των τριών. Διάβαζα με πάθος τα σχολικά βιβλία και το Μέγα Ωρολόγιον. Είχα μάθει απέξω όλους τους ύμνους. Το βιβλίο ανήκε στη μάνα του πατέρα μου - λίγα πράγματα μου έχουν μείνει από αυτή τη γυναίκα: ένα τραπέζι, μια φωτογραφία και ένα εκπληκτικό σακάκι γεμάτο χάντρες και πούλιες που η αδελφή μου το έβαζε τις Απόκριες. Χάθηκε κι αυτό. Σε ηλικία 11-12 χρονών, διάβαζα με μανία μια εφημερίδα που ερχόταν καθημερινά. Ήταν μια δεξιά εφημερίδα, ο «Εθνικός Κήρυξ». Κάποια στιγμή έφυγε μια οικογένεια από δίπλα μας και μας άφησαν τα βιβλία τους. Εκεί διάβασα πρώτη φορά την «Ωραία του Πέραν». Μετά το είδα και στον κινηματογράφο. Διάβαζα, επίσης, τα λαϊκά φυλλάδια, τα εικονογραφημένα, δηλαδή, φυλλάδια των 40 σελίδων που πουλούσαν τα περίπτερα. Διάβαζα τα ψευτο-λαϊκά, τα ψευτο-αστυνομικά μυθιστορήματα, λαϊκά περιοδικά, τον «Θησαυρό», ό,τι μου έπεφτε στα χέρια. Τότε γνώρισα για πρώτη φορά τους «Αθλίους» που με τρόμαξαν. Δεν έχω κρατήσει όμως καμία παιδική έκθεση, τίποτα από εκείνα τα χρόνια.

Η μητέρα μου είχε φωνόγραφο στο σπίτι, εγώ δεν τον πρόλαβα. Ραδιόφωνο αποχτήσαμε πολύ αργά, το ’50. Είχαμε το πρώτο ραδιόφωνο στη γειτονιά. Πρώτο τραγούδι από μεγάφωνο άκουσα σε ένα καφενείο, μεγάλος πια. Κατέβαινα κάτω στην Ερμούπολη, εκεί που είναι σήμερα το ΙΚΑ, στο καφενείο του Καλόγερα. Αυτός έβγαινε κάθε απόγευμα, έπλενε καλά τα μαρμάρινα τραπεζάκια, έριχνε νερό γύρω γύρω για να κατακαθίσει η σκόνη. Το μαγαζί έλαμπε. Έβαζε το γραμμόφωνο αλλά ακουγόταν από μεγάφωνο. Θυμάμαι το τραγούδι «Ο Πασατέμπος». Τα μαγαζιά της παραλίας στην Ερμούπολη, δεν έπαιζαν ρεμπέτικα αλλά ελαφρά, έπαιζαν την Βέμπο. Όταν πια έκανα τον κύκλο για να πάω στο μάθημα των γαλλικών – εκεί όπου σήμερα είναι η Νομαρχία - ήταν ένα σπίτι (εκεί μέσα διαδραματίζεται ο «Καιρός των Χρυσανθέμων»). Άκουγα από τα γύρω σπίτια στο πιάνο τα «Νυχτερινά» του Σοπέν.

Στο θέατρο πήγα για πρώτη φορά με τη μητέρα μου - στο θέατρο Απόλλων - στα 13 με 14. Με έπαιρνε μαζί της γιατί δεν είχε σύζυγο, είχα εγώ, ας το πούμε, αυτόν το ρόλο. Το καλοκαίρι πίσω από εκεί υπήρχε ένα υπαίθριο θέατρο. Είδα πολλές επιθεωρήσεις, μουσικό θέατρο. Μάλιστα μέχρι κάποια ηλικία δεν ήξερα ότι υπάρχει θέατρο πρόζας, νόμιζα ότι υπάρχει μόνο μουσικό θέατρο. Άκουγα και λίγα θεατρικά έργα στο ραδιόφωνο αλλά δεν με ενθουσιάζανε. Θυμάμαι μια εκπομπή «Το θέατρο στο μικρόφωνο» ενός δημοσιογράφου του «Έθνους», Αχιλλέας Μαμάκης λεγόταν, από την οποία κάθε Κυριακή μεσημέρι περνούσαν οι Έλληνες ηθοποιοί οι οποίοι παρουσίαζαν τα έργα που έπαιζαν και μια μικρή σκηνούλα από αυτά. Ήταν μια διαφήμιση του έργου που θα ανεβάζανε. Ήταν και η μόνη παρηγοριά για αυτούς τους ανθρώπους. Τρέχανε από την Κυβέλη, που ήταν υποτίθεται μια μεγάλη πρωταγωνίστρια με μύθο πίσω της, μέχρι τον τελευταίο της επιθεώρησης. Ευτυχώς αυτή η εκπομπή έσωσε τις φωνές ορισμένων ηθοποιών που δεν θα ήταν αλλιώς πότε καταγεγραμμένες.

Η πρώτη μνήμη που μου έρχεται σήμερα όποτε πηγαίνω στη Σύρο είναι αυτά τα παιδικά μου χρόνια. Μια σκηνή με τον πατέρα μου να διασχίζουμε το δρόμο. Μια σκηνή με κάποιο θείο μου που είχε έρθει από Αγγλία, ξάδερφος του πατέρα μου, κι εγώ πήγαινα πρώτη Γυμνασίου και του είπα «δεν μπορώ να σας ακολουθήσω μέχρι την πλατεία». Δεν επιτρεπόταν οι μαθητές του Γυμνασίου να κυκλοφορούν μετά τις 9 το βράδυ. Και μου λέει: «ποιος θα μου πει εμένα κάτι, ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Τίποτα δεν ήταν, αλλά αυτό είναι το αιώνιο ελληνικό «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Εικόνες θυμάμαι, μια παραμονή Χριστουγέννων, μία σκηνή όπου η μητέρα μου φέρνει ένα γλυκό από ένα γάμο. Αυτή που παντρεύτηκε, η Αθηνά Μιχάλοβιτς, τώρα δεν γνωρίζει κανέναν, είναι 95 χρονών. Πρόσφατα πέθανε και η Ούρσουλα Ζησίδου. Αυτές ήταν οι δύο καλύτερες φίλες της μητέρας μου. Όταν πηγαίνω στη Σύρο, ρωτάω για ορισμένους, αν ζουν, αν υπάρχουν. Ένας - δυο συμμαθητές υπάρχουν επίσης εκεί, καθώς και μία κυρία που μου λέει για όλους τους θανάτους. Όλα αυτά δεν είναι ευεργετικά, βέβαια, αλλά σκέφτεσαι και τον εαυτό σου, καθώς μαθαίνεις όλο δυσάρεστα νέα. Θυμάσαι και τον στίχο του Σεφέρη «η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει», τον οποίο έγραψε νεότατος.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Ο Δημήτρης Μαραμής για τον Μάνο Ελευθερίου





Θα σας εξομολογηθώ απλά τις σκέψεις μου όταν ακούω το όνομα του Μάνου Ελευθερίου: Ο ποιητής αυτός είναι ένας σύγχρονος Αμλέτος που σαρκάζει όλους τους Μακμπέτους, εκείνους που δεν είναι ικανοί να καταλάβουν τα αινίγματα και τους γρίφους, εκείνους που δεν υποψιάζονται τη βαθύτερη αλήθεια της ποίησης. Είναι προσκολλημένος στην αλήθεια, που είναι αιχμηρή και αμείλικτη, αλλά ποτέ δεν την αποκαλύπτει με πεζότητα. Την εκφράζει με σύμβολα που επιδέχονται πολλές ερμηνείες. Έχω την αίσθηση ότι οι στίχοι του είναι χρησμοί, είτε παλιοί είτε νέοι. Κάθε φορά μπορεί να σε αγγίζουν και να σε πονούν σε διαφορετικά σημεία, σμίγοντας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Η τέχνη του είναι καθαρή, χωρίς να είναι σαφής. Τόλμησε να μας χαρίσει τους χρησμούς του σε απλά λόγια που τραγουδιούνται ώστε να καρφώνονται στη μνήμη μας: όλα τα λόγια των τρελών που ήταν δικά μας λόγια. Ακροβατούν οι λέξεις του μεταξύ υλικών, ορατών πραγμάτων και άυλων ιδεών, αισθημάτων και φανταστικών πλασμάτων. Οι ήρωες της λογοτεχνίας ζωντανεύουν μέσα από τους στίχους του και περπατούν σε δρόμους πόλεων, σε γειτονιές μικρών νησιών όπου μπορεί να έχουμε περπατήσει κι εμείς. Κι όλα αυτά καθαρά, άμεσα, απλά. Δεν υπάρχει τίποτα το δυσνόητο στο λόγο του. Απλά παίζει με τα σύμβολα και τις αγάπες και τις μνήμες του. Του αρέσει η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Ίσως γιατί στο σκοτάδι κρύβεται η ασκήμια της αλήθειας των πραγμάτων και μπορείς να οραματιστείς την ομορφιά.

Τον αγαπώ και με αγαπά σιωπηλά. Συναντιόμαστε πάντα κατά τύχη...

Δημήτρης Μαραμής
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)




Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

Η πολιτική στο τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου






Η πολιτική στο τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου


του Ηρακλή Οικονόμου
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)


θα ’ρθει καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι
Μ. Ελευθερίου, «Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς»


Ο Μάνος Ελευθερίου έχει υπάρξει θύμα μιας νόσου που έχει κατακλύσει το ελληνικό τραγούδι - νόσου ενδεικτικής του γηπεδικού επιπέδου των ακροατών: το να κρίνεις έναν δημιουργό και το έργο του από τις εκάστοτε απόψεις που αυτός εκφράζει για τη συγκυρία. Πέρα όμως από το αν ο Ελευθερίου ψήφισε «Ναι» ή «Όχι» στο δημοψήφισμα, πέρα απ’ το αν υποστηρίζει το α’ ή το β’ κόμμα, υπάρχει ένα στιχουργικό έργο τεραστίων διαστάσεων ποσοτικά και ποιοτικά που μας βοηθά να κατανοήσουμε τι πραγματικά εξέφρασε ο Ελευθερίου στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο.

Πυρήνας της κοσμοθεωρίας του Ελευθερίου είναι ο άνθρωπος, ο ορισμένος κοινωνικά και συλλογικά. Βασική ταυτότητα αυτού του ανθρώπου είναι η εργασία, και η κοινωνική θέση του που προκύπτει απ’ αυτήν. Ο στίχος του Ελευθερίου είναι ταξικός, γι’ αυτό και οι χώροι όπου συχνάζουν οι ήρωές του είναι καταρχήν οι χώροι όπου δουλεύει η εργατική τάξη. Χαρακτηριστικό είναι το «Κάθε πρωί» από τα «Λαϊκά» του Θεοδωράκη, όπου χωράνε «φάμπρικες», «γιαπιά», «σφαγεία» και «παλιά μηχανουργεία. Το ίδιο μοτίβο συναντάμε και στο «Το ψωμί μου είναι γλυκό»: «Τον πρώτο χρόνο φάμπρικα / τον άλλο στα ψυγεία / χωρίς να θέλω βρέθηκα / μες στα μηχανουργεία». Ο Ελευθερίου έλκεται από τους χώρους όπου οι άνθρωποι παράγουν, σχηματίζοντας έτσι και τη συλλογική τους ταυτότητα: «δρόμοι με τα κλωστήρια και τα μηχανουργεία» και «σχολάνε τα κλωστήρια στις εννιά». Και ενσωματώνει τακτικά στον στίχο του χώρους όπου συγκεντρώνεται ο λαϊκός κόσμος, μαζί: οι γειτονιές, το καφενείο, ο συνοικισμός.

Πλάι στον ανώνυμο λαό, ο Ελευθερίου βάζει τους δικούς του, πολιτικά φορτισμένους αγίους, ιδιαίτερα στα «Τροπάρια για Φονιάδες»: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Τσε Γκεβάρα, Νίκος Πλουμπίδης. Η επιλογή του έχει να κάνει καταρχήν με το γεγονός ότι και οι τρεις φιγούρες υπήρξαν ηγέτες του οργανωμένου κομμουνιστικού κινήματος. Αλλά όχι μόνο αυτό. Πρόκειται για φιγούρες κυνηγημένες και αδικημένες, που εν τέλει βρίσκονται μόνες μπρος στον θάνατο και στους εκτελεστές τους. Την Λούξεμπουργκ την κυνηγούν οι πολιτοφύλακες των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών· τον Γκεβάρα που τον έχει ήδη εγκαταλείψει το Κομμουνιστικό Κόμμα Βολιβίας τον σκοτώνουν ο βολιβιανός στρατός και οι πράκτορες της CIA· και τον Πλουμπίδη τον εκτελούν «οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά», το μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς μαζί με τους συντρόφους του στο ΚΚΕ, οι οποίοι ηλιθιωδώς τον θεώρησαν πράκτορα και προδότη.





Στη «Θητεία» βρίσκουμε άλλες δύο μεγάλες φιγούρες της αριστεράς. Ο στίχος «Η μοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει / Παρασκευή το βράδυ στις εννιά / η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει» έχει γραφτεί για τον Γρηγόρη Λαμπράκη, κατά δήλωση του ίδιου του Ελευθερίου, καθώς Παρασκευή ήταν η μέρα της δολοφονίας του πολιτικού της ΕΔΑ από το παρακράτος. Και ο στίχος «Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι; / Ποιος είναι Καπετάνιος στα βουνά;» αναφέρεται στον Άρη Βελουχιώτη - το μάθαμε βλέποντας το κεφαλαίο «Κ» και την υποσημείωση του Ελευθερίου: «Ο ‘Καπετάνιος στα βουνά’ είναι, φυσικά, ο Άρης Βελουχιώτης. Αυτό ξέφυγε από τη λογοκρισία!».[i]

Ενδεικτική του πολιτικού προσανατολισμού του Ελευθερίου είναι και η συμμετοχή του στα ιστορικά «Τραγούδια του Αγώνα». Εν μέσω της Χούντας, αρχές του 1971, αποφασίζει και στέλνει τέσσερα τραγούδια στον Μίκη Θεοδωράκη που βρίσκεται στο Λονδίνο: «Η επιστολή», «Η αυλή», «Κλεισ’ το παράθυρο» και «Ποιος τη ζωή μου». «Η αυλή» είναι μια απ’ τις συγκλονιστικότερες στιγμές του ελληνικού τραγουδιού, όπου η τρυφερότητα του ποιητή απέναντι στο ανώνυμο θύμα της οδού Μπουμπουλίνας συναντά τη βία και τη σκληρότητα των βασανιστών του. Γι’ αυτούς έγραφε τα τραγούδια του ο Ελευθερίου: τους αδικημένους και τους ταπεινούς, τους αθώους και τους κυνηγημένους. Όσο για το «Ποιος τη ζωή μου», έμελλε να ζήσει και μια δεύτερη ζωή στα χέρια του Χάρη και του Πάνου Κατσιμίχα, στην αλλαγή του αιώνα, και να δώσει βήμα στην πολιτική έκφραση μιας επόμενης γενιάς, τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη γραφή του τραγουδιού.

Το στοιχειωμένο ερώτημα «πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά / που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;» του εν λόγω τραγουδιού μας πάει γραμμή στην καρδιά της αριστερής κοσμοθεωρίας του Ελευθερίου. Εδώ πλέον δεν μιλάμε για ιδέες και αξίες αφηρημένα, παρά αναζητάμε την καθοδήγηση, την ηγεσία - την πρωτοπορία, αν θέλετε, που θα μετουσιώσει τις ιδέες και τις αξίες σε πράξη. Ο ίδιος ο ποιητής εξηγεί τον συγκεκριμένο στίχο: «Ήταν αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κάνουνε κάτι και εξαφανίστηκαν. Αν είχαν τη δυνατότητα και τις ευκαιρίες να αναδειχτούν σε ηγετικές μορφές θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Πρέπει να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και τις ευρωπαϊκές χώρες».[ii] Ο Ελευθερίου έχει πλήρη συνείδηση της υλικότητας των ιδεών· ότι δηλαδή οι ιδέες μετατρέπονται μέσα από τη συλλογική πράξη σε υλική δύναμη που μετασχηματίζει την πραγματικότητα. Και είναι έγνοια του που δεν υπάρχουν οι στοχαστές που θα γεννήσουν τις ιδέες, ούτε και οι ηγέτες που θα οργανώσουν τη μετατροπή των ιδεών σε μαζικό αίτημα: «μαλαματένια λόγια στο χορτάρι / ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά;».

Σημαντικό μοτίβο της πολιτικής ταυτότητας του Ελευθερίου είναι και η ενασχόληση με το έθνος. Την ελληνικότητα, όμως, την αντιλαμβάνεται ως ένα διαρκές αίτημα δικαίου και απελευθέρωσης, και όχι ως μια παγιωμένη κατάσταση εθνικού μεγαλείου και υπεροχής. Το ’21 εμπνέει τον ποιητή επειδή εμπεριέχει τον μοναχικό αγώνα και την αντιεξουσιαστική αυθάδεια του Αθανάσιου Διάκου «δεν ήτανε για τη δική σου γλώσσα / και να κρατάς το στόμα σου κλειστό». Και η εθνική μυθολογία, η Μονεμβασιά και το καριοφίλι, το κάστρο και η εκκλησιά, η αρματωσιά κι ο Μακρυγιάννης επανέρχονται στον στίχο του Ελευθερίου όντας κομμάτι του ίδιου σύμπαντος με τους κομμουνιστές που ξεφορτώνονται απ’ τα καμιόνια στην Καισαριανή και με την εναντίωση στους φασίστες που παραφυλάνε σε κάθε πόρτα. Το ίδιο ισχύει και για τη Σμύρνη που ξεφεύγει από τα όρια της εθνικής αφήγησης και γίνεται πανανθρώπινη αναφορά «στ’ άδικο και στο κρίμα». Αυτό που καίει τον Ελευθερίου είναι η προσφυγιά κι ο θάνατος κι ο λαός «που παίζανε στα ζάρια / τέσσερις φονιάδες στα παζάρια», και όχι ο ανιστόρητος εθνοκεντρισμός.







Θα ήταν ελλιπής η αναφορά μας δίχως μια στάση στις έννοιες της διάψευσης και της ήττας που σαν φάντασμα πλανιούνται στο στίχο του Ελευθερίου, ιδιαίτερα της μεταγενέστερης φάσης του απ’ τα μέσα του ’80 και δώθε. Δύο είναι οι βασικές πηγές αυτής της διάψευσης: η διαρκής ήττα του ελληνικού εργατικού κινήματος από τον Εμφύλιο ως τη δικτατορία και τη Μεταπολίτευση, και προπαντός το αδιέξοδο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» με τις παρεκκλίσεις, τις παραμορφώσεις και τις βάρβαρες εκφάνσεις του. Και κάπως έτσι «όσοι πίστεψαν στον κόσμο / γίνανε τα θύματα», κι «εμείς με τόσα ιδανικά / βρεθήκαμε στα ξαφνικά / να ’μαστε προδομένοι», και τελικά «το τρένο δεν ξεκίνησε ποτέ για Κατερίνη».

Προσοχή όμως: ο φιλοσοφικά και ιστορικά κατοχυρωμένος υπαρξισμός του Ελευθερίου και η διάψευση που προκύπτει από τη στράτευση και την πράξη δεν έχουν καμία σχέση με τη μπουρδολογική κατάθλιψη που μεταδίδεται σαν ιός Έμπολα στο τωρινό ελληνικό τραγούδι. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Το πρώτο βγαίνει απ’ το καμίνι της ζωής και της ιστορίας συνδέοντας το ατομικό με το κοινωνικό, ενώ το δεύτερο από την εκ των προτέρων τσιμεντωμένη απόσυρση.

Συμπερασματικά, ο Μάνος Ελευθερίου είναι ένας από τους συγκλονιστικότερους φορείς των αριστερών ιδεών στο ελληνικό τραγούδι. Πάντα με τον δικό του ιδιόμορφο τρόπο, πάντα με τις εμμονές και τα φαντάσματά του, δίχως συνταγές και ευκολίες, ο ποιητής εξέφρασε το διαχρονικό αίτημα της χειραφέτησης των κατατρεγμένων εμπνεόμενος από τον πιο απόλυτο ανθρωπισμό. Πηγή έμπνευσής του, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό, το όραμά του για έναν καλύτερο κόσμο. «Ξέρεις ότι στα νιάτα μας πολύς κόσμος, πολλοί νέοι τότε στιχουργοί νόμιζαν ότι γράφοντας ένα τραγούδι αλλάζουν και τον κόσμο;».[iii] Ο Ελευθερίου υπήρξε ένας απ’ αυτούς. Κι οι στίχοι του άλλαξαν μια για πάντα αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως νέο ελληνικό τραγούδι· άλλαξαν, δηλαδή, τον κόσμο.





[i] Μάνος Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια, 1963-2013, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2013.
[ii] Συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου στην Κρυσταλία Πατούλη, TVXS, 19 Δεκεμβρίου 2011.
[iii] Συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου στον Ηρακλή Οικονόμου, Μουσικά Προάστια, 15 Μαΐου 2008.



Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Ο Θάνος Μικρούτσικος για τον Μάνο Ελευθερίου




«Είναι κείμενα αιμάτινα»…

Ο Θάνος Μικρούτσικος για τα «Τροπάρια για Φονιάδες»



Αφήγηση στον Ηρακλή Οικονόμου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ

"Ο Μάνος Ελευθερίου είναι η κλασική περίπτωση ποιητή που υποδύεται τον στιχουργό. Ακόμα πιο ενδεικτική περίπτωση αυτού που λέω είναι ο Άλκης Αλκαίος, γιατί δεν αποδεχόταν τον τίτλο του ποιητή ενώ ο Μάνος έχει γράψει και ποιήματα που έχει εκδώσει σε ποιητικές συλλογές. Εντούτοις, η «Θητεία» που έδωσε στον Μαρκόπουλο και τα «Τροπάρια για Φονιάδες» που έδωσε σε μένα, όπως και πολλά άλλα, επί της ουσίας είναι μια κρυμμένη ποίηση σε στίχους.

Θα το έθετα κι αλλιώς. Εάν ο Νίκος Γκάτσος υπήρξε ένας διαχρονικός Δον Κιχώτης του Θερβάντες στο ελληνικό τραγούδι, ο Μάνος Ελευθερίου είναι ο Ντ’ Αρντανιάν των «Τριών Σωματοφυλάκων». Κι αυτό το «Το τρένο φεύγει στις οχτώ» που έδωσε στον Θεοδωράκη είναι μια αέναη και διαχρονική μαχαιριά στην ψυχή μου, από την πρώτη στιγμή που το άκουσα και για 43 χρόνια μέχρι σήμερα.

Δεν ξέρω πώς γνωριστήκαμε με τον Μάνο αρχικά - ίσως μέσω της Μαρίας Δημητριάδη, δεν μπορώ να το θυμηθώ. Αυτός, αν και μεγαλύτερος, λογικά το θυμάται ή το έχει σημειωμένο σε κάποιο σημειωματάριό του! Μου ήρθαν πάντως κάποιοι στίχοι όπως ο «Νίκος Πλουμπίδης» αλλά μου ήρθαν και φωτοτυπίες από ποιητικές του συλλογές σταλμένες από τον ίδιο. Γι’ αυτό και τα «Τροπάρια για Φονιάδες» είναι μια μικτή ιστορία μελοποίησης στίχων αλλά και ποιημάτων. Αυτό το πράγμα μου είναι πολύ οικείο γιατί την ποίηση την περιέχω εντός μου και έχω μελοποιήσει πάρα πολλούς ποιητές. Αλλά επέλεξα και στιχουργούς όπως ο Ελευθερίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όπως ο Αλκαίος και ο Τριπολίτης αργότερα, οι οποίοι επί της ουσίας είναι ποιητές.

Θυμάμαι ότι προηγήθηκε ένα μικρό δισκάκι που είχε μέσα τη «Ρόζα Λούξεμπουργκ» - αυτό κυκλοφόρησε το ’75 ενώ τα «Τροπάρια για Φονιάδες» το ’77. Όταν την ηχογράφησα στο στούντιο, τον φώναξα κι ήρθε σπίτι μου. Θυμάμαι ότι είχε πάρει τηλέφωνο έναν φίλο του στον Βόλο - νομίζω τον σκηνοθέτη Σπύρο Βραχωρίτη - και του παίξαμε το τραγούδι μέσω τηλεφώνου· ο Μάνος είχε τρελαθεί, έκανε σαν μικρό παιδί.

Τα «Τροπάρια για Φονιάδες» όπως και το «Εμπάργκο» (πέραν των «Πολιτικών Τραγουδιών», της «Μουσικής Πράξης», της αιχμής του δόρατος που είναι ο Καββαδίας, ή του πιο πρόσφατου «Άμλετ της Σελήνης») είναι δυο δουλειές - σήματα για μένα. Και οι δυο δουλειές, παρόλο που περιλαμβάνουν τραγούδια που κρίνονται ως διαχρονικώς αγαπημένα - το «Ερωτικό» στο Εμπάργκο, η «Δίκοπη Ζωή» στα Τροπάρια - είναι ολοκληρωμένες συλλογές που δεν είναι για πολλούς. Και εννοώ εκείνον τον ακροατή που θα εισπράξει την ουσία αυτού που ακούει.

Εγώ προσωπικά, που δεν επανέρχομαι στους παλιούς μου δίσκους, επανέρχομαι πολύ συχνά στα «Τροπάρια για Φονιάδες» χάρη στα κείμενα του Ελευθερίου. Είναι κείμενα αιμάτινα, που απαιτούν κλειδιά για να ξεκλειδώσεις τα σύμβολα και που επιδέχονται πολλών αναγνώσεων γιατί έχουν πολλά διαφορετικά επίπεδα ακόμα και ως προς τα ερωτήματα. «Οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά». Ποιοι είναι οι λύκοι και ποιά τα σκυλιά; Είναι προς την ίδια κατεύθυνση; Ή είναι οι μεν και οι δε; Ουδείς δίνει την απάντηση. Η «Δίκοπη ζωή» είναι ένα τραγούδι - διαδρομή της δικιάς μου γενιάς, μια διαδρομή «μ’ όσους κρυφά περπάτησαν» μαζί μας. Αυτό το «κρυφά», που στην ποίηση του Ελευθερίου είναι πολύ σημαντικό και το συναντάμε συχνά, είναι ακριβώς το κλειδί που μπορεί να σου ξεκλειδώσει τη δυνατότητα απόλαυσης της τέχνης του Ελευθερίου στα «Τροπάρια για Φονιάδες».

Είμαι υπερήφανος γιατί τα κατάφερα να σταθώ στο ύψος του Ελευθερίου σ’ αυτόν τον δίσκο. Δεν θα μπορούσα να το κάνω με μια πιο μονο-επίπεδη μουσική. Γιατί; Γιατί υπήρχαν πολλά πράγματα που ήταν πολύ καλά κρυμμένα και έπρεπε με τη βοήθεια του ίδιου του κειμένου να τα αποκαλύψω. Νομίζω ότι αυτό συνέβη στα «Παγώνια της Θάλασσας», στη «Δίκοπη Ζωή», στον «Κώστα Μίχο» που το έχουμε αφιερώσει στον Γιώργο Χειμωνά, και βεβαίως και στη «Ρόζα Λούξεμπουργκ».

Ειρήσθω εν παρόδω, η «Ρόζα Λούξεμπουργκ» αποτελεί  και το πρώτο έντεχνο τζαζ-ροκ κομμάτι που γράφτηκε ποτέ στην ελληνική γλώσσα".

Θάνος Μικρούτσικος


Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Αντίο κύριε Μάνο

(φωτο: Σωτήρης Κακίσης)



Πέθανε ο Μάνος Ελευθερίου - Greek poet Manos Eleftheriou dies at 80 - Muere el poeta griego Manos Eleftheriou - Poète grec Manos Eleftheriou est mort - Der griehischer Dichter Manos Eleftheriou ist tot - Griekse dichter Manos Eleftheriou overleden

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

Όσο κρατάει ένας καφές, αλλιώς!


Όταν δεν γράφει στίχους και ποιήματα, ο Μάνος Ορφανουδάκης ανοίγει τα χρονοντούλαπα της ιστορίας και βγάζει πολύτιμες στιγμές του ελληνικού τραγουδιού αποτυπωμένες με ήχο και, ενίοτε, και με εικόνα. Και καθώς φαίνεται ότι δεν ησυχάζει ούτε καλοκαιριάτικα, είπε σήμερα να μας πετάξει κατακούτελα μια ανέκδοτη ...έκδοση του "Όσο κρατάει ένας καφές" με την ίδια μελωδία του Θάνου Μικρούτσικου, αλλά με στίχους του Κώστα Τριπολίτη και ερμηνεία του Γιάννη Πάριου!






Διαδηλώνω 
για τον έρωτά σου μόνο
κι είμαι ένα ζωντανό πλακάτ
ξαναδηλώνω
ότι δεν καταναλώνω
άλλα συναισθήματα προκάτ

Κάθε φιλί σου αφήνει
στη μέση την ευθύνη
κι ο έρωτας σου δίνη
γυαλί και νοβοπάν

Κάθε φιλί σου αφήνει
στη μέση την ευθύνη
κι η αγάπη σου έχει μείνει 
κλειστή στο σελοφάν

Επιβιώνω
τρέμοντας σε λάθος χρόνο
μέσα σ' ένα αφύσικο ντεκόρ
και συμπληρώνω
με οργή, πιοτό και πόνο
της απελπισίας σου το σκορ



Σε τούτον εδώ τον σύνδεσμο, σπεύστε - εσείς οι λίγοι που δεν το έχετε ήδη κάνει - να βρείτε όλο το ανέκδοτο σύμπαν του Μικρούτσικου που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη του Ορφανουδάκη. Καλή ακρόαση!

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018

Η Ατθίδα του Κακίση (και όχι του Ελύτη)

Έπεσα πρόσφατα σε αυτό το βίντεο και μου έκανε αρνητική εντύπωση το "μαργαριτάρι" που αναφέρει η τραγουδίστρια, ότι η "Ατθίδα", το ποίημα της Σαπφώς που μελοποίησε ο Σπύρος Βλασόπουλος, είναι τάχα μου σε μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη. Η μετάφραση, προφανώς, είναι του Σωτήρη Κακίση, αλλά οκ, όλοι μας κάνουμε λάθη και τέλος πάντων είπα να μην γκρινιάξω.







Μετά από λίγο ψάξιμο στο διαδίκτυο, όμως, έπεσα πάνω στον Μάριο Φραγκούλη να λέει ακριβώς την ίδια "πατάτα" απαγγέλοντας την Ατθίδα "σε μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη". Και κάπως έτσι φαίνεται ότι αυτή η παρανόηση τείνει να καθιερωθεί μεταξύ των Ελλήνων καλλιτεχνών... Λοιπόν, του Κακίση είναι η μετάφραση της Ατθίδας. Του Κακίση! Και σε κάθε περίπτωση, αγαπητοί μου τραγουδισταί, καλό θα ήταν να ξέρετε από πριν τους συντελεστές των τραγουδιών που επιλέγετε να τραγουδήσετε!






Το σφάλμα αυτό γίνεται ακόμα σοβαρότερο δεδομένης της κομβικής σημασίας της μετάφρασης του Κακίση για τη μελοποίηση της Ατθίδας και των υπόλοιπων ποιημάτων της Σαπφώς που συμπεριλήφθηκαν στον δίσκο "Σαπφώ" σε μουσική Σπύρου Βλασόπουλου και ερμηνεία Αλέκας Κανελλίδου. Ο ραδιοφωνικός παραγωγός Μάκης Γκαρτζόπουλος γράφει σχετικά:

Οι μεταφράσεις των ποιημάτων της Σαπφώς είναι το πρώτο και καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητας του δίσκου. Ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης ακουμπά το λόγο της Σαπφώς με ευαισθησία και γνώση. Επιλέγει με προσοχή τους στίχους και πραγματοποιεί μια εξαιρετική εργασία (όλες οι μεταφράσεις εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1978 στον Κέδρο) αφήνοντας ελεύθερο τον ποιητικό λόγο της Σαπφώς, προσαρμόζοντάς τον σε μια σύγχρονη γλώσσα που κρατά ζωντανή την φρεσκάδα του πρωτότυπου. Οι μεταφράσεις του εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τον τελικό στόχο: να γίνουν Τραγούδι! Ο Κακίσης έχοντας στραμμένο το βλέμμα στη ρίζα του τραγουδιού, σ’ εκείνο το τραγούδι που “μας αποκαλύπτει” όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις (ο οποίος μάλιστα είχε ξεκινήσει να μελοποιεί κάποιες από τις μεταφράσεις του Σωτήρη Κακίση στη Σαπφώ, έργο που προοριζόταν για την Φλέρυ Νταντωνάκη και τελικά δεν ολοκληρώθηκε!), μεταμορφώνει τους στίχους της Σαπφώς σε σύγχρονα ερωτικά τραγούδια που σέβονται το πρωτότυπο κείμενο και παράλληλα μεταφέρουν αυτούσιο το πνεύμα της δημιουργού στο σήμερα.






Παρεπιπτόντως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μαρτυρία του ίδιου του Κακίση:

Αποφάσισε ο Μάνος Χατζιδάκις κάποια στιγμή αργότερα να μελοποιήσει τις μεταφράσεις μου της Σαπφώς, με σκοπό να υπάρξει και μια ανάλογή της επιστροφή, της Φλέρυς Νταντωνάκη. Πολλά βράδια βρεθήκαμε εκείνο το διάστημα στη Ρηγίλλης, στο πιάνο του μπροστά, να μιλάμε. Ήθελε κι ανάμεσα στον δίσκο να υπάρχουν και νέα τραγούδια του στα αρχαία από τη Σαπφώ, σαν το «Κέλομαί σε, Γογγύλα» του, την προηγούμενη μελοποίησή του για τον «Μεγάλο» του «Ερωτικό», την ανεπανάληπτη και τον ανεπανάληπτο. Όμως το σχέδιό του αυτό ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, η Νταντωνάκη δεν ξέρω πού, πώς πια ήτανε, κι ο Χατζιδάκις είχε χίλια δυο επιπλέον πράγματα εκείνους τους καιρούς να ολοκληρώσει. Δεν χρειάζεται εδώ να σας πω πόσο μελαγχολικά αναθυμούμαι τη χαμένη πιθανότητα αυτή, αλλά τι να κάνουμε; Αυτά έχουν οι Τέχνες, κι η ζωή. Είπε, αρκετά πιο μετά, ο Διονύσης Σαββόπουλος: «Η Σαπφώ σου όμως πρέπει να γίνει!» Την ανέθεσε στον Σπύρο Βλασσόπουλο, κι ο Σπύρος ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Την προτείναμε στη Σαβίνα Γιαννάτου και στη Δήμητρα Γαλάνη. Όχι, η Αλέκα Κανελλίδου θα την τραγουδούσε τελικά υποδειγματικά, στο lp το ιστορικό αυτό σχεδόν πια της EMI, με όλους εκεί, με του Σαββόπουλου την επιμέλεια, του Γιάννη Σμυρναίου την ηχογράφηση, του Κώστα Κλάβα τις ενορχηστρώσεις, με τους εξαίρετους μουσικούς, με του Φασιανού πρώτη φορά τότε και της δικής του της Σαπφώς αντίληψης τα έργα να βλέπουν το φως.

Πηγή: http://www.andro.gr/empneusi/tis-sapfos-mou-istories-1979-2014/


Για το τέλος, ιδού η ορίτζιναλ ηχογράφηση της "Ατθίδας" με τη φωνή της Αλέκας Κανελλίδου (οπτικοποιημένη σε επιμέλεια του Φώτη Μπατσίλα).
ηρ.οικ.





Πέντε χαρακτικά της Βάσως Κατράκη

Έτσι, χωρίς λόγο, πέντε απεικονίσεις χαρακτικών της Βάσως Κατράκη από την έκθεση "Πνοή στην πέτρα" στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης το 2010.
























Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

Το τραγούδι της ήττας





Το τραγούδι της ήττας


του Ηρακλή Οικονόμου

Το ποιητικό έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη έχει κατά καιρούς ενταχθεί από την κριτική στην κατηγορία «ποίηση της ήττας» - μια ποίηση στην οποία κυρίαρχο στοιχείο είναι η διάψευση των ελπίδων και των οραμάτων που συνδέθηκαν ιστορικά με τα κινήματα κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης στην Ελλάδα και διεθνώς. Ξεκινώντας από τον συγκεκριμένο περιγραφικό χαρακτηρισμό, το παρόν σημείωμα εξετάζει κατά πόσο μπορεί να εντοπιστεί κι ένα τραγούδι της ήττας, δηλαδή ένα σώμα ελληνικών τραγουδιών τα οποία στιχουργικά περιστρέφονται γύρω από το μοτίβο της ήττας. Σε κάθε περίπτωση, οι γραμμές που ακολουθούν δεν είναι παρά μια πρώτη και περιορισμένη απόπειρα εμπειρικού προσδιορισμού του φαινομένου, με την παράθεση παραδειγμάτων από τον χώρο αυτού που αποκαλείται «έντεχνο» τραγούδι.







Την αφετηρία του προβληματισμού μας τη θέτει ο ίδιος ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο μελοποιημένος από τον Θάνο Μικρούτσικο το 1978 στο αριστουργηματικό «Κι ήθελε ακόμη»: «Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει / όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα». Τρία χρόνια νωρίτερα, ο Δήμος Μούτσης έχει ήδη μελοποιήσει το ποίημα «Μετά την ήττα» του Γιάννη Ρίτσου, με τη χαρακτηριστική αναφορά στην «τελική μας ήττα». Στο τραγούδι της μεταπολίτευσης, πλάι στην επαναστατική αισιοδοξία, ενυπάρχουν σπέρματα μιας ενδοσκόπησης και ενός προβληματισμού που συχνά, στη μετέπειτα πορεία του ελληνικού τραγουδιού, θα συναντηθεί με το μοτίβο της ήττας. Κάποιοι είναι θεατές της ήττας και των ηττημένων, όπως ο Νίκος Γκάτσος στο «Γκρεμίσανε τα φράγματα» του Μάνου Χατζιδάκι από το 1986: «Κι εσείς που δοκιμάσατε της ήττας την ντροπή / κερδίσατε ή χάσατε κανείς δε θα το πει». Κάποιοι άλλοι βιώνουν την ήττα στο πετσί τους, όπως ο Νικόλας Άσιμος στο «Venceremos», ο οποίος όμως βρίσκει τη δύναμη να απαντήσει με το σύνθημα της κουβανικής επανάστασης: «Μ’ ένα μου πήδο θα σε ξαναβρώ / στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μου περνώ / Venceremos Venceremos». Σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται και ο Πάνος Τζαβέλας με το τραγούδι «Ο νικημένος» (γνωστό και ως «Ξυπνήστε») από το 1975: «Φυσά στις στέγες του ντουνιά / με σηκωμένο το γιακά / πικρός διαβάτης περπατά / κλαίει γελά παραμιλά», για να μάθουμε στη συνέχεια του τραγουδιού όλα τα συστατικά στοιχεία της ήττας: φασισμός, πόλεμοι, Χούντα, «οικόπεδα και Ι.Χ. / ψυγεία έπιπλα TV». Και κάποιοι τρίτοι, τέλος, συμμετέχουν στην ήττα από απόσταση, αποδεχόμενοι την πολιτική τους ταυτότητα που τους έφερε ως εδώ αλλά διατηρώντας και μια αυτοκριτική διάθεση, όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος που το 1989 προφητεύει στο «Μην περιμένετε αστειάκια»: «Μείναμε μόνο αναρχικοί κι αριστεροί απελπισμένοι / ήμασταν πάντοτε μιας ήττας που νικάει την εξουσία / και ξαφνικά μας παρεδόθη αληθινά, τι τραγωδία».






Αν υπάρχει ένα τραγούδι που συμπυκνώνει το νοηματικό πλαίσιο της ήττας στο ελληνικό τραγούδι, αυτό είναι το «Ανεμολόγιο» του Κώστα Τριπολίτη, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου και ερμηνεία Γιώργου Νταλάρα από το 1992. Το «Ανεμολόγιο» είναι ιστορική ακτινογραφία μιας ολόκληρης γενιάς, ένα βιογραφικό σημείωμα του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, και μια περιεκτική περιγραφή του προσωπικού και κοινωνικού αδιεξόδου που σήμανε για πολλούς ανθρώπους η πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Οι εκφάνσεις της ήττας που παρουσιάζει ο Τριπολίτης είναι συγκλονιστικές: «έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε», «κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε», «τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα», «ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα». Χωρίς να υπάρχει καμία λεκτική αναφορά στην ήττα σαν ιστορικό γεγονός, οι εικόνες που διαδέχονται η μία την άλλη παραπέμπουν αυστηρά και μόνο σ’ αυτήν.

Αφήνοντας μεμονωμένα τραγούδια και αναζητώντας ευρύτερα τους στιχουργούς εκείνους που ενσωματώνουν εκτενώς στο έργο τους το μοτίβο της ήττας, τρεις δημιουργοί μάς έρχονται στο νου: Άλκης Αλκαίος, Οδυσσέας Ιωάννου, Γεράσιμος Καραμουρατίδης.

Στο πρόσωπο του Άλκη Αλκαίου το ελληνικό τραγούδι βρίσκει - εκεί γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’90 - έναν κατεξοχήν στιχουργό της ήττας. Στην «Κλίμακα Μποφόρ» δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρος: «Απόψε όλα σκορπισμένα / άσε τα φώτα αναμμένα / πάνω σε κλίμακα μποφόρ / μετρώ της ήττας μου το σκορ». Ο Αλκαίος έχει χίλιους δυο τρόπους για να απεικονίσει τη χασούρα. Υπάρχει π.χ. η αντίθεση ανάμεσα στο όνειρο και την ελπίδα απ’ τη μια, και στον θάνατο από την άλλη [«ονειρεύομαι κι ελπίζω / και πεθαίνω ήπια»]. Ή η σύνδεση της ήττας με τη ζωή που χάνεται [«φτιάξε μαγιά στο χώμα / με φύλλα αλκαλικά / σε μια ζωή χαμένη / κανένας δε νικά»]. Ο ηττημένος του Αλκαίου είναι ο γελασμένος [«πάντα γελαστοί και γελασμένοι»], είναι ο ρέστος [«τα ναύλα μου πώς ν’ αγοράσω / τώρα που απόμεινα στον άσσο»], είναι ο ναυαγισμένος [«μη μου αρνηθείς αυτή την εκδρομή / κι ας είναι να γυρίσουμε ναυάγια»]. Την ίδια στιγμή, όμως, ο Αλκαίος δεν χάνει την πίστη του γιατί ξέρει ότι δεν υπάρχει κι άλλος δρόμος πέρα από τη δοκιμή και την προσπάθεια. Στο «Μη νυχτωθείς προτρέπει: ««Πού θα ’μαστε αύριο ποιος ξέρει / μα ό,τι ο χρόνος και να φέρει / μη νικηθείς πριν απ’ την ήττα / μη νυχτωθείς πριν απ’ τη νύχτα». Και στο συγκλονιστικό «Πόρτο Ρίκο» συνοψίζει με την οικονομία ενός σλόγκαν, σχεδόν, όλη αυτή την προσωπική του φιλοσοφία που ενσωματώνει την ήττα αλλά δεν είναι διόλου ηττοπαθής: «Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο / κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει».






Βασικός συνεχιστής αυτής της προβληματικής είναι ο Οδυσσέας Ιωάννου, στο μεταίχμιο των δεκαετιών 1990 και 2000. Το δίπολο νίκη-ήττα εμφανίζεται στην περίπτωσή του σε βαθμό εμμονικό· χωρίς υπερβολή, δεν υπάρχει στιχουργική του Ιωάννου έξω από αυτό το νοηματικό πλαίσιο. Στο «Αγρίμι» συναντάμε μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση: «Κι είπα δε χάνω άλλη μέρα / δεν έχει κάτι πιο μακριά / αν δε νικήσω εδώ πέρα / δε θα νικήσω πουθενά». Το ίδιο και στο «Άλλη μια ζωή»: «κερδίσαμε και χάσαμε / το φέραμε στα ίσια». Το ίδιο και στο «Τελευταίος εαυτός»: «Όλα τα ζήσαμε / χάσαμε, κερδίσαμε». Το ίδιο και στο «Χίλιες δεύτερες φορές»: «άλλη προσπάθεια δεν θα κάνω / ούτε κερδίζω ούτε χάνω». Το ίδιο και στο «Φαβορί»: «οι ήττες κάτι σου μαθαίνουν / οι νίκες όμως σε πεθαίνουν και σε γυρίζουν στην αρχή». Το ίδιο και στο «Το παιχνίδι παίζεται ακόμα»: «μέσα απ’ όλα τα χαμένα / κάτι απόψε θα νικήσει». Το ίδιο και στο «Με μια νίκη, με μια ήττα» όπως φανερώνει ήδη ο τίτλος: «με μία νίκη δεν κερδίζεις / με μία ήττα δεν ξοφλάς». Η λίστα είναι τόσο μεγάλη που μάλλον θα είχε περισσότερο νόημα να μετρήσουμε τα τραγούδια του Ιωάννου που ξεφεύγουν από το σχήμα νίκη-ήττα, και όχι όσα εμπίπτουν σ’ αυτό.

Στη σούμα του Ιωάννου, και παρά τη συνύπαρξη νίκης-ήττας, η ήττα κερδίζει: «Άλλη μια μάχη νικημένος / νικημένος στα σημεία» («Στης ψυχής το παρακάτω») και «του χρόνου τα σκυλιά που όλους θα μας νικήσουν» («Του χρόνου τα σκυλιά») και «από το πάντα θα πονάμε / κι απ’ το ποτέ θα νικηθούμε» και «εδώ δεν πιάνουνε τα ζάρια μας / δε νικάς» («Το ζεϊμπέκικο της ματαιότητας»). Στις «Μέρες που δικάζουν» η απώλεια-ήττα είναι πανταχού παρούσα: «Και τα παιδιά που χάσανε τη μπάλα / που δεν τους βγαίνουν τα όνειρά τους / βλέπουν να χάνεται η στεριά τους». Και βέβαια, αξιοσημείωτο είναι το τραγούδι «Οι νικημένοι» που μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, το οποίο όπως μαρτυρά κι ο τίτλος αναφέρεται σε μια ευρύτερη ομάδα ανθρώπων (γενιά, ίσως;) που διαψεύστηκε: «απ’ το όνειρο θα νικηθούνε / και θα γυρίσουν στη ζωή» και «τα ’χάσαν όλα σε μια μέρα / τις φήμες νόμιζαν χρησμούς».






Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος φαίνεται να παίρνει τη σκυτάλη από τον Οδυσσέα Ιωάννου και να αναδεικνύεται σε έναν από τους σαφέστερους εκφραστές της ήττας στο τραγούδι της εποχής μας, από τα μέσα των 2000s και δώθε. Δεν είναι αμιγώς ερωτική η ήττα του, ούτε όμως και κοινωνική - έχει έναν χαρακτήρα σχεδόν «βιολογικό», σαν κανόνας της φύσης και σαν νομοτέλεια της ζωής. Στο «Ο λύκος» ακούμε: «Κάθε παιχνίδι έχει μια νίκη και μια ήττα / κι από παιδί το ξέρω πριν την αλφαβήτα / όμως απόψε ούτε νίκη ούτε ήττα». Το «Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει» επιστρέφει στη χασούρα ως ήττα αλλά και ως απώλεια: «Από μικροί μαθαίνουμε να χάνουμε / η απώλεια θα μπορούσε να ’ναι κούνια μας». Αλλά και αλλού, το μοτίβο της ήττας είναι πανταχού παρόν. Στο «Αεράκι», ο Ευαγγελάτος κάνει λόγο για «τη χαμένη μας ισχύ» και στην πρώιμη «Ασπιρίνη» η Νατάσα Μποφίλιου εξομολογείται πως «θα νικηθώ με έναν καφέ και μια ασπιρίνη».

Η νεότερη γενιά στιχουργών και τραγουδοποιών επιμένει στην ήττα. Για κάποιους, η βασική της διάσταση είναι κοινωνική και συλλογική. Ο Λεωνίδας Μαριδάκης, για παράδειγμα, είδε «Άγριο όνειρο» στον δίσκο «Σε βάθος δρόμου» και ο πρώτος πληθυντικός του φαίνεται ότι αναφέρεται σε κάτι μεγαλύτερο από π.χ. ένα ερωτευμένο ζευγάρι: «Παίζει ο ορίζοντας κρυφτό κι έχουμε χάσει ήδη / κι οι προσδοκίες άνεμος στης ήττας το ταξίδι». Πέρυσι, ο Ηλίας Μάστορης έγραψε στο τραγούδι «Της ήττας τα τοπία»: «κρύβω της φωνής μου τα κομπιάσματα / και βουλιάζω χρόνια σε μια τραγωδία / άδεια της ζωής μου τα κοιτάσματα / ξεχασμένα μες στης ήττας τα τοπία». Η ήττα όμως εμφανίζεται και σε μια ερωτική διάσταση, όπως π.χ. την αποδίδει ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης στο «Όμορφοι κι ηττημένοι», (τραγούδι που έδωσε το όνομά του και στον ομώνυμο δίσκο του 2010 με τη Μαρία Παπαγεωργίου): «Όμορφοι κι ηττημένοι / την ήττα γιορτάσαμε με ωραία γιορτή». Και στο φετινής εσοδειάς «Δεύτερα κλειδιά», η Sunny Μπαλτζή τραγουδά με τη φωνή της Ελεωνόρας Ζουγανέλη «άλλη μια ήττα / μην μου πεις στα είπα / η αγάπη είναι φωτιά».


***






Πώς εξηγείται η συνεχής παρουσία του μοτίβου της ήττας στο ελληνικό τραγούδι, πολλές δεκαετίες μετά την έλευση της «ποίησης της ήττας»; Δύο είναι, κατά την άποψή μας, οι βασικότεροι παράγοντες. Ο πρώτος είναι η βαθύτατη επίδραση που άσκησε και ασκεί το αξιακό πεδίο αλλά και η ιστορική εμπειρία της αριστεράς στο ελληνικό τραγούδι. Η συντριπτική πλειοψηφία των μεγάλων στιχουργών, συνθετών και τραγουδοποιών συνδέθηκε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο - άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο - με το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα. Αναπόφευκτα, το βίωμα της ήττας κληρονομήθηκε σαν σχήμα στο ελληνικό τραγούδι ακόμα και μετά την ολοκλήρωση της ήττας ως ιστορικό συμβάν. Εξάλλου, το ιστορικό συμβάν της ήττας δεν είναι ένα - εκτός από την ήττα στον Εμφύλιο υπήρξε και η διάψευση από την εμπειρία του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’80, καθώς και ο αντίκτυπος από την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η στροφή του ελληνικού τραγουδιού προς μια πιο ναρκισσιστική κατεύθυνση, όπου η ήττα ήταν πολύ απλά αυτό που ήθελε να ακούσει για να βαυκαλιστεί μια ολόκληρη κοινωνία κολοσσιαίας ευημερίας και ακόμα μεγαλύτερου συμβιβασμού την περίοδο από τα μέσα του ’90 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000. Η ιδέα του ηττημένου ηχούσε ευχάριστα στα αυτιά μας. Πιστοποιούσε τη συνολική φυγή από την πραγματικότητα, ενός τραγουδιού που δεν διεκδικούσε πλέον τίποτα στο κοινωνικό πεδίο ενώ την ίδια στιγμή αναπαρήγαγε την αυταρέσκεια των «μυημένων» καθώς μιλούσε ακατάπαυστα για μακρινούς πλανήτες, προφήτες και αερικά. Ο winner, ο νικητής, ο από πάνω ήταν και είναι ντεμοντέ. Καλύτερα ο απογοητευμένος, ο μπαρουτοκαπνισμένος και χαμένος, κι ας μην υπάρχει πουθενά η ήττα του παρά μόνο στον παραμορφωτικό καθρέφτη του παραφουσκωμένου του εγώ.

Γι’ αυτό και παρόλο που η ήττα στο τραγούδι παρουσιάζει αξιοθαύμαστη συνέχεια ως μοτίβο, το νοηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται αλλάζει δραματικά. Στον Αλκαίο και στον Τριπολίτη η χασούρα είναι ιστορικά προσδιορισμένη - καταλαβαίνεις, δηλαδή, ποιος έχει χάσει και σε τι συνίσταται η ήττα του, η συνδεδεμένη με την πορεία ενός ευρύτερου συλλογικού προτάγματος. Στον Ιωάννου, τα πράγματα θολώνουν· η ήττα σαν να μην έχει και τόση σημασία, σαν να μην μετράει τελικά το αποτέλεσμα της αναμέτρησης. Κι ο φορέας της ήττας, ίσως και να μην έχει και τόσους πολλούς λόγους να πλήττεται απ’ αυτήν - ίσως να έχει, δηλαδή, την πολυτέλεια της αποστασιοποίησης. Όσο για τον Ευαγγελάτο, εκεί η ήττα είναι σχεδόν κενή περιεχομένου, αρθρωμένη μοναχά με ψυχαναλυτικούς όρους παιδικής ηλικίας, δίχως κανένα μα κανένα ιδεολογικό περιεχόμενο. Η υποχώρηση της ιδεολογικής φόρτισης στο ελληνικό τραγούδι συμβαδίζει ιστορικά και με τη μετάλλαξη του νοηματικού πλαισίου της ήττας, από ένα ιστορικά και πολιτικά καθορισμένο αποτέλεσμα σε ένα αυστηρά προσωπικό αδιέξοδο δίχως ευκρινείς αιτίες.

Συμπερασματικά, όπως και η ποίησή μας, έτσι και το τραγούδι ενσωμάτωσε σποραδικά αλλά και με μια κάποια συνέπεια την ήττα ως μια «διεργασία παρασκηνίου» που θα έλεγε κι ένας κομπιουτεράς. Η παρούσα, πρόχειρη καταγραφή κατέδειξε ότι το συγκεκριμένο μοτίβο εμφανίζεται με συχνότητα που επιτρέπει να υιοθετήσουμε τον τίτλο του κειμένου ως έναν δόκιμο όρο για ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού τραγουδιού. Το «τραγούδι της ήττας» είναι ένα διακριτό φαινόμενο, με τάσεις αυτονόμησης από την οποιαδήποτε ιστορική συνθήκη το γέννησε. Το κατά πόσο θα παγιωθεί ως μανιέρα και ναρκισσιστική ευκολία ή θα διατηρήσει ένα κάποιο νόημα μέσω συγκεκριμένων αξιακών και κοινωνικών αναφορών παραμένει, φυσικά, ένα ανοιχτό ερώτημα.