Σάββατο, 4 Αυγούστου 2018

Η πολιτική στο τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου




Η πολιτική στο τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου


του Ηρακλή Οικονόμου
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)


θα ’ρθει καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι
Μ. Ελευθερίου, «Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς»


Ο Μάνος Ελευθερίου έχει υπάρξει θύμα μιας νόσου που έχει κατακλύσει το ελληνικό τραγούδι - νόσου ενδεικτικής του γηπεδικού επιπέδου των ακροατών: το να κρίνεις έναν δημιουργό και το έργο του από τις εκάστοτε απόψεις που αυτός εκφράζει για τη συγκυρία. Πέρα όμως από το αν ο Ελευθερίου ψήφισε «Ναι» ή «Όχι» στο δημοψήφισμα, πέρα απ’ το αν υποστηρίζει το α’ ή το β’ κόμμα, υπάρχει ένα στιχουργικό έργο τεραστίων διαστάσεων ποσοτικά και ποιοτικά που μας βοηθά να κατανοήσουμε τι πραγματικά εξέφρασε ο Ελευθερίου στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο.

Πυρήνας της κοσμοθεωρίας του Ελευθερίου είναι ο άνθρωπος, ο ορισμένος κοινωνικά και συλλογικά. Βασική ταυτότητα αυτού του ανθρώπου είναι η εργασία, και η κοινωνική θέση του που προκύπτει απ’ αυτήν. Ο στίχος του Ελευθερίου είναι ταξικός, γι’ αυτό και οι χώροι όπου συχνάζουν οι ήρωές του είναι καταρχήν οι χώροι όπου δουλεύει η εργατική τάξη. Χαρακτηριστικό είναι το «Κάθε πρωί» από τα «Λαϊκά» του Θεοδωράκη, όπου χωράνε «φάμπρικες», «γιαπιά», «σφαγεία» και «παλιά μηχανουργεία. Το ίδιο μοτίβο συναντάμε και στο «Το ψωμί μου είναι γλυκό»: «Τον πρώτο χρόνο φάμπρικα / τον άλλο στα ψυγεία / χωρίς να θέλω βρέθηκα / μες στα μηχανουργεία». Ο Ελευθερίου έλκεται από τους χώρους όπου οι άνθρωποι παράγουν, σχηματίζοντας έτσι και τη συλλογική τους ταυτότητα: «δρόμοι με τα κλωστήρια και τα μηχανουργεία» και «σχολάνε τα κλωστήρια στις εννιά». Και ενσωματώνει τακτικά στον στίχο του χώρους όπου συγκεντρώνεται ο λαϊκός κόσμος, μαζί: οι γειτονιές, το καφενείο, ο συνοικισμός.

Πλάι στον ανώνυμο λαό, ο Ελευθερίου βάζει τους δικούς του, πολιτικά φορτισμένους αγίους, ιδιαίτερα στα «Τροπάρια για Φονιάδες»: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Τσε Γκεβάρα, Νίκος Πλουμπίδης. Η επιλογή του έχει να κάνει καταρχήν με το γεγονός ότι και οι τρεις φιγούρες υπήρξαν ηγέτες του οργανωμένου κομμουνιστικού κινήματος. Αλλά όχι μόνο αυτό. Πρόκειται για φιγούρες κυνηγημένες και αδικημένες, που εν τέλει βρίσκονται μόνες μπρος στον θάνατο και στους εκτελεστές τους. Την Λούξεμπουργκ την κυνηγούν οι πολιτοφύλακες των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών· τον Γκεβάρα που τον έχει ήδη εγκαταλείψει το Κομμουνιστικό Κόμμα Βολιβίας τον σκοτώνουν ο βολιβιανός στρατός και οι πράκτορες της CIA· και τον Πλουμπίδη τον εκτελούν «οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά», το μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς μαζί με τους συντρόφους του στο ΚΚΕ, οι οποίοι ηλιθιωδώς τον θεώρησαν πράκτορα και προδότη.

Στη «Θητεία» βρίσκουμε άλλες δύο μεγάλες φιγούρες της αριστεράς. Ο στίχος «Η μοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει / Παρασκευή το βράδυ στις εννιά / η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει» έχει γραφτεί για τον Γρηγόρη Λαμπράκη, κατά δήλωση του ίδιου του Ελευθερίου, καθώς Παρασκευή ήταν η μέρα της δολοφονίας του πολιτικού της ΕΔΑ από το παρακράτος. Και ο στίχος «Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι; / Ποιος είναι Καπετάνιος στα βουνά;» αναφέρεται στον Άρη Βελουχιώτη - το μάθαμε βλέποντας το κεφαλαίο «Κ» και την υποσημείωση του Ελευθερίου: «Ο ‘Καπετάνιος στα βουνά’ είναι, φυσικά, ο Άρης Βελουχιώτης. Αυτό ξέφυγε από τη λογοκρισία!».[i]






Ενδεικτική του πολιτικού προσανατολισμού του Ελευθερίου είναι και η συμμετοχή του στα ιστορικά «Τραγούδια του Αγώνα». Εν μέσω της Χούντας, αρχές του 1971, αποφασίζει και στέλνει τέσσερα τραγούδια στον Μίκη Θεοδωράκη που βρίσκεται στο Λονδίνο: «Η επιστολή», «Η αυλή», «Κλεισ’ το παράθυρο» και «Ποιος τη ζωή μου». «Η αυλή» είναι μια απ’ τις συγκλονιστικότερες στιγμές του ελληνικού τραγουδιού, όπου η τρυφερότητα του ποιητή απέναντι στο ανώνυμο θύμα της οδού Μπουμπουλίνας συναντά τη βία και τη σκληρότητα των βασανιστών του. Γι’ αυτούς έγραφε τα τραγούδια του ο Ελευθερίου: τους αδικημένους και τους ταπεινούς, τους αθώους και τους κυνηγημένους. Όσο για το «Ποιος τη ζωή μου», έμελλε να ζήσει και μια δεύτερη ζωή στα χέρια του Χάρη και του Πάνου Κατσιμίχα, στην αλλαγή του αιώνα, και να δώσει βήμα στην πολιτική έκφραση μιας επόμενης γενιάς, τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη γραφή του τραγουδιού.

Το στοιχειωμένο ερώτημα «πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά / που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;» του εν λόγω τραγουδιού μας πάει γραμμή στην καρδιά της αριστερής κοσμοθεωρίας του Ελευθερίου. Εδώ πλέον δεν μιλάμε για ιδέες και αξίες αφηρημένα, παρά αναζητάμε την καθοδήγηση, την ηγεσία - την πρωτοπορία, αν θέλετε, που θα μετουσιώσει τις ιδέες και τις αξίες σε πράξη. Ο ίδιος ο ποιητής εξηγεί τον συγκεκριμένο στίχο: «Ήταν αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κάνουνε κάτι και εξαφανίστηκαν. Αν είχαν τη δυνατότητα και τις ευκαιρίες να αναδειχτούν σε ηγετικές μορφές θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Πρέπει να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και τις ευρωπαϊκές χώρες».[ii] Ο Ελευθερίου έχει πλήρη συνείδηση της υλικότητας των ιδεών· ότι δηλαδή οι ιδέες μετατρέπονται μέσα από τη συλλογική πράξη σε υλική δύναμη που μετασχηματίζει την πραγματικότητα. Και είναι έγνοια του που δεν υπάρχουν οι στοχαστές που θα γεννήσουν τις ιδέες, ούτε και οι ηγέτες που θα οργανώσουν τη μετατροπή των ιδεών σε μαζικό αίτημα: «μαλαματένια λόγια στο χορτάρι / ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά;».

Σημαντικό μοτίβο της πολιτικής ταυτότητας του Ελευθερίου είναι και η ενασχόληση με το έθνος. Την ελληνικότητα, όμως, την αντιλαμβάνεται ως ένα διαρκές αίτημα δικαίου και απελευθέρωσης, και όχι ως μια παγιωμένη κατάσταση εθνικού μεγαλείου και υπεροχής. Το ’21 εμπνέει τον ποιητή επειδή εμπεριέχει τον μοναχικό αγώνα και την αντιεξουσιαστική αυθάδεια του Αθανάσιου Διάκου «δεν ήτανε για τη δική σου γλώσσα / και να κρατάς το στόμα σου κλειστό». Και η εθνική μυθολογία, η Μονεμβασιά και το καριοφίλι, το κάστρο και η εκκλησιά, η αρματωσιά κι ο Μακρυγιάννης επανέρχονται στον στίχο του Ελευθερίου όντας κομμάτι του ίδιου σύμπαντος με τους κομμουνιστές που ξεφορτώνονται απ’ τα καμιόνια στην Καισαριανή και με την εναντίωση στους φασίστες που παραφυλάνε σε κάθε πόρτα. Το ίδιο ισχύει και για τη Σμύρνη που ξεφεύγει από τα όρια της εθνικής αφήγησης και γίνεται πανανθρώπινη αναφορά «στ’ άδικο και στο κρίμα». Αυτό που καίει τον Ελευθερίου είναι η προσφυγιά κι ο θάνατος κι ο λαός «που παίζανε στα ζάρια / τέσσερις φονιάδες στα παζάρια», και όχι ο ανιστόρητος εθνοκεντρισμός.






Θα ήταν ελλιπής η αναφορά μας δίχως μια στάση στις έννοιες της διάψευσης και της ήττας που σαν φάντασμα πλανιούνται στο στίχο του Ελευθερίου, ιδιαίτερα της μεταγενέστερης φάσης του απ’ τα μέσα του ’80 και δώθε. Δύο είναι οι βασικές πηγές αυτής της διάψευσης: η διαρκής ήττα του ελληνικού εργατικού κινήματος από τον Εμφύλιο ως τη δικτατορία και τη Μεταπολίτευση, και προπαντός το αδιέξοδο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» με τις παρεκκλίσεις, τις παραμορφώσεις και τις βάρβαρες εκφάνσεις του. Και κάπως έτσι «όσοι πίστεψαν στον κόσμο / γίνανε τα θύματα», κι «εμείς με τόσα ιδανικά / βρεθήκαμε στα ξαφνικά / να ’μαστε προδομένοι», και τελικά «το τρένο δεν ξεκίνησε ποτέ για Κατερίνη».

Προσοχή όμως: ο φιλοσοφικά και ιστορικά κατοχυρωμένος υπαρξισμός του Ελευθερίου και η διάψευση που προκύπτει από τη στράτευση και την πράξη δεν έχουν καμία σχέση με τη μπουρδολογική κατάθλιψη που μεταδίδεται σαν ιός Έμπολα στο τωρινό ελληνικό τραγούδι. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Το πρώτο βγαίνει απ’ το καμίνι της ζωής και της ιστορίας συνδέοντας το ατομικό με το κοινωνικό, ενώ το δεύτερο από την εκ των προτέρων τσιμεντωμένη απόσυρση.

Συμπερασματικά, ο Μάνος Ελευθερίου είναι ένας από τους συγκλονιστικότερους φορείς των αριστερών ιδεών στο ελληνικό τραγούδι. Πάντα με τον δικό του ιδιόμορφο τρόπο, πάντα με τις εμμονές και τα φαντάσματά του, δίχως συνταγές και ευκολίες, ο ποιητής εξέφρασε το διαχρονικό αίτημα της χειραφέτησης των κατατρεγμένων εμπνεόμενος από τον πιο απόλυτο ανθρωπισμό. Πηγή έμπνευσής του, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό, το όραμά του για έναν καλύτερο κόσμο. «Ξέρεις ότι στα νιάτα μας πολύς κόσμος, πολλοί νέοι τότε στιχουργοί νόμιζαν ότι γράφοντας ένα τραγούδι αλλάζουν και τον κόσμο;».[iii] Ο Ελευθερίου υπήρξε ένας απ’ αυτούς. Κι οι στίχοι του άλλαξαν μια για πάντα αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως νέο ελληνικό τραγούδι· άλλαξαν, δηλαδή, τον κόσμο.









[i] Μάνος Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια, 1963-2013, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2013.
[ii] Συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου στην Κρυσταλία Πατούλη, TVXS, 19 Δεκεμβρίου 2011.
[iii] Συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου στον Ηρακλή Οικονόμου, Μουσικά Προάστια, 15 Μαΐου 2008.

Δεν υπάρχουν σχόλια: