Θα 'ταν 12 του Μάρτη του 1938 όταν γεννήθηκε ο Μάνος Ελευθερίου, θα 'ταν 12 του Μάρτη του 2005 όταν έφυγε ο Σταύρος Κουγιουμτζής. Η σημερινή ημέρα είναι λοιπόν μια συμβολική συνάντηση των δύο πιο αγαπημένων μου δημιουργών του ελληνικού τραγουδιού. Γιορτάζουμε τον κύριο Μάνο, θυμόμαστε τον κύριο Σταύρο και τραγουδάμε και τους δύο, σήμερα και αύριο και στους αιώνες των αιώνων. Και μπορεί "Του κάτω κόσμου τα πουλιά" να είναι κοινή συναινέσει το αριστούργημα της καλλιτεχνικής τους συμπόρευσης, εγώ όμως σήμερα θέλω να ακούσω ένα άλλο τραγούδι, για ένα ρούχο που δε βγαίνει πάνω απ' τη λαβωματιά. ηρ.οικ.
Τρίτη 12 Μαρτίου 2013
Γιορτάζοντας τον κύριο Μάνο, μνημονεύοντας τον κύριο Σταύρο
Θα 'ταν 12 του Μάρτη του 1938 όταν γεννήθηκε ο Μάνος Ελευθερίου, θα 'ταν 12 του Μάρτη του 2005 όταν έφυγε ο Σταύρος Κουγιουμτζής. Η σημερινή ημέρα είναι λοιπόν μια συμβολική συνάντηση των δύο πιο αγαπημένων μου δημιουργών του ελληνικού τραγουδιού. Γιορτάζουμε τον κύριο Μάνο, θυμόμαστε τον κύριο Σταύρο και τραγουδάμε και τους δύο, σήμερα και αύριο και στους αιώνες των αιώνων. Και μπορεί "Του κάτω κόσμου τα πουλιά" να είναι κοινή συναινέσει το αριστούργημα της καλλιτεχνικής τους συμπόρευσης, εγώ όμως σήμερα θέλω να ακούσω ένα άλλο τραγούδι, για ένα ρούχο που δε βγαίνει πάνω απ' τη λαβωματιά. ηρ.οικ.
Κριτική και κριτικοί: Γιώργος Ε. Παπαδάκης
Γιώργος Ε. Παπαδάκης:
«Για να υπάρξει κριτική απαιτείται απόλυτη ελευθερία έκφρασης»
(Το τελευταίο δημοσιευμένο κείμενο του Γιώργου Ε. Παπαδάκη πριν την πρόωρη απώλειά του. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ).
Όσες φορές χρειάστηκε να γίνει μια ικανοποιητική προσέγγιση της έννοιας «μουσική κριτική», είχα την αίσθηση πως αυτή έννοια όχι μόνο δεν προσφέρεται να τη συλλάβει κανείς με κάποια σχετική ευκολία, αλλά αντίθετα, γλιστρά σαν χέλι. Και άλλες έννοιες αποκτούν συχνά και άλλες, πλην της αρχικής των, σημασίες γι’ αυτό και εδώ είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νουν την αρχική σημασία της κριτικής. Το λεξικό π.χ. της Οξφόρδης ορίζει τον κριτικό ως κάποιον που εκφέρει κρίσεις, γνώμες. Είναι ένας «επικριτής», κάποιος που βρίσκει σφάλματα, ελαττώματα, ένας «γκρινιάρης», μεμψίμοιρος, λεπτολόγος. Είναι ακόμα αυτός που έχει αναπτύξει την ικανότητα να κρίνει την ποιότητα και την αξία καλλιτεχνικών έργων.
Γενικά μιλώντας, η κριτική είναι μια ικανότητα του ανθρώπου να διατυπώνει κατά το δυνατόν ορθές και αντικειμενικές κρίσεις σε όλες τις εκδηλώσεις της πνευματικής ζωής. Συγγενείς έννοιες είναι η εκτίμηση, η αξιολόγηση, η αιτιολογημένη κρίση, η αποτίμηση. Στόχος της κριτικής είναι η αναζήτηση της αλήθειας, η επισήμανση και διάκριση του εκάστοτε «σωστού» από το λαθεμένο, του ωραίου από το άσχημο και εν τέλει της τόσο ακριβής γνώσης του καλού και του κακού· ας θυμηθούμε το λόγο για τον οποίο εκδιώχθηκαν από τον παράδεισο οι πρωτόπλαστοι.
Για να υπάρξει κριτική, σαν αυτόνομη πνευματική εκδήλωση, πρώτη και απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απόλυτη ελευθερία στην έκφραση. Πολλές φορές έχω εντοπίσει σε κείμενα κριτικών ένα πνεύμα που υποβόσκει αλλά δεν εκφράζεται καθαρά. Πολλοί κριτικοί διστάζουν να πουν τη γνώμη τους, γιατί τι θα γίνει αν συναντηθούν σε μία κοινωνική εκδήλωση με τον κρινόμενο; Θα ντρέπονται. Ύστερα χρειάζεται τιμιότητα στις προθέσεις και σοβαρότητα στις απόψεις. Την αναγκαιότητα της κριτικής έχει επιβάλει η ζωή. Ο κριτικός έλεγχος βοηθά την τέχνη, παρά τις δικαιολογημένες αντιρρήσεις πολλών καλλιτεχνών, όπως βοηθά να βελτιώνεται η κοινωνική και πολιτική ζωή καθώς και να προχωρεί η επιστήμη.
Υπάρχουν ωστόσο, ορισμένα λεπτά και ευαίσθητα σημεία που οι ορισμοί αφήνουν ανοικτά προς συζήτηση. Για την όποια αποτίμηση τόσο της ποιότητας όσο και της αξίας, των καλλιτεχνικών έργων, δεν υπάρχουν απόλυτα, σταθερά και γενικής χρήσεως μέτρα. Με το έργο τέχνης ο δημιουργός υποτίθεται πως αποκαλύπτει τον πνευματικό του εαυτό και, όπως έχει δείξει πολλές φορές η πραγματικότητα, η αποτίμηση ή οι ορθές κρίσεις μπορεί να έρθουν πολύ αργότερα μες στο χρόνο. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα πως ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ δεν αξιώθηκε, όσο ζούσε, να εκτιμηθεί ως σπουδαίος δημιουργός κι ακόμα τι υποδοχή επεφύλαξε η κριτική στον Ιγκόρ Στραβίνσκυ και σε τόσους άλλους πρωτοπόρους μουσικούς.
Ίσως αυτός μεταξύ άλλων είναι και ο λόγος για τον οποία δεν έχει επιχειρηθεί μέχρι τώρα μια ευρεία και περιεκτική καταγραφή της ιστορίας της μουσικής κριτικής. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια ατέλειωτη έρευνα βιβλίων, δοκιμίων, προλόγων, περιοδικών, εφημερίδων και πάσης φύσεως σχετικών δημοσιευμάτων. Ας έχουμε επιπλέον υπ’ όψη μας πως η κοινή μνήμη, που επηρεάζεται τόσο πολύ από τις ιδιοτροπίες και τα καπρίτσια των ιστορικών και των βιογράφων, είναι σε μεγάλο βαθμό επιλεκτική. Αν κάποιος κριτικός μιλά με την κοινή λογική, τότε η γνώμη του εύκολα γίνεται κοινός τόπος και γενικό πλαίσιο διαμόρφωσης ακόμα και μελλοντικών κρίσεων και ουδείς σκέφτεται να χρεώσει τις μελλοντικές αυτές κρίσεις στον αρχικό «υπαίτιο». Ενώ αντίθετα αν οι κρίσεις του δεν ακολουθούν την κοινή, τρέχουσα λογική τότε θεωρείται πως εκφράζει εντελώς προσωπικές - και άρα λιγότερο αντικειμενικές - απόψεις.
Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013
Το κόκκινο τρένο
Σε πρόσφατο άρθρο σε αφιέρωμα του ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΥ στον Τζαβέλλα, προσπάθησα να δώσω μια επισκόπηση της δισκογραφίας του πέρα από τα αντάρτικα. Στην ενότητα που αφορά τον δίσκο "Επαναστατικός Ρομαντισμός" παρέλειψα να αναφέρω το "Κόκκινο τρένο", ένα τραγούδι του Τζαβέλλα που πρωτακούστηκε στην ομώνυμη ταινία του 1982. Το τραγούδι είναι εξαιρετικό, με τους συγκλονιστικούς στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και με μία απίθανη φυσαρμόνικα - του Μάνου Αβαράκη βεβαίως. Απαραίτητη λοιπόν η μνημόνευση, έστω και καθυστερημένη, ενός έντονα πολιτικού αλλά και γαλήνια μελαγχολικού τραγουδιού. Γιατί "αυτό το κόκκινο το τρένο είναι για μας τίτλος τιμής". ηρ.οικ.
Το κόκκινο τρένο
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Πάνος Τζαβέλλας
Ερμηνεία: Πάνος Τζαβέλλας
Δίσκος: Επαναστατικός Ρομαντισμός (1986)
Αυτό το κόκκινο το τρένο
που μες στη νύχτα τριγυρνά
με τ' όνειρό μας φορτωμένο
δεν σταματάει πουθενά
Αυτό το κόκκινο το τρένο
όπου περνά βάζει φωτιά
Έχει χτισμένα παραθύρια
κι όλες τις πόρτες του κλειστές
στις ρεματιές και στα γιοφύρια
το σημαδεύουνε ληστές
Αυτό το κόκκινο το τρένο
που σημαδεύουν οι ληστές
Αυτό το κόκκινο το τρένο
μάνα διαλέξαμε κι εμείς
ειν' απ' τη λευτεριά σταλμένο
για το ταξίδι της ζωής
Αυτό το κόκκινο το τρένο
είναι για μας τίτλος τιμής
Σάββατο 9 Μαρτίου 2013
Το μεροκάματο του Τάκη Θεοδωρόπουλου
(Δυστυχής νεανίδα εκ Βενεζουέλας ισχυρίζεται ότι "είναι ο Τσάβες".
Τι στο καλό, δεν διαβάζουν Τάκη Θεοδωρόπουλο εκεί στο Καράκας;)
Τι στο καλό, δεν διαβάζουν Τάκη Θεοδωρόπουλο εκεί στο Καράκας;)
Το μεροκάματο του Τάκη Θεοδωρόπουλου...
... βρέχει άπειρη χυδαιότητα και φτηνό αντικομμουνισμό, γι' αυτό καλό είναι να κρατάτε και καμιά ομπρέλα. Δεν λέω, άξιος ο
μισθός του: τόση μανία εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, των κομμουνιστών, των
συνδικαλιστών, του δημοσίου, και γενικότερα οτιδήποτε τυγχάνει να ξεφεύγει από
την ατζέντα του ΔΝΤ και των εργοδοτών του, δύσκολα βρίσκεις στην αγορά σήμερα.
Εδώ όμως το παράκανε.
Αναφέρομαι φυσικά στο νέο πόνημα του Τάκη Θεοδωρόπουλου «Ζει ανάμεσά μας» στην εφημερίδα Καθημερινή της 7ης Μαρτίου:
Πέθανε ο Ούγκο Τσάβες και
ο Θεοδωρόπουλος αποφάσισε να στήσει παρτάκι πάνω από τον τάφο του, με
κακόγουστα αστεία και ηλιθιότητες επιπέδου Καζαμία και Εσπρέσο. ΟΚ, δεν
περιμένω να έχει έμπνευση κάθε μέρα, ιδιαίτερα όταν γράφει τόσο συχνά (…ούτε ο Αριστοτέλης και ο Αϊνστάιν δεν είχαν τόσα να πουν,
με τέτοια συχνότητα). Όμως, το να βάζεις στο μπλέντερ της χυδαιότητας τον
Τσάβες, τον καρκίνο, τον Λαφαζάνη, τους Αμερικάνους και τον Στάλιν, και να
φτιάχνεις μία σούπα κακογουστιάς και μπουρδολογίας την επομένη του θανάτου ενός
δημοκρατικά εκλεγμένου και εξαιρετικά λαοφιλούς ηγέτη ξεπερνά κάθε προσδοκία. Αν
αυτό είναι το επίπεδο των πνευματικών ανθρώπων που έχει να επιδείξει σήμερα η
αστική τάξη, τότε καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα διάσωσής μας από
την παρακμή παρά μόνο με το να στείλουμε και την αστική τάξη και τους
ιδεολογικούς της εκπροσώπους στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.
Ας υπενθυμίσουμε στον
κύριο Θεοδωρόπουλο ότι πολλά πολλά χρόνια μετά, όταν δεν θα υπάρχει ούτε αυτός,
ούτε εγώ, ούτε κι η γάτα μου, οι άνθρωποι στη Λατινική Αμερική θα μνημονεύουν
τον Τσάβες. Ναι, τον Τσάβες θα μνημονεύουν κύριε Θεοδωρόπουλε,
και όχι τα κακόγουστα καλαμπουράκια σου. Στου κουφού την πόρτα, όμως, πάρε την
πόρτα και φύγε. Τι να σημαίνουν άραγε στου κουφού την πόρτα οι λέξεις φαί,
δουλειά, στέγη; Τι να σημαίνει άραγε η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους, η
θέρμανση, το σχολείο; Τι να σημαίνει, προπαντός, το να μην γίνεσαι Κολομβία, να
μην γίνεσαι Σαλβαδόρ και Αΐτή, να εξασφαλίζουν οι άνθρωποι επιβίωση και φωνή και
συμμετοχή; Τι να σημαίνει η λέξη ιμπεριαλισμός όταν η υλική σου επιβίωση ως
γραφιά στηρίζεται στο να μας πείσεις ότι δεν υπάρχει; Τι μπορεί να σημαίνουν
όλα αυτά, πάνω από ένα ζεστό κολωνακιώτικο εσπρέσο;
Πώς τις αντιλαμβάνεται άραγε αυτές τις έννοιες το όλο σοφία και εκσυγχρονιστική
περίσκεψη βλέμμα του;
Για το τέλος, μια
τραγουδάρα για να μην ξεχνιόμαστε:
Ζήτω η Βενεζουέλα, η αγαπημένη μου πατρίδα,
που την ελευθέρωσε ο αδερφός μου ο Σιμόν Μπολιβάρ!
Γιατί, βλέπετε, άνθρωποι
σαν τον Τσάβες μας έκαναν να αποκτήσουμε κι άλλες πατρίδες πλάι στην Ελλάδα, μυριάδες
όμορφες και παράξενες πατρίδες, από τα βουνά της Τσιάπας μέχρι την παραλία της
Αβάνας και τους δρόμους του Καράκας. Ενώ κάτι υπάλληλοι των καθεστωτικών δημοσιογραφικών συγκροτημάτων σαν τον Θεοδωρόπουλο μας κάνουν να ντρεπόμαστε και για την πατρίδα μας την
πρώτη, την εδώ πατρίδα, την τόσο βρωμισμένη από τις λέξεις και τις φοβέρες των
δυνατών.
ηρ.οικ.
ΥΓ: Στα σοβαρά τώρα, ένας
άνθρωπος που έχει πάρει διαζύγιο από την έστω στοιχειώδη σοβαρότητα της σκέψης μπορεί
να έχει υπάρξει επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου; Τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί
να εφάρμοσε κι εκεί - στην κρατική υποστήριξη της εκδοτικής παραγωγής - τα ήθη
και τα κριτήρια ιδεολογικού ταλιμπανισμού που αντανακλώνται στις πολιτικές «αναλύσεις»
του.
Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013
Συνέντευξη του Ηλία Λογοθέτη και του Αλέκου Φασιανού στον Σωτήρη Κακίση
Ηλίας Λογοθέτης, Αλέκος Φασιανός (φωτο: Γιώργος Μονοπούδης)
ΗΛίΑΣ ΛΟΓΟΘέΤΗΣ - ΑΛέΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝόΣ:
« Ευτυχισμένος
είναι συνήθως ο κάθε δημιουργός»…
Του ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ
Μεγάλο το
θέμα. Τεράστιο. Από πού να το πιάσει κανείς, κι ώς πού να το πάει. Η Τέχνη !
Από την αρχή της ιστορίας ώς σήμερα, τι κάνει, πώς υπάρχει, πώς βοηθάει, πού
έχει φτάσει. Αιτία διαλόγου, βέβαια, πάντα είναι, ποτέ δεν θα πάψει να είναι.
Ιδίως σήμερα πάλι, όπου όλα πάνω στο τραπέζι βρίσκονται, μια μεγάλη ρουλέτα
μοιάζει κι ο δικός της ο χώρος, κι ο δικός της ο τρόπος.
Ο Αλέκος Φασιανός
ο ζωγράφος, γυρίζοντας από την τελευταία του στο Παρίσι έκθεση κι ο Ηλίας
Λογοθέτης ο ηθοποιός, τελειώνοντας την επιτυχία του με τον Βιζυηνό φέτος στο
Θέατρο Τέχνης, από χρόνια πολλά φίλοι αλλά και γείτονες, δεν διστάζουν να πούνε
τις δικές τους απόψεις για το αιώνιο αυτό θέμα, προσπαθούν ακόμα και λίγο
ελληνικό φως να ρίξουν στην υπόθεσή της. Κι ο διάλογός τους εδώ αφορμή για
νέους διαλόγους ας είναι, όπως ακριβώς γίνεται στην Τέχνη. Όπως ακριβώς πρέπει
να γίνεται, ακόμα κι όταν άλλοι δεν θέλουν, δεν επιτρέπουν να γίνεται. Σ.Κ.
-Ο Γούντυ
‘Αλλεν ο φίλος σας, κύριε Φασιανέ, αναρωτιέται κάπου: «Είναι η Τέχνη ο
καθρέφτης της ζωής; Μπας κι είναι τίποτ’ άλλο;”…
ΗΛίΑΣ ΛΟΓΟΘέΤΗΣ: Να ξεκινήσω εγώ να λέω, λέω.
Κρίνοντας μάλιστα από τον Φασιανό, εγώ σας απαντάω: η Τέχνη πρέπει να είναι
χρήσιμη, να γίνεται πρώτα για τους άλλους. Γιατί, αν η Τέχνη δεν γίνεται για
τους άλλους δεν έχει κανένα νόημα. Αλλά: υπάρχει και περίπτωση να λέει κανείς
πως κάνει Τέχνη για τους άλλους, κι αυτή να είναι σκουπίδι, να τους
αποπροσανατολίζει.
-Δηλαδή;
Η.Λ.: Δηλαδή, είναι σαν τα προϊόντα. Που άλλα είναι καλά, κι άλλα είναι
επικίνδυνα. Η καλή Τέχνη πρέπει να μπορεί να σε γαληνεύει. Να σου θυμίζει τη
ζωή σου, τον τόπο σου. Πώς σου θυμίζει διαρκώς την Ελλάδα ο Σολωμός; ‘Ετσι να
σου προσφέρει κι η ζωγραφική, και ο κινηματογράφος, και το θέατρο, κι όποια
άλλη μορφή τέχνης, την ταυτότητά σου ανά πάσα στιγμή, με τη μεγαλύτερη δυνατή
απλότητα και σαφήνεια.
ΑΛέΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝόΣ: Και για να πάρουμε στα σοβαρά, κι όχι στ’ αστεία τον Γούντυ
‘Αλλεν –που, άλλωστε, κάνει Τέχνη κι ο ίδιος σοβαρή, σοβαρότατη-, η Τέχνη δεν
γίνεται να μην είναι ο καθρέφτης της ζωής. Γιατί αν κάποιος ας πούμε είχε
γεννηθεί στο διάστημα, στο κενό, και δεν έβλεπε τίποτα, τίποτα δεν θα έκανε,
τίποτα δεν θα είχε να ανασυνθέσει, να αναπαραστήσει. Από την πραγματικότητα
γύρω μας αναδύεται η Τέχνη καταρχήν. Κι ύστερα, στο θέατρο ή σ’ έναν πίνακα
ζωγραφικής μπροστά ο θεατής καλείται να κάνει και τη δική του επιπλέον
ανάπλαση, να μπει με το δικό του πια τρόπο μέσα, να το συμπληρώσει, να το ολοκληρώσει
τελικά ο ίδιος, σαν συνέχεια του δημιουργού άμεση.
Η.Λ.:Το κάθε έργο Τέχνης περιέχει εκ των πραγμάτων τη μεγάλη δύναμη της
προσβλέπουσας φανέρωσης: όταν το
κοιτάς, σε κοιτάζει κι αυτό πάντα. Συνομιλεί μαζί σου. Σου απευθύνεται και σε
ρωτάει κι αυτό.
-Μιλάτε
τώρα για ιδανικές περιπτώσεις, και εποχές καλές. Βρισκόμαστε όμως σε περίοδο
όπου η Τέχνη-για-την-Τέχνη συχνά θριαμβεύει, και έχει γίνει «αυτιστική» σχεδόν
πια η όλη ιστορία.
Α.Φ.:Πριν πάμε εκεί, εγώ θέλω να ρωτήσω τον Ηλία: ένας που ξεκινάει να
γίνει ηθοποιός, για να κατακτήσει την Τέχνη του, μέσω του κοινού δεν είναι
αναγκασμένος να το κάνει; Στο κοινό δεν απευθύνεται αναγκαστικά;
Η.Λ.:Προφανώς. Πού αλλού, άραγε;
Α.Φ.:Κι εγώ, λοιπόν, το ίδιο. Θυμάμαι από τότε που είχα αρχίσει να
ζωγραφίζω, πώς, μόλις έκανα κάτι, το ‘δειχνα μετά στους φίλους μου. Κι αυτοί
μου λέγανε, «-Τι είναι αυτό τώρα;», ή «-Πώς τον έκανες έτσι αυτόν;». «-Γιατί
δεν προσπαθείς να τον κάνεις καλύτερα;»
Η.Λ.: Ακριβώς. Γιατί η Τέχνη είναι και διακύβευση, εμπεριέχει συνεχώς το στοιχείο
του κινδύνου, του ρίσκου. Πώς λέγαμε κάποτε οι δυο μας, κύριε Κακίση, για την
όπερα σήμερα: που όλοι οι τραγουδιστές μοιάζουν σίγουροι για τη νότα, δεν
διακινδυνεύουν, κι έτσι πώς να ξαναϋπάρξει έτσι Ντι Στέφανο, Ντελ Μόνακο,
Μπονισόλλι; Και να σας πω και το άλλο: ξέρετε πόσο διακινδύνευσα κι εγώ ο ίδιος
φέτος παίζοντας Βιζυηνό;
-Φαντάζομαι
όσο …δεν φαντάζομαι.
Η.Λ.: Με συνόδευε ο κίνδυνος ανά πάσα στιγμή. Αλλά ο κίνδυνος είναι
κιόλας που απέδωσε τελικά όλη αυτή τη συγκίνηση, όλη αυτή την ευφορία.
-Εγώ θέλω
να επανέλθω όμως στο προηγούμενο ερώτημά μου: στο ότι σήμερα υπάρχουν πολλοί
καλλιτέχνες που δηλώνουν πως κάνουν Τέχνη για την Τέχνη, πως το κοινό καθόλου,
μα καθόλου δεν τους ενδιαφέρει.
Α.Φ.:Και κάθονται μετά μέσα στο σπίτι τους, και τα βλέπουν οι ίδιοι
μόνο τα έργα τους; Εγώ λέω πως όλοι ψάχνουνε το κοινό τους, κι είναι και θέμα
θάρρους το πώς προχωράει κανείς, τελικά; Δηλαδή, τα έργα του Μιχαήλ Άγγελου δεν πάει ο
κόσμος και τα βλέπει; Πώς μπορεί να γίνει αλλιώς; Να τα βάζει κανείς σε
αποθήκες μετά, να τα βλέπει μόνο το σκοτάδι; Ακόμα κι οι πιο μεγάλοι
πειραματιστές οφείλουν να ενδιαφέρονται και για γνώμες πέραν της δικής τους. Η
Τέχνη είναι υπόθεση ενστικτώδης, κι αυτή ακριβώς η πεμπτουσία της την ενώνει με
τους πολλούς ανθρώπους. Και μόλις κάπως κατακτήσει κανείς την Τέχνη, αρχίζει να
είναι σε θέση να αποφασίζει, να πλησιάζει στον εκάστοτε στόχο του με μεγαλύτερη
σιγουριά. Για φανταστείτε κι έναν φωτογράφο που θέλει να φωτογραφίσει κάτι, και
να προσπαθεί χίλιες φορές, χωρίς τελειωμό, χωρίς επιλογή;
-Ωραία,
ας πάμε, λοιπόν, από αλλού, μπας και κάποια στιγμή μου απαντήσετε έστω και
πλάγια: πώς ξεκινάει η Δημιουργία για τον καθένα, λέτε;
Η.Λ.: Ξεκινάει από την καρδιά κατευθείαν, λέω εγώ. Πρόκειται για
λειτουργία καρδιάς κάθε φορά, κάθε σου έργο εκεί οφείλει να πατήσει. Τι
διαδρομές, άλλωστε, λογικές να επιλέξει ένας ζωγράφος μεγάλος; Μπορεί να λέει,
«-Θα βάλω εδώ πράσινο, γιατί έτσι πρέπει»;
Α.Φ.:Το είπαμε και στην αρχή, για την αρχή της Τέχνης: είναι μια
αναπαράσταση της ζωής, της πραγματικότητας. Με πρώτο και καλύτερο εδώ το
θέατρο, την αρχαία ελληνική γραμματολογία. Που, τι έκανε; Σε δίδασκε, σε
διδάσκει αναπλάθοντας όσο γίνεται πιο γοητευτικά τα γεγονότα, και δίνοντάς τους
διαστάσεις ποιητικές.
Η.Λ.:Μα πώς μπορεί να εμπλακείς σε διάλογο με το οποιοδήποτε έργο
Τέχνης, αν αυτό βρίσκεται έξω από το πεδίο της πραγματικότητάς σου; Δεν
γίνεται.
-Μια κι
είπαμε και για το αρχαίο ελληνικό θέατρο, τα τελευταία χρόνια έχουμε και τους
αλαζονικότατους μεσάζοντές του. Σκηνοθέτες που θεωρούν σωστό να επεμβαίνουν
ακόμα και στην ουσία του, επαναδημιουργώντας το σχεδόν, για λόγους λέει
κατανόησής του από το σύγχρονο κοινό.
Η.Λ.:Επ’ αυτού τώρα εγώ λέω πως η παρανόηση είναι τεράστια. Το αρχαίο
ελληνικό δράμα έχει σημαίνουσα μορφή και φόρμα, και το «χειρουργείο» από
σκηνοθέτες σήμερα οπωσδήποτε θολώνει, παρά βοηθάει τα πράγματα. Εκεί κι αν σε
ρωτάει συνέχεια το ίδιο το έργο, εκεί κι αν ο διάλογός του μαζί σου δεν έχει
κανέναν μεσάζοντα ανάγκη. Οι τραγωδίες οι ελληνικές, και οι κωμωδίες βέβαια, σε
αμφισβητούν συνέχεια πολύ πιο πολύ απ’ όσο μπορείς εσύ να τις αμφισβητήσεις.
‘Ακουσα προχτές την πρωτοφανή φράση, «-Αφαιρούμε διάφορα κομμάτια από το έργο,
το …ξαφρίζουμε εσωτερικά» ! «-Ωραία»,
του απάντησα εγώ: «-Πάρε τότε κι έναν πίνακα του Φασιανού, αφαίρεσέ του όλο το
κόκκινο, ας πούμε, να τον διορθώσεις» ! Τι πάει να πει «ξαφρίζω» ; Κάνα μπούτι
κρέας βράζεις στο καζάνι;
Α.Φ.:Εγώ όμως έχω να πω πως η Τέχνη είναι ελεύθερη. Κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει σε
κανέναν τίποτα. Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει το πείραμά του ή την τρέλα
του, θα κριθεί όμως μετά. Δεν πρέπει να απαγορεύεται στην Τέχνη τίποτα. Υπάρχει
όμως και ο χλευασμός κάποια στιγμή, για εκείνους που αποτυγχάνουν εν τη
αλαζονεία τους. Κι ο χλευασμός στη ζωή, άρα και στην Τέχνη, μέσα είναι, δεν
είναι;
-Τον
χλευασμό όμως κατά καιρούς αντιμετώπισαν και μεγάλοι δημιουργοί, οι οποίοι μετά
αναγνωρίστηκαν. Μην πούμε για τα νούμερα επιθεώρησης, που είχαν γίνει του
Εγγονόπουλου κάποτε τα ποιήματα…
Η.Λ.:Σταμάτησε όμως ο Εγγονόπουλος; Δεν σταμάτησε. Ο πραγματικός
καλλιτέχνης δεν σταματάει. Τίποτα δεν τον σταματάει.
Α.Φ.: Κι η σάτιρα Τέχνη δεν είναι όμως; Κι αυτή στην πορεία της Τέχνης
δεν συμβάλλει;
-‘Αλλο η
σάτιρα, κι άλλο ο χλευασμός ή η χυδαιότητα. Για τον Μάνο Χατζιδάκι –μάλιστα επί
συνεργάσιας του με τον Νίκο Εγγονόπουλο στον «Καίσαρα και την Κλεοπάτρα»-
ξέρετε πόσα σκληρά είχανε γράψει τότε οι διάφοροι Ψαθάδες, ως κύριοι
αρθρογράφοι των μεγαλύτερων εφημερίδων;
Α.Φ.:Κι ο Παλαμάς νομίζω δεν είχε πει για τον Καβάφη πως …σκιτσογράφος
είναι, όχι ποιητής; Πως έκανε κάτι σαν προσχέδια ποιημάτων μόνο ο Καβάφης.
Η.Λ.:Τον διέψευσε όμως σ’ αυτό ο χρόνος τον άλλο μας εθνικό ποιητή.
Γιατί και το λάθος μέσα στην Τέχνη είναι, όπως και στη ζωή.
Α.Φ.:Πάντως, κι οι εφημερίδες γίνονται συχνά σκληρές, χτυπώντας χωρίς
λόγο καλλιτέχνες, μόνο και μόνο για να «πιάσουν» και μέρος ενός δυσαρεστημένου
και πάντα αρνητικού κοινού.
Η.Λ.:Υπάρχει όμως ένα κομμάτι της Τέχνης, το σπουδαιότερο ίσως, που
βρίσκεται έξω από το οποιοδήποτε μάρκετινγκ. Κι εννοώ την ψυχή του καλλιτέχνη,
τον τρόπο που νοιώθει και εκφράζεται, τη μοναξιά του την πραγματική.
Ηλίας Λογοθέτης, Αλέκος Φασιανός (φωτο: Σωτήρης Κακίσης)
-Ούτε τότε,
μου λέτε κι οι δύο εσείς, δεν σκέφτεται τον εαυτό του και μόνο ο κάθε
δημιουργός, και την προσωπική του πάνω απ’ όλα λύτρωση;
Η.Λ.:Εγώ δεν πιστεύω σε λυτρώσεις και τέτοια.
Α.Φ.:Κι εγώ επιμένω πως πάντα και τους άλλους σκεφτόμαστε, πως δεν
γίνεται αλλιώς.
Η.Λ.:Και πάντα, μα πάντα με το alter ζούμε.
Πάντα !
-Και το
παράδειγμα του μέγιστου Βαν Γκογκ, που σ’ όλη του τη ζωή λένε πως πούλησε μόνο
έναν πίνακα, κι αυτόν στον αδελφό του;
Α.Φ.:Κι αυτό πάλι πολύ συζήτηση σηκώνει. Γιατί ο Βαν Γκογκ ζωγράφιζε
έξι χρόνια μόνο, δεν πρόλαβε να γίνει γνωστός. Ζωγράφισε από τα τριάντα του
μέχρι τα τριαντέξι του μόνο. Κάπως έτσι κι ο Σεζάν. Δεν είχανε το χρόνο ν’
απογοητευθούνε. Είναι τραγικές ίσως οι ιστορίες τους, αλλά κι αυτοί, είμαι
βέβαιος, δεν ζωγράφιζαν για τον εαυτό τους και μόνο.
Η.Λ.:Κι ύστερα, δείτε πόσο ευτυχισμένοι είμαστε εμείς εδώ σήμερα, που
συζητάμε τόσα χρόνια μετά για τους δυό τους.
Α.Φ.:Κι ο Μοντιλιάνι. Που τώρα έχει μια έκθεσή του τρομερή στην
Ισπανία, στη Μαδρίτη. Κι αυτός πέθανε νέος και δεν πρόλαβε ν’ απολαύσει το
διάλογό του με τον κόσμο μέσω της Τέχνης του.
Η.Λ.:Αυτό που έχει σημασία είναι πως, παρά τις όποιες δυσκολίες, ακόμα
και σ’ εποχές που ένας καλλιτέχνης συναντάει ανυπέρβλητα εμπόδια και σπρώχνεται
ακόμα και σε Καιάδα, αυτός σαν Γαλιλαίος επιμένει. Εκεί είναι το μεγαλείο και
του ίδιου, αλλά και της Τέχνης όλης.
Α.Φ.:Μη λέμε όμως για τραγικότητα στην Τέχνη, και για καλλιτέχνες
τραγικούς. Ευτυχισμένος είναι συνήθως ο κάθε δημιουργός.
Η.Λ.:’Ασε δε που, σε περιόδους ένδειας και αντιξοοτήτων, ακόμα πιο
ευτυχισμένοι είναι οι καλλιτέχνες, ακόμα πιο δυνατοί.
Α.Φ.:Αισθάνθηκες εσύ ποτέ φτωχός, Ηλία;
Η.Λ.:’Οχι. Ποτέ. Ποτέ.
Α.Φ.:’Οταν είσαι μέσα στην Τέχνη σου, δεν έχεις ανάγκη από τίποτα.
Η.Λ.:Κι είσαι ευτυχισμένος τότε χωρίς φράγκο στην τσέπη. Μετά αρχίζει το πρόβλημα. Όταν ξεχνάς κάποτε την
αληθινή δημιουργία, και μπλέκεις με τα ημίμετρα.
-Να ένα
άλλο, λοιπόν, πιθανό πρόβλημα της σημερινής εποχής: οι πλούσιοι καλλιτέχνες.
Στη Δύση ιδιαίτερα.
Α.Φ.:Είναι δύσκολο κανείς να γίνει πολύ πλούσιος με την Τέχνη, ό,τι και
να κάνει. Από την άλλη, η ευμάρεια παρασύρει τον άνθρωπο να μην
προβληματίζεται, να μη στοχεύει σε κάτι που του λείπει δυνατό.
-«Πενία
…τέχνας κατεργάζεται»;
Η.Λ.:Ο σπουδαίος καλλιτέχνης τ’ αντέχει όλα. Και τον …πλούτο ακόμα, λέω
εγώ. Γιατί είναι βαθειά μέσα του ευτυχής.
Α.Φ.:Να κι ένα άλλο παράδειγμα: ο Σωκράτης δεν είχε να πληρώσει το
δικαστήριό του, αλλά δεν τον ένοιαζε, γιατί ήταν ήδη έξω από την ύλη. Γιατί η
ύλη με την Τέχνη ιεροποιείται, σε πάει αλλού, στη μεταφυσική, στην ανύψωση. Το
θέμα πώς κάνει κανείς Τέχνη πια, όταν συνεχώς ανάμεσά μας είναι η άμεση
πληροφορία και ο ευτελισμός του κάθε γεγονότος; Πώς να διδάξεις τον άλλον τότε μ’
ένα τραγούδι, μ’ ένα θεατρικό, μ’ ένα πίνακα;
Η.Λ.:Πάμε πάλι και στην άμεση χρησιμότητα της όποιας μορφής της Τέχνης:
πώς θα πεις στον άλλο, «-Κοίταξε, μην το ξανακάνεις αυτό, αυτό το παράπτωμα,
αυτό το έγκλημα, αυτή την ύβρι». Πώς θα τον σώσεις, και θα σωθείς κι εσύ μαζί,
από τη Νέμεση.
Α.Φ.:Σήμερα ο κόσμος πάει στο θέατρο χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα
συχνά για την υπόθεση του έργου. Για τη διασκέδασή του αποκλειστικά. Ενώ οι
πρόγονοί μας ξέρανε τις υποθέσεις των έργων, και παρακολουθούσαν το πώς οι
ποιητές τους απευθύνονταν, πώς χρησιμοποιούσαν για το καλό της πόλης και των
πολιτών την Τέχνη τους.
Η.Λ.:Κι η επανάληψη ήταν προχώρημα κάθε φορά παρακάτω. Εγώ μάλιστα την
επανάληψη την ορίζω κλασικά, κλασικώτατα: ως τη μητέρα της μάθησης. Ως την
αιώνια επιστροφή.
Α.Φ.:Ο ήλιος δεν ξαναβγαίνει, και ξαναβγαίνει, και ξαναβγαίνει; Κάθε
φορά αλλιώς δεν φωτίζει τα πράγματα, κάθε φορά άλλοι δεν είμαστε κι εμείς από
κάτω του;
-Μιλήσαμε
πολύ για τους αρχαίους. Ελληνική Τέχνη τον εικοστό πρώτο αιώνα υπάρχει; Κι αν
υπάρχει, πώς ορίζεται άραγε;
Α.Φ.:Υπάρχει βέβαια, όπως υπάρχει και γαλλική, κι ιταλική, κι
αμερικάνικη, και γιαπωνέζικη Τέχνη. Δεν είναι κακό να διαχωρίζουμε και τη δική
μας Τέχνη από τις άλλες, σαν ένα στάχυ που φυτρώνει κάπως κι αυτό ιδιαίτερα σ’
ένα χωράφι μέσα, και βγαίνει εδώ κι όχι αλλού. Που δεν μπορεί μάλιστα να
φυτρώσει, όπως τόσα και τόσα δέντρα, τόσα και τόσα φυτά, παρά μόνο στον τόπο
του.
-Σαν
μαστίχα Χίου, μόνο στη μία πλευρά του νησιού;
Α.Φ.: Αυτόματα γίνεται ελληνική η Τέχνη που γεννιέται στην Ελλάδα. Οι
αμερικάνοι, οι γάλλοι, οι ιταλοί, όλοι κάνουν σαν τρελοί να δείξουνε, με
βιβλία, με κάθε τι, τη δική τους Τέχνη στον κόσμο.
Η.Λ.: Αλλιώς δεν φωτίζονται τα πράγματα εδώ, κι αλλιώς αλλού; Ο ποιητής
δεν μπορεί παρά να πατήσει στη δική του γη, στη δική του γλώσσα. Έτσι κι ο
ζωγράφος: στα χρώματά του δεν μπορεί παρά να πατήσει.
Α.Φ.:Κι οι ποιητές μας γίνανε εδώ τόσο μεγάλοι, γιατί γράφουν στη
γλώσσα τους αναγκαστικά. Ενώ πολλοί ζωγράφοι, με τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση,
μιμήθηκαν άλλων τους τρόπους, και βρέθηκαν έτσι μετέωροι. Μπορείς όμως να
ζωγραφίσεις κάτι που θα γίνει παγκόσμιο από μόνο του, χωρίς νέρωμα ή μιμητισμό;
Η.Λ.:Κι ύστερα, σ’ έναν πραγματικά καλό πίνακα μπροστά, όλες οι φυλές
του κόσμου νοιώθουν κάτι κοινό. Συγκινούνται.
Α.Φ.:Ναι: άμα κάνεις έναν να αποχαιρετά ένα πλοίο που φεύγει από ένα
λιμάνι, αυτό συγκινεί όλον τον κόσμο. Εδώ ακόμα πάνε οι άνθρωποι στα λιμάνια,
φεύγουν-δεν φεύγουν, για να χαιρετίσουν τα πλοία όπως παλιά. Κι ας μην
περιμένουν κανέναν δικό τους.
Η.Λ.:Σαν τη σπουδαιότητα της εισόδου και της εξόδου στο θέατρο, από τη
σκηνή. Εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ τα πλοία στη Λευκάδα, που χαιρετούσανε όλοι
όλους, με χαρά, με επισημότητα. Με συγκίνηση όλοι ξαφνικά.
Α.Φ.:Και μετά, φεύγει το πλοίο,
διασκορπίζεται ο κόσμος, ερημώνει η αποβάθρα. Κι επικρατεί πια η σιωπή. Άλλος
πίνακας τώρα, άλλη όψη της ζωής. Γιατί είναι πολύ μεγάλος καλλιτέχνης, ξέρετε,
κι η ζωή. Πολύ μεγάλος, τελικά.
Πηγή: Η
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, «Κ», Κυριακή 8 Ιουνίου 2008, σελ.34.
Αλέκος Φασιανός, Ηλίας Λογοθέτης, Σωτήρης Κακίσης (φωτο: Μαρία Ζαχαρή)
Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013
Chavez amigo
Όσοι νομίζουν ότι μαζί με τον Ούγκο Τσάβεζ πεθαίνει και το όραμα που αυτός ενσάρκωσε, το όραμα μιας δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Λατινικής Αμερικής, το αίτημα ενός χειραφετημένου, καλύτερου κόσμου, είναι βαθιά γελασμένοι! Γιατί για κάθε έναν Τσάβες που φεύγει, θα γεννιούνται εκατό, όσο η άρρωστη κοινωνία που οι λίγοι παλεύουν να συντηρήσουν αντιπαρατίθεται τόσο βαθιά με τα όνειρα και τις ανάγκες των πολλών. Και όταν η επανάσταση θα νικήσει, κουφάλα νεκροθάφτη, στον τοίχο της θα έχει χώρο και για τον Τσάβες, και για τα συνθήματα του λαού που τον ψήφισε και τον κράτησε δημοκρατικά στην εξουσία:
Chavez amigo, el pueblo esta contigo
Τσάβες, φίλε, ο λαός είναι μαζί σου.
Μέχρι τότε, και μόνο στο άκουσμα του ονόματός του, κάποιοι θα συνεχίσουν να βλέπουν εφιάλτες. Είναι οι ίδιοι που εδώ στην Ελλάδα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Βενεζουέλα, μας βομβαρδίζουν καθημερινά με συμβουλές και νουθεσίες, για το καλό μας. Είναι τα ίδια παράσιτα, οι ίδιες μύγες των ΜΜΕ και της διανόησης, της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας. Θα βγουν από σήμερα να μας πείσουν για τις ατέλειες του Τσάβες και του καθεστώτος, για τα λάθη του, θα βρουν εγκλήματα και παραλήψεις, και βέβαια θα μας εξηγήσουν ότι αυτοί από το καναπεδάκι τους θα τα έκαναν όλα σίγουρα πολύ καλύτερα. Θα πουν και θα γράψουν πολλά, μόνο που πλέον δεν μπορεί κανένας να τους πάρει στα σοβαρά! Γιατί ο Τσάβες που πεθαίνει είναι το καινούργιο, και αυτοί που μένουν πίσω και χασκογελούν είναι το τόσο τρομακτικά και ανήθικα παλιό.
Στο ντοκιμαντέρ "The revolution will not be televised", παρατίθεται ένα συγκλονιστικό χρονικό της ανόδου του Τσάβες στην εξουσία, και της επιβίωσής του από το βρώμικο πραξικόπημα των βιομηχάνων και των Αμερικανών το 2002. Δείτε το! Το πρωτοείδα σε μία κατάληψη στην Ουαλία το 2005. Είχαμε μπουκάρει σε ένα κλειστό, εγκαταλειμμένο καφέ και το είχαμε μετατρέψει σε χώρο καλλιτεχνικών και πολιτικών δραστηριοτήτων... τρέχα γύρευε... Σε κάποια φάση διοργανώσαμε και μια βραδιά για τη Βενεζουέλα, με ομιλίες, προβολές, και μπόλικη μουσική. Στην προβολή του ντοκιμαντέρ, είχε γίνει ο χαμός από κόσμο, ο οποίος στο τέλος είχε ξεσπάσει σε ορμητικά χειροκροτήματα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που συγκίνησε και συγκινεί ανθρώπους από όλο τον κόσμο στο άκουσμα των ονομάτων του Τσάβες, του Κάστρο, του Γκεβάρα, του Αλιέντε. Ξέρω όμως στα σίγουρα ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, αντί να μένουμε σε ρομαντισμούς και νεκρολογίες, είναι να χαμπαριάσουμε το νόημα της πράξης τους και να προσπαθήσουμε να το ξανακάνουμε πράξη. Όχι στη Βενεζουέλα, ούτε σε κάποια άλλη χώρα μακρινή, παρά στο δικό μας δρόμο και στη δική μας γειτονιά, εδώ και τώρα, παντού και πάντα.
ηρ.οικ.
Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013
Κριτική και κριτικοί: Γιώργος Β. Μονεμβασίτης
Γιώργος Β. Μονεμβασίτης:
«Η κριτική τέχνης είναι τέχνη· δεν διδάσκεται»
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)
Ο φίλος Γιάννης Πετρίδης με ...παρέσυρε το 1978, όταν άρχισε να εκδίδει το περιοδικό «Ποπ και Ροκ», και από τότε άρχισα να ...εκτίθεμαι. Οι τότε κριτικές παρεμβάσεις μου στα μουσικά δρώμενα είχαν τη γενική ονομασία «Η άλλη Μουσική». Σημαντικοί σταθμοί στην πορεία μου ήσαν η συνεργασία με το περιοδικό «ΤaR» που άρχισε το 1981, οι εκπομπές στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ (1982-2000) και ο ορισμός μου ως εντεταλμένος κριτικός μουσικής στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Υπηρέτησα τη θέση αυτή αδιαλείπτως από το 1984 έως το 1996.
H τέχνη - και η κριτική τέχνης - είναι …τέχνη· δεν διδάσκεται. Εκείνο που διδάσκεται είναι η τεχνική. Δεν έχω μαθητεύσει σε κανένα Ωδείο, ωστόσο θεωρούμαι ως ένας αξιόπιστος κριτικός μουσικής. Έχω μελετήσει μόνος μου μουσική σε βάθος - έχω εμφανιστεί ακόμη και ως σολίστ κλασικής κιθάρας, όντας αυτοδίδακτος. Εκείνα που χρειάζεται η κριτική μουσικής, πέρα από το φυσικό χάρισμα, είναι γνώση, γνώση, γνώση - γενική και όχι ακαδημαϊκή - και μνήμη, αφού η κριτική βασίζεται κυρίως στη σύγκριση. Η τυπική μουσική εκπαίδευση μπορεί να προσθέσει γνώσεις, αν και συχνά σε λάθος κατεύθυνση, ενώ μπορεί να αφαιρέσει τον απαιτούμενο αυθορμητισμό στη διαδικασία προσέγγισης και αφομοίωσης ενός ακροάματος.
Η κριτική μουσικής χωρίζεται σε δυο μεγάλες και αρκούντως διαφορετικές κατηγορίες: στην κριτική μιας μουσικής εκδήλωσης (συναυλίας, παράστασης όπερας, κ.ο.κ.) και στην κριτική ενός ηχογραφήματος. Οι διαφορές είναι ευδιάκριτες: η κυριότερη έγκειται στη δυνατότητα ή μη επανακρόασης. Εστιάζω στο πρώτο είδος κριτικής, μια και έχω ασχοληθεί με αυτό εκτενέστερα. Ως αναγνώστης, λοιπόν, επιθυμώ να καταλάβω τι έγινε σε μια μουσική εκδήλωση, όχι μόνο περιγραφικά αλλά ουσιαστικά. Αν από τις ερμηνείες τιμήθηκε ή προδόθηκε το πνεύμα των δημιουργών. Όταν πρόκειται για καινούρια ή σπάνια ερμηνευόμενα έργα, τότε θα μ’ άρεσε να γνωρίσω κάτι περισσότερο για αυτά. Ως συγγραφέας προσπαθώ να ικανοποιήσω τον αναγνώστη …εαυτό μου. Μια κριτική είναι «καλή» όταν προσεγγίζει και επεξεργάζεται το θέμα σωστά, με καλή διάθεση, χωρίς προκαταλήψεις και εμπάθεια. Όταν δεν βιάζει τη γλώσσα και δεν απαρνιέται την ποίηση και το χιούμορ. Όταν, ακόμη κι αν είναι αρνητική, η ανάγνωσή της προκαλεί εγκώμια.
Είναι αυτονόητο ότι έχω αναθεωρήσει παλαιότερες κριτικές απόψεις μου. Είναι αναπόφευκτο, μια και με το πέρασμα του χρόνου και τον εμπλουτισμό των ακροαματικών εμπειριών διευρύνεται σημαντικά ο ορίζοντας των γνώσεων και της αντιληπτικότητας. Άλλωστε, ένα καινούριο έργο κακά ερμηνευμένο φαίνεται χειρότερο απ’ ότι πραγματικά είναι. Μια δεύτερη καλύτερη ερμηνεία του μπορεί να το αποκαταστήσει, στη αξιολογική διάθεση. Πάντως δεν έχει συμβεί η απόλυτη ανατροπή στην κρίση μου για κάποιο συγκεκριμένο έργο. Για ερμηνευτές ναι!
Αδυναμία, το όνομά σου είναι …άνθρωπος - παραλλάσσω τα λόγια του δραματουργού. Όποιος ισχυρίζεται ότι δεν επηρεάζεται από προσωπικές γνωριμίες, σχέσεις κλπ. μάλλον ψεύδεται. Προσπαθώ, ωστόσο, στο μέτρο του δυνατού, οι εκφράσεις μου να μην ισχυροποιούν αλλά και να μην αποδυναμώνουν το εισπραττόμενο ακροαματικό προϊόν, ανάλογα με συμπάθειες και αντιπάθειες.
Το διαδίκτυο είναι συνάμα ευλογία και εφιάλτης. Ο καθένας μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα και να δημοσιοποιεί τις απόψεις του. Οι αναγνώστες και ο χρόνος θα κρίνουν τον κρίνοντα. Δυστυχώς, το ανιστόρητο, η ημιμάθεια και η ανευθυνότητα υπερέχουν. Έχει και τα καλά του το διαδίκτυο. Τα κείμενα μπορούν να είναι εσαεί αμέσως προσβάσιμα. Και έχει εκλείψει η δυνατότητα λογοκρισίας «λόγω ελλείψεως χώρου» - σε έντυπη μορφή έχω και εγώ υποστεί τις συνέπειές της!
Σάββατο 2 Μαρτίου 2013
Βασίλης Χουλιάρας: Ένα περίεργο όνειρο
(Ένα διήγημα που επρόκειτο να δημοσιευτεί στο blog oxy-moron, αλλά το πρόλαβε η απώλεια του Φώτη Μπατσίλα. Επ' ευκαιρία, να σημειώσουμε ότι η επαναλαμβανόμενη αναφορά δημοσιογράφων στο πρόσφατο βιβλίο για τον Χρήστο Βακαλόπουλο ως βιβλίο σε επιμέλεια "Φώτη Μπαζίνα" μόνο ως κακόγουστο αστείο και ως ασχετοσύνη μπορεί να εκληφθεί. Εκτός κι αν αντιγράφουν ο ένας τον άλλον, οπότε πάμε πάσο).
ΕΝΑ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΟΝΕΙΡΟ
του Βασίλη Χουλιαρά
(από τη συλλογή διηγημάτων Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο, εκδ. Γαβριηλίδης)
Έπεσε να κοιμηθεί και είδε ένα περίεργο όνειρο. Είδε ότι αργά τη νύκτα σηκώθηκε από το διπλό κρεβάτι όπου κοιμόνταν και τράβηξε προς το ντουλάπι όπου αποβραδίς είχε λέει κρύψει ένα τσεκούρι. Έσκυψε και το πήρε στα χέρια και άρχισε να χαϊδεύει την κόψη της λεπίδας του.
Όλοι έλεγαν ότι ήταν ο πιο καλοσυνάτος άνθρωπος του κόσμου, και δεν έπεφταν έξω. Ποτέ του δεν είχε πειράξει ούτε μύγα. Από γεννησιμιού του ήπιων τόνων, προσπαθούσε πάντα να κινείται εντός ορίων και να μην προκαλεί με τη συμπεριφορά του. Πάντα συνεπής στις υποχρεώσεις του, πρώτα στο σχολείο, μετά στη σχολή, στο στρατό και τώρα στη δημόσια υπηρεσία όπου δούλευε. Και από τότε που παντρεύτηκε, όχι πως πριν έκανε καμιά άσωτη ζωή, από το σπίτι στη δουλειά και από τη δουλεία στο σπίτι. Με λίγα λόγια, ένα πρότυπο πολίτη και καλού οικογενειάρχη.
Στο διπλό κοιμόταν ακόμα η από δεκαετίας γυναίκα του. Η γυναίκα του, που υπεραγαπούσε και της έκανε όλα τα χατίρια αγόγγυστα. Όμως τώρα ήταν βράδυ, ονειρεύονταν και ένιωθε για πρώτη φορά ελεύθερος από κάθε είδους συμβάσεις. Μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Πράγματα που άλλωστε δεν θα είχαν καμία ουσιαστική συνέπεια, μιας και το πρωί θα ήταν όλα στη θέση τους.
Έτυχε λοιπόν να κρατά ένα τσεκούρι και δίπλα να είναι εκείνη. Έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτεί, σήκωσε το τσεκούρι ψηλά και το κατέβασε στης γυναίκα το σώμα. Το θέαμα ομολογουμένως ήταν ανατριχιαστικό, μα ο άνθρωπός μας περισσότερο εντυπωσιάστηκε από το αποτέλεσμα της πράξης του παρά τρόμαξε.
Δεν έμεινε να κοιτάζει το έργο του. Γρήγορα άφησε το χάος της κρεβατοκάμαρας και τράβηξε προς το σαλόνι σκεπτόμενος ότι έπρεπε να τηλεφωνήσει στην αστυνομία και να δηλώσει το «φόνο που διέπραξε», όπως αντίστοιχα θα έκανε σε παρόμοια περίπτωση αν ήταν ξύπνιος, μιας και, παρόλο που κοιμόνταν πάνω απ’ όλα παρέμενε ένας ευσυνείδητος πολίτης.
Εν συνεχεία κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Σε ένα ντουλάπι βρήκε κάτι ξηρούς καρπούς, τους πήρε και επέστρεψε στο σαλόνι. Άνοιξε την τηλεόραση και ξάπλωσε στον καναπέ περιμένοντας. Η αστυνομία δεν άργησε να ’ρθει να τον μαζέψει.
Όλα έμοιαζαν τόσο αληθοφανή. Τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα, για την προβλεπόμενη ανάκριση. Δεν του έκανε καρδιά να τους πετάξει κατάμουτρα ότι δεν υπήρχαν και ότι ήταν πλάσματα της φαντασίας του. Είπαμε, επρόκειτο για ευγενική ψυχή. Έτσι αποφάσισε να παίξει μέχρι τέλους το παιχνίδι.
Μετά από άπειρες ερωτήσεις, γιατί τη σκότωσε, θέλοντας να τους ικανοποιήσει, γνωρίζοντας την απέχθεια των ανθρώπων της τάξης για το χάος και τη μανία τους για την εύρεση ενός κάποιου αιτίου σε κάθε φαινόμενο, τους δήλωσε ότι το έκανε γιατί δεν μπορούσε να την ακούει να ροχαλίζει, ενώ ήξερε ότι ήταν ψέμα, μιας και η γλυκιά του πάντα κοιμόνταν ήσυχα και ήρεμα στην πλευρά της, μα δεν μπορούσε να βρει κάτι άλλο να την κατηγορήσει.
Τα μέσα ενημέρωσης τον είχαν λέει κύριο θέμα. Παντού άκουγε και διάβαζε σχόλια και αναλύσεις για την περίπτωσή του. Έγκριτοι δημοσιογράφοι και γνωστοί ψυχολόγοι, παθολόγοι με ειδικότητα στο ροχάλισμα και πολιτικοί, κατασκευαστές κρεβατιών και τραγουδιστές, τηλεοπτικοί μαϊντανοί και πλήθος άλλοι μυστήριοι κατέθεταν την έγκυρη άποψή τους. Άλλοι υποστήριζαν με πάθος ότι έφταιγαν τα στρώματα και ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας, και άλλοι η παγκοσμιοποίηση, το μισθολόγιο, ο έγγαμος βίος, τα άστρα και η πανσέληνος. Τους κοίταζε όπως παρακολουθεί κανείς μια παράσταση στην οποία, αν και δεν το θέλει, είναι υποχρεωμένος να παραμείνει από κάποιες ακατανόητες δεσμεύσεις.
Μόνο στην αίθουσα του δικαστηρίου, τη στιγμή που του ανακοινώνονταν η ποινή του - δις ισόβια, ενώ σύσσωμος ο Τύπος ζητούσε τη θανατική του καταδίκη - μη μπορώντας πια να κρατηθεί, παρόλο που καταλάβαινε ότι με αυτό τον τρόπο έδειχνε απείθεια προς το δικαστήριο, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια σκεπτόμενος τι εντύπωση θα έκανε στους γνωστούς του αυτή η απίθανη ιστορία που έπλασε εν υπνώσει το μυαλό του όταν θα τη διηγιόταν την άλλη μέρα.
Όμως η εν λόγω συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα στην επόμενη έκδοσή τους με πρωτοσέλιδους τίτλους οι εφημερίδες να αποφαίνονται ότι ο άνθρωπός μας επρόκειτο περί ενός αιμοσταγούς και ανθρωπόμορφου τέρατος.
Τώρα στη ψυχιατρική πτέρυγα της φυλακής που κρατείται περιμένει πότε επιτέλους θα τελειώσει το όνειρό του κι αποφεύγει μια καταραμένη ιδέα που σιγά-σιγά αρχίζει να του τριβελίζει το μυαλό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


.jpg)
.jpg)
.jpg)


.jpg)

