Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Ο Βασίλης Τσιτσάνης στο νέο ελληνικό στίχο




«Τσιτσάνη σου μιλώ…»
Ο Βασίλης Τσιτσάνης στο νέο ελληνικό στίχο


του Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Εισαγωγή
Μία αξιοσημείωτη και διόλου φωτισμένη πτυχή της περίπτωσης Βασίλη Τσιτσάνη είναι και η παρουσία του στο ελληνικό τραγούδι ως ονομαστική αναφορά σε στίχους άλλων. Ο Τσιτσάνης ως στίχος έχει μία μακρά πορεία που περιλαμβάνει μία πληθώρα διαφορετικών στιχουργών, τραγουδοποιών και, εν τέλει, ρευμάτων. Όσο κι αν ψάξετε, δεν θα βρείτε άλλον μουσικό καλλιτέχνη που να εμφανίζεται τόσο συχνά στα τραγούδια των επιγόνων του· μιλάμε για κανονική ομοβροντία που σίγουρα δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με επίκληση του μεγέθους του. Γιατί υπάρχουν κι άλλοι δημιουργοί, είτε του ρεμπέτικου (Βαμβακάρης, Παπαϊωάννου), είτε άλλων ρευμάτων (Σκαλκώτας, Ξενάκης, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Παπαθανασίου) που κατέκτησαν πανεθνική και διεθνή αποδοχή χωρίς όμως να γίνουν εργαλείο στα χέρια των στιχουργών, με εξαίρεση τον Βαμβακάρη σε εξαιρετικά μικρότερη όμως κλίμακα. Η - κυριολεκτική, όχι μεταφορική -παρουσία του Τσιτσάνη στο νέο ελληνικό στίχο είναι μοναδική σε πυκνότητα και δικαιολογεί την ακόλουθη απόπειρα καταγραφής και ερμηνείας της.

Μία απόπειρα καταγραφής

Κανένας καλλιτέχνης δεν συμπεριέλαβε στιχουργικά τον Τσιτσάνη τόσο, όσο ο Διονύσης Σαββόπουλος. Την αιτία αυτού του γεγονότος μας την εξηγεί ο ίδιος ο Σαββόπουλος, καθώς τοποθετεί τον λαϊκό δημιουργό στο σύμπαν της παιδικής ηλικίας του τραγουδοποιού, πίσω στη Θεσσαλονίκη: «Από τα χώματα και με το αεράκι / βλέπει το τραμ να έρχεται γραμμή / είναι κατάφωτο και στο σκαλοπατάκι / στέκει ο Τσιτσάνης μ' ένα μικρό βιολί» («Γεννήθηκα στη Σαλονίκη»). Στη «Θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη», τραγούδι αφιερωμένο στον εκ Θεσσαλονίκης ποιητή Αλέξη Ασλάνογλου, «το δωμάτιο είναι κρύο και στενό / κι ο Τσιτσάνης μ' ένα «γιάλα» με προγκάρει / αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά» Και αργότερα, ο Νιόνιος θα απεικονίσει τον Τσιτσάνη ως πάτημα για την εξύψωση της τέχνης του: «Γιατί όλο αυτό μα όλο / θέλει αυτό το σόλο / στα σκαλιά του Τσιτσάνη / να ανεβεί να γιάνει» («Της γιατρειάς το ρίσκο»).

Ο Τσιτσάνης στο τραγούδι συνδέθηκε με μία σειρά γεωγραφικών περιοχών και χώρων. Το δρομολόγιο του Κώστα Βίρβου περιλαμβάνει «Βόλο, Λάρισα, Καρδίτσα / θα γυρίσουμε που λες / και το βράδυ στην Αθήνα / στου Τσιτσάνη για γλυκιές πενιές» («Η τσάρκα»). Η ανθρωπογεωγραφική χρήση του Τσιτσάνη κορυφώνεται στη Θεσσαλονίκη, πόλη στην οποία ο ίδιος έζησε και δημιούργησε, και την οποία ύμνησε βεβαίως σε πολλά του τραγούδια. Στη Θεσσαλονίκη του Ηλία Κατσούλη, δεν μπορεί να λείπει ο μεγάλος έλληνας συνθέτης: «στα ‘Κούτσουρα’ χορεύει η Ντολόρες / λιμάρει ο Τσιτσάνης τη ‘Δροσούλα’» [«Μεγάλη πλατεία (Θεσσαλονίκη)»]. Και με όχημα τη Γλυκερία, ο Λευτέρης Χαψιάδης συνδέει το βαρύ όνομα του δημιουργού με την Καισαριανή: «χαράματα στο Χάραμα / η νύχτα αργοκυλάει / και του Τσιτσάνη η ψυχή / κάπου εδώ γυρνάει» («Χαράματα στο Χάραμα»). 

Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» αποτελεί βέβαια το γνωστότερο τραγούδι του συνθέτη, και η στιχουργική των επόμενων φρόντισε το όνομα του Τσιτσάνη να γίνει ένα με την Κυριακή σαν αφηρημένη έννοια και σαν σύμβολο· η Κυριακή γίνεται η Κυριακή του Τσιτσάνη. Ο Σταύρος Κουγιουμτζής γράφει: «Σ’ αυτό τον κόσμο είμαστε ξένοι / το κάθε σπίτι μια φυλακή / και η ζωή μας συννεφιασμένη / σαν του Τσιτσάνη την Κυριακή» («Αυτός ο κόσμος»). Στον «Σαμάνο», ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου φτιάχνει ένα ζεϊμπέκικο για την Κυριακή και περιλαμβάνει τον «ηθικό αυτουργό» της: «Ζεϊμπέκικο της Κυριακής / σαν τη βροχή στο τζάμι / βήματα, φτερουγίσματα / από παλιό Τσιτσάνη» («Ζεϊμπέκικο της Κυριακής»). Και ο Αντώνης Μιτζέλος οραματίζεται τη μέρα να πλέει στη θάλασσα: «Μέσα στη θάλασσα του Καββαδία / θα πλέει του Τσιτσάνη η Κυριακή / θα μοιάζει με βουβή ταινία / που δεν έχει πρωταγωνιστή» («Δίχως πρωταγωνιστή»). 

Το αίτημα μιας ανοιχτής, προοδευτικής ελληνικότητας βρίσκει στον Τσιτσάνη έναν ιδιαίτερο εκφραστή. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Φοίβου Δεληβοριά, ο οποίος διασκεύασε το τραγούδι «Την αντάμωσα ένα βράδυ» ως «Τσιτσάνης 1983». Σε παλαιότερη συνέντευξή του («Μουσικά Προάστια», 2008) ο Δεληβοριάς μνημονεύει: «Ο Τσιτσάνης εξακολουθεί να μένει ένα ζωντανό παράδειγμα για το τι είναι ελληνικό και παγκόσμιο ταυτόχρονα. Πάνω σε αυτόν έκαναν τη δουλειά τους και ο Χατζιδάκις, και ο Θεοδωράκης, και ο Σαββόπουλος, και όλοι. Όταν μπαινόβγαινα στις ανθολογίες του, πάντα έβρισκα κάτι για το οποίο έλεγα ‘ωχ, πάνω εδώ έχω πατήσει κι εγώ χωρίς να το ξέρω’». 

Δεν προκαλεί, συνεπώς, εντύπωση που για τη Χαρούλα Αλεξίου ο Τσιτσάνης αποτελεί τεκμήριο ιστορικής συνέχειας και ελληνικότητας: «Αφού ακόμα / ακούς Τσιτσάνη και ραγίζεις / αυτό σημαίνει ότι ακόμα / εσύ δεν αλλάζεις» («Έλα να κάνουμε έναν Έλληνα ακόμα»). Και για την Αφροδίτη Μάνου, η απώλεια του Τσιτσάνη παραπέμπει σε μία άλλη μεγάλη εθνική καταστροφή: «Ό,τι κι αν βρεις, το χάνεις / σάλπαρε κι ο Τσιτσάνης / κι από τη Μικρασία / σε κόβει μια υγρασία» («Ο αλαφροΐσκιωτος»). Στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ο Τσιτσάνης μαζί με τον έτερο μεγάλο ρεμπέτη συναντά τον Μακρυγιάννη, το σύμβολο ενός ανόθευτου ελληνικού στοιχείου: «Και το βράδυ-βράδυ ήρθαν με τα μας / Μάρκος Βαμβακάρης με Τσιτσάνη / σμίξαν τα μπουζούκια και ο μπαγλαμάς / με τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη» («Δέκα παλληκάρια»). Η ίδια τριάδα, διασκορπισμένη, εμφανίζεται και στο «Φασπίντερ και ξερό ψωμί» του Τζίμη Πανούση. Πρώτα αναφέρεται ο Μακρυγιάννης, και μετά ο Τζιμάκος αναρωτιέται: «Πόσο θ’ αντέξουνε ο Μάρκος κι ο Τσιτσάνης / δεν έχουν κάνει ούτε ένα βίντεο-κλιπ». 

Ο Τσιτσάνης χρησιμοποιείται για να φωτίσει άλλες προσωπικότητες ή αφηρημένες μορφές  Στην περίπτωση του Νίκου Καλογερόπουλου, πλάι στο δίδυμο Τσιτσάνη-Βαμβακάρη εμφανίζεται και ο Γιώργος Ζαμπέτας: «Είχα καλεσμένο τον Τσιτσάνη / και του Βαμβακάρη, του Ζαμπέτα είχα πει» («Το χορτάρι»). Το ίδιο και με τον Θόδωρο Ποάλα: «Ο Τσιτσάνης στα πανιά / και ο Ζαμπέτας στην πενιά / Βαμβακάρης στο κουπί / κι η ευτυχία στην ψυχή» («Ο Ζαμπέτας στην πενιά»). Στην περίπτωση της Τασούλας Θωμαΐδου, παρέα του είναι ο Χιώτης: «κι ο Τσιτσάνης με το Χιώτη νοσταλγούσανε τη νιότη» («Στου Παράδεισου τα ωραία». Ο Άκος Δασκαλόπουλος συνδέει τη μορφή μιας λαϊκής τραγουδίστριας με τον μεγάλο δημιουργό: «Τη ζεϊμπεκιά γουστάριζαν / απ’ τον καιρό του Αδάμη / κι η Εύα τραγουδίστρια / σεκόντο στον Τσιτσάνη» («Το ρεμπέτικο»). Πιο αφηρημένα, ο Σταμάτης Μεσημέρης βάζει τον Τσιτσάνη στο στόμα των κοινών γυναικών: «Σεργιάνι στο άδικο του δρόμου οι αγάπες / ανάβουν τα αίματα με τρόπο μαγικό / σφυρίζουν μόρτικα Τσιτσάνη στους πελάτες» («Του δρόμου οι αγάπες»). 

Είναι προφανές ότι η αναφορά στον Τσιτσάνη φωτίζει συναισθήματα και παράγει φόρτιση, είτε χαρμόσυνη, είτε θρηνητική. Ο Κώστας Τριπολίτης στρέφεται στον Τσιτσάνη για να εκφράσει ένα βαθύ αίσθημα λύπης: «Νιώθω τη θλίψη του Τσιτσάνη / βαρύ παλιομοδίτικο νταλκά» («Του Τσιτσάνη η συννεφιά»). Ο Τάσος Λειβαδίτης συνδέει το κλάμα του τραγουδιού του Τσιτσάνη με τη βραδινή χαρμολύπη: «Σάββατο βράδυ έμορφο / ίδιο Χριστός Ανέστη / κι ένα τραγούδι του Τσιτσάνη / κλαίει κάπου μακριά» («Σαββατόβραδο»). Ο Κώστας Βίρβος προσκαλεί «να ξανακούσουμε τραγούδια του Τσιτσάνη / φωτιά και δάκρυ στο ποτήρι μου να πιω» («Στην Πράγα και στην Μπρατισλάβα»). Και ο Λάκης Τεάζης επικαλείται τον Τσιτσάνη ως μέτρο πόνου: «Κι αν χειρότερα μου κάνεις / μ' ένα δάκρυ θα στο πω / όπως κλαίει ο Τσιτσάνης / σε γραμμόφωνο παλιό» («Οι άντρες που αγαπάνε»). 

Εκτός όμως από αυθεντικό πόνο και δάκρυ, ο Τσιτσάνης επιφυλάσσει και παρηγοριά. Με τη φωνή του Νίκου Ανδρουλάκη, ο Γιάννης Τζουανόπουλος στρέφεται στο συνθέτη για να βρει ελπίδα: «Είσαι μια νότα του Τσιτσάνη / από χασάπικο παλιό / μες στης καρδιάς μου το λιμάνι / το πλοίο που θα καρτερώ» («Είσαι μια νότα του Τσιτσάνη»). Στον Άγγελο Αξιώτη, το γλέντι του απέναντι διαμερίσματος συνυπάρχει με τη δική του μελαγχολία: «Στο ρετιρέ γλεντάνε με Τσιτσάνη / κι η μοναξιά αδέρφι μου πιστό» («Στο ρετιρέ»). Στις μεγάλες πίστες, ο Μιχάλης Γκανάς βλέπει επίσης Τσιτσάνη: «Βάζει κόκκινο φουστάνι / δυο τραγούδια του Τσιτσάνη / και στις πίστες του Σαββάτου / γδύνεται τα μυστικά του» («Το κορμί σου το αλάνι»). Και η Λίνα Νικολακοπούλου απευθύνεται στον Τσιτσάνη για να βρει την αίσθηση της επιθυμίας: «Και λέω, θέλω να ’χω κι εγώ λίγα μεράκια / Τσιτσάνη σου μιλώ» («Βράχος»). Το κύριο εργαλείο του λαϊκού συνθέτη για να ενθαρρύνει την ψυχική ανύψωση είναι το μπουζούκι. Ο Δημήτρης Χριστοδούλου παροτρύνει: «Παίξε Τσιτσάνη μου το μπουζουκάκι / ρίξε μου μια γλυκιά πενιά / παίξε Τσιτσάνη μου το μπουζουκάκι / να θυμηθούμε τα παλιά» («Το φεγγάρι κάνει βόλτα»). Και ο Σταμάτης Κόκοτας υπενθυμίζει: «Κι ο Τσιτσάνης στο τραπέζι / το μπουζούκι του θα παίζει / ως τα ξημερώματα» («Μπράβο που σε λένε Νίκη»). 

Γενικότερα, ο Τσιτσάνης αντιπροσωπεύει το αυθεντικό· αποτελεί μια σταθερά ήθους και αισθητικής σε έναν κόσμο που αλλάζει. Ο Λευτέρης Χαψιάδης παραθέτει τον συνθέτη ως τεκμήριο μνήμης: «Ξεκίνησα πριν χρόνια από σένα / πρόλαβα κι είδα τον Τσιτσάνη ζωντανό» («Η ζωή μου τραγούδι»). Στον «φιλιππικό» του ενάντια στον Μίκη Θεοδωράκη, ο Παύλος Σιδηρόπουλος υπενθυμίζει την ταπεινότητα του Τσιτσάνη: «κι ενώ ο Τσιτσάνης παίζει καθιστός / εσύ το παίζεις μουσουργός» («Μίκυ Μάους»). Για τον Μιχάλη Μπουρμπούλη, η απουσία του Τσιτσάνη αποτελεί σημάδι κοινωνικής παθογένειας: «Μετά θα ψάξω να σε βρω / σ’ αυτό το δύσκολο καιρό / τώρα που δεν ακούγεται / τραγούδι του Τσιτσάνη» («Είχες θάλασσες στα μάτια»). Ο δημιουργός γίνεται πυξίδα όλης της κοινωνίας με τα ατομικά του χαρακτηριστικά και τα συλλογικά προτάγματα που ασυνείδητα εξέφρασε. 

Πάνω απ’ όλα όμως, ο Τσιτσάνης γίνεται συνώνυμος της ελευθερίας· δίπλα του, μπορούν να σταθούν και να αναμιχθούν τα πιο αλλόκοτα ρεύματα, και να γεννηθούν έτσι οι πιο πρωτότυπες και αντιφατικές, υβριδικές καταστάσεις. Ας θυμηθούμε τον Τάσο Σαμαρτζή και το στίχο «Τσιτσάνη και ροκ γωνία / που κάνει πιάτσα η ιστορία» («Τσιτσάνη και ροκ γωνία»). Ή τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και την πρόσκλησή που απευθύνει προς τον λαϊκό δημιουργό στο πάρτυ του: «Να ’ρθει ο Τσιτσάνης / και να ’ρθει κι ο Μπαχ» («Το πάρτυ»). Ή, ακόμα, τον Σάκη Μπουλά που συνδέει ρεμπέτικο με ρέγκε! «Όταν βρίσκομαι μπροστά σε juke box / παίζει ο Marley με τον Τσιτσάνη μποξ» («Ρέγκε και σαρδέλε»).






Μία απόπειρα ερμηνείας

Στο σημείο αυτό, το ερώτημα γεννιέται αναπόφευκτα: γιατί, και ως τι ο Τσιτσάνης; Ποια η λειτουργία του μέσα στο στίχο του νεότερου ελληνικού τραγουδιού;

Αφενός, το όνομα του Τσιτσάνη γίνεται μία εγγύηση σταθερότητας, μία νησίδα αξιών και αυθεντικότητας εν μέσω αισθητικής και ηθικής νόθευσης. Η εξιδανίκευση του Τσιτσάνη ως αισθητικό φορτίο και ως ιστορική αποσκευή είναι ουσιαστικά ένας τρόπος συλλογικής διαμαρτυρίας των ελλήνων στιχουργών εναντίον της επέλασης του επιφανειακού, του προκατασκευασμένου. Αναφέροντας το όνομά του, μνημονεύουν ένα υπόδειγμα ήθους και ευαισθησίας που ως πρόσωπο ενσαρκώνει όλα όσα θέλουν να εκφράσουν. Ο Τσιτσάνης ως στίχος είναι το παρελθόν αλλά και το μέτρο του παρόντος, είναι η λύπη και η συννεφιά αλλά και το γλέντι και η έξω καρδιά, είναι ο μάγκας αλλά και ο τρυφερός, ο Έλληνας και ο άπατρις. Παραπέμπει σε μία Ελλάδα που έφυγε για πάντα, για την περιγραφή της οποίας θα χρειάζονταν σελίδες επί σελίδων· αποτελεσματικότερες και ποιητικότερες οι τρεις συλλαβές και τα εννιά γράμματα του επιθέτου του. Παράλληλα, συμπυκνώνει ένα συναισθηματικό πλούτο που είναι χωνευμένος ως βίωμα στη συλλογική μας συνείδηση. Στο άκουσμα του ονόματός του δεν σκεφτόμαστε, παρά νοιώθουμε και θυμόμαστε κάτι έντονο, κάτι που είναι ήδη κτήμα της εμπειρίας. 

Αφετέρου, η παραπομπή στον Τσιτσάνη συνιστά και μία ευκολία. Η επίκλησή του γεννά εξαρτημένα αντανακλαστικά. Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε, δεν απαιτείται επιχειρηματολογία, αρκεί η επίκληση. Ο Τσιτσάνης ως στίχος λειτουργεί σαν τις τελίτσες των αποσιωπητικών, …μπαίνει και τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Ένας κάποιος λαϊκισμός αυτής της ευκολίας παραμονεύει· «εμείς», οι καλοί, με τον Τσιτσάνη και το άσπιλο παρελθόν μας, και «αυτοί», οι κακοί, οι νοθευμένοι και ξεπουλημένοι. Η επίκληση του Τσιτσάνη, δηλαδή, ίσως προσέβλεπε και σε μία παβλωφική αντίδραση άμεσης και αναμφισβήτητης αποδοχής του εκάστοτε τραγουδιού από το κοινό. Ο Τσιτσάνης και η επίκληση στο «αυθεντικό» βόλευαν, ιδιαίτερα μετά την μεταπολίτευση, μέσα σε μία πλημμυρίδα νέο-ρεμπέτικων και νέο-λαϊκών ασμάτων. Ίσως, δηλαδή, η παρουσία του Τρικαλινού συνθέτη στο νεότερο στίχο να αποτελεί και ένδειξη ένδειας, ένα αναμάσημα των ήδη έτοιμων, και όχι - ή όχι μόνο - ένδειξη πλούτου και πρωτοπορίας. 

Σε κάθε περίπτωση, η δεύτερη ζωή του Τσιτσάνη ως στίχου αντανακλά την πρώτη του ζωή ως δημιουργού που σημάδεψε όσο λίγοι την πορεία του ελληνικού τραγουδιού. Φαίνεται ότι το έργο και η εν γένει παρουσία του άγγιξαν ευαίσθητες χορδές των ομότεχνών του, οι οποίοι τον τίμησαν δεόντως, μνημονεύοντάς τον επανειλημμένα στα τραγούδια τους. Είτε ως ανεπανόρθωτη απώλεια, είτε ως στέρεα βάση για τα επόμενα, ο νέος από τα Τρίκαλα συνεχίζει βασανιστικά να μας αφορά - όχι μόνο ως συνθέτης, όχι μόνο ως στιχουργός, αλλά και ως στίχος!



 

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος του Φώτη Μπατσίλα


Αυτή εδώ είναι μία δύσκολη ανάρτηση, όχι μόνο γιατί αναφέρεται στην ευαισθησία του Χρήστου Βακαλόπουλου, αλλά γιατί προέρχεται κι από την ευαισθησία του Φώτη Μπατσίλα, που έφυγε τόσο πρόωρα από κοντά μας. Το παιχνίδι της ζωής όρισε το φευγιό του Μπατσίλα να συμπέσει με τα γενέθλια του Βακαλόπουλου, το έργο του οποίου τόσο βαθιά γνώριζε και αγαπούσε. Το κείμενο προέρχεται από το συλλογικό τόμο "Ο Χρήστος Βακαλόπουλος", που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αιγαίον (Λευκωσία, 2012) σε επιμέλεια του Φώτη. Ευχαριστώ τον Σωτήρη Κακίση για την εύρεση και παραχώρηση του κειμένου. ηρ.οικ.




Το «κατά δύναμιν» του Χρήστου Βακαλόπουλου


Όταν οι γονείς του Χρήστου Βακαλόπουλου τον ρώτησαν πώς τα πήγε στα Μαθηματικά, τότε που έδινε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, εκείνος απάντησε με το ατάραχο ύφος του: «το κατά δύναμιν!». Η φράση αυτή παρέμεινε μνημειώδης και θυμούνταν όσα χρόνια κι αν πέρασαν τόσο ο μεταποβιώσας πατέρας του όσο κι η μητέρα του, η γλυκύτατη κυρία Ξένη, μέχρι και σήμερα. Σήμερα, λοιπόν, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του Χρήστου, όλοι ασχολούμαστε ακόμα με αυτό το «κατά δύναμιν» του Βακαλόπουλου, με την δύναμη των λόγων και των έργων του, με την δύναμη της ανάμνησης της ίδιας της ζωής, της καταλυτικής παρουσίας του. Με την δύναμη των γραπτών του, των κριτικών κειμένων του πρώτα-πρώτα, όπως αυτά συγκεντρώθηκαν σε τρεις τόμους, στην «Δεύτερη Προβολή», κυρίως, που εκδόθηκε όσο ακόμη ο Χρήστος ζούσε, και που συγκέντρωσε τις πιο σημαντικές, ίσως, κινηματογραφικές κριτικές του, κείμενα για τις ταινίες του Βέντερς, του Αντονιόνι, του Δαμιανού και άλλων πολλών και σημαντικών κινηματογραφιστών, κείμενα για τον κινηματογράφο ως μέσο, ως εικόνα, ως βλέμμα, σε γλώσσα ιδιότυπη, κάτι σαν ένα ντοκυμαντέρ του λόγου, κι ύστερα στο «Από το Χάος στο Χαρτί» και στην «Ονειρική Υφή της Πραγματικότητας», σε επιμέλειες των Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου και Κώστα Λιβιεράτου αντίστοιχα. Αλλά και με τη δύναμη των λογοτεχνικών κειμένων του, της νεανικής «Υπόθεσης Μπεστ-Σέλλερ», ενός μυθιστορήματος γραμμένου κατά παραγγελίαν, μια σπουδή στην νεότητα την στιγμή ακριβώς που αυτή βιώνεται, ένας στοχασμός στη φιλία μεταξύ των ανδρών, στις σχέσεις αγοριών και κοριτσιών, στον τρόπο που χτίζονται τα όνειρα, στο άγχος της κουλτούρας, στην τάση να είσαι τα πάντα και, φεύ, να μην κάνεις τίποτα, και, κατόπιν, των «Πτυχιούχων», ενός μυθιστορήματος που αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο, την συνέχεια του πρώτου, μια ιστορία με πλήθος αυτοβιογραφικά στοιχεία, για το τέλος των χρόνων της αθωότητας, για τον φόβο της μετάβασης στην παραγωγή, για την ωρίμανση της νεανικής σκέψης. Κι έπειτα, με την δύναμη των πιο ώριμων λογοτεχνικών κειμένων του, αυτών που δεν έχουν κομπάρσους τους Kinks, τους Beatles, τους Stones, ή ήρωες της λογοτεχνίας ή του σινεμά, όπως τα δύο προηγούμενα, αρχικά των «Νέων Αθηναϊκών Ιστοριών» του, ενός βιβλίου-δίσκου, με δέκα κείμενα σαν δέκα τραγούδια, δυο πλευρές, δυο όψεις, που μπορείς να τα διαβάσεις-ακούσεις στη σειρά ή/και ατάκτως, και που όσο τα διαβάζεις το «σουξέ» αλλάζει, τη μια σ’ αρέσει περισσότερο το ένα και την άλλη το άλλο, κι ύστερα όλα μαζί, όπως ήταν κάποτε οι δίσκοι, όπως όλοι μας θυμόμαστε τους δίσκους, και, τέλος, φυσικά, της εξαιρετικής «Γραμμής του Ορίζοντος», ενός βιβλίου-υποδείγματος ύφους, ενός μυθιστορήματος παρακολούθησης σκέψεων, διακριτικά και διακριτώς, μιας αναμέτρησης με τη ματαιότητα της ύπαρξης, μιας αναθεώρηση των συμβάντων της παιδικής ηλικίας, μιας «γλυκειάς καταστροφής», όπως θα έλεγε κι ο ίδιος ο Χρήστος. Και συνεχίζουμε, βεβαίως, να ασχολούμαστε με την δύναμη των εικόνων του Χρήστου, των κινηματογραφικών εικόνων του, πρώτα των ταινιών μικρού μήκους, του «Θεάτρου» και των «Βεράντων», αυτών που μας αποκαλύπτουν ευθύς εξ αρχής πού το πήγαινε το πράγμα ο Βακαλόπουλος, την οπτική γωνία της πόλης από ψηλά, σε στιγμές ιδιαιτέρες, σε στιγμές καθημερινές κι ασήμαντες, που μπορούν, αν τις δεις, αν τις ζήσεις αλλιώς, να γίνουν όχι απλώς σημαντικές, αλλά καθοριστικές, και στην συνέχεια με την δύναμη των εικόνων της «Όλγας Ρόμπαρντς», μιας ταινίας που θυμίζει χολυγουντιανό μελόδραμα, αλλά δεν είναι, που θυμίζει, επίσης, γαλλικό φιλμ-νουάρ, αλλά πάλι δεν είναι, που θυμίζει, τέλος, κωμωδία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, αλλά δεν είναι ούτ’ αυτό, κι είναι ίσως όλα αυτά μαζί και άλλα τόσα, μιας ταινίας σχεδόν «χειροποίητης», με τους φίλους του Χρήστου πρωταγωνιστές, καρατερίστες και κομπάρσους, να περιφέρονται στην Αθήνα και να προσπαθούν ν’ ανακαλύψουν το μυστήριο του θανάτου, ο καθένας από την δική του σκοπιά, το ίδιο το μυστήριο της ύπαρξής τους, δηλαδή, μιας ταινίας που «απαξιώθηκε» στα πρώτα χρόνια του «βίου» της αλλά, συν τω χρόνω, αρχίζει και παίρνει σιγά-σιγά κι αυτή εξέχουσα θέση στο ελληνικό κινηματογραφικό στερέωμα, μια θέση που ασφαλώς της αξίζει. Κυρίως, όμως, με την δύναμη των εικόνων της τελευταίας δημιουργίας του Βακαλόπουλου, της ταινίας «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε», που έγραψε και σκηνοθέτησε μαζί με τον εξαιρετικό Σταύρο Τσιώλη, μιας ταινίας για την αέναη αθωότητα, για την σχετικότητα και τον σκεπτικισμό, κι ακόμα για το «δύνασθαι άλλως», για το «ονειρεύεσθαι άλλως», για τη συνύπαρξη φαινομενικά αντίθετων πραγμάτων, όπως η Επιστήμη και η Ορθοδοξία, για το χθες και το σήμερα και, μαζί μ’ αυτά, για το αύριο, για το «πάμε γι’ άλλα», για την δύναμη του «ανύπαρκτου» κύριου Χαραλαμπόπουλου, για την σύγκρουση των δικαιωμάτων, και, τέλος, για το βάσανο της ενοχής και τη γλύκα της αμαρτίας.



Η δύναμη, λοιπόν, του Χρήστου Βακαλόπουλου, είκοσι χρόνια μετά, παραμένει αμείωτη. Όλοι εμείς που είτε τον γνωρίσαμε είτε μάθαμε γι’ αυτόν από τρίτους ή από τα έργα του, τον θυμόμαστε, τον μνημονεύουμε, ανατρέχουμε σ’ αυτόν με κάθε ευκαιρία, με κάθε αφορμή. Γράφτηκαν πολλά κι από πολλούς για τον Βακαλόπουλο όλ’ αυτά τα είκοσι χρόνια: από το «Γεια σου, Ασημάκη» του Κωστή Παπαγιώργη έως το βιβλίο-αφιέρωμα του φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, κι από τα αφιερώματα στο «αντί» και στο «Μανιφέστο» έως τη σωρεία των σκόρπιων κειμένων στα μπλογκς του διαδικτύου. Τούτο όμως το βιβλίο έχει κάτι που το κάνει ιδιαίτερο: περιέχει ένα κείμενο με τον τίτλο «Τα Βιογραφικά του Χρήστου», ένα κείμενο που συνέγραψε ο πατέρας του Χρήστου, ο Γιώργος Βακαλόπουλος σε ύφος αφηγηματικό-λογοτεχνικό, λογοτέχνης κι ο ίδιος στα νεανικά του χρόνια (με το ψευδώνυμο Άλκης Μύρας, με το οποίο δημοσίευσε πολλά ποιήματα και πεζά σε διάφορα περιοδικά, από την Διάπλαση των Παίδων έως και την Νέα Εστία), κείμενο που γράφτηκε κατά προτροπή-παραγγελία του Κωστή Παπαγιώργη και δημοσιεύθηκε μερικώς και υπό την μορφήν υποσημειώσεων στο «Γεια σου, Ασημάκη», ένα κείμενο που μας παραχώρησε ευγενώς η κυρία Ξένη και που, αφού το διανθίσαμε με άλλα νέα και παλιά κείμενα (νέων και παλιών) γνωστών και φίλων του Χρήστου, αποφασίσαμε με τον Σωτήρη Κακίση και τον Βάσο Πτωχόπουλλο να το κάνουμε βιβλίο και να σας το παρουσιάσουμε. Το εξώφυλλο και τον τίτλο του βιβλίου εμπνεύστηκε ο Σωτήρης Κακίσης (και σας το εξηγεί στην προμετωπίδα και στον επίλογο), το οπισθόφυλλο είναι μια ιδιόγραφη αφιέρωση του Χρήστου στον Σωτήρη, πάνω στη «Γραμμή του Ορίζοντος», ενώ τις φωτογραφίες στις οποίες δεν αναφέρονται οι φωτογράφοι μας τις παραχώρησε και πάλι η κυρία Ξένη, από τα προσωπικά άλμπουμ του Χρήστου. Ευχαριστώ θερμώς όλους όσοι μας παραχώρησαν τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό και ιδίως τους Σταύρο Τσιώλη και Ευγένιο Αρανίτση, οι οποίοι έγραψαν ειδικώς για το παρόν βιβλίο. Τέλος, ευχαριστώ τον εκδότη Βάσο Πτωχόπουλλο, δίχως την ανιδιοτελή διάθεση του οποίου ίσως το βιβλίο τούτο να μην έπαιρνε τον δρόμο προς το τυπογραφείο.

Το «κατά δύναμιν» του Χρήστου Βακαλόπουλου είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλο, σπουδαίο και σημαντικό, η δε μνήμη του διαρκής και άσβεστη. Το ότι πέρασαν είκοσι χρόνια και κανείς δεν τον ξέχασε, αλλ’, αντιθέτως, αποκτά συνεχώς νέους θαυμαστές είναι στοιχείο αδιάσειστο. Για όλους όσοι τον γνωρίζουν μές απ’ το έργο του θα παραμένει πάντα ιδιαιτέρως σημαντικός, θα είναι για όλους αυτούς ό,τι είναι και για όλους εμάς που τον γνωρίσαμε: Ο Χρήστος Βακαλόπουλος!


Φώτης Μπατσίλας


 (Ίσως η τελευταία φωτογραφία του Φώτη Μπατσίλα,
από τον Σωτήρη Κακίση)

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Τεράστια η απώλεια του Μιχάλη Αδάμη



 αντιγράφουμε από την επίσημη ιστοσελίδα του (www.adamis.gr):

O Mιχάλης Aδάμης γεννήθηκε στον Πειραιά στις 19.5.1929, ολοκλήρωσε στην Aθήνα τις σπουδές του στην Eυρωπαϊκή (σύνθεση με τον Γ. A. Παπαϊωάννου) και τη Bυζαντινή Mουσική, καθώς και στην Θεολογία, και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στη σύνθεση, την ηλεκτρονική μουσική και την βυζαντινή μουσικο-παλαιογραφία στο Πανεπιστήμιο Mπραντάϊς της Bοστώνης.



Kαταξιωμένος ως ένας απο τους σημαντικότερους συνθέτες της γενιάς του, ο Mιχάλης Aδάμης έχει δεχθεί επανειλημμένα τιμητικές αναθέσεις απο διεθνή Φεστιβάλ και Πολιτιστικούς Oργανισμούς και τα έργα του παίζονται ευρύτατα και μεταδίδονται διεθνώς. Tα χορωδιακά του αποτελούν μέρος του ρεπερτορίου της Eλληνικής Xορωδιακής Mουσικής. Παραλλήλως έχει αναπτύξει αξιοσημείωτη δραστηριότητα ως διευθυντής χορωδίας αλλά και οργανικών συνόλων, καθώς και ως ερευνητής της Bυζαντινής μουσικολογίας. Eίναι πρωτεργάτης στην προβολή και προώθηση της Bυζαντινής Mουσικής ως μεγάλου μουσικού πολιτισμού, καθώς και της ιδέας τής απαρχής του Nεο-Eλληνικού πολιτισμού μέσα στο πνεύμα και τις πραγματώσεις τής μετα-Bυζαντινής περιόδου. Έχει ενεργώς ασχοληθεί με τα θέματα της Mουσικής Παιδείας επιδιώκοντας μιαν ουσιαστική αναθεώρηση του σκεπτικού, του στόχου και της πρακτικής τής μουσικής εκπαίδευσης. Yπήρξε απο τους βασικούς παράγοντες που κινητοποίησαν τους μηχανισμούς καθιέρωσης της σύγχρονης μουσικής δημιουργίας στον τόπο μας.



Στις σπουδές του και την όλη μουσική του ενασχόληση συνεδύαζε ανέκαθεν τον προβληματισμό στη Σύγχρονη μουσική σκέψη και πραγμάτωση με την εμβάνθυνση στη Bυζαντινή, δύο χώρους που σύντομα δέθηκαν στο συνθετικό του έργο δίδοντάς του μιά ξεχωριστή θέση και χαρακτηριστική ταυτότητα στο διεθνές φάσμα της μουσικής πρωτοπορίας, όπου το προσωπικό ιδίωμα που ανέπτυξε, θεμελιωμένο στο μουσικό πολιτισμό της Eλληνικής Παράδοσης, αναγνωρίζεται ως μια νέα τάση στη σύγχρονη μουσική δημιουργία. Διαμορφώνοντας ένα τρόπο του συνθέτειν που αντλεί από τη λειτουργικότητα πολλών δομικών και μορφολογικών στοιχείων της βυζαντινής και διατηρεί εγγενείς αναγωγές στην αισθητική και το ήθος της μουσικής αυτής, ο Aδάμης αντιμετωπίζει τη μουσική μας παράδοση ως χώρο γενεσιουργών ιδεών για τη δημιουργία μιας εμπειρίας μέσα στη σύγχρονη μουσική αντίληψη. H λειτουργικότητα των μικρο-διαστημάτων στην οργάνωση της μουσικής φράσης, η ιδιάζουσα ηχητική των παραδοσιακών κρουστών, η ιδιαιτερότητα της μουσικής εκφοράς τού Ψάλτη - τον οποίο πρώτος εισήγαγε ως σολίστ σε έργα σύγχρονης μουσικής - με την εκφραστική ποιότητα και το ήθος που φέρει και προάγει, η θεμελιώδης λειτουργική λογική της τέχνης τού ισοκρατήματος που υπογραμμίζει τις μελωδίες και υποστηρίζει την κίνησή τους, ο μελισματικός χαρακτήρας, η λεπτοδουλεμένα ποικιλμένη μελωδική συγκρότηση, αποτελούν βασικά στοιχεία που επεξεργάζεται στο ιδίωμά του.



Στοχεύοντας πρωταρχικά στην οργάνωση της Mορφής, διαμορφώνει μια συνθετική τεχνική που βασίζεται σε πολυ-μελωδική και πολυ-ρυθμική γραφή και υποστηρίζει μιαν ιδιότυπη γραμμική οριζόντια εξέλιξη κατά την οποία μελωδικά σχήματα σε διαφορετικούς ρυθμούς συνηχούν και συνταιριάζονται σε μια περίτεχνη συναρμογή επάλληλα αναπτυσσομένων επιπέδων, που παράγουν μια σύνθετη ηχητική εντύπωση πυκνής διαπλοκής στην οποία η διάσταση του βάθους είναι αποτέλεσμα της οριζόντιας αγωγής των μελωδικών συνδυασμών και της διαδοχής τους. Tη μουσική παραγωγή του Aδάμη - περισσότερα απο τρακόσια έργα έως σήμερα για ορχήστρα, μικρά οργανικά σύνολα, όργανα σόλο, φωνή, χορωδία, πολλαπλά μέσα, έργα καθαρά ηλεκτρονικής μουσικής ή σε συνδυασμό με όργανα ή φωνές, μουσική για την Eκκλησία, το Θέατρο και την Tηλεόραση. - διατρέχουν δύο παράλληλες μεγάλες γραμμές:



α. Mια τάση διερεύνησης μέσα στα πλαίσια του αναγνωρίσιμου συμβολικού μουσικού υλικού, σε έργα με άμεσες αναφορές, όπως τα χορωδιακά “Bυζαντινά Πάθη”(1967) και το “Eν Bηθλεέμ” (1988) για ορχήστρα και χορωδία, το “Tετέλεσται” (1971) για ψάλτη, χορωδία και ηλεκτρονική μουσική, ;ή Oρχήστρα το “Pοδανόν” (1983) για ψάλτη, βυζαντινό χορό και οργανικό σύνολο, το “Kαλοφωνικόν” (1988) για κουαρτέτο σαξοφώνων, το “Ως Θησαυρόν” (1994) για χορωδία και μικρή ορχήστρα και τη “Θεοπτία” (1997) για δύο ψάλτες σόλο, χορωδία και ορχήστρα.



β. Mια τάση απομάκρυνσης και υπέρβασης του συμβολικού μουσικού υλικού, προώθησής του προς τις πλέον αφηρημένες του συνέπειες στο ιδεώδες της απόλυτης μουσικής, διαφαίνεται ήδη το 1967 στην “Aποκάλυψη” για φωνητικά σύνολα, αφηγητή και ηλεκτρονική μουσική σε μαγνητοταινία, αποσαφηνίζεται στο“Kράτημα” (1971) για ψάλτη, όμποε, τούμπα και ηλεκτρονική μουσική, πραγματώνεται χαρακτηριστικά στο “Φωτώνυμον” (1973) για ψάλτη, χορωδία και κρουστά της εκκλησιαστικής παράδοσης, και εξελίσσεται με τον “Eιρμό” (1975) για πέντε φωνές σόλο, το “Kουαρτέτο” (1977) για φλάουτο και τρίο εγχόρδων, τα ορχηστρικά “Evolutiones” (1980) και “Eπάλληλον” (1985), τα “Oράματα απο την Aποκάλυψη” (1993) για φωνή και μικρή ορχήστρα, το “Eν Γη Eρήμω” (1994) για τρομπόνι και κρουστά, τη "Nεφέλη Φωτεινή" (1999) για οκτάφωνη χορωδία, "Ένδον" (2001) για σαξόφωνο άλτο και ηλεκτρο-ακουστική μουσική, τα ορχηστρικά “Kυμόρροος” (2001) και “Aνήσυχη Γεωλογία” (2002), το 'Kοντσερτάντε" (2004) για όμποε και ορχήστρα εγχόρδων, το"Eν τρισίν" για φλάουτο, όμποε και κλαρινέτο (2004).



Στην ίδια κατεύθυνση από τον συμβολισμό προς την αφαίρεση, αλλά αντλώντας από τη Δημοτική μας Παράδοση, ανήκουν έργα όπως η “Γέννεση” (1968), ο “Oρέστης” (1972), το χορωδιακό “Προμηθέϊον” (1983) και το οργανικό “Aλλοιόστροφα” (1986), ένας μεγάλος αριθμός έργων μουσικής δωματίου -- ανάμεσά τους “Έπταχα” (1989) για κλαρινέτο και βιόλα, “9 Γυρίσματα” (1989) για πιάνο, “Παγά Λαλέουσα” (1992) για κουιντέτο πνευστών, το “Mοιρολόϊ της Παναγιάς” (1994) για χορωδία, “Eλλήνιον” (1995) για φλάουτο, όμποε και κλαρινέτο, “Mάγεμα η φύσις” (1998) για σοπράνο και κουαρτέτο ξυλίνων, “Tης Aυγής” (2003) για χορωδία -- καθώς και κύκλοι τραγουδιών για χορωδία - ”Nυφιάτικα” (1979), “Kωίτικα” (1982), “Xιώτικα” (1989).



Aπό την ενασχόλησή του με την έρευνα στα Bυζαντινά χειρόγραφα, ιδιαίτερη μουσικολογική σημασία αλλά και ευρύτατη διάδοση έχουν η μεταγραφή και ανασύσταση της Aκολουθίας των Tριών Παίδων εν Kαμίνω - του μοναδικού δείγματος Aκολουθίας με σκηνικά στοιχεία που σώζεται στους κώδικες με τη μουσική της - και η ανακάλυψη και μεταγραφή τού δίφωνου “Aινείτε” του Mανουήλ Γαζή, του αρχαιότερου δείγματος “πολυφωνικής” γραφής στη μεσο-βυζαντινή περίοδο.



Tη μουσική του σταδιοδρομία ο Aδάμης άρχισε νεώτατος το 1950, αναλαμβάνοντας την ίδρυση της Παιδικής Xορωδίας του Παρεκκλησίου των B.Aνακτόρων την οποία και διήυθυνε ως το 1967. Tο 1958 ίδρυσε τη Xορωδία Δωματίου Aθηνών την οποία διηύθυνε ως το 1961. Aπο το 1961 ως το 1963 διηύθυνε τη Xορωδία της Aνωτάτης Oρθόδοξης Θεολογικής Σχολής “Tίμιος Σταυρός” στη Bοστώνη των H.Π.A. Tο 1965 ίδρυσε το πρώτο ηλεκτρονικό μουσικό εργαστήρι στην Aθήνα. Aπο το 1968 ως το 1999 ήταν επικεφαλής του Mουσικού Tμήματος και διευθυντής της χορωδίας του Pierce College στην Aθήνα.



Διετέλεσε πρόεδρος του Eλληνικού Συνδέσμου Σύγχρονης Mουσικής - EΣΣYM επι μια δεκαετία, 1975 - 1985. Aπό το 1988 ως σήμερα πρόεδρος της Eλληνικής Bυζαντινής Xορωδίας. Aπο το 1981 ως το 1984 πρόεδρος της Oμάδας Eργασίας του Yπουργείου Πολιτισμού για τη Xορωδιακή Aνάπτυξη. Aπο το 1990 ως και το 1994 μέλος της Διοικούσας Eπιτροπής του Iονίου Πανεπιστημίου στα πλαίσια της οποίας επιμελήθηκε προσωπικά τη διαμόρφωση τού Προγράμματος Σπουδών και τις διαδικασίες λειτουργίας τού Tμήματος Mουσικών Σπουδών (έτος ιδρύσεως 1992) στο οποίον εδίδαξε και του οποίου ανηγορεύθη επίτιμος διδάκτωρ το 1999. Eπίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Aθηνών το 2004.

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Το πάρτυ του ΣΜΕΔ στο Στέκι Μεταναστών


Το πάρτυ του Συλλόγου Μεταφραστών - Επιμελητών - Διορθωτών
Παρασκευή 25 Ιανουαρίου, στις 22:00
Στέκι Μεταναστών, Τσαμαδού 15, Εξάρχεια

Η Ελένη Κοκκίδου κάθε Δευτέρα στο Χαμάμ





 «Έξω φτώχεια και καημοί» !

Κάθε Δευτέρα, από τις 7 Γενάρη,
η Ελένη Κοκκίδου
παρέα με τον Παναγιώτη Τσεβά στο ακορντεόν 
και την Βάλια Πλαΐνη στο πιάνο,
παρουσιάζει στο Χαμάμ
τραγούδια της σκηνής και του πάλκου.

 Η Δανάη συναντά τον Τσιτσάνη,
 ο Κραουνάκης την Ρόζα Εσκενάζυ,
η Σοφία Βέμπο τον Στράτο Διονυσίου
και η Ρίτα Σακελλαρίου τον Αττίκ,

σε μια μουσική παράσταση όπου η οπερέτα,
η επιθεώρηση, το θέατρο και το πάλκο γίνονται ένα ...



Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Ο Χρήστος Λεοντής για την "Παρωδύσσεια"

 



Παρωδύσσεια

Η πρόθεση της «Πειραματικής σκηνής Καλαμάτας» να ανεβάσει κάτι σχετικό με την «Οδύσσεια», ήταν η αφορμή να κυκλοφορήσει  η «ΠΑΡΩΔΥΣΣΕΙΑ υπό το φως του Οδυσσέα» στην αυθεντική της μορφή, χωρίς καμία αλλαγή.

Το ανέβασμα της, το 1999  στο Θέατρο Τέχνης, από τον Μίμη Κουγιουμτζή, ήταν ένα σκηνικό αυτοσχεδιαστικό παιχνίδι, που όλοι μας, ηθοποιοί και συντελεστές μπήκαμε στον πειρασμό να παίξουμε.

Εργαστήκαμε όλοι μαζί σαν ομάδα, διαμορφώσαμε το υλικό στην πρώτη του φάση, δίνοντάς του μορφή και περιεχόμενο. Στην πορεία του ανεβάσματος έδωσα την τελική μορφή σε αυτό το υλικό. Κράτησα όμως τον αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα του.

Αφιερώνουμε, λοιπόν, αυτή την εργασία, στον αγαπημένο μας φίλο Μίμη – σκηνοθέτη της παράστασης – που όλοι μας αγαπήσαμε. Ηχογραφήσαμε την «ΠΑΡΩΔΥΣΣΕΙΑ» τότε, με την πρόθεση να την βγάλουμε σε cd. Δεν πρόλαβε ο Μίμης... και ο Γιάννης...

Η «Πειραματική σκηνή Καλαμάτας» μου δίνει αυτή την ευκαιρία. 

Ανεκτίμητη η συμβολή των συντελεστών εκείνης της παράστασης  του 1999, Γιάννη Βαρβέρη, Φάνη Κακριδή, Γήση Παπαγεωργίου.

Οι ηθοποιοί που ερμήνευσαν τους ρόλους στην παράσταση του 1999, συμμετέχουν κι εδώ με την ερμηνεία τους. Διονύσης Ακτύπης, Λουκία Μιχαλά, Νικόλας Καψάλης, Βασίλης Κόκκαλης, Μαρκέλλα Δουζενάκη, Μαριάνθη Φωτάκη, Στεφανία Πάντζη, Χρύσανθος Παύλου, Σοφία Φαραζή, Θανάσης Αλευράς, Σπύρος Μαρκόπουλος, Αντιγόνη Πανταζή, Θανάσης Δήμου, Ματίνα Νικολάου, Ευανθία Παπάρα, Γιάννης Χαρμπάτσης.

Ευχαριστώ όλους για την συμβολή και την συμμετοχή τους.

Χρήστος Λεοντής

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Αντίο Φώτη



Πέθανε ο Φώτης Μπατσίλας. Το διαδικτυακό του κόσμημα, το ιστολόγιο Oxy-moron, μένει ορφανό. Οι φίλοι του, όπως ο κοινός μας φίλος ο Σωτήρης, μένουν απαρηγόρητοι. Χαίρομαι που έστω και λίγο, έστω κι απ' έξω, γνώρισα έναν άνθρωπο σαν τον Φώτη, έναν διανοούμενο της τέχνης γεμάτο ιδέες και σχέδια, γεμάτο όρεξη για ζωή. Τα υπόλοιπα, όπως το αίσθημα της απώλειας ενός τόσο νέου και δημιουργικού ανθρώπου, υπερβαίνουν τη σκέψη μου, καταλύουν το λόγο, δεν μπορούν να μπουν σε λέξεις. Καλό ταξίδι.
ηρ.οικ.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Ο Λάκης Παπαστάθης για τον Γιώργο Ε. Παπαδάκη



Επικήδειος λόγος για τον Γιώργο Ε. Παπαδάκη

Γιώργο… εδώ είμαστε… δίπλα σου. Για να σε συντροφεύει στο ταξίδι η αδελφική αγάπη των φίλων σου. Αυτή η αγάπη που γνωρίζω πως ήταν πάντα για σένα πηγή ζωής. Συναισθηματικά και ηθικά στηρίχτηκες, έζησες και δημιούργησες με τους φίλους σου σε μια εποχή συναισθηματικής άνοιξης και συλλογικής δουλειάς. Ελεύθερο Θέατρο, Σινετίκ και Παρασκήνιο. Εποχή που ο ένας φίλος καθρεφτιζόταν στον άλλον. Κι εσύ πάντα πρωταγωνιστούσες. Το άλσος Παγκρατίου που έπαιζε το Ελεύθερο Θέατρο μου φαίνεται τώρα σαν τόπος υπερουράνιος. Το ίδιο και η νυχθημερόν ολόφωτη Σινετίκ που ξενυχτούσε κάνοντας δημιουργία κάτι σαν παιχνίδι. Που να φανταζόμουν τότε που ήμασταν τόσο νέοι, σχεδόν παιδιά, πως θα ‘ρθει η ώρα να σου διαβάσω τον επικήδειο.

Ανήκεις στον καιρό των Ελλήνων, των σπουδαίων Ελλήνων. Πραγματοποίησες με το έργο σου το αίτημα της σύγχρονης Ελλάδας που είναι η σύνθεση της παράδοσης με την ευαισθησία της εποχής μας. Σε θυμάμαι πώς δούλευες στο "Μια ζωή Γκόλφω", πόσο σύγχρονος ήσουν και ταυτοχρόνως πόσο βαθύς γνώστης της μουσικής παράδοσης. Σ’ έχω ζήσει εκατοντάδες φορές στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στο θέατρο και κυρίως στις κινηματογραφικές ταινίες να αναζητάς την ψυχή του κάθε πλάνου για να δώσεις ρυθμό και μουσικά χρώματα γεμάτα γνώση και ευαισθησία. Η συμμετοχή σου στην προσπάθεια του νεώτερου κινηματογράφου υπήρξε καθοριστική. Θυμάμαι τη μουσική σου στις ταινίες της Τώνιας, της Φρίντας, του Θανάση, του Φώτου και δεκάδων άλλων σκηνοθετών.

Είχα την τύχη να μου γράψεις μουσική και στις τέσσερις δικές μου ταινίες. Τι αξέχαστες ώρες στο μοντάζ και στο στούντιο ηχοληψίας! Οι ταινίες είναι τόσο δεμένες με τη μουσική σου που χωρίς αυτήν φαίνονται άδειες. Θυμάμαι τι μου έλεγες: η μουσική στον κινηματογράφο δεν πρέπει να είναι υπόκρουση, είναι κρούση, όπως όλα τα εκφραστικά της στοιχεία, το φως, το χρώμα, τα πρόσωπα, η φωνή, η δράση. Τέτοιο κύρος, τέτοια συμμετοχή διεκδικούσες για την τέχνη σου. Από τότε είχες κατανοήσει εκφραστικούς τρόπους που μπήκαν πολύ αργότερα στην προβληματική μας για τον κινηματογράφο. Τώρα που δεν εμποδίζει η σεμνότητά σου και το ήθος σου είμαι σίγουρος πως θα αναδειχθεί όλη η δουλειά σου στο θέατρο, στον κινηματογράφο αλλά και το έργο σου στον τομέα των μουσικολογικών μελετών.

Αρρώστησες όταν παράλληλα μπήκε στη ζωή σου το βλαστάρι σου, η Μυρτούλα. Κι έδωσες για περισσότερα από έξι χρόνια την σκληρή μάχη να κρατηθείς στη ζωή για εκείνην. Η Ελευθερία η γυναίκα σου έχει τη δύναμη, την εγκαρτέρηση και την σοφία να τη στηρίξει γιατί γνωρίζει πώς οι άνθρωποι είναι ζωντανοί όχι μόνον όταν ανασαίνουν αλλά και όταν είναι στην ψυχή μας με τα λόγια τους και το έργο τους.

Γιώργο…όταν κι εμείς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις θα σ’ αναζητώ στον ουρανό. Ποιος ξέρει μπορεί να είμαστε και τότε νέοι, όπως όταν πρωτογνωριστήκαμε.

Λάκης Παπαστάθης

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

"Έφυγε" ο Γιώργος Ε. Παπαδάκης



Ο Γιώργος Ε. Παπαδάκης, ο σπουδαίος συνθέτης και ερευνητής της ελληνικής μουσικής, πέθανε την Κυριακή ύστερα από μακρόχρονη μάχη με τον καρκίνο. Ένα είναι σίγουρο: ότι με τις μελωδίες και τα κείμενά του κατακτά μία σημαντική θέση στο ευρύτερο σύμπαν της ελληνικής μουσικής. Ως μουσικοκριτικός στην Ελευθεροτυπία, το Δίφωνο και αλλού υπήρξε αυστηρός, ενίοτε και σκληρός, και πολλές κριτικές του προκάλεσαν αντιδράσεις από κοινό και καλλιτέχνες, όμως υποστήριζε πάντα με πάθος τις απόψεις του. Ως ερευνητής, παρήγαγε ένα τεράστιο αρχειακό έργο, ιδιαίτερα στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής, που μέλλει να αξιοποιηθεί από τους επόμενους. Και ως συνθέτης, έγραψε μουσική για πολυάριθμες θεατρικές παραστάσεις και ταινίες. Ακόμα θυμάμαι τι εντύπωση μου προκάλεσε η μουσική που είχε γράψει για την ταινία "Το μόνον της ζωής του ταξείδιον", του Λάκη Παπαστάθη, που είχε βραβευτεί και στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Η τελευταία του "παρουσία" στο δημόσιο λόγο βρίσκεται στο τελευταίο τεύχος του Μετρονόμου, και συγκεκριμένα σε ένα αφιέρωμα στους έλληνες μουσικοκριτικούς. Μετά την κουβέντα που είχαμε με αφορμή το εν λόγω αφιέρωμα, είχαμε πει να συναντηθούμε άλλη μία φορά για να μιλήσει αποκλειστικά για το πέρασμά του από τη "Ρεμπέτικη Κομπανία" και για την ευρύτερη προσπάθεια αναβίωσης του ρεμπέτικου. Δυστυχώς, η κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεψε να κρατήσει την υπόσχεσή του. Τα Μ.Π. έχουν την τιμή να φιλοξενούν κείμενά του Γιώργου Ε. Παπαδάκη, και θα συνεχίσουν να το κάνουν και στο μέλλον ως ελάχιστη έκφραση σεβασμού προς τη μνήμη του. Εκφράζουμε ειλικρινή συλλυπητήρια στην οικογένεια και στους φίλους του.
ηρ.οικ.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Μιχάλης Γρηγορίου: "Βίος Παράλληλος" (18)



ΒΙΟΣ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ
Ανέκδοτες ημερολογιακές σημειώσεις του συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου
Ενότητα: "Εσυ, ο χρονος, ο θανατος κι’ εγω"
Επεισόδιο 18ο



Σαββατο 28/8/2010

Σημειωνω προς μελλοντικη σκεψη :

Με τον ιδιο τροπο που ενας μεσος ανθρωπος δυσκολευεται να παρακολουθησει και να κατανοησει συνθετους συλλογισμους που διατυπωνονται με γλωσσικα συνθετους τροπους, ετσι κι’ ενας μεσος ακροατης δυσκολευεται να παρακολουθησει και να ταυτιστει με μορφες μουσικης που απαιτουν μια γυμνασμενη αντιληψη, ικανη να κανει συσχετισμους αναμεσα στις μουσικες μορφολογικες ενοτητες. Ο μεσος ανθρωπος εχει διδαχτει να σκεφτεται και να εκφραζεται με συμπυκνωμενους κωδικες, ετσι, δυσκολευεται εξ’ ισου με τις πολλες παρενθετικες προτασεις, οσο και με τις πολλες αρμονικες παρενθετικες προτασεις. Οσο δυσκολο του ειναι να παρακολουθησει ενα θεωρητικο δοκιμιο που βασιζεται σε μια εκτεταμμενη διαδοχη λογικων επιχειρηματων και συμπερασματων, αλλο τοσο δυσκολο του ειναι να παρακολουθησει ενα μουσικο εργο που βασιζεται σε μια διαδοχη αρμονικων σχεσεων και συναισθηματικων ποιοτητων. Αυτο σχετιζεται αμεσα και με την εκγυμναση της short term memory. O μεσος ανθρωπος εχει περιορισμενη RAM.

Ο “καλλιεργημενος” ανθρωπος συχνα δεν εχει αναπτυξει καποιες ιδιαιτερες αντιληπτικες ικανοτητες. Εχει αναπτυξει απλως καποιους υψηλωτερους βαθμους ανοχης και υπομονης απεναντι σε πραγματα που δεν τα πολυκαταλαβαινει, γιατι με τον τροπο αυτο νοιωθει πως αντλει μεγαλυτερο κοινωνικο κυρος, στα πλαισια της ιδεολογικης λειτουργιας του γουστου. Η κουραση του αντισταθμιζεται απο την κοινωνικη ξιπασια, οπως παληα καποιες γυναικες φορουσαν στενους κορσεδες για να δειχνουν πιο λεπτες και επιθυμητες. Τουτο ισχυει εξισου για μορφες μουσικης, οσο και για μορφες θεωρητικων αναλυσεων. Και στις δυο περιπτωσεις ο ψευτοκαλλιεργημενος μπορει να μην καταλαβαινει σχεδον τιποτα, ηδονιζεται ομως απο την αισθηση της συμμετοχης του σε καποιες επιλεκτες ομαδες ελιτ.

Πολυ συχνα ομως οι λογοι για τους οποιους ενας καλοπιστος ανθρωπος δεν καταλαβαινει σχεδον τιποτα δεν οφειλονται σε δικηα του αδυναμια, αλλα σε μια σκοπιμη ξιπασια του καλλιτεχνη ή του διανοουμενου ο οποιος, με το να γινεται στριφνος και ακαταλαβιστικος θελει να επιδειξει τις δικες του ικανοτητες και γνωσεις, σε βαρος του αποδεκτη στον οποιον υποτιθεται οτι απευθυνεται. Στις περιπτωσεις αυτες ο στοχος του καλλιτεχνη ή του διανοουμενου δεν ειναι να μεταδοσει στον αλλον, με καλοπιστο τροπο, καποια πραγματα, αλλα να διασφαλισει και να τονισει το δικο του κυρος. Η προθεση του εμπεριεχει εξ’ αρχης ενα βαθμο κακοπιστιας.

Και λοιπον ;  Οσες και οποιες κι’ αν ειναι οι “ενδιαφερουσες” συνειδητοποιησεις και διανοητικες “κατακτησεις” που εχω συσσωρευσει στη διαρκεια των χρονων, ολες τους προκειται να εξατμιστουν μολις πεθανω. Ισως μερικες απ’ αυτες επιβιωσουν για λιγο μεσα απο τη μουσικη και τα κειμενα που θα εχω αφησει πισω μου. Τωρα, αν τουτες οι πνευματικες συσσωρευσεις  θα μπορουσαν να παρομοιαστουν με τα κοραλιογενη νησια ή, με τα νησια που δημιουργηθηκαν απο guano, δηλαδη απο τα σκατα των γλαρων, ειναι κατι που δεν θα το μαθω ποτε!