Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Μνήμη Αλέκας Καρούμπαλου-Βάκη

Τον Αύγουστο "έφυγε" η συντρόφισσα Αλέκα Καρούμπαλου-Βάκη, μητέρα του φίλου και συνεργάτη των Μ.Π. Αλέξη Βάκη. Στη μνήμη της αναδημοσιεύουμε ένα πορτραίτο της που δημοσιεύτηκε στην "Αυγή" της 27ης Σεπτεμβρίου 2012. Καλό ταξίδι. ηρ.οικ.




(Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ & Αλέκα Καρούμπαλου-Βάκη,
νεαρές μαθήτριες και μέλη της ΕΠΟΝ Παγκρατίου)





Τη Δευτέρα 27 Αυγούστου έφυγε από τη ζωή η αγωνίστρια της Εθνικής μας Αντίστασης και της Αριστεράς Αλέκα Καρούμπαλου - Βάκη. Η κηδεία της έγινε την επομένη (28/8) στο νεκροταφείο της Καισαριανής, όπου τη συνόδευσε πλήθος από συγγενείς, συναγωνιστές και φίλους.

Η Αλέκα ανήκει σ' εκείνη τη δρακογενιά των νέων του 1941-1944 που πάλεψαν με νύχια και με δόντια ενάντια στον ξένο κατακτητή και τους ντόπιους συνεργάτες του, αλλά και συνέχισαν όλα τα κατοπινά χρόνια να αγωνίζονται για μια άλλη Ελλάδα, πιο δίκαιη, πιο ανθρώπινη, πιο δημοκρατική.

Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1925 από γνωστή δημοκρατική οικογένεια. Στη συνέχεια η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην περιοχή του Παγκρατίου και εκεί έζησε όλη της σχεδόν τα χρόνια. Η ξένη κατοχή τη βρήκε μαθήτρια στο 4ο Γυμνάσιο Θηλέων Παγκρατίου. Και η Αλέκα μαζί με κάποιες ακόμα συμμαθήτριές της πρωτοστάτησε στη δημιουργία του πρώτου αντιστασιακού πυρήνα σ' εκείνο το σχολείο. Λίγο αργότερα (5 Φεβρουαρίου 1942) δημιουργήθηκε το ΕΑΜ Νέων και τον Ιούνιο του 1942 η οργάνωση "Λεύτερη Νέα", στην οποία πρωτοστάτησαν η Ηλέκτρα Αποστόλου, η Μαρία Καραγιώργη, η Φώφη Λαζάρου, η Κική Βουδούρη και άλλες αγωνίστριες. Και εδώ η Αλέκα ήταν από τα πρώτα ιδρυτικά μέλη της οργάνωσης στο σχολείο της. Όπως διηγιόταν η ίδια, η οργάνωση αναπτύχθηκε αργότερα. Σ' αυτό βοήθησε και το ευνοϊκό κλίμα που υπήρχε στο σχολείο. Ο τότε γυμνασιάρχης Βασιλείου και οι υπόλοιποι καθηγητές όχι μόνο δεν προσπάθησαν να τις εμποδίσουν, αλλά τις προστάτευσαν όταν κινδύνευσαν. Έτσι η οργάνωση του σχολείου τους, μαζί με τις οργανώσεις των μαθητριών της σχολής Καλπόκα, αποτέλεσαν τον πυρήνα της "Λεύτερης Νέας" των ανατολικών συνοικιών. Ανάμεσά τους ήταν η Άννα Τεριακή - Σολωμού, η Τζένη Δρόσου, η Φιφή Πριόβολου, η Ελένη Μηλιώνη, η Σόνια Γαΐτη, η Άννα Συνοδινού, η Μαρούλα Ρώτα κ.ά. Λίγο αργότερα προσχώρησε και η Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, που ήταν σε μια άλλη ομάδα, τη "Σπίθα".

Από τον Φεβρουάριο του 1943 η "Λεύτερη Νέα" εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, όπως και οι άλλες νεολαιίστικες οργανώσεις της Αριστεράς. Γραμματέας της στο Παγκράτι ήταν η Ελένη Γλύκατζη και καθοδηγητής της ο Χρήστος Πασαλάρης.

Η οργάνωση της νεολαίας του 4ου Γυμνασίου Θηλέων είχε στενές επαφές για κοινούς αγώνες και με την ΕΠΟΝ του 7ου Γυμνασίου Αρρένων Παγκρατίου. Να σημειώσουμε ότι ήταν τότε το μοναδικό Γυμνάσιο στην περιοχή, δηλαδή σε Παγκράτι, Βύρωνα και Καισαριανή. Και το 7ο Γυμνάσιο είχε δώσει σκληρές μάχες τότε μέσα στις γραμμές του ΕΑΜΝ και αργότερα της ΕΠΟΝ, όχι μόνο για τα σοβαρά προβλήματα επιβίωσης που αντιμετώπιζε ο λαός μας τότε, αλλά και για το διώξιμο του ξένου κατακτητή.

"Όλοι μαζί οι τσίφτες του Εβδόμου,
αφήστε τα βιβλία σας, τα θρανία σας
κι ελάτε στη μάχη του πεζοδρόμου..."

ήταν τότε το γνωστό τραγουδάκι - σύνθημα των μαθητών αλλά και των μαθητριών στο Παγκράτι.

Ανάμεσα σε όλα αυτά τα παιδιά πάντα με τους πρώτους και η Αλέκα Καρούμπαλου. Στο μοίρασμα του παράνομου Τύπου, στο γράψιμο συνθημάτων στους τοίχους, στα συλλαλητήρια και σε ό,τι άλλο της ανέθετε η οργάνωσή της. Σε μια επιδρομή των Γερμανών στην περιοχή, μάλιστα, πιάστηκε και κλείστηκε στα μπουντρούμια της Ασφάλειας για περίπου ένα μήνα. Ωστόσο, δεν εγκατέλειψε και τις σπουδές της, τόσο στο Γυμνάσιο όσο και στο Εθνικό Ωδείο, όπου παρακολούθησε και ανώτερα θεωρητικά μαθήματα με δάσκαλο τον διάσημο Έλληνα μουσικό Μάριο Βάρβογλη, απ' όπου αποφοίτησε παίρνοντας πτυχίο πιάνου, αρμονίας, αντίστιξης και φούγκας.

Η αγωνιστική της πορεία συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση, πάντα μέσα από τις γραμμές της ανανεωτικής Αριστεράς, παρά τους διωγμούς που υπέστη, όπως άλλωστε όλοι οι αγωνιστές της Αντίστασης. Παντρεμένη με τον επίσης αγωνιστή Αργύρη Βάκη, που κοντά στα άλλα ήταν και ένα από τα στελέχη (μέλος της πρώτης συντακτικής επιτροπής) της "Επιθεώρησης Τέχνης", αυτού του αξιόλογου περιοδικού που λάμπρυνε την πνευματική ιστορία της Αριστεράς στα προδικτατορικά χρόνια (1954-1967), απέκτησαν δύο γιους, τον Αλέξη και τον Δημήτρη, που κι αυτοί ακολούθησαν τον δρόμο των γονιών τους.

Της Αλέκας της άρεσε να διηγείται ιστορίες και περιστατικά από εκείνα τα ανεπανάληπτα χρόνια της Εθνικής μας Αντίστασης. Γυναίκα με δυνατή μνήμη, κοφτερό μυαλό και μεγάλη καρδιά, στάθηκε σε όλη της τη ζωή όρθια και αντιμετώπισε παλικαρίσια όλες τις δυσκολίες και τις κακοτοπιές που βρέθηκαν στον δρόμο της.

Καλό ταξίδι, συντρόφισσα. Θα σε θυμόμαστε πάντα.

Δημήτρης Παλαιολογόπουλος



(Εκδρομή της ΕΠΟΝ στον Καρέα.
Καθιστή στη μπροστινή σειρά η Αλέκα Καρούμπαλου-Βάκη)

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Αργύρης Ζήλος: "Ξένα και οικεία"






Γιατί ο Ζήλος; Γιατί έδειξε το δρόμο στους επόμενους ως προς το πώς γράφεται η μουσική με λέξεις, πώς κρίνεται και πώς αναλύεται. Και γιατί τώρα ο Ζήλος; Γιατί έχουμε ανάγκη τις λέξεις και τις ιδέες σε μία εποχή που ελάχιστα ακούμε, κι ακόμα λιγότερο διαβάζουμε. Όταν δεξιά κι αριστερά κυριαρχούν οι συνεντεύξεις των τριών ερωτήσεων και οι αναλύσεις τύπου twitter, το να επιστρέψει κάποιος στα κείμενα του Ζήλου, στη διαλεκτική και κριτική ματιά τους, είναι μία υγιής πράξη αντίδρασης. Ευχαριστούμε θερμά τον Αργύρη Ζήλο για την άδεια αναδημοσίευσης μεγάλων στιγμών της κειμενογραφίας του. Μ.Π.




Ίσως ν' αναρωτιούνται μερικοί, καμιά φορά, πώς στην ευχή έγινε και έφτασε μια χώρα σαν τη δική μας, με μια πολιτιστική παράδοση τόσο παλιά, τόσο πλούσια και, το κυριότερο, τόσο σοβαρά ουσιαστική - γιατί και οι Αμερικάνοι έχουν παράδοση: τον Μπιλ Χίκοκ και τον Τζέσι Τζέιμς - να ακούει σε τέτοια έκταση και να δέχεται αδιαμαρτύρητα και με απάθεια (αν όχι με ικανοποίηση) μια μουσική πού θεωρείται κατά γενική ομολογία ξένη.

Κατ" αρχάς, τί εννοούμε όταν λέμε «ξένο»; Ξένο είναι κάτι πού δεν γνωρίζουμε, πού δεν μάς είναι οικείο, πού συναντάμε πρώτη φορά στο δρόμο μας. Ξένο είναι αυτό πού δεν ταιριάζει με τις συνήθειές μας, τις πεποιθήσεις μας, τις αντιλήψεις μας περί ηθικής, την ψυχοσύνθεσή μας, την παιδεία μας. Ξένος είναι εκείνος που πρωτοδιαβαίνει το κατώφλι τού σπιτιού μας και πού φεύγει χωρίς ν' αφήσει ίχνη της παρουσίας του στην καρδιά μας. Όμως, τι γίνεται όταν κάποιος ξένος επιστρέφει, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη φορά, κι εμείς παρατάμε σιγά-σιγά τον πληθυντικό, ξεχνάμε τις επιφυλάξεις μας και τού προσφέρουμε μια θέση στο τραπέζι μας και στον προσωπικό μας μικρόκοσμο; Άραγε, εξακολουθεί και τότε να είναι ξένος;

Το παραπάνω δεν αποτελεί ούτε επιχείρημα, ούτε ευφυολόγημα. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η ανθρώπινη επαφή δεν έχει παρά ελάχιστα κοινά με την πολιτιστική επαφή, καθώς και ότι, όσο απαραίτητη είναι η πρώτη για τη συναισθηματική ισορροπία των ατόμων, τόσο αρνητική ή και καταστροφική μπορεί να αποδειχτεί η δεύτερη για την ατομικότητά τους και για τη συνείδηση της ιδιαίτερης κοινωνικής τους ταυτότητας; Όμως, προς το παρόν δεν είναι εκεί το θέμα…

Το θέμα είναι αν μπορούμε να εντοπίσουμε ιστορικά και να απομονώσουμε το χρονικό σημείο κατά το οποίο το ξένο χάνει αυτή του την ιδιότητα και γίνεται κομμάτι απ’ τη δική μας ζωή. Αν προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι τέτοιο, θα διαπιστώσουμε ότι είναι κυριολεκτικά ανέφικτο. Γιατί, κάθε τί το πρωτόφαντο, το αλλόκοτο, το καινούριο, περνάει πάντα μια μακριά, ασταθή περίοδο περιορισμένης αποδοχής - σαν νεωτερισμός ή σαν εκκεντρικότητα - από περιορισμένη μερίδα ατόμων, πριν διαδοθεί ευρύτερα και μεταβληθεί σε συνήθεια, σε καθεστώς - και, με τη σειρά του, σε Παράδοση. Και, ναι, οι λαοί γνωρίζουν υποσυνείδητα να απορρί­πτουν αυτό πού δεν ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία τους - μήπως όμως η αναστροφή αυτής ακριβώς της διαπίστωσης, δίνει από μόνη της την απάντηση;

Πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι, ακόμη και αν ζούμε μέσα στην ίδια πόλη. Ή μάλλον, πάει πολύς, πάρα πολύς καιρός πού δεν είμαστε πια όλοι ίδιοι... Ας μην πηγαίνουμε πολύ μακριά: το ρεμπέτικο. Καθαρά ελληνικό, μορφικά και ιστορικά και διανοητικά και ψυχολογικά. Όμως, πριν το φέρουν οι μικρασιάτες πρόσφυγες μαζί με τον καημό τους, δεν υπήρχε σαν έκφραση στα αστικά κέντρα της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Τυχαίο; Μάλλον όχι. Ιδιομορφία δύο διαφορετικών κοινωνικών και αισθητι­κών πραγματικοτήτων; Σίγουρα ναι. Το ότι το ρεμπέτικο εναρμονί­στηκε ταχύτατα και ενσωματώθηκε στην καθημερινότητα των πόλεων, σημαίνει ότι ταίριαξε σαν άκουσμα, αλλά πολύ περισσότε­ρο, ότι ταίριαξε σαν βίωμα. Και αυτό συνέβη επειδή συνέπεσε με - ή και προκάλεσε - μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, πού περιλάμβα­νε πλέον και αυτό στις εκφραστικές της ανάγκες. Πλέον. Βλέ­πετε, για όλα υπάρχει ένα «πριν» και ένα «μετά». Και δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι για το πότε ακριβώς συντελέστηκε η αλληλοδιαδοχή τους - παρά μόνο, ίσως, για το «πώς».

Θέλουμε με όλα αυτά να δείξουμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται ακολουθώντας τα ίδια πάνω-κάτω μονοπάτια «εξέλιξης» και «ανανέωσης»; Το μόνο πού αλλάζει είναι ο ρυθμός της. Αλλά και εδώ υπάρχει ένας αμετακίνητος κανόνας: Ποτέ ο ρυθμός αυτός δεν επιβραδύνεται και ποτέ δε σταθεροποιείται, αλλά προχωρεί με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα. Κάτι πού πριν 500 χρόνια συντελείτο μέσα σε ένα διάστημα ας πούμε έξι μηνών, - λ.χ. ένα ταξίδι - σήμερα δεν θέλει παραπάνω από τέσσερεις ώρες.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις πολιτιστικές ανταλλαγές. Παλιά, έπρεπε να περάσουν χρόνια, αν όχι δεκαετίες, για να δεχτεί ένας λαός την επίδραση της πολιτιστικής ιδιομορφίας ενός άλλου λαού και να κάνει κτήμα του ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι της. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τί ακριβώς διατηρήθηκε ακέραιο μέσα στα διόμισυ χιλιάδες χρόνια τού πολιτισμού μας και τι, αντίθετα, ενσωματώθηκε σιγά-σιγά στην πραγματικότητά μας, μέσα από τις εμπορικές συνδιαλλαγές ή μέσα από τις πολεμικές συγκρούσεις και τις διαδοχικές αλληλοκατοχές. Το μόνο πού ξέρουμε είναι ότι πολύ λίγα στο Βυζάντιο θυμίζουν την Αρχαία Ελλάδα, αρχίζοντας από τις αμφιέσεις και φτάνοντας μέχρι το πολίτευμα - και, σε τελευταία ανάλυση ούτε και η Χριστιανική θρησκεία ανάγεται στην αυστηρά εθνική μας παράδοση, αλλά ποιοι, ή μάλλον πόσοι είναι αυτοί πού θα τολμούσαν να την πουν «ξενόφερτη»;

Τελικά, τα πάντα είναι υπόθεση σταδιακής αναπροσαρμογής των κοινωνικών δεδομένων, υπαγορευμένης από τις αλλαγές στον πολιτισμό, στην τεχνολογία, στις αντιλήψεις περί ηθικής, στην ίδια τη ζωή. Και εμείς, στεκόμαστε σε τούτο το απόμακρο και αβέβαιο σημείο τού χρόνου, ατενίζοντας ένα συμπαγές και απέραντο σώμα ιστορίας και βγάζοντας ταχύτατες καταδικαστικές αποφάσεις για την πολιτιστική μας αστάθεια, ξεχνώντας ότι ο χρόνος δεν κυλάει πια με την ίδια νωχελική δυσκαμψία και ότι οι πληροφορίες ξεχύνονται προς κάθε κατεύθυνση με μια διαβολική μανία και καλύπτουν ακαριαία ιλιγγιώδεις αποστάσεις, αδιαφορώντας παντε­λώς για τα ανθρώπινα και τα φυσικά σύνορα, τα βουνά, τις θάλασσες, τούς ωκεανούς.

Να πούμε μια παραδοξολογία Διανοηθήκατε ποτέ τι μπορεί να είχε συμβεί, αν κάποιο καπρίτσιο της ιστορίας φύτευε μια τηλεόραση (έστω και μαυρόασπρη) μες στη μέση της Αθηναϊκής Αγοράς, τον καιρό τού Περικλή; Άραγε θα είχε μείνει τίποτα ανέγγιχτο στον αρχαίο πολιτισμό μας, μετά την απ' ευθείας ενημέρωση των Αθηναίων γύρω από το τί φορούσαν, πώς έχτιζαν, πώς διασκέδα­ζαν, πώς τραγουδούσαν και πώς σκέπτονταν οι σύγχρονοί τους Αιγύπτιοι, για παράδειγμα; Πόσο θα άντεχε στη συνείδησή τους το δόγμα «Πάς Μη Έλλην Βάρβαρος»; Και ποιός μάς εγγυάται ότι μια τέτοια πολιτιστική «εισβολή», ανάλογη βέβαια με τις δυνατότητες αμοιβαίας επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών που υπήρχαν σ’ εκείνους τούς χρόνους, δεν συντελέστηκε τελικά; Και μάλιστα στο χώρο της μουσικής; Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι οι μουσικοί μας τρόποι δεν έχουν επηρεαστεί από τις έστω και πενιχρές μορφικά λαϊκές εκφράσεις των γειτονικών μας λαών; Τόσο υπερήφανοι υπήρξαμε λοιπόν;

Ναι, τόσο υπερήφανοι υπήρξαμε... Ίσως επειδή δεν μπορούσαμε να ξέρουμε, ίσως επειδή δεν θέλαμε να ξέρουμε... Ο κορμός και οι ρίζες της μουσικής μας, έχουν διατηρηθεί, μουσικολογικά, ανέπαφα, όλες αυτές τις εκατοντάδες χρόνια - σημάδι ηθικής και ψυχολογικής σύμπνοιας και ισχύος. Αλλά - όχι τώρα πια. Τώρα πια, δεν μπορούμε να μην ξέρουμε. Θα προσπαθήσουμε να δούμε το γιατί, σε μια από τις επόμενες συναντήσεις μας.

Για την ώρα, θάπρεπε ίσως να νιώσουμε πόσο έδαφος χάνουμε στη βαθύτερη εκτίμηση και αντιμετώπιση της σύγχρονης πολιτιστικής μας κατάστασης με το να αναζητούμε αυτό πού δεν είμαστε, τελικά και πού θάπρεπε, ίσως, να είμαστε, αδιαφορώντας γι αυτό πού είμαστε και πού θα μπορούσε, ίσως, να γίνει κάπως πιο ανθρώπινο και ανεκτό.

Αργύρης Ζήλος
Ήχος & Hi-Fi, Μάρτιος 1983.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Απεργία



Ο Σύλλογος Μεταφραστών Επιμελητών Διορθωτών καλεί τα μέλη του και όλους τους συναδέλφους να συμμετάσχουν μαζικά στα πανεργατικά συλλαλητήρια και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, σε όλες τις πόλεις της χώρας, στο πλαίσιο της 48ωρης γενικής απεργίας που προκηρύχθηκε για την Τρίτη 6 και την Τετάρτη 7 Νοεμβρίου εν όψει της ψήφισης του νέου Μνημονίου.

Να αντισταθούμε με κάθε τρόπο στη γενική υποτίμηση της ζωής μας

Έχουμε να κερδίσουμε έναν κόσμο ολόκληρο

 
Προσυγκέντρωση του ΣΜΕΔ για την πανεργατική πορεία της Τρίτης 6/11 στην Αθήνα
11 π.μ., Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο - οδός Πατησίων

Προσυγκέντρωση του ΣΜΕΔ για το συλλαλητήριο της Τετάρτης 7/11 στην Αθήνα (πλ. Συντάγματος)
4:30 μ.μ., Πανεπιστημίου & Βουκουρεστίου

Μη μου θυμώνεις μάτια μου



Νοέμβρης στη Νέα Σμύρνη, μεταμεσονύχτια στάση για τραγούδι στη μέση του δρόμου, λίγο μετά τον Πανιώνιο. Μια κιθάρα και κάμποσες φωνές μπροστά σε κλειστά παραθυρόφυλλα και απρόσωπες πολυκατοικίες. Κάπως έτσι γράφονται οι μικρές, θρυμματισμένες ιστορίες των τραγουδιών, παράλληλα με τη μεγάλη και επίσημη ιστορία της δημιουργίας τους. Κάπως έτσι ξαναγράφονται τα τραγούδια, και κάπως έτσι συνεχίζουν το ταξίδι τους μέσα στο χρόνο.
ηρ.οικ.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Δύο κριτικές για την "Πανσέληνο στο δάσος" του Σωτήρη Κακίση

(Σωτήρης Κακίσης, φωτο: Χρήστος Κεχαγιόγλου)



ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ:

ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
(Σωτήρης Κακίσης, Πανσέληνος στο Δάσος, Εκδόσεις Αιγαίοv, Λευκωσία 2012)


«Έτσι λοιπόν, τα δημιουργήματα του Κακίση δεν κρύβουν παρά την συγκεκαλυμμένη ομορφιά μιας χειρονομίας που στάθηκε μετέωρη, στις σφαίρες ενός κόσμου όπου τίποτα δεν ολοκληρώνεται, και που όλα μένουν ίσως για πάντα ασυγκόλλητα (αλλά αυτάρκη), μέσα στη δική τους απλησίαστη όσο όμως και τρυφερή μοναξιά». 

Αυτά επεσήμαινα το 1994 στον δεύτερο τόμο του βιβλίου μου Εκδρομή στην άλλη γλώσσα για την συλλογή του Σωτήρη Κακίση Τα σύρματα (1978) και τώρα, έχοντας διαβάσει την «Πανσέληνο», διαπιστώνω ότι ο ποιητής παραμένει με θαυμαστή συνέπεια πιστός στην γραφή του και στον τρόπο έκφρασης που αυτός επέλεξε από το ξεκίνημά του. Μόνο που τώρα η πρόοδος είναι θεαματική. 

Ωs εκ τούτου, έvas καταιγιστικός ρυθμός σπάνιων εικόνων, μια μαγεία και μια αθωότητα παραδείσου, συναρπάζει τον αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος. Μια γοητεία, ρυθμοί μοντέρνοι, μια στιλπνότητα, ένας κόσμος γεμάτος υγεία αλλά και πρόσωπα διάσημα, λαμπερά, συνθλιμμένα θα έλεγα, όμως, κατακρημνισμένα μέσα στην εσωτερική απελπισία και την μοναξιά τους, έρχονται για να δημιουργήσουν ένα σύμπαν έξοχης ποιητικής ομορφιάς. 

Και πράγματι, όλα, τα πάντα, στον Κακίση, είναι βαθύτατα ποιητικά. Ακόμη και οι τίτλοι των συλλογών του φέρνουν και αυτοί από μόνοι τους, κάτι από μικρά ποιήματα: Συσκευή του νεκρού ανθρώπου, Γούνες γυναικείες, αρώματα, Να 'σαι γατούλα, Χρυσάφι στον αέρα!, Εκατομμύρια μικρά παιδιά. Τα θέματά του δε αντλημένα από τις πιο απίθανες πηγές, όπως μια λεπτομέρεια από παλιό έργο του σινεμά, από έναν ξεχασμένο αγώνα ποδοσφαίρου, είτε μέσα από μια ελαφροί διαφαινόμενη συναισθηματική-ερωτική κόπωση που, δυστυχώς, φέρνουν ως «δώρα» τα χρόνια, έρχονται να ασκήσουν πάνω μας μια καθαρή, πολύ καθαρή γοητεία:

χωρίς κανένα πια, κανέναν. με τις κόρες των ματιών μου γυναίκες πια ολόκληρες, με των χειλιών μου τις αδυναμίες χωρίς δύναμη πια, στη μέση του μαύρου τns ζωής μου ακριβώς, τελεία πάντα άσπρη εγώ τέλεια. χωρίς κανέναν πια, μ' εμένα δηλαδή χωρίς σχεδόν ούτ' εμένα, να βλέπω το πάτωμα με άλλα μάτια πια, να σβήνω τα φώτα με άλλο τρόπο, αναγκαστικό, μ' ένα βλέμμα εγώ τον ήλιο τελευταίο τελειώνοντας.

Ακόμη και ο πόνος για την «απουσία» προσφιλών, λατρεμένων προσώπων όπως τns μάνας, στην περίπτωση του Κακίση, ξέρει να αγγίζει τον σπαραγμό χωρίς κοινότοπους κλαυθμούς, αλλά με ένα δάκρυ στιγμιαίο και μόνο, δυνατό, κρυφό, εσωτερικό, που συγκλονίζει: 


Η ΔΡΟΣΙΑ ΠΟΥ 'ΜΟΙΑΖΕ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ

πουθενά δεν είναι πια η μάνα μου. ούτε στον ήλιο, ούτε στη χρυσόμυγα αυτή μέσα, ούτε στα ρούχα της εδώ, ούτε, ούτε, ούτε. η φωνή τns όλο και πιο σιωπή, από τη σιωπή πολύ πιο ατρόμητη. αυτή η δροσιά όμως! από το παράθυρο σαν ψυχή στο μάγουλό μου επίμονα πάνω. αυτή η δροσιά, ούτε που να το σκέφτεσαι: — Είμαι η μάνα σου.

Ανακεφαλαιώνοντας, θέλω να υπενθυμίσω ότι ο Σωτήρης Kακίσης είχε -και έχει- την ευλογία να βρει τον προσωπικό του δρόμο από την αρχή της πορείας του, χωρίς άσκοπες περιπλανήσεις, παρουσιάζοντας μας ένα έργο συμπαγές, ομοιογενές, στιβαρό, με το συναίσθημα πάντα στον στίχο του ισοζυγισμένο σε έναν ουρανό λέξεων με εναλλαγές αστραπή, και λίαν ευδιάκριτο ανάμεσα στα γραπτά των περισσότερων ομηλίκων του δημιουργών.

Όσο για τα ποιήματά του, αυτά, χωρίς να αρχίζουν με κεφαλαία και χωρίς συχνά, συχνότατα σημεία ενδιαμέσως καθώς είναι, μοιάζουν σαν μια μεγάλη ανάσα ανθρώπου που βιάζεται να τα πει όλα, προτού η σιωπή ακολουθήσει. Είναι ένας μόνιμος διάλογος με τον εαυτό του, χωρίς απάντηση. Είναι ζωγραφιές παιδιών που μas τις χαρίζουν με αφιλοκέρδεια και απέραντη απλοχεριά, γιατί μας συμπάθησαν. Είναι οι χαρταετοί, τα φωτεινά πυροτεχνήματα σε γιορτή που μόλις τελειώσει θα ξανάρθει το σκοτάδι, το αερόστατο είναι, που όταν θα φύγουμε από τον κόσμο αυτό, θα μας ανεβάσει όμορφα σε έναν υπέρλαμπρο ουρανό.

Γιώργος Μαρκόπουλος
Πηγή: περιοδικό POETIX, τεύχος 7, Κοινωνία των (Δε)κάτων, άνοιξη-καλοκαίρι 2012, σελ. 89







ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟY:

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ
(Πανσέληνος στο Δάσος, Εκδόσεις Αιγαίοv, Λευκωσία 2012)


Διαπραγματεύσεις και επαναδιαπραγματεύσεις των όρων της φθοράς και του θανάτου πραγματοποιεί στην παρούσα συλλογή ο Σωτήρης Κακίσης, πατώντας στέρεα, ωστόσο, στο έδαφος όπου μονίμως συντελείται και αυτοεπιβεβαιώνεται το θαυμαστό φαινόμενο της ζωής. Κάτω από το ψυχρό φως της σελήνης, που όχι μόνο δεν καταργεί, αλ­λά, αντιθέτως, επιτείνει την αίσθηση της ερημιάς του «δαντικού» δά­σους («το μαύρο [γίνεται] πιο μαύρο με το φως») -που αισθάνεται κα­νείς ότι διασχίζει στα μέσα της ζωής του ή, εν πάση περιπτώσει, όταν συνειδητοποιεί ότι έχουν πληρωθεί οι απαραίτητες για την εσωτερική του ωρίμανση προϋποθέσεις, ο ποιητής αναρριχάται σε επίπεδα αυ­τογνωσίας, ατομικής και φυλετικής ιστορικής αυτοσυνειδησίας, ενώ, παράλληλα, «αφήνεται» με εμπιστοσύνη στην καθοδήγηση της κατασταλαγμένης, με τον καιρό, αίσθησης -που τείνει να γίνει βεβαιότητα- σχετικά με την τυχαιότητα που διέπει τα ανθρώπινα.

Όλα όσα συνθέτουν την αντιλήψιμη ή ιδεατή πραγματικότητα της κάθε μέρας λειτουργούν, στο πεδίο της ποίησης, με τη μορφή οικείων συμβόλων κι έτσι, συμβολοποιημένα, γίνονται μικρά εφαλτήρια επα­ναπροσέγγισης της ζωής που πέρασε, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να με­τατραπεί σε αμιγές παρελθόν. Παρελθόν κατά βάση ατομικό, σημαδε­μένο από βιώματα και εμπειρίες προσωπικές, που όμως συχνά τείνει, ανεπιγνώστως, να πάρει ευρύτερες διαστάσεις και να γίνεται, με την αφύπνιση μιας μνήμης μάλλον φυλετικής, παρελθόν ιστορικά αναγνω­ρίσιμο («Παρελθόν ολοζώντανο μέσα στο παρόν σαν ευθυμία, σαν πί­κρα, σαν άνεμος ενδοφλέβιος, ψυχή, πώς σε λένε; Ψύχα!»). Κι εκτός αυτού, δεν ήταν λίγες οι φορές που, διατρέχοντας τα ποιήματα της συλλογής, συνέλαβα, ας μου συγχωρεθεί η έκφραση, μια «κοσμοπολί­τικη εντοπιότητα», έναν ιστορικό, κατά βάθος, κοσμοπολιτισμό, με υπέδαφος εμφανώς διαβρωμένο από εκπομπές της ιστορίας του τό­που και επιμέρους περιοχών του. Έναν κοσμοπολιτισμό, τέλος, ελλη­νοκεντρικό, σε συνάρτηση με μια πολυπολιτισμική ελληνικότητα.

Υπάρχει ακόμα, πανταχού παρούσα, με διακριτικότητα ωστόσο εκδηλωνόμενη, η αίσθηση του θανάτου και όλων όσα μπορούν να τον υποδηλώσουν. Η διάσπαρτη πληθώρα των συμβόλων του, όμως, συμ­βάλλει στην εξοικείωση της ιδέας και στην άμβλυνση της αγωνίας μπροστά στο ενδεχόμενο της έλευσής του, δίνοντάς του τις διαστά­σεις ενός απλού φυσικού και αναπόφευκτου συμβάντος. Λύπη ζωής και όχι θανάτου χαρακτηρίζει τα περισσότερα ποιήματα της συλλο­γής· ο ποιητής δρα, στο ποιητικό πεδίο, ως φορέας ζωής και όλων των εκδοχών της· ο θάνατος, αν και πανταχού παρών, είναι, προσώρας, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, απών. Καιροφυλακτεί, ανίσχυρος ωστόσο να επιβληθεί, παρά την αναπόφευκτη, τελικά, επικράτησή του. Έτσι, η υπαρξιακή αγωνία του ποιητικού υποκειμένου είναι ενισχυτική της έννοιας της ζωής και όχι του θανάτου· είναι, ακόμα, ενισχυτική της πίστης στην παντοδυναμία της ζωής και της βεβαιότητας ότι η έκπτωση των σωματικών δυνάμεων προοιωνίζει την υπέρτατη πνευματική ευδαιμονία. Παρόλ’ αυτά, τίποτα δεν μπορεί να διαψεύσει τη μόνη βεβαιότητα του τελικού συγκερασμού των σημείων της αρ­χής και του τέλους. Το διαρκές πλησίασμα της ανυπαρξίας, με προει­δοποιητικούς ενδιάμεσους σταθμούς τους οικείους, για τον καθένα, νεκρούς. 

Εντέλει, η Πανσέληνος στα δάσος αποτελεί άλλη μία από­δειξη ότι ο Σωτήρης Κακίσης έχει μπει για τα καλά στην περίοδο της πνευματικής και, κατ’ επέκτασιν, της ποιητικής του ωριμότητας.


Κώστας Παπαγεωργίου
Πηγή: περιοδικό ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ, τεύχος 7, Γκοβόστης, Σεπτέμβριος 2012, σελ. 18.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Νέος Μετρονόμος με αφιερώματα στον Μάνο Λοΐζο και στη μουσικοκριτική

Τεύχος 46

Περιεχόμενα

Μάνος Λοΐζος
30 χρόνια μετά

- Ο τελευταίος αισθαντικός, της Στέλλας Βλαχογιάννη
- Aπό τη μνήμη στην καρδιά, του Θανάση Συλιβού
- Ο Μάνος Λοΐζος μέσα από τις συνεντεύξεις του
- Αλέξανδρος Δανέζος: Στο  φίλο μου
- «Καράβια αλήτες». Πώς γράφτηκε το τραγούδι, του Φώντα Λάδη
- Ένας ακούραστος μέρμηγκας μεγάλων αποστάσεων, του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη
- Ο Νότης Μαυρουδής για τον Μάνο Λοΐζο, του Αλέξη Λιόλη

***

- Κρίστη Στασινοπούλου - Στάθης Καλυβιώτης, του Γιώργου Καλατζή
- Δημήτρης Μπασλάμ, της Ελπίδας Μαρκιανίδου
- Δημήτρης Μαραμής, του Ηρακλή Οικονόμου
- Το λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι στη Θεσσαλονίκη , του Θωμά Κοροβίνη
- Ο Αντώνης Καλογιάννης και η Κατάσταση Πολιορκίας του Μίκη Θεοδωράκη, του Αλέξη Βάκη
- Νίκος Ζουρνής, του Ηρακλή Οικονόμου
- Οδυσσέας Μοσχονάς, του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη
- Το άλμπουμ της ζωής μου: Νίκος Καρατάσος, των Σωτήρη Μπέκα και Μαριάννας Παπάκη
- Κριτική και κριτικοί, του Ηρακλή Οικονόμου. Μιλούν οι: 
Γιώργος Ι. Αλλαμανής, Αλέξης Βάκης, Στέλλα Βλαχογιάννη, Αργύρης Ζήλος, Λιάνα Μαλανδρενιώτη, Γιώργος Β. Μονεμβασίτης, Γιώργος Ε. Παπαδάκης, Φώντας Τρούσας, Γιώργος Π. Τσάμπρας.
- Οι συνθέτες τραγουδούν τα τραγούδια τους, του Σπύρου Κουρκουνάκη
- Της μιας δραχμής… τραγούδια, του Θόδωρου Βαλσαμίδη
- Πίσω απ΄ τα όργανα: Λεονάρδος Μπουρνέλης, του Γιώργου Αλτή

"Λόγου & Πάθους ...Ενατένιση"






«ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΟΥΣ…. ΕΝΑΤΕΝΙΣΗ»
Μια μουσικοποιητική  βραδιά  στο Δήμο Παλαιού Φαλήρου

Μια βραδιά γεμάτη ήχους και εικόνες  μέσα από τα  ποιήματα των Μαρία Ρετάλη, Ειρήνη Ντούρα – Καββαδία και Μαρία Αντωνοπούλου - Ντούρα  σε θεατρική απόδοση  από τους Πάρι  Κατσίβελο, Νίκο Βερλέκη και Σοφία θεοδώρου.

Η βραδιά θα πλαισιωθεί από τη φωνή της Σοφίας Θεοδώρου η οποία θα τραγουδήσει μεταξύ άλλων το τραγούδι «Αδελφοσύνη» σε μουσική Παντελή Θαλασσινού  και στίχους Ειρήνη Ντούρα-Καββαδία & Μαρίεττας Αυγερινού στη Γαλλική.

Ιδιαίτερη νότα θα δώσει το μουσικό πριόνι του σολίστα Νίκου Γιούσεφ με συνοδεία  πιάνου Ειρήνη Τηνιακού. Συμμετέχουν οι μουσικοί Ηλίας Σιατούνης, Ήρα Βουκελάτου, Δημητρά Αλεξίου, Μαρία-Ολυμπία Ντακογιάννη και οι καθηγητές του μουσικού σχολείου Αλίμου Κωνσταντίνος  Τσικλέας και Ιωάννης Μεταλληνός. 

Παράλληλα θα διεξαχθεί έκθεση ζωγραφικής των Μαρία Ρετάλη και Μαρία  Αντωνοπούλου – Ντούρα.

Η εκδήλωση πραγματοποιείτε υπό την αιγίδα του Ομίλου για την UNESCO Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος. Ο πρόεδρος Ηλίας Δερμιτζόγλου θα απευθύνει χαιρετισμό. Προλογίζει ο αντιπρόεδρος Στέφανος Βογαζιανός - Roy 

Η βραδιά θα πραγματοποιηθεί στον Πολυχώρο  του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, Τερψιχόρης 51 & Αρτέμιδος, το  Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012 & ώρα 18:30.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Το "θρησκευτικό συναίσθημα"...


ΑΘΗΝΑ, 31/10/2012
 
ΘΕΑΤΡΟ ΧΥΤΗΡΙΟ, CORPUS CHRISTI

Οι παραστάσεις του  Corpus Christi, στο θέατρο Χυτήριο, ολοκληρώνονται. Δεν ήταν πρόθεσή μας ούτε να προκαλέσουμε το “θρησκευτικό συναίσθημα” ούτε να δημιουργήσουμε εντάσεις και πολύ περισσότερο να ζήσουμε εικόνες αστυνομοκρατούμενου χώρου θεάτρου. Λυπούμαστε που άθελά μας, άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν, προπηλακίστηκαν, απαξιώθηκαν... Μας προκάλεσε θλίψη το γεγονός ότι το Χυτήριο έκανε το γύρω του κόσμου με απαξιωτικά σχόλια για τη Δημοκρατία μας. Και βάζοντας πάνω απ' όλα το καθήκον μας ως Έλληνες πολίτες να προστατέψουμε τη φήμη της χώρας μας αλλά και τη βαθιά πίστη μας στην Ορθοδοξία και τον Χριστιανισμό που είναι η πίστη της αγάπης και της αποδοχής, δεν γίνεται να επιτρέψουμε την παγκόσμια δυσφήμηση που συντελείται με αφορμή την παράστασή μας.

Παλέψαμε σε αίθουσες δικαστηρίων και δικαιωθήκαμε. Αλλά... Δεν ήταν αρκετό. Συνέχισαν να μας διασύρουν και να βάζουν σε κίνδυνο τους συναδέλφους μας ηθοποιούς αλλά και το σύνολο των εργαζομένων στο θέατρό μας.

Με τη σκέψη στο κοινό μας που σεβόμαστε, προσπαθήσαμε να παίξουμε την παράσταση επί 3 εβδομάδες. Δεν στάθηκε δυνατόν, γιατί δεν μας το επέτρεψαν.. Και φυσικά δεν είναι λύση να συνεχίζουμε σα να μη συμβαίνει τίποτα... Γιατί αυτό που συνέβη είναι υπαρκτό, εφιαλτικό και μεγάλη ντροπή.

Το μήνυμα που μας απέστειλε ο συγγραφέας του έργου, Τέρενς ΜακΝάλλυ μας προβλημάτισε... “άλλο θέατρο δεν θα είχε αντέξει τόσο... μήπως όμως με όλα αυτά που προσδίδουν στην παράσταση περί “βλασφημίας” χάνεται το πραγματικό μήνυμα του έργου; είναι δυνατόν ένα έργο που γράφτηκε για να μιλήσει για την αγάπη, να καταλήγει να προκαλεί τόσο μίσος;”

Βέβαια, τέτοιες εκδηλώσεις βίας σαν αυτές που εκτυλίχθηκαν μπροστά στην πόρτα του θεάτρου μας στις 11/10, δεν έλαβαν χώρα σε κανένα μέρος του κόσμου, όπου κι αν παίχτηκε το Corpus Christi.. παρά μόνο.. από φανατικούς Μουσουλμάνους(!) που θεώρησαν ότι έπρεπε να εκδώσουν διάταγμα θανάτου για τον συγγραφέα..

Ευχαριστούμε όσους μας στήριξαν στην προσπάθειά μας για την ελευθερία της τέχνης και τη μη φίμωση του θεατρικού λόγου. Όμως εμείς δεν κάνουμε θέατρο για να υποκαταστήσουμε τους θεσμούς.. Δεν λιποψυχούμε και θα δώσουμε τον αγώνα όπου και αν χρειαστεί. Ας προβληματιστούμε όμως, για το Κράτος που παρακολουθεί μουδιασμένο τις δυνάμεις του σκοταδισμού να ασχημονούν..

Αν μια θεατρική παράσταση μπορεί να θέσει θεμελιώδη ζητήματα όπως το δικαίωμα στη διαφορετικότητα και την ελευθερία της έκφρασης, τότε το Θέατρο είναι παρόν στην αληθινή ζωή..

Η παράσταση CORPUS CHRISTI έχει ήδη κληθεί να λάβει μέρος σε δύο διεθνή θεατρικά φεστιβάλ: στο International Theatre Festival MESS Sarajevo και στο Festival Iberoamericano de Teatro de Bogota.

Εκεί θα βρει και την δικαίωσή της..

για το θέατρο Χυτήριο,
Βάσια Παναγοπούλου & Λαέρτης Βασιλείου