Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2008

Για την "Έρημη πόλη" του Γιώργου Σταυριανού




Η ‘Έρημη Πόλη’ του Γιώργου Σταυριανού ανήκει στα διαλεχτά έργα του ελληνικού τραγουδιού. Ηχογραφημένος το 1982, ο δίσκος συμπυκνώνει αιώνες συναισθημάτων, παραπέμποντας σε μια διάσταση εξωπραγματική, στον κόσμο δέκα χιλιάδες χρόνια μετά. Μπορεί να σας ακούγονται κάπως υπερβολικά όλα αυτά, κάπως ασυνάρτητα και χαζά, αλλά ανταποκρίνονται πλήρως στην υποκειμενική αποδοχή αυτού του οριακού δημιουργήματος.

Το τραγούδι που έμεινε διαχρονικά και τραγουδιέται ακόμα είναι το γνωστό «Ήσουνα φεγγάρι» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Αργότερα ηχογραφήθηκε και με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα –χωρίς κάποια εμφανή καλλιτεχνική σκοπιμότητα- καθώς η ερμηνεία της Μαρίας Δημητριάδη παραμένει αξεπέραστη μέχρι σήμερα.

Ήσουνα φεγγάρι

Πράσινο σκοτάδι απ’ τα μάτια σου βαμμένο
χίμιξε κι απόψε να με βρει
κι έγινε το σπίτι ένα δάσος πετρωμένο
που έμοιαζαν τα δέντρα του σταυροί.

Έρημο τραγούδι από αίμα κι από χιόνι
κλαίει στα παλιά μου τα χαρτιά
όπως το φτωχό μου το κορμί που δεν παλιώνει
για να το πετάξω στη φωτιά.

Ήσουνα φεγγάρι κι ήμουνα πουλί
πέταξα για να σε φτάσω
κι όταν σ’ είχα φτάσει μέχρι το φιλί
σ’ έσβησε η ανατολή.
-----

Η ενορχήστρωση παραπέμπει σε μεγέθη τα οποία το ελληνικό τραγούδι έχει εδώ και καιρό ξεχάσει. Μιλάμε για μια κανονική ορχήστρα, που θα έκανε έναν σημερινό διευθυντή εταιρείας να τρέμει, να βλέπει αστράκια και να μετράει χαμένα Ευρουλάκια για κάθε επιπλέον όργανο που συμμετέχει. Άλλαξαν βλέπετε οι καιροί, άλλαξαν και τα ήθη. Η «Έρημη Πόλη» ηχογραφήθηκε με 33 όργανα – και, προσοχή, μιλάμε για παραγωγή σε στούντιο, και όχι λάιβ από κάποιο μέγαρο μουσικής. Πολλά και πασίγνωστα ονόματα της δεξιοτεχνίας, της σύνθεσης, μέχρι και του ραδιοφώνου:

Χρήστος Αργυρόπουλος - όμποε, κορ αγκλαί
Βαγγέλης Βέκιος - ντραμς, κρουστά
Αλέξανδρος Ζουγανέλης - τρομπέτα
Βασίλης Ηλιάδης - μπουζούκι, μπαγλαμά, τζουρά, ούτι, δωδεκάχορδη και ακουστική κιθάρα
Γιώργος Καραγιάννης – μπάσο κλαρίνο, κλαρίνο
Γιώργος Κινδύνης – βιόλα
Δημήτρης Λέκκας – κανονάκι, σαξόφωνο, ακορντεόν, πιάνο, φλάουτο με ράμφος, ζίλια, ντέφι
Ελίζαμπεθ Μάλλορ – κλαρίνο
Πέτρος Μιχαήλ – κόρνο
Δημήτρης Παπαδημητρίου – τσανάνγκο, κλασσική κιθάρα
Θύμιος Παπαδόπουλος – κλασσική και ακουστική κιθάρα
Μαρία Ρεμπούτσικα – βιολί
Πλούταρχος Ρεμπούτσικας – βιολοντσέλο
Ανδρέας Ροδουσάκης - κοντραμπάσο
Θόδωρος Τρύφωνας – φυσαρμόνικα, ντιβάν σαζ

Η πληθώρα οργάνων δεν σημαίνει αδυναμία επίτευξης μιας λιτής και ουσιαστικής ενορχήστρωσης· το αντίθετο. Η μουσική ατμόσφαιρα συμβαδίζει με το στιχουργικό περιεχόμενο, και κορυφώνεται σε δύο βαθιά μελαγχολικά τραγούδια με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη: «Καϋμός της φυσαρμόνικας» και «Ώρα πικρή». Στο δεύτερο τραγούδι, δεύτερη φωνή κάνει ο Αντρέας Μικρούτσικος. Η μελαγχολία μεταφέρεται με ακρίβεια, χωρίς λεκτικούς ακροβατισμούς και νεολογισμούς. Είναι μελαγχολία που δεν ντρέπεται, που δεν φτιασιδώνεται, που έχει όνομα και αιτία.

Καϋμός της φυσαρμόνικας

Όνειρο που φεύγει ειν’ η ζωή
μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ

Έρχεσαι πάντα το βράδυ μελαγχολικά
σαν το στερνό το τρένο του χειμώνα
η καρδιά μου χιονισμένη στέπα ερημική
προσμένει τον καημό σου και σε καρτερεί

Έρχεσαι και δε σωπαίνεις μέσα από τη στάχτη
μια φωτιά γυρεύεις κι όλο φεύγεις
τριγυρνάς μέσα στη νύχτα φάντασμα ωχρό
της προσμονής μου μαύρο πουλί ερημικό.

Όνειρο που φεύγει ειν η ζωή
μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ

Έρχεσαι και δε σωπαίνεις μέσα από τη στάχτη
μια φωτιά γυρεύεις κι όλο φεύγεις
τριγυρνάς μέσα στη νύχτα φάντασμα ωχρό
της προσμονής μου μαύρο πουλί ερημικό.

Κι όπως έρχεσαι έτσι φεύγεις έτσι απρόσμενα
αγαπάς, μισείς, ξεχνάς, πλάνες μαζεύεις
μα η καρδιά μου χιονισμένη στέπα ερημική
προσμένει τον καημό σου, πάντα καρτερεί.

Όνειρο που φεύγει ειν η ζωή
μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ
-----

Ώρα πικρή

Ώρα πικρή, σύννεφα θολά,
ώρα σε περιμένω
μάτια γλυκά, μάτια μου γλυκά,
πουλί ξενιτεμένο.

Φυσά βοριάς, πέφτει βροχή
και δεν υπάρχει τρένο
έπεσε ομίχλη, που να σταθώ
και πως να περιμένω.

Μες στο σταθμό μια προσμονή
κι ένα κομμάτι χιόνι
έγινε η αγάπη μου πουλί
κι αρχίζει και παγώνει.

Φυσά βοριάς, πέφτει βροχή
και δεν υπάρχει τρένο
έπεσε ομίχλη, που να σε βρω
και πως να περιμένω.


Μαζί με τη μελαγχολία της ποίησης, η «Έρημη Πόλη» μεταφέρει και την αισιοδοξία της πράξης. Μιλάμε για μια περίοδο όπου η πληροφορία, η γνώση και η αλήθεια μεταφερόταν από στόμα σε στόμα –όπως θα έλεγε και ο Μπρεχτ- και όχι με ψευτο-προοδευτικά άρθρα διανοουμένων-διαφημιστών. Μιλάμε για μια περίοδο όπου η συμμετοχή στην πορεία δεν ήταν ντροπή, αλλά ανάγκη. Και αυτή την αίσθηση ο Σταυριανός τη μεταφέρει χωρίς φετιχισμούς και επαναστατικές υμνολογίες. Οι ήρωες της «Έρημης Πόλης» έχουν αδυναμίες, είναι υποκείμενα ατελή και γι’ αυτό βαθιά επαναστατικά. Δεν έχουν βγει μέσα από μικροαστικές ονειρώξεις, αλλά από την κλίμακα της ζωής.

Πορεία

Πάνω στα πλακάτ «θα νικήσει ο λαός»
τα κλάξον δυναμώνουν γύρω
πολύχρωμες επιγραφές άρχισαν να ανάβουν

ετούτη η πορεία δε λέει να τελειώσει
κι εγώ τυχαία σ’ ακολούθησα
ήξερα πως δουλεύεις στο διπλανό παντοπωλείο
τα νιάτα σου μαραίνονταν ζυγίζοντας πατάτες, ρύζι, λαχανικά
το στόμα σου ανοιγόκλεινε για μερικά συνθήματα
αλλά το βλέμμα σου μηχανικά σε αποσπούσε
σε μια παραφορτωμένη βιτρίνα με στερεοφωνικά συγκροτήματα
στεκόμουν λίγο παράμερα
έτσι που τα καλογυαλισμένα σου μαλλιά γυάλιζαν
κάτω από το δυνατό φως του ηλεκτρικού που έπεφτε πάνω μας
δεν ήξερα καν το όνομά σου
κι όμως απόψε θα σε πλησίαζα
γιατί βρεθήκαμε σε τούτη εδώ την πορεία
εσύ γιατί την πίστευες
κι εγώ λίγο τυχαία.





Κομβικής σημασίας για την κατανόηση των αισθητικών αρχών που διέπουν το έργο είναι το σημείωμα του ενορχηστρωτή Δημήτρη Λέκκα:

Ανέλαβα το έργο να μεταγράψω τις ευαίσθητες και βαθιές μουσικές ελεγείες του Γιώργου Σταυριανού, συμπληρώνοντας τις με αντίστιξη και σπάνιους ήχους οργάνων, δηλαδή χρώμα, αέρα και νερό. Και θέλησα έτσι να ξεγυμνώσω μιαν από τις όψεις τηε γενιάς μου που σπατάλησε την εφηβεία της στους προθαλάμους, που σκίστηκε στη μέση από το χάσμα των γενεών και την πολιτική ασυναρτησία, που σφάχτηκε στο Παρίσι, στο Πολυτεχνείο, στο Κεντ Στέιτ και σε αμέτρητους πολέμους, που αναγκάστηκε να μετονομάσει την απουσία σε παρουσία για να κρατηθεί.
Έτσι ελπίζω να αποδειχτούν ορισμένα πράγματα σ’ αυτούς που χρόνια τώρα μονοπωλούν τη νεοελληνική ευαισθησία. Σ’ αυτούς που μας αγκάλιασαν ευνουχίζοντας μας, που μας βάφτισαν ανύπαρχτους προσπαθώντας να ξορκίσουν την ύπαρξή μας, που μας κατηγόρησαν για έξαλλους όταν καινοτομήσαμε, που μας είπαν χυδαίους όταν αγγίζαμε τη γη, που μας συκοφάντησαν ατάλαντους και οπισθοδρομικούς όταν στραφήκαμε με ευλάβεια στην παράδοσή μας, αγνοώντας επίτηδες ότι εμείς παράδοση εννοούμε όλη την Ευρώπη και την Ασία και φυσικά αυτούς τους ίδιους. Όλοι αυτοί οι επίσημοι και ανεπίσημοι παράγοντες, εταιρείες πατρόνες και κοινό, έχουν αλλοιώσει απελπιστικά τη πολιτιστική ζωή του τόπου μας, για διαιωνίσουν τη δική τους άποψη ενός ιδιοφυούς ερασιτεχνισμού. Μιάν άποψη, κάποτε γοητευτική και επαναστατική, μα τώρα πια αντιδραστική και κατεστημένη.
Εμείς λοιπόν που γράφουμε μουσική το 1980, και όχι το 1960, γνωρίζουμε τις πληγές μας, και γι’ αυτό βρισκόμαστε μαθητές ξανά μπροστά στον καινούργιο κόσμο που κινείται γύρω μας, παρά να διαλέξουμε τον εύκολο δρόμο του ισόβιου δάσκαλου. Προς Θεού, να μην εκληφθεί ο ήχος της Έρημης Πόλης σαν ένα μανιφέστο του σύγχρονου ελληνικού ήχου. Είναι μία ταφόπετρα πάνω στις θαμμένες ευαισθησίες μας, ένα μνημόσυνο στην δική μας αίσθηση της αξίας και της ομορφιάς, όπως δεν την συνέλαβαν οι δυνάστες της αγοράς και των μέσων. Είναι το άκουσμα που έψαξαν και δε βρήκαν. Είναι τα τρόφιμα που απέκρυψαν. Είναι η ήττα τους μέσα στο δικό τους γήπεδο.
Και ο Σταυριανός έχει την ψυχική ευγένεια να τα μοιρολογήσει όλα αυτά, γυρνώντας σαν τη νυχτερίδα μέσα σε μία, έρημη πόλη, σα να ’ναι τέσσερις το πρωί, σα να χτυπήθηκε από βόμβα Νετρονίων.
Εγώ πάντως δεν χαλαλίζω σε ηγέτες και οπαδούς το ήθος και το κάλλος. Τα κλειδώνω στο ντουλάπι μου ή τα χαρίζω στο φίλο Γιώργο.
Τα διαγράφω όλα και κατεβαίνω τα σκαλιά μιας υπόγειας ντισκοτέκ, όπου κάτω απ’ τα πόδια μου, χτυπάει η καρδιά της καινούργιας πόλης που γεννιέται, όποια κι αν είναι.


Δημήτρης Λέκκας
-----

Σημειώστε ότι την «Έρημη Πόλη» επισκέφθηκαν και ο Κώστας Θωμαΐδης με τον Αντρέα Μικρούτσικο ερμηνεύοντας τον «Χορό της ματαιότητας» και «Μια παλιά μουσική» αντίστοιχα. Και οι δυο τους υπήρξαν άξια τέκνα των 80s, ακολουθώντας όμως αργότερα τελείως διαφορετικές πορείες. Ο πρώτος παρέδωσε μαθήματα ερμηνείας πλάι σε συνθέτες όπως ο Θάνος Μικρούτσικος, και μαθήματα ραδιοφώνου με τις πασίγνωστες παραγωγές του. Ο δεύτερος παρέδωσε δυστυχώς μαθήματα τηλεοπτικής έκθεσης και κατάδυσης. Ίδιες εποχές, άλλες πορείες, και η ατομική ευθύνη δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από αναφορές σε χρόνια που πέρασαν.

Αυτά τα λίγα λοιπόν, για ένα δίσκο που ευτυχώς επανακυκλοφορεί, και τον οποίον αγόρασα για μόλις εφτά ευρώ σε κεντρικό δισκοπωλείο της Αθήνας. Έναν δίσκο-σύμβολο της ομορφιάς του ελληνικού τραγουδιού και της ουσιαστικής μουσικής επανάστασης της δεκαετίας του ’80 που μένει να ξανά - ανακαλυφθεί, μαζί με το υπόλοιπο έργο του Γιώργου Σταυριανού και της Μαρίας Δημητριάδη.
Ηρακλής Οικονόμου

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

Ζωντανές συνεντεύξεις στον Ιανό






ΤΕΤΑΡΤΗ 22 ΟΚTΩΒΡΙΟΥ ώρα 20.00
Σε μια από τις σπάνιες εμφανίσεις του εκτός σκηνής ο ΛΑΚΗΣ (με τα ψηλά ρεβέρ) ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ θα μιλήσει από της νύχτας τα ηχεία. Για τον καλλιτέχνη θα μιλήσουν ο ΙΑΣΩΝΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ και ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΝΤΟΥΜΟΣ. Προλογίζει η δημοσιογράφος ΧΑΡΙΣ ΠΟΝΤΙΔΑ.

ΤΕΤΑΡΤΗ 29 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ώρα 20.00

Η έκπληξη των τελευταίων χρόνων που ακούει στο όνομα ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΡΟΥΛΗΣ μπορεί να μην είναι πια βοσκαρουδάκι αμούστακο αλλά έχει γίνει χειμωνανθός και κάθε τέτοια εποχή ανοίγει τα φύλλα του. Για τον καλλιτέχνη θα μιλήσουν ο συνθέτης ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ και ο δικηγόρος ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ. Προλογίζει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ, ραδιοφωνικός παραγωγός.

ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ώρα 20.00
Από τους πρόποδες του Ψηλορείτη ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ μιλάει μπροστά στο κοινό για την ιδιαίτερη πορεία του και την διατήρηση της καθαρής του ταυτότητας. Για τον καλλιτέχνη θα μιλήσουν ο συγγραφέας ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ και ο στιχουργός-σκηνοθέτης ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΚΟΝΗΣ. Προλογίζει η δημοσιογράφος ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ.

ΤΕΤΑΡΤΗ 12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ώρα 20.00

Για πρώτη φορά ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ κατεβαίνει «από τα ψηλά στα χαμηλά» με σκοπό να δώσει μία συνέντευξη ζωντανά στο κοινό. Για τον καλλιτέχνη θα μιλήσει ο συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής ΜΑΝΟΛΗΣ ΓΑΛΙΑΤΣΟΣ. Προλογίζει η δημοσιογράφος και διευθύντρια του περιοδικού «Δίφωνο» ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΠΕΛΕΒΑΝΗ.

ΤΕΤΑΡΤΗ 19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ώρα 20.00
Ο ΚΩΣΤΗΣ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑΣ στο ακορντεόν και ο ΠΑΝΟΣ ΜΟΥΖΟΥΡΑΚΗΣ στα χορευτικά, θα βρεθούν μαζί με σκοπό να γίνει μια συζήτηση. Από τη στιγμή που θα το καταφέρουμε αυτό μπορεί να γίνει και μια συνέντευξη... Για τους καλλιτέχνες θα μιλήσουν: Ο διευθυντής του ρ/σ Kosmos ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΧΤΑΡΙΔΗΣ, η τραγουδίστρια ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ και ο τραγουδιστής ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΥΛΩΝΑΣ. Προλογίζει ο δημοσιογράφος και φιλόλογος ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ.

ΤΕΤΑΡΤΗ 26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ώρα 20.00

Για τον ΜΙΛΤΟ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ που θα κλείσει τον κύκλο εκδηλώσεων θα μιλήσουν: ο διευθυντής του Μελωδία fm ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, ο στιχουργός-συγγραφέας ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ και ο συνθέτης ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Προλογίζει ο τραγουδιστής και ραδιοφωνικός παραγωγός ΚΩΣΤΑΣ ΘΩΜΑΪΔΗΣ.

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

Αλέξης Βάκης: "Ο Θεός και οι Καίσαρες"




Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΙΣΑΡΕΣ

Οι συνθέτες, οι τραγουδοποιοί και οι ενδιάμεσοι εμπλεκόμενοι



του Αλέξη Βάκη


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Δίφωνο", τεύχος 144, Σεπτέμβριος 2007)


Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερο συναντάμε μια συγκεκριμένη αντίληψη στους κύκλους αυτών που ασχολούνται με τη μουσική και το τραγούδι. Η οποία θέλει τους λεγόμενους τραγουδοποιούς να είναι αυτοί κυρίως που εκφράζουν με το έργο τους την εποχή μας. Η αντίληψη αυτή απηχεί σήμερα στην πλειονότητα του μουσικού τύπου, αλλά και του ραδιοφώνου. Και τη συναντάμε συχνά σε νεανικά (όχι όμως αποκλειστκά) ακροατήρια, που αποθεώνουν το Θανάση Παπακωνσταντίνου, το Σωκράτη Μάλαμα, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, τον Ορφέα Περίδη, τον Παντελή Θαλασσινό, τον Γιάννη Αγγελάκα και όλους τους υπόλοιπους που κατά καιρούς -ακόμα και εν αγνοία τους- θεωρήθηκαν ότι ηγούνται της νέας σκηνής, έστω και αν αυτή δεν είχε ποτέ ενιαία αισθητικά χαρακτηριστικά. Κάτι τέτοιο συζητιόταν και παλιότερα, την εποχή που εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο Διονύσης Σαββόπουλος. Αλλά και αργότερα, με τραγουδοποιούς όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Νίκος Παπάζογλου, ο Τζίμης Πανούσης, ο Νίκος Πορτοκάλογλου, ο Αργύρης Μπακιρτζής η και ο Νικόλας Άσιμος. Τότε όμως θεωρούσαμε «εναλλακτικές» αυτές τις περιπτώσεις, μιας και ο κορμός του ελληνικού τραγουδιού ήταν αυτονόητο ότι βασιζόταν ακόμα στους συνθέτες του ’60 (Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, Μούτση, Λοϊζο, Μαρκόπουλο κλπ) και τους επιγόνους αυτών. Θεωρώ λοιπόν πως είναι αναγκαίο να προσπαθήσουμε κάποτε να αποτιμήσουμε αυτή τη νέα κατάσταση, με όλα τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της. Συνυπολογιζομένων των –όποιων- παραμέτρων συνετέλεσαν στην εδραίωσή της.

Εν αρχή ην ο λόγος;

Εκτός της παραπάνω αντίληψης που δίνει το προβάδισμα στους τραγουδοποιούς, και σε συνδυασμό με αυτήν, στις μέρες μας ευδοκιμεί ένα επιπλέον αξίωμα. Το οποίο θεωρεί ότι ο στίχος ενός τραγουδιού είναι αυτός που κυρίως δίνει το στίγμα. Κάτι που σημαίνει ότι η μουσική έχει πια δευτερεύουσα σημασία και αρκείται στο να «ντύσει» με ήχους τις εικόνες που αναδύονται από το κείμενο. Δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω αυτό το ιδεολόγημα. Όχι μόνον γιατί δεν είναι δυνατόν ένας κύκλος τραγουδιών να αντιμετωπίζεται σαν να είναι ποιητική συλλογή, ερήμην δηλαδή της μουσικής. Αλλά και γιατί θυμάμαι καλά την εποχή που ήταν κοινός τόπος η μελοποίηση των μεγάλων ποιητών. Όμως δεν έφτανε να πάρει ο οποιοσδήποτε τα λόγια του Σεφέρη, του Ελύτη η του Ρίτσου και να τους βάλει μουσική. Πολλοί το έκαναν, αλλά μόνο κάποια απ’ αυτά τα πονήματα άντεξαν στο χρόνο. Όχι βέβαια με ευθύνη των ποιητών, των οποίων το έργο παραμένει εγνωσμένης αξίας, αλλά ένεκα του γεγονότος ότι δεν ήταν όλοι όσοι επιχείρησαν να τους μελοποιήσουν το ίδιο ταλαντούχοι. Κάτι που δεν φαίνεται να πολυαπασχολεί αυτούς που δίνουν σήμερα το απόλυτο προβάδισμα στο στίχο και αδιαφορούν για το καθαρά μουσικό μέρος, το οποίο αντιμετωπίζουν περίπου ως αναγκαία συνθήκη.

Περί των όρων

Όταν μιλάω για τραγουδοποιούς, εννοώ αυτούς που, με όπλο μια κιθάρα η (σπανιότερα) ένα πιάνο, φτιάχνουν -σχεδόν αποκλειστικά- τραγούδια. Πολύ συχνά, γράφοντας οι ίδιοι και τους στίχους, συνηθέστατα πάνω σε «επί του προσωπικού» θέματα, αλλά και επωμιζόμενοι το ρόλο του ερμηνευτή. Αυτό όμως που κατά τη γνώμη μου τους ορίζει στην πραγματικότητα ως τραγουδοποιούς είναι η απουσία αυτόνομου μουσικού λόγου. Ενός μουσικού λόγου δηλαδή που δεν θα είχε την επιτακτική ανάγκη του στίχου προκειμένου να αρθρωθεί ως αυθύπαρκτη έκφραση. Συνθέτης, αντίθετα, είναι εκείνος που διαθέτει την πλήρη εποπτεία του μουσικού μέσου, δημιουργώντας όχι απλά ένα λόγο συνοδευτικό του στίχου αλλά παράλληλο μ’ αυτόν, ανασύροντας τις αθέατες και ανείπωτες πλευρές του κόσμου που μόνο η Μουσική –με Μ κεφαλαίο- μπορεί να αναδείξει. Στις σημαντικότερες δε περιπτώσεις, έχουμε το συνθέτη που είναι ικανός να δημιουργήσει το απρόβλεπτο και να προτείνει καινοτόμο μουσικό λόγο.

Η μεγάλη ανατροπή

Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς νοσταλγός για να χαρακτηρίσει τη δεκαετία του ’60 ως ευτυχισμένη για την ελληνική μουσική και το τραγούδι. Να το πω και διαφορετικά: είμαι αντίθετος με όλες τις απόπειρες αναβίωσης παλαιότερων εποχών. Το επισημαίνω γιατί το φαινόμενο στις μέρες μας ουδόλως εκλείπει. Και μάλιστα από τους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι προτείνουν τους τραγουδοποιούς ως το σύγχρονο πνεύμα της εποχής, όπως επισήμαινα και στην αρχή του κειμένου. Οποία λογική: οι ίδιοι άνθρωποι που «δείχνουν» τη σύγχρονη λύση είναι εκείνοι που χρειάζεται να παλιμπαιδίσουν, σαν να διαισθάνονται ότι η πρότασή τους αδυνατεί να προσφέρει ουσιαστική διέξοδο. Αλλά το κονταροχτύπημα με την ίδια τους την αντίληψη δε σταματάει εδώ. Οι ίδιοι άνθρωποι που ως νοσταλγοί της δεκαετίας του ΄60 αποθεώνουν ουσιαστικά την εποχή των συνθετών (γιατί αυτό υπήρξε η δεκαετία του ΄60), είναι αυτοί που μοιάζουν να τους φοβούνται σήμερα, επιχειρώντας να τους περιθωριοποιήσουν. Για την περίπτωση που δεν είστε ακριβώς σίγουροι σε ποιους αναφέρομαι, θα το πω πολύ άμεσα: σε όλο το μεταπρατικό σύστημα εξουσίας, που, αρχής γενομένης από τις δισκογραφικές εταιρείες, έστω και με αισθητά μειωμένο το ρόλο τους εν σχέσει με παλιότερα (έως και ανύπαρκτο πια), μεταλαμπαδεύτηκε στα ραδιόφωνα και στον τύπο.

Προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;

Ήταν μια άδολη πράξη εξουσίας; Κατ’ αρχάς, η εξουσία ποτέ δεν είναι άδολη. Το δε πρώτιστο που προσπαθεί να διαφυλάξει είναι το κύρος και η αυθεντία της. Όπερ μεθερμηνευόμενο: δεν είναι δυνατό να επιτρέψεις σε συνθέτες, δηλαδή σε αυτόνομες μουσικές οντότητες, να ορίσουν την εξέλιξη των μουσικών πραγμάτων, γιατί σε περίπτωση που τους αφήσεις θα έχει απολεστεί ο ζωτικός χώρος νομής της εξουσίας. Θα μου πείτε: είναι δυνατόν άνθρωποι που κόπτονται για το τραγούδι (δε λέω για τη μουσική) να μην την αγαπούν τελικά; Μα βέβαια είναι. Αν τους ακούσετε προσεκτικά στα ραδιόφωνα η τους διαβάσετε στα έντυπα, θα διαπιστώσετε ότι δεν προβάλλουν το τραγούδι, αλλά τους εαυτούς τους μέσω αυτού. Και αν κάποιος εξακολουθεί να αναρωτιέται αν πρέπει να περιμένουμε υπό τέτοιες συνθήκες και από τέτοιους ανθρώπους ουσιαστικές προτάσεις, η απάντηση είναι μονολεκτική. Όχι.

Ο ιστός της αράχνης

Τραγουδοποιοί λοιπόν. Σαν να λέμε ερμηνευτές, που στο θαυμαστό κόσμο του τραγουδιού σημαίνει τα προβεβλημένα πρόσωπα. Δηλαδή τα περισσότερα χρήματα. Και όπως λένε συχνά στο χώρο, αυτός που έχει να χάσει τα περισσότερα είναι αυτός που συνήθως ρισκάρει και λιγότερο. Έτσι, οι επαφές με τα κατάλληλα πρόσωπα- κλειδιά οφείλουν να είναι στενές και συστηματικές. Και ποιο είναι το πεδίο ανταλλαγής αυτών των στενών σχέσεων; Εάν, για παράδειγμα, μελοποιήσει ένας τραγουδοποιός στίχους ενός ισχυρού μουσικού παραγωγού, θα εξασφαλίσει ένα σημαντικό air-play της δουλειάς του. Σε άλλες περιπτώσεις πάλι, μπορεί να χρίσει τον ραδιοφωνικό παραγωγό προσωπικό του μάνατζερ. Φροντίζοντας δε ο ίδιος να έχει καλές σχέσεις με τον κριτικό ενός εντύπου, κερδίζει την εγγύηση –ακόμα και για ένα μέτριο ενδεχομένως δίσκο του- ότι θα πέσει στα μαλακά. (Ο ίδιος όμως κριτικός μπορεί να εξαντλήσει την αυστηρότητά του σε εργασίες αγνώστων του, απείρως καλύτερες). Και η διαπλοκή καλά κρατεί.

Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι

Με όλα τα παραπάνω αναφέρομαι ουσιαστικά στο μεταπρατικό σύστημα για το οποίο έγινε λόγος. Θα ήταν άδικο να θεωρηθούν ως βασικοί υπαίτιοι οι ίδιοι οι τραγουδοποιοί που προσπαθούν να επιζήσουν σ’ αυτό το αλλόκοτο περιβάλλον και οι οποίοι αρκετά συχνά μας έχουν δώσει πολύ όμορφα τραγούδια. Αν μου το επέτρεπαν, θα τους συνιστούσα να εμπιστευτούν περισσότερο την προσωπική τους αξία, αντλώντας από τη δύναμη της τέχνης τους και συνειδητοποιώντας τις παγίδες των Σειρήνων. Έτσι κι αλλιώς δεν εκλείπουν τα φαινόμενα της αναίτιας καραντίνας που υπέστησαν κάποιοι εξ αυτών από την αιφνίδια μεταστροφή εκείνων που μέχρι πρότινος τους στήριζαν. Γνωρίζουν καλύτερα οι ίδιοι οι τραγουδοποιοί ότι έχουν χρεία λιγότερο των ιδιοτελών φιλοφρονήσεων και περισσότερο της ενδοσκόπησης.

Αδιέξοδο;

Θα μπορούσε με όλα αυτά να σκεφτεί κανείς ότι δεν διαφαίνεται λύση στην άκρη του ορίζοντα. Θα διαφωνήσω. Και αυτό γιατί, όσο στημένο κι αν φαίνεται ένα παιχνίδι, έρχεται η στιγμή που εξαντλούνται οι δυνατότητές του. Νομίζω ότι ουσιαστικά είμαστε σε αυτή τη στιγμή. Άλλωστε, όσο διαμορφωμένη ή παγιωμένη και να είναι μια κατάσταση, δεν μπορεί ποτέ να αποτρέψει έναν πολύ απλό παράγοντα: τη μουσική δημιουργία. Την ίδια την ανάγκη της μουσικής δημιουργίας. Γιατί όσο τερατώδεις και αν γίνονται οι συνθήκες που της επιβάλλονται για να υπάρξει, αυτή, ευτυχώς, περί άλλα τυρβάζει. Στο τέλος των πραγμάτων, ξαναβρίσκεται πάντα η σωτήρια αφετηρία τους.

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

blog Άρωμα του Τραγουδιού

Μέσα από το μπλογκινγκ ξεφυτρώνει ενίοτε και μια επικοινωνία, ένα μοίρασμα, μια κοινότητα. Μια τέτοια κοινότητα καθιστά τη γνώμη μου για το «Άρωμα του τραγουδιού» (ότι δηλαδή πρόκειτα για το κορυφαίο ιστολόγιο ελληνικής μουσικής) υποκειμενική και άκαιρη, γι’ αυτό κι απευθύνθηκα στον ίδιο τον συντάκτη του για να μοιραστεί τις σκέψεις που ακολουθούν. Το να γράψεις για τον Μάκη και το «Άρωμα του Τραγουδιού» δεν είναι εύκολο, όπως δεν είναι εύκολο να γράψεις γενικά για έναν φίλο. Επιγραμματικά: με τις ακριβείς και διεισδυτικές αναφορές του, το «Άρωμα» συν-γράφει και συν-δημιουργεί σήμερα την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού που θα διαβάζουμε αύριο. ηρ.οικ.
-----




το αρωμα του τραγουδιου
εργαστηριο ακριβων αρωματων του ελληνικου τραγουδιου


Ό,τι έχει να κάνει με την ελληνική μουσική και το τραγούδι, το διέπει μια βασική Αρχή, μια Αξία: ότι αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της νεοελληνικής ιστορίας και για το λόγο αυτό, οφείλουμε να το αντιμετωπίζουμε με σοβαρότητα. Δανείζομαι τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκι:

«Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως. Ούτε μαστίχα για το στόμα αθλητικών εφήβων ή συντροφιά νυχτερινή για οδηγούς ταξί και φορτηγών. Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σας όσο και από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας...»

Οποιαδήποτε σοβαρή ενασχόλησή μας με το τραγούδι απαιτεί μελέτη, διαρκές ψάξιμο και πολλές ώρες ακρόασης. Και όταν μιλάω για σοβαρή ενασχόληση, αναφέρομαι σε όλα τα επίπεδα: από τον ρόλο του απλού ακροατή, μέχρι αυτόν του διαχειριστή ενός blog που εκτίθεται κι ο ίδιος, διατυπώνοντας σκέψεις και αισθήματα (κυρίως αισθήματα) που γεννήθηκαν μέσω της προσωπικής του επαφής με το ελληνικό τραγούδι.

Το «Άρωμα του Τραγουδιού» ξεκίνησε στο διαδίκτυο τον Φεβρουάριο του 2008. Σκοπός της δημιουργίας του δεν είναι να διδάξει, αλλά να διδαχθεί. Ένα εργαστήριο αρωμάτων του ελληνικού τραγουδιού, όπου συναντιούνται όλες οι εποχές και τα είδη του (από το δημοτικό μέχρι το ροκ και από το ρεμπέτικο μέχρι το “ελαφρό” και το έντεχνο) και που ευελπιστεί να γίνει τόπος συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων γύρω από το καλό ελληνικό τραγούδι. Αυτός είναι και ο λόγος που τα σχόλια κάτω από κάθε κείμενο είναι ανοιχτά για όλους: για να μπορεί ο κάθε επισκέπτης να συμπληρώνει, να διορθώνει, να διαφωνεί ή να συμφωνεί, να συμβάλει ενεργά στη μελέτη ενός τόσο ζωντανού κυττάρου της ελληνικής κοινωνίας όπως είναι το τραγούδι.

Έστω και αν δεν είναι ευδιάκριτο με την πρώτη ματιά, ο τρόπος που διαδέχεται η μία ανάρτηση την άλλη, ολοκληρώνει μια …“ραδιοφωνική εκπομπή”: Τα τραγούδια που ακούγονται παράλληλα με τις αναρτήσεις είναι η play-list μιας φανταστικής ραδιοφωνικής εκπομπής, τα κείμενα είναι οι εκφωνήσεις και, τα σχόλια είναι τα “τηλεφωνήματα” και τα “sms” των “ακροατών” (η επικοινωνία ανάμεσα στον πομπό και τον δέκτη). Όσο κι αν αυτό φαντάζει σαν “παιχνίδι”, στην ουσία αποτελεί μια οργανωμένη απόπειρα να ξαναανακαλύψουμε την κρυμμένη γοητεία του ελληνικού τραγουδιού, το δυνατό άρωμα που ευωδιάζουν παλιά και νέα τραγούδια που έγραψαν και συνεχίζουν να γράφουν μέσα μας με ανεξίτηλα χρώματα. Μέσα σε μια τέτοια ζωντανή διαδικασία, τη δική τους θέση έχουν αφιερώματα σε πρωταγωνιστές του ελληνικού τραγουδιού, μικρές ή μεγάλες αναφορές σε θέματα επικαιρότητας που αφορούν το τραγούδι, μελοποιήσεις ποιημάτων, ιστορικές ηχογραφήσεις, παλιά και νέα τραγούδια που διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν τη συλλογική μας μνήμη, συνεντεύξεις, κείμενα δημιουργών, και βεβαίως, άγνωστες αλλά αξιόλογες δισκογραφικές εργασίες που δεν ευτύχησαν να ακουστούν όσο τους άξιζε.

Η τεράστια δεξαμενή πληροφοριών που ονομάζεται internet, κρύβει πολλές ιστοσελίδες και blogs που συνεισφέρουν αποτελεσματικά στην έρευνα και την ανάλυση του ελληνικού τραγουδιού. Η θεματολογία του «Αρώματος του Τραγουδιού» μπορεί σε πρώτη φάση να φαίνεται ιδιαίτερα “προσωπική”, μιας και οι δημιουργοί και τα θέματα που παρουσιάζονται έχουν σαν αφετηρία την προσωπική αισθητική του διαχειριστή του blog, όμως, οι αναφορές αυτές γίνονται σε σταθμούς που κατά την άποψη του γράφοντος έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση τόσο του καλού ελληνικού τραγουδιού στο σύνολό του, όσο και της προσωπικής αισθητικής του καθενός μας.

Το «Άρωμα του Τραγουδιού» δε φιλοδοξεί να δώσει ορισμούς: τι είναι και τι δεν είναι καλό, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να ακούμε. Είναι απλά ένας τόπος όπου ψάχνει και βρίσκει τις αφορμές για να αφουγκραστούμε ξανά κρυμμένους ήχους και μουσικές από τον τεράστιο πλούτο του ελληνικού τραγουδιού. Μια βαθιά βουτιά στο ελληνικό τραγούδι με σκοπό να βγούμε ξανά στην “επιφάνεια” πιο πλούσιοι σε συναισθήματα, να νιώσουμε την έκπληξη που προκαλούν τα αληθινά έργα Τέχνης και τελικά, να συνειδητοποιήσουμε πως αυτό που ονομάζεται ελληνικό τραγούδι αξίζει να είναι ουσιαστικό μέρος της καθημερινότητάς μας.

Μάκης, για το «Άρωμα του Τραγουδιού»

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Μάνος Ελευθερίου: "Άνθρωπος στο πηγάδι" (προδημοσίευση)



«Άνθρωπος στο πηγάδι»
(απόσπασμα - προδημοσίευση)

του
Μάνου Ελευθερίου
εκδόσεις Μεταίχμιο, 2008


Για όλα έφταιξαν εκείνα τα ερείπια. Τα αναμμένα πολύφωτα και οι πολυέλαιοι που νόμισε ότι είδε ανάμεσά τους. Αμέσως μόλις μπήκαν στο χωματόδρομο τον τύφλωσε ξαφνικά ο απογευματινός ήλιος. Χιόνιζε κρύσταλλα και φώτα. Κατέβηκε αλαφιασμένος απ’ το ταξί και προχώρησε για ν’ απολαύσει το θαύμα από κοντά.

Χωρίς να το καταλάβει όμως, για να αποφύγει να πατήσει μια σαύρα, και πριν προλάβει να θαυμάσει τα ωραία της χρώματα και την ευλυγισία της, παραπάτησε, μπερδεύτηκε στ’ αγριόχορτα, γλίστρησε στα σαρκώδη φύλλα τους κι έπεσε σ’ ένα μικρό πηγάδι με ελάχιστο, ευτυχώς, νερό. Ούτε φαινόταν κανένα άνοιγμα για να τον προειδοποιήσει ότι πρέπει να προσέχει. Τα χόρτα είχαν θεριέψει ολόγυρα και είχαν καλύψει ολόκληρο σχεδόν το στόμιο του πηγαδιού.

Η πτώση του επιβραδύνθηκε από τις χιλιάδες μικρές και μεγάλες τριχοειδείς ρίζες των δέντρων, που είχαν κατακλύσει το πηγάδι απ’ όλες τις μεριές. Έμοιαζε σαν να ’πεσε επάνω σε κάποιο διχτυωτό πλέγμα, το οποίο υποχώρησε και σκίστηκε από το βάρος του σώματός του, και από το άνοιγμα που δημιουργήθηκε έπεσε σε κάποιο άλλο, ίδιο ακριβώς με το προηγούμενο, που κι εκείνο σκίστηκε και υποχώρησε, κι έπεσε σ’ ένα τρίτο, και ίσως τέταρτο. Παρόμοιο σχεδόν με το προστατευτικό δίχτυ που έχουν οι ακροβάτες στο τσίρκο.

Ασυναίσθητα, και με σφιχτά κλεισμένα μάτια, άρπαζε όσες ρίζες μπορούσε στην πτώση του, αλλά δεν μπόρεσε να αποφύγει το άσχημο στραμπούληγμα στο αριστερό του πόδι, που άγγιξε πρώτο τον πάτο του πηγαδιού μέσα στο νερό. Τον πόνο θα τον ένιωθε αργότερα. Όσο για το τράνταγμα σε όλο του το σώμα, μπορεί να μην ήταν μοιραίο, ήταν όμως αρκετά δυνατό και τελείως ξαφνικό για να νιώσει ένα μεγάλο κενό, και θα περνούσαν πολλές ώρες για να συνέλθει. Ακριβώς το ίδιο αλλά σε μικρότερη κλίμακα βέβαια, ένιωσε μόλις προχτές έξω από την πόρτα της πολυκατοικίας του, όταν τα πόδια του, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκαν στην άσφαλτο του δρόμου από το ελάχιστο ύψος του πεζοδρομίου όπου στεκόταν.

Όταν προσγειώθηκε στον πάτο του πηγαδιού, σήκωσε τα χέρια του ψηλά –τον ενοχλούσε κιόλας το σακίδιο στην πλάτη του- και προσπάθησε να κάνει ένα κάποιο άνοιγμα ανάμεσα στις ρίζες για να δει λίγο φως.

Μέσα στον πανικό του, τα χέρια του στριφογυρνούσαν νευρικά και από μόνα τους, ξερίζωνε όσες ρίζες μπορούσε, πολλές έσπαγαν με ευκολία, άλλες όμως, οι μεγαλύτερες, αντιστέκονταν. Τις λύγιζε και τις τύλιγε πολλές μαζί και προσπαθούσε να τις κολλήσει κατά κάποιον τρόπο στα τοιχώματα.

Έγινε κάποιο άνοιγμα. Είδε λίγο ουρανό ανάμεσα από τα χόρτα που κατακλύζανε το στόμιο του πηγαδιού. Έπρεπε να ’χει ένα καλάμι. Θα τα χτυπούσε με δύναμη. Με μανία. Θα τα ’λιωνε.

Για όλα έφταιξαν, από μακριά, εκείνα τα ερείπια και η τέντα, το σκεβρωμένο παγκάκι δίπλα στο πηγάδι, καμωμένο κάποτε από ωραίο ξύλο, με σκαλίσματα και γερή σιδεριά, που τα πόδια του καταλήγανε στο χώμα με νύχια πουλιών, και ιδίως τα δύο τεράστια δέντρα.

Πάνω από το παγκάκι υψωνόταν μια σκισμένη και δίχως χρώμα τέντα από καραβόπανο, φτιαγμένη ασφαλώς πολύ αργότερα από το σπίτι που κείτονταν ολόγυρα σε ερείπια, γιατί φαινόταν η ατζαμοσύνη εκείνων που τη στερέωσαν με σκοινιά πάνω σε χοντρούς πασσάλους, έξι τον αριθμό.

Τα μόνα δέντρα που υπήρχαν σ' αυτή την ερημική έκταση, σαν όαση στη μέση μιας ερήμου, ήταν ένας λυγερός πανύψηλος φοίνικας, ακλάδευτος από χρόνια, γιατί κρέμονταν από ψηλά τα θλιβερά, ξερά κλαδιά του, ένας τεράστιος γέρικος φίκος με πολύ χοντρό κορμό γεμάτο ρόζους και κλωνάρια με στιλπνά καταπράσινα φύλλα, κατοικία εκατοντάδων πουλιών, που καταφθάνανε κάθε απόγευμα όλα μαζί, την ίδια ακριβώς ώρα, και μια συκιά πεσμένη ολόκληρη σχεδόν στο χώμα, γεμάτη με μικρούς πράσινους καρπούς, άγουρους ακόμη. Καρπούς ή άνθη τα λένε; Πώς να ζητήσει βοήθεια απ' τα πουλιά και τα δέντρα;
(...)

Ο Μάνος Ελευθερίου για το "Άνθρωπος στο πηγάδι"




Για το βιβλίο «Άνθρωπος στο πηγάδι»
του
Μάνου Ελευθερίου
Ένας σαραντάρης συγγραφέας, ο Ηλ, πηγαίνοντας προς την αφετηρία του υπεραστικού λεωφορείου για να φύγει σε εκδρομή, γίνεται, χωρίς να το θέλει, ο πρωταγωνιστής ενός παράξενου ατυχήματος.

Γλιστράει στα σαρκώδη φύλλα των φυτών που έχουν απλωθεί γύρω από τα ερείπια ενός παλαιού αρχοντικού και πέφτει σ’ ένα πηγάδι το οποίο δεν είχε προστατευτικό στόμιο.

Οι τεράστιες ρίζες των δέντρων, που είχαν κατακλύσει το πηγάδι, συγκρατούν την πτώση του σαν δίχτυ ασφαλείας ενός τσίρκου και δεν σκοτώνεται. Χτυπάει όμως άσχημα το πόδι του. Θα μείνει μες στο πηγάδι όρθιος, σαν τιμωρημένος και ανακρινόμενος σε αστυνομικό τμήμα, αναλογιζόμενος τη ζωή του, τη ζωή των άλλων, τις περιπέτειες της πατρίδας του, συνειδητοποιώντας πόσα πράγματα δεν γνωρίζει ακόμη, σε πόσα δεν έδωσε σημασία και τα προσπέρασε.

Θα αναλογισθεί ακόμη, βασανιστικά όμως, τα κείμενα που γράφει με πολύ κόπο επί τόσα χρόνια, τις ιστορίες τις οποίες δεν άρχισε και θα ανακαλέσει άλλες, καινούριες ιστορίες, που είτε του φανερώθηκαν τούτες τις κρίσιμες ώρες του, είτε τις άφησε μισές γιατί δεν έβρισκε το τέλος τους.

Ελπίζει ότι η σωτηρία του θα πραγματοποιηθεί όπως εκείνος τη φαντάζεται και όπως με τον ίδιο τρόπο πιστεύει ότι θα σκεφθεί και η φίλη του. Θα γίνουν όμως έτσι τα πράγματα;

Σε ποια κρίσιμη στιγμή του βίου μας οι φίλοι σκέπτονται τη σίγουρη σωτηρία μας όπως ακριβώς εμείς τη σκεπτόμαστε, γιατί εμείς ξέρουμε πώς είναι να μένει κάποιος ολομόναχος και αβοήθητος, όχι μόνο μέσα σ’ ένα πηγάδι. Θα σκεφτούν όσοι μας αγάπησαν με τον ίδιο τρόπο;

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Συνέντευξη του Μανώλη Μητσιά στον Σωτήρη Κακίση







Μανώλης Μητσιάς:
«Δεν γυρίζει, φοβάμαι, εύκολα πια το πράγμα…»

του Σωτήρη Κακίση


Περιοδικό Symbol, Ιούνιος 1999



Είναι απογοητευμένος. Απογοητευμένος από την τροπή που έχουν πάρει πια τα πράγματα όχι μόνο στο ελληνικό τραγούδι, αλλά στην ελληνική κοινωνία, στον κόσμον όλο, τελικά. Ο Μανώλης Μητσιάς πιστεύει πως πολύ, πάρα πολύ δύσκολα πια, το ποτάμι θα γυρίσει πίσω, και φοβάται πως μόνο με μια εθνική καταστροφή θα ξαναξυπνήσει η Ελλάδα, οι άνθρωποι. Γιατί σαν να μην καταλάβαμε τίποτα από τους ποιητές και τους άλλους μεγάλους δημιουργούς του τόπου, σαν να μη βλέπαμε την ώρα να τους αφήσουμε πίσω για της ευτέλειας τα εφήμερα κέρδη, για του τίποτα την κατανάλωση, την άχρηστη επαναληπτικότητα. Ο Νίκος Γκάτσος κι ο Μάνος Χατζιδάκις σαν να ’ρχονται, όμως, συνέχεια στην καρδιά και στο νου του, σαν να μας παραστέκονται απ’ όπου κι αν είναι πια, περιμένοντάς μας στο μέλλον. Να μας ξανασώσουν οι δυο τους με τη σοφία, με τη δύναμη, με το έργο τους.


Σ.Κ.: Διάβαζα πριν λίγο καιρό, κύριε Μητσιά, που λέγατε πόσο μας λείπουν πια άνθρωποι σαν τον Νίκο Γκάτσο. Άνθρωποι σαν τον Μάνο Χατζιδάκι επίσης δεν μας λείπουν πια;

Μ.Μ.: Μα εγώ όταν μιλάω για τον Γκάτσο, δεν γίνεται να μην εννοώ και τον Χατζιδάκι. Γιατί αυτοί οι δύο ήσαν εξ’ αδιαιρέτου, τελικά.

«Της Γης το χρυσάφι», κανονικά;

Μιλάμε τώρα για δύο ανθρώπους που μ’ έχουν σημαδέψει εμένα, αλλά και την οικογένειά μου ολόκληρη.

Την Ελλάδα όλη, μεταξύ μας. Την Ελλάδα όλη!

Ε, βέβαια. Εγώ τώρα είπα να μιλήσω λίγο ταπεινά, προσωπικά. Ξέρετε πόσα από ’κείνα τα πράγματα που κάθε μέρα έλεγε και προέβλεπε ο Γκάτσος, τα συναντάω σήμερα μπροστά μου; Πολλά, πάρα πολλά.

Ήταν και προφητική η ικανότητα του Νίκου Γκάτσου;

Αν ήταν; Εδώ, σ’ ένα στίχο μέσα προέβλεψε κάποτε τον πόλεμο του Λιβάνου. Μάλιστα, πολύ πριν γίνει. Το ’72 νομίζω, σ’ έναν δίσκο, στον «Περίπατο» του Κηλαηδόνη, έλεγε: «Κοίτα, στην Παλαιστίνη και το Λίβανο στήσανε το καμίνι και τον κλίβανο». Και μετά κάποιο χρόνο ξεσπάει κι εκεί ο πόλεμος…

Πέρα, όμως, κι από τους πολέμους, ο Γκάτσος ήξερε, νομίζω κι εγώ, να λέει που βρισκόμαστε πια, πού τραβάμε.

Ο Γκάτσος ήξερε την ψυχολογία του νεοέλληνα, την ήξερε καλά. Αυτόν τον ευδαιμονισμό που κυριαρχεί πια σήμερα απ’ άκρου εις άκρον στη χώρα μας. Πως ο Έλληνας το μόνο που κοιτάει πια είναι πώς θα τα οικονομήσει, για να πάει κατευθείαν μετά στα μπουζούκια να τα σπάσει, να τα ξοδέψει όλα τα λεφτά του, αν γίνεται, με τον πιο ευτελή τρόπο.

Αν ήταν μόνο αυτό, και καλό μπορεί να ’τανε!

Θυμάμαι, το ’75 του λέω: «Κύριε Γκάτσο, με ζητάνε να κατέβω κι εγώ στην παραλιακή, στα μαγαζιά τα μεγάλα». Τότε ήσαν στις μεγάλες του δόξες ήδη τα «Δειλινά», η «Νεράιδα», ξέρετε. Κι εγώ ήμουνα ακόμα στις μπουάτ, με ψίχουλα. «Τι να κάνω;», του λέω. «Να πάω;». «Παιδί μου, δεν πας;». «Μα, κύριε Γκάτσο…». «Παιδί μου, μήπως έχεις την εντύπωση πως αυτοί έρχονται ακόμα στην Πλάκα γιατί τους κρατάνε αυτά που γράφουμε εγώ κι ο Χατζιδάκις;». «Γιατί έρχονται τότε;». «Γιατί δεν έχουνε ακόμα κι αυτοί λεφτά. Μόλις βρούνε κι αυτοί το χιλιάρικο, στα «Δειλινά» θα τρέξουνε κι αυτοί. Τι νομίζεις;». Κι είχε απόλυτο δίκιο, το κατάλαβα μετά…

Κυνικό μοιάζει αυτό, δεν μοιάζει;

Ναι. Αλλά είναι κι αληθινό, η αλήθεια χωρίς αυταπάτες.

Κι όταν αποκτήσανε κι οι υπόλοιποι λεφτά;

Κανένας τους δεν ξαναπάτησε στην Πλάκα. Όλοι κατεβήκανε στα κοσμικά, να τρώνε, να πίνουν, να παραγγέλνουν τα φιλέτα, τις σαμπάνιες τους. Οι ίδιοι άνθρωποι που χτες έρχονταν στις μπουάτ και δεν είχανε που να σταθούνε, μόλις κι αυτοί πιάσανε μερικά λεφτά, πάνε. Πάει.

Μην τους είδατε, μην τους απαντήσατε! Ανθρώπινο , όμως, δεν είναι κι αυτό;

Ανθρώπινο, αλλά κι απωθημένο. Καταστροφικό απωθημένο. Πότε ήτανε δε, που διάβαζα σε μιαν εφημερίδα, που ’λεγε ένας συγγραφέας σύγχρονος, αυστριακός, πως «Για όλα φταίει, τελικά, η περίφημη εκείνη γενιά του ’68». Αν γίνεται πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, αυτή η άκαπνη και κομπλεξική γενιά μοιάζει πως φταίει. Που έπρεπε σώνει και καλά κι αυτή να τα σπάσει. Και βρήκε τη Σερβία πρόχειρη ξαφνικά.

Αυτό κι αν είναι απωθημένο! Τουλάχιστο οι δικοί μας μόνο πιάτα σπάγανε, μόνο σαμπάνιες χύνανε. Κι όμως: Όσο προφητικοί και να ήσαν οι Μεγάλοι αυτοί Φίλοι μας που δεν υπάρχουν πια σωματικά, εγώ δεν πιστεύω πως ξέρανε πως θα φτάναμε εδώ που φτάσαμε τόσο γρήγορα, τόσο εξευτελιστικά…

Τόσο γρήγορα; Μα εκεί οδηγούσανε όλα. Υπήρχε, αν το σκεφτείτε τώρα πια, καμία περίπτωση να μην οδηγηθούμε εδώ που οδηγηθήκαμε; Τυχαία ήταν κι η δική τους απογοήτευση για τους ανθρώπους, για τον άνθρωπο; Σε ποιον λαό απευθυνότανε κι ο Χατζιδάκις; Πέστε μου εσείς ένα κοινό φανατικό εν Ελλάδι, να βγάλει ο Μάνος ένα δίσκο τα τελευταία χρόνια, και να τρέξουνε πενήντα χιλιάδες άνθρωποι να τον πάρουν. Όπως πουλάνε κάτι σταρ απίστευτοι σήμερα, από τη μια στιγμή στην άλλη.

Μα δεν μετριέται, Μανώλη, με το στρέμμα: Με της καρδιάς το πύρωμα δεν μετριέται, και το…

Αίμα; Αυτό να λέγεται, Σωτήρη. Γιατί αυτοί οι τρομεροί δημιουργοί κάθε φορά δίνανε όλο και πιο δύσκολες εξετάσεις. Γιατί τις δικές τους προπωλήσεις τις κρατούσανε στα χίλια και στα δύο χιλιάδες κομμάτια μόνο. Πόσο πούλησε η «Αθανασία», αυτό το ανεπανάληπτο έργο; Πείτε μου. Είκοσι χιλιάδες σε τόσα χρόνια μέσα;

Αυτό μοιάζει εφιαλτικά λίγο, σε σύγκριση με τα παλαβά μεγέθη τα σημερινά.

Όταν βγάζει ο άλλος σήμερα, δεν ξέρω κι εγώ τι βγάζει, και πουλάει πενήντα χιλιάδες κομμάτια σε δύο μέρες μέσα;

Και δεν μπορείς να πεις πως μιλάμε, όταν αναφερόμαστε στον Γκάτσο και τον Χατζιδάκι, για δημιουργούς που περιφρόνησαν την απλότητα του τραγουδιού, γράφοντας τραγούδια που δεν τραγουδιούνται, ακατανόητα…


Όχι, βέβαια. Όχι, βέβαια.




(Μανώλης Μητσιάς, Πέμη Ζούνη, Αναστασία Μουτσάτσου)



Τι κάνει, άρα, τον κόσμο να μην αντέχει πια καθόλου την οποιαδήποτε ποιότητα, και τον τραβάει, σαν κουνούπι στο φως, η ευτέλεια και η προχειρότητα; Το τίποτα;

Τα τελευταία χρόνια, αν κάνουμε ένα γρήγορο ριπλέι, μιαν αναδρομή αισθητική από τη Χούντα και μετά, θαρρείς πως επεβλήθη πια στον Έλληνα μια νοοτροπία άλλη. Γιατί, πριν τη Χούντα, έμοιαζε να υπάρχει ένα κάπως ανεπτυγμένο, ένα πνευματικό, θα ’λεγα, αίσθημα του λαού. Τραγουδάγαμε Χατζιδάκι και Θεοδωράκη…

Ξαρχάκο, Μούτση, Λοΐζο…

Και μαζί και τους ποιητές μας. Τους ψάχναμε, τους έψαχνε ο κόσμος τότε αυτούς. Εγώ, θυμάμαι, μαθητής στο Γυμνάσιο, σ’ ένα περιφερειακό Γυμνάσιο, ανακάλυψα τον Ρίτσο, τον Ελύτη και τον Σεφέρη, από τις μουσικές και όχι από τα μαθήματα στο σχολείο. Δεν μας διδάσκανε τέτοια οι καθηγητές μας τότε. Μόνο λίγο τους κλασσικούς, Παπαδιαμάντη, Σολωμό, Καβάφη.

Κι αυτούς, εκτός εξαιρέσεων, άσχημα. Να τους μισήσεις τελικά, παρά να τους ερωτευθείς.

Ναι. Αλλά κάτι καλύτερο γινότανε. Ήρθε όμως η Χούντα μετά, κι έβαλε τον άνθρωπο σ’ ένα τραπέζι μπροστά, του ’δωσε και μια ντουζίνα πιάτα, «σπάστ’ τα όλα!», του ’πε, «κάψ’ τα!».

Εκτονώσου…οικονομικά, μια κι αλλιώς δεν τη θέλουμε την εκτόνωσή σου!

«Μη σκέφτεσαι. Εκτονώσου». Κι έρχεται μετά η Μεταπολίτευση, πλακωθήκαμε όλοι στα Αντιστασιακά, στ’ Αντάρτικα, έπηξε κι από ’κει το πράγμα. Κι έρχεται κι η «Αλλαγή» στο τέλος, με τους νεοπλουτισμούς και τα καινούργια τζάκια, κι η Γενιά του 1-1-4, στην οποία κι εγώ ανήκω, γίνεται πια κατεστημένο. Και θέλει ν’ αποδείξει πως έχει λεφτά. Να τα δείξει.

Να δείξει κι αυτή τ’ «αυγά της», που είπε κι ο προπονητής του μπάσκετ Ιωαννίδης, όχι ακριβώς αυτό εννοώντας, βέβαια.

Και πώς δείχνονται τα λεφτά; Πώς να δείξει η κυρία το ρόλεξ; Πώς να δείξει ο άλλος τη Μερσεντές;

Βουρ, λοιπόν, στην παραλιακή, που λέγαμε. Στα μαγαζιά τα μεγάλα.

Στα μαγαζιά τα μεγάλα, με τα ανάλογα, όμως, τραγούδια. Συν το γεγονός ότι υπήρξε κι από τότε, κατά τη γνώμη μου, μια σκοπιμότητα από τις εταιρείες δίσκων, να επιβάλλουν, να παράγουν τραγούδια της ευτέλειας που λέμε.

Γιατί αυτή η σκοπιμότητα; Γίνανε όλα θυσία στο βωμό του εύκολου κέρδους;

Δεν γίνανε; Το κέρδος, και δη το εύκολο, έμοιαζε γι’ αυτούς αυτοσκοπός. Έτσι δεν άρχισαν να φεύγουν κι οι μεγάλοι παραγωγοί από τις εταιρείες; Έτσι δεν χάσαμε Πατσιφά, Τάκη Λαμπρόπουλο; Ανθρώπους, που βγαίνανε και τρώγανε κι όλη τη μέρα κουβεντιάζανε με τον Γκάτσο και τον Χατζιδάκι. Που αυτές ήσαν οι παρέες τους. Οι δημιουργοί οι πραγματικοί.

Κι όχι τίποτα διαφημιστές, σαν σήμερα, φαντάζομαι.

Δείτε σήμερα τις παρέες των αντίστοιχων ανθρώπων, των τωρινών παραγωγών: Με τους σταρ των σκυλάδικων περνάνε το εικοσιτετράωρό τους, και περηφανεύονται κι από πάνω γι’ αυτό.




(Μανώλης Μητσιάς, Παντελής Βούλγαρης, Αλέκος Φασιανός)




Όμοιος ομοίω αεί πελάζει…

Ύστερα, ο λαός βλέπει τι κάνει η κεφαλή κι ακολουθεί. Ακολουθεί τη νεόπλουτη τάξη, που έχει εγκατασταθεί εδώ γύρω. Και, είδατε, δεν τη λέω αυτή την τάξη αστική, γιατί υπήρξαν παλιότερα αστοί στην Αθήνα και όχι μόνο, με υψηλότατο επίπεδο, με πάρα πολύ πολιτισμό. Κι αυτό, άμα το σκεφτείς, λείπει σήμερα από την ελληνική κοινωνία: Μια αστική τάξη, ικανή να βάλει τα πράγματα λίγο στη θέση τους. Εδώ ο Αβέρωφ, ο σούπερ-αστός, ας πούμε, ιδεολογικά, όταν έβλεπε τον Γκάτσο στο «Φλόκα» ή στο «GB», σηκωνότανε να του παραχωρήσει τη θέση του. Το ’δα με τα μάτια μου: Του ’πανε τα γκαρσόνια, «Εδώ κάθεται συνήθως ο κύριος Γκάτσος», και σηκώθηκε ολόκληρος Αβέρωφ κι έφυγε. Ο παντοδύναμος τότε Αβέρωφ, ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης.

Κι έστελνε μετά κι ένα ναύτη, να φέρει να δώσει, σε Χατζιδάκι και Γκάτσο, τα καινούργια του μυθιστορήματα. Γιατί, κι ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης που λέμε, έγραφε, τον συγκινούσε η ποίηση, η λογοτεχνία.

Λοιπόν, ποιος το κάνει σήμερα αυτό το πράγμα, μου ’λέτε; Γιατί εγώ είχα δει, παλιά, και τ’ άλλο: Να παίζει ο Ζαμπέτας σ’ ένα μαγαζί, και να ’ναι από κάτω ο τάδε εφοπλιστής, ο γόνος κάποιας μεγάλης αστικής οικογένειας, και να προσπαθεί να ησυχάσει την παρέα του, «Μη μιλάτε, παίζει ο Ζαμπέτας μπουζούκι». Ποιος το κάνει σήμερα αυτό; Σήμερα όλα είναι ένα μπάχαλο, κι η υποκουλτούρα της υποκουλτούρας…

Δεν μετράει όμως ένας καλός, πολύ περισσότερο από, δεν ξέρω κι εγώ πόσους, κακούς πάντα;

Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Θέλει πολύ αγώνα. Πάρα πολύ.

Όπως τόσα νέα παιδιά βλέπουν και ξαναβλέπουν τις παλιές, καλές, μαυρόασπρες ελληνικές κωμωδίες στην τηλεόραση, και τις ψάχνουνε πια με φανατισμό, μπορεί ξαφνικά να γίνει κάτι αντίστοιχο και για τα καλά τραγούδια που λέμε, όχι μόνο των έντεχνων συνθετών και στιχουργών, αλλά και για τα, επίσης ανεπανάληπτα, λαϊκά και ρεμπέτικά μας;

Πολύ δύσκολο, έως πάρα πολύ. Δεν γυρίζει, νομίζω, εύκολα πια το πράγμα. Γιατί και τις ταινίες αυτές που λέτε, δεν τις δείχνουνε από αγάπη στην τηλεόραση. Τις δείχνουν για κάποιο εύκολο κέρδος, επειδή δεν έχουνε προγράμματα, τα λεφτά που χρειάζονται για να παράγουν τίποτα βλακείες, από ’κείνες που, ως επί το πλείστον, πια παράγουνε. Πώς να γίνει, έστω κι έτσι από σπόντα, κάτι αντίστοιχο για τα καλά ελληνικά τραγούδια;

Εδώ με πιάσατε αδιάβαστο, ομολογώ.

Οι παλιοί δίσκοι, και λυπάμαι που το λέω αυτό, δεν νομίζω πως μπορούν να συγκινήσουν πια σήμερα. Θα τους ανακαλύπτουν μόνο μερικοί άνθρωποι ατομικά κατά καιρούς, αλλά τίποτα, φοβάμαι, περισσότερο. Δεν ξέρω, εγώ είμαι πολύ απογοητευμένος.

Εγώ πάλι, άλλη αίσθηση πια έχω: Πως ο Χατζιδάκις κι ο Γκάτσος, κι όχι μόνο, θα μας περιμένουνε πάντα στη …γωνία, γωνία Μέλλοντος και ουσιαστικής Δευτέρας Παρουσίας.

Το ’πατε. Θα τους βρούμε πράγματι κάποια στιγμή μπροστά μας. Αλλά ξέρετε πώς; Πάλι λυπάμαι που το λέω: Μέσα από κάποια εθνική καταστροφή. Εκεί, τότε, θ’ αναγκαστούμε έκοντες-άκοντας να ανατρέξουμε ξανά στις ρίζες μας, στις ουσίες, στην αλήθεια. Τότε, δυστυχώς. Η Ελλάδα οριστικά θα συνέλθει μόνο μέσα από μία εθνική καταστροφή, δυστυχώς. Εκεί πάμε, αν θέλετε να σας κάνω κι εγώ λίγο τον προφήτη.

Μας ανοίξατε την καρδιά, κύριε Μητσιά, τώρα.

Μα με τον άκρατο ευδαιμονισμό, με πιο μεγάλα μας όνειρα το πώς θ’ αποκτήσουμε όλο και πιο ακριβά αυτοκίνητα, όλο και πιο εξεζητημένα σπίτια και πράγματα, ό,τι έχει σχέση με την κατανάλωση…

Κι ό,τι πιο άχρηστο, τελικά…

Κι ό,τι πιο άχρηστο, πού αλλού θα καταλήξουμε; Δεν χρειάζεται να ’σαι προφήτης, για να το πεις αυτό.

Πήγατε, πάντως, κι εσείς, θέλοντας και μη, στα μεγάλα μαγαζιά, έτσι δεν είναι;

Πήγα μετά από πολλά χρόνια, ναι. Όταν πια είχε κάνει και ξανακάνει τον κύκλο της η Πλάκα. «Δεν έχει νόημα πια, κύριε Γκάτσο», του ’χα πει. «Παιδί μου, αυτό εγώ σου το ’χω πει εδώ και πολλά χρόνια. Τι θα κάνεις; Εσύ είσαι ένας επαγγελματίας τραγουδιστής».

Πώς νοιώθει ένας επαγγελματίας τραγουδιστής εκεί πέρα; Όταν από κάτω υπάρχει αυτό το μπάχαλο, που είπατε;

Κάποια στιγμή, δεν σε κρατάνε πια τα πόδια σου. Λες, «Τι δουλειά έχω εγώ εδώ μέσα;», αυτό λες. Και μένεις πια μόνο για βιοποριστικούς λόγους, όσο μείνεις. Εδώ υπήρξε ένας συνάδελφός μου, που, κάποια στιγμή, άρχισε να τραγουδάει μέσα από τα καμαρίνια, με το μικρόφωνο. Αφού ούτε τον ακούγανε, ούτε τον κοιτάγανε πια, όλοι επί σκηνής, να κουτουλάνε ο ένας πάνω στον άλλον. Ούτε καν έβγαινε στην πίστα. Και δεν παίρνανε χαμπάρι οι άνθρωποι.

Άρα, πώς σώζεται κανείς πια, μ’ όλη αυτή την αρνητική τροπή που έχουν πάρει, όχι μόνο στο τραγούδι βέβαια, τα πράγματα;

Τι να σας πω; Πηγαίνοντας κόντρα όσο μπορείς σ’ αυτό το παλιρροιακό κύμα, κι όσοι πιστοί προσέλθετε. Επιμένοντας, κι όσο αντέξεις. Κρατώντας όσο μπορείς μια ιδεολογία, μια εσωτερική ψυχική κατάσταση. Ένα ήθος. Ένα ήθος.




Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008

2ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Δυτικής Αθήνας

2o αντιρατσιστικό φεστιβάλ Δυτικής Αθήνας
Σάββατο 4 & Κυριακή 5 Οκτωβρίου, από τις 6:00 µµ,
θέατρο Πέτρας, Πετρούπολη


Ένα διήµερο αλληλεγγύης για έναν κόσµο χωρίς διακρίσεις
Στο Θέατρο Πέτρας, στην πολύχρωµη και πολυπολιτισµική Δυτική Αθήνα θα συναντηθούµε για δεύτερη φορά µετανάστριες και µετανάστες, πρόσφύγες αλλά και Ελλήνες Ελληνίδες που διεκδικούµε έναν καλύτερο κόσµο.
Το Συντονιστικό αντιρατσιστικών και µεταναστευτικών οργανώσεων σας καλεί
• σε συζητήσεις και συναντήσεις,
• σε συναυλίες αφιερωµένες στις µουσικές του κόσµου µε µεταναστευτικά συγκροτήµατα,
• σε εικαστικά και πολιτιστικά δρώµενα από εναλλακτικές οµάδες αντίστασης και δηµιουργίας,
• σε εκθέσεις βιβλίων, φωτογραφιών και σκίτσων,
• σε πολυεθνικές κουζίνες, πάρτι και πολύχρωµες βραδιές
Oι κάτοικοι της Δυτικής Αθήνας, ανεξαρτήτου χρώµατος, θρησκείας, φυλής είµαστε κάτοικοι µιας υποβαθµισµένης περιοχής µε τεράστια προβλήµατα: Έλλειψη χώρων πρασίνου, ανύπαρκτη αστική υποδοµή, νέφος, φτώχεια και ανεργία. Ο ρατσισµός, ο εθνικισµός και η ξενοφοβία τρέφονται από την φτώχεια και την ανεργία, που στην περιοχή µας είναι σε πολύ ψηλό επίπεδο.
Ας µην ξεχνάµε πως νιώθει κάποιος όταν τον απορρίπτουν, του απαγορεύουν να ζει ισότιµα µε την υπόλοιπη κοινωνία. Όταν τον κάνουν να νιώθει µειονεκτικά. Όταν το ίδιο το κράτος τον χρησιµοποιεί για εργάτη στους Ολυµπιακούς αγώνες και τον απελαύνει όταν δεν τον χρειάζεται πια.
Ας µην ξεχνάµε τα 200.000 παιδιά των µεταναστών, που γεννιούνται στην Ελλάδα, αλλά για το ελληνικό κράτος δεν υπάρχουν.
Ας µην ξεχνάµε τους πρόσφυγες. Κυνηγηµένοι από καθεστώτα, από πολέµους για τα πετρέλαια και για την «δηµοκρατία», από γενοκτονίες προσπαθούν να πάρουν πολιτικό άσυλο, εισιτήριο για µια καλύτερη ζωή. Μόλις το 1,5% όσων αιτούνται άσυλο στη χώρα µας, καταφέρνουν να το πάρουν.
Ας µην ξεχνάµε τον ρατσισµό απέναντι στα άτοµα µε ειδικές ανάγκες, λόγω απουσίας υποδοµών αλλά και συνείδησης της µεγάλης πλειοψηφίας του κόσµου.
Ας µην ξεχνάµε τον σεξισµό που υφίστανται γυναίκες και οµοφυλόφιλοι-ες.
Ας µην ξεχνάµε την µη αποδοχή από την κοινωνία που βιώνουν οι πρώην φυλακισµένοι.
Ας µην ξεχνάµε ότι ρατσισµός είναι τελικά η ΜΗ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.
Όλοι αυτοί οι παραπάνω, οι σύγχρονοι «της γης οι κολασµένοι», πρέπει να οργανωθούν, να παλέψουν µαζί µε όλους τους υπόλοιπους για τα δικαιώµατά τους. Τίποτα δεν χαρίζεται, όλα κατακτιούνται µε αγώνες. Τέλος δεν ανεχόµαστε τις ρατσιστικές επιθέσεις σε µετανάστες και απαιτούµε την κήρυξη των νεοναζιστικών – φασιστικών οργανώσεων παράνοµων.
Για να ανθίσουν όλα τα λουλούδια, όλα τα χρώµατα.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

Η Αλίκη, η Δανάη και η Ελένη-Λυδία στο Ηρώδειο




Οι συστάσεις περιττές. Η Αλίκη Καγιαλόγλου, η Δανάη Παναγιωτοπούλου και η Ελένη-Λυδία Σταμέλλου, αυτή την Παρασκευή 3 Οκτωβρίου τραγουδούν μαζί, σε μία και μοναδική συναυλία στο Ηρώδειο.

Η καταξιωμένη μαμά (Αλίκη), η πολλά υποσχόμενη κόρη (Ελένη-Λυδία) και η δισκογραφική και συναυλιακή έκπληξη της περσινής χρονιάς (Δανάη) ενώνουν τις δυνάμεις τους...κι εγώ ο γκαντέμης το χάνω...Καλή ακρόαση σε όσους τυχερούς ανηφορίσουν.