
Η ‘Έρημη Πόλη’ του Γιώργου Σταυριανού ανήκει στα διαλεχτά έργα του ελληνικού τραγουδιού. Ηχογραφημένος το 1982, ο δίσκος συμπυκνώνει αιώνες συναισθημάτων, παραπέμποντας σε μια διάσταση εξωπραγματική, στον κόσμο δέκα χιλιάδες χρόνια μετά. Μπορεί να σας ακούγονται κάπως υπερβολικά όλα αυτά, κάπως ασυνάρτητα και χαζά, αλλά ανταποκρίνονται πλήρως στην υποκειμενική αποδοχή αυτού του οριακού δημιουργήματος.
Το τραγούδι που έμεινε διαχρονικά και τραγουδιέται ακόμα είναι το γνωστό «Ήσουνα φεγγάρι» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Αργότερα ηχογραφήθηκε και με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα –χωρίς κάποια εμφανή καλλιτεχνική σκοπιμότητα- καθώς η ερμηνεία της Μαρίας Δημητριάδη παραμένει αξεπέραστη μέχρι σήμερα.
Ήσουνα φεγγάρι
Πράσινο σκοτάδι απ’ τα μάτια σου βαμμένο
χίμιξε κι απόψε να με βρει
κι έγινε το σπίτι ένα δάσος πετρωμένο
που έμοιαζαν τα δέντρα του σταυροί.
Έρημο τραγούδι από αίμα κι από χιόνι
κλαίει στα παλιά μου τα χαρτιά
όπως το φτωχό μου το κορμί που δεν παλιώνει
για να το πετάξω στη φωτιά.
Ήσουνα φεγγάρι κι ήμουνα πουλί
πέταξα για να σε φτάσω
κι όταν σ’ είχα φτάσει μέχρι το φιλί
σ’ έσβησε η ανατολή.
-----
Η ενορχήστρωση παραπέμπει σε μεγέθη τα οποία το ελληνικό τραγούδι έχει εδώ και καιρό ξεχάσει. Μιλάμε για μια κανονική ορχήστρα, που θα έκανε έναν σημερινό διευθυντή εταιρείας να τρέμει, να βλέπει αστράκια και να μετράει χαμένα Ευρουλάκια για κάθε επιπλέον όργανο που συμμετέχει. Άλλαξαν βλέπετε οι καιροί, άλλαξαν και τα ήθη. Η «Έρημη Πόλη» ηχογραφήθηκε με 33 όργανα – και, προσοχή, μιλάμε για παραγωγή σε στούντιο, και όχι λάιβ από κάποιο μέγαρο μουσικής. Πολλά και πασίγνωστα ονόματα της δεξιοτεχνίας, της σύνθεσης, μέχρι και του ραδιοφώνου:
Χρήστος Αργυρόπουλος - όμποε, κορ αγκλαί
Βαγγέλης Βέκιος - ντραμς, κρουστά
Αλέξανδρος Ζουγανέλης - τρομπέτα
Βασίλης Ηλιάδης - μπουζούκι, μπαγλαμά, τζουρά, ούτι, δωδεκάχορδη και ακουστική κιθάρα
Γιώργος Καραγιάννης – μπάσο κλαρίνο, κλαρίνο
Γιώργος Κινδύνης – βιόλα
Δημήτρης Λέκκας – κανονάκι, σαξόφωνο, ακορντεόν, πιάνο, φλάουτο με ράμφος, ζίλια, ντέφι
Ελίζαμπεθ Μάλλορ – κλαρίνο
Πέτρος Μιχαήλ – κόρνο
Δημήτρης Παπαδημητρίου – τσανάνγκο, κλασσική κιθάρα
Θύμιος Παπαδόπουλος – κλασσική και ακουστική κιθάρα
Μαρία Ρεμπούτσικα – βιολί
Πλούταρχος Ρεμπούτσικας – βιολοντσέλο
Ανδρέας Ροδουσάκης - κοντραμπάσο
Θόδωρος Τρύφωνας – φυσαρμόνικα, ντιβάν σαζ
Η πληθώρα οργάνων δεν σημαίνει αδυναμία επίτευξης μιας λιτής και ουσιαστικής ενορχήστρωσης· το αντίθετο. Η μουσική ατμόσφαιρα συμβαδίζει με το στιχουργικό περιεχόμενο, και κορυφώνεται σε δύο βαθιά μελαγχολικά τραγούδια με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη: «Καϋμός της φυσαρμόνικας» και «Ώρα πικρή». Στο δεύτερο τραγούδι, δεύτερη φωνή κάνει ο Αντρέας Μικρούτσικος. Η μελαγχολία μεταφέρεται με ακρίβεια, χωρίς λεκτικούς ακροβατισμούς και νεολογισμούς. Είναι μελαγχολία που δεν ντρέπεται, που δεν φτιασιδώνεται, που έχει όνομα και αιτία.
Καϋμός της φυσαρμόνικας
Όνειρο που φεύγει ειν’ η ζωή
μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ
Έρχεσαι πάντα το βράδυ μελαγχολικά
σαν το στερνό το τρένο του χειμώνα
η καρδιά μου χιονισμένη στέπα ερημική
προσμένει τον καημό σου και σε καρτερεί
Έρχεσαι και δε σωπαίνεις μέσα από τη στάχτη
μια φωτιά γυρεύεις κι όλο φεύγεις
τριγυρνάς μέσα στη νύχτα φάντασμα ωχρό
της προσμονής μου μαύρο πουλί ερημικό.
Όνειρο που φεύγει ειν η ζωή
μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ
Έρχεσαι και δε σωπαίνεις μέσα από τη στάχτη
μια φωτιά γυρεύεις κι όλο φεύγεις
τριγυρνάς μέσα στη νύχτα φάντασμα ωχρό
της προσμονής μου μαύρο πουλί ερημικό.
Κι όπως έρχεσαι έτσι φεύγεις έτσι απρόσμενα
αγαπάς, μισείς, ξεχνάς, πλάνες μαζεύεις
μα η καρδιά μου χιονισμένη στέπα ερημική
προσμένει τον καημό σου, πάντα καρτερεί.
Όνειρο που φεύγει ειν η ζωή
μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ
-----
Ώρα πικρή
Ώρα πικρή, σύννεφα θολά,
ώρα σε περιμένω
μάτια γλυκά, μάτια μου γλυκά,
πουλί ξενιτεμένο.
Φυσά βοριάς, πέφτει βροχή
και δεν υπάρχει τρένο
έπεσε ομίχλη, που να σταθώ
και πως να περιμένω.
Μες στο σταθμό μια προσμονή
κι ένα κομμάτι χιόνι
έγινε η αγάπη μου πουλί
κι αρχίζει και παγώνει.
Φυσά βοριάς, πέφτει βροχή
και δεν υπάρχει τρένο
έπεσε ομίχλη, που να σε βρω
και πως να περιμένω.
Ήσουνα φεγγάρι
Πράσινο σκοτάδι απ’ τα μάτια σου βαμμένο
χίμιξε κι απόψε να με βρει
κι έγινε το σπίτι ένα δάσος πετρωμένο
που έμοιαζαν τα δέντρα του σταυροί.
Έρημο τραγούδι από αίμα κι από χιόνι
κλαίει στα παλιά μου τα χαρτιά
όπως το φτωχό μου το κορμί που δεν παλιώνει
για να το πετάξω στη φωτιά.
Ήσουνα φεγγάρι κι ήμουνα πουλί
πέταξα για να σε φτάσω
κι όταν σ’ είχα φτάσει μέχρι το φιλί
σ’ έσβησε η ανατολή.
-----
Η ενορχήστρωση παραπέμπει σε μεγέθη τα οποία το ελληνικό τραγούδι έχει εδώ και καιρό ξεχάσει. Μιλάμε για μια κανονική ορχήστρα, που θα έκανε έναν σημερινό διευθυντή εταιρείας να τρέμει, να βλέπει αστράκια και να μετράει χαμένα Ευρουλάκια για κάθε επιπλέον όργανο που συμμετέχει. Άλλαξαν βλέπετε οι καιροί, άλλαξαν και τα ήθη. Η «Έρημη Πόλη» ηχογραφήθηκε με 33 όργανα – και, προσοχή, μιλάμε για παραγωγή σε στούντιο, και όχι λάιβ από κάποιο μέγαρο μουσικής. Πολλά και πασίγνωστα ονόματα της δεξιοτεχνίας, της σύνθεσης, μέχρι και του ραδιοφώνου:
Χρήστος Αργυρόπουλος - όμποε, κορ αγκλαί
Βαγγέλης Βέκιος - ντραμς, κρουστά
Αλέξανδρος Ζουγανέλης - τρομπέτα
Βασίλης Ηλιάδης - μπουζούκι, μπαγλαμά, τζουρά, ούτι, δωδεκάχορδη και ακουστική κιθάρα
Γιώργος Καραγιάννης – μπάσο κλαρίνο, κλαρίνο
Γιώργος Κινδύνης – βιόλα
Δημήτρης Λέκκας – κανονάκι, σαξόφωνο, ακορντεόν, πιάνο, φλάουτο με ράμφος, ζίλια, ντέφι
Ελίζαμπεθ Μάλλορ – κλαρίνο
Πέτρος Μιχαήλ – κόρνο
Δημήτρης Παπαδημητρίου – τσανάνγκο, κλασσική κιθάρα
Θύμιος Παπαδόπουλος – κλασσική και ακουστική κιθάρα
Μαρία Ρεμπούτσικα – βιολί
Πλούταρχος Ρεμπούτσικας – βιολοντσέλο
Ανδρέας Ροδουσάκης - κοντραμπάσο
Θόδωρος Τρύφωνας – φυσαρμόνικα, ντιβάν σαζ
Η πληθώρα οργάνων δεν σημαίνει αδυναμία επίτευξης μιας λιτής και ουσιαστικής ενορχήστρωσης· το αντίθετο. Η μουσική ατμόσφαιρα συμβαδίζει με το στιχουργικό περιεχόμενο, και κορυφώνεται σε δύο βαθιά μελαγχολικά τραγούδια με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη: «Καϋμός της φυσαρμόνικας» και «Ώρα πικρή». Στο δεύτερο τραγούδι, δεύτερη φωνή κάνει ο Αντρέας Μικρούτσικος. Η μελαγχολία μεταφέρεται με ακρίβεια, χωρίς λεκτικούς ακροβατισμούς και νεολογισμούς. Είναι μελαγχολία που δεν ντρέπεται, που δεν φτιασιδώνεται, που έχει όνομα και αιτία.
Καϋμός της φυσαρμόνικας
Όνειρο που φεύγει ειν’ η ζωή
μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ
Έρχεσαι πάντα το βράδυ μελαγχολικά
σαν το στερνό το τρένο του χειμώνα
η καρδιά μου χιονισμένη στέπα ερημική
προσμένει τον καημό σου και σε καρτερεί
Έρχεσαι και δε σωπαίνεις μέσα από τη στάχτη
μια φωτιά γυρεύεις κι όλο φεύγεις
τριγυρνάς μέσα στη νύχτα φάντασμα ωχρό
της προσμονής μου μαύρο πουλί ερημικό.
Όνειρο που φεύγει ειν η ζωή
μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ
Έρχεσαι και δε σωπαίνεις μέσα από τη στάχτη
μια φωτιά γυρεύεις κι όλο φεύγεις
τριγυρνάς μέσα στη νύχτα φάντασμα ωχρό
της προσμονής μου μαύρο πουλί ερημικό.
Κι όπως έρχεσαι έτσι φεύγεις έτσι απρόσμενα
αγαπάς, μισείς, ξεχνάς, πλάνες μαζεύεις
μα η καρδιά μου χιονισμένη στέπα ερημική
προσμένει τον καημό σου, πάντα καρτερεί.
Όνειρο που φεύγει ειν η ζωή
μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ
-----
Ώρα πικρή
Ώρα πικρή, σύννεφα θολά,
ώρα σε περιμένω
μάτια γλυκά, μάτια μου γλυκά,
πουλί ξενιτεμένο.
Φυσά βοριάς, πέφτει βροχή
και δεν υπάρχει τρένο
έπεσε ομίχλη, που να σταθώ
και πως να περιμένω.
Μες στο σταθμό μια προσμονή
κι ένα κομμάτι χιόνι
έγινε η αγάπη μου πουλί
κι αρχίζει και παγώνει.
Φυσά βοριάς, πέφτει βροχή
και δεν υπάρχει τρένο
έπεσε ομίχλη, που να σε βρω
και πως να περιμένω.
Μαζί με τη μελαγχολία της ποίησης, η «Έρημη Πόλη» μεταφέρει και την αισιοδοξία της πράξης. Μιλάμε για μια περίοδο όπου η πληροφορία, η γνώση και η αλήθεια μεταφερόταν από στόμα σε στόμα –όπως θα έλεγε και ο Μπρεχτ- και όχι με ψευτο-προοδευτικά άρθρα διανοουμένων-διαφημιστών. Μιλάμε για μια περίοδο όπου η συμμετοχή στην πορεία δεν ήταν ντροπή, αλλά ανάγκη. Και αυτή την αίσθηση ο Σταυριανός τη μεταφέρει χωρίς φετιχισμούς και επαναστατικές υμνολογίες. Οι ήρωες της «Έρημης Πόλης» έχουν αδυναμίες, είναι υποκείμενα ατελή και γι’ αυτό βαθιά επαναστατικά. Δεν έχουν βγει μέσα από μικροαστικές ονειρώξεις, αλλά από την κλίμακα της ζωής.
Πορεία
Πάνω στα πλακάτ «θα νικήσει ο λαός»
τα κλάξον δυναμώνουν γύρω
πολύχρωμες επιγραφές άρχισαν να ανάβουν
ετούτη η πορεία δε λέει να τελειώσει
κι εγώ τυχαία σ’ ακολούθησα
ήξερα πως δουλεύεις στο διπλανό παντοπωλείο
τα νιάτα σου μαραίνονταν ζυγίζοντας πατάτες, ρύζι, λαχανικά
το στόμα σου ανοιγόκλεινε για μερικά συνθήματα
αλλά το βλέμμα σου μηχανικά σε αποσπούσε
σε μια παραφορτωμένη βιτρίνα με στερεοφωνικά συγκροτήματα
στεκόμουν λίγο παράμερα
έτσι που τα καλογυαλισμένα σου μαλλιά γυάλιζαν
κάτω από το δυνατό φως του ηλεκτρικού που έπεφτε πάνω μας
δεν ήξερα καν το όνομά σου
κι όμως απόψε θα σε πλησίαζα
γιατί βρεθήκαμε σε τούτη εδώ την πορεία
εσύ γιατί την πίστευες
κι εγώ λίγο τυχαία.

Κομβικής σημασίας για την κατανόηση των αισθητικών αρχών που διέπουν το έργο είναι το σημείωμα του ενορχηστρωτή Δημήτρη Λέκκα:
Ανέλαβα το έργο να μεταγράψω τις ευαίσθητες και βαθιές μουσικές ελεγείες του Γιώργου Σταυριανού, συμπληρώνοντας τις με αντίστιξη και σπάνιους ήχους οργάνων, δηλαδή χρώμα, αέρα και νερό. Και θέλησα έτσι να ξεγυμνώσω μιαν από τις όψεις τηε γενιάς μου που σπατάλησε την εφηβεία της στους προθαλάμους, που σκίστηκε στη μέση από το χάσμα των γενεών και την πολιτική ασυναρτησία, που σφάχτηκε στο Παρίσι, στο Πολυτεχνείο, στο Κεντ Στέιτ και σε αμέτρητους πολέμους, που αναγκάστηκε να μετονομάσει την απουσία σε παρουσία για να κρατηθεί.
Έτσι ελπίζω να αποδειχτούν ορισμένα πράγματα σ’ αυτούς που χρόνια τώρα μονοπωλούν τη νεοελληνική ευαισθησία. Σ’ αυτούς που μας αγκάλιασαν ευνουχίζοντας μας, που μας βάφτισαν ανύπαρχτους προσπαθώντας να ξορκίσουν την ύπαρξή μας, που μας κατηγόρησαν για έξαλλους όταν καινοτομήσαμε, που μας είπαν χυδαίους όταν αγγίζαμε τη γη, που μας συκοφάντησαν ατάλαντους και οπισθοδρομικούς όταν στραφήκαμε με ευλάβεια στην παράδοσή μας, αγνοώντας επίτηδες ότι εμείς παράδοση εννοούμε όλη την Ευρώπη και την Ασία και φυσικά αυτούς τους ίδιους. Όλοι αυτοί οι επίσημοι και ανεπίσημοι παράγοντες, εταιρείες πατρόνες και κοινό, έχουν αλλοιώσει απελπιστικά τη πολιτιστική ζωή του τόπου μας, για διαιωνίσουν τη δική τους άποψη ενός ιδιοφυούς ερασιτεχνισμού. Μιάν άποψη, κάποτε γοητευτική και επαναστατική, μα τώρα πια αντιδραστική και κατεστημένη.
Εμείς λοιπόν που γράφουμε μουσική το 1980, και όχι το 1960, γνωρίζουμε τις πληγές μας, και γι’ αυτό βρισκόμαστε μαθητές ξανά μπροστά στον καινούργιο κόσμο που κινείται γύρω μας, παρά να διαλέξουμε τον εύκολο δρόμο του ισόβιου δάσκαλου. Προς Θεού, να μην εκληφθεί ο ήχος της Έρημης Πόλης σαν ένα μανιφέστο του σύγχρονου ελληνικού ήχου. Είναι μία ταφόπετρα πάνω στις θαμμένες ευαισθησίες μας, ένα μνημόσυνο στην δική μας αίσθηση της αξίας και της ομορφιάς, όπως δεν την συνέλαβαν οι δυνάστες της αγοράς και των μέσων. Είναι το άκουσμα που έψαξαν και δε βρήκαν. Είναι τα τρόφιμα που απέκρυψαν. Είναι η ήττα τους μέσα στο δικό τους γήπεδο.
Και ο Σταυριανός έχει την ψυχική ευγένεια να τα μοιρολογήσει όλα αυτά, γυρνώντας σαν τη νυχτερίδα μέσα σε μία, έρημη πόλη, σα να ’ναι τέσσερις το πρωί, σα να χτυπήθηκε από βόμβα Νετρονίων.
Εγώ πάντως δεν χαλαλίζω σε ηγέτες και οπαδούς το ήθος και το κάλλος. Τα κλειδώνω στο ντουλάπι μου ή τα χαρίζω στο φίλο Γιώργο.
Τα διαγράφω όλα και κατεβαίνω τα σκαλιά μιας υπόγειας ντισκοτέκ, όπου κάτω απ’ τα πόδια μου, χτυπάει η καρδιά της καινούργιας πόλης που γεννιέται, όποια κι αν είναι.
Δημήτρης Λέκκας
-----
Σημειώστε ότι την «Έρημη Πόλη» επισκέφθηκαν και ο Κώστας Θωμαΐδης με τον Αντρέα Μικρούτσικο ερμηνεύοντας τον «Χορό της ματαιότητας» και «Μια παλιά μουσική» αντίστοιχα. Και οι δυο τους υπήρξαν άξια τέκνα των 80s, ακολουθώντας όμως αργότερα τελείως διαφορετικές πορείες. Ο πρώτος παρέδωσε μαθήματα ερμηνείας πλάι σε συνθέτες όπως ο Θάνος Μικρούτσικος, και μαθήματα ραδιοφώνου με τις πασίγνωστες παραγωγές του. Ο δεύτερος παρέδωσε δυστυχώς μαθήματα τηλεοπτικής έκθεσης και κατάδυσης. Ίδιες εποχές, άλλες πορείες, και η ατομική ευθύνη δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από αναφορές σε χρόνια που πέρασαν.
Αυτά τα λίγα λοιπόν, για ένα δίσκο που ευτυχώς επανακυκλοφορεί, και τον οποίον αγόρασα για μόλις εφτά ευρώ σε κεντρικό δισκοπωλείο της Αθήνας. Έναν δίσκο-σύμβολο της ομορφιάς του ελληνικού τραγουδιού και της ουσιαστικής μουσικής επανάστασης της δεκαετίας του ’80 που μένει να ξανά - ανακαλυφθεί, μαζί με το υπόλοιπο έργο του Γιώργου Σταυριανού και της Μαρίας Δημητριάδη.
Ηρακλής Οικονόμου









