Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2007

Νικηφόρος Ρώτας: Για το άμουσο άτομο



Ο αείμνηστος συνθέτης Νικηφόρος Ρώτας (1929-2004) διακρίθηκε για τη μουσική παραγωγή του που περιλαμβάνει πάνω από 80 έργα μουσικής για ορχήστρα, φωνητικά σύνολα, και ηλεκτρονικής μουσικής, καθώς και 40 έργα μουσικής για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Σημαντική υπήρξε και η συγγραφική του δραστηριότητα, με κορυφαία τα βιβλία "Πως ακούμε μουσική" (Αθήνα: Κέδρος, 1986) και "Και η μουσική που είναι;" (Αθήνα, Καστανιώτης, 1994). Ο Νικηφόρος Ρώτας υπήρξε αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης και πρωταγωνίστησε στο Θέατρο του Βουνού, έχοντας σπουδάσει και στη δραματική σχολή Θεατρικό Σπουδαστήριο.
Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο του "Και η μουσική που είναι;", που περιλαμβάνει άρθρα από την πολυετή συνεργασία του συνθέτη με την εφημερίδα "Ριζοσπάστης". Το συγκεκριμένο άρθρο "Για το άμουσο άτομο" πραγματεύεται τη σχέση απο-πολιτικοποίησης και απο-μουσικοποίησης. Τη σχέση αυτή τη θεωρούμε ως ένα ιδιαίτερα επίκαιρο ζήτημα, όχι φυσικά λόγω των εκλογών, αλλά εξαιτίας της συνεχιζόμενης ομογενοποίησης και υποβάθμισης του σύγχρονου εθνικού και υπερεθνικού μουσικού πολιτισμού μας. Μ.Π.

***

ΓΙΑ ΤΟ ΑΜΟΥΣΟ ΑΤΟΜΟ

του Νικηφόρου Ρώτα

Αργά αλλά σταθερά εξελίσσεται αυτό το σχέδιο: να δημιουργηθεί το α-μουσικό και γενικότερα το άμουσο άτομο. Για τη σωστή κατανόηση της έννοιας «α-μουσικό άτομο» ας βοηθηθεί ο αναγνώστης από την ήδη γνωστή έννοια «α-πολιτικό άτομο». Και για τη δημιουργία του α-πολιτικού ατόμου εξελίσσεται αργά αλλά σταθερά άλλο σχέδιο. Αυτές οι δύο έννοιες (άτομο α-πολιτικό, άτομο α-μουσικό) και αυτά τα δύο σχέδια συγγενεύουν μεταξύ τους. Δε θ' ασχοληθώ με την ταυτότητα των πατρώνων αυτών των σχεδίων. Θα επιχειρήσω μόνο να διατυπώσω τις σκέψεις μου για το ίδιο το ζήτημα:

Κατ’ αρχήν αυτό το πρόβλημα είναι καθολικό και παγκόσμιο. Δηλαδή ο κίνδυνος από τη δημιουργία του α-πολιτικού και άμουσου ατόμου αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα με τρόπο ανάλογο με την οικολογική καταστροφή. Αυτά τα δύο προβλήματα νομίζω πως έχουν σήμερα τη μεγαλύτερη παγκοσμιότητα. Και τα δύο οδηγούν στο ίδιο σημείο: στη χειροτέρευση (ή καταστροφή) της ζωής. Το ένα της βιολογικής, το άλλο της κοινωνικής. Η οικολογική καταστροφή οδηγεί στη χειροτέρευση (ή καταστροφή) της βιολογικής ζωής. Η δημιουργία του α-πολιτικού και άμουσου ατόμου οδηγεί στη χειροτέρευση (ή καταστροφή) της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων, δηλαδή αυτού που ονομάζουμε ανθρώπινο πολιτισμό. Η καταστροφή του περιβάλλοντος απειλεί τη ζωή. Η καταστροφή της πολιτικότητας και μουσικότητας του ανθρώπου απειλεί την κοινωνικότητά του, της οποίας η απουσία μπορεί να αφήσει τον πλανήτη γεμάτον από άτομα χωρίς πνεύμα. Αυτά τα άτομα θα έχουν χάσει ακόμα και τη στοιχειώδη ικανότητα να μιλάνε, αφού δε θα χρειάζονται να μιλάνε μεταξύ τους. Και θα ζουν χωριστά και μόνα, με μοναδικές τους συναντήσεις ίσως τις σεξουαλικές.

Δημιουργός του ανθρώπινου πνεύματος είναι η κοινωνικότητα. Γι’ αυτό ο όρος «ανθρώπινο πνεύμα» δεν είναι σωστός. Ο σωστός όρος είναι «συνανθρώπινο» ή «πανανθρώπινο» πνεύμα. Απ’ αυτό παίρνουν και έχουν τα άτομα και τότε αποχτούν ανθρωπιά. Αυτά όλα κινδυνεύουν από τη δημιουργία του α-πολιτικού και άμουσου ατόμου.

Τα οικολογικά κινήματα δείχνουν πως έχει ήδη επισημανθεί αυτός ο κίνδυνος. Και γίνονται ήδη οι πρώτες κινήσεις για την αντιμετώπισή του σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό.

Πιστεύω πως ο δεύτερος κίνδυνος δεν έχει επισημανθεί ακόμα. Αυτό είναι εξαιρετικά αποθαρρυντικό. Ποιος ακριβώς είναι αυτός ο κίνδυνος και πως έχει προκληθεί;

Το α-πολιτικό άτομο δημιουργείται σιγά σιγά και σταδιακά από την έλλειψη πίστης στους πολιτικούς αγώνες. Το συνεχές γκρέμισμα των οραμάτων που υπήρξαν στόχοι των πολιτικών του αγώνων δημιουργεί άτομο κουρασμένο ή απογοητευμένο πολιτικά. Η απογοήτευση των κουρασμένων πολιτικά ατόμων μπορεί σιγά σιγά να γίνει πολιτική αδιαφορία. Αυτό είναι ένα βαρύ κοινωνικό νόσημα. Και σαν κάθε νόσημα μπορεί να είναι οξύ ή χρόνιο. Αν γίνει χρόνιο, τότε είναι ήδη έτοιμο το α-πολιτικό άτομο.

Το άμουσο άτομο δημιουργείται επίσης σιγά σιγά και σταδιακά από την έλλειψη ανάγκης για μουσική. Η έλλειψη αυτή δημιουργείται σταδιακά με την κατανάλωση από τα άτομα μουσικής της οποίας η περιεκτικότητα σε πραγματικές μουσικές αξίες λιγοστεύει συνεχώς. Τα άτομα που καταναλώνουν τέτοια μουσική, περιορίζοντας συνεχώς τις ανάγκες τους για μουσική με πραγματικές μουσικές αξίες, ασκούνται μακροχρόνια στη μη ανάγκη τους για μουσική.

Αν, κάνοντας ένα πείραμα, ταΐζαμε κάποιον με ψωμί που σταδιακά του αφαιρούσαμε το στάρι, το άτομο θα πέθαινε από πείνα. Τώρα μαραζώνει κοινωνικά, αργοπεθαίνει σαν κοινωνικό άτομο, από κοινωνική πείνα.

Αυτός ο περιορισμός μπορεί να φτάσει ως το σημείο μηδέν. Τότε θα έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία και το άμουσο άτομο θα είναι γεγονός. Πάνω στη γη θα κυκλοφορούν άτομα που δε θα χρειάζονται μουσική.
(...)

Νικηφόρος Ρώτας, Και η μουσική πού είναι; Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 1994, σελ. 42-44.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2007

Εκλογές 2007



ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΣ ΘΗΣΕΑΣ

Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ' το πενήντα έχει να φανεί
και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που 'χει μαραθεί.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική.
Χάνεσαι σαν το γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στην φυγή
Πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή;
Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί;
Ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή;
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά.
Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά.
Πού πήγαν οι τρακόσοι του Λεωνίδα και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά;
Ηλεκτρικός Θησέας... και τα λοιπά.

Φοβάσαι ότι θα 'ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή,
βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη.
Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.

Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή
για αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες στα γήπεδα την Κυριακή.
Τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ' έχουν βάλει στο κλουβί.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.

Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες στα Νέα ψάχνεις για δουλειά.
Τα δάκρυα σου γίνονται μαστίγια και τον λαιμό σου σφίγγουν σα θηλιά.
Όσα τους κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά.
Τρέχεις να ψάξεις μες στα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.

Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ' έναν άγνωστο θεό
κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία ειδήσεις σίριαλ και τσίχλα ροκ.
Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό;
Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό;

Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι, μίλησε με τ' αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς.
Πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς.
Πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς.

(Στίχοι: Δημήτρης Βάρος, Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Εκτέλεση: Παύλος Σιδηρόπουλος & Μαρία Φωτίου, Δίσκος: "Ηλεκτρικός Θησέας", 1987)

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007

Εικοσιπέντε και κάτι




Σήμερα θέλω να κάνω μία σύντομη αναφορά στη στήλη «Εικοσιπέντε και κάτι» που διατηρεί ο καλός δημοσιογράφος περί μουσικών θεμάτων Σπύρος Αραβανής στο περιοδικό «Δίφωνο». Πρόσφατα τη διάβασα για πρώτη φορά, καθότι είμαι και επιπόλαιος αναγνώστης γενικά, αλλά και διαμένων στο εξωτερικό ειδικότερα. Πρώτη λοιπόν φορά αλλά όχι και τελευταία, καθώς οι δύο σελίδες του «Εικοσιπέντε και κάτι» στηλιτεύουν με λιτό και άκρως επιτυχημένο τρόπο τα κακώς κείμενα στο ελληνικό τραγούδι. Ταυτόχρονα, φωτίζουν με ευαισθησία πτυχές του μουσικού μας παρελθόντος, ενώ δεν αποφεύγουν να υιοθετούν πειστικά ό,τι φέρει υποσχέσεις για το μέλλον.

Τι διάβασα λοιπόν στο τεύχος Αυγούστου; Θραύσματα μιας γραφίδας με άποψη, που γνωρίζει και επικροτεί το ωραίο μέσα από π.χ. την αναφορά στο νέο δίσκο του Χρήστου Λεοντή και στην ιδιαίτερη φωνή του Νίκου Δημητράτου, τη σύντομη παρουσίαση του βιβλίου «Η ζωή μου ένα τραγούδι» του αείμνηστου Πάνου Γεραμάνη, και το σημείωμα μνήμης για τη Βίκυ Μοσχολιού. Θραύσματα όμως και ενός ουσιαστικού, κριτικού λόγου, με καυστικά σχόλια για το τραγούδι «Θα περιμένω εδώ» που αποκαλύπτει «τον Νταλάρα να χατζηγιαννίζει», για τη μόδα που επιβάλλει στους καλλιτέχνες να γιορτάζουν πρόωρα τα δέκα χρόνια παρουσίας τους, και για τα σκουπίδια τύπου Je t’ aime που «κοσμούν» τις μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων δίσκων.

Τη μεγαλύτερη εντύπωση όμως μου έκανε το σημείωμα για τους «Ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση. Αντιγράφουμε από το κείμενο του Σπύρου Αραβανή (Δίφωνο, Αύγουστος 2007, τ. 143, σελ. 70):
-----


Πάρε μια λέξη για να ζεις / και στρώσε τη ζωή σου. / Και φώναζε ολονυχτίς / που βρίσκει ο βασανιστής / νερό του παραδείσου. Στη στέρνα μας, αγαπητέ κύριε Μάνο Ελευθερίου. Στη στέρνα μας. Και εξηγώ: «Ήμουνα στη θέση αυτή σ’ όλες τις κυβερνήσεις και να ‘σαι σίγουρος πως θα ‘μια και ύστερα από αυτή. Γι’ αυτό μην έχεις καμία αμφιβολία». Φράση δια στόματος ανακριτή της χούντας, όπως την κατέγραψε ο Περικλής Κοροβέσης στο βιβλίο του Ανθρωποφύλακες, μια προσωπική του μαρτυρία για τα βασανιστήρια αυτής της περιόδου, που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ηλέκτρα. Ο ανακριτής φαίνεται, λοιπόν, να δικαιώνεται πέρα ως πέρα. Δεν έχασε τη θέση του, βρίσκεται πάντα στο ίδιο σημείο χρόνια τώρα, ασκώντας το ίδιο έργο. Μόνο που σήμερα, κύριε Κοροβέση δεν θα χρειαζόταν τόσο η δική σας μαρτυρία. Η κινητή τηλεφωνία και οι ανέσεις της, κάμερα, φωτογραφίες κ.λ.π. έχουν αρχίσει πια να κάνουν απόσβεση των χρημάτων τους. Σήμερα ο «πολιτισμένος» τρόπος ανάκρισης είναι ο ένας κρατούμενος να χτυπά τον άλλο και ο ασυνόμος να καταγράφει τη σκηνή με την κάμερα του τηλεφώνου του, ο δε «επιστημονικός» τρόπος γίνεται όντως επιστημονικά: τηλεανάκριση ονομάζεται και δεν ανοίγει ούτε μύτη.

Σπύρος Αραβανής


-----
Η διαχρονική τέχνη και η κοινωνική πραγματικότητα πάνε χέρι-χέρι, και το «Εικοσιπέντε και κάτι» φαίνεται να γνωρίζει και τα δύο πολύ καλά. Καλή συνέχεια λοιπόν.
ηρ.οικ.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2007

Συναυλία της Δανάης Παναγιωτοπούλου στον Κολωνό


Ανοιχτό θέατρο Κολωνού (Καπανέως και Αλεξανδρείας)
Λόφος Σκουζέ, Κολωνός


Το φεστιβάλ Κολωνού, την Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου, φιλοξενεί την Δανάη Παναγιωτοπούλου στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα στο ανοιχτό θέατρο Κολωνού 2 με 10 Σεπτεμβρίου.

Η Δανάη Παναγιωτοπούλου θα παρουσιάσει τραγούδια από το δίσκο της “Οίκος Αντοχής” που κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου, και προκάλεσε αίσθηση σε κοινό και κριτικούς, καθώς αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση από στιχουργικής αλλά και μουσικής άποψης. Με την ίδια ενορχηστρωτική λιτότητα και ακρίβεια, θα διανύσει μαζί με τους συνεργάτες της μια διαδρομή μέσα στο ελληνικό και διεθνές ρεπερτόριο της δεκαετίας του ’70 και του ΄80.

Μαζί της οι:

Άγγελος Αγγέλου πιάνο
Νίκος Παπαναστασίου ακκορντεόν, κιθάρα
Άγγελος Παπαδάτος κοντραμπάσο
Στράτος Σαμιώτης κρουστά
Ώρα προσέλευσης: 9:00
Είσοδος ελεύθερη

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2007

Συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου στον Σωτήρη Κακίση






Μάνος Ελευθερίου:
«Πού να ξαναβρείς στο δρόμο τον Τσιτσάνη;»



από τον ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ.


BHMagazino, τεύχος 349, 24 Ιουνίου 2007




Δεν μιλήσαμε ούτε Για τον Καιρό των Χρυσανθέμων του, ούτε για τη Γυναίκα που Πέθανε Δυό Φορές ειδικά. Δεν μιλήσαμε για τα βιβλία του τα σημαντικά, ούτε για την Ερμούπολη την αγαπημένη του, για το θέατρό της, για τη λογοτεχνία της. Ο Μάνος Ελευθερίου, τρυφερά απόμακρος και ιδιωτικός, ήρεμα συναισθηματικός και συγκινημένος, πιο πολύ για των άλλων, για των γύρω του τα ζητήματα και τις ζωές ενδιαφέρεται, μιλάει.
Οι στίχοι του όμως είναι πάντα στις καρδιές μας μέσα, από το Τρένο Φεύγει στις Οκτώ ως της Μπέλλου το Πιτσιρικάκι, κι η Θητεία του εντός μας συνεχίζεται ακούραστη προς το μέλλον. Αυτό το μέλλον ο ίδιος το σκέφτεται με την επίγνωση όλων όσων ο κόσμος κι η Ελλάδα έχουν περάσει, με ανησυχία μεγάλη πια, αλλά και μ’ εκείνη τη επίμονη των ισχυρών ανθρώπων αισιοδοξία, που από μέσα μας, από ένα τίποτα μπορεί ξαφνικά να ξαναγιγαντωθεί, να σωθεί και να σώσει :



-Πώς νοιώθει, κύριε Ελευθερίου, ένας άνθρωπος τόσο ανακατεμένος με την ποίηση, όταν ανακηρύσσεται σε συγγραφέα, σε πεζογράφο της χρονιάς;


Μάνος Ελευθερίου: Μα πεζογραφία κατ’ αρχήν, το ξέρετε, εγώ έγραφα πάντα, παράλληλα με την ποίηση. Το 1962 που κυκλοφόρησε η πρώτη μου ποιητική συλλογή εγώ ήδη έγραφα και διηγήματα, τα οποία τα έβγαλα το 1964. Μιλάω για το «Διευθυντήριο», από τις εκδόσεις Φέξη. Ήτανε μάλλον «καφκικά» εκείνα τα διηγήματά μου, αν και τον Κάφκα εδέησα να τον διαβάσω εγώ αργότερα. Τελοσπάντων, δεν είμαι και τόσο ουρανοκατέβατος στον πεζό λόγο.


-Ζείτε δηλαδή παράλληλες συγγραφικές ζωές, παραπάνω κι από ...δύο μάλιστα, αν συνυπολογίσουμε και τη μυθική σχεδόν πια στιχουργική σας επίδοση;
-Ας πούμε. Πάντα έτσι έκανα, πάντα έτσι κάνω. Και το ’65 πάλι ξανάβγαλα διηγήματα, μιάν άλλη συλλογή, δεύτερη. Κι από το ’69 έχω ξεκινήσει μιά τρίτη συλλογή, την οποία ελπίζω να βγάλω επιτέλους φέτος. Λέγεται « Η Μελαγχολία της Αθήνας μετά τις Ειδήσεις των Οκτώ»…

-Άρα δεν εκπλαγήκατε και τόσο με την εν λόγω τιμή. Δεν νοιώσατε πως αυτός ήταν ένας άλλος σας εαυτός, που δεν προηγείται της ποίησης.
-Όχι, όχι. Αυτό δεν μπορώ να το πω.


-Η Ελλάδα όμως ξέρει πιο πολύ τον Μάνο Ελευθερίου από τους στίχους, από τα τραγούδια. Μήπως διαφωνείτε και επ’ αυτού;


-Δεν με γνωρίζανε εμένα, τα τραγούδια μάλλον γνωρίζανε. Κι αυτό χάρη στους συνθέτες, αλλά, πιο πολύ ακόμα, χάρη στους τραγουδιστές. Αυτοί άλλωστε έχουνε τη μεγαλύτερη απήχηση στον κόσμο, κι από τους συνθέτες πιο πολλή. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι κι οι συνθέτες που «πουλάνε» ως ονόματα. Οι τραγουδιστές είναι οι φίρμες, κι αυτούς κυνηγάνε οι συνθέτες. Εγώ προσωπικά ήμουνα γνωστός ως «ονοματάκι», αν με θυμόταν και κανένας, όσον αφορά τα τραγούδια. Απόδειξη πως όλ’ αυτά τα σαράντα και χρόνια που έγραφα, ελάχιστες είναι οι συνεντεύξεις που έδωσα ως στιχουργός Μάνος Ελευθερίου.

-Καλό είν’ αυτό τώρα; Αυτή η κατάσταση δεν θυμίζει λίγο ...Χόλλυγουντ, «καινούργιο στην Ελλάδα», που τραγουδούσε κι η Σωτηρία Μπέλλου; Να μην ξέρει κανείς τους σκηνοθέτες, θέλω να πω, τους πίσω από τα καλά πράγματα;
-Είναι διεθνές θέμα αυτό, δεν μπορώ να πω. Αν κι οι μεγάλοι σκηνοθέτες τελικά μένουνε, πάντα θα μένουνε.

-Κατόπιν εορτής όμως, τις περισσότερες φορές.
-Ναι, αλλά μετά δεν θυμάται κανείς τα ονόματα ένα σωρό ηθοποιών, που θριάμβευαν μια φορά κι έναν καιρό. Προχτές έβλεπα ένα πολύ παλιό έργο, ήξερα τον σκηνοθέτη, αλλά, αν και παλαιότερος κι εγώ, κάνα-δυο μόνο ονόματα ηθοποιών θυμόμουνα. Πού να τα θυμόμαστε όμως κι όλα ; Πώς να απομνημονεύει ο άνθρωπος συνέχεια, όλο και περισσότερα πράγματα μια ζωή; Δεν γίνεται.


-Κάνει …delete το μυαλό μας, αλλά και το συλλογικό ενσυνείδητο μαζί;


-Ας πούμε. Βέβαια, βλέπω τώρα κάτι εκπομπές στην τηλεόραση, γνώσεων. Ομολογώ πως εδώ τα πράγματα είναι πια άγρια. Τα παιδιά δεν ξέρουν πια σχεδόν τίποτα. Είναι τα περισσότερα-

-Clueless; ...Τάμπουλε ράζε;
-Άγνωστες χώρες. Δεν έχουν ιδέα. Μα ιδέα!

-Παράξενη άρα εποχή. Πέρα από ποίηση και λογοτεχνία, πολύ πέρα, δεν έχει μπει πια ο κόσμος, και λόγω τηλεόρασης, σε πολύ βαθιά κι άγνωστα νερά;
-Εγώ θα πω πως η τηλεόραση ήταν απαραίτητη. Κι έκανε πολλά πράγματα γνωστά, που τ’ αγνοούσαν πριν ο κόσμος. Γνωρίσαμε με την τηλεόραση κι ανθρώπους ως τότε κρυφούς, μην ξεχνάτε. Ακούσαμε τη φωνή τους, είδαμε τα πρόσωπά τους επιτέλους. Ανθρώπων τα πρόσωπα, που δεν υπήρχε περίπτωση αλλιώς να τους πλησιάσουμε. Είδαμε και εικόνες, επίκαιρα ή την ίδια στιγμή ή συγκεντρωμένα πια σε ντοκυμαντέρ, γεγονότα σπουδαία εκτυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μας. Κι είδαμε κι εξομολογήσεις, σας ξαναλέω, ανθρώπων άπιαστων ως τότε για τον καθένα μας. Αλλά, παράλληλα-

-Έγινε και της ...τρελής;
-Φτάσαμε, όπου φτάσαμε. Περικυκλωθήκαμε από ανθρώπους που τα ξέρουν όλα, που όλα τα σφάζουν και όλα, κατά κυριολεξία, τα μαχαιρώνουν. Δεν μπορείς να είσαι και δικαστής και δικηγόρος συγχρόνως, και αρχιτέκτονας και μηχανικός και οικονομολόγος και κοινωνιολόγος, και, και, και. Αυτό είναι αδύνατο, παλαβό.

-Ο Στέφανος ο Κουμανούδης, ο μέγιστος αρχαιολόγος και δάσκαλος που δεν υπάρχει πια, έλεγε: « Κακός δημοσιογράφος είναι εκείνος που αγνοεί τα πάντα και έχει γνώμη περί πάντων ».
-Πέρισι, πρόπερσι, εγώ θυμάμαι έναν τέτοιον στην τηλεόραση να ωρύεται εναντίον ενός επιστήμονα, ο οποίος τόλμησε να πει πως, για ν’ απαντηθεί μια ερώτηση επί κάποιου θέματος, θα χρειαζότανε έρευνα κάποιου χρόνου. «-Και πότε θα ξέρουμε, δηλαδή;», ούρλιαζε ο άλλος. «Γιατί δεν μας λέτε τώρα; Σας ερωτώ ευθέως ! ». Κι έβλεπες εναν σπουδαίο επιστήμονα να προπηλακίζεται ουσιαστικά και να στέκεται προσοχή μπροστά σ’ ένα πλάσμα άθλιο, να ανακρίνεται ενώπιον του πανελληνίου με τον πιο χυδαίο τρόπο. Εδώ, στο βασίλειο του άρπα-κόλα...


-Από τη δεκαετία του ’60 άρα ας πούμε, που η Ελλάδα παρουσίαζε και μια πνευματικότητα ενδιαφέρουσα, πώς φτάσαμε σ’ αυτό το τόσο δυσμενές σημείο, όπου όλα μοιάζουν να γονατίζουν ενώπιον μιάς τόσο ελαττωματικής τηλεοπτικής υπερεξουσίας;


-Η δεκαετία του ’60 που λέτε, δεν ήταν καθόλου εύκολη η εποχή. Γινόντουσαν και τότε φοβερά και τρομερά πράγματα. Ακόμα υπήρχανε άνθρωποι σε εξορία, σε φυλακές. Τότε, ακόμα και για ν’ αποκτήσεις τηλέφωνο έπρεπε να παρουσιάσεις χαρτί κοινωνικών φρονημάτων. Κι ύστερα ήρθε κι η Δικτατορία, που μας ξαναπήγε πίσω πολύ. Κι ας μη σκοτώσανε αυτοί και τόσο, όπως άλλοι στον υπόλοιπο κόσμο.

-Κατέστρεψαν μόνο Ελλάδα και Κύπρο, μέχρι να καταστραφούν κι αυτοί.
-Ναι. Αλλά όντως μέχρι το ’67, μπορώ να πω κι εγώ που έζησα μετά το στρατιωτικό μου στην Αθήνα, υπήρξε μια περίοδος ανάτασης για τους περισσότερους. Πράγματι ο κόσμος ήλπιζε τότε σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Υπήρχε κι ελπίδα παγκόσμια για κάτι τέτοιο. Βέβαια, ενώ γινόντουσαν ακόμα απίστευτα πράγματα και στην Αμερική και στην τότε Σοβιετική Ένωση, τα πολύ κακά πράγματα απωσιοπούντο. Ας πήγαιναν σύννεφο οι εκτελέσεις ακόμα σε μέρη διάφορα. Ας συνεχίζονταν και μετά το θάνατο του Στάλιν πάρα πολλά. Αλλά η γραμμή του Κόμματος δεν επέτρεπε παρεκκλίσεις. Και πηγαίναμε, νέοι άνθρωποι, ιδεαλιστές και μη-οργανωμένοι αλλά συμπαθούντες την Αριστερά, σαν πρόβατα επί σφαγή συχνά.

-Νομίζοντας πως ξέρετε χωρίς να ξέρετε διάφορα;
-Υποπτευόμασταν, αλλά άπαξ και τολμούσαμε να πούμε αυτά που υποπτευόμασταν, μας κοιτούσαν οι άλλοι ως παράφρονες. Σαν προδότες. Αλλά για τα πνευματικά μας πράγματα, ξέρετε τότε, Σωτήρη, δεν υπήρχε μόνο η « παρέα του Βυζαντίου » ή του « Φλόκα » αργότερα, η περιλάλητη εκείνη, με Γκάτσο, Χατζιδάκι, Ελύτη και τους άλλους. Υπήρχαν, ζούσαν ακόμα πολλοί σημαντικοί άνθρωποι ακόμα, της Γενιάς του ’30. Περπατούσες στο δρόμο, και συναντούσες, θέλω να πω, μυθικά πρόσωπα. Θαύμαζες έναν άνθρωπο, από τα γραπτά, από τις μουσικές, από την πνευματική του προσφορά, και τον πετύχαινες κάπου, κι αγωνιούσες να γίνεις φίλος του, να δεχτεί να σε κάνει παρέα. Εγώ π.χ. νέος τότε συνδέθηκα και με τον Τσαρούχη, και με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Κι έγινα πολύ φίλος τους ως το τέλος. Ξέρετε τι σήμαινε τότε Γκίκας;

-Για όποιον ήξερε, φαντάζομαι, πολλά.
-Ζούσε ο Θεοδωρακόπουλος, ο Παναγιώτης ο Κανελλόπουλος. Η Παξινού, ο Μινωτής, ανεβάζανε παραστάσεις εκπληκτικές. Στον Ορφέα γινόντουσαν συναυλίες Κυριακάτικες. Με τα κυάλια κι εγώ, σ’ όλες τις παραστάσεις, σ’ όλες τις συναυλίες στο Ηρώδειο, έβλεπα για πρώτη φορά κάτω στους επισήμους τις μορφές των πολιτικών, των μεγάλων εκείνης της εποχής. Ο Κανελλόπουλος στην πρώτη σειρά πάντα, σ’ όλες τις συναυλίες...

-Κι οι πολιτικοί μετείχαν της πνευματικής ζωής λίγο περισσότερο απ’ όσο σήμερα;
-Ναι. Τουλάχιστον τον τιμούσαν δημόσια τον πολιτισμό, και είχαν και προσωπικές σχέσεις με καλλιτέχνες και δημιουργούς. Ομοτράπεζοι ήσαν ο Καραμανλής με τον Χατζιδάκι, με τον Χορν. Ύστερα, πού να ξαναβρείς σήμερα στο δρόμο τον Τσιτσάνη, να ζει, να υπάρχει; Έτσι τον θυμάμαι μια φορά στην Ακαδημίας, να θέλει ν’ αγοράσει ένα πουκάμισο. Να κοιτάει απέξω τη βιτρίνα. Τον είχα ξαναδεί και μια φορά στην Πλάκα, πάλι θυμάμαι, μ’ ένα ωραίο, πράσινο ...ση-θρού πουκάμισο. Μπορεί να ‘ταν κι αυτό που κοίταζε την άλλη φορά, ποιός ξέρει;


-Μιλάμε για εποχές ανθρώπινες, αληθινές, με γλυκά πάθη;


-Τότε περίπου γνώρισα και τον Θεοδωράκη, το ’65. Στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής, στη Σόλωνος. Του είπα: «-Να σας στείλω μερικά τραγούδια μου; Τα θέλετε;». «-Με όλη μου την καρδιά ! », μου απάντησε. Του τα πήγε, λοιπόν, δώδεκα τραγούδια πού ‘χα γράψει εγώ στο στρατό, ο Φώντας ο Λάδης. Το « Τρένο Φεύγει στις Οκτώ », τη «Νυχτερίδα» και τ’ άλλα-

-Τα γνωστά αριστουργήματα...
-Τα μελοποίησε ο Θεοδωράκης. Και μια μέρα βλέπω τον Μιχάλη τον Παπανικολάου τον σκηνοθέτη, και μου λέει, «-Χτες το βράδυ ήμασταν στη Νέα Σμύρνη στον Θεοδωράκη, και μας έπαιξε στο πιάνο τα τραγούδια σου ».


-Τόσο απλά.


-Και συναντηθήκαμε μετά στο Σύλλογο πάλι, μαζί ήταν ο Μίκης με τη Μαρία τη Φαραντούρη, ένα λιγνό πλάσμα σαν ...μπιαφράκι τότε, και μας πρόλαβε η ...Δικτατορία μετά. Και βγήκανε το ’71 στο εξωτερικό, το ’71 που γνώρισα όμως εγώ εδώ και το Δήμο Μούτση.


-Και τραβήξατε και μ’ αυτόν την ανηφόρα, με τον « Άγιο Φεβρουάριό » σας. Τότε οι συνθέτες τους ποιητές τους κάνανε παρέα, δεν τους απέφευγαν επιμελώς.


-Ναι. Εγώ μάλιστα καλόπεσα, θα ‘λεγα, με Θεοδωράκη και Μούτση, αλλά και με Γιάννη Μαρκόπουλο μετά, με τη « Θητεία ».

-Και με Χατζιδάκι όμως, με όλους σχεδόν.
-Στη Λήδρα με τον Μαρκόπουλο στην Πλάκα γινότανε χαμός. Και μπλέξαμε και με τη λογοκρισία. Και δεν μας αφήνανε να βάλουμε « του λαού », και λέει ο Μαρκόπουλος, «-Τι να βάλουμε τότε, « του ...λαγού »;».


-Τα ξέρουν κι οι νέοι τα τραγούδια αυτά, τα λένε, τα θυμούνται. Ενώ δεν θυμούνται περσινά τραγούδια, φετεινά.


-Και τότε υπήρχανε πολύ κακά τραγούδια. Πάρα πολύ κακά μάλιστα. Τα κακά τραγούδια πάντα θα υπάρχουνε. Η διαφορά είναι πως σήμερα, λόγω της γενικής κατάστασης, γίνεται μιά φοβερή επικάλυψη των καλών τραγουδιών από τα κακά, και δεν μπορεί ο κόσμος να φτάσει, να ξεχωρίσει τα διαμάντια, τα διαφορετικά. Ενώ τότε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επιπλέανε συνήθως τα καλά τραγούδια.

-Δεν είναι καλό να γκρινιάζει κανείς, αλλά όλη αυτή η πνευματική σύγχυση, που στη χώρα μας έχει πάρει πια διαστάσεις ανοικονόμητες, πού θα πάει λέτε; Και πέρα από το τραγούδι, αν θέλετε να μας πείτε, στο κάθε τι, το «εδώ και τώρα» μεγαλόφωνο.
-Αυτή τη στιγμή από την Ελλάδα εγώ νομίζω πως απουσιάζουν οι μεγάλες προσωπικότητες. Κι ο Θεοδωράκης, που παλιότερα κατόρθωνε και ήτανε σ’ εκατό μεριές συγχρόνως, σήμερα πια, λόγω ηλικίας, αναγκαστικά κι αυτός δυσκολεύεται. Όμως, η μανιακή σχεδόν προσήλωσή του στους ποιητές δεν είναι, δεν υπήρξε ποτέ, καθόλου αστεία υπόθεση. Ούτε από σκέρτσο το έκανε, ούτε από νάζι. Από πραγματική αγάπη προς την ποίηση το έκανε. Κατάφερε μάλιστα να φτιάξει λαϊκά τραγούδια με ποιήματα, και να βγάζουν και χρήματα αυτά τα τραγούδια, πιο πολλά κι από τ’ άλλα, τα καθεαυτό λαϊκά πολλές φορές.

-Με ποίηση Τάσου Λειβαδίτη εξαίρετη, υψηλή. Υπάρχει ποίηση σήμερα, κύριε Ελευθερίου;
-Ναι. Υπάρχει. Εσείς το ρωτάτε αυτό;

-Το ρωτάω όσον αφορά ίσως και στην εσωστρέφεια τη διαρκή πια των ανθρώπων και των δημιουργών.
-Εγώ, λοιπόν, πιστεύω πως πιο πολύς κόσμος σήμερα ατομικά κατευθύνεται προς τα ποιήματα και την ποίηση. Ας λένε τα νούμερα κι οι απέξω διάφοροι.

-Γιατί το λέτε αυτό; Επειδή δεν υπάρχει πια στόμφος στην καλή ποιητική πια;
-Και γι’ αυτό, βέβαια. Οι παλιοί ποιητές μάλιστα απαγγέλλανε με τον στόμφο των τότε δραματικών ηθοποιών, κάτι που σήμερα, σ’ εποχή τέτοιας σιωπής, απωθεί, ξενίζει.

-Μόνο ο Νίκος ο Εγγονόπουλος, πιστεύω εγώ, σώζεται στην απαγγελία ως στομφώδης, λόγω άριστης εγγράφου επίδοσης και λόγω, βέβαια, σωστής δόσης υπερεαλισμού.
-Ας πούμε. Σ’ ένα επίπεδο. Μην πούμε και για τον Άγγελο Σικελιανό, που εγώ ο ίδιος κάποτε έσωσα τη φωνή του από ένα αρχαίο μαγνητόφωνο του Ηλία Βενέζη, και βγήκε ο δίσκος στη Λύρα του Πατσιφά. Μην πούμε και για Βάρναλη ν’ απαγγέλλει, τρελαίνεται κανείς... ‘Η για Παλαμά. Παναγία μου, Χριστέ μου ! Τελοσπάντων, ξεφύγαμε.

-Τι να κάνουμε, άρα, σήμερα, για να μην κρύβεται, για να μη φυγοδικεί έτσι το καλό;
-Ξέρω ‘γώ; Να γίνουνε παιδικές χαρές οι ταράτσες των πολυκατοικιών... Αλλά ποιός δίνει πια την περιουσία του για το κοινό καλό; Υπάρχουν και σήμερα πλούσιοι, κι ας μην είναι ίσως της εκτός συναγωνισμού τάξης του Σίνα, του Ζάππα, του Αβέρωφ, του Συγγρού. Κάποιοι, ναι, χορηγούν, συντηρούν και ιδρύματα χωρίς φανφάρες και πολλά-πολλά. Και δεν διαδίδουν το καλό που κάνουν.

-Καλό είναι κι αυτό. Εσείς άρα εντοπίζετε το πρόβλημά μας το σημερινό και στην έξαρση του ατομισμού. Τι σας επιτρέπει όμως η ποίηση η δική σας να διαδείτε για το μέλλον μας, για το μετά;
-Το σκέφτομαι το μέλλον των νέων παιδιών, πού πάνε, πού τους πάνε, πού τους οδηγήσαμε. Τι κόσμος είναι πια αυτός, μες στον τρόμο και στη διαρκή καταστροφή; Πού είναι οι μεγάλες προσωπικότητες που λέγαμε, να αντιστρέψουν τις τύχες λαών ολόκληρων, προς το θετικό;

-‘Η προς το αρνητικό επίσης, μια φορά κι έναν καιρό.
-Ναι. Αλήθεια ήταν κι αυτό. Αλλά κάτι υπήρχε πιο άμεσο, πιο προσωπικό. Πώς θα γίνονται κι οι πόλεμοι αύριο-μεθαύριο; Μόνο με κουμπιά; Τι καταργήσαμε; Τι καταργείται πια τελείως;

-Μήπως καταργείται ο άνθρωπος, ο με σάρκα και οστά, ο έχων λόγο, μεγάλο ή μικρό;
-Κι αυτό, κι αυτό. Θα υπάρχουν ίσως μόνο μηχανήματα δολοφονικά, μέσα από γραφεία, μέσα από καταφύγια κρυφά; Θα πατιώνται τα κουμπιά, και θα τρέχουμε πια όλοι, όπως τώρα στο Ιράκ, σαν τρελοί;


-Τραγικότερο του τραγικού δεν μοιάζει αυτό;


-Εφιαλτικό, και σαν σενάριο, και σαν ζωή. Χωρίς πια ίχνος αντίστασης άμεσης, χωρίς κανενός είδους λεβεντιά. Ποιός ξέρει όμως; Κι ο Μέγας Αλέξανδρος αν είχε οπλοπολυβόλα, ίσως να μην είχε αφήσει πέτρα πάνω στην πέτρα, και να μη μιλούσαμε τώρα για πολιτιστικές ανταλλαγές και συγχώνευση λαών.

-Να που όμως κάτι τέτοιο έγινε στο Ιράκ που είπατε, με τους αμερικανούς κατά τη γνώμη τους εκτός συναγωνισμού, αλλά με την αντίσταση να μη λέει να πάψει. Μπλέξανε.
-Καταφέρανε με τα πολλά να ...υψώσουνε νέο Βιετνάμ. Αν και στο Βιετνάμ είχανε να κάνουνε με τη συσπειρωμένη ψυχή ενός λαού, ενώ στο Ιράκ ο εμφύλιος είναι προ των πυλών. Θα τους αφήσουνε στο τέλος να σφαχτούνε μεταξύ τους, όπως μας άφησαν κι εμάς κάποτε έκθετους μετά το ’44, και περάσαμε όσα τρομερά περάσαμε.

-Κι ο Μάνος Ελευθερίου, ο ποιητής;
-« Ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες, κι αναρωτιέται: υπάρχουν άραγε; ». Να κάνει κανείς τι; Με στίχους; Με τραγούδια; Τι λέτε, να βρούμε και μια σύγχρονη Σοφία Βέμπο, να μας οδηγήσει στον πόλεμο ηρωικά;

-Στην ειρήνη;
-Τα ίδια είναι σχεδόν πια αυτά τα δύο. Αλλά, το ξέρετε, ο έρωτας -και το τραγούδι μαζί του- πάντα άνθιζε στα δύσκολα, πιο πολύ μάλιστα και πιο καλά. Γιατί όχι και τώρα; Γιατί όχι κι αύριο; Γιατί όχι και μετά;



(INFO: Ο Μάνος Ελευθερίου το 2004 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το έργο του Ο Καιρός των Χρυσανθέμων. Ως στιχουργός έχει στο ενεργητικό του περίπου 400 τραγούδια, και έχει συνεργαστεί με όλους σχεδόν τους Έλληνες συνθέτες).


Πέμπτη 23 Αυγούστου 2007

Η συμβουλή της Αρλέτας




Πολύ ενδιαφέρουσα η συνέντευξη του Χρήστου Θηβαίου στον Άρη Σκιαδόπουλο και την εκπομπή «Δρόμοι» της ΕΤ1, την Τρίτη 8 Αυγούστου. Κρατάμε τρία σημεία από όσα με περίσσια ευαισθησία είπε ο τραγουδοποιός. Τα δύο, σαφώς αλληλένδετα:

«Η μεγαλύτερη περιουσία του ανθρώπου είναι η συνέπεια και οι φίλοι του».

«Τελικά, ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια, το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου είναι οι άλλοι».

Και το τρίτο, το τι είπε η Αρλέτα (φώτο από www.hridanos.gr) στον Θηβαίο όταν άκουσε για πρώτη φορά το demo του συγκροτήματος «Συνήθεις Ύποπτοι»:

«Παιδί μου, έχεις ταλέντο αλλά δεν μ’ ενδιαφέρει. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι τι θα κάνεις με αυτό».

Τρίτη 21 Αυγούστου 2007

"Έφυγε" η Μάρω Λοΐζου




Η Μάρω Λοΐζου, η συγγραφέας που πρωτίστως αγάπησε τα παιδιά και σ' έναν κόσμο αντιποιητικό έγραψε παιδικά βιβλία στα οποία διέσωζε και την ποίηση, η σύζυγος του «πρίγκιπα» Μάνου Λοΐζου, η ευαίσθητη κοινωνικά, πολιτικοποιημένη, αριστερή γυναίκα, έσβησε χθες το μεσημέρι στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο. Ήταν 67 ετών. Η κηδεία της θα γίνει αύριο στις 11 το πρωί, στο Κοιμητήριο Παπάγου.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου του 1940. Η αίσθηση της κοινωνικής αδικίας την ώθησε από πολύ νωρίς (στα 20 χρόνια της) να συμμετάσχει μαζί με άλλους πρωτοπόρους καλλιτέχνες σε αγωνιστικές πολιτιστικές δραστηριότητες. Τρεις ποιητικές συλλογές και στίχοι της μελοποιήθηκαν και έγιναν τραγούδια και ποιήματα που απαγγέλλονταν σε δημόσιους χώρους.

Το 1965 παντρεύεται τον συνθέτη Μάνο Λοΐζο, «τον πρώτο μου -όπως έλεγε- έρωτα», με τον οποίο τον επόμενο χρόνο αποκτούν τη μοναχοκόρη τους Μυρσίνη. Από τότε η Λοΐζου αφοσιώνεται στην παιδική λογοτεχνία, πραγματοποιώντας παράλληλα ανάλογες εκπομπές για παιδιά στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Πάντα, σε οτιδήποτε κι αν έκανε μετάγγιζε την ποίηση και τον ιδεαλισμό της.

Από το 1974, οπότε δημοσίευσε το πρώτο της βιβλίο για παιδιά, εξέδωσε συνολικά 35 έργα. Από τα πιο γνωστά και χαρακτηριστικά του τρόπου που αντιλαμβανόταν την παιδική λογοτεχνία είναι η τετραλογία «Μήπως είδατε τον Αόρατο;» (εκδόσεις «Πατάκη»), επίσης η τετραλογία «Τρέχει-Τρέχει», όπου προσεγγίζονται τα φυσικά φαινόμενα και αποτυπώνεται ο αντίκτυπός τους στα ανθρώπινα αισθήματα, και η δεκάτομη σειρά «Το Θαύμα του Κόσμου», που έχει στόχο τη μύηση του μικρού αναγνώστη στην ποίηση του κόσμου: από τη δημιουργία του Σύμπαντος έως τη σύγχρονη Οικολογία. Αξιοσημείωτη είναι και η σειρά βιβλίων «Ένα παραμύθι μια χώρα», ιστορίες και μυθιστορήματα (από τον «Κέδρο»), όπου μέσα από διάσπαρτους μύθους και λαϊκές αφηγήσεις από διάφορες χώρες (Ιταλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ρωσία, Καναδάς, Βραζιλία, Αίγυπτος, Ινδία, Ιράν), διοχετεύεται στον μικρό αναγνώστη η αγάπη για το «Άλλο» και ο σεβασμός στον διαφορετικό πολιτισμό.

Δεν είναι τυχαίο που πολλά βιβλία της έχουν βραβευτεί με ειδικά βραβεία και έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης παιδοψυχολόγων. Το 1995 η Μάρω Λοΐζου τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας και το 1988 ήταν υποψήφια της χώρας για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν. Το 1998 η Πολιτεία, ως ελάχιστη αναγνώριση του έργου της, της χορήγησε τιμητική καλλιτεχνική σύνταξη. Έξι βιβλία της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα ολλανδικά.

Ένας προσηνής, γλυκός άνθρωπος με το χαμόγελο στα χείλη ήταν πάντα η Μάρω Λοΐζου. «Δεν πιστεύω στη θυσία. Πιστεύω στην αγάπη», έλεγε η συγγραφέας, και το έκανε πράξη μέσα από το λυρικό, ποιητικό, τρυφερό, εικονοκλαστικό πεζογραφικό λόγο της. «Το παραμύθι δεν το χρησιμοποιώ - το έχω εικόνισμα και το προσκυνάω», διαπίστωνε σε συνέντευξή της στη «Ε» και τη Ναταλί Χατζηαντωνίου. «Χρησιμοποιώ όμως τον παραμυθικό λόγο ως εκφραστικό μέσον για να δημιουργήσω την τέχνη μου, όπως ο τραγουδοποιός τα μουσικά του όργανα ή ο ζωγράφος τα παστέλ του. Άλλωστε δεν καταλαβαίνω αυτή την αντιδιαστολή ανάμεσα στο παραμύθι και την αλήθεια».

Πρώτος και μεγάλος έρωτάς της ήταν ο Μάνος Λοΐζος. «Πέρα όμως από αυτό το να ζεις πλάι σε έναν τόσο χαρισματικό άνθρωπο και δημιουργό, ήταν πράγματι ευλογία Θεού», πρόσθετε στην ίδια συνέντευξη στην «Ε». «Ωστόσο δεν ήμασταν μόνοι οι δυο μας. Ήμασταν πάντα μέλη επαναστατικών ομάδων κι αυτό νομίζω πάνω από όλα καθόρισε τη ζωή και την εξέλιξή μας. Μην ξεχνάτε πως είμαστε παιδιά της δεκαετίας του '60. Η παρουσία του Μάνου σταθερά επηρεάζει τη ζωή μας, τη δική μου, της κόρης μας Μυρσίνης και πολλών άλλων Ελλήνων, ακόμα και σήμερα που εκείνος δεν βρίσκεται ανάμεσά μας -τουλάχιστον όχι με το υλικό του σώμα...».

ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 21/08/2007

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2007

Δεν τρώμε κουτόχορτο, ω εταιρεία!




Πρόσφατα έτυχε να περάσουμε από το "Ελ. Βενιζέλος" για να ξεπροβοδίσουμε ένα φίλο. Μπαίνοντας στο δισκοπωλείο γνωστής αλυσίδας που είναι στον όροφο της αίθουσας αναχωρήσεων, πέσαμε μπροστά σε μία τεράστια αφίσα με τη φωτογραφία του Γιώργου Νταλάρα και τη φράση (με μεγάλους, τονισμένους χαρακτήρες): «Ο Γιώργος Νταλάρας τραγουδάει Μάνο Λοΐζο». Ωραία, και που είναι πρόβλημα θα μας πείτε;

Μα, πολύ απλά στο ότι ο Γιώργος Νταλάρας ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Λοΐζο, αλλά απλά ΕΠΑΝΕΚΔΙΔΕΙ τα τραγούδια του Λοΐζου που ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ είκοσι και τριάντα χρόνια πριν. Μικρή αλλά σημαντική λεπτομέρεια…Με άλλα λόγια, ο δίσκος έχει βαπτιστεί παραπλανητικά με τέτοιο τρόπο ώστε να νομίζεις ότι ο Νταλάρας τραγουδάει
ξανά Λοΐζο, σε καινούργιες εκτελέσεις ή σε τραγούδια που δεν είχε τραγουδήσει παλαιότερα. Και πράγματι, ένα τέτοιο εγχείρημα θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, να ακούσουμε δηλαδή μία φρέσκια πρόταση πάνω στον Λοΐζο και στο μεγάλο έργο που άφησε τόσο πρόωρα πίσω του. Αμ δε, που τέτοια! Τις εκτελέσεις του ’70 και του ’80 που τραγούδησε όλη η Ελλάδα, τις πήρε η εταιρεία παραγωγής το έτος 2007 και τις βάφτισε «Ο Γιώργος Νταλάρας τραγουδάει Μάνο Λοΐζο». Η κοροϊδία είναι τέτοιου μεγέθους ώστε το ένα από τα δύο CD (διπλό CD παρακαλώ) να περιέχει απλά το γνωστό δίσκο «Τα τραγούδια μας» σε στίχους του διακεκριμένου συγγραφέα Φώντα Λάδη. Πράγματι είναι άξια θαυμασμού αυτά που σκαρφίζονται οι πωλητές των εταιρειών για να περισώσουν τα κέρδη τους. Και άσε τον ακροατή να κουρεύεται, δηλαδή να πληρώνει 25 Ευρώ από το υστέρημά του για να ακούσει τραγούδια που – το πιθανότερο είναι ότι – τα διαθέτει ήδη στη δισκοθήκη του.

Τίτλοι με τη μορφή [Ο/η «χ» τραγουδάει «ψ»] υπάρχουν πολλοί στην ελληνική δισκογραφία. Κάποιοι από αυτούς τους δίσκους είναι πραγματικά κοσμήματα. Να θυμίσουμε το «Η Βίκυ Μοσχολιού τραγουδάει Γιάννη Σπανό»; Ή το «Η Μαρία Φαραντούρη τραγουδά Lucio Dalla»; Ή το «Η Νένα Βενετσάνου τραγουδάει Μάνο Χατζιδάκι»; Κοινός παρονομαστής όλων των δίσκων με αυτή τη φόρμα τίτλου είναι ότι τα τραγούδια είτε ήταν καινούργια, είτε παρουσιάζονταν για πρώτη φορά με τη συγκεκριμένη ενορχήστρωση και τον συγκεκριμένο εκτελεστή. Αποτελεί ιστορική πρωτοτυπία η έκδοση δίσκου με αυτόν τον τίτλο αλλά με «ξαναζεσταμένο φαγητό». Και φυσικά, οι τρεις ανέκδοτες εκτελέσεις που περιέχονται στο CD δε φτάνουν για να χωνέψουμε αυτό το φαγητό. Ας έβγαζαν CD single με τα τρία αυτά ανέκδοτα τραγούδια, καθαρά και ξάστερα.

Στις διακοπές, καλός φίλος μας διηγήθηκε πως έσπευσε να αγοράσει το συγκεκριμένο CD, νομίζοντας φυσιολογικά ότι θα άκουγε καινούργιο υλικό. Αντί αυτού βρήκε τραγούδια που είχε ήδη στη συλλογή του, ένα προς ένα (πλην φυσικά των τριών ανέκδοτων του δίσκου). Το παιδί δεν ήξερε τι να κάνει για να βρει το δίκιο του. Πόσο έντιμο είναι αυτό; Ποιοι και γιατί εκμεταλλεύονται με τέτοιο άκομψο τρόπο, ως εργολαβία, την κληρονομιά του Μάνου Λοΐζου (χωρίς καν να βάζουν τη φωτογραφία του στο εξώφυλλο του δίσκου); Πόσα κιλά κουτόχορτο νομίζουν κάποιοι ότι τρώμε;
ηρ.οικ.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2007

Επίσκεψη στο Μουσείο Μάρκου Βαμβακάρη




Το τέλος του Ιουλίου μας βρήκε στη Σύρο, στο φιλόξενο σπίτι της Ειρήνης στην Ερμούπολη (ρωτήστε και βρείτε το, βρίσκεται κοντά στον Άγιο Νικόλαο και είναι αξιοθέατο από μόνο του χάρις στο λεπτό γούστο και την αισθητική της οικοδέσποινας). Συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου, βρεθήκαμε σε ένα νησί όχι μόνο ιδιαίτερα όμορφο, αλλά και με μεγάλη μουσική παράδοση. Πιστοί στα ιστολογιακά μας καθήκοντα, έχοντας χωνέψει πλέον τα τηγανητά καλαμαράκια και τις χωριάτικες σαλάτες, σας στέλνουμε μία ανταπόκριση από το Μουσείο Μάρκου Βαμβακάρη.

Στη φωτογραφία βλέπουμε την είσοδο του μουσείου και την Ανναλύν από το Βέλγιο, η οποία περίμενε υπομονετικά τη σειρά της για να μπει. Σε άπταιστα ελληνικά, μας είπε ότι θαυμάζει την ελληνική μουσική, και ιδιαίτερα το ρεμπέτικο τραγούδι. Τι κρύβει λοιπόν αυτός ο χώρος για να τον επισκέπτεται κάποιος από τόσο μακριά; Μα φυσικά τη θύμηση του Μάρκου Βαμβακάρη. Το μουσείο ιδρύθηκε το 1995, στην Άνω Σύρο, την όμορφη συνοικία που αγναντεύει την Ερμούπολη από το λόφο του Σαν Τζώρτζη. Στεγασμένο σε ένα παλιό, ανακαινισμένο σπίτι, φιλοξενεί κάποια εκθέματα σχετικά με τη ζωή του μεγάλου ρεμπέτη. Τι περιμένει τον επισκέπτη; Καταρχήν, η χαμογελαστή Μανταλένα. Όπως μας είπε, γεννήθηκε στη Σύρο και πλέον σπουδάζει στον Πειραιά αλλά τα καλοκαίρια επιστρέφει στο νησί και απασχολείται στο μουσείο. Αν ζούσε ο Μάρκος και την έβλεπε να φυλάει τα προσωπικά του αντικείμενα και να αλλάζει πλευρά στην κασέτα με τα όμορφα τραγούδια του, θα έγραφε ίσως ένα τραγούδι και για αυτήν. Εξάλλου η διαδρομή της από τη Σύρο στον Πειραιά θα είχε πολλά να του θυμίσει. Ο Μάρκος γεννήθηκε το 1905 στην Άνω Σύρο και έζησε εκεί τα πρώτα χρόνια της ζωής του, πριν φύγει στον Πειραιά αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Το μέλλον αυτό το βρήκε, αλλά τη Σύρο δεν τη ξέχασε ποτέ και επέστρεφε σε αυτήν όποτε μπορούσε.

Τα εκθέματα στο δωμάτιο, δωρεά της οικογένειας του Βαμβακάρη, ταξιδεύουν τον επισκέπτη σε ονειρικά μονοπάτια: βαλίτσες, αφίσες, γραμμόφωνα, ρούχα, παπούτσια, αποκόμματα εφημερίδων και βιβλία για τον Μάρκο, το κομπολόι του, εξώφυλλα δίσκων, προσωπικές σημειώσεις, ακόμα και η ταυτότητά από το «Σωματείον Εκδορέων». Και βέβαια, φωτογραφίες στους τοίχους, με τη γυναίκα του Ευαγγελία Βαμβακάρη, με την οικογένειά του στο πάλκο, και με τους άλλους ρεμπέτες της εποχής του, τον Ρούκουνα, τον Παπαϊωάννου, τον Χατζηχρήστο, την Μπέλλου.

Και ο Μάρκος; Τον Μάρκο και τη φιλοσοφία του τους βρήκαμε αποτυπωμένους σε κάτι ανορθόγραφους αλλά βαθιά αληθινούς στίχους του, πάνω σε ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί:

1. Αν μαξιοσι ο Θεος λεπτα και αποκτοισο
θαγόραζα ένα κοτερο τον κοσμο να γιριζο.
2. Οπου ηπιρχαν ομορφες μαζί τους θα γλεντουσα
και οσους φτοχους εγνοριζα θα τονεβοιθουσα

Στη μέση του δωματίου ένα τραπεζάκι, μία καρέκλα και ένα ανοιγμένο τετράδιο προσκαλούν τον επισκέπτη να αφήσει μία-δυο λέξεις. Λαθραία σταχυολογήσαμε μερικές από τις σκέψεις αυτών που ήρθαν και θέλησαν να αφήσουν ένα κομμάτι τους στο βράχο της Άνω Σύρου:
«Πολύ θα ήθελα να ζούσα τον καιρό σου να σε άκουγα και να έπινα μαζί σου»
«Τα τραγούδια σου είναι αξέχαστα. Θα ‘θελα να σε γνώριζα από κοντά»

«Χιώτη μάθαμε να παίζουμε, ΜΑΡΚΟ ακόμα δεν καταφέρνουμε όπως πρέπει»
«Γεια σου μεγάλε ρεμπέτη Μάρκο Βαμβακάρη πάντα θα ‘σαι αθάνατος»
«Καλλίτερα που δεν ζεις να δεις τα χάλια της μουσικής που παρέδωσες»

«Χαίρομαι που με αξίωσε ο θεός να δω τα μουσικά μονοπάτια του εδώ στην Άνω Σύρα»

«Μάρκο, πόσο όμορφη ήταν η Φραγκοσυριανή; Ελπίζουμε να σου κρατάει καλή συντροφιά στον παράδεισο»

«Βρεθήκαμε στο σπίτι του Βαμβακάρη βλέποντας τα προσωπικά του αντικείμενα και το γεγονός αυτό μας προκάλεσε απεριόριστη συγκίνηση. Είμαστε νέα παιδιά και προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανή τη ρεμπέτικη μελωδία»

«Εμείς μεγαλώσαμε δύσκολα και ευχάριστα. Τα παιδιά μας ελπίζουμε να σε ακούν για να ζήσουν μόνον ευχάριστα».

“Het was interressant om te zien waar Βαμβακάρη gewoond heft…Zijn muziek leeft ook nog verder in Belgie”

[«Ήταν ενδιαφέρον που είδαμε το μέρος όπου έζησε ο Βαμβακάρης…Η μουσική του ζει ακόμα στο Βέλγιο»]

Πριν φύγουμε, ρίξαμε μια ματιά σε κάτι φωτοτυπίες εφημερίδων, απλωμένες πάνω σε ένα λευκό καναπέ. Αναφέρονταν όλες στο θάνατο του Μάρκου. Σε ένα άρθρο του Φρέντυ Γερμανού («Συννεφιασμένες Κυριακές», Απογευματινή, 12 Φεβρουαρίου 1972) διαβάσαμε τα παρακάτω λόγια του Βαμβακάρη:

Ένα είναι το αληθινό τραγούδι. Αυτό που γεννιέται απ’ τον πόνο…Δεν μπορείς να κάτσεις στο σπίτι σου και να πεις: «Τώρα θα γράψω λαϊκό τραγούδι». Ο πόνος σου κλείνει ραντεβού. Δεν το βρίσκεις στο σούπερ-μάρκετ. Σε βρίσκει εκείνος. Κι άμα είσαι έτοιμος τον δέχεσαι.

Μετά την επίσκεψη δώσαμε δίκιο στον Μάρκο, καθισμένοι στο όμορφο μεζεδοπωλείο «Φραγκοσυριανή» πάνω στην Πλατεία Μάρκου Βαμβακάρη. Η προτομή του που κοσμεί την πλατεία μας κοιτούσε αμείλικτα. Τα τραγούδια της σύγχρονης λαϊκο-ποπ παραγωγής από το ραδιόφωνο συνόδευαν - χωρίς πόνο και χωρίς αλήθεια - το κόκκινο κρασί και την πανέμορφη θέα της Ερμούπολης. Και έτσι, με μια γεύση βαθιάς αντίφασης στα χείλη, τραβήξαμε το δρόμο της επιστροφής.
ηρ.οικ.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2007

"Με το 'να πόδι στ' άστρα" και το άλλο;




Σε μία πρόσφατη δήλωσή του, ο Μίκης Θεοδωράκης συμβούλεψε το «ποίμνιο» να πλένει το στόμα του όταν μιλάει για τον πρόεδρο της δημοκρατίας. Όταν μιλάμε για τον Νταλάρα των δεκάδων δίσκων, των τεράστιων επιτυχιών, των μεγάλων συνθετών και ποιητών, τον Νταλάρα που τραγούδησε τα όνειρα και τους πόθους τόσων ανθρώπων, πρέπει σίγουρα να πλένουμε το στόμα μας, δηλαδή να έχουμε επίγνωση του μεγέθους αυτού του καλλιτέχνη και της προσφοράς του. Θερμή παράκληση λοιπόν, αυτό που ακολουθεί να διαβαστεί έχοντας ως δεδομένο τον θαυμασμό μας προς το πρόσωπό του, και ίσως αυτό που ακολουθεί να έχει γραφτεί και εξαιτίας αυτού.


Ο τελευταίος δίσκος του Γιώργου Νταλάρα, κατά τη γνώμη μας, αδικεί το παρελθόν και την ιστορική συνεισφορά του τραγουδιστή. Το «Με το ‘να πόδι στ’ άστρα» αποτελει ό,τι πιο αναπάντεχο έχει ηχογραφήσει ο Νταλάρας στη λαμπρή διαδρομή του (ίσως να απειλείται μόνο από τo «με λένε Πόπη σαν τη γιαγιά μου την Καλλιόπη…»).

Ο Γιώργος Νταλάρας της μελαγχολικής νιότης μας και των ευαίσθητων συνθετών του 60 κι 70 βρίσκεται πλέον στην εποχή της εξαφάνισης του δημιουργού από το προσκήνιο και της αντικατάστασής του από τον εκτελεστή. Παλαιότερα ένας δημιουργός προσέγγιζε τον εκτελεστή, πλέον ο εκτελεστής προσεγγίζει τον δημιουργό. Παλαιότερα ο δημιουργός έφτιαχνε μία ενότητα τραγουδιών και την εξέφραζε μέσω του εκτελεστή, πλέον ο δημιουργός δίνει ένα τραγούδι από εδώ και ένα από εκεί, ανάλογα με τις ορέξεις του εκτελεστή. Παλαιότερα τα εξώφυλλα των δίσκων είχαν έργα μεγάλων ζωγράφων, πλέον έχουν τη φωτογραφία του εκτελεστή. Στο συνοδευτικό βιβλιαράκι μετρήσαμε 20 φωτογραφίες του Νταλάρα, αλλά ελάχιστες των δημιουργών. Λυπόμαστε διαπιστώνοντας πόσο οι εταιρείες και οι εκτελεστές ξέχασαν ότι η δημιουργία απαιτεί δημιουργούς οι οποίοι να βρίσκονται στο επίκεντρο όλης της καλλιτεχνικής παραγωγής. Το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη περίπτωση;

Δώδεκα (ο μαγικός αριθμός των εταιρειών) τραγούδια για όλα τα γούστα: μπαλάντες που παραπέμπουν σε επιτυχίες της Celine Dion (Μια ζωή στο ίδιο τραίνο), ποπ σουξέ (Θα περιμένω εδώ), δημοτικο-ροκ μείγματα με ούτια και συνθεσάιζερ (Η αιτία είσαι εσύ), τραγούδια ελαφράς αισθητικής (Μη ξεχνάς το φαντάρο, Σε φεγγάρια λυπημένα), επιτηδευμένα λαϊκά με ανάλογες ενορχηστρώσεις (Ναύπλιο), τραγούδια – απαγγελίες χωρίς διακριτό μουσικό σώμα (Η Ελλάδα καίγεται), μουσικά υβρίδια που αρχίζουν ως μπαλάντες θυμίζοντας «Ανεμολόγιο» και καταλήγουν ως ζεϊμπέκικα με συνοδεία ηλεκτρικής κιθάρας (Πολλές Σημαίες), κλπ.

Ασυναίσθητα, ο Νταλάρας υπήρξε προφήτης του εαυτού του. Σε συνέντευξή του στο Δίφωνο στη δημοσιογράφο Ελένη Μαυροβουνιώτη (αρ. 137, Φεβρουάριος 2007, σελ. 47), παρατήρησε ότι:
«του κόσμου…δεν του αρέσουν πια τα μικρασιάτικα, τα ρεμπέτικα. Του αρέσει το βιομηχανοποιημένο τραγούδι, που μοιάζει λίγο ραπ, λίγο καψουροτράγουδο, λίγο βλάχοντίσκο, λίγο αραβο…κάτι».
Αυτό το βιομηχανοποιημένο τραγούδι που περιέγραφε κριτικά ο Νταλάρας τον Φεβρουάριο του 2007 είναι το ίδιο τραγούδι που τραγούδησε ο ίδιος «με το ‘να πόδι στ’ άστρα» μερικούς μήνες μετά.

Στιχουργικά διαπιστώνουμε αρκετές κοινοτυπίες:
- «μια ζωή στο ίδιο τραίνο που το λένε πεπρωμένο»
(παραπέμπουμε στο «Όλοι έχουμε γραμμένο που το λένε πεπρωμένο» του Βασίλη Δημητρίου που το έχει τραγουδήσει ο ίδιος ο Νταλάρας!)
- «ν’ αγαπάς το φαντάρο, το φαντάρο, το φαντάρο»
(υπάρχει και το αυθεντικό «Πίκρανες το φαντάρο, το φαντάρο» των Παιδιών από την Πάτρα).
- «Νύχτα είμαι μοναχός και δεν έχεις ένα φως»
(Πόσο ωραιότερα και λακωνικότερα περιέγραψαν ο Καλδάρας και ο Περιστέρης την ίδια εικόνα: «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι»).
- «Πίστεψε όλα τα όνειρα γιατί έχουν πάντα κάποια αλήθεια να σου πουν».
(Τί μπορούν να προσθέσουν στη ζωή μας τέτοιες παραινέσεις;)

Όαση σε αυτή τη στιχουργική πενία αποτελούν οι συνεισφορές του Μάνου Ελευθερίου στο «Πολλές σημαίες» και του Λευτέρη Παπαδόπουλου στο «Η αιτία είσαι εσύ». Αξιέπαινη και η συνεισφορά της Λίνας Νικολακοπούλου στην «Ομόνοια» που βγάζει εδώ ένα τραγούδι με αναφορές στη σκληρή πραγματικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα. Δεν αντιστρέφουν όμως αυτά τα τρία τραγούδια τη γενική εικόνα, καθώς δεν συνοδεύονται και από την κατάλληλη μουσική. Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν μας άρεσαν επίσης οι μουσικές «συμπτώσεις», όπως στο «Θα περιμένω εδώ», του Μιχάλη Χατζηγιάννη, του οποίου το ρεφραίν παραπέμπει μουσικά στα Ξύλινα Σπαθιά και το «Λιωμένο Παγωτό». Τόσο πολύ είναι η έμπνευση είδος προς εξαφάνιση;

Συμπερασματικά, ο νέος δίσκος του Γιώργου Νταλάρα αντανακλά τη μετάλλαξη του τραγουδιστή από στυλοβάτη του ελληνικού ποιοτικού τραγουδιού σε εκτελεστή τυποποιημένων τραγουδιών, παραγόμενων στα εργαστήρια των μουσικών πολυεθνικών κολοσσών. Θεωρούμε ότι ένας καλλιτέχνης του μεγέθους του Νταλάρα θα μπορούσε να αντιστρέψει αυτή την πορεία και να προβάλλει άλλα καλλιτεχνικά πρότυπα. Από την άλλη, ο καλλιτέχνης ορίζεται πάντα συλλογικά, είναι δηλαδή δημιούργημα μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Η δυνατότητα του καλλιτέχνη να ορίσει ο ίδιος τη μοίρα του – ιδιαίτερα εάν αυτός είναι εκτελεστής και όχι δημιουργός - είναι μικρή. Ευθύνη όμως φέρουμε κι εμείς οι ακροατές που ανεχόμαστε κι αναπαράγουμε τα νέα μουσικά ήθη. Τη δεκαετία του ’70 ο Νταλάρας δρούσε σε μία κοινωνία που είχε δημιουργήσει – δηλαδή είχε ανάγκη - τον Κουγιουμτζή, τον Καλδάρα και τον Λοΐζο, ενώ τριάντα χρόνια μετά τραγουδάει για μία κοινωνία που δεν τους έχει ανάγκη. Μπορεί δηλαδή η αισθητική αυτή κατάπτωση να είναι «με το ‘να πόδι στ’ άστρα», αλλά είναι και με τ’ άλλο πόδι μέσα μας.