Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007

Εικοσιπέντε και κάτι




Σήμερα θέλω να κάνω μία σύντομη αναφορά στη στήλη «Εικοσιπέντε και κάτι» που διατηρεί ο καλός δημοσιογράφος περί μουσικών θεμάτων Σπύρος Αραβανής στο περιοδικό «Δίφωνο». Πρόσφατα τη διάβασα για πρώτη φορά, καθότι είμαι και επιπόλαιος αναγνώστης γενικά, αλλά και διαμένων στο εξωτερικό ειδικότερα. Πρώτη λοιπόν φορά αλλά όχι και τελευταία, καθώς οι δύο σελίδες του «Εικοσιπέντε και κάτι» στηλιτεύουν με λιτό και άκρως επιτυχημένο τρόπο τα κακώς κείμενα στο ελληνικό τραγούδι. Ταυτόχρονα, φωτίζουν με ευαισθησία πτυχές του μουσικού μας παρελθόντος, ενώ δεν αποφεύγουν να υιοθετούν πειστικά ό,τι φέρει υποσχέσεις για το μέλλον.

Τι διάβασα λοιπόν στο τεύχος Αυγούστου; Θραύσματα μιας γραφίδας με άποψη, που γνωρίζει και επικροτεί το ωραίο μέσα από π.χ. την αναφορά στο νέο δίσκο του Χρήστου Λεοντή και στην ιδιαίτερη φωνή του Νίκου Δημητράτου, τη σύντομη παρουσίαση του βιβλίου «Η ζωή μου ένα τραγούδι» του αείμνηστου Πάνου Γεραμάνη, και το σημείωμα μνήμης για τη Βίκυ Μοσχολιού. Θραύσματα όμως και ενός ουσιαστικού, κριτικού λόγου, με καυστικά σχόλια για το τραγούδι «Θα περιμένω εδώ» που αποκαλύπτει «τον Νταλάρα να χατζηγιαννίζει», για τη μόδα που επιβάλλει στους καλλιτέχνες να γιορτάζουν πρόωρα τα δέκα χρόνια παρουσίας τους, και για τα σκουπίδια τύπου Je t’ aime που «κοσμούν» τις μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων δίσκων.

Τη μεγαλύτερη εντύπωση όμως μου έκανε το σημείωμα για τους «Ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση. Αντιγράφουμε από το κείμενο του Σπύρου Αραβανή (Δίφωνο, Αύγουστος 2007, τ. 143, σελ. 70):
-----


Πάρε μια λέξη για να ζεις / και στρώσε τη ζωή σου. / Και φώναζε ολονυχτίς / που βρίσκει ο βασανιστής / νερό του παραδείσου. Στη στέρνα μας, αγαπητέ κύριε Μάνο Ελευθερίου. Στη στέρνα μας. Και εξηγώ: «Ήμουνα στη θέση αυτή σ’ όλες τις κυβερνήσεις και να ‘σαι σίγουρος πως θα ‘μια και ύστερα από αυτή. Γι’ αυτό μην έχεις καμία αμφιβολία». Φράση δια στόματος ανακριτή της χούντας, όπως την κατέγραψε ο Περικλής Κοροβέσης στο βιβλίο του Ανθρωποφύλακες, μια προσωπική του μαρτυρία για τα βασανιστήρια αυτής της περιόδου, που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ηλέκτρα. Ο ανακριτής φαίνεται, λοιπόν, να δικαιώνεται πέρα ως πέρα. Δεν έχασε τη θέση του, βρίσκεται πάντα στο ίδιο σημείο χρόνια τώρα, ασκώντας το ίδιο έργο. Μόνο που σήμερα, κύριε Κοροβέση δεν θα χρειαζόταν τόσο η δική σας μαρτυρία. Η κινητή τηλεφωνία και οι ανέσεις της, κάμερα, φωτογραφίες κ.λ.π. έχουν αρχίσει πια να κάνουν απόσβεση των χρημάτων τους. Σήμερα ο «πολιτισμένος» τρόπος ανάκρισης είναι ο ένας κρατούμενος να χτυπά τον άλλο και ο ασυνόμος να καταγράφει τη σκηνή με την κάμερα του τηλεφώνου του, ο δε «επιστημονικός» τρόπος γίνεται όντως επιστημονικά: τηλεανάκριση ονομάζεται και δεν ανοίγει ούτε μύτη.

Σπύρος Αραβανής


-----
Η διαχρονική τέχνη και η κοινωνική πραγματικότητα πάνε χέρι-χέρι, και το «Εικοσιπέντε και κάτι» φαίνεται να γνωρίζει και τα δύο πολύ καλά. Καλή συνέχεια λοιπόν.
ηρ.οικ.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2007

Συναυλία της Δανάης Παναγιωτοπούλου στον Κολωνό


Ανοιχτό θέατρο Κολωνού (Καπανέως και Αλεξανδρείας)
Λόφος Σκουζέ, Κολωνός


Το φεστιβάλ Κολωνού, την Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου, φιλοξενεί την Δανάη Παναγιωτοπούλου στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα στο ανοιχτό θέατρο Κολωνού 2 με 10 Σεπτεμβρίου.

Η Δανάη Παναγιωτοπούλου θα παρουσιάσει τραγούδια από το δίσκο της “Οίκος Αντοχής” που κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου, και προκάλεσε αίσθηση σε κοινό και κριτικούς, καθώς αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση από στιχουργικής αλλά και μουσικής άποψης. Με την ίδια ενορχηστρωτική λιτότητα και ακρίβεια, θα διανύσει μαζί με τους συνεργάτες της μια διαδρομή μέσα στο ελληνικό και διεθνές ρεπερτόριο της δεκαετίας του ’70 και του ΄80.

Μαζί της οι:

Άγγελος Αγγέλου πιάνο
Νίκος Παπαναστασίου ακκορντεόν, κιθάρα
Άγγελος Παπαδάτος κοντραμπάσο
Στράτος Σαμιώτης κρουστά
Ώρα προσέλευσης: 9:00
Είσοδος ελεύθερη

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2007

Συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου στον Σωτήρη Κακίση






Μάνος Ελευθερίου:
«Πού να ξαναβρείς στο δρόμο τον Τσιτσάνη;»



από τον ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ.


BHMagazino, τεύχος 349, 24 Ιουνίου 2007




Δεν μιλήσαμε ούτε Για τον Καιρό των Χρυσανθέμων του, ούτε για τη Γυναίκα που Πέθανε Δυό Φορές ειδικά. Δεν μιλήσαμε για τα βιβλία του τα σημαντικά, ούτε για την Ερμούπολη την αγαπημένη του, για το θέατρό της, για τη λογοτεχνία της. Ο Μάνος Ελευθερίου, τρυφερά απόμακρος και ιδιωτικός, ήρεμα συναισθηματικός και συγκινημένος, πιο πολύ για των άλλων, για των γύρω του τα ζητήματα και τις ζωές ενδιαφέρεται, μιλάει.
Οι στίχοι του όμως είναι πάντα στις καρδιές μας μέσα, από το Τρένο Φεύγει στις Οκτώ ως της Μπέλλου το Πιτσιρικάκι, κι η Θητεία του εντός μας συνεχίζεται ακούραστη προς το μέλλον. Αυτό το μέλλον ο ίδιος το σκέφτεται με την επίγνωση όλων όσων ο κόσμος κι η Ελλάδα έχουν περάσει, με ανησυχία μεγάλη πια, αλλά και μ’ εκείνη τη επίμονη των ισχυρών ανθρώπων αισιοδοξία, που από μέσα μας, από ένα τίποτα μπορεί ξαφνικά να ξαναγιγαντωθεί, να σωθεί και να σώσει :



-Πώς νοιώθει, κύριε Ελευθερίου, ένας άνθρωπος τόσο ανακατεμένος με την ποίηση, όταν ανακηρύσσεται σε συγγραφέα, σε πεζογράφο της χρονιάς;


Μάνος Ελευθερίου: Μα πεζογραφία κατ’ αρχήν, το ξέρετε, εγώ έγραφα πάντα, παράλληλα με την ποίηση. Το 1962 που κυκλοφόρησε η πρώτη μου ποιητική συλλογή εγώ ήδη έγραφα και διηγήματα, τα οποία τα έβγαλα το 1964. Μιλάω για το «Διευθυντήριο», από τις εκδόσεις Φέξη. Ήτανε μάλλον «καφκικά» εκείνα τα διηγήματά μου, αν και τον Κάφκα εδέησα να τον διαβάσω εγώ αργότερα. Τελοσπάντων, δεν είμαι και τόσο ουρανοκατέβατος στον πεζό λόγο.


-Ζείτε δηλαδή παράλληλες συγγραφικές ζωές, παραπάνω κι από ...δύο μάλιστα, αν συνυπολογίσουμε και τη μυθική σχεδόν πια στιχουργική σας επίδοση;
-Ας πούμε. Πάντα έτσι έκανα, πάντα έτσι κάνω. Και το ’65 πάλι ξανάβγαλα διηγήματα, μιάν άλλη συλλογή, δεύτερη. Κι από το ’69 έχω ξεκινήσει μιά τρίτη συλλογή, την οποία ελπίζω να βγάλω επιτέλους φέτος. Λέγεται « Η Μελαγχολία της Αθήνας μετά τις Ειδήσεις των Οκτώ»…

-Άρα δεν εκπλαγήκατε και τόσο με την εν λόγω τιμή. Δεν νοιώσατε πως αυτός ήταν ένας άλλος σας εαυτός, που δεν προηγείται της ποίησης.
-Όχι, όχι. Αυτό δεν μπορώ να το πω.


-Η Ελλάδα όμως ξέρει πιο πολύ τον Μάνο Ελευθερίου από τους στίχους, από τα τραγούδια. Μήπως διαφωνείτε και επ’ αυτού;


-Δεν με γνωρίζανε εμένα, τα τραγούδια μάλλον γνωρίζανε. Κι αυτό χάρη στους συνθέτες, αλλά, πιο πολύ ακόμα, χάρη στους τραγουδιστές. Αυτοί άλλωστε έχουνε τη μεγαλύτερη απήχηση στον κόσμο, κι από τους συνθέτες πιο πολλή. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι κι οι συνθέτες που «πουλάνε» ως ονόματα. Οι τραγουδιστές είναι οι φίρμες, κι αυτούς κυνηγάνε οι συνθέτες. Εγώ προσωπικά ήμουνα γνωστός ως «ονοματάκι», αν με θυμόταν και κανένας, όσον αφορά τα τραγούδια. Απόδειξη πως όλ’ αυτά τα σαράντα και χρόνια που έγραφα, ελάχιστες είναι οι συνεντεύξεις που έδωσα ως στιχουργός Μάνος Ελευθερίου.

-Καλό είν’ αυτό τώρα; Αυτή η κατάσταση δεν θυμίζει λίγο ...Χόλλυγουντ, «καινούργιο στην Ελλάδα», που τραγουδούσε κι η Σωτηρία Μπέλλου; Να μην ξέρει κανείς τους σκηνοθέτες, θέλω να πω, τους πίσω από τα καλά πράγματα;
-Είναι διεθνές θέμα αυτό, δεν μπορώ να πω. Αν κι οι μεγάλοι σκηνοθέτες τελικά μένουνε, πάντα θα μένουνε.

-Κατόπιν εορτής όμως, τις περισσότερες φορές.
-Ναι, αλλά μετά δεν θυμάται κανείς τα ονόματα ένα σωρό ηθοποιών, που θριάμβευαν μια φορά κι έναν καιρό. Προχτές έβλεπα ένα πολύ παλιό έργο, ήξερα τον σκηνοθέτη, αλλά, αν και παλαιότερος κι εγώ, κάνα-δυο μόνο ονόματα ηθοποιών θυμόμουνα. Πού να τα θυμόμαστε όμως κι όλα ; Πώς να απομνημονεύει ο άνθρωπος συνέχεια, όλο και περισσότερα πράγματα μια ζωή; Δεν γίνεται.


-Κάνει …delete το μυαλό μας, αλλά και το συλλογικό ενσυνείδητο μαζί;


-Ας πούμε. Βέβαια, βλέπω τώρα κάτι εκπομπές στην τηλεόραση, γνώσεων. Ομολογώ πως εδώ τα πράγματα είναι πια άγρια. Τα παιδιά δεν ξέρουν πια σχεδόν τίποτα. Είναι τα περισσότερα-

-Clueless; ...Τάμπουλε ράζε;
-Άγνωστες χώρες. Δεν έχουν ιδέα. Μα ιδέα!

-Παράξενη άρα εποχή. Πέρα από ποίηση και λογοτεχνία, πολύ πέρα, δεν έχει μπει πια ο κόσμος, και λόγω τηλεόρασης, σε πολύ βαθιά κι άγνωστα νερά;
-Εγώ θα πω πως η τηλεόραση ήταν απαραίτητη. Κι έκανε πολλά πράγματα γνωστά, που τ’ αγνοούσαν πριν ο κόσμος. Γνωρίσαμε με την τηλεόραση κι ανθρώπους ως τότε κρυφούς, μην ξεχνάτε. Ακούσαμε τη φωνή τους, είδαμε τα πρόσωπά τους επιτέλους. Ανθρώπων τα πρόσωπα, που δεν υπήρχε περίπτωση αλλιώς να τους πλησιάσουμε. Είδαμε και εικόνες, επίκαιρα ή την ίδια στιγμή ή συγκεντρωμένα πια σε ντοκυμαντέρ, γεγονότα σπουδαία εκτυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μας. Κι είδαμε κι εξομολογήσεις, σας ξαναλέω, ανθρώπων άπιαστων ως τότε για τον καθένα μας. Αλλά, παράλληλα-

-Έγινε και της ...τρελής;
-Φτάσαμε, όπου φτάσαμε. Περικυκλωθήκαμε από ανθρώπους που τα ξέρουν όλα, που όλα τα σφάζουν και όλα, κατά κυριολεξία, τα μαχαιρώνουν. Δεν μπορείς να είσαι και δικαστής και δικηγόρος συγχρόνως, και αρχιτέκτονας και μηχανικός και οικονομολόγος και κοινωνιολόγος, και, και, και. Αυτό είναι αδύνατο, παλαβό.

-Ο Στέφανος ο Κουμανούδης, ο μέγιστος αρχαιολόγος και δάσκαλος που δεν υπάρχει πια, έλεγε: « Κακός δημοσιογράφος είναι εκείνος που αγνοεί τα πάντα και έχει γνώμη περί πάντων ».
-Πέρισι, πρόπερσι, εγώ θυμάμαι έναν τέτοιον στην τηλεόραση να ωρύεται εναντίον ενός επιστήμονα, ο οποίος τόλμησε να πει πως, για ν’ απαντηθεί μια ερώτηση επί κάποιου θέματος, θα χρειαζότανε έρευνα κάποιου χρόνου. «-Και πότε θα ξέρουμε, δηλαδή;», ούρλιαζε ο άλλος. «Γιατί δεν μας λέτε τώρα; Σας ερωτώ ευθέως ! ». Κι έβλεπες εναν σπουδαίο επιστήμονα να προπηλακίζεται ουσιαστικά και να στέκεται προσοχή μπροστά σ’ ένα πλάσμα άθλιο, να ανακρίνεται ενώπιον του πανελληνίου με τον πιο χυδαίο τρόπο. Εδώ, στο βασίλειο του άρπα-κόλα...


-Από τη δεκαετία του ’60 άρα ας πούμε, που η Ελλάδα παρουσίαζε και μια πνευματικότητα ενδιαφέρουσα, πώς φτάσαμε σ’ αυτό το τόσο δυσμενές σημείο, όπου όλα μοιάζουν να γονατίζουν ενώπιον μιάς τόσο ελαττωματικής τηλεοπτικής υπερεξουσίας;


-Η δεκαετία του ’60 που λέτε, δεν ήταν καθόλου εύκολη η εποχή. Γινόντουσαν και τότε φοβερά και τρομερά πράγματα. Ακόμα υπήρχανε άνθρωποι σε εξορία, σε φυλακές. Τότε, ακόμα και για ν’ αποκτήσεις τηλέφωνο έπρεπε να παρουσιάσεις χαρτί κοινωνικών φρονημάτων. Κι ύστερα ήρθε κι η Δικτατορία, που μας ξαναπήγε πίσω πολύ. Κι ας μη σκοτώσανε αυτοί και τόσο, όπως άλλοι στον υπόλοιπο κόσμο.

-Κατέστρεψαν μόνο Ελλάδα και Κύπρο, μέχρι να καταστραφούν κι αυτοί.
-Ναι. Αλλά όντως μέχρι το ’67, μπορώ να πω κι εγώ που έζησα μετά το στρατιωτικό μου στην Αθήνα, υπήρξε μια περίοδος ανάτασης για τους περισσότερους. Πράγματι ο κόσμος ήλπιζε τότε σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Υπήρχε κι ελπίδα παγκόσμια για κάτι τέτοιο. Βέβαια, ενώ γινόντουσαν ακόμα απίστευτα πράγματα και στην Αμερική και στην τότε Σοβιετική Ένωση, τα πολύ κακά πράγματα απωσιοπούντο. Ας πήγαιναν σύννεφο οι εκτελέσεις ακόμα σε μέρη διάφορα. Ας συνεχίζονταν και μετά το θάνατο του Στάλιν πάρα πολλά. Αλλά η γραμμή του Κόμματος δεν επέτρεπε παρεκκλίσεις. Και πηγαίναμε, νέοι άνθρωποι, ιδεαλιστές και μη-οργανωμένοι αλλά συμπαθούντες την Αριστερά, σαν πρόβατα επί σφαγή συχνά.

-Νομίζοντας πως ξέρετε χωρίς να ξέρετε διάφορα;
-Υποπτευόμασταν, αλλά άπαξ και τολμούσαμε να πούμε αυτά που υποπτευόμασταν, μας κοιτούσαν οι άλλοι ως παράφρονες. Σαν προδότες. Αλλά για τα πνευματικά μας πράγματα, ξέρετε τότε, Σωτήρη, δεν υπήρχε μόνο η « παρέα του Βυζαντίου » ή του « Φλόκα » αργότερα, η περιλάλητη εκείνη, με Γκάτσο, Χατζιδάκι, Ελύτη και τους άλλους. Υπήρχαν, ζούσαν ακόμα πολλοί σημαντικοί άνθρωποι ακόμα, της Γενιάς του ’30. Περπατούσες στο δρόμο, και συναντούσες, θέλω να πω, μυθικά πρόσωπα. Θαύμαζες έναν άνθρωπο, από τα γραπτά, από τις μουσικές, από την πνευματική του προσφορά, και τον πετύχαινες κάπου, κι αγωνιούσες να γίνεις φίλος του, να δεχτεί να σε κάνει παρέα. Εγώ π.χ. νέος τότε συνδέθηκα και με τον Τσαρούχη, και με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Κι έγινα πολύ φίλος τους ως το τέλος. Ξέρετε τι σήμαινε τότε Γκίκας;

-Για όποιον ήξερε, φαντάζομαι, πολλά.
-Ζούσε ο Θεοδωρακόπουλος, ο Παναγιώτης ο Κανελλόπουλος. Η Παξινού, ο Μινωτής, ανεβάζανε παραστάσεις εκπληκτικές. Στον Ορφέα γινόντουσαν συναυλίες Κυριακάτικες. Με τα κυάλια κι εγώ, σ’ όλες τις παραστάσεις, σ’ όλες τις συναυλίες στο Ηρώδειο, έβλεπα για πρώτη φορά κάτω στους επισήμους τις μορφές των πολιτικών, των μεγάλων εκείνης της εποχής. Ο Κανελλόπουλος στην πρώτη σειρά πάντα, σ’ όλες τις συναυλίες...

-Κι οι πολιτικοί μετείχαν της πνευματικής ζωής λίγο περισσότερο απ’ όσο σήμερα;
-Ναι. Τουλάχιστον τον τιμούσαν δημόσια τον πολιτισμό, και είχαν και προσωπικές σχέσεις με καλλιτέχνες και δημιουργούς. Ομοτράπεζοι ήσαν ο Καραμανλής με τον Χατζιδάκι, με τον Χορν. Ύστερα, πού να ξαναβρείς σήμερα στο δρόμο τον Τσιτσάνη, να ζει, να υπάρχει; Έτσι τον θυμάμαι μια φορά στην Ακαδημίας, να θέλει ν’ αγοράσει ένα πουκάμισο. Να κοιτάει απέξω τη βιτρίνα. Τον είχα ξαναδεί και μια φορά στην Πλάκα, πάλι θυμάμαι, μ’ ένα ωραίο, πράσινο ...ση-θρού πουκάμισο. Μπορεί να ‘ταν κι αυτό που κοίταζε την άλλη φορά, ποιός ξέρει;


-Μιλάμε για εποχές ανθρώπινες, αληθινές, με γλυκά πάθη;


-Τότε περίπου γνώρισα και τον Θεοδωράκη, το ’65. Στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής, στη Σόλωνος. Του είπα: «-Να σας στείλω μερικά τραγούδια μου; Τα θέλετε;». «-Με όλη μου την καρδιά ! », μου απάντησε. Του τα πήγε, λοιπόν, δώδεκα τραγούδια πού ‘χα γράψει εγώ στο στρατό, ο Φώντας ο Λάδης. Το « Τρένο Φεύγει στις Οκτώ », τη «Νυχτερίδα» και τ’ άλλα-

-Τα γνωστά αριστουργήματα...
-Τα μελοποίησε ο Θεοδωράκης. Και μια μέρα βλέπω τον Μιχάλη τον Παπανικολάου τον σκηνοθέτη, και μου λέει, «-Χτες το βράδυ ήμασταν στη Νέα Σμύρνη στον Θεοδωράκη, και μας έπαιξε στο πιάνο τα τραγούδια σου ».


-Τόσο απλά.


-Και συναντηθήκαμε μετά στο Σύλλογο πάλι, μαζί ήταν ο Μίκης με τη Μαρία τη Φαραντούρη, ένα λιγνό πλάσμα σαν ...μπιαφράκι τότε, και μας πρόλαβε η ...Δικτατορία μετά. Και βγήκανε το ’71 στο εξωτερικό, το ’71 που γνώρισα όμως εγώ εδώ και το Δήμο Μούτση.


-Και τραβήξατε και μ’ αυτόν την ανηφόρα, με τον « Άγιο Φεβρουάριό » σας. Τότε οι συνθέτες τους ποιητές τους κάνανε παρέα, δεν τους απέφευγαν επιμελώς.


-Ναι. Εγώ μάλιστα καλόπεσα, θα ‘λεγα, με Θεοδωράκη και Μούτση, αλλά και με Γιάννη Μαρκόπουλο μετά, με τη « Θητεία ».

-Και με Χατζιδάκι όμως, με όλους σχεδόν.
-Στη Λήδρα με τον Μαρκόπουλο στην Πλάκα γινότανε χαμός. Και μπλέξαμε και με τη λογοκρισία. Και δεν μας αφήνανε να βάλουμε « του λαού », και λέει ο Μαρκόπουλος, «-Τι να βάλουμε τότε, « του ...λαγού »;».


-Τα ξέρουν κι οι νέοι τα τραγούδια αυτά, τα λένε, τα θυμούνται. Ενώ δεν θυμούνται περσινά τραγούδια, φετεινά.


-Και τότε υπήρχανε πολύ κακά τραγούδια. Πάρα πολύ κακά μάλιστα. Τα κακά τραγούδια πάντα θα υπάρχουνε. Η διαφορά είναι πως σήμερα, λόγω της γενικής κατάστασης, γίνεται μιά φοβερή επικάλυψη των καλών τραγουδιών από τα κακά, και δεν μπορεί ο κόσμος να φτάσει, να ξεχωρίσει τα διαμάντια, τα διαφορετικά. Ενώ τότε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επιπλέανε συνήθως τα καλά τραγούδια.

-Δεν είναι καλό να γκρινιάζει κανείς, αλλά όλη αυτή η πνευματική σύγχυση, που στη χώρα μας έχει πάρει πια διαστάσεις ανοικονόμητες, πού θα πάει λέτε; Και πέρα από το τραγούδι, αν θέλετε να μας πείτε, στο κάθε τι, το «εδώ και τώρα» μεγαλόφωνο.
-Αυτή τη στιγμή από την Ελλάδα εγώ νομίζω πως απουσιάζουν οι μεγάλες προσωπικότητες. Κι ο Θεοδωράκης, που παλιότερα κατόρθωνε και ήτανε σ’ εκατό μεριές συγχρόνως, σήμερα πια, λόγω ηλικίας, αναγκαστικά κι αυτός δυσκολεύεται. Όμως, η μανιακή σχεδόν προσήλωσή του στους ποιητές δεν είναι, δεν υπήρξε ποτέ, καθόλου αστεία υπόθεση. Ούτε από σκέρτσο το έκανε, ούτε από νάζι. Από πραγματική αγάπη προς την ποίηση το έκανε. Κατάφερε μάλιστα να φτιάξει λαϊκά τραγούδια με ποιήματα, και να βγάζουν και χρήματα αυτά τα τραγούδια, πιο πολλά κι από τ’ άλλα, τα καθεαυτό λαϊκά πολλές φορές.

-Με ποίηση Τάσου Λειβαδίτη εξαίρετη, υψηλή. Υπάρχει ποίηση σήμερα, κύριε Ελευθερίου;
-Ναι. Υπάρχει. Εσείς το ρωτάτε αυτό;

-Το ρωτάω όσον αφορά ίσως και στην εσωστρέφεια τη διαρκή πια των ανθρώπων και των δημιουργών.
-Εγώ, λοιπόν, πιστεύω πως πιο πολύς κόσμος σήμερα ατομικά κατευθύνεται προς τα ποιήματα και την ποίηση. Ας λένε τα νούμερα κι οι απέξω διάφοροι.

-Γιατί το λέτε αυτό; Επειδή δεν υπάρχει πια στόμφος στην καλή ποιητική πια;
-Και γι’ αυτό, βέβαια. Οι παλιοί ποιητές μάλιστα απαγγέλλανε με τον στόμφο των τότε δραματικών ηθοποιών, κάτι που σήμερα, σ’ εποχή τέτοιας σιωπής, απωθεί, ξενίζει.

-Μόνο ο Νίκος ο Εγγονόπουλος, πιστεύω εγώ, σώζεται στην απαγγελία ως στομφώδης, λόγω άριστης εγγράφου επίδοσης και λόγω, βέβαια, σωστής δόσης υπερεαλισμού.
-Ας πούμε. Σ’ ένα επίπεδο. Μην πούμε και για τον Άγγελο Σικελιανό, που εγώ ο ίδιος κάποτε έσωσα τη φωνή του από ένα αρχαίο μαγνητόφωνο του Ηλία Βενέζη, και βγήκε ο δίσκος στη Λύρα του Πατσιφά. Μην πούμε και για Βάρναλη ν’ απαγγέλλει, τρελαίνεται κανείς... ‘Η για Παλαμά. Παναγία μου, Χριστέ μου ! Τελοσπάντων, ξεφύγαμε.

-Τι να κάνουμε, άρα, σήμερα, για να μην κρύβεται, για να μη φυγοδικεί έτσι το καλό;
-Ξέρω ‘γώ; Να γίνουνε παιδικές χαρές οι ταράτσες των πολυκατοικιών... Αλλά ποιός δίνει πια την περιουσία του για το κοινό καλό; Υπάρχουν και σήμερα πλούσιοι, κι ας μην είναι ίσως της εκτός συναγωνισμού τάξης του Σίνα, του Ζάππα, του Αβέρωφ, του Συγγρού. Κάποιοι, ναι, χορηγούν, συντηρούν και ιδρύματα χωρίς φανφάρες και πολλά-πολλά. Και δεν διαδίδουν το καλό που κάνουν.

-Καλό είναι κι αυτό. Εσείς άρα εντοπίζετε το πρόβλημά μας το σημερινό και στην έξαρση του ατομισμού. Τι σας επιτρέπει όμως η ποίηση η δική σας να διαδείτε για το μέλλον μας, για το μετά;
-Το σκέφτομαι το μέλλον των νέων παιδιών, πού πάνε, πού τους πάνε, πού τους οδηγήσαμε. Τι κόσμος είναι πια αυτός, μες στον τρόμο και στη διαρκή καταστροφή; Πού είναι οι μεγάλες προσωπικότητες που λέγαμε, να αντιστρέψουν τις τύχες λαών ολόκληρων, προς το θετικό;

-‘Η προς το αρνητικό επίσης, μια φορά κι έναν καιρό.
-Ναι. Αλήθεια ήταν κι αυτό. Αλλά κάτι υπήρχε πιο άμεσο, πιο προσωπικό. Πώς θα γίνονται κι οι πόλεμοι αύριο-μεθαύριο; Μόνο με κουμπιά; Τι καταργήσαμε; Τι καταργείται πια τελείως;

-Μήπως καταργείται ο άνθρωπος, ο με σάρκα και οστά, ο έχων λόγο, μεγάλο ή μικρό;
-Κι αυτό, κι αυτό. Θα υπάρχουν ίσως μόνο μηχανήματα δολοφονικά, μέσα από γραφεία, μέσα από καταφύγια κρυφά; Θα πατιώνται τα κουμπιά, και θα τρέχουμε πια όλοι, όπως τώρα στο Ιράκ, σαν τρελοί;


-Τραγικότερο του τραγικού δεν μοιάζει αυτό;


-Εφιαλτικό, και σαν σενάριο, και σαν ζωή. Χωρίς πια ίχνος αντίστασης άμεσης, χωρίς κανενός είδους λεβεντιά. Ποιός ξέρει όμως; Κι ο Μέγας Αλέξανδρος αν είχε οπλοπολυβόλα, ίσως να μην είχε αφήσει πέτρα πάνω στην πέτρα, και να μη μιλούσαμε τώρα για πολιτιστικές ανταλλαγές και συγχώνευση λαών.

-Να που όμως κάτι τέτοιο έγινε στο Ιράκ που είπατε, με τους αμερικανούς κατά τη γνώμη τους εκτός συναγωνισμού, αλλά με την αντίσταση να μη λέει να πάψει. Μπλέξανε.
-Καταφέρανε με τα πολλά να ...υψώσουνε νέο Βιετνάμ. Αν και στο Βιετνάμ είχανε να κάνουνε με τη συσπειρωμένη ψυχή ενός λαού, ενώ στο Ιράκ ο εμφύλιος είναι προ των πυλών. Θα τους αφήσουνε στο τέλος να σφαχτούνε μεταξύ τους, όπως μας άφησαν κι εμάς κάποτε έκθετους μετά το ’44, και περάσαμε όσα τρομερά περάσαμε.

-Κι ο Μάνος Ελευθερίου, ο ποιητής;
-« Ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες, κι αναρωτιέται: υπάρχουν άραγε; ». Να κάνει κανείς τι; Με στίχους; Με τραγούδια; Τι λέτε, να βρούμε και μια σύγχρονη Σοφία Βέμπο, να μας οδηγήσει στον πόλεμο ηρωικά;

-Στην ειρήνη;
-Τα ίδια είναι σχεδόν πια αυτά τα δύο. Αλλά, το ξέρετε, ο έρωτας -και το τραγούδι μαζί του- πάντα άνθιζε στα δύσκολα, πιο πολύ μάλιστα και πιο καλά. Γιατί όχι και τώρα; Γιατί όχι κι αύριο; Γιατί όχι και μετά;



(INFO: Ο Μάνος Ελευθερίου το 2004 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το έργο του Ο Καιρός των Χρυσανθέμων. Ως στιχουργός έχει στο ενεργητικό του περίπου 400 τραγούδια, και έχει συνεργαστεί με όλους σχεδόν τους Έλληνες συνθέτες).


Πέμπτη 23 Αυγούστου 2007

Η συμβουλή της Αρλέτας




Πολύ ενδιαφέρουσα η συνέντευξη του Χρήστου Θηβαίου στον Άρη Σκιαδόπουλο και την εκπομπή «Δρόμοι» της ΕΤ1, την Τρίτη 8 Αυγούστου. Κρατάμε τρία σημεία από όσα με περίσσια ευαισθησία είπε ο τραγουδοποιός. Τα δύο, σαφώς αλληλένδετα:

«Η μεγαλύτερη περιουσία του ανθρώπου είναι η συνέπεια και οι φίλοι του».

«Τελικά, ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια, το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου είναι οι άλλοι».

Και το τρίτο, το τι είπε η Αρλέτα (φώτο από www.hridanos.gr) στον Θηβαίο όταν άκουσε για πρώτη φορά το demo του συγκροτήματος «Συνήθεις Ύποπτοι»:

«Παιδί μου, έχεις ταλέντο αλλά δεν μ’ ενδιαφέρει. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι τι θα κάνεις με αυτό».

Τρίτη 21 Αυγούστου 2007

"Έφυγε" η Μάρω Λοΐζου




Η Μάρω Λοΐζου, η συγγραφέας που πρωτίστως αγάπησε τα παιδιά και σ' έναν κόσμο αντιποιητικό έγραψε παιδικά βιβλία στα οποία διέσωζε και την ποίηση, η σύζυγος του «πρίγκιπα» Μάνου Λοΐζου, η ευαίσθητη κοινωνικά, πολιτικοποιημένη, αριστερή γυναίκα, έσβησε χθες το μεσημέρι στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο. Ήταν 67 ετών. Η κηδεία της θα γίνει αύριο στις 11 το πρωί, στο Κοιμητήριο Παπάγου.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου του 1940. Η αίσθηση της κοινωνικής αδικίας την ώθησε από πολύ νωρίς (στα 20 χρόνια της) να συμμετάσχει μαζί με άλλους πρωτοπόρους καλλιτέχνες σε αγωνιστικές πολιτιστικές δραστηριότητες. Τρεις ποιητικές συλλογές και στίχοι της μελοποιήθηκαν και έγιναν τραγούδια και ποιήματα που απαγγέλλονταν σε δημόσιους χώρους.

Το 1965 παντρεύεται τον συνθέτη Μάνο Λοΐζο, «τον πρώτο μου -όπως έλεγε- έρωτα», με τον οποίο τον επόμενο χρόνο αποκτούν τη μοναχοκόρη τους Μυρσίνη. Από τότε η Λοΐζου αφοσιώνεται στην παιδική λογοτεχνία, πραγματοποιώντας παράλληλα ανάλογες εκπομπές για παιδιά στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Πάντα, σε οτιδήποτε κι αν έκανε μετάγγιζε την ποίηση και τον ιδεαλισμό της.

Από το 1974, οπότε δημοσίευσε το πρώτο της βιβλίο για παιδιά, εξέδωσε συνολικά 35 έργα. Από τα πιο γνωστά και χαρακτηριστικά του τρόπου που αντιλαμβανόταν την παιδική λογοτεχνία είναι η τετραλογία «Μήπως είδατε τον Αόρατο;» (εκδόσεις «Πατάκη»), επίσης η τετραλογία «Τρέχει-Τρέχει», όπου προσεγγίζονται τα φυσικά φαινόμενα και αποτυπώνεται ο αντίκτυπός τους στα ανθρώπινα αισθήματα, και η δεκάτομη σειρά «Το Θαύμα του Κόσμου», που έχει στόχο τη μύηση του μικρού αναγνώστη στην ποίηση του κόσμου: από τη δημιουργία του Σύμπαντος έως τη σύγχρονη Οικολογία. Αξιοσημείωτη είναι και η σειρά βιβλίων «Ένα παραμύθι μια χώρα», ιστορίες και μυθιστορήματα (από τον «Κέδρο»), όπου μέσα από διάσπαρτους μύθους και λαϊκές αφηγήσεις από διάφορες χώρες (Ιταλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ρωσία, Καναδάς, Βραζιλία, Αίγυπτος, Ινδία, Ιράν), διοχετεύεται στον μικρό αναγνώστη η αγάπη για το «Άλλο» και ο σεβασμός στον διαφορετικό πολιτισμό.

Δεν είναι τυχαίο που πολλά βιβλία της έχουν βραβευτεί με ειδικά βραβεία και έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης παιδοψυχολόγων. Το 1995 η Μάρω Λοΐζου τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας και το 1988 ήταν υποψήφια της χώρας για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν. Το 1998 η Πολιτεία, ως ελάχιστη αναγνώριση του έργου της, της χορήγησε τιμητική καλλιτεχνική σύνταξη. Έξι βιβλία της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα ολλανδικά.

Ένας προσηνής, γλυκός άνθρωπος με το χαμόγελο στα χείλη ήταν πάντα η Μάρω Λοΐζου. «Δεν πιστεύω στη θυσία. Πιστεύω στην αγάπη», έλεγε η συγγραφέας, και το έκανε πράξη μέσα από το λυρικό, ποιητικό, τρυφερό, εικονοκλαστικό πεζογραφικό λόγο της. «Το παραμύθι δεν το χρησιμοποιώ - το έχω εικόνισμα και το προσκυνάω», διαπίστωνε σε συνέντευξή της στη «Ε» και τη Ναταλί Χατζηαντωνίου. «Χρησιμοποιώ όμως τον παραμυθικό λόγο ως εκφραστικό μέσον για να δημιουργήσω την τέχνη μου, όπως ο τραγουδοποιός τα μουσικά του όργανα ή ο ζωγράφος τα παστέλ του. Άλλωστε δεν καταλαβαίνω αυτή την αντιδιαστολή ανάμεσα στο παραμύθι και την αλήθεια».

Πρώτος και μεγάλος έρωτάς της ήταν ο Μάνος Λοΐζος. «Πέρα όμως από αυτό το να ζεις πλάι σε έναν τόσο χαρισματικό άνθρωπο και δημιουργό, ήταν πράγματι ευλογία Θεού», πρόσθετε στην ίδια συνέντευξη στην «Ε». «Ωστόσο δεν ήμασταν μόνοι οι δυο μας. Ήμασταν πάντα μέλη επαναστατικών ομάδων κι αυτό νομίζω πάνω από όλα καθόρισε τη ζωή και την εξέλιξή μας. Μην ξεχνάτε πως είμαστε παιδιά της δεκαετίας του '60. Η παρουσία του Μάνου σταθερά επηρεάζει τη ζωή μας, τη δική μου, της κόρης μας Μυρσίνης και πολλών άλλων Ελλήνων, ακόμα και σήμερα που εκείνος δεν βρίσκεται ανάμεσά μας -τουλάχιστον όχι με το υλικό του σώμα...».

ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 21/08/2007

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2007

Δεν τρώμε κουτόχορτο, ω εταιρεία!




Πρόσφατα έτυχε να περάσουμε από το "Ελ. Βενιζέλος" για να ξεπροβοδίσουμε ένα φίλο. Μπαίνοντας στο δισκοπωλείο γνωστής αλυσίδας που είναι στον όροφο της αίθουσας αναχωρήσεων, πέσαμε μπροστά σε μία τεράστια αφίσα με τη φωτογραφία του Γιώργου Νταλάρα και τη φράση (με μεγάλους, τονισμένους χαρακτήρες): «Ο Γιώργος Νταλάρας τραγουδάει Μάνο Λοΐζο». Ωραία, και που είναι πρόβλημα θα μας πείτε;

Μα, πολύ απλά στο ότι ο Γιώργος Νταλάρας ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Λοΐζο, αλλά απλά ΕΠΑΝΕΚΔΙΔΕΙ τα τραγούδια του Λοΐζου που ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ είκοσι και τριάντα χρόνια πριν. Μικρή αλλά σημαντική λεπτομέρεια…Με άλλα λόγια, ο δίσκος έχει βαπτιστεί παραπλανητικά με τέτοιο τρόπο ώστε να νομίζεις ότι ο Νταλάρας τραγουδάει
ξανά Λοΐζο, σε καινούργιες εκτελέσεις ή σε τραγούδια που δεν είχε τραγουδήσει παλαιότερα. Και πράγματι, ένα τέτοιο εγχείρημα θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, να ακούσουμε δηλαδή μία φρέσκια πρόταση πάνω στον Λοΐζο και στο μεγάλο έργο που άφησε τόσο πρόωρα πίσω του. Αμ δε, που τέτοια! Τις εκτελέσεις του ’70 και του ’80 που τραγούδησε όλη η Ελλάδα, τις πήρε η εταιρεία παραγωγής το έτος 2007 και τις βάφτισε «Ο Γιώργος Νταλάρας τραγουδάει Μάνο Λοΐζο». Η κοροϊδία είναι τέτοιου μεγέθους ώστε το ένα από τα δύο CD (διπλό CD παρακαλώ) να περιέχει απλά το γνωστό δίσκο «Τα τραγούδια μας» σε στίχους του διακεκριμένου συγγραφέα Φώντα Λάδη. Πράγματι είναι άξια θαυμασμού αυτά που σκαρφίζονται οι πωλητές των εταιρειών για να περισώσουν τα κέρδη τους. Και άσε τον ακροατή να κουρεύεται, δηλαδή να πληρώνει 25 Ευρώ από το υστέρημά του για να ακούσει τραγούδια που – το πιθανότερο είναι ότι – τα διαθέτει ήδη στη δισκοθήκη του.

Τίτλοι με τη μορφή [Ο/η «χ» τραγουδάει «ψ»] υπάρχουν πολλοί στην ελληνική δισκογραφία. Κάποιοι από αυτούς τους δίσκους είναι πραγματικά κοσμήματα. Να θυμίσουμε το «Η Βίκυ Μοσχολιού τραγουδάει Γιάννη Σπανό»; Ή το «Η Μαρία Φαραντούρη τραγουδά Lucio Dalla»; Ή το «Η Νένα Βενετσάνου τραγουδάει Μάνο Χατζιδάκι»; Κοινός παρονομαστής όλων των δίσκων με αυτή τη φόρμα τίτλου είναι ότι τα τραγούδια είτε ήταν καινούργια, είτε παρουσιάζονταν για πρώτη φορά με τη συγκεκριμένη ενορχήστρωση και τον συγκεκριμένο εκτελεστή. Αποτελεί ιστορική πρωτοτυπία η έκδοση δίσκου με αυτόν τον τίτλο αλλά με «ξαναζεσταμένο φαγητό». Και φυσικά, οι τρεις ανέκδοτες εκτελέσεις που περιέχονται στο CD δε φτάνουν για να χωνέψουμε αυτό το φαγητό. Ας έβγαζαν CD single με τα τρία αυτά ανέκδοτα τραγούδια, καθαρά και ξάστερα.

Στις διακοπές, καλός φίλος μας διηγήθηκε πως έσπευσε να αγοράσει το συγκεκριμένο CD, νομίζοντας φυσιολογικά ότι θα άκουγε καινούργιο υλικό. Αντί αυτού βρήκε τραγούδια που είχε ήδη στη συλλογή του, ένα προς ένα (πλην φυσικά των τριών ανέκδοτων του δίσκου). Το παιδί δεν ήξερε τι να κάνει για να βρει το δίκιο του. Πόσο έντιμο είναι αυτό; Ποιοι και γιατί εκμεταλλεύονται με τέτοιο άκομψο τρόπο, ως εργολαβία, την κληρονομιά του Μάνου Λοΐζου (χωρίς καν να βάζουν τη φωτογραφία του στο εξώφυλλο του δίσκου); Πόσα κιλά κουτόχορτο νομίζουν κάποιοι ότι τρώμε;
ηρ.οικ.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2007

Επίσκεψη στο Μουσείο Μάρκου Βαμβακάρη




Το τέλος του Ιουλίου μας βρήκε στη Σύρο, στο φιλόξενο σπίτι της Ειρήνης στην Ερμούπολη (ρωτήστε και βρείτε το, βρίσκεται κοντά στον Άγιο Νικόλαο και είναι αξιοθέατο από μόνο του χάρις στο λεπτό γούστο και την αισθητική της οικοδέσποινας). Συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου, βρεθήκαμε σε ένα νησί όχι μόνο ιδιαίτερα όμορφο, αλλά και με μεγάλη μουσική παράδοση. Πιστοί στα ιστολογιακά μας καθήκοντα, έχοντας χωνέψει πλέον τα τηγανητά καλαμαράκια και τις χωριάτικες σαλάτες, σας στέλνουμε μία ανταπόκριση από το Μουσείο Μάρκου Βαμβακάρη.

Στη φωτογραφία βλέπουμε την είσοδο του μουσείου και την Ανναλύν από το Βέλγιο, η οποία περίμενε υπομονετικά τη σειρά της για να μπει. Σε άπταιστα ελληνικά, μας είπε ότι θαυμάζει την ελληνική μουσική, και ιδιαίτερα το ρεμπέτικο τραγούδι. Τι κρύβει λοιπόν αυτός ο χώρος για να τον επισκέπτεται κάποιος από τόσο μακριά; Μα φυσικά τη θύμηση του Μάρκου Βαμβακάρη. Το μουσείο ιδρύθηκε το 1995, στην Άνω Σύρο, την όμορφη συνοικία που αγναντεύει την Ερμούπολη από το λόφο του Σαν Τζώρτζη. Στεγασμένο σε ένα παλιό, ανακαινισμένο σπίτι, φιλοξενεί κάποια εκθέματα σχετικά με τη ζωή του μεγάλου ρεμπέτη. Τι περιμένει τον επισκέπτη; Καταρχήν, η χαμογελαστή Μανταλένα. Όπως μας είπε, γεννήθηκε στη Σύρο και πλέον σπουδάζει στον Πειραιά αλλά τα καλοκαίρια επιστρέφει στο νησί και απασχολείται στο μουσείο. Αν ζούσε ο Μάρκος και την έβλεπε να φυλάει τα προσωπικά του αντικείμενα και να αλλάζει πλευρά στην κασέτα με τα όμορφα τραγούδια του, θα έγραφε ίσως ένα τραγούδι και για αυτήν. Εξάλλου η διαδρομή της από τη Σύρο στον Πειραιά θα είχε πολλά να του θυμίσει. Ο Μάρκος γεννήθηκε το 1905 στην Άνω Σύρο και έζησε εκεί τα πρώτα χρόνια της ζωής του, πριν φύγει στον Πειραιά αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Το μέλλον αυτό το βρήκε, αλλά τη Σύρο δεν τη ξέχασε ποτέ και επέστρεφε σε αυτήν όποτε μπορούσε.

Τα εκθέματα στο δωμάτιο, δωρεά της οικογένειας του Βαμβακάρη, ταξιδεύουν τον επισκέπτη σε ονειρικά μονοπάτια: βαλίτσες, αφίσες, γραμμόφωνα, ρούχα, παπούτσια, αποκόμματα εφημερίδων και βιβλία για τον Μάρκο, το κομπολόι του, εξώφυλλα δίσκων, προσωπικές σημειώσεις, ακόμα και η ταυτότητά από το «Σωματείον Εκδορέων». Και βέβαια, φωτογραφίες στους τοίχους, με τη γυναίκα του Ευαγγελία Βαμβακάρη, με την οικογένειά του στο πάλκο, και με τους άλλους ρεμπέτες της εποχής του, τον Ρούκουνα, τον Παπαϊωάννου, τον Χατζηχρήστο, την Μπέλλου.

Και ο Μάρκος; Τον Μάρκο και τη φιλοσοφία του τους βρήκαμε αποτυπωμένους σε κάτι ανορθόγραφους αλλά βαθιά αληθινούς στίχους του, πάνω σε ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί:

1. Αν μαξιοσι ο Θεος λεπτα και αποκτοισο
θαγόραζα ένα κοτερο τον κοσμο να γιριζο.
2. Οπου ηπιρχαν ομορφες μαζί τους θα γλεντουσα
και οσους φτοχους εγνοριζα θα τονεβοιθουσα

Στη μέση του δωματίου ένα τραπεζάκι, μία καρέκλα και ένα ανοιγμένο τετράδιο προσκαλούν τον επισκέπτη να αφήσει μία-δυο λέξεις. Λαθραία σταχυολογήσαμε μερικές από τις σκέψεις αυτών που ήρθαν και θέλησαν να αφήσουν ένα κομμάτι τους στο βράχο της Άνω Σύρου:
«Πολύ θα ήθελα να ζούσα τον καιρό σου να σε άκουγα και να έπινα μαζί σου»
«Τα τραγούδια σου είναι αξέχαστα. Θα ‘θελα να σε γνώριζα από κοντά»

«Χιώτη μάθαμε να παίζουμε, ΜΑΡΚΟ ακόμα δεν καταφέρνουμε όπως πρέπει»
«Γεια σου μεγάλε ρεμπέτη Μάρκο Βαμβακάρη πάντα θα ‘σαι αθάνατος»
«Καλλίτερα που δεν ζεις να δεις τα χάλια της μουσικής που παρέδωσες»

«Χαίρομαι που με αξίωσε ο θεός να δω τα μουσικά μονοπάτια του εδώ στην Άνω Σύρα»

«Μάρκο, πόσο όμορφη ήταν η Φραγκοσυριανή; Ελπίζουμε να σου κρατάει καλή συντροφιά στον παράδεισο»

«Βρεθήκαμε στο σπίτι του Βαμβακάρη βλέποντας τα προσωπικά του αντικείμενα και το γεγονός αυτό μας προκάλεσε απεριόριστη συγκίνηση. Είμαστε νέα παιδιά και προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανή τη ρεμπέτικη μελωδία»

«Εμείς μεγαλώσαμε δύσκολα και ευχάριστα. Τα παιδιά μας ελπίζουμε να σε ακούν για να ζήσουν μόνον ευχάριστα».

“Het was interressant om te zien waar Βαμβακάρη gewoond heft…Zijn muziek leeft ook nog verder in Belgie”

[«Ήταν ενδιαφέρον που είδαμε το μέρος όπου έζησε ο Βαμβακάρης…Η μουσική του ζει ακόμα στο Βέλγιο»]

Πριν φύγουμε, ρίξαμε μια ματιά σε κάτι φωτοτυπίες εφημερίδων, απλωμένες πάνω σε ένα λευκό καναπέ. Αναφέρονταν όλες στο θάνατο του Μάρκου. Σε ένα άρθρο του Φρέντυ Γερμανού («Συννεφιασμένες Κυριακές», Απογευματινή, 12 Φεβρουαρίου 1972) διαβάσαμε τα παρακάτω λόγια του Βαμβακάρη:

Ένα είναι το αληθινό τραγούδι. Αυτό που γεννιέται απ’ τον πόνο…Δεν μπορείς να κάτσεις στο σπίτι σου και να πεις: «Τώρα θα γράψω λαϊκό τραγούδι». Ο πόνος σου κλείνει ραντεβού. Δεν το βρίσκεις στο σούπερ-μάρκετ. Σε βρίσκει εκείνος. Κι άμα είσαι έτοιμος τον δέχεσαι.

Μετά την επίσκεψη δώσαμε δίκιο στον Μάρκο, καθισμένοι στο όμορφο μεζεδοπωλείο «Φραγκοσυριανή» πάνω στην Πλατεία Μάρκου Βαμβακάρη. Η προτομή του που κοσμεί την πλατεία μας κοιτούσε αμείλικτα. Τα τραγούδια της σύγχρονης λαϊκο-ποπ παραγωγής από το ραδιόφωνο συνόδευαν - χωρίς πόνο και χωρίς αλήθεια - το κόκκινο κρασί και την πανέμορφη θέα της Ερμούπολης. Και έτσι, με μια γεύση βαθιάς αντίφασης στα χείλη, τραβήξαμε το δρόμο της επιστροφής.
ηρ.οικ.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2007

"Με το 'να πόδι στ' άστρα" και το άλλο;




Σε μία πρόσφατη δήλωσή του, ο Μίκης Θεοδωράκης συμβούλεψε το «ποίμνιο» να πλένει το στόμα του όταν μιλάει για τον πρόεδρο της δημοκρατίας. Όταν μιλάμε για τον Νταλάρα των δεκάδων δίσκων, των τεράστιων επιτυχιών, των μεγάλων συνθετών και ποιητών, τον Νταλάρα που τραγούδησε τα όνειρα και τους πόθους τόσων ανθρώπων, πρέπει σίγουρα να πλένουμε το στόμα μας, δηλαδή να έχουμε επίγνωση του μεγέθους αυτού του καλλιτέχνη και της προσφοράς του. Θερμή παράκληση λοιπόν, αυτό που ακολουθεί να διαβαστεί έχοντας ως δεδομένο τον θαυμασμό μας προς το πρόσωπό του, και ίσως αυτό που ακολουθεί να έχει γραφτεί και εξαιτίας αυτού.


Ο τελευταίος δίσκος του Γιώργου Νταλάρα, κατά τη γνώμη μας, αδικεί το παρελθόν και την ιστορική συνεισφορά του τραγουδιστή. Το «Με το ‘να πόδι στ’ άστρα» αποτελει ό,τι πιο αναπάντεχο έχει ηχογραφήσει ο Νταλάρας στη λαμπρή διαδρομή του (ίσως να απειλείται μόνο από τo «με λένε Πόπη σαν τη γιαγιά μου την Καλλιόπη…»).

Ο Γιώργος Νταλάρας της μελαγχολικής νιότης μας και των ευαίσθητων συνθετών του 60 κι 70 βρίσκεται πλέον στην εποχή της εξαφάνισης του δημιουργού από το προσκήνιο και της αντικατάστασής του από τον εκτελεστή. Παλαιότερα ένας δημιουργός προσέγγιζε τον εκτελεστή, πλέον ο εκτελεστής προσεγγίζει τον δημιουργό. Παλαιότερα ο δημιουργός έφτιαχνε μία ενότητα τραγουδιών και την εξέφραζε μέσω του εκτελεστή, πλέον ο δημιουργός δίνει ένα τραγούδι από εδώ και ένα από εκεί, ανάλογα με τις ορέξεις του εκτελεστή. Παλαιότερα τα εξώφυλλα των δίσκων είχαν έργα μεγάλων ζωγράφων, πλέον έχουν τη φωτογραφία του εκτελεστή. Στο συνοδευτικό βιβλιαράκι μετρήσαμε 20 φωτογραφίες του Νταλάρα, αλλά ελάχιστες των δημιουργών. Λυπόμαστε διαπιστώνοντας πόσο οι εταιρείες και οι εκτελεστές ξέχασαν ότι η δημιουργία απαιτεί δημιουργούς οι οποίοι να βρίσκονται στο επίκεντρο όλης της καλλιτεχνικής παραγωγής. Το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη περίπτωση;

Δώδεκα (ο μαγικός αριθμός των εταιρειών) τραγούδια για όλα τα γούστα: μπαλάντες που παραπέμπουν σε επιτυχίες της Celine Dion (Μια ζωή στο ίδιο τραίνο), ποπ σουξέ (Θα περιμένω εδώ), δημοτικο-ροκ μείγματα με ούτια και συνθεσάιζερ (Η αιτία είσαι εσύ), τραγούδια ελαφράς αισθητικής (Μη ξεχνάς το φαντάρο, Σε φεγγάρια λυπημένα), επιτηδευμένα λαϊκά με ανάλογες ενορχηστρώσεις (Ναύπλιο), τραγούδια – απαγγελίες χωρίς διακριτό μουσικό σώμα (Η Ελλάδα καίγεται), μουσικά υβρίδια που αρχίζουν ως μπαλάντες θυμίζοντας «Ανεμολόγιο» και καταλήγουν ως ζεϊμπέκικα με συνοδεία ηλεκτρικής κιθάρας (Πολλές Σημαίες), κλπ.

Ασυναίσθητα, ο Νταλάρας υπήρξε προφήτης του εαυτού του. Σε συνέντευξή του στο Δίφωνο στη δημοσιογράφο Ελένη Μαυροβουνιώτη (αρ. 137, Φεβρουάριος 2007, σελ. 47), παρατήρησε ότι:
«του κόσμου…δεν του αρέσουν πια τα μικρασιάτικα, τα ρεμπέτικα. Του αρέσει το βιομηχανοποιημένο τραγούδι, που μοιάζει λίγο ραπ, λίγο καψουροτράγουδο, λίγο βλάχοντίσκο, λίγο αραβο…κάτι».
Αυτό το βιομηχανοποιημένο τραγούδι που περιέγραφε κριτικά ο Νταλάρας τον Φεβρουάριο του 2007 είναι το ίδιο τραγούδι που τραγούδησε ο ίδιος «με το ‘να πόδι στ’ άστρα» μερικούς μήνες μετά.

Στιχουργικά διαπιστώνουμε αρκετές κοινοτυπίες:
- «μια ζωή στο ίδιο τραίνο που το λένε πεπρωμένο»
(παραπέμπουμε στο «Όλοι έχουμε γραμμένο που το λένε πεπρωμένο» του Βασίλη Δημητρίου που το έχει τραγουδήσει ο ίδιος ο Νταλάρας!)
- «ν’ αγαπάς το φαντάρο, το φαντάρο, το φαντάρο»
(υπάρχει και το αυθεντικό «Πίκρανες το φαντάρο, το φαντάρο» των Παιδιών από την Πάτρα).
- «Νύχτα είμαι μοναχός και δεν έχεις ένα φως»
(Πόσο ωραιότερα και λακωνικότερα περιέγραψαν ο Καλδάρας και ο Περιστέρης την ίδια εικόνα: «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι»).
- «Πίστεψε όλα τα όνειρα γιατί έχουν πάντα κάποια αλήθεια να σου πουν».
(Τί μπορούν να προσθέσουν στη ζωή μας τέτοιες παραινέσεις;)

Όαση σε αυτή τη στιχουργική πενία αποτελούν οι συνεισφορές του Μάνου Ελευθερίου στο «Πολλές σημαίες» και του Λευτέρη Παπαδόπουλου στο «Η αιτία είσαι εσύ». Αξιέπαινη και η συνεισφορά της Λίνας Νικολακοπούλου στην «Ομόνοια» που βγάζει εδώ ένα τραγούδι με αναφορές στη σκληρή πραγματικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα. Δεν αντιστρέφουν όμως αυτά τα τρία τραγούδια τη γενική εικόνα, καθώς δεν συνοδεύονται και από την κατάλληλη μουσική. Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν μας άρεσαν επίσης οι μουσικές «συμπτώσεις», όπως στο «Θα περιμένω εδώ», του Μιχάλη Χατζηγιάννη, του οποίου το ρεφραίν παραπέμπει μουσικά στα Ξύλινα Σπαθιά και το «Λιωμένο Παγωτό». Τόσο πολύ είναι η έμπνευση είδος προς εξαφάνιση;

Συμπερασματικά, ο νέος δίσκος του Γιώργου Νταλάρα αντανακλά τη μετάλλαξη του τραγουδιστή από στυλοβάτη του ελληνικού ποιοτικού τραγουδιού σε εκτελεστή τυποποιημένων τραγουδιών, παραγόμενων στα εργαστήρια των μουσικών πολυεθνικών κολοσσών. Θεωρούμε ότι ένας καλλιτέχνης του μεγέθους του Νταλάρα θα μπορούσε να αντιστρέψει αυτή την πορεία και να προβάλλει άλλα καλλιτεχνικά πρότυπα. Από την άλλη, ο καλλιτέχνης ορίζεται πάντα συλλογικά, είναι δηλαδή δημιούργημα μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Η δυνατότητα του καλλιτέχνη να ορίσει ο ίδιος τη μοίρα του – ιδιαίτερα εάν αυτός είναι εκτελεστής και όχι δημιουργός - είναι μικρή. Ευθύνη όμως φέρουμε κι εμείς οι ακροατές που ανεχόμαστε κι αναπαράγουμε τα νέα μουσικά ήθη. Τη δεκαετία του ’70 ο Νταλάρας δρούσε σε μία κοινωνία που είχε δημιουργήσει – δηλαδή είχε ανάγκη - τον Κουγιουμτζή, τον Καλδάρα και τον Λοΐζο, ενώ τριάντα χρόνια μετά τραγουδάει για μία κοινωνία που δεν τους έχει ανάγκη. Μπορεί δηλαδή η αισθητική αυτή κατάπτωση να είναι «με το ‘να πόδι στ’ άστρα», αλλά είναι και με τ’ άλλο πόδι μέσα μας.

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007

Για τη "Ντάμα Κούπα" της Δήμητρας Γαλάνη





Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: εκτιμούμε αφάνταστα την προσφορά της Δήμητρας Γαλάνη στο ελληνικό τραγούδι. Οι συνεργασίες της με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Δήμο Μούτση, τον Μίκη Θεοδωράκη και πολλούς άλλους δημιουργούς, η αξέχαστη live ερμηνεία της από το Χάραμα, αποτελούν σημεία αναφοράς. Όμως το μεγαλείο του παρελθόντος δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για δαφορετικές επιλογές στο παρόν. Αναφερόμαστε στον τελευταίο της δίσκο «Ντάμα Κούπα».

Τον ακούσαμε προσεκτικά και ιδού το συμπέρασμα: η «Ντάμα Κούπα» συμπυκνώνει στα δώδεκα τραγούδια της όλη την παθολογία του σημερινού τραγουδιού. Συμπτώματα αυτής της παθολογίας είναι και τα εξής: 1)αόριστοι στίχοι σε μοτίβα τετριμμένης εσωστρέφειας και μελαγχολίας, 2) τραγούδια που δεν έχουν μεταξύ τους καμία συνοχή, που δεν τα συνδέει απολύτως τίποτα, που δεν διαθέτουν μία κοινή αισθητική βάση, 3) μουσικά δάνεια από το εξωτερικό που δεν υπηρετούν καμία καλλιτεχνική σκοπιμότητα πέρα από την επιθυμία ένταξης σε μία ευρύτερη «έθνικ» αγορά.

Η «Ντάμα Κούπα» περιέχει 12 τραγούδια, εκ των οποίων τα οχτώ είναι απλοί «μεταγλωτισμοί» ή προσαρμογές ξένων τραγουδιών. Η Γαλάνη παραμένει η γνωστή πολύ καλή τραγουδίστρια με τη γνωστή πολύ καλή φωνή. Το πρόβλημα είναι στα τραγούδια και όχι στην ερμηνεία της. Η Λίνα Νικολακοπούλου είναι αποκαλυπτική ως προς τη διαδικασία επιλογής των τραγουδιών και τα κριτήρια που εφάρμοσε. Αντιγράφουμε από το σημείωμά της στο δίσκο:



Το πρώτο τραγούδι που άκουσα απ’ τις μελωδίες που είχε διαλέξει (σημ.: η Γαλάνη) για την τωρινή παραγωγή ήταν σε μουσική του Erik Satie γραμμένη ανάμεσα στα 1889 με 1891. Σαν μουσική την ήξερα και την αγαπούσα αυτό που δεν ήξερα ήταν πως είχε γίνει τραγούδι. Το έλεγε ένας άντρας μαγικά. Έπειτα άκουσα ένα tango το «Querer». Θέλησα να κρατηθεί έτσι ο τίτλος του και στο cd. Έπειτα δυο μελωδίες του Μάκη Μουράτογλου που με ξάφνιασαν ευχάριστα. Ύστερα το «Addio, addio amore».


Μου άρεσαν πολύ όλα. Έτσι όπως ήταν διαφορετικά κι ανακατεμένα. Φανταζόμουν τη φωνή της Δήμητρας και πόσο της πάνε αυτοί οι ήχοι. Εκείνο τον καιρό, κάναμε πρόβες για το αφιέρωμα της Σοφίας Βέμπο στο Μέγαρο Μουσικής. Εκεί με πλησίασε μια νεαρή κοπέλα η Ελίνα Σκαρπαθιώτη και μου μίλησε για κάποιον Ιταλό συνθέτη που είχε ενδιαφέρον κι αν ήθελα να τον ακούσω. Έτσι ήρθαν στα χέρια μου τα τραγούδια του Vinicio Capossela. Είχε καιρό να ‘ρθει η καρδιά μου στον τόπο της. Έβαλα στη Δήμητρα ν’ ακούσει. Διάλεξε δύο. Εγώ τα ήθελα όλα, ει δυνατόν. Άκουσα μετά και τη «Δραχμούλα», έτσι το λέω το τραγούδι της Μυρτώς Κοντοβά και του Κώστα Μπαλταζάνη, και είπα να μπει και αυτό στο δίσκο. Τραγούδια ωραία να έχει. Να γυρίσει τη Μεσόγειο η Δήμητρα να τα λέει ελληνικά με τη διεθνή φωνή της.



Μέχρι τώρα ξέραμε ότι ο ρόλος του στιχουργού ήταν να γράφει καλά τραγούδια, όχι να τα βρίσκει έτοιμα στην αγορά. Που είναι η καλλιτεχνική συνοχή του έργου; Ακόμα χειρότερα: ποιός είναι ο λόγος ύπαρξής του; «Να γυρίσει τη Μεσόγειο η Δήμητρα;»

Στιχουργικά, η Νικολακοπούλου κινείται στα μοτίβα που μας έχει συνηθίσει χρόνια τώρα, και που δεν είναι πάντα αντιληπτά. Για παράδειγμα, μήπως ξέρετε τι σημαίνει «κουτς-κουτς-κουτς» όπως γράφει η Νικολακοπούλου στο ομώνυμο τραγούδι; Ελπίζω να κρύβεται κάποιο βαθύτερο νόημα, και εγώ να μην το έχω καταλάβει.Η μήπως υπάρχει μια δυσπρόσιτη ποιοτική εκδοχή την οποία αδυνατούμε να προσδιορίζουμε; Στο ίδιο τραγούδι υπάρχει αναφορά σε «περιστέρια και γάτες με μακό και γραβάτες». Ασφαλώς είναι άδικο να παραθέτουμε μεμονωμένες φράσεις, όμως ίσως είναι τελικά δύσκολο να μην τις απομονώνουμε, αφού ούτε στο ίδιο το τραγούδι δε χωράνε, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς.

Ο ποιητής γενικά μελαγχολεί, χωρίς όμως να μας εξηγεί τη βαθύτερη αιτία του πόνου του. Στο «Κόκκινο τραίνο» υποφέρει. Στα «Στερεότυπα» δεν μπορεί να ζει. Στο «Querer» προτρέπει τους ακροατές να κλαίνε. Στη «Μάσκα» φοράει φεγγάρια λυπημένα. Στο «Πλάι στο νερό» χάνει το θάρρος της και κλαίει σαν χωρίζει. Στο «Πάει πάει» είναι φορτωμένη με πίκρα και φοβάται το φως που θα ‘ρθει. Γενικά, υπάρχει μία ατμόσφαιρα λύπης, από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς όμως να μαθαίνουμε τους παράγοντες εκείνους που επιβάλλουν αυτό το συναίσθημα στον ποιητή. Ο πόνος της Νικολακοπούλου είναι αν-ιστορικός και α-κοινωνικός. Κάποιος ίσως να ισχυριστεί ότι αυτός ο πόνος είναι της ύπαρξης. Αλλά δεν νοείται ανθρώπινη ύπαρξη πέρα και έξω από την κοινωνία και την ιστορία. Μήπως σήμερα οι άνθρωποι, έχοντας αποκόψει κάθε επαφή με το περιβάλλον κι έχοντας απωλέσει κάθε ελπίδα συλλογικής βελτίωσης της καθημερινής τους ζωής, εξαντλούνται σε ατέρμονες αναζητήσεις της μέσα τους ζωής;

Ένα ακόμη γενικότερο σχόλιο για το τέλος:
Θεωρούμε άδικο το γεγονός ότι το τραγούδι «Um Princelada» αναφέρεται στο δίσκο ως ντουέτο της Δήμητρας Γαλάνη με τη Cesaria Evora. Μήπως θα μπορούσαμε να μάθουμε πότε ακριβώς ήρθε η Evora στην Ελλάδα, ή πότε πήγε η Γαλάνη στο Πράσινο Ακρωτήριο, για να τραγουδήσουν μαζί, δηλαδή στον ίδιο χώρο και στον ίδιο χρόνο; Γιατί στο δικό μας αυτί το τραγούδι αυτό ακούγεται μάλλον ως απλή προσθήκη της φωνής της Γαλάνη σε ήδη υπάρχον μουσικό σώμα; Χρειάζεται η Evora την υποστήριξη ελληνίδας τραγουδίστριας για να είναι αισθητικά άρτιο το τραγούδι; Μήπως τελικά όλα γίνονται για το κυνήγι της επιτυχίας, μην υπολογίζοντας τη συνεπαγόμενη αισθητική απαξίωση του τελικού προϊόντος και των συντελεστών του;


Ηρακλής Οικονόμου

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2007

Συνέντευξη με τον Χρήστο Λεοντή


Χρήστος Λεοντής:

"Δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια"


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ)

Με την ευκαιρία έκδοσης νέου δίσκου από τον Χρήστο Λεοντή, του «Έρωτας Αρχάγγελος» σε στίχους του Δημήτρη Λέντζου και με τη συμμετοχή πολλών και καλών τραγουδιστών (Ν. Δημητράτος, Δ. Δημοσθένους, Π. Θαλασσινός, Δ. Μητροπάνος, Μ. Σουλτάτου, Ι. Φόρτη), συναντήσαμε τον μεγάλο συνθέτη για μία σύντομη συνομιλία μαζί του. Του το χρωστούσαμε, καθώς η μελοποιημένη από αυτόν ποίηση του Ρίτσου στο "Καπνισμένο Τσουκάλι" κοσμεί το σκεπτικό του ιστολογίου: "Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ' τον κόσμο, εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο". Ο «Έρωτας Αρχάγγελος» κυκλοφορεί σε όλα τα δισκοπωλεία από τις εκδόσεις «Μετρονόμος». Να λοιπόν τι μας είπε ο δημιουργός ένα καλοκαιρινό, αθηναϊκό μεσημέρι, στο πατάρι του καταστήματος που διατηρεί ο ποιητής Δημήτρης Λέντζος, στο κέντρο της Αθήνας.


- Εκδίδετε κύκλο τραγουδιών μετά από 13 χρόνια. Τι είναι ο «Έρωτας Αρχάγγελος» και ποια η ιστορία του;

Ο «Έρωτας Αρχάγγελος» είναι απόρροια μίας συνεργασίας πολλών ετών με τον Δημήτρη Λέντζο. Θα έλεγα ότι υπήρχε μεταξύ μας μία ιδεολογική συγγένεια γύρω από τα ζητήματα της αισθητικής, της μουσικής, του τραγουδιού, του ρόλου του τραγουδιού μέσα στον κοινωνικό χώρο. Αυτά τα στοιχεία δώσανε το όπλο στον καθένα να βγάλει αυτό που αισθανόταν και να εργαστώ και εγώ πάνω σε αυτό που βγήκε από τον Δημήτρη. Ξέρεις, με το διάλογο αυτό και με τη διαρκή αναζήτηση θα βγει ένα αποτέλεσμα, εφ’ όσον φυσικά προϋπάρχει ένα ταλέντο και η ικανότητα του να φτιάχνεις πράγματα. Αυτό είναι, αν θες, το πρακτικό μέρος της πολυετούς συνεργασίας μας. Στην πράξη, τα τρία-τέσσερα τελευταία χρόνια μου έδωσε διάφορα τραγούδια και μέσα από αυτά διάλεξα αυτά που με ερέθιζαν περισσότερο, και έτσι έγραψα τα τραγούδια στον «Έρωτα Αρχάγγελο». Αυτό που τα χαρακτηρίζει είναι ο λυρισμός και η ευαισθησία, μέσα όμως από μία συγκεκριμένη οπτική του περιβάλλοντος κοινωνικο-πολιτικού χώρου που ζούμε. Δηλαδή, δεν κλείνεις τα μάτια στον μετανάστη, για παράδειγμα. Και αυτός ερωτεύεται, και αυτός πονάει το ίδιο όπως εσύ και εγώ. Βεβαίως ξέραμε εκ των προτέρων ότι δημιουργούμε έναν κύκλο ερωτικών τραγουδιών. Αυτά τα συναισθήματα περνούνε μέσα από το φίλτρο της καρδιάς ενός ανθρώπου, από οπουδήποτε και αν είναι αυτός.

- Ο δίσκος είναι παραγωγή δική σας σε συνεργασία με τον «Μετρονόμο». Γιατί επιλέξατε να αποφύγετε τις μεγάλες εταιρίες;


Εμείς τον βάλαμε τον «Μετρονόμο» στο λούκι! Κοίταξε, δεν είναι εύκολο να συνεννοηθείς πλέον. Κατά τη γνώμη μου, οι εταιρείες κλείσανε. Δηλαδή, τουλάχιστον εγώ τους έχω γυρίσει τις πλάτες. Το ίδιο συστήνω στον οποιονδήποτε, ιδιαίτερα στους νέους που έχουν βρει αδιέξοδο μπροστά τους, παρακαλώντας ή χτυπώντας τις πόρτες του οποιουδήποτε τυχάρπαστου. Μόνος τους μπορεί ο καθένας, με τα σημερινά δεδομένα, να παράγει το υλικό του. Όπως εμείς τώρα βάλαμε στο λούκι τον «Μετρονόμο», ας το κάνουν και άλλοι. Γιατί να μην εκδίδει και κάθε καινούριος καλλιτέχνης με τον «Μετρονόμο»; Ας δημιουργηθεί ένας συνεταιρισμός διακίνησης.

- Υποθέτω πως θέλετε να ακουστεί αυτό το έργο και από το νέο άνθρωπο. Ποιο είναι το μήνυμά σας προς το νέο ακροατή;


Κοίταξε, τα συναισθήματα δεν έχουν όρια, ούτε ηλικίες, ούτε φύλο. Εγώ απευθύνομαι σε όλους. Μακάρι να μπορέσω να επικοινωνήσω με όλο τον κόσμο. Το ζήτημα είναι το πώς θα μπορέσει να έρθει σε επαφή και ο νέος άνθρωπος, που δυστυχώς τον εγκλωβίζουνε σε στερεότυπα πράγματα. Φαντάζομαι όμως ότι έχει αρκετή νοημοσύνη ώστε να ψάξει και να το βρει. Ήδη τα πρώτα μηνύματα είναι άκρως ενθαρρυντικά και από νέους ανθρώπους. Αυτό μου δίνει κουράγιο και είναι και ένα όπλο για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε στο δρόμο που ανοίξαμε.

- Υπάρχουν σήμερα νέοι δημιουργοί που να έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον σας;

Βεβαίως υπάρχουν νέοι δημιουργοί και σε αυτούς απευθύνομαι, στο μέτρο που μπορώ, ενθαρρύνοντάς τους να ακολουθήσουν έναν τέτοιο δρόμο, κάνοντας οι ίδιοι τα έργα τους και φέρνοντάς τα σε επαφή με το σύγχρονο κόσμο. Ας πούμε, ένας από τους μουσικούς του δίσκου, ο Νεοκλής ο Νεοφυτίδης που παίζει πιάνο, είναι εκπληκτικός συνθέτης. Τον αναφέρω έτσι ενδεικτικά. Ο Μάριος ο Στρόφαλης επίσης. Υπάρχου πάρα πολλοί νέοι μουσικοί, ο Νίκος ο Πλατύραχος, ο Θοδωρής ο Οικονόμου, ο Τάκης ο Φαραζής. Υπάρχουν αξιόλογοι και μορφωμένοι μουσικοί, οι οποίοι έχουν υλικό και δεν μπορούν να το διοχετεύσουν. Δεν τους αφήνουνε να κάνουν βήμα.

- Θα ήθελα εν συντομία να μιλήσουμε και για τα δικά σας χρόνια ως νέος δημιουργός. Ποια ήταν τα παιδικά σας ακούσματα;


Τα παιδικά μου ακούσματα ήταν η Βυζαντινή μουσική και το Κρητικό τραγούδι. Ήμουν ψάλτης από εφτά χρονών στην εκκλησία, και ζούσα στην Κρήτη. Και εκεί δεν είχαμε ούτε ραδιόφωνα, ούτε τίποτα. Η Βυζαντινή μουσική λοιπόν και το Κρητικό τραγούδι ακόμα με κυνηγάνε, και αυτό νομίζω ότι είναι κάτι πολύ ωραίο.

- Παράλληλα με τους κύκλους τραγουδιών, έχετε και ένα ευρύτατο και καταξιωμένο έργο ως συνθέτης θεατρικής μουσικής. Ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ των απαιτήσεων της μουσικής για το θέατρο και του κύκλου τραγουδιών;


Κοίταξε, στο θέατρο υπηρετείς ένα κείμενο στο οποίο, όταν βγει στο σανίδι, ενυπάρχουνε διάφορες καταστάσεις, ψυχολογικές, συναισθηματικές, ρεαλιστικές, όπου εκεί διαδέχεται το ένα στοιχείο το άλλο. Μέσα από εκεί σου δημιουργούνται εικόνες. Αυτό είναι τελείως διαφορετική λειτουργία λοιπόν, το να θες να δεις από μία οπτική δική σου την εικόνα αυτή. Άλλος θέλει να την περιγράψει, άλλος θέλει να δώσει μία άλλη διάσταση. Εγώ ποτέ μου δεν φωτογραφίζω εικόνες, προσπαθώ να δώσω τη δική μου διάσταση, ένα άλλο επίπεδο της εικόνας που βλέπω. Δηλαδή, μπορεί να βλέπουμε μαζί την ίδια εικόνα, αλλά εγώ να θέλω να τη δω και από μία άλλη μεριά, ενώ εσύ να τη βλέπεις από αλλού. Εγώ θέλω να δώσω και στοιχεία από αυτά που μου δημιουργεί η εικόνα αυτή καθ’ εαυτή, από τα συναισθήματα που μου δημιουργεί, θέλοντας να συμπληρώσω την εικόνα αυτή και από μία άλλη οπτική γωνία. Κώδικες φυσικά δεν υπάρχουν. Κάθε φορά με το ίδιο τρακ και από το ίδιο μηδέν ξεκινάω.

Αντίθετα, στο τραγούδι τα πράγματα είναι πιο καθαρά, είναι άμεσα. Εδώ ό,τι έχεις να πεις το λες απευθείας και χωρίς παρεκτροπές. Εδώ δεν έχει άλλη οπτική, εδώ έχει μόνο αυτό που δίνεις, την αμεσότητα του, την εικόνα του, τα συναισθήματά του.

- Ταυτόχρονα, ενσωματώσατε στο έργο σας τον ποιητικό λόγο μεγάλων Ελλήνων ποιητών, ως ένα σημαντικό μέλος του κινήματος του έντεχνου νεοελληνικού τραγουδιού. Τι σήμαινε αυτή η ένωση ποίησης και μουσικής από τη δεκαετία του ’60 και μετά; Πως και γιατί γεννήθηκε;


Γεννήθηκε από την ανάγκη μας να επικοινωνήσουμε έναν καθαρό ποιητικό λόγο που έχει κάτι να πει, που έχει να αγκαλιάσει κόσμο που αισθάνεται και σκέφτεται παράλληλα. Ο Καζαντζάκης λέει στην «Ασκητική» του: «Ο νους βολεύεται μα η καρδιά αγριεύει». Καμιά φορά τακτοποιεί ο νους αλλά η καρδιά θέλει άλλα πράγματα. Εμείς εδώ πέρα λοιπόν δεν δουλεύουμε από ένστικτο, θέλουμε και τα δύο να συνυπάρχουν σε μία ωραία αρμονία, ο νους και η καρδιά. Αυτό είναι η ποίηση στο τραγούδι. Προσπαθούμε και εμείς να ποιήσουμε, γιατί όπως λέει και ο Αριστοφάνης: «Ποιώ σημαίνει δημιουργώ». Να κάνουμε λοιπόν ποίηση το τραγούδι στην ευρύτερή του έννοια, γιατί αυτός είναι ο ρόλος μας. Υπάρχουνε βέβαια και άλλα τραγούδια τα οποία είναι τραγούδια διασκέδασης, υπάρχουν ένα σωρό πράγματα. Αλλά εμείς θελήσαμε να φέρουμε, να δώσουμε και μία άλλη διάσταση στο τραγούδι. Θεωρούμε ότι το τραγούδι είναι ένα σημαντικό στοιχείο για τον σύγχρονο άνθρωπο, ένα λιμάνι, ένα καταφύγιο στα συναισθήματα και στην καθημερινότητά του.

- Πιστεύεται ότι αυτό το κίνημα έχει συνέχεια στη σημερινή εποχή; Μπορεί να έχει συνέχεια;

Βεβαίως μπορεί. Ας πούμε, πριν από μερικούς μήνες, ο Γιάννης ο Γλέζος έκανε έναν ωραιότατο κύκλο τραγουδιών σε στίχους αρχαίων ποιητών, τα «Ρόδα της Πιερίας». Αλλά και στους νέους μουσικούς το στιχουργικό στοιχείο παίζει έναν πολύ μεγάλο ρόλο, απλούστατα δεν τους αφήνουνε, όπως είπαμε. Αλλά οσονούπω θα έρθει και η ώρα τους.

- Σε πρόσφατη συνέντευξή σας στο περιοδικό «Μετρονόμος» είπατε ότι «δεν γίνεται τίποτα χωρίς ιδεολογία», και συμβουλέψατε τους νέους δημιουργούς να είναι φορείς ιδεολογίας. Τι μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο;


Δεν γίνεται να αδιαφορείς για τα τεκταινόμενα γύρω σου. Αυτό είναι η ιδεολογία. Από τη συμπεριφορά προς το γείτονά σου, το αν προσπερνάς έναν τραυματισμένο άνθρωπο που βρίσκεται στο δρόμο σου, το αν ενδιαφέρεσαι για το Ιράκ, το αν ενδιαφέρεσαι για το πώς ερωτεύονται οι νέοι, όλα αυτά είναι ιδεολογία. Αυτό σου δημιουργεί μία ανθρώπινη κατάσταση, αφορά ανθρώπους που σκέφτονται, που δεν είναι αδιάφοροι σε τίποτα και δρουν και αντιδρούν σαν άνθρωποι, όχι σαν ζώα. Αφορά ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται μόνο σώνει και καλά για το πόσο θα οικονομήσουμε, τι θα φάμε και τι θα πιούμε. Ο άνθρωπος έχει πάρα πολλές εκφάνσεις. Οι όμορφες εκφάνσεις των ανθρώπων, αυτό είναι η ιδεολογία.

- Και ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Θα χρειαστεί να περιμένουμε άλλα 13 χρόνια μέχρι τον επόμενο κύκλο τραγουδιών σας;


Όχι, [γέλια] γιατί είμαι 67 χρονών πλέον!


- Αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο! Τι ετοιμάζετε;


Θα συνεχίσω να γράφω με αυτόν τον τρόπο. Θα κάνω δικές μου παραγωγές και έχω να κάνω πολλά πράγματα, και από τη μεριά του τραγουδιού, και από τη μεριά της μουσικής για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έχω και ένα ανέκδοτο έργο από πολύ παλιά. Δεν θα καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια.
- Θα μας αποκαλύψετε τον τίτλο του ανέκδοτου έργου σας;

Είναι πολύ παλιό, το «Φυλάτε Θερμοπύλαι», ένα ποίημα του Γιάννη Νεγρεπόντη. Του το είχα αρχίσει από το 1970.