Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2021

Συνέντευξη του Θανάση Μωραΐτη με τη γυναίκα του Γιώργου Παπασιδέρη, Αφροδίτη

 




Συνέντευξη του Θανάση Μωραΐτη με τη γυναίκα του Γιώργου Παπασιδέρη, Αφροδίτη


(Σαλαμίνα, 24 Μαρτίου 1996)

Ήμουν μοναχοκόρη σε τέσσερα αδέρφια. Ένα βράδυ, μπαίνει σπίτι ο ένας αδερφός μου, μαζί με τον Γιώργο που κρατούσε τον πρώτο δίσκο που είχε βγάλειΈχω πολλά παράπονα στο οτήθος μου γραμμένα»).

«Μάνα, ξύπνα, αρραβωνιάζω τη Βήτα απόψε». «Που; Σε ποιόνε;» .

Ήμουν 17 χρονών τότε, το 1930.

«Πήγαινε ξύπνα την Αφροδίτη, να δούμε, τον θέλει τον Γιώργο;».

Τον ήξερα, τον έβλεπα στο πηγάδι που ερχόμουνα, εδώ στην πλατεία που είναι τώρα.

«Σ αρραβωνιάζει απόψε ο αδερφός σου», μου λέει η μάνα.

«Σε ποιόν;» «Στον Γιώργο».

Είχε μεγάλη οικογένεια ο Γιώργος, 9 αδέρφια, 5 αγόρια, 4 κορίτσια. Δούλευε με τα κάρα τότε, καραγωγεύς. Ήταν 28 χρονώ που μ αρραβώνιασε. Ο Σιδέρης Ανδριανός, ο λαουτιέρης, μεσολάβησε, έφερε κάποιον από την Κολούμπια, τον έβαλαν να τραγουδήσει. Αυτό ήταν. Την άλλη μέρα πήγε με τον αδερφό μου και γραμμοφώνησε για την Κολούμπια. Παντρευτήκαμε, αφού πάντρεψε τις αδερφές του με τα χρήματα που έπαιρνε από τις γραμμοφωνήσεις. 1000 δρχ. το τραγούδι. Ο γιος μας, ο Χρήστος, γεννήθηκε το 1932. Ο Γιώργος δεν σταμάταγε να τραγουδά. Ερχόταν σπίτι από τη δουλειά και μου έλεγε: «Βήτα, δώσμου πουκάμισο, φανέλλα, να αλλάξω ρούχα, να φύγω». Τόσο πολύ. Αν είχα κρατήσει τα τηλεγραφήματα και τα γράμματα που του στέλνανε από εκεί που τραγουδούσε, θα βλέπατε πως τον λατρεύανε. Τον καλούσανε σε όλα τα πανηγύρια, γάμους, βαφτίσια, παντού. Πήρε και μια κιθάρα. Δεν ήξερε. Την είχε έτσι, κάτι να κρατάει.

Ο άντρας μου ήτανε ναύτης. Στον πόλεμο τραγουδούσε στον «Έλατο», στην Ομόνοια. Του πήγαινα ρούχα γιατί, απαγορευόταν τότε, να έρθει στην Κούλουρη, δεν τους αφήνανε στο Πέραμα. Μετά το 1947, έβγαλε πολλούς δίσκους. Ο λόγος του πέρναγε στην Κολούμπια. Τραγούδησε μέχρι το 1972. Τραγουδούσε και αρβανίτικα, του τα ζήταγε ο κόσμος, τα είχε κάνει δίσκο προπολεμικώς: «Ανθίση ντρίζα ε μάλιτ», «Ρα καμπάνα Παπαντήσε», «Σκόβα γκα Μαρίετ», «Ατό τσε βένε ντε πηλό", «Λίτσε μόι Λίτσε». Καμιά φορά, πήγαινα κι εγώ μαζί του. Δεν έβγαζε πολλά λεφτά. Έπαιρνε 200 δρχ. στο γάμο ή στο πανηγύρι. Πάντρεψε την Τακουΐ, την τραγουδίστρια, στη Χασιά.

Δίσκους έβγαζε μέχρι τα τελευταία. Στα πανηγύρια πήγαινε, αλλά όχι όπως πρώτα, πολύ αραιά. Είχε την καρδιά του. Είχαμε βάλει βηματοδότη το 1970. Συνεργάστηκε με πολλούς μουσικούς. Ο Σέμσης τον αγαπούσε πολύ. Ο γιος μας πήρε το δίπλωμα του γιατρού το 1970. Το 1973 παντρεύτηκε την Αθηνά . Πέθανε το 1992. Έχω δύο εγγόνια, 20 χρονώ τώρα. Λίγο πριν πεθάνει ο άντρας μου, έβγαλε το τραγούδι:

Σαν αποθάνω θάψτε με, στης εκκλησιάς την πόρτα

να με πατούν οι έμορφες αυτές οι μαυρομάτες

να με πατεί και μια ξανθιά μιας χήρας θυγατέρα

νά ρχεται στο μνήμα μου

Παρακάλεσε τον νεκροθάφτη να τον θάψει μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας. Και έτυχε και τον έχουμε εκεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: