Σάββατο 20 Μαΐου 2017

Συνέντευξη με τους Gadjo Dilo





Gadjo Dilo:

«Το swing δεν ήταν κι ούτε είναι μόνο ανέμελο»





Το ρεύμα του gypsy swing και της διασκευής ρεμπέτικων, κυρίως, τραγουδιών σε αυτό το ύφος έχει γίνει ιδιαίτερα ορμητικό τα τελευταία χρόνια, αποκτώντας μεγάλο και ένθερμο κοινό. Οι Gadjo Dilo - ο Κώστας Μητρόπουλος (κιθάρα), ο Σωτήρης Πομόνης (κιθάρα), ο Νίκος Βλάχος (κοντραμπάσο), ο Σέργιος Χρυσοβιτσάνος (βιολί), ο Γιώργος Τσιατσούλης (ακορντεόν) και η Ηλιάνα Τσαπατσάρη (τραγούδι) - είναι ένα από τα γνωστότερα και δεινότερα συγκροτήματα gypsy swing στη χώρα μας.



Τη συνέντευξη έλαβε γραπτά ο Ηρακλής Οικονόμου
("Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό τον Μάιο του 2015)



Ποια είναι η μουσική «καταγωγή» των μελών του συγκροτήματος; Τι κουβάλησε ο καθένας στην ομάδα;

Όλοι είμαστε μουσικοί εδώ και πολλά χρόνια και έχουμε πολλές και διαφορετικές επιρροές. Έχουμε ασχοληθεί με το rock, την jazz, και όλα τα παράπλευρα είδη! Ο Κώστας έχει σπουδάσει jazz κιθάρα και για πολλά χρόνια η ηλεκτρική κιθάρα ήταν το κυρίως όργανό του. Ο Σωτήρης έχει και αυτός σπουδάσει ηλεκτρική κιθάρα και εκτός από τους Gadjo Dilo, είναι μέλος του progressive rock συγκροτήματος September Code. O Γιώργος έχει σπουδές στο κλασσικό ακορντεόν, με μακρά θητεία στο ρεμπέτικο και στο λαϊκό, και είναι και μέλος του ethnic jazz συγκροτήματος  Go Jam Group. O Σέργιος έχει κλασσικές σπουδές στο βιολί, παίζει ηλεκτρική κιθάρα, και είναι ενορχηστρωτής· έχει κάνει ενορχηστρώσεις για την συμφωνική της ΕΡΤ και την London Philarmonic Orchestra, ενώ ήταν και μέλος του electro σχήματος Futuristic με τον Νίκο Πατρελάκη. Ο Νίκος ξεκίνησε παίζοντας κλασσικό βιολί, ενώ στη συνέχεια ασχολήθηκε με το ρεμπέτικο παίζοντας διάφορα όργανα, και με το ηλεκτρικό μπάσο έπαιζε και παίζει με διάφορα σχήματα - rock, funk, fusion, reggae - και ήταν μέλος του ethnic jazz progressive σχήματος Paradoxonia. H Ηλιάνα εδώ και πολλά χρόνια παίζει σε διάφορες μουσικές σκηνές ανά την Ελλάδα, κυρίως pop, rock, funk και jazz. Όλοι είμαστε επαγγελματίες μουσικοί και έχουμε συνεργαστεί με πολλούς επώνυμους καλλιτέχνες στο παρελθόν αλλά και τώρα.

Πώς και πότε συναντηθήκατε; Πώς πήρατε την απόφαση να πείτε «ξεκινάμε»;

Ο Κώστας με τον Σωτήρη είναι φίλοι από παιδιά· μαζί μάθανε κιθάρα, μαζί έφτιαχναν συγκροτήματα από μικροί, και κάποια στιγμή ο Κώστας «κόλλησε» με τον Django και παρέσυρε τον Σωτήρη αλλά και τον Νικο που τους ενώνει μακρά φιλία. Το καλοκαίρι του 2009 ξεκίνησαν πρόβες και εμφανίσεις σε διάφορα μπαράκια και σκηνές ανά την Ελλάδα, και στη συνέχεια ήρθε ο Σέργιος, και μετά ο Γιώργος και η Ηλιάνα.

Δεν χρειάστηκε να πάρουμε καμιά απόφαση. Έχουμε ξεκινήσει όλοι εδώ και πολλά χρόνια το μουσικό μας ταξίδι και θα το συνεχίσουμε γιατί είμαστε μουσικοί. Δεν κάνουμε κάτι άλλο, αυτή είναι η ζωή μας, κι αν σταματήσουμε να παίζουμε τότε κάτι κακό θα έχει συμβεί!

Τι σας συγκίνησε στην ταινία Gadjo Dilo, που έδωσε και το όνομα του συγκροτήματος;

Οι χαρακτήρες των ηρώων της ταινίας. Την είδαμε αρκετές φορές και μας άρεσε πολύ!

Είναι το gypsy swing μόδα; Αν ναι, σας ενοχλεί που αποτελείτε μέρος της; Αν όχι, πώς εξηγείτε αυτή τη ραδιοφωνική, δισκογραφική και συναυλιακή έκρηξη του είδους;

Το gypsy swing είναι πλέον μόδα από το 2000 και μετά, παγκόσμια, ενώ στην Ελλάδα ξεκίνησε το 2007-8 με τους Hot Club de Grece του Γιάννη Λουκάτου. Το 2010 μαζευτήκαμε όλα τα σχήματα του είδους και κάναμε το πρώτο Django Festival στην Ελλάδα, στο Gagarin, και ήταν sold out. Τότε τα σχήματα ήταν εφτά. Αυτή την στιγμή έχουν γίνει πέντε φεστιβάλ στην Αθήνα, τρία στη Θεσσαλονίκη και ένα στην Πάτρα, και τα σχήματα είναι πάνω από 30 - οπότε ναι, το κάναμε μόδα, και μακάρι να εξαπλωθεί κι άλλο!

Οι λόγοι που ένα είδος αναβιώνει είναι πολλοί. Ο κύριος λόγος όμως είναι ότι αναβιώσεις των δεκαετιών του ’50, του ’60, του ’70, ακόμα και του ’80, έχουν γίνει και έχουν ακουστεί τα είδη που αντιπροσωπεύουν αυτές τις δεκαετίες. Όμως, αναβίωση των δεκαετιών του ’30 και του ’40 δεν είχε γίνει έως το 2000. Στα τέλη του ’90 στις ΗΠΑ άρχισε η αναβίωση του jump swing και στην Ευρώπη του gypsy swing, και ο κόσμος το αγκάλιασε και το αγάπησε γιατί ήταν κάτι διαφορετικό αλλά και τόσο οικείο!






Πώς επιλέχθηκε το ρεμπέτικο ως βάση των διασκευών σας; Γιατί ο Τσιτσάνης;

Δεν έχουμε κάνει μόνο ρεμπέτικο! Έχουμε διασκευάσει και λαϊκά αλλά και ελαφρολαϊκά τραγούδια στο δίσκο μας! Αυτό που κάνουν οι μουσικοί της jazz είναι να παίρνουν μια γνωστή μελωδία, να την εναρμονίζουν διαφορετικά από το πρωτότυπο, να της αλλάζουν το ρυθμό, και να αυτοσχεδιάζουν πάνω στην φόρμα της μελωδίας. Αυτό κάνουμε και εμείς, μόνο που αντί για τα αμερικανικά στάνταρντς το κάνουμε με ελληνικές μελωδίες. Μας αρέσει και ο Τσιτσάνης και πολλοί άλλοι. Κάνουμε διασκευές μόνο σε μελωδίες που πιστεύουμε ότι μπορούν να αποδοθούν και με τον τρόπο μας - δεν γίνονται όλα swing.

Μπορεί το «Κάνε λιγάκι υπομονή» με τη συγκεκριμένη φορτισμένη ιστορία του, με τα συγκεκριμένα νοήματα, να γίνει η πρώτη ύλη για ένα ανέμελο swing;

To swing δεν ήταν κι ούτε είναι μόνο ανέμελο! Δημιουργήθηκε από τους Αφροαμερικανούς της Βορείου Αμερικής και εκφραστήκαν μέσα απ’ αυτό η καταπίεση και ο ρατσισμός που οι μαύροι βίωναν εκείνη την εποχή! Το gypsy swing δημιουργήθηκε από τσιγγάνους της Ευρώπης, που κι αυτοί ήταν και είναι θύματα ρατσισμού και κοινωνικών διακρίσεων. Άλλωστε, η δύναμη της τέχνης είναι ο μετασχηματισμός μιας άσχημης κατάστασης, ενός αρνητικού γεγονότος, σε κάτι όμορφο! Και μην ξεχνάτε ότι και την reggae την ακούνε και την χορεύουν στα beach bar αλλά οι στίχοι των πιο γνωστών τραγουδιών είναι κοινωνικοί!

Έχετε συμμετάσχει με επιτυχία σε μεγάλα φεστιβάλ στο εξωτερικό. Πόσο «ανοιχτό» προς το νέο είναι το ελληνικό κοινό σε σχέση με τους ακροατές που έχετε συναντήσει έξω;

Είναι πολύ πιο ανοιχτοί οι ξένοι σε αυτό που παίζουμε απ’ ό,τι οι Έλληνες, γιατί είναι στην κουλτούρα τους αυτό. Λόγω παιδείας - έχουν καλύτερη μουσική παιδεία απ’ ό,τι εμείς - καταλαβαίνουν καλύτερα τι κάνουμε.

Συγχωρέστε μου την απλούστευση: παίζετε για να περάσετε το ρεμπέτικο στους «ξένους», ή την gypsy jazz στους «ιθαγενείς»;

Παίζουμε γιατί μας αρέσει να παίζουμε. Μας αρέσει η gypsy jazz και στην πορεία είδαμε ότι αντί για ξένες μελωδίες μπορούμε να βάλουμε ελληνικές, και έτσι γεννήθηκε και το άλμπουμ μας με τίτλο ‘Manouche De Grec’. Σίγουρα, το ότι παίζουμε τα κομμάτια που έχουμε διαλέξει μας δίνει ταυτότητα σε σχέση με τα άλλα σχήματα που παίζουν gypsy jazz, κι αυτό ήταν και το ζητούμενο!

Ο αγαπημένος σας Django Reinhardt έπαιζε κιθάρα, λέει, με δύο δάχτυλα εντελώς παράλυτα, καμένα. Τι θέληση, αλήθεια, είχαν τέτοιες προσωπικότητες! Βρίσκετε στο πρόσωπό του ένα πρότυπο όχι μόνο μουσικό, αλλά και ανθρώπινο;

Μια τέτοια προσωπικότητα είναι πηγή έμπνευσης όχι μόνο για εμάς, όπως καταλαβαίνετε, αλλά για τον κάθε ένα που ακούει ή παίζει jazz.

Πώς είναι για ένα νέο συγκρότημα να δημιουργεί εν μέσω κρίσης, τέλους δισκογραφίας, έλλειψης παραγωγών και εταιρειών, και κυριαρχίας του free downloading; Συναντάτε δυσκολίες, κι αν ναι, ποιες είναι αυτές;

Υπάρχουν δυσκολίες αλλά και μεγάλες ευκαιρίες. Πάντως, είναι δύσκολο για εμάς να βρούμε χώρους και να παρουσιάσουμε την μουσική μας, γιατί είμαστε πολυάριθμο σχήμα και αυτό ανεβάζει το κόστος.

Κάποιοι - για να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου - λένε ότι οι διασκευές συνιστούν μια εύκολη λύση σε μια εποχή έλλειψης πρωτογενούς δημιουργίας. Τι απαντάτε;

Στην jazz, η διασκευή είναι κάτι πολύ πολύ συνηθισμένο. Άλλωστε, ένα μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου της είναι διασκευές από μουσική των μιούζικαλ, και όλοι οι μουσικοί που ασχολούνται με αυτό το είδος παίζουν «διασκευές». Από την άλλη, πάντα οι πιο νέοι μουσικοί έπαιζαν τα κομμάτια των παλαιοτέρων και έτσι έφερναν τους νεότερους σε επαφή με το παλαιότερο.

Σκοπεύετε να παρουσιάσετε κάποια στιγμή αμιγώς δικές σας συνθέσεις, όπως το Miss L με το οποίο κλείνει και ο δίσκος; Σας αφορά μια τέτοια πρόκληση, μουσικά αλλά και στιχουργικά ίσως;


Θα δούμε στο μέλλον!



Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Συνέντευξη με τον Αργύρη Μπακιρτζή




«Μας συνέδεσε η αγάπη για το μπουζούκι και το ρεμπέτικο»


Μια σύντομη κουβέντα με τον Αργύρη Μπακιρτζή, σε μια κάθοδο των Χειμερινών Κολυμβητών στην Αθήνα


Τριανταπέντε χρόνια τώρα, οι Χειμερινοί Κολυμβητές διαγράφουν την πολύ δική τους, ιδιόμορφη τροχιά στα μουσικά μας πράγματα. Από τον αδύνατο έρωτα στο «Πολλαπλό σου Είδωλο» μέχρι την ιστορικά φορτισμένη εικόνα του «Δρόμου» που είναι φορτωμένος με ναπάλμ, κι από τη μελαγχολική περιπλάνηση «Ψες το βράδυ» μες στο αστικό μέχρι την υπαρξιακή αναζήτηση «Σε μια εκκλησιά» και σε άγιους ζωγραφισμένους, δεν πετάς τίποτα παρά μόνο επιστρέφεις. Βασικό εφόδιο του συγκροτήματος ο «σωτήριος, αιώνιός τους ερασιτεχνισμός, που ισούται με επαγγελματισμό τέλειο και σαφή», όπως λέει κι ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης.

Όσο για τον άνθρωπο - ψυχή του συγκροτήματος, πρόκειται για μια αναγεννησιακή φιγούρα το δίχως άλλο. Γράφει στίχους και μουσική, τραγουδά, αναστήλωνε μέχρι πρόσφατα μνημεία ως αρχιτέκτονας της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Καβάλας, κι παίζει και στις ταινίες - αριστουργήματα του Σταύρου Τσιώλη καθώς και στο θεατρικό σανίδι. Προπαντός ιδιοφυής, μουσικά και στιχουργικά. Ο κύριος Αργύρης Μπακιρτζής στο Περιοδικό, καθ’ οδόν από την Καβάλα στην Αθήνα!


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου 
(Δημοσιεύτηκε στις 5 Νοεμβρίου του 2015 στο Περιοδικό)



Τι αίσθημα σας προκαλεί η κάθοδος στην Αθήνα; Αξίζει να εγκαταλείπει κάποιος, έστω και προσωρινά, την Καβάλα για χάρη της;

Το συζητάτε; Με τόσους φίλους στην Αθήνα; Αρκεί αυτό. Επιπλέον μπορώ  να πάω σε κάποιο μουσείο, σε σημεία της πόλης που επιθυμώ να ξαναδώ, να πάω στην Ελευσίνα, να φάω κεφτεδάκια με φοβερές πατάτες στον κυρ Γιάννη (δεν θέλει να λέμε πού είναι γιατί πλακώνουν πολλοί και δεν μπορεί να εξυπηρετήσει όπως θέλει τους φίλους του) και τόσα άλλα. Αφήστε που είναι ευκαιρία να βρεθούμε μεταξύ μας, αφού δε βρισκόμαστε και συχνά όλοι μαζί ή και χώρια.







Ο μελετητής του έργου σας Δημήτρης Κατσιάνος έχει γράψει ότι τα τραγούδια σας «επιμένουν θεματολογικά στις εικόνες της ελληνικής επαρχίας, σε στιγμές και συνήθειες που συχνά γνωρίζουμε μέσα από φωτογραφικά λευκώματα». Πώς κι αυτά τα τραγούδια μίλησαν τόσο έντονα  στον άνθρωπο της μεγαλούπολης;

Μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, πολλά απ’ τα τραγούδια γράφτηκαν πριν εγκατασταθώ στην Καβάλα. Αν συμβαίνει αυτό που λέτε, δεν είναι ο ρόλος μου να το εξηγήσω, εγώ έχω μόνο τα τραγούδια.

Τα τραγούδια σας ξεχειλίζουν από ανθρωπογεωγραφικές αναφορές, από «Μικρό Καφέ» μέχρι «Παράδεισο κι Ακρόπολη». Ποιες είναι οι πατρίδες των τραγουδιών σας; Πού επιστρέφετε, συνήθως;

Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Καζαβήτι, Λάρισα, Βόλος, Ξάνθη, Ρωμυλία, Έβρος, Πόλη, Ρώμη.

Με ποιο αρχιτεκτονικό μνημείο ασχολείστε αυτή τη στιγμή;

Έχω αποσυρθεί από την ασχολία μου αυτή. Ασχολούμαι μόνο θεωρητικά από στήλες εφημερίδων, επισημαίνοντας, κατά το εθνικό χούι, τα κακώς κείμενα της πόλης όπου ζω.

Ειδικεύεστε, πάντως, στα βυζαντινά και οθωμανικά μνημεία. Τι σας έλκει σ’ αυτά;

Η εμπλοκή μου με αυτά δεν ήταν τυχαία. Είναι πολύ ελκυστική η περίοδος που έρχονται σε επαφή ο βυζαντινός και ο οθωμανικός κόσμος, καθώς και το τι γίνεται στα Βαλκάνια, από τότε μέχρι σήμερα.

Αλήθεια, γιατί οι Έλληνες και το επίσημο κράτος τους έχει σταθεί τόσο εχθρικά προς το παρελθόν και την ιστορική μνήμη;

Αμορφωσιά και στενοκεφαλιά. Λέω συχνά, η Καβάλα αν πουλούσε την εικόνα της όπως είχε διατηρηθεί μέχρι το 1969, θα ζούσε σήμερα πλουσιοπάροχα. Η Ιταλία πήγε να την πατήσει, όμως το κατάλαβε πολύ νωρίς, πριν το 1950, εμείς ακόμη το παιδεύουμε και λίγοι το πιστεύουν. Έχω ένα συγκλονιστικό ανέκδοτο κείμενο του μοναδικού μη εκτελεσθέντος, - γιατί τα κατάφερε να δραπετεύσει την τελευταία ώρα -, μουσικού μιας μεγάλης μπάντας πνευστών,  με μουσικούς που μάζεψε από διάφορα χωριά και πόλεις και εξανάγκασε ο τούρκος σφαγέας του Πόντου Τοπάλ Οσμάν να παίζουν καθώς έκαιγε τα χωριά τους και έσφαζε τους κατοίκους τους. Τι θα ‘λεγε αν το διάβαζε ο αθηναίος υπουργός Παιδείας πριν μιλήσει για τον Πόντο; Όμως, υποπτεύομαι πως είναι θύμα της πατρινιάς υφυπουργού του. Μην πιάσουν στο στόμα τους την Κύπρο.

Αν δεν κάνω λάθος, σπουδάσατε αρχιτεκτονική στην Ιταλία. Σας συγκινεί η παράδοση των τροβαδούρων της δεκαετίας του ’60 και του ’70; Ποια η γνώμη σας, π.χ., για τον Πάολο Κόντε και τον Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ;

Σπούδασα στη Θεσσαλονίκη, στη Ρώμη πήγα μετά. Τους λατρεύω - και όχι μόνο αυτούς -, αποτελούν για μένα πηγή έμπνευσης και βέβαια τραγουδώ - και στη δισκογραφία- με την πρώτη ευκαιρία τραγούδιά τους.

Πώς συναντήθηκε ο αρχικός πυρήνας των Χειμερινών Κολυμβητών;

Σε ένα πάρτυ της αδελφής  του Ισίδωρου Παπαδάμου, συνιδρυτή του σχήματος, το 1965. Μας συνέδεσε η αγάπη για το μπουζούκι και τα ρεμπέτικα.

Απ’ το ’65 μέχρι το ’80 και την έκδοση του πρώτου δίσκου, τι έκανε η αρχική παρέα εκείνα τα δεκαπέντε χρόνια;

Λέγαμε γιατί να κάνουμε δίσκο; Εγώ φοβόμουν ότι αυτό θα περιόριζε την έμπνευση. Όπως και μέχρι ένα βαθμό έγινε.






Ποιες είναι οι πιο χτυπητές, «δομικές» αλλαγές που παρατηρήσατε στο κοινό σας αυτά τα χρόνια;

Δε θα ‘λεγα ότι άλλαξε αφού δε γίναμε ποτέ ιδιαίτερα εμπορικοί ούτε κάναμε εμπορικές επιτυχίες. Μεγάλο μέρος του κοινού μας, ενώ εμείς γερνάμε, εξακολουθεί να είναι νεανικό, έρχονται ως και εγγόνια των πρώτων ακροατών μας. Παρηγορούμε τους ακροατές-φίλους μας που μας χρειάζονται στις δύσκολες στιγμές τους και τους συντροφεύουμε και στις χαρούμενες.

Κοιτώντας πίσω, τι μένει απ’ το ταξίδι των Χειμερινών Κολυμβητών πιο ζωντανό στη μνήμη σας, απ’ το ’65 μέχρι σήμερα;

Η συνάντηση με τους Γιώργο Κατσαρό, Σταύρο Καραμανιώλα, Τάκη Τλούπα, Γιάννη Κυριαζή, το ταξίδι στην Αυστραλία, το άνοιγμα στο σινεμά και το θέατρο. Το  κοινό ταξίδι με υπέροχους φίλους και φανταστικούς μουσικούς. Οι αφόρητες ώρες που τις άντεξα φτιάχνοντας τραγούδια.

Και ποιοι θέλετε να είναι οι επόμενοι σταθμοί του ταξιδιού αυτού;

Θα ήθελα ένα δίσκο με τις μελοποιήσεις των ποιημάτων του Γιώργου Μουρέλου και μετά βλέπουμε. Έχω και το String Theory Ensemble, όμως αυτό φαίνεται αφορά κυρίως τους συνεργάτες μου Γιώργο Πατεράκη και Μαρία Πλουμή.

Δικαιώθηκαν οι όποιες προσδοκίες σας από την αριστερά στην κυβέρνηση; Πώς βλέπετε τα πράγματα;

Όχι, ας πω, ακόμη. Τα πράγματα τα βλέπω δύσκολα και, φυσικά, ανησυχώ. Δε μας παίρνει όμως και να γκρινιάζουμε. Τα καράβια απ’ τη Μυτιλήνη  τα βλέπουμε σχεδόν κάθε μέρα στην Καβάλα. Καταστρέφουμε τον πλανήτη μας κι ακόμη για ανάπτυξη μιλάμε. Τα θηρία όλο φουσκώνουν, φουσκώνουν, δε χορταίνουν, πού θα πάνε, δε θα σκάσουν;

Μια απορία για το τέλος. Τελικά η παρέα του «Ας περιμένουν οι γυναίκες» έφτασε ποτέ στη Θάσο;


Μόνον ο Μπουλάς. Με τον Ζουγανέλη μας έτυχε κάτι στη Σαμοθράκη.



("Ας περιμένουν οι γυναίκες")

Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

Συνέντευξη με τον Μανώλη Λιδάκη





«Δεν μπορείς να είσαι και εξουσιαστής και επαναστάτης»

Συνέντευξη με τον Μανώλη Λιδάκη


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο "Το Περιοδικό" στις 16 Ιουλίου 2014).


Τον καλλιτέχνη τον γνώριζα: σπάνιο μέταλλο, ξεχωριστή χροιά, στιβαρές ερμηνείες, και μία πολύπλευρη και σημαντική δισκογραφική διαδρομή από το 1982 μέχρι σήμερα. Τον άνθρωπο όχι. Συνάντησα κάποιον που - έχοντας νικήσει για τα καλά τα προσωπικά του φαντάσματα - στέκεται σοφότερος, ταπεινότερος, μα πάντα δημιουργικός. Ο νέος δίσκος του «Αύριο θα είναι αργά» με τη μουσική της Βάσως Αλαγιάννη, του Σωκράτη Μάλαμα και του Ορφέα Περίδη ήδη ταξιδεύει. Έχοντας ορίσει με τις ερμηνείες του το νέο ελληνικό τραγούδι, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του ’90, ο Μανώλης Λιδάκης μάλλον δεν χρειάζεται επιπλέον συστάσεις.

Με τον καινούργιο σας δίσκο ένιωσα σαν να δηλώνετε ότι αυτό που εκφράσατε μουσικά τα τελευταία 25 χρόνια παραμένει ζωντανό.

Το σίγουρο είναι ότι κάτι παλιό πέθανε πράγματι στην Ελλάδα· μια παλιά νοοτροπία, ένας παλιός τρόπος σκέψης. Εξαναγκαζόμαστε πλέον να κάνουμε όνειρα, γιατί ένα παρόν γεμάτο αγκάθια σε αναγκάζει να ονειρεύεσαι ένα πιο ρόδινο μέλλον. Ως προς το δίσκο, δεν έκανα κάτι διαφορετικό απ’ ότι κάνω κάθε φορά. Ελπίζω το προσωπικό μου γούστο να συμπέσει με το γούστο όσων με ακούνε και μ’ αγαπάνε.






Τρία τραγούδια σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη. Σας λείπει;

Τυχαίνει να έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τον Ρασούλη απ’ τα παιδικά μου χρόνια. Γεννηθήκαμε στην ίδια γειτονιά, στο Ηράκλειο της Κρήτης. Τον ξέρω περισσότερο από άλλους ανθρώπους που γνωρίζουν μόνο την καλλιτεχνική του οντότητα. Εγώ ήμουν ο πιτσιρικάς, αυτοί μαζεύονταν, παίζανε κιθάρες και μπουζούκια και διαλογίζονταν, και μ’ έστελναν να τους πάρω μπύρες και τσιγάρα. Ο Μανώλης ήταν πολίτης του κόσμου· ήθελε συνεχώς να ανακαλύπτει πράγματα και δεν είχε μόνιμη έδρα, δεν μπορούσε να στεριώσει κάπου. Γι’ αυτό και ήθελε να γράψουν γι’ αυτόν ότι έφυγε «πλήρης ιδεών» και όχι «πλήρης ημερών». Ο Ρασούλης προτιμούσε να δίνει ζωή στα χρόνια του παρά χρόνια στη ζωή του. Ήταν πάντα σε μια διαρκή εγρήγορση.

Βάσω Αλαγιάννη;

Η Βάσω είναι κάτι σαν αδερφή, μάνα και φίλη μου. Είναι ο άνθρωπος που τα λέω όλα· με συμβουλεύει και τη συμβουλεύω. Και μου έχει δώσει απ’ τα ωραιότερα τραγούδια που έχει γράψει.

Όπως τον θρυλικό «Γλάρο».

Χθες το βράδυ σταμάτησα σ’ ένα περίπτερο να πάρω τσιγάρα και μόλις με είδε το παιδί που ήταν εκεί μου λέει, «Δεν ξέρω κύριε Λιδάκη τι με πιάνει όταν ξενυχτάω εδώ στο περίπτερο και βάζω πέντε και δέκα φορές τον ‘Γλάρο’ για να περάσει η βραδιά μου». Τον ρώτησα τι κάνει, μου είπε ότι έχει σπουδάσει αρχιτέκτονας αλλά δυστυχώς δεν μπορεί να βρει δουλειά και ξενυχτάει σ’ ένα περίπτερο. Σκληρό φαινόμενο της εποχής.

Πράγματι. Ορφέας Περίδης;

Κοίταξε, υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Περίδης, ο Μάλαμας, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου που δίνουν τραγούδια σε λίγους επειδή τραγουδάνε οι ίδιοι, και πολύ καλά κάνουνε. Βεβαίως, πολύ καλά κάνουνε που δίνουν τραγούδια και σε μένα! Είναι αδερφός μου και ο Ορφέας. Και με τον Σωκράτη, επίσης, έχουμε μια σχέση δεκαετιών. Πρωτο-συνεργαστήκαμε στο δίσκο «Ο φύλακας κι ο βασιλιάς» όπου είπα τα «Φύλλα αλκαλικά» και το «Πουλί σε δέντρο αρχοντικό».

Δίσκος «παρέας» λοιπόν ο καινούργιος σας.
Ακριβώς. Γι’ αυτό και στεναχωρήθηκα όταν τέλειωσε η ηχογράφηση, γιατί περάσαμε όμορφα παρέα. Ήμασταν όλοι μαζί στο στούντιο και γράφαμε, όλοι μαζί, όπως παλιά, κι αλλοίμονο σ’ αυτόν που θα έκανε λάθος, γιατί μετά έπρεπε να το ξαναπάμε πάλι απ’ την αρχή! Εγώ τραγούδησα μαζί τους, κάποια πράγματα κρατήθηκαν, και στη συνέχεια ξανατραγούδησα ό,τι έπρεπε να τραγουδήσω.

Υπήρξατε ένας από τους βασικούς εκπροσώπους αυτού που ονομάστηκε έντεχνο τραγούδι. Πώς νοιώθετε σήμερα, με τον ελληνικό στίχο να υποχωρεί, με ήχους που δεν έχουν σχέση με το λαϊκό στοιχείο, με τη δισκογραφία να καταρρέει;

Καταρχήν, δεν πιστεύω σε «έντεχνο», σε «σκυλάδικο», κλπ. Όλοι κάνουν μουσική, στίχους, και τραγούδια. Τώρα, αυτό που τραγουδάω εγώ, η συγκεκριμένη αισθητική - της οποίας ούτε είμαι ούτε υπήρξα ο μοναδικός εκπρόσωπος - εξακολουθεί να στέκεται ψηλά. Αν κάποιοι νομίζουν ότι με το να πειράζεις τραγούδια του Τσιτσάνη… όλο αυτό είναι μια μόδα της εποχής. Αλλά ο Χατζιδάκις δεν ήταν μόδα, ο Τσιτσάνης δεν ήταν μόδα, ο Βαμβακάρης δεν ήταν μόδα. Η δισκογραφία έκανε έναν κύκλο. Όταν ξεκίνησε, υπήρχαν ελάχιστες δισκογραφικές εταιρείες, τα τραγούδια γίνονταν επιτυχίες στη ζωντανή επαφή με το κοινό, δεν υπήρχε η τεράστια μουσική βιομηχανία που κυριάρχησε στη συνέχεια, υπήρχε το κρατικό ραδιόφωνο που αν παιζόσουν ήταν άθλος, υπήρχε μία μόνο τηλεόραση. Ξαφνικά μπήκαμε στην εποχή της «πολυφωνίας». Άπειρα ραδιόφωνα, καταστρατηγημένα playlist, «εμείς αυτά τα παίζουμε, αυτά δεν τα παίζουμε», και επιβλήθηκε ένα φασιστικό καθεστώς στη δισκογραφία, με τοποθετήσεις δίσκων που θεωρούντο πωλήσεις επειδή έφευγαν από τα ράφια των εταιριών, ακόμα κι αν δεν τα αγόραζε ο κόσμος. Και μετά βγήκε το ίντερνετ, και έκανε τον κύκλο του όλο αυτό το πράγμα, και είμαστε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε.

Ο προηγούμενος δίσκος σας είχε επανεκτελέσεις τραγουδιών του Ξαρχάκου. Μήπως σήμαινε αυτό και μια δυσκολία εύρεσης νέων τραγουδιών;

Αυτό που έκανα με τον Ξαρχάκο το έκανα και προηγουμένως με τον Χατζιδάκι, δεν είναι η πρώτη φορά που το επιχείρησα. Είχα βαθιά επιθυμία στη ζωή μου να τραγουδήσω Γκάτσο, Καμπανέλλη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, όλους αυτούς που υπήρξαν η βάση του πολιτισμού μας. Οπωσδήποτε, η αναπαραγωγή του παρελθόντος αντανακλά και ένα στείρο παρόν. Για να αναπνεύσει το τραγούδι χρειάζεται κάποιοι άνθρωποι να προσπαθήσουν γι’ αυτό, και δεν βλέπω προσπάθεια. Όλος ο κόσμος πλέον θεωρεί δεδομένο ότι η μουσική πρέπει να είναι δωρεάν.

Είχα πάντα την αίσθηση ότι ενώ σας αρέσει πολύ το τραγούδι σαν τέχνη, δεν σας αρέσει πολύ το τραγούδι σαν επάγγελμα, σαν «χώρος».

Δεν έχεις άδικο. Στο ξεκίνημά μου διαπίστωσα ότι είχα γύρω μου ανθρώπους που δεν μπορούσα να καταλάβω τη συμπεριφορά τους. Στη συνέχεια, τα κατάλαβα όλα γιατί ωρίμασα. Δεν μπορείς στο χώρο της μουσικής να είσαι και εξουσιαστής και επαναστάτης. Υπήρξαν άνθρωποι που ήθελαν να είναι και τα δύο, και με την εξουσία και με την επανάσταση. Εκεί είδα πολλή υποκρισία και όταν άρχισα να πουλάω πενήντα, εξήντα, εβδομήντα χιλιάδες CD, την έκανα και δεν έκατσα να το εξαργυρώσω. Είναι πολύ περίεργο επάγγελμα αλλά δεν ξέρω να κάνω και κάτι άλλο. Βεβαίως γνώρισα και εξαιρετικούς ανθρώπους μέσα στο χώρο, είχα πολύ καλούς δασκάλους. Η γνωριμία μου με τον Καζαντζίδη, με τον Μπιθικώτση, τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη και τους νεότερους που αναφέραμε πριν μου έδωσε πολύτιμα πράγματα.






Με εξαίρεση κάποια τραγούδια του Βαρδή…

Μεγάλος συνθέτης ο Αντώνης Βαρδής.

…και τη συμμετοχή σας στο «Ρεπορτάζ» του Γιάννη Μαρκόπουλου, νοιώθω ότι χάσατε μια ολόκληρη δεκαετία, τη δεκαετία του ’80, σε δουλειές που δεν ταίριαξαν με την μεταγενέστερη πορεία σας.

Τα χρόνια που λες, αυτή η χαμένη δεκαετία, ήταν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου…

Σαν να ήθελαν κάποιοι να σας κάνουν τον νέο Γιάννη Πάριο!

Κάπως έτσι ήτανε κι απάνω εκεί διαφώνησα. Εκεί συνάντησα τους ανθρώπους που ήθελαν να είναι και επαναστάτες και εξουσιαστές. Οι ίδιοι βέβαια μετά μου ζητούσαν συνεργασίες, αλλά εγώ δεν ενέδωσα ποτέ κι ούτε πρόκειται. Ο δίσκος με τον οποίο αρχίζω και επιβάλλω την προσωπική μου αισθητική είναι το «Ούτε που ρώτησα». Με αυτόν το δίσκο αρχίζω και κάνω αυτό που θέλω. Πιο πριν, για εφτά χρονάκια, ήμουν αιχμάλωτος συγκεκριμένης δισκογραφικής εταιρείας, και το πλήρωσα μην μπορώντας να ηχογραφήσω πουθενά αλλού. Παραδέχομαι τον Πάριο σαν φωνή, είναι μεγάλος τραγουδιστής, αλλά δεν ήθελα να γίνω δεύτερος Πάριος και δεν με εξέφραζε το συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Γενικά, όμως, απεχθάνομαι τη λέξη «παράπονο» και δεν είναι στον χαρακτήρα μου να κατηγορώ τους άλλους. Δεν ωφελεί να μιζεριάζεις.

Το ότι μάθατε από νωρίς να παίζετε μουσικά όργανα επηρέασε την ερμηνεία σας;

Σίγουρα. Η φωνή, ξέρεις, είναι το απόλυτο μουσικό όργανο και μπορεί να κάνει πολλά πράγματα που δεν μπορούν κάποια όργανα να κάνουν. Η φωνή περνάει μέσα από μόρια· το μπουζούκι, η κιθάρα, το πιάνο δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο. Εγώ είμαι ένας μέτριος μουσικός. ΟΚ, αν μου δώσεις μια παρτιτούρα θα στη διαβάσω. Αλλά πιο πολύ επικεντρώνομαι στη μουσικότητα, και όχι στα όργανα που παίζω.

Τι είναι μουσικότητα;

Μουσικότητα είναι η σφαιρική αντίληψη που έχεις για τη μουσική. Κατόρθωσα να ερμηνεύσω πολλά διαφορετικά πράγματα χωρίς να ενοχλήσω. Η μουσικότητα με βοηθάει να καταλάβω πού μπορώ να ανταπεξέλθω και πού όχι. Ο ερμηνευτής είναι ρολίστας, είναι ηθοποιός. Το να τραγουδήσεις συγχρόνως ρεμπέτικο, λαϊκό, βυζαντινή  μουσική, Χατζιδάκι και Λοΐζο είναι επικίνδυνο. Όταν προσπαθείς σε όλα αυτά να επιβάλλεις την ερμηνεία σου με στυλ καπελώματος και δεν έχεις την πρόθεση να είσαι φαντάρος, δηλαδή να υπηρετείς, τότε το τραγούδι θα σε καταπιεί. Το αυτί μου είναι τόσο ευαίσθητο που μπορώ να καταλάβω αν κάποιος μου παίξει αντί για ντο μινόρε ένα σολ ματζόρε. Αυτό έχει να κάνει με τη μουσικότητα, με το «καλό αυτί».

Με το «Κόκκινο Ακρογιάλι» το 2006 επισκεφθήκατε εκ νέου την κρητική μουσική. Γιατί;

Είμαι ένας απ’ αυτούς που έκαναν ευρύτερα γνωστή την κρητική μουσική στην Ελλάδα τα τελευταία είκοσι χρόνια, με το δίσκο που προανέφερες, με το «Άστρα μη με μαλώνετε», και με άλλα. Βεβαίως, εγώ δεν έχω ζήσει πολύ στην Κρήτη, γιατί στα 15 μου έφυγα και συνάντησα τον αδερφό μου στο νομό Σερρών, όπου και έμεινα για τρία χρόνια. Στη συνέχεια, πήγα φαντάρος στην Αυλώνα μαυροσκούφης, στην 20η Τεθωρακισμένη Μεραρχία και στην Καρωτή Έβρου. Επέστρεψα και εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, και στην Κρήτη πήγαινα μόνο επισκέψεις. Δεν ένιωσα ποτέ ότι είχα ευθύνη να συνεχίσω το έργο αυτών των ανθρώπων, δεν μπορώ να συγκριθώ π.χ. με τον Μουντάκη και με τα υπόλοιπα ιερά τέρατα. Ενορχήστρωσα αυτό το δίσκο με τραγούδια της ιδιαίτερής μου πατρίδας· τόσο απλά. Και δεν το διαφήμισα καθόλου. Τον έκανα για μένα και για κάποιους άλλους, λίγους ανθρώπους.

Στο «Ρεπορτάζ», το 1985, τραγουδάτε ένα στίχο του Αντώνη Ανδρικάκη: «Δεν θέλω τη γραμμή ν’ ακολουθήσω / μα ούτε και να ζήσω μοναχός μου». Τι απάντηση δώσατε στο δίλημμα αυτό, τελικά;

Έχουν περάσει πολλά χρόνια, αλλά είναι χαραγμένο στη μνήμη μου ότι πήγαινα να ψάξω αυτό το δίσκο στα μαγαζιά και δεν υπήρχε πουθενά. Αυτός ο δίσκος όλως περιέργως εξαφανίστηκε. Ως προς την ερώτησή σου, τελικά αποδείχθηκε ότι ήθελα να ζήσω μοναχός μου. «Εγώ θέλω μονάχος μου να περπατώ στο δρόμο», όπως λέει και το τραγούδι των Περίδη - Γκόνη από το νέο δίσκο. Προτιμώ μια πορεία όπου υπεύθυνός της θα είμαι εγώ, με όλα τα λάθη κι όλα τα σωστά. Και κατάλαβα ότι η επιτυχία μπορεί να σου φέρει πιο πολλά προβλήματα από την αποτυχία. Όταν γέμιζα για τρία βράδια τον Λυκαβηττό, μετά ήθελα να φύγω και να πάω στην Κρήτη. Δεν άντεχα αυτή την πίεση.






Αναδειχθήκατε μέσα από το «Να η ευκαιρία». Θα συμβουλεύατε ένα νέο παιδί να πάει στο The Voice;

Υπάρχει μια διαφορά. Όταν εγώ πήγα στο «Να η ευκαιρία», η επιτροπή αποτελείτο από ποιητές και σκηνοθέτες και συνθέτες· δεν αποτελείτο από τραγουδιστές. Εμένα μου προτάθηκε να πάω στο The Voice, και να εμφανιστώ κιόλας. Δεν θεώρησα σωστό να πάω.

Γιατί;

Γιατί έκρινα ότι δεν είναι ο φυσικός μου χώρος, το φυσικό μου περιβάλλον, και γιατί πολύ άνθρωποι δεν θα ήθελαν να με δουν εκεί όπως δεν θα ήθελα κι εγώ να δω τον εαυτό μου εκεί. Και γι’ αυτό δεν πήγα. Αλλά για να είμαι αντικειμενικός, πες μου ποιον τρόπο εκτός από αυτά τα talent shows έχει ένας νέος άνθρωπος για να συστηθεί, για να κάνει ένα ξεκίνημα; Υπάρχει άλλος τρόπος; Δεν υπάρχει.

Ζούμε πρωτόγνωρες καταστάσεις σαν κοινωνία εν μέσω μιας σκληρής οικονομικής κρίσης. Πότε νοιώσατε ότι κάτι δεν πάει καλά;

Με το που έγινε η Ολυμπιάδα, ένιωσα αυτόματα ότι κάτι κακό έρχεται. Αλλά όταν έλεγα ότι «οι Ολυμπιακοί Αγώνες μας μάραναν», κάποιοι με κοίταζαν με μισό μάτι και μετά μου έλεγαν «δικαιώθηκες». Τι να το κάνω που δικαιώθηκα; Το θέμα είναι να δικαιωθεί ο τόπος.

Τι μας έφερε ως εδώ;

Ό,τι έγινε ήταν ένα διεθνές σχέδιο τοκογλυφίας ώστε οι πολλοί να χάσουν πολλά και οι λίγοι να αποκτήσουν πάρα πολλά. Αυτό που ζούμε δεν το λες κρίση· είναι η επιβολή ενός καθεστώτος από επαγγελματίες τζογαδόρους που αποφάσισαν να κάνουν αφαίμαξη των ανθρώπων. Πλάι σ’ αυτά, έπαιξαν ρόλο και η καλοπέραση, η απληστία, η ιδέα του πώς να κάνουμε τα πολλά περισσότερα… Δεν τρέφαμε καθόλου το πνεύμα και την ψυχή μας, παρά μόνο ήμασταν αγκιστρωμένοι στην ύλη. Αυτό ήταν το δόλωμα, τσιμπήσαμε, και μετά μας έβγαλαν και μας έψησαν στη σχάρα. Η κρίση αξιών προϋπήρξε της οικονομικής κρίσης.

Η τέχνη έχει άραγε να προσφέρει κάτι στον κόσμο τον τσακισμένο που δεν πιστεύει τίποτα, κανέναν, πουθενά;

Δεν είμαι βέβαιος, γιατί σήμερα δεν υπάρχουν ούτε πολιτική, ούτε πολιτικοί. Και δεν γράφονται πολιτικά τραγούδια. Μπορεί να υπάρχουν βαθύτερα νοήματα στα τραγούδια. Μπορεί το τραγούδι «σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ» του Αγγελάκα να είναι επίκαιρο αλλά γράφτηκε πριν από πολλά χρόνια. Πολιτικά τραγούδια δεν γράφονται σήμερα γιατί ο κόσμος δεν πιστεύει στην πολιτική. Κι εγώ ο ίδιος βλέποντας σήμερα το παρόν δεν μπορώ να ερμηνεύσω το μέλλον, ενώ κάποτε μπορούσα. Όταν επικρατεί η σύγχυση, τότε να τα περιμένεις όλα.

«Αύριο θα είναι αργά». Για ποιο πράγμα θα είναι αργά αύριο; Για ποιο όνειρό σας;

Ονειροπολώ συνεχώς. Ακόμα και τώρα που μιλάμε, κοιτάζω τα σύννεφα και βλέπω μέσα τους σχήματα, πράγματα. Τα όνειρά μου δεν είναι σημαντικά. Μου αρέσει να βρίσκω ωραίους στίχους, ωραίες μουσικές· αυτό το κομμάτι με απορροφά πάρα πολύ. Αλλά γενικά είμαι χορτάτος καλλιτεχνικά. Έχω κάνει σημαντικά πράγματα που δεν είναι πολύ γνωστά, όπως η συνεργασία με τον Zbigniew Preisner που μελοποίησε Κωστή Παλαμά, ή με τον Steve Wood, αμερικανό συνθέτη που έχει πάρει βραβείο Grammy. Στη Βαρσοβία μπήκα στο στούντιο μαζί με μια ορχήστρα με 120 όργανα και μια χορωδία με 100 φωνές· τεράστιες εμπειρίες! Και είμαι ευχαριστημένος που ακόμα οι δισκογραφικές εταιρείες πληρώνουν για τις παραγωγές μου.

Καλλιτεχνικά απωθημένα έχετε;

Μια συνεργασία που θα ήθελα πραγματικά να κάνω είναι με τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη και τους «Άγαμους». Επίσης, θα ήθελα πάρα πολύ να κάνω ένα δίσκο με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Μου αρέσει πολύ, τον θαυμάζω, και πιστεύω ότι μπορεί να γράψει θαυμάσια τραγούδια και για μένα, πλάι στα θαυμάσια τραγούδια που έχει ήδη γράψει. Ναι, ο Θανάσης είναι ένα απωθημένο.

Τι θα ακούσουμε στο Βεάκειο;

Όταν έχεις ηχογραφήσει πολλά τραγούδια, κάθε άνθρωπος θέλει να ακούσει τα δικά του αγαπημένα. Παίρνω λοιπόν μια κιθάρα και δέχομαι παραγγελίες (σ.σ.: γέλια)! Αυτές τις μέρες φτιάχνω το πρόγραμμα.

Και η ορχήστρα;

Πλήκτρα, πιάνο και ακορντεόν ο Νίκος Παπαναστασίου, μπουζούκι ο Γιώργος Σπηλιόπουλος, βιολί ο Βασίλης Ραψανιώτης, κρουστά ο Γιώργος Τζανέτος, κιθάρα ο Σπύρος Δέλτα, μπάσο ο Γιάννης Άννινος, και η Μαριαστέλλα Τζανουδάκη φωνητικά και σόλο τραγούδι.

Ολοκληρώνοντας, τελικά εσείς τι υπήρξατε κύριε Λιδάκη; Εξουσιαστής ή επαναστάτης;

Εγώ δεν θεωρώ τον εαυτό μου ούτε εξουσιαστή ούτε επαναστάτη. Δεν υπάρχουν τώρα επαναστάσεις. Βλέπω παντού θυμό, οργή, την υδρόγειο σφαίρα να βράζει, αλλά επαναστάσεις δεν βλέπω. Πάντως, οι Τούρκοι με εντυπωσιάσανε με την αντίδρασή τους για τους 300 νεκρούς ανθρακωρύχους, και το πώς αντιμετώπισαν τον Ερντογάν. Ενώ εδώ έχουμε 8.000 αυτοκτονίες και δεν έγινε τίποτα.

Γιατί;

Η διαπλοκή και οι πελατειακές σχέσεις ζουν και βασιλεύουν. Και το πρόβλημα έγινε εξατομικευμένο - ο καθένας μόνος του. Ο κόσμος νοιώθει να απειλείται, αλλά δεν ξέρει από ποιον. Κατόρθωσαν να μας κάνουν να ξεκινάμε μεταξύ μας να συζητήσουμε για τα προβλήματά μας και μετά από πέντε λεπτά να κουραζόμαστε και να λέμε «δεν βγάζουμε άκρη, ρε παιδιά, δεν σταματάμε καλύτερα;». Ενώ κάποτε οι κουβέντες κρατούσαν πέντε-έξι ώρες, ήταν έντονες, εμβαθύναμε στα πράγματα και ψάχναμε να βρούμε απαντήσεις.






Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Συνέντευξη με τον Θέμη Ανδρεάδη




«Εγώ σοβαρά τα έλεγα!»

Συνέντευξη με τον Θέμη Ανδρεάδη


Ξεκινά από τις μπουάτ της Πλάκας, βρίσκεται στο πλευρό του Γιάννη Μαρκόπουλου, φτιάχνει τη δική του σχολή ενός ας το πούμε «σατιρικού τραγουδιού με σοβαρό τρόπο» μέσα από τη συνάντηση κορυφής με τον Γιάννη Λογοθέτη (ΛοΓό), μεσουρανεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80, συνθέτει και ερμηνεύει τραγούδια που εγγράφονται στο συλλογικό υποσυνείδητο. Το 1986 αποσύρεται μυστηριωδώς, για να επιστρέψει το 2013 με νέο δίσκο - «Το σώμα ξέρει». Τον Νοέμβριο του 2015, λίγο πριν βρεθεί στο Ilion Plus για μία και μοναδική βραδιά - αναδρομή με «τραγούδια δημιουργικής ασάφειας», μίλησε στο Περιοδικό - και τον ευχαριστούμε ιδιαιτέρως γι’ αυτό. Ο κύριος Θέμης Ανδρεάδης!


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύθηκε στο "Το Περιοδικό" στις 13 Νοεμβρίου 2015)


Τι θα ακούσουν όσοι βρεθούν στο Ilion Plus το Σάββατο;

Τραγουδάκια που κάνουν άνω - κάτω τον χρόνο. Τον σπρώχνουν με απανωτά deja vu και εκλάμψεις Αλτσχάιμερ έτσι που ν’ αναρωτιέσαι «καλά πότε ειπώθηκαν αυτά; Αυτός ο θρασύτατος, καραφλίζων γέρων εκεί πάνω στο πατάρι, γιατί προσποιείται πως γνωρίζει καλώς τον τσαχπίνη νεαρό ‘με λένε Ανδρεάδη, με λένε Έρολ Φλιν, αυτόγραφα υπογράφω στον κινηματογράφο’ και ποία σχέση έχει μαζί του;». 45 χρόνια τραγούδια δημιουργικής ασάφειας συμπυκνωμένα σε τρεις προαπαιτούμενες ώρες. Σαν ισοδύναμα! Θα συμπράξει η νεαρά υπέροχη Σοφία Κουρτίδου και πενταμελής ορχήστρα με άριστους μουσικούς.

Και σ’ αυτόν που αναρωτιέται πού χάθηκε ο Θέμης Ανδρεάδης δυόμισι δεκαετίες, μέχρι και πρόσφατα, τι απαντάτε; Τι κάνατε όλα αυτά τα χρόνια;

Να μη το πάρει προσωπικά! Πείτε του, πως ζαλισμένος όπως ήταν και μετά από ένα εξαντλητικό και βασανιστικό 17ωρο όπου διαπραγματευόταν με τον εαυτό του προσπαθώντας να τον πείσει πως το χρέος του απέναντι στην ανθρωπότητα, ήταν να πάρει έναν υπνάκο αναζωογονητικό ώστε να σηκωθεί φρέσκος-φρέσκος να παλέψει τα σκοτάδια, αυτός γύρισε πλευρό και συνέχισε τον ταραγμένο ύπνο του αρνούμενος να ξυπνήσει. Ε...κράτησε λίγο παραπάνω αυτό... εικοσιπέντε έτη. 

Τι έκανε; Κατέβηκε οικειοθελώς από το βάθρο του ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα το μεγαλείο της ταπεινότητας. Η οποία συντελείται με φυσικές λειτουργίες όπως το να βλέπεις τ’ αληθινά από το ύψος της μύτης σου. Ούτε από του Θεού την αεροφωτογραφία, ούτε όμως και από τη θέση του νήπιου που όλα του φαντάζουν απειλητικά και τερατώδη. Πήρε χρόνο αυτό. Πολύ χρόνο.

Η αποχώρησή σας απ’ τη δισκογραφία οφείλεται μόνο στο «σταρ σίστεμ», ας πούμε, ή κάπου «βρήκατε τοίχο» κι εσείς ο ίδιος;

Περνάς καταθλίψεις, ρίχνεις όλο το βάρος σου πάνω σ’ αυτούς που σ’ αγαπούν και νοιάζονται βαθύτερα για σένα και τους καταπλακώνεις. Λειτουργείς μια σαν τον Ραν-ταν-πλάν και μια σαν το καλύτερο μαθητή του Φρόυντ. Απελπισία. Ισορροπείς, πέφτεις, σηκώνεσαι, ξαναπέφτεις, λυγίζεις και κάποια στιγμή φοράς χαμόγελο και σηκώνεσαι. Οι συνέπειες της επερχόμενης οικονομικής ανέχειας, έχοντας γυρίσει την πλάτη στους νόμους του παιχνιδιού «προσφορά - ζήτηση», με υποχρέωσαν να κοιτάξω γύρω μου και με «ό,τι απέμεινε στο ψυγείο» να πορευτούμε οικογενειακώς.






Το 2013 κυκλοφόρησε ο δίσκος «Το σώμα ξέρει» σε στίχους Γιάννη Ευθυμιάδη και μουσική και ερμηνεία δική σας. Ποιο ερέθισμα σας ενθάρρυνε να επανέλθετε στη δισκογραφία;

Το 2012 και μετά από σιωπή δύο και βάλε δεκαετιών, αποφάσισα να τραγουδήσω. Μάζευα-μάζευα, κατάπινα-κατάπινα και ψυχανεμίστηκα πως καταπίνοντας αυτό που αγαπάω όσο τίποτα άλλο δεν με οδηγεί πουθενά - άσε που διέβλεπα πως καλλιεργώ ένα άρρωστο πνεύμα και ένα ευάλωτο σώμα. Έτσι, διαπίστωσα πως η διαδρομή αυτή ήταν κυκλική και βρέθηκα ξαφνικά πάλι στο στούντιο ηχογραφώντας καινούργια τραγούδια. Ξαναβρήκα συνεργάτες από παλιά, καλούς φίλους, ξεχασμένους: «Πάμε να κάνουμε έναν δίσκο;» τους ρώτησα. «Μέσα!» μου απάντησαν.

Ο δάσκαλός μου στη κιθάρα Νότης Μαυρουδής, ο αγαπημένος Σταμάτης Κραουνάκης, η Ηρώ Σαΐα, η Σταυρούλα Μανωλοπούλου, ο Σταύρος Καβαλιεράτος και ο ποιητής Γιάννης Ευθυμιάδης με την ενδιαφέρουσα γραφή του συνέβαλαν τα μέγιστα. Ιδιαίτερη μνεία στον ζωγράφο Δημήτρη Ανδρεάδη, τον γιο μου, που μου έβαλε φωτιά. Ήταν δίπλα μου. Και η σύντροφος της ζωής μου ήταν πάντα εκεί.

Υπήρξατε λοιπόν ως έφηβος μαθητής του Νότη Μαυρουδή στην κιθάρα. Σας επηρέασε ως δάσκαλος, κι αν ναι, πώς;

Τον Νότη Μαυρουδή τον γνώρισα μέσω της αδελφής μου που ήταν συμμαθητές στο γυμνάσιο. «Βρε Νότη», του είπε, «ο αδελφός μου είναι τρελός και παλαβός με την κιθάρα. Θα του κάνεις μάθημα;». Ήμουν 15 χρονών, ο πρώτος του μαθητής.  Με επηρέασε βαθύτατα, μου έδωσε τις βάσεις και με ενθάρρυνε να συνεχίσω τον δρόμο της μουσικής. Ο Νότης για μένα είναι ο παντοτινός μου δάσκαλος.


Τα τέλη του ’60 σας βρίσκουν μέτοχο όλης αυτής της έκρηξης των μπουάτ. Στις αρχές του ’70 βρίσκεστε πλάι στον Γιάννη Μαρκόπουλο. Τι θυμάστε περισσότερο από εκείνη την περίοδο που συμβατικά συμπίπτει με την χούντα;

Μαθητής ακόμα ξεκίνησα να τραγουδώ στις μπουάτ της Πλάκας. Μέχρι και το 1977 τραγούδησα σχεδόν σε όλες τις μπουάτ που υπήρχαν και με όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής. Το ’72, μόλις απολύθηκα από φαντάρος, πήγα σε οντισιόν που έκανε ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος για να σχηματίσει πρόγραμμα στη θρυλική μπουάτ Λήδρα. Δίπλα στον μεγάλο Νίκο Ξυλούρη βρέθηκα και εγώ εν μέσω χούντας, να τραγουδώ τραγούδια του συνθέτη και στίχους μεγάλων ποιητών - Γιώργο Χρονά, Μιχάλη Κατσαρό, Μήτσο Κασόλα, Γιώργο Σκούρτη - και τραγούδια σε στίχους του μέγιστου Μέντη Μποσταντζόγλου. Τέσσερα από αυτά δισκογραφήθηκαν - «Ο Ταρζάν», «Του άντρα του πολλά βαρύ», «Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε» και «Που πάτε λοιπόν». Δυστυχώς δεν είχα την τύχη να δισκογραφηθεί όλος εκείνος ο θησαυρός που ακουγόταν κάθε βράδυ. Εκεί έμεινα δύο χρόνια. Ανεπανάληπτες εποχές, ανεξίτηλα γραμμένες.

Οι «Γελοιογραφίες», η συνεργασία σας με τον Γιάννη Λογοθέτη, ίσως έφτιαξαν κι από μόνες τους ένα είδος … γελοιογραφικό! Πώς έγινε η συνάντησή σας με τον ΛοΓό και πώς «κολλήσατε»;

Κάποια στιγμή τελειώνει η συνεργασία με τον Μαρκόπουλο. Εκείνη την εποχή γνωρίζω τον Γιάννη Λογοθέτη, ο οποίος εντυπωσιάστηκε με τον τρόπο που τραγουδούσα βλέποντας με στις μπουάτ και μου πρότεινε να κάνουμε έναν δίσκο. Δέσαμε αμέσως και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα γράφτηκαν τραγούδια με τα οποία διασκεδάζαμε πολύ. Ο παραγωγός Γιώργος Μακράκης τα πρότεινε στη Columbia-EMI και σχεδόν αδιάφορα οι εταιριάρχες τα δέχτηκαν. Κανείς δεν περίμενε την τεράστια επιτυχία με τα δεδομένα της εποχής, όταν όλοι οι γίγαντες του Ελληνικού τραγουδιού μεσουρανούσαν. Κανείς δεν περίμενε πως ένας πιτσιρικάς 23 χρονών θα έκανε ένα απίστευτο γκελ και θα ήταν πρώτος στις πωλήσεις για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Εκεί είδαν μια νέα αγορά, new market. Γεννήθηκε ερήμην μας ένα νέο είδος τραγουδιού που ονομάστηκε «Σατιρικό Τραγούδι». Οι δίσκοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον και η αποδοχή από το κοινό ήταν μεγάλη. Με τον Γιάννη Λογοθέτη κάναμε τρεις δίσκους και τα τραγούδια που γράψαμε μαζί ακούγονται ακόμα. Η σχέση μου με τη δισκογραφία σταμάτησε το 1986 και αφού είχαν προηγηθεί δύο ανεξάρτητες παραγωγές μου. Η εξαντλητική υπερπαραγωγή των σατιρικών τραγουδιών και οι υποχρεώσεις από ένα δισκογραφικό σύστημα που σε θέλει αναλώσιμο προϊόν με διέλυσαν.






Πότε συνειδητοποιήσατε ότι η κλίση σας προς το - ας το πούμε - εύθυμο τραγούδι θα υπερνικούσε την πιο «σοβαρή» σας έκφραση; Και τελικά, πόσο διαφορετική υπήρξε η ελαφρότητα από τη μελαγχολία σας;

Ποτέ δεν το συνειδητοποίησα. Εγώ σοβαρά τα έλεγα! Ο τρόπος που τα έλεγα ίσως δημιουργούσε «εύθυμες» καταστάσεις γιατί από εκεί που τραγούδαγα συνέχεια αγκαλιά με την κιθάρα μου, αφήνοντάς την δεν ήξερα που να βάλω τα χέρια και τα πόδια μου, μου άρεσε και ο Τζόνι Χάλιντεϊ, και βγήκε αυτό το περίεργα εκφραστικό χαχαχα…



Πολύ νωρίς στη δισκογραφία σας, στον «Πρωταθλητή», «πειράξατε» ρεμπέτικα τραγούδια κυρίως του Παναγιώτη Τούντα. Τι σας τράβηξε σε αυτά;

Στην μεταπολίτευση υπήρχε ένα ρεύμα της αναβίωσης του ρεμπέτικου. Οι μνήμες μου είναι απόλυτα ταυτισμένες με αυτό το είδος του τραγουδιού, που είναι συνυφασμένο με την καταγωγή μου.

Και πώς σας φαίνεται το γεγονός ότι σήμερα κάθε νέος τραγουδιστής ή τραγουδοποιός θεωρεί υποχρέωσή του να επανεκτελέσει Τσιτσάνη και Βαμβακάρη, ξανά και ξανά; Χάθηκε ο κόσμος να γραφτεί ένα νέο τραγούδι;

Γράφονται ακόμα ωραία τραγούδια. Ίσως η εποχή που διανύουμε δεν βοηθάει στη έμπνευση ώστε να σηκωθούν τα πανιά  και να αρμενίσουν τραγουδάκια. Ίσως με την αναφορά στον Τσιτσάνη και στον Βαμβακάρη να αποζητούν και να θέλουν να προσδώσουν τη γνήσια λαϊκότητα που εξαφάνισε η λάιφ στάιλ εποχή μας.


Πολλά από τα κακά της μοίρας μας - σαν χώρα και σαν λαός - ξεκινούν εκεί γύρω στα μέσα του ’80, όταν εσείς αποχωρείτε. Υποψιαστήκατε άραγε εκεί γύρω, μεταξύ «Αλλαγής» και σκυλάδικου, τη λαίλαπα που ερχόταν;

Πριν από τρεις δεκαετίες κατάλαβα τι πάει να πει τοξική λιτότης. Αντιλήφθηκα τη σημασία και την έννοια του λιτού βίου. Πορεύτηκα μαζί με τους αγαπημένους μου ανθρώπους μακριά από ένα αγριεμένο πλήθος που εν χορώ διατράνωνε το σύνθημα «Έλααα μωρέεε καλάαα να περνάααμεεε... θετική ενέργειααα», χωρίς πυξίδα και τέτοια, στο μισοσκόταδο, με θάρρος, ελπίδα, αλληλεγγύη και εμπιστοσύνη σ’ αυτό το «όνειρο τρελό» - έστω και απατηλό - και καταφέραμε να επιβιώσουμε αξιοπρεπώς και να μη χρωστάμε πουθενά και τίποτα.




Έχετε κάνει λόγο για τη «δικτατορία των ξεπουλημένων αγορών». Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ξεφύγουμε απ’ αυτές; Ξέρω τουλάχιστον δύο Έλληνες πρωθυπουργούς που υποσχέθηκαν ότι θα μας απελευθερώσουν, έναν τη δεκαετία του ’80 κι έναν σήμερα…

2010. Σκάει η κρίση και για μια ακόμα φορά θα πω πως αυτό το απίστευτο πράγμα που βιώνουμε είναι κατ’ εξοχήν μια πολιτιστική κρίση. Η οικονομική βεβαίως είναι συνέπειά της και εννοείται πως το καπιταλιστικό σύστημα και η δικτατορία των αγορών τη δημιούργησε. Πιστέψαμε τα τελευταία χρόνια και ελπίζαμε πως αυτό μπορούσε ν’ αλλάξει. Τελικά βρεθήκαμε να ψειρίζουμε την μαϊμού. Πάπαλα. Αριστερή παρένθεση; Όχι. Η «αριστερά» σε παρένθεση. Προαπαιτούμενο; Οι ζωές μας . Ισοδύναμα; Οι αντοχές μας. Σφραγίδα. Υπογραφή.

Σε έναν νέο άνθρωπο που ξεκινάει σήμερα και θα ήθελε να ασχοληθεί με το τραγούδι, τι ακριβώς θα του λέγατε; Έχει άραγε νόημα η όποια ενασχόληση δίχως παραγωγή και κοινό;

Η ψηφιακή τεχνολογία, έτσι όπως έχει εξελιχθεί, δίνει πολλές ευκαιρίες και δυνατότητες στους νέους δημιουργούς να μην ξοδέψουν πολλά χρήματα για την παραγωγή τους εντασσόμενοι σε ένα δισκογραφικό κύκλωμα (που έτσι κι αλλιώς έχει διαλυθεί). Το θέμα είναι, όμως, ότι δεν υπάρχουν απολαβές για να βιοποριστεί κάποιος από τη μουσική. Αν δεν βρεθεί σε ζωντανές εμφανίσεις, πολύ δύσκολα θα βγάλει χρήματα. Το τοπίο είναι δύσκολο - ένα μεγάλο μέρος των καλλιτεχνών πληρώνουν από την τσέπη τους για να υπάρξουν. Όμως, πιστεύω ότι κάποια στιγμή, θα γίνουν πάλι μικροί πυρήνες ανθρώπων που αγαπούν την τέχνη σε μια καθαρά αντι-καλλιτεχνική εποχή, όπως οι ρεμπέτες που πήγαιναν στα μικρομάγαζα και δοκίμαζαν τα τραγούδια τους.

Αν αλλάζατε κάποια επιλογή της καριέρας σας, ποια θα ήταν αυτή; Εστιάζετε κάπου την αυτοκριτική σας;

Ίσως να μην άφηνα τόσο χρόνο γυρίζοντας την πλάτη σε αυτό που αγαπώ αφάνταστα και που είχε τη χαρά και την τύχη της αποδοχής του κόσμου.


Το 1976 τραγουδήσατε το «Πουλάκι Χάρτινο» του Μάνου Ελευθερίου: «Κατάστρωμα το εισιτήριό μου / και ταξιδεύω μες στο ξεροβόρι». Αλήθεια, τι κρατάτε από το ταξίδι κύριε Ανδρεάδη;

Την εποχή της έντονης και εξωστρεφούς αντίληψης με την υπερπαραγωγή χιουμοριστικών τραγουδιών είχα πάντα κατά νου να βάζω πινελιές με χαμηλόφωνα τραγούδια σαν υστερόγραφα. Σαν παρακαταθήκη για τις δύσκολες εποχές. Αν παρατηρήσετε στη δισκογραφία μου πάντα βάζω προς το τέλος του δίσκου ένα ή δύο τραγούδια που δεν θα γίνουν επιτυχίες αλλά θα τα ξανασυναντήσω αργότερα με αυτούς τους λίγους που το παρατήρησαν αυτό, όπως εσείς τώρα. Αυτά.





Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Ο Σπύρος Κουρκουνάκης για τον Μιχάλη Μπουρμπούλη





Με τον Μιχάλη γνωριστήκαμε την άνοιξη του 1978, την ημέρα που κυκλοφόρησε ο δίσκος του «Για την Ελένη». Ήμουν τότε ούτε εικοσιενός χρονών. Του ζήτησα αμέσως, με το θράσος της ηλικίας, στίχους του και μου έδωσε αρκετούς. Από εκείνα τα τραγούδια δεν επέζησε -δικαίως- σχεδόν τίποτα. Οφείλω όμως να καταθέσω ότι ο Μιχάλης κανόνισε ένα ραντεβού στο σπίτι του με τον παραγωγό της εταιρίας που συνεργαζόταν, για να ακούσει αυτά τα πρωτόλεια τραγούδια (άκουσον-άκουσον, ο παραγωγός στο σπίτι του στιχουργού για τα τραγούδια ενός εικοσάχρονου!).



Με τα χρόνια η φιλία μας εξελίχθηκε σε οικογενειακή και ο Μιχάλης πάντα με συμβούλευε ως προς τις μουσικές μου δραστηριότητες, κάνοντας μου τις περισσότερες φορές οξεία κριτική, από την οποία πολλά καλά απεκόμισα. Αρκετά χρόνια μετά επιμελήθηκα το βιβλίο με τους στίχους των τραγουδιών του, με εκδότη τον κοινό μας φίλο Αντώνη Παπαϊωάννου.

Αυτή είναι η ιστορία μας.

Όλα αυτά τα χρόνια ποτέ δεν ξανασυζητήσαμε για να κάνουμε μαζί τραγούδια. Μόνο το 2003 έφτιαξα τρία τραγούδια από αυτά που δημοσίευε τακτικά στο περιοδικό «Δίφωνο» υπό το ψευδώνυμο Μιχάλης Φιοράντες. Πριν από δυο χρόνια λοιπόν, σε κάποια από τις τακτικές πλέον φιλικές μας συναντήσεις και σε μια εποχή δύσκολων για μένα συγκυριών, μου ’ρθε ξαφνικά και του λέω: «Βρε Μιχάλη, τόσα χρόνια δεν έχουμε γράψει μαζί τραγούδια, μήπως πρέπει να γίνει κι αυτό;». Η απάντησή του ήταν άμεση και καταπελτώδης: «Φυσικά και να κάνουμε, αλλά...». Αυτό το «αλλά» περιελάμβανε τους όρους του, ή καλύτερα τις οδηγίες του: «δεν θέλω μπουζούκια, θέλω τα τραγούδια να είναι περίεργα, παράδοξα και αλλόκοτα, να έχουν διφωνίες, να είναι κάτι πρωτότυπο» και διάφορα άλλα μικρότερης σημασίας.

Μετά από το πρώτο σοκ, διαλέξαμε μαζί από περίπου 25 τραγούδια του αυτά με τα οποία ασχολήθηκα. Οφείλω να ομολογήσω ότι δυσκολεύτηκα πολύ, γιατί ήθελα να ακολουθήσω όσο πιο πιστά μπορούσα τις οδηγίες του αυτές. Το τελικό αποτέλεσμα, μετά από πολλές δυσκολίες και εννιά μήνες κυοφορίας στο studio με τον -κυριολεκτώ- ήρωα ηχολήπτη μας Σοφοκλή Παππά και όλους τους άλλους συνεργάτες, μουσικούς και τραγουδιστές, ελπίζω να ανταποκρίνεται στα «θέλω» του.

Σπύρος Κουρκουνάκης

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Νίκος Τουλιάτος: "Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον;' (15)





Μια δυνατή δημιουργική στιγμή στην ζωή μου to 1984 υπήρξε για την πολιτική – πολιτιστική μου δράση το καλλιτεχνικό εργαστήρι 0,56 που ήμουν ιδρυτικό μέλος. (0,56 δηλαδή ήταν το ποσοστό που έδινε το κράτος για τον πολιτισμό). Ένας πολιτιστικός σύλλογος με διάρκεια ζωής 4 χρόνια και απίστευτα δημιουργική δράση και με πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα. Πιστεύω απόλυτα ότι το εργαστήρι διαμόρφωσε την σκέψη και τη ζωή των παιδιών που το έζησαν και έδρασαν μέσα από αυτό.

Και όταν λέω παιδιά κυριολεκτώ, ήταν χώρος νεολαίας όχι στο όνομα αλλά στην πράξη.

Παραθέτω την ιδρυτική διακήρυξη.

Φίλοι Κουκακιώτες

<<Στον καθημερινό αγώνα που κάνουμε όλοι μας για την επιβίωση, πολιορκούμαστε από μεγαλόστομες υποσχέσεις για μια καλύτερη ζωή μα σπάνια βρίσκουμε αυτό που αναζητάμε μέσα στην προπαγάνδιση της κοσμοπολίτικης αφρόκρεμας, του καταναλωτισμού, της φυγής σε ψεύτικους παραδείσους, μέσα στην προώθηση της σύγχυσης και λύσεων ισοπεδωτικών ή προσαρμοσμένων στην πνευματική αδράνεια, μέσα στην εξουδετέρωση της έφεσης και του ταλέντου.

Ποια δύναμη είναι αυτή που μας έσπρωξε και ποια ανάγκη γεννάει αυτή μας τη δημιουργική προσπάθεια που ξεκινούμε; η εκρηκτική δύναμη διάθεσης των νέων για δημιουργία και η άποψη μας που θέλει την πολιτιστική δραστηριότητα σήμερα να είναι πιο φιλόδοξη, που τη θέλει ποσοτικά αναπτυγμένη αλλά προπάντων ποιοτικά ανεβασμένη υπογραμμίζοντας την έντονη παρουσία της στην ζωή μας. Η άποψη μας που θέλει την πολιτιστική δραστηριότητα να μην εξαντλείται σε κάποιες εκδηλώσεις ή ερασιτεχνικά σχήματα μόνο αλλά να συνδεθεί με όλη τη ζωή μας.

Με τις σπουδές, με τον ελεύθερο χρόνο, με την ψυχαγωγία μας. Μας ενδιαφέρει η κίνηση των ανθρώπων προς τα μπρος και όχι προς τα πίσω. Δεν θέλουμε να φτάσουμε στο σημείο που ανάγκασε τον μεγάλο μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη να πει. 

….Λυπάμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι μέσα από τα δάχτυλα μου χωρίς να πιω ούτε μια στάλα….

Δεν θέλουμε απλά να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα. Θέλουμε να την μετατρέψουμε, να την αλλάξουμε. Θέλουμε οι Κουκακιώτες να πάψουν να είναι παθητικοί ακροατές, απροστάτευτοι καταναλωτές των πολιτιστικών προϊόντων και να γίνουν δημιουργοί προοδευτικών πολιτιστικών αξιών. Θέλουμε να είμαστε εμείς ο φορέας και μαζί ο δέκτης της σύγχρονης πολιτιστικής δημιουργίας. Αυτή είναι η δύναμη που μας έσπρωξε.

Η ανάγκη τώρα που γέννησε αυτή μας την προσπάθεια πηγάζει από την ανύπαρκτη πολιτιστική δραστηριότητα στο Κουκάκι. Από την κρίση των πολιτιστικών αξιών. Από την ξενόφερτη και κατευθυνόμενη διοχέτευση στο λαό ψεύτικων αξιών που δυστυχώς γίνεται και από τα Μ.Μ.Ε.. Η κυβέρνηση δεν έκανε αυτά που υποσχέθηκε για τον πολιτισμό. Αντιλαμβανόμαστε τις δυσκολίες, αλλά πρέπει κάποτε να αρχίσουμε. Στο Κουκάκι λοιπόν εμείς ξεκινάμε και ζητάμε συμπαραστάτη τον Δήμος μας. Μπορεί να μας βοηθήσει με πολλούς τρόπους. Ιδιαίτερα στη δημιουργία υποδομής (χώροι, κονδύλι, μηχανήματα). Οι πρώτες μας εκδηλώσεις εξ’ αιτίας αυτής ακριβώς της ανύπαρκτης υποδομής θα παρουσιάσουν αδυναμίες οι οποίες θα έχουν επιπτώσεις στην ποιότητα των εκδηλώσεων.

Τολμούμε όμως πιστεύοντας ότι αυτές οι υπαρκτές αδυναμίες δεν μπορούν να αποτρέψουν το θετικό της ανάπτυξης του πολιτιστικού κινήματος σε προοδευτική κατεύθυνση. Ο πολιτισμός είναι δικαίωμα μας και τον διεκδικούμε με σωστό πολιτιστικό καλλιτεχνικό περιεχόμενο.

Η ομάδα πρωτοβουλίας έχει αποφασίσει να ορίσει ιδρυτική διάσκεψη όπου εκεί βέβαια όλοι μαζί ανεξάρτητα από ιδεολογικές διαφορές θα αποφασίσουμε για την τύχη του καλλιτεχνικού εργαστηριού. Θεωρούμε όμως υποχρέωση μας να πούμε τους σκοπούς και τους στόχους μας. Σκοπός λοιπόν της δημιουργίας καλλιτεχνικού εργαστηριού είναι να δοθεί διέξοδος στις νέες δημιουργικές καλλιτεχνικές δυνάμεις προσεγγίζοντας παράλληλα πλατύτερες μάζες με τα επιτεύγματα της τέχνης και του πολιτισμού. Θέλουμε να γνωρίσουν οι Κουκακιώτες τη δημιουργία.

Στόχος μας είναι να γίνει ένα Καλλιτεχνικό εργαστήρι ανοιχτό στο δημιουργικό διάλογο και στην αντιπαράθεση έξω από κυκλώματα, ιδιοτελή κριτήρια και μονομανείς προβολές ονομάτων. Να επιδιώκει να συμβάλλει στην λύση των πολιτιστικών προβλημάτων που βάζει η ίδια η ζωή.

Πιστεύουμε ότι ύψιστο χρέος και προορισμός κάθε καλλιτεχνικής προσπάθειας είναι να ξυπνά στους ανθρώπους τη σκέψη ότι είναι ανάγκη να υπερασπίσουν τη ζωή πάνω στην γη. Η τέχνη είναι φιλειρηνική, προσφέρει καλλιέργεια. Μπορεί να γίνει η διεθνής γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των λαών. Και όλοι ξέρουμε ότι ο λαός είναι ο κύριος θεματοφύλακας της πνευματικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς και πλάστης ανθρώπινων αξιών. Πρέπει όλοι μας να προστατέψουμε αυτές τις αξίες και συμβάλλοντας με τον δικό μας πνεύμα να τις διευρύνουμε να τις πλατύνουμε για να διατηρήσουμε την εθνική μας ταυτότητα και την παγκόσμια κληρονομιά.

Παραφράζοντας ένα κείμενο του Μαγιακόφσκυ λέμε ότι. 

….μπορούν οι καλλιτέχνες του Κουκακίου να μετατρέψουν σε εκαντοντάχρωμα ουράνια τόξα τον γκρίζο ουρανό της πόλης μας….

Επειδή πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός αποτελεί όπλο στον αγώνα για μια καλύτερη ζωή, απευθυνόμαστε σε όσους ψάχνουν και αγωνίζονται για κάτι καλύτερο.

Η ομάδα πρωτοβουλίας για την ίδρυση καλλιτεχνικού εργαστηριού στο Κουκάκι 9/01/1984

Τουλιάτος Νίκος μουσικός
Μωραίτης Θανάσης τραγουδιστής
Κουντή Δήμητρα δημοσιογράφος
Καραγιαννάκης Παναγιώτης εργάτης
Ξηραδάκη Μαίρη οικιακά
Συλιγνάκης Γιάννης ηθοποιός 




Σήμερα μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα ότι το εργαστήρι πέτυχε τους στόχους του. Βοήθεια από τον Δήμο δεν πήρε ποτέ, ούτε από το κράτος. Όμως σε ένα υπόγειο στη οδό Βείκου δημιουργήθηκε ένα στέκι (με την υποδομή που μας παραχώρησε ο Γιώργος Μπαράκος όταν το κράτος έκλεισε το τζαζ κλαμπ στην Πλάκα) όπου τα παιδιά του εργαστηριού δημιούργησαν πολιτισμό επικοινώνησαν, διαμόρφωσαν συνειδήσεις έδρασαν συλλογικά και βέβαια οι κάτοικοι του Κουκακίου και όχι μόνο ήρθαν σε άμεση επαφή με δημιουργούς όπως Θάνος Μικρούτσικος, Γιώργος Βασιλείου, Γιώργος Κακουλίδης, Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Ρίτσος, Βασίλης Λάγγος, ΙΣΚΡΑ, Ψαραντώνης, Νότης Μαυρουδής και άλλοι πολλοί σημαντικοί καλλιτέχνες.

Ήτανε το πρώτο στέκι (μικρός χώρος) όπου εμφανίζονταν ζωντανά καλλιτέχνες σε διάφορες εκδηλώσεις.

Δημιουργήθηκαν ομάδες θεάτρου, φωτογραφίας, μουσικής, εικαστικών, χορού, κινηματογράφου με σπουδαίους δασκάλους.

Φιλοξενήθηκαν πολλά συγκροτήματα κάθε είδους μουσικής και κυρίως ROCK. 

Οργανώσαμε ένα από τα πρώτα φεστιβάλ τζαζ στο θέατρο Αποθήκη της Αλίκης Γεωργούλη.

Αντιρατσιστικό φεστιβάλ ROCK με νέα συγκροτήματα.

Έγιναν αφιερώματα στον Ελληνικό κινηματογράφο, στην ποίηση, σε εξειδικευμένα είδη μουσικής. 

Παρενέβη σε πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις για πολλά θέματα και κυρίως για το περιβάλλον με συμμετοχή σε πορείες για την ειρήνη (πορεία Μαραθώνα) ή με δράσεις κάθε είδους όπως η ζωγραφική στην μάντρα του Μακρυγιάννη ή η συμμετοχή και οργάνωση διαδηλώσεων για διάφορα θέματα πολιτιστικά, οικονομικά και πολλά άλλα. 

Πολλά νέα παιδιά πήραν καλλιτεχνικά ερεθίσματα και ακολούθησαν επαγγελματική σταδιοδρομία στην τέχνη. 

Για εμένα προσωπικά ήταν ο χώρος όπου ανέπτυξα σε πειραματικές συναυλίες τις σόλο παραστάσεις και τον αυτοσχεδιασμό.

Πριν την ίδρυση του καλλιτεχνικού εργαστηρίου 0,56 δύο χρόνια νωρίτερα μαζί με άλλους φίλους ευαίσθητους σε ζητήματα πολιτισμού είχαμε ιδρύσει μια κολεκτίβα πολιτισμού σε μια προσπάθεια να παρέμβουμε στα πολιτιστικά δρώμενα οργανώνοντας παραστάσεις και συναυλίες.

Παραθέτω ένα σημείωμα της κολεκτίβας.

…Είναι πολλά κατά γενική ομολογία, τα κενά της μουσικής ζωής στην Ελλάδα. Κενά που αναφέρονται περισσότερο στην ποιότητα και στην ποικιλία παρά στην ποσότητα.

Οι ελλείψεις αυτές σε συνδυασμό με τις δικές μας ανησυχίες και τον προβληματισμό μας πάνω σε πολλά ζητήματα σχετικά με την μουσική, μας έφεραν κοντά σε γόνιμες συζητήσεις και μας οδήγησαν σταδιακά στην ιδέα να συνενωθούμε σε κάτι περισσότερο από μια παρέα φίλων με κοινά ενδιαφέροντα. Κύριος στόχος αυτής της συνένωσης είναι να βάλουμε και εμείς το μικρό μας λιθαράκι στην προώθηση και καλλιέργεια της μουσικής, στις πλατύτερες αναζητήσεις πάνω σε αυτήν την τέχνη. Κάπως έτσι καταλήξαμε στην κολεκτίβα.

Σαν πρώτη εκδήλωση της κολεκτίβας μας παρουσιάζουμε μεθαύριο Κυριακή 31 Οκτώβρη στις 19.00 μια βραδιά με μουσική τζαζ. Η εκδήλωση διοργανώνεται στον Αρλεκίνο (γωνία Μαυροματαίων και Κορδιγκτώνος) και θα εμφανισθεί το εξής κουαρτέτο…

Γεράσιμος Αναστασόπουλος κιθάρα
Αλέξης Ραφαηλίδης κόντρα μπάσο
Νίκος Τουλιάτος ντραμς
Παναγιώτης Φαραζής πιάνο

Για την κολεκτίβα 
Νίκος Διαμαντόπουλος 
Νίκος Τουλιάτος
25/10/1982


ΝΙΚΟΣ ΤΟΥΛΙΑΤΟΣ

Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον; Αθήνα: Εκδόσεις Δρόμων, 2006.