Ύστερα από την μεγάλη επιτυχία της προηγούμενης εμφάνισής της, η Νατάσσα Μποφίλιου επιστρέφει στο Λονδίνο με την καινούρια ΒΑΒΕΛ της!
Τη Δευτέρα 24 Οκτωβρίου η Νατάσσα Μποφίλιου εμφανίζεται σε έναν από τους ωραιότερους και πιο σημαντικούς πολιτιστικούς χώρους της πόλης, το club KOKO.
Η σημαντικότερη Ελληνίδα ερμηνεύτρια της γενιάς της, μαζί με τους μόνιμους συνεργάτες της Θέμη Καραμουρατίδη και Γεράσιμο Ευαγγελάτο, θα παρουσιάσουν και στο κοινό του Λονδίνου τα νέα τραγούδια της ΒΑΒΕΛ, αλλά και όλες τις μεγάλες επιτυχίες τους και απρόσμενες επιλογές, σε μία ολοκαίνουργια παράσταση που θα θυμόμαστε για καιρό.
ΒΑΒΕΛ είναι ο τίτλος του νέου δίσκου της Νατάσσας, του Θέμη και του Γεράσιμου που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι και ήδη ακούγεται παντού στην Ελλάδα, αλλά και ο τίτλος της νέας τους παράστασης. Μία παράσταση που συζητήθηκε όσο λίγες, γεμίζοντας ασφυκτικά τις μεγαλύτερες συναυλιακές σκηνές, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις όπου κι αν παρουσιάστηκε.
Και όπως λένε οι ίδιοι, «στη δική μας ΒΑΒΕΛ εξαργυρώνονται όλες οι γλώσσες, αρκεί να μιλάνε αληθινά. Ανυπομονούμε να σας ξεναγήσουμε στον καινούργιο μας κόσμο-και στο Λονδίνο!”.
Στη συναυλία συμμετέχει ο Ελληνο-ιορδανός δημιουργός ηλεκτρονικής μουσικής Tareq, ο οποίος ζει και εργάζεται στο Λονδίνο.
Η οργάνωση της συναυλίας συνυπογράφεται από την Prospero και την Ark4Art, η οποία τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείται έντονα σε πολιτιστικές εκδηλώσεις στο Λονδίνο και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Info:
24/10/2016: London, “KOKO” - 1 Camden High Street, Camden Town, London
Chrys Roboras: "The paintings are a journey in life"
"It is important to recognise the natural need of a human being to find a place where she belongs, a space where tranquility can be found". This is the belief that underlies much of the work of Greek-Australian painter Chrys Roboras. Gallery 7 (20 Solonos Str. & Voukourestiou Str., Athens, Greece) presents the artist's fifth individual exhibition, 'Nothing remains the same', which will last until October 22. And so, we decided to explore her world a bit further.
by Iraklis Oikonomou
- The dimension of memory is dominant in your previous series of paintings. Is the artist a kind of guardian of memory, in an amnesiac world?
We create memories everyday, even through social media. When posting an event, a photo even a quote, we are extending our memory to the present society. Our memories are what makes us who we are today. Our past creates a film if you like of our memories and yes an artist is not only a guardian but also a reminder.
- Much of your work carries a feeling of alienation - the individual in tension with his/her environment. You have used the term ‘in-between’ to depict this sense. How was this in-betweeness brought in your life, personally?
I was born and raised in Australia, by immigrant Greek parents. My father embedded in my sub-conscious the fact that one day we would return to Greece, his homeland. This created a feeling of displacement as I wondered where my place really was. Coming to Greece a few times, the moving back and forth created the feeling of being in between the two countries. In Australia I am Greek and in Greece I am Australian. It's the diaspora syndrome.
- And how did you deal with it? Is it possible for the 'homeless' to find a permanent shelter?
After many years of living in Greece, I have made a life for myself here. I have not been back to Australia since 2004. I think of Australia often and what my life would be like there. I deal with the feeling of displacement by accepting where I am, and to tell you the truth I have discovered myself here in Greece. Yes, it is possible for a "homeless" to find a home as they say "home is where the heart is," but at times you can still feel nostalgia.
- There is a sharp contrast between the realism of your figures and the abstraction of the landscape. Why?
The abstraction of the landscapes is due to the abstraction I have felt in my surrounding environment. It's the uncertainty of fitting in and belonging. The figures are very realistic as this is how I see people in my world. I feel them empowering the envirοnment, more than the landscape actually exists.
- In general, do you think that the painting must ‘mean’ something? Or should it primarily be aesthetically and visually pleasing?
Aesthetically and visually the painting can be pleasing to the viewer. For myself, personally, the paintings have to mean something. The paintings are a journey in life.
- What is the main theme of your ‘Nothing remains the same’ October exhibition? What have you been exploring through your current work?
The theme is a continuation of my previous work. I don't really plan the phase, it comes from within myself. Nothing remains the same is a combination of figures large and small and portraits of people standing stronger than before. I have been exploring the personalities behind people.
- And what is the single most pressing, unfulfilled artistic goal of yours? What is there to be done next?
My goal is to exhibit in more international art fairs and maybe one day even at the Biennale of Venice. You have to want big to achieve it. Patience and hard work - this is what my life has been about.
«Ένα όνειρο με ακολουθούσε πάντοτε κατά την διάρκεια της ζωής μου: η μορφή του συχνά άλλαζε, όμως πάντοτε, με σχεδόν τα ίδια λόγια, άκουγα την παραίνεση ‘γράψε μουσική’», εξομολογείται ο Σωκράτης στο «Φαίδωνα». «Αυτό το όνειρο για μένα ήταν μια ενθάρρυνση να συνεχίσω ν’ ασχολούμαι με την μελέτη της φιλοσοφίας η οποία ανέκαθεν υπήρξε ο στόχος της ζωής μου, και αποτελεί ταυτόχρονα τον υψηλότερο, τον ευγενέστερο σκοπό της μουσικής».
Η σχέση της μουσικής με την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου είναι τόσο στενή όσο εκείνη που υφίσταται ανάμεσα στο σώμα του και την τροφή που λαμβάνει. Ήδη από την αρχαιότητα τόσο οι σοφοί όσο και οι κοσμικοί άρχοντες αναγνώριζαν τον καταλυτικό ρόλο της μουσικής στο να εμψυχώνει και να εμπνέει τις πράξεις των ανθρώπων. Οι οπλίτες βάδιζαν με τον παιάνα του Αλαλάξιου Άρη ή του Ηρακλή στα χείλη τους για ν’ ατσαλώσουν τα νεύρα τους εν όψει της αιματοχυσίας και της βίας που τους περίμενε· το αργόσυρτο κι επαναλαμβανόμενο ψάλσιμο του ιεροφάντη πριν από τις θυσίες υπέβαλε τον πιστό με την υπνωτιστική του ιεροπρέπεια και κινούσε μέσα του ένα συναίσθημα δέους. Ακόμα και σήμερα η μουσική χρησιμοποιείται για τους ίδιους ακριβώς σκοπούς σε στρατιωτικές παρελάσεις, πολιτικές συναθροίσεις, θρησκευτικές τελετές, αθλητικά δρώμενα και ψυχαγωγικές παραστάσεις. Ίσως ο κυνισμός που η μοντέρνα εποχή έχει καλλιεργήσει μέσα μας, σε συνδυασμό με την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία της εικόνας, μας κάνει να μην δίνουμε τόση σημασία στα ακουστικά ερεθίσματα.
Κάτι μέσα μας όμως, η ψυχή, σκιρτά ενστικτωδώς στους ψίθυρους μιας αρμονίας λες και ακούει παραγγέλματα στην μητρική του γλώσσα. Γιατί η μουσική δεν είναι τίποτα άλλο παρά η γλώσσα των συναισθημάτων. Μπορεί να έχει δομή, συντακτικό και αλφάβητο που απαρτίζεται από μαθηματικούς λόγους αλλά, στην εκφορά της, είναι ένα σύστημα που εκφράζει καταστάσεις ψυχής και αντί για λέξεις χρησιμοποιεί εικόνες οι οποίες γίνονται αντιληπτές περισσότερο από τα συναισθηματικά αισθητήρια του ανθρώπου παρά από το λογικό μέρος του μυαλού του. Ως εκ τούτου είναι μια γλώσσα πολύ πιο άμεση, πολύ πιο αποτελεσματική, παγκόσμια και περιεκτική απ’ οποιαδήποτε άλλη έχει εφεύρει ποτέ ο ανθρώπινος νους.
Ο Πλάτωνας, στην «Πολιτεία», δίνει ιδιαίτερη σημασία στην μουσική παιδεία των νέων της ιδανικής κοινωνίας που οραματίζεται. Θεωρεί μάλιστα ότι τα «φαύλα» τραγούδια εκμαυλίζουν τις ψυχές των ανθρώπων και πρέπει να απαγορευτούν όπως άλλες πρακτικές οι οποίες κρίνονται απ’ όλους ως επιβλαβείς για το σώμα.
Η αρχαία ιατρική, στην πιο ολιστική και μυστηριακή της έκφανση, χρησιμοποιούσε επίσης την μουσική ως μέσο ίασης του σώματος, αναγνωρίζοντας τον άρρηκτο δεσμό ανάμεσα στις δύο υποστάσεις του ανθρώπου – την πνευματική και την υλική: στα Ασκληπιεία εξασκούταν η λεγόμενη μέθοδος της εγκοίμησης, όπου ο πάσχων οδηγούνταν σε ένα είδος βαθιού, ιαματικού ύπνου μέσα από συγκεκριμένες μελωδίες και μουσικές αρμονίες οι οποίες στόχευαν να ερεθίσουν στην ψυχή του κέντρα τα οποία ήλεγχαν τις νοσούσες λειτουργίες του σώματός του.
Ακόμα και σήμερα η ψυχολογία μελετά την επίδραση της μουσικής στην συμπεριφορά των ανθρώπων – ειδικά επάνω στην εύπλαστη ψυχή των εφήβων. Όλοι μας, το δίχως άλλο, γνωρίζουμε το στερεοτυπικό χαρακτήρα του «οργισμένου νέου» που ακούει μουσική η οποία θυμίζει περισσότερο σαματά παρά οτιδήποτε άλλο λες για να προσαρμόσει τα ακούσματά του με την κατάσταση του ψυχικού του κόσμου. Όσο περισσότερο κανείς παρατηρεί τους χαρακτήρες των ανθρώπων γύρω του, τόσο περισσότερο θα είναι σε θέση να μαντέψει τα ακούσματά τους τα οποία, αναμφίβολα, έχουν συμβάλει στη σμίλευση του ψυχισμού τους.
Εάν θεωρήσουμε την ψυχή του ανθρώπου ως το προϊόν του αθροίσματος των βιωμάτων και των ερεθισμάτων που έχει δεχθεί, τότε θα ήταν απολύτως λογικό και αποδεκτό να πούμε ότι η επίδραση της μουσικής είναι ένα ακόμη βίωμα: μια εμπειρία η όποια ξετυλίγεται στον κόσμο των συναισθημάτων αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος την προσλαμβάνει ως εξίσου σημαντική και αληθινή με τις εμπειρίες του στον κόσμο της χειροπιαστής ύλης. Σκεπτόμενοι υπό αυτό το πρίσμα, τί συναρπαστικά ενδεχόμενα ανοίγονται μπροστά μας! Η διάπλαση μιας υγιούς και δυνατής ψυχής, ικανής να ξεπεράσει όλες τις αντιξοότητες και τις φουρτούνες της ζωής όχι μόνο είναι στο χέρι μας αλλά βρίσκει αρωγό τον ατελείωτο και πολύμορφο ωκεανό μουσικής που μας περιβάλλει. Δεν έχουμε παρά να βουτήξουμε στα βάθη του, να βρούμε τις φτερούγες τις ψυχής μας και να αναδυθούμε, πετώντας προς τα ουράνια.
*Ο Θεόδωρος Σταυρόπουλος διδάσκει Εφαρμοσμένα Μαθηματικά στο Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η παρουσίαση του βιβλίου του Σωτήρη Κακίση "ΟΛΟ ΑΕΡΑ!" (αισθηματικά κείμενα) των εκδόσεων Βακχικόν από τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο και τον Φοίβο Δεληβοριά έγινε στις 3 Ιουνίου 2016 στο βιβλιοπωλείο "Περιπλανήσεις" του Γιώργου Χάκα στο Μετς. Κάμερα-μοντάζ: Γιάννης Δεσύπρης
Ακούγονται τα τραγούδια, σε στίχους Σωτήρη Κακίση:
Μιχάλης Τσαντίλας: "Υπάρχει πράγμα που κοχλάζει, νομίζω"
τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
Με δύο δίσκους στο ενεργητικό του - "Σκιά στο μυαλό" (2012) και "What you see is just a lie" (2015) - έχει ενταχθεί από την κριτική στην ελληνική αντεργκράουντ σκηνή, έχει επαινεθεί για το μελωδικό ενδιαφέρον της δουλειάς του, έχει επιδοκιμαστεί για τον συναισθηματισμό του, και έχει επικριθεί για την επιλογή του να ερμηνεύει ο ίδιος τα τραγούδια του. Το σίγουρο είναι ότι ο σκοτεινός ηλεκτρονικός κόσμος του περσινού αγγλόφωνου EP αποκαλύπτει έναν ευαίσθητο και ταλαντούχο δημιουργό, πλάι στον ευφυή μουσικοκριτικό. Ο κύριος Μιχάλης Τσαντίλας!
Τι μεσολάβησε από τη «Σκιά στο μυαλό» μέχρι το ‘Whatyouseeisjustalie’ σε προσωπικό καλλιτεχνικό επίπεδο; Ποια τα νέα ερεθίσματα,
και ποιες οι αναζητήσεις;
Μεσολάβησαν πολλά... Το
σημαντικότερο ήταν ότι είδα την κόρη μου να μεγαλώνει και ότι άρχισα να
διαλέγομαι μαζί της. Στα καλλιτεχνικά, η κυκλοφορία του Σκιά Στο Μυαλό με έβαλε στη διαδικασία να φτιάξω μπάντα και να βγω
να παρουσιάσω ζωντανά τα τραγούδια μου – διαδικασία που μου έμαθε πολλά. Επίσης, εντατικοποιήθηκε η ενασχόλησή μου με την
μουσική δημοσιογραφία, πράγμα που σήμανε πολύ περισσότερη και συστηματικότερη
ακρόαση νέας (και ευρύτερης γκάμας) μουσικής.
Μια βασική αλλαγή συνίσταται στην αποκλειστική
ενασχόληση με τον αγγλικό στίχο. Βρίσκεστε περισσότερο στο στοιχείο σας εδώ;
Ευρύτερα, είναι τελικά τα αγγλικά η «φυσική» γλώσσα της ροκ μουσικής;
Όχι, δεν θα έλεγα ότι
βρίσκομαι περισσότερο στο στοιχείο μου με τον αγγλικό στίχο – όχι πια,
τουλάχιστον. Απλώς, τα τραγούδια του WhatYouSeeIsJustALieπροέρχονται
από την ίδια σοδειά με εκείνα του Σκιά
Στο Μυαλό, είναι δηλαδή παλιά τραγούδια, που έγραψα τα πρώτα χρόνια του
νέου αιώνα. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, ήμουν ακόμα στο ξεκίνημά μου και, λόγω
και των ακουσμάτων μου, μου προέκυπτε πολύ εύκολα ο αγγλικός στίχος. Περνώντας
τα χρόνια, όμως, αυτό σταδιακά έπαψε να συμβαίνει και άρχισε να βγαίνει αβίαστα
αποκλειστικά η μητρική μου γλώσσα. Σε ό,τι αφορά την «φυσική» γλώσσα της ροκ
μουσικής, ναι, θεωρητικά θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι η αγγλική, από τη
στιγμή που αυτή η μουσική γεννήθηκε στην Αμερική. Αλλά το φαινόμενο, από το
ξεκίνημά του κιόλας, παγκοσμιοποιήθηκε (μέσω του σινεμά και των Μ.Μ.Ε.), οπότε
ήταν επόμενο οι νεολαίες διαφόρων περιοχών της υφηλίου να το οικειοποιηθούν
εύκολα και γρήγορα. Επομένως, όσο κι αν κάποιοι διαφωνούν με όρους όπως
«ελληνικό ροκ» ή «ελληνόφωνο ροκ», εγώ τους βρίσκω δόκιμους.
Επίσης, ο ήχος σας είναι σαφώς πιο «ηλεκτρονικός» εδώ,
σε αντίθετη με μια πιο «ακουστική» αίσθηση του πρώτου σας δίσκου. Αυτό έχει να
κάνει μόνο με τον εκάστοτε συνεργάτη σας - Παρίσης, Χριστοδούλου - ή αντανακλά
και μια δική σας επιλογή; Και πού οφείλεται αυτή;
Η δική μου βασική επιλογή
είναι να μην έχω στεγανά. Κι είναι μια επιλογή που έχω κάνει από πολύ νωρίς,
από τότε που άκουσα το “TomorrowNeverKnows” των
Beatles ή το OKComputerτων Radiohead ή τον Βραχνό
Προφήτη του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Οι ήχοι που παράγονται με ηλεκτρονικά
μέσα, εν προκειμένω, είναι ιδιαίτερα συναρπαστικοί και εν πολλοίς ανεξάντλητοι,
και προσφέρουν μια επιπλέον ηχοχρωματική παλέτα, ιδιαίτερα ευπροσάρμοστη στο
όποιο γούστο. Αλλά πράγματι, στους δίσκους μου θέλησα να εμπιστευθώ τον
εκάστοτε συνεργάτη μου. Κι έτσι ο πρώτος βγήκε παραπάνω παραδοσιακά
κιθαριστικός απ’ ό,τι θα τον έκανα εγώ, κι ο δεύτερος παραπάνω ηλεκτρονικός.
Αλλά αυτή είναι, νομίζω, η ουσία της συνεργασίας: να αφήνεις τον άλλον να
συμβάλλει ουσιαστικά, να δει το υλικό σου ως (και) δική του υπόθεση. Μόνο έτσι υπάρχουν
πιθανότητες να ανέβει επίπεδο το αποτέλεσμα.
Αν κάποιος ήθελε να ακολουθήσει τη νοητή γραμμή που
καταλήγει στα τραγούδια σας, ποιους καλλιτέχνες και ποια συγκροτήματα θα του
λέγατε να ακούσει; Και τι βρήκατε, και τι εκτιμήσατε στη κάθε «πηγή» σας;
Ήδη ανέφερα τους Beatles, τους Radiohead και
τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και θα προσέθετα τον BobDylan, τους Blur, τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Φοίβο Δεληβοριά. Θα
μπορούσα να αναφέρω πολλούς ακόμα και να μιλήσω πολύ για τα προσόντα καθενός. Το
βασικότερο ατού όλων, πέραν της ικανότητάς τους στην τραγουδοποιία, είναι,
νομίζω, η διάθεσή τους να μην «βολευτούν» στις κατακτήσεις τους και να
αναζητήσουν την ανανέωση των εκφραστικών τους μέσων. Να αποδράσουν από τις
«παρέες» τους, εν ολίγοις. Αυτό είναι που θαυμάζω και που θα ήθελα να
ακολουθήσω.
Κοινό στοιχείο και πηγή έμπνευσης των τραγουδιών σας
παραμένει μια αίσθηση μελαγχολίας και εσώτερης μοναξιάς - ενδεικτικά, το πρώτο
τραγούδι του δίσκου τιτλοφορείται ‘aloneagain’. Θα ήσασταν διατεθειμένος να ξεφορτωθείτε την
μοναχικότητα, αν μπορούσατε, διακινδυνεύοντας όμως έτσι την ίδια σας την τέχνη;
Η μελαγχολία και η μοναξιά
νομίζω είχαν να κάνουν κυρίως με την ηλικία και την ψυχοσύνθεσή μου την εποχή
που έγραφα τα τραγούδια αυτά. Μιλάμε δηλαδή για τις σκέψεις και τους
προβληματισμούς ενός ανθρώπου μεταξύ 20 και 25 ετών. Τώρα γράφω κάπως
διαφορετικά. Πάντως δεν παίρνω τον εαυτό μου τόσο πολύ στα σοβαρά ώστε να θεωρώ
ότι υπάρχει οτιδήποτε να διακινδυνεύσω. Είμαι ανοιχτός σε προκλήσεις και στο να
δοκιμάσω πράγματα και συνεργασίες. Αλλά νομίζω είμαι εκ φύσεως πιο κοντά στη
συνθήκη του singer-songwriter, εκείνου δηλαδή που γράφει και τραγουδάει μόνος τα
τραγούδια του.
Είναι αλήθεια ότι η αυτή συνθήκη του «τραγουδοποιού» τείνει
να παγιωθεί στο ελληνικό τραγούδι. Πώς εξηγείτε αυτή την τάση; Και για σας
προσωπικά τι σημαίνει να ερμηνεύετε εσείς τα τραγούδια που γράφετε;
Η συνθήκη του τραγουδοποιού
είναι, κατ’ αρχάς, παλιά ιστορία – αρχαία, θα έλεγα. Και στο ελληνικό τραγούδι
έχει παγιωθεί, νομίζω, από την δεκαετία του 1980. Ως τάση θα μπορούσε να
ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Θα μπορούσε, π.χ., κάποιος να πει ότι έχει να
κάνει και με την «εποχή του ατομισμού». Εκτός αυτού, όταν κανείς θέλει να βάλει
στην τέχνη του τον εαυτό του, να την χρησιμοποιήσει, δηλαδή, ως εργαλείο
εξομολογητικό και επικοινωνιακό, και όχι απλώς για να φτιάξει κάτι όμορφο που
θα αρέσει στους άλλους, είναι επόμενο να μην θέλει να «νερώσει» την προσωπική
ματιά του στο πρωτογενές υλικό με κάτι εξωγενές. Με την ευκαιρία, προτείνω ένα
σχετικό βιβλίο (δυστυχώς υπάρχει μόνο στα αγγλικά, απ’ όσο ξέρω), το οποίο
ρίχνει φως στο όλο θέμα και έχει ιδιαίτερα ταιριαστό υπότιτλο: DarkMirror: ThePathologyOfTheSinger-Songwriter. Σε ό,τι με αφορά, το να τραγουδάω είναι κάτι που
κάνω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και είναι κάτι απίστευτα θεραπευτικό
και αναζωογονητικό για μένα. Όταν συνδυάζεται και με ένα απόλυτα δικό μου γλωσσικό
και μουσικό κείμενο, αποκτά ακόμα μεγαλύτερο νόημα: γίνεται ένα εργαλείο αυτο-ψυχανάλυσης,
κατά κάποιον τρόπο. Φυσικά, δεν δηλώνω τραγουδιστής και γνωρίζω τους φωνητικούς
περιορισμούς μου. Έτερον εκάτερον.
Εκτός από την καλλιτεχνική σας ιδιότητα,
δραστηριοποιήστε και στον χώρο της μουσικής δημοσιογραφίας και της ραδιοφωνικής
παραγωγής. Η δημιουργία μουσικής μπορεί να συνυπάρξει με τη δημιουργία λόγου
περί μουσικής, ή υπάρχει ένταση μεταξύ τους;
Μπορούν να συνυπάρξουν αυτά
τα δύο, το έχει αποδείξει αυτό το πλήθος των αντίστοιχων περιπτώσεων. Ενδεικτικά
αναφέρω τον RobertSchumann, πολύ επιδραστικό συνθέτη, που ήταν και σημαντικός
κριτικός. Αλλά και η ένταση που αναφέρετε, υπάρχει. Στην δική μου περίπτωση,
αυτή μεταφράζεται σε μια αδυναμία να κάνω και τα δύο ταυτόχρονα. Όταν, δηλαδή,
φτιάχνω τραγούδια, η διάθεσή μου για την δισκοκριτική εξασθενεί – και το
αντίστροφο. Σιγά-σιγά καταφέρνω να τα ισορροπώ, πάντως. Ή έτσι νομίζω...
Πιο απλά και πρακτικά, πώς διαχειρίζεστε π.χ. μια
συνέντευξη ή μια δισκοπαρουσίαση κάποιου που μπορεί να είναι μελλοντικός
συνεργάτης σας ή παλαιός φίλος, ή απλά συνάδελφος και συνοδοιπόρος σας;
Όποτε είναι δυνατόν, αποφεύγω
να κριτικάρω δουλειές φίλων ή συνεργατών. Στην περίπτωση που χρειαστεί, τους
αντιμετωπίζω όπως τον οποιονδήποτε – νομίζω ότι έχω τον τρόπο να το καταφέρνω
αυτό. Οι συνεντεύξεις, από την άλλη, είναι πιο απλή και ανώδυνη διαδικασία,
αλλά κι εκεί πρέπει να κρατώνται κάποιες ισορροπίες. Πάντως, θεωρώ ότι είναι
λάθος η άποψη ότι αν γνωρίζεσαι με κάποιον δεν μπορείς να είσαι έντιμος όταν
τον κριτικάρεις. Απλώς είναι τόσα πολλά τα παραδείγματα γραφιάδων που «την
είδαν» παραγοντίσκοι και αυλικοί, ή κατακεραυνωτές από την άλλη, ώστε έχει
χαθεί λίγο η μπάλα και το μέτρο. Αυτό, όμως, νομίζω είχε να κάνει με το ήθος
τους και τις αχόρταγες φιλοδοξίες τους, κι όχι απαραίτητα με το αν γνώριζαν ή
όχι τον καλλιτέχνη για τον οποίο έγραφαν.
Σαν μουσικοκριτικός, λοιπόν, πώς θα περιγράφατε και
πώς θα αξιολογούσατε την κατάσταση της μουσικής στην Ελλάδα το 2016; Ποιες
είναι οι βασικές τάσεις;
Κατά τη γνώμη μου, η
κατάσταση, από την άποψη της δημιουργικότητας, είναι πολύ καλή. Σίγουρα
υπάρχουν τα γνωστά προβλήματα που έφερε – και άλλα που επιδείνωσε – η κρίση.
Και σίγουρα η ηχητική φρεσκάδα και πολυχρωμία που εισήγαγε η αγγλόφωνη σκηνή
δεν έχει μεταφραστεί ακόμα σε πολλούς σπουδαίους δίσκους. Αλλά υπάρχει πράγμα
που κοχλάζει, νομίζω. Σε ό,τι αφορά τις τάσεις, νομίζω ότι τα πλέον
ενδιαφέροντα και ζωντανά πράγματα έχει κανείς περισσότερες πιθανότητες να τα
βρει στις παρυφές του mainstream– είτε μιλάμε για τζαζ, είτε για
hip-hop, είτε για metal.
Κι αν σας ζητούσε κάποιος να του πείτε τις 5-10
καλύτερες νέες δουλειές των τελευταίων 2-3 χρόνων, ποιες θα ήταν αυτές; Τι
πρόσφατο σας συγκίνησε;
Από πρόσφατες κυκλοφορίες, θα
ανέφερα τα άλμπουμ 38τ.μ. του
Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη και Το Καλοκαίρι
Του Άχυρου του Δημήτρη Βεριώνη. Και η Βαβέλ
της Νατάσσας Μποφίλιου έχει κάποια πολύ ωραία τραγούδια. Ο Νέγρος Του Μοριά,
επίσης, σέρβιρε μια ενδιαφέρουσα hip-hop πρόταση με το Ακούγοντας
Και Μαθαίνοντας. Από τις δύο προηγούμενες χρονιές, θα προσέθετα τα άλμπουμ:
Πλανωδία του Σείριου Σαββαΐδη, Δηλητήριο Ποτισμένο Από Αγάπη του
Λάμπρου Παπαλέξη, Γιάν Βαν του JanVanDeEngel, Θα Το ‘Κανα
Ξανά του Ορέστη Ντάντου, Η Επόμενη
Μέρα των Λάμδα, Άλφα Ζεύγος του
Νίκου Χαλβατζή, Αισθηματική Ηλικία
του Δημήτρη Μαραμή, OncePartOfAWholeShipτων EggHell... Είναι
σίγουρο ότι αφήνω πάρα πολλά απ’ έξω...
Ένα παιδάκι στο εξώφυλλο, ένας ώριμος κύριος στο
οπισθόφυλλο. Ποιο από τα δύο υπήρξε κρισιμότερο αίτημα για σας: η παιδικότητα ή
η ωριμότητα, εν τέλει;
Νομίζω ότι αυτό που θα ήθελα
είναι κομματάκι κλισέ: να ωριμάζω, χωρίς να χάσω τον παιδικό ενθουσιασμό μου
για τα πράγματα που αγαπώ και για εκείνα τα ωραία που θα ανακαλύψω στον δρόμο.
‘black rain’s gonna make a
mess, ain’t no kind of blessing or curse’. Δεν είναι ευλογία, δεν είναι κατάρα, τι είναι
τελικά κύριε Τσαντίλα αυτή η μαύρη βροχή που έρχεται - αν δεν είναι ήδη εδώ;
Πολύ θα ήθελα να πω ότι το
τραγούδι αυτό γράφτηκε με το μυαλό στην Χρυσή Αυγή και στην άνοδο του φασισμού
στην Ευρώπη και αλλού... Δυστυχώς το έφτιαξα τόσο παλιά που δεν μπορώ πια να
είμαι σίγουρος για την αφορμή και το νόημά του. Φυσικά μπορεί κανείς να το
αναγνώσει όπως θέλει. Πάντως, η «μαύρη βροχή» δεν έρχεται, είναι ήδη εδώ και
μας έχει κάνει τόσο μούσκεμα, που πλέον την έχουμε συνηθίσει, φοβάμαι...
Θα συστήνατε κάποια ομπρέλα να προφυλαχθούμε; Ή μήπως να
βραχούμε ελεύθερα;
Μιλώντας γενικά και όχι
ειδικά, θα έλεγα να βραχούμε, να λερώσουμε τα χέρια μας, να τολμήσουμε, να
παλέψουμε, να δοκιμάσουμε, να οραματιστούμε – ως πρόσωπα και ως κοινωνία. Αλλά
δεν αισιοδοξώ ιδιαίτερα ότι αυτό θα κάνουμε τελικά.
Τα τέσσερα τραγούδια του ‘Whatyouseeisjustalie’ θα πολλαπλασιαστούν σύντομα; Τι ετοιμάζετε για τα
επόμενα, δισκογραφικά και άλλα;
Σίγουρα θα πολλαπλασιαστούν,
αφού υπάρχουν ήδη πολλά τραγούδια στο συρτάρι, και άλλα που γράφονται αυτό τον
καιρό. Το «σύντομα» βέβαια είναι κάτι σχετικό και σε κάθε περίπτωση αβέβαιο.
Καλά να είμαστε, να κάνουμε τη «δουλειά» σωστά – όπως τη θέλουμε δηλαδή. Κι ας
αργήσουμε.
ΞΕΚΙΝΑΜΕ το ΣΑΒΒΑΤΟ 1η ΟΚΤΩΒΡΗ και σας περιμένουμε!
Το Βιωματικό Μουσικό Εργαστήρι μας, που φέτος γιορτάζει τα 20 χρόνια λειτουργίας του και βρίσκεται στην όμορφη περιοχή της Ακρόπολης, ανοίγει την αγκαλιά του και σας περιμένει για μια ακόμα δημιουργική μουσική χρονιά.
Απευθύνεται σε παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας: Στα δυο βασικά του επίπεδα συμμετέχουν παιδιά τεσσάρων (4) έως έξι (6) ετών, ενώ από το 2015, ξεκίνησε να λειτουργεί με μεγάλη επιτυχία και η Μουσική Ομάδα μικρότερων παιδιών ηλικίας 3 έως 4 ετών. Στις μουσικές μας συναντήσεις, τα παιδιά μας ασκούνται, στη συνειδητή ακρόαση του ήχου, στη σωστή άρθρωση του λόγου, στη διαφραγματική αναπνοή, στα μουσικά διαστήματα με «σολφέζ στον αέρα» και στη μουσικοθεατρική κίνηση και έκφραση. Η άμεση επαφή τους με τα παραδοσιακά όργανα, τα παιχνιδοτράγουδα και το παραδοσιακό τραγούδι, βοηθά τα παιδιά να ανακαλύψουν τη σημασία του ρυθμού στη μουσική, στο λόγο και στην κίνηση. Μετά τα 6 τους χρόνια, τα παιδιά μπορούν να συνεχίσουν τη φοίτησή τους στο Κέντρο μας, με τη συμμετοχή τους στην Ομάδα Παιδικού Τραγουδιού, όπου βιώνουν τη μουσική μέσα από την ελευθερία, αλλά και την συνεργατικότητα της ομαδικής δημιουργικής έκφρασης, πάντα με επίκεντρο την ψυχοσύνθεση καθενός ατομικά, αλλά και ως μέλους της ομάδας.
Η Μαρίζα Κωχ είναι η υπεύθυνη και η δημιουργός του Κέντρου Βιωματικής Μουσικής, Κίνησης & Λόγου, όπως και της επιλογής των μεθόδων που εφαρμόζονται σε αυτό. Πλαισιώνεται από μουσικοπαιδαγωγούς, μουσικούς παραδοσιακών οργάνων και ηθοποιούς, που συνεργάζονται μαζί της επί σειρά ετών και μαζί μεταφέρουν στα παιδιά, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, τη βιωματική μουσική γνώση.
Σήμερα, σε μια εποχή όπου οι τέχνες έχουν μετατραπεί -όπως και το κάθε τί- σε προϊόντα μαζικής κατανάλωσης, η αντίληψη του μέσου νου για τη μουσική έχει υποβαθμιστεί και αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να την αντιλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο που ένα ζώο αντιλαμβάνεται κάποιον περίεργο ήχο: όταν λέμε «μου αρέσει το τάδε κομμάτι ή το δείνα τραγούδι» στ’ αλήθεια δεν εκφέρουμε κρίση μετά γνώσεως περί της ουσίας αλλά απλοϊκά εννοούμε ότι η τάδε μελωδία, η ερμηνεία του τραγουδιστή ή, έστω, οι στίχοι μας προκαλούν κάποιου είδους ήδυσμα που, τις περισσότερες φορές, δεν μπορούμε καν να προσδιορίσουμε.
Εάν όμως κανείς μεριάσει τα πέπλα και εισχωρήσει στο άδυτο του ιερού της μουσικής θ’ ανακαλύψει πως δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική της οποίας σκοπός είναι να τέρπει το ανθρώπινο αυτί. Ο εγρήγορος αναζητητής θα βρει εκεί έναν μικρόκοσμο γεμάτο θαυμαστά μυστήρια, μια τέλεια μαθηματική αρμονία που διέπεται από την αυστηρή τάξη του απείρου των αριθμών. Η αισθητική απόλαυση που προκαλεί η μουσική σε όλους ανεξαιρέτως δεν είναι τόσο ο στόχος της όσο το φυσικό αποτέλεσμα που απορρέει από την τήρηση (εκούσια ή ακούσια, ανάλογα με την γνώση του μουσικού) καθαρά μαθηματικών λόγων.
Σύμφωνα με τις αρχαιότερες παραδόσεις που χάνονται στο λυκόφως των αιώνων και σήμερα επιβιώνουν στην ετυμολογία της λέξης «μουσική», οι Μούσες ήταν εκείνες που γέννησαν αυτό το αρμονικό σύμπαν που οι άνθρωποι «βλέπουν με τ’ αυτιά τους». Κόρες της Μνημοσύνης (του συλλογικού ασυνειδήτου δηλαδή, για να δανειστούμε την ορολογία του Γιούνγκ) και του Απόλλωνα (του θεϊκού φωτός, αυτού που σήμερα ονομάζουμε «έμπνευση»), οι Μούσες αποτελούν μια κωδικοποιημένη εξήγηση της άνωθεν προέλευσης της μουσικής.
Το να αγαπά κανείς την μουσική και να τέρπεται από αυτή είναι ένα καθαρά ανθρώπινο χαρακτηριστικό και μια ένδειξη νοημοσύνης. Ο Πλούταρχος γράφει πως στην Ελλάδα της εποχής του υπήρχε άγραφος νόμος μεταξύ των ψαράδων να μην σκοτώνουν τα δελφίνια γιατί, απ’ όλα τα πλάσματα της θάλασσας, εκείνα μονάχα έδειχναν να λατρεύουν τον ήχο του αυλού και του τυμπάνου που έδινε το ρυθμό στους κωπηλάτες των καραβιών κι έτσι τα θεωρούσαν όντα με ψυχή κοντά σ’ εκείνη του ανθρώπου.
Πρώτος ο Πυθαγόρας διακήρυξε ότι «ο Θεός είναι αριθμός», θέλοντας να τονίσει την μαθηματική δομή ολόκληρης της κτίσεως και του σύμπαντος κόσμου – κάτι το οποίο επιβεβαιώνει και η σύγχρονη κοσμολογία. Παράλληλα, οι Πυθαγόρειοι πίστευαν στην ύπαρξης της musica universalis, μιας «παγκόσμιας μουσικής», την οποία ονόμαζαν και «αρμονία των ουρανίων σφαιρών». Σύμφωνα μ’ αυτή την θέαση, η οποία πάντρευε σε ίσα μέρη τον δογματισμό του μύστη, τις αυστηρές μετρήσεις του μαθηματικού και την διαίσθηση του καλλιτέχνη, ο κάθε πλανήτης, καθώς κινούταν στην τροχιά του, παρήγαγε μια συγκεκριμένη αρμονική νότα. Οι Πυθαγόρειοι υποστήριζαν πως όλες οι αρμονικές των πλανητών συνδυάζονταν σε μια ουράνια μουσική σύνθεση την οποία ο άνθρωπος μπορούσε να ακούσει εάν παρέμενε αρκετά σιωπηλός και προσηλωμένος στην εσωτερική αναζήτηση των ουρανίων πραγμάτων.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι στο διάστημα δεν υπάρχει ήχος, τουλάχιστον σε μορφή που να τον αντιλαμβάνονται τα ανθρώπινα αισθητήρια. Παρ’ όλα αυτά όλοι θυμόμαστε ότι το 2013, το σκάφος Voyager 1 το οποίο ύστερα από 36 χρόνια περιπλάνησης πέρασε τα «σύνορα» του ηλιακού μας συστήματος και μετέδωσε στη Γη τη «μουσική» του εξώτερου διαστήματος: τα όργανα του σκάφους κατέγραψαν τη συχνότητα δονήσεως σε πυκνά νεφών πλάσματος και ιονισμένων αερίων και στη συνέχεια την μετέφρασαν σε αρμονικές νότες.
Οποιοσδήποτε μαθηματικός λόγος μπορεί να μετατραπεί σε μουσική και οποιαδήποτε μουσική μπορεί να μεταφραστεί σε μαθηματικό λόγο. Ο Κάρλ Σέιγκαν είχε υποστηρίξει πως τα μαθηματικά είναι η μόνη «συμπαντική γλώσσα»· ταυτόχρονα, όμως, δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι και η μουσική αποτελεί μια κοσμική lingua franca, καθώς, στην ουσία τους, μαθηματικά και μουσική είναι ένα και το αυτό;
Ίσως κανείς σκεφτεί πως όλα αυτά είναι άσκοπες λεπτολογίες και μάταιες απόπειρες διύλισης του κώνωπα. Ίσως οι περισσότεροι να αρκούνται στην επιφανειακή τέρψη που τους χαρίζει η μουσική. Μήπως, όμως, αυτή η τέρψη δεν είναι παρά ένα κάλεσμα, ένα δόλωμα των αισθήσεων, για να ερευνήσουμε βαθύτερα τα μαγευτικά μυστήρια της μουσικής και να έρθουμε πιο κοντά στην πηγή της, η οποία δεν είναι άλλη από τα μαθηματικά – τους αριθμούς δηλαδή. Και τί είναι οι αριθμοί αν όχι το αλφάβητο του βιβλίου όλης της δημιουργίας που μας περιβάλλει; Άλλωστε, κανείς έχει να κερδίσει πολλά από ένα τέτοιο ταξίδι: σύμφωνα με τον Σέξτο τον Πυθαγόρειο, «ο υγιής νους είναι μια θεϊκή χορωδία»· και ποιος δεν θα ήθελε έστω να προσπαθήσει ν’ αφουγκραστεί το σαγηνευτικό της κρεσέντο;
Τρίτη 30 Αυγούστου 2016
*Ο Θεόδωρος Σταυρόπουλος διδάσκει Εφαρμοσμένα Μαθηματικά στο Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Σπούδασα
5 μήνες στο Ωδείο Αθηνών με τον Νίκο Κορατζίνο, για μένα υπήρξε
σπουδαίος δάσκαλος, έκανα και 10 μαθήματα ιδιαίτερα στο Τορόντο του Καναδά που
ήμουν μετανάστης - η άλλη πτυχή της πολυτάραχης αυτοσχεδιαστικής ζωής μου. Έχω
κάνει και 10 μαθήματα ιδιαίτερα θεωρητικών.
Ποτέ
δεν μελέτησα παρόλο που δεν είμαι ενάντια στην τεχνική κατάρτιση που
επιβάλλεται να έχει ο καλλιτέχνης για να μπορεί να ψάχνει, σε δρόμους που
διαφορετικά θα του έμεναν άγνωστοι. Είναι σημαντικό σαφώς να μάθει κάποιος να
αναπτύσσει κάθε φορά τα εκφραστικά του μέσα, να μελετάει, όσο γίνεται πιο
μεθοδικά και ουσιαστικά.
Παρόλα
αυτά έχω μελετήσει εντατικά περίπου 3 μήνες στα 35 χρόνια. Από τις πιο αυστηρές
περιόδους μελέτης ήταν όταν ο πρώτος δάσκαλος που είχα στα ντραμς μου έβαζε
ασκήσεις και με κλείδωνε στην τουαλέτα για να μελετήσω με τις ώρες.
Επίσης
έχω κάνει 10 μαθήματα μπάσου, μερικά μαθήματα ακορντεόν (το πιο όμορφο όργανο για
μένα),και σε αυτή τη περίπτωση ο δάσκαλος μου με κλείδωνε στην αποθήκη για να
μελετήσω και με έβγαζε μετά από 2 ώρες. Όλο κάπου με κλειδώνανε δεν έμαθα ποτέ
μέχρι σήμερα γιατί. Βέβαια και που με κλείδωναν δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα.
Ούτε ντράμερ! Έγινα, ούτε ακορντεονίστας. Επίσης έκανα και μερικά μαθήματα
ξυλόφωνο και βιμπράφωνο.
Ποτέ
δεν έμαθα τι είναι τα rudiments, τα paradidles, τα syncopation
κλπ. Δεν
ήξερα καν πώς ονομάζονται οι τύποι δερμάτων για τα τύμπανα, τι σημαίνει funk – fussion – κ.α. πώς
ονομάζονται οι διάφορες τεχνικές. Όταν
οι άλλοι μιλούσαν για αυτά μου φαίνονταν κινέζικα, και ακόμα κινέζικα μου
φαίνονται.
Τι
ήξερα;
Ήξερα
πως αναπνέουν τα τύμπανα, ήξερα τι συναισθήματα έβγαζε και βγάζει ο κάθε ήχος
τον οποίο μετέφραζα σε χρώμα. Ήξερα την τελευταία λεπτομέρεια του ηχοχρώματος
που έβγαζε κάθεπιατίνι
όταν το ακουμπούσα με τα δάχτυλα ή όταν το χτυπούσα με κάποιο αντικείμενο.
Ένιωθα πως πάλλεται η μπαγκέτα στα χέρια μου όταν έπαιζα μια μελωδία ή ένα
σκληρό ρυθμικό σχήμα. Πάντως
έμαθα σιγά – σιγά και να διαβάζω.
Για
πολλούς <φίλους> δεν είμαι μουσικός. Ίσως
να έχουν δίκιο γιατί με την τρέχουσα έννοια δεν υπήρξα ποτέ. Έχει
όμως καμία σχέση η τρέχουσα έννοια των πραγμάτων κάθε φορά με τα ίδια τα
πράγματα και την αξία τους; Για
μένα η τέχνη είναι ένα παιχνίδι ψυχής, είναι ευαισθησία και εγώ με την μουσική
κάνω την πλάκα μου προσπαθώντας να περάσω καλά.
Δεν
έκανα ποτέ την «δουλειά μου» γιατί έπρεπε να την κάνω. Κακό
για μια δεδομένη κοινωνική και επαγγελματική λογική, καλό για μια άλλη λογική.
Εγώ αυτό το λέω δημιουργική στάση ζωής.
Είμαι
επαγγελματίας μουσικός, μα πάνω από το επάγγελμα και τις οικονομικές συμφωνίες
έβαζα και βάζω πρώτα τη ψυχή και μετά όλα τα άλλα.
Είναι
κάτι που προσπαθώ και ελπίζω όχι μάταια να μεταδώσω σαν αξία ζωής στους μαθητές
μου, στα νέα παιδιά που τα έχουμε αγχώσει και τα έχουμε εγκλωβίσει με αυτή τη
κυρίαρχη αντίληψη με τα χιλιάδες πτυχία, διπλώματα, που αντιστοιχούν σε στείρες
γνώσεις και χωρίς οράματα για τη ζωή. Που έχει γίνει στόχος η γρήγορη ανάδειξη
με πολλά λεφτά. Θεωρώ πολύ πιο σημαντικό να γεμίζεις τη ψυχή σου με ομορφιά
παρά τη τσέπη σου με χρήματα. Εάν κάποιος κάνει μια κακή παράσταση και νιώσει
αυτό το κενό στη ψυχή και αυτή την άσχημη γεύση που αφήνει η μη επικοινωνία με
το κοινό δεν υπάρχει περίπτωση να νιώσει καλύτερα από μια καλή αμοιβή. Δεν
μπορούν τα χρήματα να γεμίσουν το κενό της ψυχής. Χρόνια τώρα γυρνάω όλη την
Ελλάδα και επικοινωνώ με παιδιά. Παίζω μαζί τους, συζητάω, τους μαθαίνω, και
μαθαίνω, συνυπάρχω, δημιουργώ μαζί τους. Με παιδιά από 4 μέχρι 17 ετών.
Λέω
λοιπόν ότι η μεγαλύτερη αμοιβή είναι όταν ένα παιδί 4 ετών σε παίρνει αγκαλιά
και σου δίνει ένα αυθόρμητο φιλί, όταν ένα παιδί 12 ετών ξυπνάει στις 7 το πρωί
για να προλάβει να σε δει πριν φύγεις και να σου εκφράσει την ευγνωμοσύνη του
για ότι του πρόσφερες, όταν μικρά παιδιά θυμούνται τα γενέθλια σου και σε
παίρνουν τηλέφωνο για τα χρόνια πολλά, όταν ένα παιδί 10 ετών σου εκφράζει τα
συναισθήματα του με ένα απλό ευχαριστώ, όταν ακούς κουβέντες όπως <<σε
ευχαριστώ που άγγιξες τη ψυχή μου>>.
Υπάρχει
οικονομική αμοιβή που να μπορεί να αντικαταστήσει τα παραπάνω; Πόσο
κοστολογούνται;
Αυτή
είναι η στάση ζωής μου. Έτσι έμαθα να ζω. Και
έχω ζήσει τόσο έντονα τέτοιες καταστάσεις και τόσες φορές που νιώθω πραγματικά
πολύ γεμάτος.
Αυτή
ακριβώς στάση ζωής και πράξης άλλοι συνάδελφοι τη μεταφράζουν σε μουσική
ανασφάλεια και μάλλον ακόμα χειρότερα σε άγνοια…. Ο καθένας αποδεικνύει τα
πάντα στη ζωή.
<<Όλοι
είμαστε μέσα στο βούρκο αλλά κάποιοι κοιτάνε τα αστέρια.>> Εγώ έχω
αποδείξει με τη στάση μου όχι σαν άρνηση των άλλων αλλά σαν μια δημιουργική
θέση σα θετική στάση αυτά που πιστεύω. Ο καθένας κάνει τις επιλογές του και ζει
με αυτές, με ότι σημαίνει αυτό.
Βέβαια
όταν ακολουθείς μοναχικό δρόμο έχεις συνέπειες, αν όμως αυτά που κάνεις είναι επιλογή
σου δεν διαμαρτύρεσαι αλλά τα υπερασπίζεσαι μέχρι το τέλος.
Είχα
πάντα το θάρρος της υπεράσπισης των επιλογών μου, δεν υπήρξα ευθυνόφοβος, δεν
βολεύτηκα με αυτό που είχα διαμορφώσει.
Ήρθε
η στιγμή που είπα όχι σε δουλειές, στούντιο, παιξίματα σε είδη μουσικής που δεν
τα κατείχα. Δεν έκανα τον επαγγελματία με ημιμάθεια. Όταν με καλούσαν να παίξω
ξεκαθάριζα πάντα ότι εάν θέλετε τον Τουλιάτο
με το ύφος του και το στυλ του ναι, εάν θέλετε έναν ντράμερ ή κρουστό υπάρχουν
άλλοι που το κάνουν καλύτερα από μένα.
Όταν
είχα κάνει όνομα σαν αυτοσχεδιαστής άρχισα να ανησυχώ μήπως απλώς ήμουν
μονόφθαλμος σε κοινό τυφλών.
Και
έτσι κάλεσα τον GUNTER ‘’BABY’ SOMMER μεγάλο μουσικό της
σύγχρονης αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής στα κρουστά να παίξουμε μαζί, μουσικό του ίδιου
οργάνου για να δω αν ανταποκρίνομαι πραγματικά σε αυτόν τον χώρο. Εάν έχουν
ενδιαφέρον αυτά που κάνω. Οργάνωσα μια συναυλία στην Κέρκυρα όταν ήμουν
συμβασιούχος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και παίξαμε μαζί. Τον είχα δει στην
Θεσσαλονίκη είχα συμμετάσχει σε εργαστήρι δικό του, τον άκουγα σε δίσκους που
είχα αγοράσει στο ΑΝ. ΒΕΡΟΛΙΝΟ που πήγαινα για 10 χρόνια σε φεστιβάλ. Με έχει
επηρεάσει πολύ σαν μουσικός.
Ποιος
είναι;
O GUNTER ‘’Baby’’ SOMMER,
για όσους δεν τον γνωρίζουν, πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους μουσικούς
στα κρουστά. Ένας μουσικός που ξεπέρασε τον ρόλο της απλής συνοδείας και
ανέδειξε το ντραμς σετ σε μελωδικό και σε πολλές περιπτώσεις σε αρμονικό
όργανο. Χρησιμοποιεί όργανα γνωστά, όργανα ιδιοκατασκευής, αντικείμενα κ.α.
έχει κατασκευάσει ένα σετ δικής του επινόησης σε ένα πραγματικά εκπληκτικό
συνδυασμό των παραπάνω οργάνων δημιουργώντας ένα μουσικό και ηχητικό αποτέλεσμα
που λειτουργεί έξω από κάθε γνωστό και καθιερωμένο άκουσμα. Ένα ηχοχρωματικό
ταξίδι που το σημαντικό είναι η ίδια η διαδικασία το παιχνίδι με το κοινό όσο
και με τα ίδια τα κρουστά του. Συν – ομιλεί με τα κρουστά τα ακούει προσεκτικά
τι έχουν να πουν, παρατηρεί τις αντιδράσεις και παίζει μαζί τους. Κυριολεκτικά
μιλάει με τα κρουστά. Όταν τον βλέπω να παίζει, είμαι σίγουρος ότι τα κρουστά
του μιλάνε. (μπορεί ο καθένας εξάλλου να το παρατηρήσει στο ύφος του).
Χαμογελάει,
θυμώνει, σκέφτεται, κάθε ήχος πριν αποκαλυφθεί έχει διαπεράσει το σώμα του και
στο τέλος εμφανίζεται με καθαρότητα, και απόλυτη σιγουριά έτσι που δεν σηκώνει
αμφιβολία. Δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς.
Ο
Sommer αυτό που έχει να πει όταν παίζει είναι ξεκάθαρο, είτε η
διαδικασία είναι ελεγχόμενου αυτοσχεδιασμού είτε απόλυτα ελεύθερου.
Πάντα
μου έκανε εντύπωση (και όταν τον άκουσα πρώτη φορά, αλλά και όταν παίζουμε
μαζί) ο απόλυτος ήχος του. Πως μπορεί να βγάζει τόση λυρικότητα, με τόσο
στιβαρό χτύπημα αλλά και απίστευτη ένταση και επιθετικότητα, ή με τρυφερότητα
ένα τρόπο τόσο χαλαρό που θυμίζει χορευτή.
Ο
τρόπος που χειρίζεται τα κρουστά του είναι μοναδικός, ακούγοντας τον από παλιά
στην δισκογραφία του ο ήχος μοιάζει σαν να παράγεται από ομάδα κρουστών και όχι
από έναν άνθρωπο. Εάν δεν τον γνώριζα θα ήμουν σίγουρος ότι είναι έτσι.
Πετάγεται από την μία άκρη στην άλλη τρέχει παίζει ένα ρυθμό στα χέρια, με τα
πόδια χρησιμοποιεί καραμούζες με τον αγκώνα χτυπάει το gong
και όλα αυτά με ένα μαγικό τρόπο.
Η
σκηνική του παρουσία είναι απολαυστική, με δυνατό και πηγαίο χιούμορ, ή με
τρυφερότητα και συγκίνηση μπορεί να δημιουργήσει καταπληκτικές μουσικές εικόνες,
παρασύροντας το κοινό.
Ο
GUNTERSOMMER όταν είναι στην
σκηνή γίνεται ένα σώμα με τα όργανα, δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις ποιος
οδηγεί ποιόν, είναι τόσο άμεσος ο διάλογος μεταξύ τους που αγγίζει τα όρια της
ερωτικής σχέσης που έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά γιατί θα
χανόταν η μεταξύ τους μαγική συνύπαρξη, και επικοινωνία.
Ο
SOMMER είναι πρωτοπόρος και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου όπως
πολλές φορές συνηθίζουμε να λέμε. Είναι πρωτοπόρος γιατί άνοιξε δρόμους στον
τρόπο αντιμετώπισης των κρουστών οργάνων. Ξεκινώντας από το κλασικό ντραμς σετ
και προσθέτοντας διάφορα καινούργια ηχοχρώματα, δημιούργησε ένα άλλο τρόπο
σκέψης στο παίξιμο.
Κατάφερε
από όργανα που από μόνα τους δεν έχουν μελωδία, να παίξει μελωδίες, να γεννήσει
συναισθήματα λύπης, και χαράς, κατάφερε να παίξει ακόμη και αρμονίες
χρησιμοποιώντας ανάλογα τους ήχους του και σε κάποιες περιπτώσεις προσθέτοντας
και την φωνή του.
Ο
SOMMER ξεκίνησε από τον χώρο της σύγχρονης jazz, (είναι από την λαϊκή δημοκρατία της Γερμανίας όπου η σκηνή
της σύγχρονης jazz ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη) έχει δεδομένη την γνώση και
την τεχνική στα κρουστά, με αποτέλεσμα να μπορεί να κινηθεί στους δρόμους του
αυτοσχεδιασμού με απόλυτη άνεση. Με την μουσικότητα, και την απεριόριστη
φαντασία που διαθέτει ανοίγει νέους δρόμους στο παίξιμο αλλά και στην ίδια τη
διαδικασία του αυτοσχεδιασμού, και όταν παίζει με άλλους μουσικούς, και όταν
παίζει
μόνος
του. Στην σόλο δισκογραφία του παίζει συνθέσεις δικές του.
Η
δισκογραφία του SOMMER αποτέλεσε για μένα
το πρώτο ερέθισμα να μετατρέψω τη μουσική, σε περιπέτεια, να ανοίξω το μυαλό
μου να γνωρίσω τα όργανα που μέχρι τότε νόμιζα ότι ήξερα, να μάθω να τους μιλάω
και το κυριότερο να μάθω να τα ακούω.
Ανακάλυψα
τη γοητεία του απρόοπτου όταν βρίσκομαι στη σκηνή και έμαθα να εκτίθεμαι
μπροστά στο κοινό να το κοιτάω στα μάτια να αφουγκράζομαι τις διαθέσεις του και
να δημιουργώ να ανακαλύπτω τον τρόπο τις επικοινωνίας μου μαζί τους.
Ο
SOMMER με έκανε να νιώσω ότι τα κρουστά δεν είναι αυτό που
είχα γνωρίσει μέχρι εκείνη την στιγμή, αλλά κάτι άλλο μαγικό που έπρεπε να
ανακαλύψω.
Αυτόν
λοιπόν τον μουσικό κάλεσα για να δοκιμασθώ. Την ώρα της συναυλίας αισθάνθηκα το
μέγεθος που δεν είχα, την δειλία στον ήχο, στέρεψα από ιδέες αλλά
ανταποκρίθηκα, κατάλαβα, και βέβαια προχώρησα. Υπάρχει στο cd μου με τίτλο DUΟS ένα κομμάτι με τον SOMMER από αυτήν τη συναυλία.
Το
αστείο είναι ότι μετά από χρόνια που γίναμε φίλοι μου εκμυστηρεύτηκε ότι ήδη με
γνώριζε και ήθελε να παίξει μαζί μου. Ήμουν ήδη γνωστός σαν αυτοσχεδιαστής στην
Γερμανία.
Νίκος Τουλιάτος Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον; Αθήνα: Εκδόσεις Δρόμων, 2006.
Μην παρασύρεστε από τον πάγο που αναφέρει δις ο Κακίσης, το τραγούδι ανήκει στο καλοκαίρι και η προσταγή του για στροβίλισμα και παιχνίδι είναι επίμονα αυγουστιάτικη. Το κλειδί: η μετάβαση από τον δεύτερο ενικό ("Τι περιμένεις; Φόρεσε τα κόκκινα πατίνια!") στον δεύτερο πληθυντικό ("Στροβιλιστείτε, παίζετε σαν τρυφερά δελφίνια"). Εκεί ο στόχος, κάτω από τόνους αντηλιακού και μοχίτο.