Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Μια αντι-συνέντευξη του Θανάση Παπακωνσταντίνου






Στις συνεντεύξεις των καλλιτεχνών και ειδικά των «αναγνωρισμένων» βασιλεύει - ή στις καλύτερες περιπτώσεις υποβόσκει - μια ανυπόφορη έπαρση. Οι ερωτώμενοι απαντούν σαν να κατέχουν τη γνώση όλου του κόσμου κι ο δημοσιογράφος ή αυτός που θέτει τελοσπάντων τα ερωτήματα πασχίζει να στριμώξει τον συνεντευξιαζόμενο με εξυπνακισμούς και «ψαγμένες» θέσεις. Ο καθωσπρεπισμός των μεν κι ο δήθεν ακαδημαϊσμός των δε κάνει αμφότερους να μιλούν σαν να είναι καλεσμένοι στο Προεδρικό Μέγαρο. Επιτέλους όχι άλλες στημένες συνεντεύξεις! Λίγη αυθεντικότητα ρε παιδιά!

Μια τέτοια αντι-συνέντευξη που δεν τηρεί τα προσχήματα και είναι απολαυστική τουλάχιστον όσο κάθε ζωντανός διάλογος ανάμεσα σε φίλους είναι η κουβέντα που είχε τον περασμένο Απρίλιο ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου με τον Αχιλλέα Αρχοντή. Έναν δραστήριο λογιστή από την Αγιά της Λάρισας που ξεκλέβει ώρες από τη δουλειά του φροντίζοντας την εφημερίδα του Μορφωτικού και Πολιτιστικού Συλλόγου καθώς και την θεατρική ομάδα του χωριού.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί οι συντοπίτες του Παπακωνσταντίνου θέτουν αυθόρμητα ερωτήματα κι εκείνος απαντά άλλοτε σοβαρά, άλλοτε με ανέκδοτα κι ενίοτε με βωμολοχίες. Παραδέχεται άλλωστε εξαρχής ότι όσο εκτίθεται αυτός που ρωτάει άλλο τόσο εκτίθεται κι αυτός που απαντάει. Η συζήτηση μοιάζει χαοτική κι όμως κυλάει αβίαστα. Κι ας αναδεικνύεται σε κυρίαρχο θέμα κάτι «βαρύ» όσο ο θάνατος. Μερικά αποσπάσματα βρίσκονται εδώ ενώ ολόκληρη η συνέντευξη είναι δημοσιευμένη στο blog "Αγιώτικα Νέα".

Κωνσταντίνος Μαργιόλης








“Δεν με ενδιαφέρει στα τραγούδια μου να περιγράψω συναισθήματα αλλά να μεταφέρω εικόνες, καμιά φορά περίεργες, ακατανόητες ή ανύπαρκτες αλλά πάντως ξεκάθαρες που μπορούν όμως να οδηγήσουν κάποιον να νιώσει πιθανόν νέα συναισθήματα."

"Η τέχνη νομίζω ότι στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην παρατηρητικότητα. Όταν αναδεικνύεις κάτι που για τους άλλους είναι ασήμαντο ή ανύπαρκτο τότε αυτό σχεδόν από μόνο του είναι ποίηση. Αν έχεις δε και το ταλέντο να το εκφράσεις όμορφα…"

"Η σφραγίδα του θανάτου μπορεί να σε κάνει να πατήσεις επί πτωμάτων αλλά μπορεί και να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Νομίζω πάντως ότι όσο πιο νωρίς έρθεις μπροστά στη δική σου ανυπαρξία τόσο πιο ώριμος γίνεσαι."

"Σήμερα υπάρχει ένα κοκτέιλ φόβου και τεμπελιάς που είναι σαν μας χορηγείται ενδοφλέβια και μας κάνει να μην αντιδρούμε σε όσα συμβαίνουν. Η τέχνη δεν μπορεί βέβαια από μόνη της να ανατρέψει τα πράγματα, μπορεί όμως να οδηγήσει τον άνθρωπο προς τα εκεί. Η τέχνη σε κάνει να στοχάζεσαι και λογικά αν στοχάζεσαι γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος, έτσι αποκτάς μια αίσθηση δικαίου. Κι αν δεν αντέχεις την αδικία τότε θα πρέπει να εξεγερθείς."

"Για μένα πάντως σπουδαία τέχνη της μουσικής σημαίνει να ακούσω κάτι και μετά να μη φοβάμαι τίποτα, να μπορώ να χορέψω το χορό του Ζαλόγγου."

"Όταν κάνω μουσική γίνομαι παιδί. Τη στιγμή της δημιουργίας γίνεσαι τόσο αγνός όσο ένα μικρό παιδί. Αυτό βέβαια εξηγεί και το γιατί πολλά καθίκια είναι κατά τ’άλλα σπουδαίοι καλλιτέχνες. Τη στιγμή της δημιουργίας γίνονται κάτι άλλο.”

***

Η συνέντευξη:

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Όλια Λαζαρίδου, Θέμις Μπαζάκα, Γιώτα Φιέστα - Συνέντευξη στον Σωτήρη Κακίση

(Όλια Λαζαρίδου, Γιώτα Φέστα, Θέμις Μπαζάκα)



ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ, ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ, ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ:

«Έχουν δει τα μάτια μας ίδια τοπία»…


του ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ


Είναι μαζί και οι τρεις για μία φορά στο θέατρο φέτος. Έξι μάλιστα γυναίκες όλες μαζί, στο «Δεκαήμερο των γυναικών» τής Βοζνεσένσκαγια, με τη Μάνια Παπαδημητρίου, την Αθηνά Μαξίμου και τη Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου. Όπως λέει και η Θέμις, «Τι έξι, τι τρεις, ...χίλιες δεκατρείς είμαστε!». Ναι, είναι. Αλλά σαν να μη νοιάζονται για τη θηλυκότητα εδώ, αλλά για την ομαδικότητα. Για το πώς γίνεται να υπηρετεί η προσωπικότητά σου τις σχέσεις, για το πώς ο χώρος του άλλου είναι ιερός, όπως στη ζωή έτσι και στο θέατρο. Η Όλια καταφεύγει στο ποδόσφαιρο, μάλιστα, για να το εξηγήσει και η Θέμις μπαίνει στο ναρκοπέδιο της ψυχανάλυσης. «Σειρά» και οι τρεις τους στην Τέχνη τους, Λαζαρίδου, Μπαζάκα και Φέστα, εκτός από το θέατρο, εκτός από το σανίδι, και μια φορά μαζί στη συνέντευξη εδώ, στο χαρτί τα λόγια τους ωραία ανακατεμένα, οι κουβέντες τους τρυφερά συνδυασμένες στα χέρια σας:



ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Εγώ, ρε παιδιά, αν έγραφα ποτέ την αυτοβιογραφία μου, θα της έβαζα τίτλο: ΜΕ ΒΛΕΜΜΑ ΜΥΩΠΙΚΟ...

Γιατί, άραγε, Θέμις;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Γιατί όλα εγώ τα βλέπω «κάπως». Όλα «κάπως» αλλιώς τα αντιμετωπίζω. Και, όταν έρθει η σφαλιάρα, σαν να ξυπνάω, και λέω: « Ωπ! Λάθος έβλεπα τόση ώρα, τόσον καιρό. Λάθος. Με συγχωρείτε, λάθος!».

Αυτά εδώ τα καλά κορίτσια, δηλαδή, πώς τα βλέπετε;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Αυτές τις δύο δεν με παίρνει να μην τις βλέπω φορώντας συνέχεια τα γυαλιά μου. Είναι που είναι λίγο ...κουνημένες κι οι δύο! Φροντίζω, λοιπόν, κι εγώ να τις βλέπω, να τις αντιμετωπίζω με όσο πιο ανοιχτά τα μάτια γίνεται.

Είναι και λίγο επικίνδυνα άτομα, μεταξύ μας...

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Α-πα-πα-πα! Η Παναγιώτα ιδίως!

Κι εσείς τι λέτε, ...Παναγιώτα; Τι έχετε να πείτε, μην τα πει όλα η κυρία Μπαζάκα, και φύγω από 'δώ με ...μονή συνέντευξη.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Σιγά-σιγά. Εγώ δεν παίρνω μπρος έτσι εύκολα. Δεν γίνεται να μιλάμε μόνο όταν έχουμε κάτι να πούμε; Να πεταγόμαστε όποτε νομίζουμε;

Γίνεται. Να, ίσως τώρα πεταχτεί η Όλια.

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Να πω κι εγώ γι' αυτήν τη συνεργασία; Ξέρετε, δεν είμαστε εδώ μόνο τρεις. Έξι γυναίκες είμαστε.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Γιατί; Ποιος είπε πως είμαστε μόνο τρεις; Δεν είμαστε τρεις, δεν καταλάβατε καλά. Είμαστε χίλιες ...δεκατρείς εγώ θα 'λεγα, το λιγότερο, εδώ μέσα!

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Εγώ, επί του θέματος πάντως, έχω να πω το εξής: μας ρωτάνε όλοι, στις συνεντεύξεις όλες, για το που είμαστε όλο γυναίκες σ' αυτό το έργο, που δεν υπάρχει άντρας γι'...άντρας σ' αυτή την παράσταση. Αυτό όμως εμένα δεν μού 'χει κάνει καμία εντύπωση. Μα καμία. Αυτό που μού 'χει κάνει εμένα εντύπωση εδώ είναι άλλο. Η ομαδικότητα. Το που κληθήκαμε έξι άνθρωποι να συμμετάσχουμε σ' ένα άθλημα ομαδικό. Και που πρέπει, έπρεπε, αυτό να γίνει: πάσα, πάσα, γκολ! Άλλος συνδυασμός μετά, πάσα, πάσα, πάσα, πάλι γκολ!

Ή και κάνα δοκάρι! Δεν μπορεί, όλο γκολ βάζετε; Αλλά άθλημα με έξι και γκολ δεν υπάρχει, Όλια. Μόνο το βόλεϊ έχει έξι, νομίζω, κι εκεί γκολ δεν υπάρχουν...

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Καταλάβατε τώρα, Σωτήρη, τι λέω. Για τη σειρά του καθενός μιλάω εγώ. Που παίρνει ο ένας την μπάλα, κάνει ό,τι είναι να κάνει, μετά την δίνει. Δεν μπορεί να μην την δώσει. Στο ποδόσφαιρό σας, στο πόλο σας, έτσι δεν γίνεται;

Έτσι. Ομολογώ.

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Ε, αυτό το πράγμα ακριβώς είναι το πιο σημαντικό και σ' εμάς εδώ, τώρα. Αυτό το άθλημα προσπαθούμε κι εμείς, όπως μπορούμε, να παίξουμε. Για το αν είμαστε όλο γυναίκες, και πώς αυτό, και γιατί, πραγματικά σας λέω, εμένα ελάχιστα με απασχόλησε, κι ελάχιστα μ' απασχολεί. Την ομαδικότητα ζητούσε το έργο από εμάς. Κάτι εξαιρετικά δύσκολο, αλλά και πολύ διδακτικό ταυτόχρονα. Είναι τρομερά δύσκολο τόσοι άνθρωποι...

Ταλαντούχοι όλοι και αυθύπαρκτοι, με δυνατές όλοι προσωπικότητες...

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Να συνυπάρξουν και να μάθουν αμέσως πώς πρέπει να κάνουν, πώς πρέπει να κινούνται. Πώς να παραμείνουν αυτόνομοι με συλλογικό τρόπο.





(Γιώτα Φέστα - Αρχείο Σωτήρη Κακίση)



Κάνοντας χώρο ο ένας για τον άλλον, εντρυφώντας και στις παύσεις, φαντάζομαι, και στη σιωπή.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Αυτό και για μένα ήταν, και είναι, το πιο ενδιαφέρον εδώ.

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Είναι πολύ μοιρασμένο το πράγμα. Είμαστε όλοι μαζί, δεν υπάρχει πρωταγωνιστής.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Τρέχει κι αυτός που έχει τη σκυτάλη, τρέχει, ακόμα περισσότερο ίσως, κι εκείνος που την παίρνει τη σκυτάλη αμέσως μετά.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Αυτό ξεκίνησε από τις πρόβες. Πέρα από την παράσταση, που μπορεί και να 'ναι πια ένα πράγμα τελειωμένο, εμείς από τις πρόβες έπρεπε να κατακτήσουμε όλη αυτή την υπόθεση. Κι εμένα οι πρόβες μ' ενδιαφέρουν πιο πολύ από το καθετί. Το πώς στήνεται το πράγμα. Αν εμείς στις πρόβες δεν είχαμε καταλάβει το πόση δουλειά προς την ομαδικότητα χρειαζόταν, τότε δεν θα φτάναμε, αν έχουμε φτάσει κάπου, πουθενά.

Κι ο κόσμος; Δεν είναι το ίδιο προκλητικό να το ξανα-επιτυγχάνει αυτό κάθε βράδυ και ενώπιον κοινού;

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Άλλο πράγμα πια. Ενδιαφέρον πολύ κι αυτό, αλλά άλλο.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Η ιστορία της δημιουργίας και της δημιουργικότητας προηγείται πάντα των παραστάσεων. Μετά μένει, βέβαια, το ζωντανό του πράγματος, γιατί το θέατρο δεν είναι σινεμά, αλλά το στήσιμο και οι τόσες καθημερινές ανακαλύψεις της προετοιμασίας είναι πια στο παρελθόν.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Εγώ υποστηρίζω πως υπάρχει και πολύ ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον στη διάρκεια της προετοιμασίας, της κάθε πρόβας. Έχει ενδιαφέρον να δεις πώς λειτουργεί ο καθένας μας. Στις πρόβες δεν γνωρίζεις μόνο τους υπόλοιπους πέντε ηθοποιούς «καλλιτεχνικά». Τους γνωρίζεις αναγκαστικά και ως ανθρώπους. Αυτό δεν είναι επίσης πολύ ενδιαφέρον;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Και γνωρίζεις και τον εαυτό σου επιπλέον μαζί τους. Πάλι κάπως αλλιώς, δεν μπορεί, θα τον δεις, θα σε δεις.

Είπαμε: το κόλπο της μυωπίας και εναντίον ημών των ιδίων!

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Τα ψυχαναλυτικά εγώ δεν τα πολυπιστεύω. Αλλά το ότι μαθαίνεις οπωσδήποτε κάτι για τον κάθε άνθρωπο μέσα από το παιχνίδι αυτό, το πιστεύω. Δεν μαθαίνεις για τον κάθε χαρακτήρα στο ποδόσφαιρο από το πώς κινείται, από το πώς συνδιαλέγεται με την μπάλα στα πόδια, από το τι κάνει σε κάθε περίπτωση, σε κάθε στιγμή; Από το γιατί διάλεξε να κάνει αυτό κι όχι το άλλο...

Κάτι τρέχει, Όλια. Όλο στα σπορ μάς το γυρνάτε ξαφνικά!

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Το παρατηρήσατε κι εσείς; Κι εγώ…

Αλλά εσείς έχετε κάνει στον Κουν, κυρία Λαζαρίδου. Τώρα τα βλέπετε όλα αυτά;

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Τι να σας πω. Ήμουνα πολύ μικρή τότε και δεν ήξερα, φαίνεται, να τα εκτιμήσω. Νόμιζα, απλώς, πως όλα αυτά ήταν μια ...κατάρα, και πως, όταν μεγαλώσω, θα γίνω πρωταγωνίστρια!

Η κατάρα έγινε μετά ευχή, αλλά η πρωταγωνίστρια-πρωταγωνίστρια!

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Δεν ήξερα να τα εκτιμήσω όλα αυτά τότε. Τώρα όμως ξέρω, νομίζω, να τα εκτιμώ. Κι ας μην ξέρω από αθλήματα, ας με κοροϊδεύετε εσείς. Κάθομαι κάποιες φορές όμως και βλέπω, και παρακολουθώ αυτό ακριβώς: τον συντονισμό πολλών ανθρώπινων ενεργειών ταυτόχρονα. Που όλες τους λένε πράγματα για τους χαρακτήρες. Για το πώς είναι ο καθένας τους στημένος μες στον κόσμο.

Ξέρετε ποιοι είναι οι καλοί παίκτες στα σπορ; Εκείνοι που δεν κάνουν, κατ' αρχήν, εκείνα που δεν μπορούν να κάνουν. Όχι όσοι κάνουν εκείνα που μπορούν μόνο... Έχει μεγάλη σημασία, όπως και στη ζωή άλλωστε, να μην επιδίδεσαι σε πράγματα που δεν μπορείς να τα κάνεις καλά.

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Αυτό νομίζω κι εγώ πως είναι η ομάδα: εκεί που όλοι προσπαθούν να κάνουν όσο πιο καλά γίνεται αυτό που ξέρουν. Όχι αυτό που δεν ξέρουν, που ακόμα δεν το κατέχουν. Κι αυτό δεν είναι καθόλου, μα καθόλου λίγο. Αυτό το «λίγο» είναι πάρα πολύ. Και η μετριοπάθεια εδώ έχει αξία τεράστια.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Έλα, όμως, που στο θέατρο χρειάζεται συχνά να προσπαθείς να κάνεις και πράγματα που δεν ξέρεις!

Για να το πούμε κι αυτό:

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Εγώ θεωρώ πως το θέατρο είναι αυτός ακριβώς ο χώρος, όπου απαιτείται να κάνεις και πράγματα άγνωστα σ' εσένα, ακόμα και με τον κίνδυνο να σπάσεις τα μούτρα σου. Αν δεν ρισκάρεις στο θέατρο, δηλαδή...

Πού θα ρισκάρεις;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Ναι. Πού θα ρισκάρεις;

Στη ζωή, μήπως;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Στη ζωή! Στη ζωή, ξέρετε, έχουμε πια αρχίσει να μη ρισκάρουμε τόσο πολύ, όσο ρισκάραμε μικρότεροι. Αλλά το θέατρο παραμένει χώρος ανοιχτός, μπορείς να δίνεις και μερικές κουτουλιές στον τοίχο. Να βλέπεις το καρούμπαλο μετά που βγήκε, να μην το ξανακάνεις αυτό ακριβώς, ας πούμε. Σε παίρνει στο θέατρο, πιστεύω εγώ, να κάνεις και πράγματα που δεν τα ξέρεις. Με την έννοια ότι δεν τα γνωρίζεις καθόλου μέσα σου. Όχι με την έννοια της τεχνικής.

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Εγώ πάλι δεν λειτουργώ έτσι.

Εσείς δεν ρισκάρετε;

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Εγώ, όταν ρισκάρω πράγματα στη ζωή, τότε ρισκάρω και στο θέατρο. Συμπορεύονται για μένα πάντα ζωή και θέατρο. Βέβαια, άλλα ρισκάρω στη ζωή και άλλα στο θέατρο.

Είστε και η μόνη εκ των τριών, Όλια, που δεν έχετε παιδιά...

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Μα κι εγώ, όταν λέω ρισκάρω στη ζωή, δεν εννοώ να πάρω ένα αυτοκίνητο, να πιάσω να τρέχω με διακόσια, να κάνω τέτοιες τρέλες. Για άλλα, πιο ...αόρατα ρίσκα λέω τώρα.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Μα κι εγώ νομίζω πως αυτά τα δύο πάνε μαζί, πως όσο ρισκάρει κανείς στη ζωή του τόσο ρισκάρει και στο θέατρο. Δεν είναι το θέατρο αντικαθρέφτισμα της ζωής πιστό;

Πώς έλεγε κι ο Γούντυ Άλεν: «Είναι η Τέχνη ο καθρέφτης της ζωής; Μπας κι είναι τίποτ' άλλο;».

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Εμείς είμαστε, με δυο λόγια, και στη ζωή και στο θέατρο. Και στο ένα και στο άλλο.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Καλά, κι εγώ δεν είπα πως δεν ρισκάρω στη ζωή. Είπα μόνο πως, μεγαλώνοντας, ρισκάρεις...

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Λιγότερο. Και δεν παίρνεις ρίσκα...

Άχρηστα;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Όχι άχρηστα. Αυτά τα πολύ αυθόρμητα ρίσκα, που δεν ξέρεις, που δεν έχεις ιδέα γιατί τα παίρνεις. Στο θέατρο εγώ μπορώ ακόμα να λειτουργώ έτσι. Ενώ στη ζωή πια μαζεύομαι, κάνω πίσω, δεν διακινδυνεύω τόσο παλαβά ίσως.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Αν όμως ρισκάρεις όπως λες στο θέατρο, να το ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον, που δεν ...ενδιαφέρει την Όλια. Ειδικά σ' αυτήν την παράσταση, εγώ νομίζω πως μαθαίνουμε τους ανθρώπους από το πώς λειτουργούν οι συνάδελφοί μας οι ηθοποιοί. Κι αν αυτό είναι το ζητούμενο για το θέατρο στο σύνολό του, σ' αυτό εδώ ειδικά το έργο εγώ το είδα πιο καθαρά από ποτέ.

Το ενδιαφέρον επίσης είναι πως εσείς οι τρεις είστε και κατ' εξοχήν κινηματογραφικές ηθοποιοί, μ' ένα σωρό ταινίες η καθεμία στο ενεργητικό της...

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Εγώ προσωπικά θεωρώ τον εαυτό μου πιο πολύ θεατρική ηθοποιό. Όχι κινηματογραφική τόσο.

Ποια είναι η διαφορά που εντοπίζετε;

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Δεν λέω, έχω παίξει κι εγώ σε κάποιες ταινίες. Αλλά, όταν εγώ έκανα τις πιο πολλές ταινίες απ' όσες έκανα, ήταν μια εποχή μάλλον αμήχανη, ανολοκλήρωτη σε σχέση με το αποτέλεσμα, εκτός από μια-δυο εξαιρέσεις. Έτσι, λοιπόν, αισθάνομαι και τη σχέση τη δική μου με τον κινηματογράφο: λίγο ανολοκλήρωτη, λίγο ανικανοποίητη. Στο θέατρο δεν το αισθάνομαι αυτό. Νιώθω σαν να 'χει προχωρήσει ομαλά το πράγμα.





(Θέμις Μπαζάκα)


Όπως σ' εσάς το σινεμά, Θέμις, Γιώτα;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Εμένα μου ταιριάζει όλο αυτό του κινηματογράφου, το ξέρετε.

Να μην ξέρετε τι γίνεται πριν και τι μετά στο έργο;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Ναι. Και το κάθε μέρα αλλού. Το κάθε μέρα αλλιώς. Το κάθε μέρα κάτι άλλο. Μια ομαδική...

Μια ...νομαδική;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Μια νομαδική ζωή που σέρνεται σαν γύφτικη, περίπου, κομπανία από 'δώ κι από 'κεί... Τον αγαπάω τον κινηματογράφο, συγκινούμαι, περνάω καλά, πώς να σας το πω. Όχι πως δεν περνάω και στο θέατρο καλά. Αλλά για μένα το σινεμά θα 'ναι πάντα άλλο. Γιατί έχω και την τύχη να 'χω παίξει και πολύ ωραία πράγματα στον κινηματογράφο. Που είχαν και εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. Κι αυτό είναι μια επιπλέον ικανοποίηση.

Με εμπορική επιτυχία σαν της «Ρεβάνς» της κυρίας Φέστα, μια φορά κι έναν καιρό;

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Μα όχι. Και τα «Πέτρινα Χρόνια» είχαν ανάλογη επιτυχία. Κι άλλες, κι άλλες ταινίες με τη Θέμιδα.

Καλά, αστειεύτηκα, για να τεστάρω πάλι το ...ομαδικό σας πνεύμα. Κι εσείς του σινεμά είστε, πάντως.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Εγώ πάλι έχω τελείως διαφορετική σχέση με τον κινηματογράφο από εκείνη που έχω με το θέατρο. Κατ' αρχήν, εγώ θεωρώ πως διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας μου μέσα από το σινεμά. Γιατί άργησα αρκετά να δουλέψω στο θέατρο. Κι έκανα την πρώτη μου ταινία στα 18 μου χρόνια, σε ηλικία πολύ ευαίσθητη.

Ε, όχι και σαν την κόρη σας τώρα, στο «Στάκαμαν» του Καφετζόπουλου, στα 14 της...

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Όχι. Αλλά και πάλι πάρα πολύ νέα ήμουν, ώστε να με καθορίσει πολύ ο κινηματογράφος. Προ-θεατρικά...

Να μια καλή εδώ ερώτηση: τι γίνεται όταν έχει αργήσει πολύ το θεατρικό σανίδι να μπει στη ζωή ενός πραγματικού ηθοποιού; Όπως π.χ. φέτος, που η Μπέττυ Λιβανού το τόλμησε, ύστερα από τόσα χρόνια, και θριαμβεύει...

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Εγώ ανέβηκα στη σκηνή του θεάτρου στα 27 μου, όχι και τόσο μεγάλη πια. Αλλά ακόμα δεν μπορώ να πω πως έχω εξοικειωθεί πλήρως με το είδος. Δεν νιώθω την ίδια άνεση που νιώθω μπροστά στον φακό. Δεν ξέρω, όμως. Σ' εμένα όλο αυτό του σινεμά συνέβη μαγικά. Όταν έφτασα, όταν βρέθηκα μπροστά σε μια κάμερα, ένιωσα σαν το 'κανα αυτό από πάντα, σ' όλη μου τη ζωή. Αυτό στο θέατρο δεν μπορώ να το πω, δεν το νιώθω. Και δεν ξέρω αν έφταιξε η ηλικία ή φταίει το είδος.

Άρα, μπαίνει και μια τρίτη παράμετρος, βοηθητική ίσως: η τηλεόραση. Που και οι τρεις σας δεν την έχετε περιφρονήσει κατά καιρούς. Ένας ηθοποιός πρέπει να είναι έτοιμος για όλα τα είδη; Είναι έτοιμος για όλα;

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Όχι. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Αν έχεις διάθεση όμως να προχωρήσεις σε πολλά, σε πολλά προχωράς. Αλλά μεγάλο ρόλο για όλα παίζουν και οι συνθήκες, κάθε φορά, της κάθε δουλειάς.

Και ποια είναι η διαφορά; Είναι η τηλεόραση ...ελαφρά μουσική, το σινεμά ...έντεχνο τραγούδι και το θέατρο κλασικό κομμάτι, μουσική συμφωνία;

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Εγώ προσωπικά και να μην έκανα ποτέ στη ζωή μου τηλεόραση δεν θα μού 'λειπε.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Και σε ποιον θα 'λειπε; Σε καμιά από τις τρεις μας, νομίζω.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Κι αυτό, γιατί όλα τα πράγματα στην τηλεόραση έχουν σχέση με την έλλειψη χρόνου... Κι η μεγάλη διαφορά της τηλεόρασης με το σινεμά, αλλά και με το θέατρο, είναι στο πώς χειρίζονται τον χρόνο τους στα διάφορα κανάλια. Επειδή ο χρόνος τους, θέλω να πω, είναι πολύτιμος, και επειδή βγάζουν αρκετά χρήματα, χρησιμοποιούν όσο πιο λίγο χρόνο γίνεται στο καθετί. Θα μπορούσε η τηλεόραση, διαθέτοντας περισσότερο χρόνο κι όχι απαραιτήτως περισσότερα χρήματα, να παράγει πολύ πιο καλά πράγματα.

Έξω, όμως, έξω ...από εμάς, δείχνει κι αριστουργήματα η τηλεόραση, ακόμα και στα πιο ταπεινά σίριαλ καμιά φορά.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Η τηλεόραση είναι βιομηχανία, ακόμα κι εδώ, σ' εμάς. Το γύρισμα, λέει, θα τελειώσει σήμερα, δεν πάει να γίνει ό,τι θέλει. Κι ο ηθοποιός στην τηλεόραση είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης συχνά, αν θα βγει καλός ή όχι. Όλο -Πάμε παρακάτω!, είναι, αρκεί ο φωτισμός και ο ήχος να μην έχουν πρόβλημα. Κι εγώ; Αν δεν πήγα καλά, αν δεν έχω μείνει ευχαριστημένη με τον εαυτό μου; Πολλά θες τώρα, σου λένε. Δεν έχει άλλο.

Γι' αυτό κι εσείς με την Όλια πήγατε κατά ...Ανατολή μεριά φέτος στο σίριαλ σας, μπας και βρείτε λίγο περισσότερο χρόνο;

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Εγώ πιστεύω πως δεν είναι μόνο το ότι δεν προσέχουν τους ηθοποιούς στην τηλεόραση. Τους προσέχουν. Αλλά τους προσέχουν τόσο όσο τους επιτρέπει ο χρόνος που τους έχει διατεθεί. Κι αυτός ο χρόνος ποτέ δεν αρκεί. Οπότε αρχίζουν σε όλα οι εκπτώσεις. Γίνονται πάρα πολλές εκπτώσεις στην τηλεόραση. Η τηλεόραση ζει πάντα μια ατελείωτη περίοδο εκπτώσεων. Αλλά, παρ' όλ' αυτά, και από την τηλεόραση παίρνει κανείς πράγματα. Κι από την τηλεόραση μαθαίνεις.





(Όλια Λαζαρίδου - Αρχείο Σωτήρη Κακίση)



Εσείς πάλι, Όλια, τι λέτε;

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Εμένα αυτό που πιο πολύ μ' ενδιαφέρει στην τέχνη αυτή, στο θέατρο, στο σινεμά, οπουδήποτε αλλού, είναι πως υπάρχει περίπτωση να δεις να ξεδιπλώνονται μπροστά σου κάποιες ψυχές. Κάποιες ανθρώπινες ψυχές να σου ανοίγονται.

Εξαιρετικά κλειδαμπαρωμένες στην εποχή μας πια;

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Ναι. Κι αυτό για μένα έχει σημασία πλέον. Αυτό που στην τηλεόραση γίνεται τρομερά δύσκολα, στο σινεμά σπάνια. Στο σινεμά βλέπεις καλές ερμηνείες, καλούς ηθοποιούς, παίξιμο, αλλά ώς εκεί. Αυτό που σας λέω, το άλλο, σε πολύ λίγες ταινίες το έχω δει. Τελευταία φορά που το είδα ήταν με την Μπιόργκ, όχι με όλο το έργο, στο «Χορεύοντας στο Σκοτάδι» του Φον Τρίερ. Αυτή είναι σ' αυτό το φιλμ μια ψυχούλα που πετάει, που γδύνεται συνέχεια μπροστά μας. Αυτό μ' αρέσει πολύ εμένα, αυτό μ' ενδιαφέρει πιο πολύ απ' όλα, τελικά. Κι αυτό, είπαμε, το συναντάς αρκετά στο θέατρο, σπάνια στο σινεμά, και σχεδόν καθόλου στην τηλεόραση.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Εγώ πιστεύω πως στο σινεμά η ψυχή που γυμνώνεται είναι εκείνη του δημιουργού, του σκηνοθέτη κυρίως. Γι' αυτό πιο πολύ εμένα μ' αρέσει να συμμετέχω σε μια καλή ταινία, από το να καταφέρω μια καλή ερμηνεία σε μια μέτρια, ας πούμε, ταινία. Θεωρώ πως αυτό το φιλμ που λέει η Όλια, αν δεν ήταν κι η ψυχή του Φον Τρίερ από πίσω...

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Μα εμένα αυτή η ταινία δεν μου πολυάρεσε. Και θεωρώ πως η Μπιόργκ υπερέβαινε το έργο.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Μα πώς γίνεται αυτό; Μπορεί να το κάνει ένας ηθοποιός μόνος του;

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Ναι. Γίνεται. Εγώ το πιστεύω.

Άλλωστε, έχουμε το παράδειγμα του ...όσιου Βασίλη Αυλωνίτη, που πάντα μπορούσε να σώζει και ταινίες κακές, που είναι πάντα παρών, σαν άγγελος, να βοηθάει μες στο κάθε φιλμ τους πάντες και τα πάντα. Που η ψυχή του είναι διαρκώς ανάγλυφη σε κάθε του κίνηση, σε κάθε του λέξη!

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Φυσικά, ναι. Όπου εκεί πια παύεις να βλέπεις ρόλους και βλέπεις ανθρώπους. Τρόπους της ψυχής. Των ψυχών.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Εγώ, να σας πω τι μου είπε ένας φίλος μου για την προηγούμενη ταινία τού Τρίερ, το «Δαμάζοντας τα Κύματα». Μου είπε, «-Εγώ έφυγα στη μέση. Γιατί δεν μπορούσα να βλέπω αυτούς τους ανθρώπους να υποφέρουν μπροστά μου. Αυτοί είχαν το πρόβλημά τους, κι εγώ καθόμουν σαν ηδονοβλεψίας αρρωστημένος να τους παρακολουθώ;». Φανταστείτε το πόσο είχε μπει μέσα στην υπόθεση, που άρχισε να νιώθει άσχημα ο άνθρωπος. Που άρχισε να πιστεύει πως δεν έκανε που ήταν εκεί και που τους έβλεπε! Δεν τους φτάνει το πρόβλημά τους, θα είπε. Να 'χουν κι εμάς από πάνω, δηλαδή;

Το άκρον άωτον της ταύτισης, προφανώς.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Πράγμα που σημαίνει πως κι εκεί υπήρχαν ψυχές λυμένες, σαν αυτές που αναζητάει η Όλια.

Τι γνώμη είχατε η μία για την ...ψυχή της άλλης, πριν «συμπράξετε» φέτος, φίλες μου αγαπημένες;

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Ε, καλά. Γνωριζόμασταν. Γνωριζόμασταν αρκετά καλά.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Εγώ με τη Γιώτα ώς τώρα δεν είχα παίξει ποτέ. Με την Όλια πρωτόπαιξα πέρυσι.

Συμπαθιόσασταν;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Κατά τα φαινόμενα, ναι. Για να θελήσουμε και να συνεργαστούμε. Εγώ πιστεύω πως εμείς οι τρεις ανήκουμε στην ίδια γενιά, κι είμαστε σε χώρο κοντινό, πάντα, η μία με την άλλη. Βλέπουμε τα πράγματα σχεδόν με το ίδιο μάτι. Με παραλλαγές, φυσικά.

Με λίγη μυωπία η μία, με λίγο ...αστιγματισμό η άλλη;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Ναι. Ας πούμε. Αλλά κοινή ματιά στα πράγματα σίγουρα έχουμε.

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Εγώ λέω πως μπορεί και να 'μαστε τελείως διαφορετικές μεταξύ μας, αλλά όντας «σειρά» που λένε και στον στρατό...

Μην πούμε «παλιοσειρά», δεν σας πάει...

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Έχουμε δει, έχουμε περάσει πολλά ίδια πράγματα η καθεμία στη ζωή της ώς τώρα. Ξέρουμε κοινούς ανθρώπους, κοινούς χώρους, έχουμε πολύ κοντινές εμπειρίες οπωσδήποτε. Κι αυτές τις εμπειρίες μπορεί να τις έχουμε βιώσει διαφορετικά μέσα μας, αλλά σίγουρα πολλά κοινά μένουν. Πώς να το πω; Είμαστε σαν ταξιδιώτες που έχουν δει τα μάτια τους τα ίδια τοπία, που έχουμε επισκεφθεί τα ίδια μέρη. Κι αυτό το πράγμα μάς ενώνει, πέρα από οποιαδήποτε διαφορά και διαφορετική έκφραση.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Εμένα και ως χαρακτήρα μου πηγαίνει πάρα πολύ αυτό. Μ' αρέσει πραγματικά να δουλεύω κάτω από συνθήκες τέτοιες. Όσο μεγαλώνω δε, θέλω να γνωρίζω όσο γίνεται και πιο λίγους ανθρώπους. Δεν μπορώ πια τις πολλές-πολλές συνάφειες... Κι ενώ μικρή ήθελα πολύ να δουλεύω με ανθρώπους που δεν ήξερα, για να τους γνωρίσω, τώρα, αντίθετα, μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους που τους ξέρω κι από πριν. Που έχω μαζί τους κάποια συγγένεια.

Σας βλέπω και για τις «Τρεις Αδελφές» του Τσέχωφ εσάς τις τρεις αύριο-μεθαύριο, όταν η συγγένειά σας αυτή θα 'χει θεριέψει κι άλλο!

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Από την άλλη, εμένα σαν να με πνίγει και το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε μια χώρα μικρή, με πολύ συγκεκριμένους ορίζοντες, με όλους πια γνωστούς μεταξύ μας. Πώς να ανανεωθεί κανείς έτσι; Εγώ πάντα θέλω να μπορώ να γνωρίζω κι άλλους τρόπους, άλλους σκηνοθέτες, άλλους ηθοποιούς. Με διεγείρει το άγνωστο πάντα. Και η Τέχνη ανοιχτή πρέπει πάντα να 'ναι, κι όλο και πιο καινούργια πράγματα, ει δυνατόν, να επιχειρούνται.

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Να, εδώ διαφέρουμε. Εγώ, όπως και η Γιώτα, απ' ό,τι κατάλαβα, θέλω να γνωρίσω καλύτερα αυτούς που ήδη ξέρω. Εγώ θέλω να μείνω στις επιλογές που έχω κάνει ώς τώρα, προσπαθώντας όσο γίνεται να τις βαθύνω περισσότερο. Να μην πηγαίνω συνέχεια αλλού, όλο και πιο αλλού. Δεν θέλω πια να σκορπίζομαι.

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Ωραίο, όμως, είναι και το σκόρπισμα. Ισούται, λέω εγώ, και με τη ζωή...

Άρα;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Άρα, πάντα εμπρός, διαφωνώντας, συμφωνώντας! Όλο και για νέους ανθρώπους, όλο και για πιο νέες γνωριμίες!

Ερωτικές;

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: Εδώ, ερωτηματικό και παύσις. Εδώ, άλλο το θέατρο, άλλο η ζωή.

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: Να που θα ξανασυμφωνήσουμε. Κι εγώ δεν θέλω να μιλάω καθόλου, πόσο μάλλον δημόσια, για τέτοια πράγματα. Είναι τόσο μεγάλη η παραφιλολογία πια γύρω από το θέμα αυτό, που σε λίγο πραγματικά θα ξεχάσουμε τι σημαίνει έρωτας. Θα φτάσουμε να νομίζουμε πως η παραφιλολογία είναι ο ίδιος ο έρωτας. Οπότε, τι να συζητάμε; Καλύτερα να συζητάμε πολύ ιδιωτικά, και αν, επ' αυτών των θεμάτων. Τέρμα η σάχλα πια.

ΓΙΩΤΑ ΦΕΣΤΑ: Ναι. Τέρμα πια! Ώς εδώ κι εσείς, Σωτήρη!


Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ, ΠΡΟΣΩΠΑ, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2001






Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

"Τα ίδια και τα ίδια από τους ίδιους και τους ίδιους"


O Ελληνας πελάτης που δίνει τα λεφτά του, ουδεμία απαίτηση έχει



του Κώστα Καίσαρη

Και από τον Φλωρινιώτη στον Γιώργο Νταλάρα που είναι ανανεωμένος, πάντα φρέσκος και πάντα επίκαιρος. Διαβάζεις δηλαδή το σχετικό ρεπορτάζ για την καλοκαιρινή περιοδεία και δεν πιστεύεις στα μάτια σου: Στο ρεπερτόριο περιλαμβάνονται η «Μικρά Ασία» σε στίχους Πυθαγόρα και ο «Βυζαντινός εσπερινός» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Για να είμαστε συγκεκριμένοι δηλαδή «μες του Βόσπορου τα στενά» και «δύο παλικάρια από το Αϊβαλί».

Κυκλοφορίας 1972 ο ένας δίσκος, κυκλοφορίας 1975 ο δεύτερος. Εξ ου και οι πατριωτικές και εθνικές αναφορές στη Μικρά Ασία και το Βυζάντιο. Η Ελλάδα μπορεί να μην επιστρέφει στη δραχμή, αλλά ο επιφανής καλλιτέχνης επιστρέφει σαράντα χρόνια πίσω. Οταν υπήρχε νόμος τάξη και ασφάλεια και κανείς δεν διανοούνταν να πετάξει γιαούρτια στις λαϊκές συναυλίες.

Και το φαινόμενο, βέβαια, δεν αφορά ειδικά τον Νταλάρα. Αφορά καταρχήν το κοινό και στη συνέχεια όλους τους καλλιτέχνες. Μέχρι να πεθάνει θα βγάζει μεροκάματο ο Μητσιάς με την «Ελευσίνα μια φορά». Μέχρι τα βαθιά γεράματα θα λέει η Πρωτοψάλτη «πάμε στον Αδωνη για καφέ», ο Μακεδόνας «μόνο μια φορά» και ο Κότσιρας «στο τσιγάρο που κρατώ». Ο Ελληνας πελάτης, που δίνει τα λεφτά του, είτε άμεσα με το εισιτήριο είτε έμμεσα μέσω των δήμων που κλείνουνε τις συναυλίες, ουδεμία απαίτηση έχει. Δεν έχει την απαίτηση για κάποια καινούργια δουλειά. Του αρκεί και του περισσεύει να ακούει τα ίδια και τα ίδια, από τους ίδιους και τους ίδιους. Μέχρι και οι αδελφοί Κατσάμπα βγάζουνε ακόμα μεροκάματο σε γάμους και αρραβώνες με το «Ποροπομπέρο».

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Ο Αλέξης Βάκης για τον Νίκο Μαμαγκάκη



Νίκος Μαμαγκάκης: "Μουσική ακούω, ζωή καταλαβαίνω"

του Αλέξη Βάκη

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, 28.07.2013)


Όταν ήμουν πολύ νέος, δούλευα σε διάφορα μαγαζιά. Με τον Καπλάνη, με τον Καλδάρα, με τον Μπέμπη, με όλους. Έπαιζα κιθάρα, έπαιζα ακορντεόν, μη φανταστείς βέβαια ότι ήμουνα και και κανένας βιρτουόζος, απλά έπαιζα. Επειδή όμως ήξερα να γράφω και να διαβάζω μουσική, όλοι με είχανε από κοντά. Μου λέγανε να φτιάξουμε ένα συγκρότημα κ.λπ. Κι όταν τους έλεγα ότι θα φύγω, αυτοί μένανε ξεροί. Αφού λοιπόν τελείωσα το Ωδείο, πήγα και διορίστηκα στο Ρέθυμνο, αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική του Δήμου. Κάποια στιγμή έπεσε στα χέρια μου μια εφημερίδα που έγραφε για τις ημερομηνίες των εξετάσεων των υποτροφιών του ΙΚΥ. Οπότε ξαναήρθα στην Αθήνα, έδωσα εξετάσεις και κέρδισα την υποτροφία. Την ίδια υποτροφία είχανε πάρει ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Αργύρης Κουνάδης.

Πήγα πρώτα στην Ελβετία, όπου δεν μπόρεσα να βρω τον Χίντεμιτ, διότι τον είχανε διώξει εν τω μεταξύ. Έτσι κατέληξα στο Μόναχο, στον Καρλ Ορφ. Έδωσα εξετάσεις (οι οποίες ήτανε πάρα πολύ αυστηρές) και σπούδασα στην Ακαδημία του Μονάχου, δέκα εξάμηνα. Ακόμα έχω την ταυτότητα της Σχολής, δέκα σφραγίδες. Στη Γερμανία κατάλαβα πως δεν ήξερα τίποτα, πως όλα όσα είχα διδαχθεί εδώ, αρμονία, αντίστιξη και διεύθυνση μπάντας, δεν μετρούσαν καθόλου έξω. Άλλωστε δεν υπήρχαν και βιβλία στην Ελλάδα. Για την αρμονία, ας πούμε, υπήρχε μόνο ένα σύγγραμμα των Καλομοίρη - Οικονομίδη, το οποίο έλεγε πως οι χρωματικές είναι 'σαν ένα γάργαρο νερό που τρέχει', μπούρδες δηλαδή. Πήγαινα λοιπόν κάθε μέρα στη βιβλιοθήκη της Σχολής με δυο τσάντες, έπαιρνα τα βιβλία της αρμονίας, τα έστρωνα όλα κάτω στο πάτωμα και πήγαινα στα κεφάλαια: τρίτη βαθμίδα, έκτη βαθμίδα κ.λπ. Ήθελα να δω τι είναι όλα αυτά, ήμουνα περίεργος. Αν και το πρόβλημα είναι τελικά να επινοήσεις δικές σου αρμονίες, όχι να πάρεις τις έτοιμες αρμονίες και να τις χρησιμοποιήσεις. Βέβαια, απαιτεί κι αυτό να έχεις ένα γούστο, αλλά δημιουργία θα πει να κάνεις δικές σου αρμονίες, εξ υπαρχής»1.

Αν κανείς θελήσει να συνδέσει με ένα και μόνο ελλαδικό πρόσωπο του 20ού αιώνα το αξίωμα πως «η μουσική είναι μία, η τέχνη και η επιστήμη των ήχων», το πρόσωπο αυτό θα ήταν χωρίς δεύτερη συζήτηση ο Νίκος Μαμαγκάκης. Κι αυτό όχι μόνο γιατί η φύση, το εύρος, αλλά και η διεθνής αναγνώριση της εργασίας του στον χώρο της «μουσικής πρωτοπορίας» τον τοποθετεί αυτοδίκαια δίπλα σε συνθέτες του αναστήματος του Σκαλκώτα, του Ξενάκη ή του Χρήστου (με τον καθένα από τους τρεις που αναφέρονται να αποτιμάται βεβαίως σε σχέση με τα αισθητικά ζητούμενα της εποχής του). Ούτε γιατί, διαθέτοντας τουλάχιστον το ίδιο ειδικό βάρος μ' εκείνους, θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ισάξιος του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, αν μη τι άλλο για την καθαρότητα του νεοελληνικού προσώπου που μας φανέρωσαν μέσα από τις τραγουδοκεντρικές τους αναζητήσεις. Ούτε ακόμα γιατί, σεβόμενος τα χρόνια που πέρασε μαζί τους και αναγνωρίζοντας το μεγάλο ταλέντο τους, επέμενε να μιλάει με αγάπη και θαυμασμό για τους μπουζουξήδες που γνώρισε κατά τα δύσκολα εφηβικά του χρόνια στην Αθήνα, τότε που κρυβόταν συνεχώς από την αστυνομία, εφόσον είχε αδελφό στη Μακρόνησο, που φοιτούσε στο Δεύτερο Νυχτερινό Γυμνάσιο (Θεμιστοκλέους και Κατακουζηνού) και που για να κάνει μπάνιο, έπρεπε να πάει στα δημόσια λουτρά της Ομόνοιας...

Η προσωπική σφραγίδα του Μαμαγκάκη έγκειται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι ήταν εκείνος που, περισσότερο από κάθε άλλον ομότεχνό του, μας εμφύσησε την αντίληψη πως η μουσική είναι πριν απ' όλα μια σοβαρή εργασία. Με νόμους τους οποίους δεν γίνεται να παρακάμψεις. Πως πέρα από το ταλέντο (με τη σπατάλη του οποίου μπορείς εύκολα να εκπέσεις στη μανιέρα, δηλαδή στη δημιουργική απονέκρωση), εκείνο που μετράει είναι η αφοσίωση και η αφιέρωση στον σκοπό της τέχνης σου.

Όλοι όσοι τον γνωρίσαμε έχουμε πάντα να θυμόμαστε πως ξυπνούσε κάθε μέρα από τα άγρια χαράματα και εργαζόταν με εξοντωτικούς ρυθμούς. Έτσι ώστε, όταν τον επισκεπτόμασταν, λίγο πριν το μεσημέρι, να έχει ήδη «πιάσει το πλάνο» της ημέρας και να είναι πλέον έτοιμος για μια χαλαρότερη συζήτηση, στην οποία σταθερά επανέρχονταν τα ονόματα του Χιώτη, του Λαύκα και του Τατασόπουλου, δίπλα σε εκείνα των δασκάλων του στη Γερμανία, του Ορφ, του Γκένταμερ και του Ριντλ. Ήταν ικανός να μιλήσει με το ίδιο πάθος για τη μουσική που έγραψε για την Εκδρομή του Κανελλόπουλου (όπου σόλο κιθάρα έπαιζε ο Γεράσιμος Μηλιαρέσσης), αλλά και για τη μουσική που έγραψε για τη μεγαλύτερη κινηματογραφική ταινία όλων των εποχών, τη σειρά του Έντγκαρ Ράις Heimat II και III (56 ώρες φιλμ, με πάνω από 20 ώρες μουσικής, η οποία έκανε πρεμιέρα στην Όπερα του Μονάχου το 1992).

Ο «κύριος Νίκος» ήταν λοιπόν εκείνος που μας έπεισε πως «όλες οι μουσικές είναι λόγιες. Και όλα τα μεγάλα έργα αποτελούνται από μικρότερα κομμάτια. Που σημαίνει ότι ναι μεν οι φόρμες παίζουν έναν μεγάλο ρόλο αλλά, όταν κάνουμε συγκρίσεις, μπαίνουμε σε μια αισθητική περιπέτεια: μπορεί λ.χ. ένα τραγούδι να παραλληλιστεί με μια όπερα; Ναι, ένα τραγούδι μπορεί να παραλληλιστεί με μιαν άρια κάποιας όπερας. Άλλωστε, η άρια τι είναι; Ένα τραγούδι είναι. Σε κάθε περίπτωση, η μουσική δεν είναι κάτι διάφορο γι' αυτόν που κάνει τραγούδια απ' αυτόν που κάνει όπερες. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και οι δύο. Ξεκινάνε από μια νότα και ψάχνουν να βρουν την άλλη νότα»2.


1. Απόσπασμα από συνέντευξη του Νίκου Μαμαγκάκη στον υπογράφοντα, που μεταδόθηκε σε δύο δίωρες εκπομπές τον Φεβρουάριο του 2009 στον ραδιοφωνικό σταθμό Στο Κόκκινο 105,5.
2. Ό.π.
Ο τίτλος του άρθρου προέρχεται από τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του Νίκου Μαμαγκάκη, που κυκλοφόρησε το 2006 από τις εκδόσεις Άγκυρα, σε επιμέλεια του Πάνου Χρυσοστόμου.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Και




Ντάλα μεσημέρι στην μισοάδεια Αθήνα, βόλτα στην Πανεπιστημίου για αγορά του Μετρονόμου, τηλέφωνο στον Μάκη για την δική του Βούλα Σαββίδη που κοσμεί το περιοδικό, κι ύστερα όλο αυτό το περίεργο, ανήκουστα όμορφο γλυκό δένει με ένα παλιό και τόσο αγαπημένο τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου σε ερμηνεία Χαρούλας Αλεξίου, από το ραδιόφωνο του Μελωδία. Είχα να το ακούσω πολλά μα πάρα πολλά χρόνια αυτό το τραγούδι, και με ταξίδεψε σε μέρη τελείως αλλόκοτα και σε πολιτείες της πιο άγριας φαντασίας, με μεγάλο τιμονιέρη τον Γιάννη Σπανό. Τα σύντομα καλοκαίρια της αναρχίας μας δεν μπορούν παρά να έχουν την σφραγίδα της μελωδικής του τρυφερότητας.
ηρ.οικ.

---

ΚΑΙ
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου


Ντύθηκε η νύφη με τ' άσπρα και
βάζει στα μαλλιά της δυο άστρα και
πάει στην εκκλησιά, πάει στην εκκλησιά.
Κι ο γαμπρός ο ήλιος προστάζει και
όλη η πολιτεία γιορτάζει και
λάμπει σαν δροσιά, λάμπει σαν δροσιά.

Στήσανε χορό οι κουμπάροι και
γέμισε φλουριά το παγκάρι και
θάλασσες κρασιά, θάλασσες κρασιά.
Κι ο γαμπρός ο ήλιος προστάζει και
όλη η πολιτεία γιορτάζει και
λάμπει σαν δροσιά, λάμπει σαν δροσιά.

23 του Ιούλη και Τρίτη και
φτάνουν για το γάμο η Κρήτη και
όλα τα νησιά, όλα τα νησιά.
Κι ο γαμπρός ο ήλιος προστάζει και
όλη η πολιτεία γιορτάζει και
λάμπει σαν δροσιά, λάμπει σαν δροσιά.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Να μετονομαστεί το Ηρώδειο σε (Η)Δάρρειο



Όλα κι όλα χρυσή μου, θα σε μαλώσω. Είχε Φωτεινή Δάρρα στο Ηρώδειο φέτος και δεν το πήρα χαμπάρι, διότι πολύ απλά δεν μου είπες κουβέντα. Αφού σου έχω πει ότι για τέτοια μείζονος σημασίας πολιτιστικά γεγονότα θέλω να με πληροφορείς πρώτο-πρώτο. Πώς; Ήταν κι ο Δημήτρης Παπαδημητρίου εκεί; Ω τι έκπληξις! Και η Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ παρέα; Εννοείς ότι η Ορχήστρα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης έπαιξε έργα του Διευθυντή της Ελληνικής Ραδιοφωνίας; Μα αυτό είναι πάρα πολύ όμορφο, και προπαντός τόσο ελληνικό!

Κανονικά θα σου κρατούσα μούτρα που δεν με πήρες τηλέφωνο να πάμε, αλλά με παρηγορεί η βεβαιότητα ότι και του χρόνου τέτοια μέρα πάλι Φωτεινή θα έχει το Ηρώδειο. Μόνο πέρυσι, αυτό το μαύρο κι άραχνο πολιτιστικά καλοκαίρι του 2012, δεν ήταν η Φωτεινή και ο Δημήτρης μαζί στο ρωμαϊκό ωδείο, αλλά ευτυχώς για όλους μας τα πράγματα πήραν το δρόμο τους και επιτέλους μπορούμε να τους χαιρόμαστε ξανά στους πρόποδες του ιερού βράχου. Ε, όπως και να το κάνεις γλυκιά μου, είναι μια παρηγοριά αυτό στους δύσκολους καιρούς που ζούμε.

Αχ, δεν το ξεχνάω με τίποτα εκείνο το καλοκαίρι του 2012 με όλα αυτά που διάβαζα στις κουτσομπολίστικες σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών. Μια αγωνία, ένας φόβος με είχε ζώσει με την ιδέα ότι ίσως να μην ξαναβλέπαμε ποτέ στο Ηρώδειο τη Φωτεινή. Γιατί χρυσή μου η Φωτεινή στο Ηρώδειο είναι πλέον θεσμός, είναι παράδοση, και πρέπει επιτέλους οι παραδόσεις σ' αυτό τον τόπο να τηρούνται με ευλάβεια! Να, ακόμα θυμάμαι και συγκινούμαι την 3η Οκτωβρίου του 2011, όταν ο Δημήτρης παρουσίασε ένα αφιέρωμα στο σύνολο του έργου του με τη Φωτεινή στο πλευρό του. Να σε πάω και πιο πίσω; 19 Ιουνίου του 2009 και η Φωτεινή εμφανίζεται και πάλι στο Φεστιβάλ Αθηνών - αυτή τη φορά φορώντας περικεφαλαία - στην υπερπαραγωγή "Όσο υπάρχουν Αχαιοί". Ακόμα θυμάμαι τα όλο ταπεινότητα λόγια του Δημήτρη για το έργο του: "Πρόκειται για ένα έργο 'σύνθεσης των τεχνών'. Δηλαδή μια μουλτιμίντια μετεξέλιξη μιας ιδέας που πρωτοεμπνεύστηκε ο Βάγκνερ. Πρόκειται σαφώς για μια πρωτοποριακή πρόταση για τον συναυλιακό χώρο". Α πα πα πα.

Βεβαίως, η πρωτοπορία πρωτοπορία, αλλά κι ο Καβάφης Καβάφης. Πώς να στο πω βρε παιδάκι μου, με έναν Καβάφη ξεχνιέμαι. Γι' αυτό και ο Δημήτρης είχε φροντίσει ήδη από τις 6 Σεπτεμβρίου του 2008 να μας προσφέρει απλόχερα μελοποιημένο Καβάφη, με τη Φωτεινή - εννοείται - στο πλευρό του. Καταλαβαίνεις τι σου είπα μόλις τώρα; Πέντε (5) ολάκερα χρόνια είχε να ακουστεί στο Ηρώδειο ο Καβάφης ο μελοποιημένος  από τον Δημήτρη, και ευτυχώς φέτος μπήκε ένα τέλος σε αυτή τη μαύρη πενταετία χωρίς Καβάφη στο Ηρώδειο. Για του χρόνου δεν ξέρω τι μας ετοιμάζουν ο Δημήτρης και η Φωτεινή στο Ηρώδειο, όμως επειδή εγώ θέλω να βοηθάω τους ανθρώπους ιδού η τέλεια πρόταση: το καλοκαίρι του 2014 θα έχουν μεσολαβήσει πέντε χρόνια χωρίς τη μουλτιμίντια μετεξέλιξη του Βάγκνερ. Δεν θα ήταν λοιπόν θαυμάσια ιδέα να ακούσουμε ξανά το "Όσο υπάρχουν Αχαιοί";

Ειλικρινά δικός σου,
ηρ.οικ.