Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Συνέντευξη του Ηλία Λογοθέτη και του Αλέκου Φασιανού στον Σωτήρη Κακίση



Ηλίας Λογοθέτης, Αλέκος Φασιανός (φωτο: Γιώργος Μονοπούδης)



ΗΛίΑΣ ΛΟΓΟΘέΤΗΣ - ΑΛέΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝόΣ:

« Ευτυχισμένος είναι συνήθως ο κάθε δημιουργός»…


Του ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ


Μεγάλο το θέμα. Τεράστιο. Από πού να το πιάσει κανείς, κι ώς πού να το πάει. Η Τέχνη ! Από την αρχή της ιστορίας ώς σήμερα, τι κάνει, πώς υπάρχει, πώς βοηθάει, πού έχει φτάσει. Αιτία διαλόγου, βέβαια, πάντα είναι, ποτέ δεν θα πάψει να είναι. Ιδίως σήμερα πάλι, όπου όλα πάνω στο τραπέζι βρίσκονται, μια μεγάλη ρουλέτα μοιάζει κι ο δικός της ο χώρος, κι ο δικός της ο τρόπος.

Ο Αλέκος Φασιανός ο ζωγράφος, γυρίζοντας από την τελευταία του στο Παρίσι έκθεση κι ο Ηλίας Λογοθέτης ο ηθοποιός, τελειώνοντας την επιτυχία του με τον Βιζυηνό φέτος στο Θέατρο Τέχνης, από χρόνια πολλά φίλοι αλλά και γείτονες, δεν διστάζουν να πούνε τις δικές τους απόψεις για το αιώνιο αυτό θέμα, προσπαθούν ακόμα και λίγο ελληνικό φως να ρίξουν στην υπόθεσή της. Κι ο διάλογός τους εδώ αφορμή για νέους διαλόγους ας είναι, όπως ακριβώς γίνεται στην Τέχνη. Όπως ακριβώς πρέπει να γίνεται, ακόμα κι όταν άλλοι δεν θέλουν, δεν επιτρέπουν να γίνεται. Σ.Κ.



-Ο Γούντυ ‘Αλλεν ο φίλος σας, κύριε Φασιανέ, αναρωτιέται κάπου: «Είναι η Τέχνη ο καθρέφτης της ζωής; Μπας κι είναι τίποτ’ άλλο;”…

ΗΛίΑΣ ΛΟΓΟΘέΤΗΣ: Να ξεκινήσω εγώ να λέω, λέω. Κρίνοντας μάλιστα από τον Φασιανό, εγώ σας απαντάω: η Τέχνη πρέπει να είναι χρήσιμη, να γίνεται πρώτα για τους άλλους. Γιατί, αν η Τέχνη δεν γίνεται για τους άλλους δεν έχει κανένα νόημα. Αλλά: υπάρχει και περίπτωση να λέει κανείς πως κάνει Τέχνη για τους άλλους, κι αυτή να είναι σκουπίδι, να τους αποπροσανατολίζει.

-Δηλαδή;

Η.Λ.: Δηλαδή, είναι σαν τα προϊόντα. Που άλλα είναι καλά, κι άλλα είναι επικίνδυνα. Η καλή Τέχνη πρέπει να μπορεί να σε γαληνεύει. Να σου θυμίζει τη ζωή σου, τον τόπο σου. Πώς σου θυμίζει διαρκώς την Ελλάδα ο Σολωμός; ‘Ετσι να σου προσφέρει κι η ζωγραφική, και ο κινηματογράφος, και το θέατρο, κι όποια άλλη μορφή τέχνης, την ταυτότητά σου ανά πάσα στιγμή, με τη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα και σαφήνεια.

ΑΛέΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝόΣ: Και για να πάρουμε στα σοβαρά, κι όχι στ’ αστεία τον Γούντυ ‘Αλλεν –που, άλλωστε, κάνει Τέχνη κι ο ίδιος σοβαρή, σοβαρότατη-, η Τέχνη δεν γίνεται να μην είναι ο καθρέφτης της ζωής. Γιατί αν κάποιος ας πούμε είχε γεννηθεί στο διάστημα, στο κενό, και δεν έβλεπε τίποτα, τίποτα δεν θα έκανε, τίποτα δεν θα είχε να ανασυνθέσει, να αναπαραστήσει. Από την πραγματικότητα γύρω μας αναδύεται η Τέχνη καταρχήν. Κι ύστερα, στο θέατρο ή σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής μπροστά ο θεατής καλείται να κάνει και τη δική του επιπλέον ανάπλαση, να μπει με το δικό του πια τρόπο μέσα, να το συμπληρώσει, να το ολοκληρώσει τελικά ο ίδιος, σαν συνέχεια του δημιουργού άμεση.

Η.Λ.:Το κάθε έργο Τέχνης περιέχει εκ των πραγμάτων τη μεγάλη δύναμη της προσβλέπουσας φανέρωσης: όταν το κοιτάς, σε κοιτάζει κι αυτό πάντα. Συνομιλεί μαζί σου. Σου απευθύνεται και σε ρωτάει κι αυτό.

-Μιλάτε τώρα για ιδανικές περιπτώσεις, και εποχές καλές. Βρισκόμαστε όμως σε περίοδο όπου η Τέχνη-για-την-Τέχνη συχνά θριαμβεύει, και έχει γίνει «αυτιστική» σχεδόν πια η όλη ιστορία.

Α.Φ.:Πριν πάμε εκεί, εγώ θέλω να ρωτήσω τον Ηλία: ένας που ξεκινάει να γίνει ηθοποιός, για να κατακτήσει την Τέχνη του, μέσω του κοινού δεν είναι αναγκασμένος να το κάνει; Στο κοινό δεν απευθύνεται αναγκαστικά;

Η.Λ.:Προφανώς. Πού αλλού, άραγε;

Α.Φ.:Κι εγώ, λοιπόν, το ίδιο. Θυμάμαι από τότε που είχα αρχίσει να ζωγραφίζω, πώς, μόλις έκανα κάτι, το ‘δειχνα μετά στους φίλους μου. Κι αυτοί μου λέγανε, «-Τι είναι αυτό τώρα;», ή «-Πώς τον έκανες έτσι αυτόν;». «-Γιατί δεν προσπαθείς να τον κάνεις καλύτερα;»

Η.Λ.: Ακριβώς. Γιατί η Τέχνη είναι και διακύβευση, εμπεριέχει συνεχώς το στοιχείο του κινδύνου, του ρίσκου. Πώς λέγαμε κάποτε οι δυο μας, κύριε Κακίση, για την όπερα σήμερα: που όλοι οι τραγουδιστές μοιάζουν σίγουροι για τη νότα, δεν διακινδυνεύουν, κι έτσι πώς να ξαναϋπάρξει έτσι Ντι Στέφανο, Ντελ Μόνακο, Μπονισόλλι; Και να σας πω και το άλλο: ξέρετε πόσο διακινδύνευσα κι εγώ ο ίδιος φέτος παίζοντας Βιζυηνό;

-Φαντάζομαι όσο …δεν φαντάζομαι.

Η.Λ.: Με συνόδευε ο κίνδυνος ανά πάσα στιγμή. Αλλά ο κίνδυνος είναι κιόλας που απέδωσε τελικά όλη αυτή τη συγκίνηση, όλη αυτή την ευφορία.

-Εγώ θέλω να επανέλθω όμως στο προηγούμενο ερώτημά μου: στο ότι σήμερα υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες που δηλώνουν πως κάνουν Τέχνη για την Τέχνη, πως το κοινό καθόλου, μα καθόλου δεν τους ενδιαφέρει.

Α.Φ.:Και κάθονται μετά μέσα στο σπίτι τους, και τα βλέπουν οι ίδιοι μόνο τα έργα τους; Εγώ λέω πως όλοι ψάχνουνε το κοινό τους, κι είναι και θέμα θάρρους το πώς προχωράει κανείς, τελικά; Δηλαδή, τα έργα του Μιχαήλ Άγγελου δεν πάει ο κόσμος και τα βλέπει; Πώς μπορεί να γίνει αλλιώς; Να τα βάζει κανείς σε αποθήκες μετά, να τα βλέπει μόνο το σκοτάδι; Ακόμα κι οι πιο μεγάλοι πειραματιστές οφείλουν να ενδιαφέρονται και για γνώμες πέραν της δικής τους. Η Τέχνη είναι υπόθεση ενστικτώδης, κι αυτή ακριβώς η πεμπτουσία της την ενώνει με τους πολλούς ανθρώπους. Και μόλις κάπως κατακτήσει κανείς την Τέχνη, αρχίζει να είναι σε θέση να αποφασίζει, να πλησιάζει στον εκάστοτε στόχο του με μεγαλύτερη σιγουριά. Για φανταστείτε κι έναν φωτογράφο που θέλει να φωτογραφίσει κάτι, και να προσπαθεί χίλιες φορές, χωρίς τελειωμό, χωρίς επιλογή;

-Ωραία, ας πάμε, λοιπόν, από αλλού, μπας και κάποια στιγμή μου απαντήσετε έστω και πλάγια: πώς ξεκινάει η Δημιουργία για τον καθένα, λέτε;

Η.Λ.: Ξεκινάει από την καρδιά κατευθείαν, λέω εγώ. Πρόκειται για λειτουργία καρδιάς κάθε φορά, κάθε σου έργο εκεί οφείλει να πατήσει. Τι διαδρομές, άλλωστε, λογικές να επιλέξει ένας ζωγράφος μεγάλος; Μπορεί να λέει, «-Θα βάλω εδώ πράσινο, γιατί έτσι πρέπει»;

Α.Φ.:Το είπαμε και στην αρχή, για την αρχή της Τέχνης: είναι μια αναπαράσταση της ζωής, της πραγματικότητας. Με πρώτο και καλύτερο εδώ το θέατρο, την αρχαία ελληνική γραμματολογία. Που, τι έκανε; Σε δίδασκε, σε διδάσκει αναπλάθοντας όσο γίνεται πιο γοητευτικά τα γεγονότα, και δίνοντάς τους διαστάσεις ποιητικές.

Η.Λ.:Μα πώς μπορεί να εμπλακείς σε διάλογο με το οποιοδήποτε έργο Τέχνης, αν αυτό βρίσκεται έξω από το πεδίο της πραγματικότητάς σου; Δεν γίνεται.

-Μια κι είπαμε και για το αρχαίο ελληνικό θέατρο, τα τελευταία χρόνια έχουμε και τους αλαζονικότατους μεσάζοντές του. Σκηνοθέτες που θεωρούν σωστό να επεμβαίνουν ακόμα και στην ουσία του, επαναδημιουργώντας το σχεδόν, για λόγους λέει κατανόησής του από το σύγχρονο κοινό.

Η.Λ.:Επ’ αυτού τώρα εγώ λέω πως η παρανόηση είναι τεράστια. Το αρχαίο ελληνικό δράμα έχει σημαίνουσα μορφή και φόρμα, και το «χειρουργείο» από σκηνοθέτες σήμερα οπωσδήποτε θολώνει, παρά βοηθάει τα πράγματα. Εκεί κι αν σε ρωτάει συνέχεια το ίδιο το έργο, εκεί κι αν ο διάλογός του μαζί σου δεν έχει κανέναν μεσάζοντα ανάγκη. Οι τραγωδίες οι ελληνικές, και οι κωμωδίες βέβαια, σε αμφισβητούν συνέχεια πολύ πιο πολύ απ’ όσο μπορείς εσύ να τις αμφισβητήσεις. ‘Ακουσα προχτές την πρωτοφανή φράση, «-Αφαιρούμε διάφορα κομμάτια από το έργο, το …ξαφρίζουμε εσωτερικά» ! «-Ωραία», του απάντησα εγώ: «-Πάρε τότε κι έναν πίνακα του Φασιανού, αφαίρεσέ του όλο το κόκκινο, ας πούμε, να τον διορθώσεις» ! Τι πάει να πει «ξαφρίζω» ; Κάνα μπούτι κρέας βράζεις στο καζάνι;

Α.Φ.:Εγώ όμως έχω να πω πως η Τέχνη είναι ελεύθερη. Κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει σε κανέναν τίποτα. Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει το πείραμά του ή την τρέλα του, θα κριθεί όμως μετά. Δεν πρέπει να απαγορεύεται στην Τέχνη τίποτα. Υπάρχει όμως και ο χλευασμός κάποια στιγμή, για εκείνους που αποτυγχάνουν εν τη αλαζονεία τους. Κι ο χλευασμός στη ζωή, άρα και στην Τέχνη, μέσα είναι, δεν είναι;

-Τον χλευασμό όμως κατά καιρούς αντιμετώπισαν και μεγάλοι δημιουργοί, οι οποίοι μετά αναγνωρίστηκαν. Μην πούμε για τα νούμερα επιθεώρησης, που είχαν γίνει του Εγγονόπουλου κάποτε τα ποιήματα…

Η.Λ.:Σταμάτησε όμως ο Εγγονόπουλος; Δεν σταμάτησε. Ο πραγματικός καλλιτέχνης δεν σταματάει. Τίποτα δεν τον σταματάει.

Α.Φ.: Κι η σάτιρα Τέχνη δεν είναι όμως; Κι αυτή στην πορεία της Τέχνης δεν συμβάλλει;

-‘Αλλο η σάτιρα, κι άλλο ο χλευασμός ή η χυδαιότητα. Για τον Μάνο Χατζιδάκι –μάλιστα επί συνεργάσιας του με τον Νίκο Εγγονόπουλο στον «Καίσαρα και την Κλεοπάτρα»- ξέρετε πόσα σκληρά είχανε γράψει τότε οι διάφοροι Ψαθάδες, ως κύριοι αρθρογράφοι των μεγαλύτερων εφημερίδων;

Α.Φ.:Κι ο Παλαμάς νομίζω δεν είχε πει για τον Καβάφη πως …σκιτσογράφος είναι, όχι ποιητής; Πως έκανε κάτι σαν προσχέδια ποιημάτων μόνο ο Καβάφης.

Η.Λ.:Τον διέψευσε όμως σ’ αυτό ο χρόνος τον άλλο μας εθνικό ποιητή. Γιατί και το λάθος μέσα στην Τέχνη είναι, όπως και στη ζωή.

Α.Φ.:Πάντως, κι οι εφημερίδες γίνονται συχνά σκληρές, χτυπώντας χωρίς λόγο καλλιτέχνες, μόνο και μόνο για να «πιάσουν» και μέρος ενός δυσαρεστημένου και πάντα αρνητικού κοινού.

Η.Λ.:Υπάρχει όμως ένα κομμάτι της Τέχνης, το σπουδαιότερο ίσως, που βρίσκεται έξω από το οποιοδήποτε μάρκετινγκ. Κι εννοώ την ψυχή του καλλιτέχνη, τον τρόπο που νοιώθει και εκφράζεται, τη μοναξιά του την πραγματική.



 Ηλίας Λογοθέτης, Αλέκος Φασιανός (φωτο: Σωτήρης Κακίσης)



-Ούτε τότε, μου λέτε κι οι δύο εσείς, δεν σκέφτεται τον εαυτό του και μόνο ο κάθε δημιουργός, και την προσωπική του πάνω απ’ όλα λύτρωση;

Η.Λ.:Εγώ δεν πιστεύω σε λυτρώσεις και τέτοια.

Α.Φ.:Κι εγώ επιμένω πως πάντα και τους άλλους σκεφτόμαστε, πως δεν γίνεται αλλιώς.

Η.Λ.:Και πάντα, μα πάντα με το alter ζούμε. Πάντα !

-Και το παράδειγμα του μέγιστου Βαν Γκογκ, που σ’ όλη του τη ζωή λένε πως πούλησε μόνο έναν πίνακα, κι αυτόν στον αδελφό του;

Α.Φ.:Κι αυτό πάλι πολύ συζήτηση σηκώνει. Γιατί ο Βαν Γκογκ ζωγράφιζε έξι χρόνια μόνο, δεν πρόλαβε να γίνει γνωστός. Ζωγράφισε από τα τριάντα του μέχρι τα τριαντέξι του μόνο. Κάπως έτσι κι ο Σεζάν. Δεν είχανε το χρόνο ν’ απογοητευθούνε. Είναι τραγικές ίσως οι ιστορίες τους, αλλά κι αυτοί, είμαι βέβαιος, δεν ζωγράφιζαν για τον εαυτό τους και μόνο.

Η.Λ.:Κι ύστερα, δείτε πόσο ευτυχισμένοι είμαστε εμείς εδώ σήμερα, που συζητάμε τόσα χρόνια μετά για τους δυό τους.

Α.Φ.:Κι ο Μοντιλιάνι. Που τώρα έχει μια έκθεσή του τρομερή στην Ισπανία, στη Μαδρίτη. Κι αυτός πέθανε νέος και δεν πρόλαβε ν’ απολαύσει το διάλογό του με τον κόσμο μέσω της Τέχνης του.

Η.Λ.:Αυτό που έχει σημασία είναι πως, παρά τις όποιες δυσκολίες, ακόμα και σ’ εποχές που ένας καλλιτέχνης συναντάει ανυπέρβλητα εμπόδια και σπρώχνεται ακόμα και σε Καιάδα, αυτός σαν Γαλιλαίος επιμένει. Εκεί είναι το μεγαλείο και του ίδιου, αλλά και της Τέχνης όλης.

Α.Φ.:Μη λέμε όμως για τραγικότητα στην Τέχνη, και για καλλιτέχνες τραγικούς. Ευτυχισμένος είναι συνήθως ο κάθε δημιουργός.

Η.Λ.:’Ασε δε που, σε περιόδους ένδειας και αντιξοοτήτων, ακόμα πιο ευτυχισμένοι είναι οι καλλιτέχνες, ακόμα πιο δυνατοί.

Α.Φ.:Αισθάνθηκες εσύ ποτέ φτωχός, Ηλία;

Η.Λ.:’Οχι. Ποτέ. Ποτέ.

Α.Φ.:’Οταν είσαι μέσα στην Τέχνη σου, δεν έχεις ανάγκη από τίποτα.

Η.Λ.:Κι είσαι ευτυχισμένος τότε χωρίς φράγκο στην τσέπη. Μετά  αρχίζει το πρόβλημα. Όταν ξεχνάς κάποτε την αληθινή δημιουργία, και μπλέκεις με τα ημίμετρα.

-Να ένα άλλο, λοιπόν, πιθανό πρόβλημα της σημερινής εποχής: οι πλούσιοι καλλιτέχνες. Στη Δύση ιδιαίτερα.

Α.Φ.:Είναι δύσκολο κανείς να γίνει πολύ πλούσιος με την Τέχνη, ό,τι και να κάνει. Από την άλλη, η ευμάρεια παρασύρει τον άνθρωπο να μην προβληματίζεται, να μη στοχεύει σε κάτι που του λείπει δυνατό.

-«Πενία …τέχνας κατεργάζεται»;

Η.Λ.:Ο σπουδαίος καλλιτέχνης τ’ αντέχει όλα. Και τον …πλούτο ακόμα, λέω εγώ. Γιατί είναι βαθειά μέσα του ευτυχής.

Α.Φ.:Να κι ένα άλλο παράδειγμα: ο Σωκράτης δεν είχε να πληρώσει το δικαστήριό του, αλλά δεν τον ένοιαζε, γιατί ήταν ήδη έξω από την ύλη. Γιατί η ύλη με την Τέχνη ιεροποιείται, σε πάει αλλού, στη μεταφυσική, στην ανύψωση. Το θέμα πώς κάνει κανείς Τέχνη πια, όταν συνεχώς ανάμεσά μας είναι η άμεση πληροφορία και ο ευτελισμός του κάθε γεγονότος; Πώς να διδάξεις τον άλλον τότε μ’ ένα τραγούδι, μ’ ένα θεατρικό, μ’ ένα πίνακα;

Η.Λ.:Πάμε πάλι και στην άμεση χρησιμότητα της όποιας μορφής της Τέχνης: πώς θα πεις στον άλλο, «-Κοίταξε, μην το ξανακάνεις αυτό, αυτό το παράπτωμα, αυτό το έγκλημα, αυτή την ύβρι». Πώς θα τον σώσεις, και θα σωθείς κι εσύ μαζί, από τη Νέμεση.

Α.Φ.:Σήμερα ο κόσμος πάει στο θέατρο χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα συχνά για την υπόθεση του έργου. Για τη διασκέδασή του αποκλειστικά. Ενώ οι πρόγονοί μας ξέρανε τις υποθέσεις των έργων, και παρακολουθούσαν το πώς οι ποιητές τους απευθύνονταν, πώς χρησιμοποιούσαν για το καλό της πόλης και των πολιτών την Τέχνη τους.

Η.Λ.:Κι η επανάληψη ήταν προχώρημα κάθε φορά παρακάτω. Εγώ μάλιστα την επανάληψη την ορίζω κλασικά, κλασικώτατα: ως τη μητέρα της μάθησης. Ως την αιώνια επιστροφή.

Α.Φ.:Ο ήλιος δεν ξαναβγαίνει, και ξαναβγαίνει, και ξαναβγαίνει; Κάθε φορά αλλιώς δεν φωτίζει τα πράγματα, κάθε φορά άλλοι δεν είμαστε κι εμείς από κάτω του;

-Μιλήσαμε πολύ για τους αρχαίους. Ελληνική Τέχνη τον εικοστό πρώτο αιώνα υπάρχει; Κι αν υπάρχει, πώς ορίζεται άραγε;

Α.Φ.:Υπάρχει βέβαια, όπως υπάρχει και γαλλική, κι ιταλική, κι αμερικάνικη, και γιαπωνέζικη Τέχνη. Δεν είναι κακό να διαχωρίζουμε και τη δική μας Τέχνη από τις άλλες, σαν ένα στάχυ που φυτρώνει κάπως κι αυτό ιδιαίτερα σ’ ένα χωράφι μέσα, και βγαίνει εδώ κι όχι αλλού. Που δεν μπορεί μάλιστα να φυτρώσει, όπως τόσα και τόσα δέντρα, τόσα και τόσα φυτά, παρά μόνο στον τόπο του.

-Σαν μαστίχα Χίου, μόνο στη μία πλευρά του νησιού;

Α.Φ.: Αυτόματα γίνεται ελληνική η Τέχνη που γεννιέται στην Ελλάδα. Οι αμερικάνοι, οι γάλλοι, οι ιταλοί, όλοι κάνουν σαν τρελοί να δείξουνε, με βιβλία, με κάθε τι, τη δική τους Τέχνη στον κόσμο.

Η.Λ.: Αλλιώς δεν φωτίζονται τα πράγματα εδώ, κι αλλιώς αλλού; Ο ποιητής δεν μπορεί παρά να πατήσει στη δική του γη, στη δική του γλώσσα. Έτσι κι ο ζωγράφος: στα χρώματά του δεν μπορεί παρά να πατήσει.

Α.Φ.:Κι οι ποιητές μας γίνανε εδώ τόσο μεγάλοι, γιατί γράφουν στη γλώσσα τους αναγκαστικά. Ενώ πολλοί ζωγράφοι, με τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, μιμήθηκαν άλλων τους τρόπους, και βρέθηκαν έτσι μετέωροι. Μπορείς όμως να ζωγραφίσεις κάτι που θα γίνει παγκόσμιο από μόνο του, χωρίς νέρωμα ή μιμητισμό;

Η.Λ.:Κι ύστερα, σ’ έναν πραγματικά καλό πίνακα μπροστά, όλες οι φυλές του κόσμου νοιώθουν κάτι κοινό. Συγκινούνται.

Α.Φ.:Ναι: άμα κάνεις έναν να αποχαιρετά ένα πλοίο που φεύγει από ένα λιμάνι, αυτό συγκινεί όλον τον κόσμο. Εδώ ακόμα πάνε οι άνθρωποι στα λιμάνια, φεύγουν-δεν φεύγουν, για να χαιρετίσουν τα πλοία όπως παλιά. Κι ας μην περιμένουν κανέναν δικό τους.

Η.Λ.:Σαν τη σπουδαιότητα της εισόδου και της εξόδου στο θέατρο, από τη σκηνή. Εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ τα πλοία στη Λευκάδα, που χαιρετούσανε όλοι όλους, με χαρά, με επισημότητα. Με συγκίνηση όλοι ξαφνικά.

Α.Φ.:Και μετά, φεύγει το πλοίο, διασκορπίζεται ο κόσμος, ερημώνει η αποβάθρα. Κι επικρατεί πια η σιωπή. Άλλος πίνακας τώρα, άλλη όψη της ζωής. Γιατί είναι πολύ μεγάλος καλλιτέχνης, ξέρετε, κι η ζωή. Πολύ μεγάλος, τελικά.

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, «Κ», Κυριακή 8 Ιουνίου 2008, σελ.34.



Αλέκος Φασιανός, Ηλίας Λογοθέτης, Σωτήρης Κακίσης (φωτο: Μαρία Ζαχαρή)

Το ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη για την Κατερίνα Γώγου στον Δαναό



"Κατερίνα Γώγου - Για την αποκατάσταση του μαύρου"
Μια ταινία του Αντώνη Μποσκοΐτη
Στον κινηματογράφο "Δαναός", Λ. Κηφισίας 109
Προβολές: 18.00 / 20.00 / 22.00.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Chavez amigo




Όσοι νομίζουν ότι μαζί με τον Ούγκο Τσάβεζ πεθαίνει και το όραμα που αυτός ενσάρκωσε, το όραμα μιας δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Λατινικής Αμερικής, το αίτημα ενός χειραφετημένου, καλύτερου κόσμου, είναι βαθιά γελασμένοι! Γιατί για κάθε έναν Τσάβες που φεύγει, θα γεννιούνται εκατό, όσο η άρρωστη κοινωνία που οι λίγοι παλεύουν να συντηρήσουν αντιπαρατίθεται τόσο βαθιά με τα όνειρα και τις ανάγκες των πολλών. Και όταν η επανάσταση θα νικήσει, κουφάλα νεκροθάφτη, στον τοίχο της θα έχει χώρο και για τον Τσάβες, και για τα συνθήματα του λαού που τον ψήφισε και τον κράτησε δημοκρατικά στην εξουσία:

Chavez amigo, el pueblo esta contigo
Τσάβες, φίλε, ο λαός είναι μαζί σου.

Μέχρι τότε, και μόνο στο άκουσμα του ονόματός του, κάποιοι θα συνεχίσουν να βλέπουν εφιάλτες. Είναι οι ίδιοι που εδώ στην Ελλάδα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Βενεζουέλα, μας βομβαρδίζουν καθημερινά με συμβουλές και νουθεσίες, για το καλό μας.  Είναι τα ίδια παράσιτα, οι ίδιες μύγες των ΜΜΕ και της διανόησης, της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας. Θα βγουν από σήμερα να μας πείσουν για τις ατέλειες του Τσάβες και του καθεστώτος, για τα λάθη του, θα βρουν εγκλήματα και παραλήψεις, και βέβαια θα μας εξηγήσουν ότι αυτοί από το καναπεδάκι τους θα τα έκαναν όλα σίγουρα πολύ καλύτερα. Θα πουν και θα γράψουν πολλά, μόνο που πλέον δεν μπορεί κανένας να τους πάρει στα σοβαρά! Γιατί ο Τσάβες που πεθαίνει είναι το καινούργιο, και αυτοί που μένουν πίσω και χασκογελούν είναι το τόσο τρομακτικά και ανήθικα παλιό.

Στο ντοκιμαντέρ "The revolution will not be televised", παρατίθεται ένα συγκλονιστικό χρονικό της ανόδου του Τσάβες στην εξουσία, και της επιβίωσής του από το βρώμικο πραξικόπημα των βιομηχάνων και των Αμερικανών το 2002. Δείτε το! Το πρωτοείδα σε μία κατάληψη στην Ουαλία το 2005. Είχαμε μπουκάρει σε ένα κλειστό, εγκαταλειμμένο καφέ και το είχαμε μετατρέψει σε χώρο καλλιτεχνικών και πολιτικών δραστηριοτήτων... τρέχα γύρευε... Σε κάποια φάση διοργανώσαμε και μια βραδιά για τη Βενεζουέλα, με ομιλίες, προβολές, και μπόλικη μουσική. Στην προβολή του ντοκιμαντέρ, είχε γίνει ο χαμός από κόσμο, ο οποίος στο τέλος είχε ξεσπάσει σε ορμητικά χειροκροτήματα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που συγκίνησε και συγκινεί ανθρώπους από όλο τον κόσμο στο άκουσμα των ονομάτων του Τσάβες, του Κάστρο, του Γκεβάρα, του Αλιέντε. Ξέρω όμως στα σίγουρα ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, αντί να μένουμε σε ρομαντισμούς και νεκρολογίες, είναι να χαμπαριάσουμε το νόημα της πράξης τους και να προσπαθήσουμε να το ξανακάνουμε πράξη. Όχι στη Βενεζουέλα, ούτε σε κάποια άλλη χώρα μακρινή, παρά στο δικό μας δρόμο και στη δική μας γειτονιά, εδώ και τώρα, παντού και πάντα.
ηρ.οικ.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Κριτική και κριτικοί: Γιώργος Β. Μονεμβασίτης



Γιώργος Β. Μονεμβασίτης: 

«Η κριτική τέχνης είναι τέχνη· δεν διδάσκεται» 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Ο φίλος Γιάννης Πετρίδης με ...παρέσυρε το 1978, όταν άρχισε να εκδίδει το περιοδικό «Ποπ και Ροκ», και από τότε άρχισα να ...εκτίθεμαι. Οι τότε κριτικές παρεμβάσεις μου στα μουσικά δρώμενα είχαν τη γενική ονομασία «Η άλλη Μουσική». Σημαντικοί σταθμοί στην πορεία μου ήσαν η συνεργασία με το περιοδικό «ΤaR» που άρχισε το 1981, οι εκπομπές στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ (1982-2000) και ο ορισμός μου ως εντεταλμένος κριτικός μουσικής στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Υπηρέτησα τη θέση αυτή αδιαλείπτως από το 1984 έως το 1996. 

H τέχνη - και η κριτική τέχνης - είναι …τέχνη· δεν διδάσκεται. Εκείνο που διδάσκεται είναι η τεχνική. Δεν έχω μαθητεύσει σε κανένα Ωδείο, ωστόσο θεωρούμαι ως ένας αξιόπιστος κριτικός μουσικής. Έχω μελετήσει μόνος μου μουσική σε βάθος - έχω εμφανιστεί ακόμη και ως σολίστ κλασικής κιθάρας, όντας αυτοδίδακτος. Εκείνα που χρειάζεται η κριτική μουσικής, πέρα από το φυσικό χάρισμα, είναι γνώση, γνώση, γνώση - γενική και όχι ακαδημαϊκή - και μνήμη, αφού η κριτική βασίζεται κυρίως στη σύγκριση. Η τυπική μουσική εκπαίδευση μπορεί να προσθέσει γνώσεις, αν και συχνά σε λάθος κατεύθυνση, ενώ μπορεί να αφαιρέσει τον απαιτούμενο αυθορμητισμό στη διαδικασία προσέγγισης και αφομοίωσης ενός ακροάματος. 

Η κριτική μουσικής χωρίζεται σε δυο μεγάλες και αρκούντως διαφορετικές κατηγορίες: στην κριτική μιας μουσικής εκδήλωσης (συναυλίας, παράστασης όπερας, κ.ο.κ.) και στην κριτική ενός ηχογραφήματος. Οι διαφορές είναι ευδιάκριτες: η κυριότερη έγκειται στη δυνατότητα ή μη επανακρόασης. Εστιάζω στο πρώτο είδος κριτικής, μια και έχω ασχοληθεί με αυτό εκτενέστερα. Ως αναγνώστης, λοιπόν, επιθυμώ να καταλάβω τι έγινε σε μια μουσική εκδήλωση, όχι μόνο περιγραφικά αλλά ουσιαστικά. Αν από τις ερμηνείες τιμήθηκε ή προδόθηκε το πνεύμα των δημιουργών. Όταν πρόκειται για καινούρια ή σπάνια ερμηνευόμενα έργα, τότε θα μ’ άρεσε να γνωρίσω κάτι περισσότερο για αυτά. Ως συγγραφέας προσπαθώ να ικανοποιήσω τον αναγνώστη …εαυτό μου. Μια κριτική είναι «καλή» όταν προσεγγίζει και επεξεργάζεται το θέμα σωστά, με καλή διάθεση, χωρίς προκαταλήψεις και εμπάθεια. Όταν δεν βιάζει τη γλώσσα και δεν απαρνιέται την ποίηση και το χιούμορ. Όταν, ακόμη κι αν είναι αρνητική, η ανάγνωσή της προκαλεί εγκώμια. 

Είναι αυτονόητο ότι έχω αναθεωρήσει παλαιότερες κριτικές απόψεις μου. Είναι αναπόφευκτο, μια και με το πέρασμα του χρόνου και τον εμπλουτισμό των ακροαματικών εμπειριών διευρύνεται σημαντικά ο ορίζοντας των γνώσεων και της αντιληπτικότητας. Άλλωστε, ένα καινούριο έργο κακά ερμηνευμένο φαίνεται χειρότερο απ’ ότι πραγματικά είναι. Μια δεύτερη καλύτερη ερμηνεία του μπορεί να το αποκαταστήσει, στη αξιολογική διάθεση. Πάντως δεν έχει συμβεί η απόλυτη ανατροπή στην κρίση μου για κάποιο συγκεκριμένο έργο. Για ερμηνευτές ναι! 

Αδυναμία, το όνομά σου είναι …άνθρωπος - παραλλάσσω τα λόγια του δραματουργού. Όποιος ισχυρίζεται ότι δεν επηρεάζεται από προσωπικές γνωριμίες, σχέσεις κλπ. μάλλον ψεύδεται. Προσπαθώ, ωστόσο, στο μέτρο του δυνατού, οι εκφράσεις μου να μην ισχυροποιούν αλλά και να μην αποδυναμώνουν το εισπραττόμενο ακροαματικό προϊόν, ανάλογα με συμπάθειες και αντιπάθειες. 

Το διαδίκτυο είναι συνάμα ευλογία και εφιάλτης. Ο καθένας μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα και να δημοσιοποιεί τις απόψεις του. Οι αναγνώστες και ο χρόνος θα κρίνουν τον κρίνοντα. Δυστυχώς, το ανιστόρητο, η ημιμάθεια και η ανευθυνότητα υπερέχουν. Έχει και τα καλά του το διαδίκτυο. Τα κείμενα μπορούν να είναι εσαεί αμέσως προσβάσιμα. Και έχει εκλείψει η δυνατότητα λογοκρισίας «λόγω ελλείψεως χώρου» - σε έντυπη μορφή έχω και εγώ υποστεί τις συνέπειές της!

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Βασίλης Χουλιάρας: Ένα περίεργο όνειρο



(Ένα διήγημα που επρόκειτο να δημοσιευτεί στο blog oxy-moron, αλλά το πρόλαβε η απώλεια του Φώτη Μπατσίλα. Επ' ευκαιρία, να σημειώσουμε ότι η επαναλαμβανόμενη αναφορά δημοσιογράφων στο πρόσφατο βιβλίο για τον Χρήστο Βακαλόπουλο ως βιβλίο σε επιμέλεια "Φώτη Μπαζίνα" μόνο ως κακόγουστο αστείο και ως ασχετοσύνη μπορεί να εκληφθεί. Εκτός κι αν αντιγράφουν ο ένας τον άλλον, οπότε πάμε πάσο).





ΕΝΑ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΟΝΕΙΡΟ 

του Βασίλη Χουλιαρά

(από τη συλλογή διηγημάτων Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο, εκδ. Γαβριηλίδης)


Έπεσε να κοιμηθεί και είδε ένα περίεργο όνειρο. Είδε ότι αργά τη νύκτα σηκώθηκε από το διπλό κρεβάτι όπου κοιμόνταν και τράβηξε προς το ντουλάπι όπου αποβραδίς είχε λέει κρύψει ένα τσεκούρι. Έσκυψε και το πήρε στα χέρια και άρχισε να χαϊδεύει την κόψη της λεπίδας του.

Όλοι έλεγαν ότι ήταν ο πιο καλοσυνάτος άνθρωπος του κόσμου, και δεν έπεφταν έξω. Ποτέ του δεν είχε πειράξει ούτε μύγα. Από γεννησιμιού του ήπιων τόνων, προσπαθούσε πάντα να κινείται εντός ορίων και να μην προκαλεί με τη συμπεριφορά του. Πάντα συνεπής στις υποχρεώσεις του, πρώτα στο σχολείο, μετά στη σχολή, στο στρατό και τώρα στη δημόσια υπηρεσία όπου δούλευε. Και από τότε που παντρεύτηκε, όχι πως πριν έκανε καμιά άσωτη ζωή, από το σπίτι στη δουλειά και από τη δουλεία στο σπίτι. Με λίγα λόγια, ένα πρότυπο πολίτη και καλού οικογενειάρχη. 

Στο διπλό κοιμόταν ακόμα η από δεκαετίας γυναίκα του. Η γυναίκα του, που υπεραγαπούσε και της έκανε όλα τα χατίρια αγόγγυστα. Όμως τώρα ήταν βράδυ, ονειρεύονταν και ένιωθε για πρώτη φορά ελεύθερος από κάθε είδους συμβάσεις. Μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Πράγματα που άλλωστε δεν θα είχαν καμία ουσιαστική συνέπεια, μιας και το πρωί θα ήταν όλα στη θέση τους.

Έτυχε λοιπόν να κρατά ένα τσεκούρι και δίπλα να είναι εκείνη. Έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτεί, σήκωσε το τσεκούρι ψηλά και το κατέβασε στης γυναίκα το σώμα. Το θέαμα ομολογουμένως ήταν ανατριχιαστικό, μα ο άνθρωπός μας περισσότερο εντυπωσιάστηκε από το αποτέλεσμα της πράξης του παρά τρόμαξε.

Δεν έμεινε να κοιτάζει το έργο του. Γρήγορα άφησε το χάος της κρεβατοκάμαρας και τράβηξε προς το σαλόνι σκεπτόμενος ότι έπρεπε να τηλεφωνήσει στην αστυνομία και να δηλώσει το «φόνο που διέπραξε», όπως αντίστοιχα θα έκανε σε παρόμοια περίπτωση αν ήταν ξύπνιος, μιας και, παρόλο που κοιμόνταν πάνω απ’ όλα παρέμενε ένας ευσυνείδητος πολίτης.

Εν συνεχεία κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Σε ένα ντουλάπι βρήκε κάτι ξηρούς καρπούς, τους πήρε και επέστρεψε στο σαλόνι. Άνοιξε την τηλεόραση και ξάπλωσε στον καναπέ περιμένοντας. Η αστυνομία δεν άργησε να ’ρθει να τον μαζέψει.

Όλα έμοιαζαν τόσο αληθοφανή. Τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα, για την προβλεπόμενη ανάκριση. Δεν του έκανε καρδιά να τους πετάξει κατάμουτρα ότι δεν υπήρχαν και ότι ήταν πλάσματα της φαντασίας του. Είπαμε, επρόκειτο για ευγενική ψυχή. Έτσι αποφάσισε να παίξει μέχρι τέλους το παιχνίδι.

Μετά από άπειρες ερωτήσεις, γιατί τη σκότωσε, θέλοντας να τους ικανοποιήσει, γνωρίζοντας την απέχθεια των ανθρώπων της τάξης για το χάος και τη μανία τους για την εύρεση ενός κάποιου αιτίου σε κάθε φαινόμενο, τους δήλωσε ότι το έκανε γιατί δεν μπορούσε να την ακούει να ροχαλίζει, ενώ ήξερε ότι ήταν ψέμα, μιας και η γλυκιά του πάντα κοιμόνταν ήσυχα και ήρεμα στην πλευρά της, μα δεν μπορούσε να βρει κάτι άλλο να την κατηγορήσει. 

Τα μέσα ενημέρωσης τον είχαν λέει κύριο θέμα. Παντού άκουγε και διάβαζε σχόλια και αναλύσεις για την περίπτωσή του. Έγκριτοι δημοσιογράφοι και γνωστοί ψυχολόγοι, παθολόγοι με ειδικότητα στο ροχάλισμα και πολιτικοί, κατασκευαστές κρεβατιών και τραγουδιστές, τηλεοπτικοί μαϊντανοί και πλήθος άλλοι μυστήριοι κατέθεταν την έγκυρη άποψή τους. Άλλοι υποστήριζαν με πάθος ότι έφταιγαν τα στρώματα και ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας, και άλλοι η παγκοσμιοποίηση, το μισθολόγιο, ο έγγαμος βίος, τα άστρα και η πανσέληνος. Τους κοίταζε όπως παρακολουθεί κανείς μια παράσταση στην οποία, αν και δεν το θέλει, είναι υποχρεωμένος να παραμείνει από κάποιες ακατανόητες δεσμεύσεις. 

Μόνο στην αίθουσα του δικαστηρίου, τη στιγμή που του ανακοινώνονταν η ποινή του - δις ισόβια, ενώ σύσσωμος ο Τύπος ζητούσε τη θανατική του καταδίκη - μη μπορώντας πια να κρατηθεί, παρόλο που καταλάβαινε ότι με αυτό τον τρόπο έδειχνε απείθεια προς το δικαστήριο, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια σκεπτόμενος τι εντύπωση θα έκανε στους γνωστούς του αυτή η απίθανη ιστορία που έπλασε εν υπνώσει το μυαλό του όταν θα τη διηγιόταν την άλλη μέρα. 

Όμως η εν λόγω συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα στην επόμενη έκδοσή τους με πρωτοσέλιδους τίτλους οι εφημερίδες να αποφαίνονται ότι ο άνθρωπός μας επρόκειτο περί ενός αιμοσταγούς και ανθρωπόμορφου τέρατος. 

Τώρα στη ψυχιατρική πτέρυγα της φυλακής που κρατείται περιμένει πότε επιτέλους θα τελειώσει το όνειρό του κι αποφεύγει μια καταραμένη ιδέα που σιγά-σιγά αρχίζει να του τριβελίζει το μυαλό.

Η "Αποθήκη" στο Cabaret Voltaire


2 και 9 Μαρτίου
Η "Αποθήκη" στο Cabaret Voltaire
Παραθώνος 30, Κεραμεικός
Έναρξη: 22:00
Είσοδος: 10 Ευρώ με κρασί, μπύρα ή ρακή.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Κριτική και κριτικοί: Λιάνα Μαλανδρενιώτη



Λιάνα Μαλανδρενιώτη: 

«Το να κρίνεις προϋποθέτει την αρετή της ευθύνης» 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Το έναυσμα μου δόθηκε από την ενασχόληση μου με τη δισκογραφική εταιρεία Musica Viva, όπου περνούσαν από τα χέρια μου για πρώτη ακρόαση πολλά promo νέων συνθετών ή ερμηνευτών. Ευτυχώς, είχα την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία του διευθυντή της, Γιάννη Τζαμαλή, ενός από τους μεγαλύτερους γνώστες και συλλέκτες κλασικής δισκογραφίας στη χώρα μας. Το να έχω παίξει ρόλο στην έκδοση σημαντικών δίσκων το θεωρώ ως πρώτο και σπουδαίο σταθμό στην επαγγελματική μου πορεία. Στην ελεύθερη ραδιοφωνία εργάστηκα σε πολλά ραδιόφωνα, με σταθμό την πενταετή συνεργασία μου με τον Αντένα ως παραγωγός εκπομπών κλασικής μουσικής. Όμως, η υπογραφή μου ως κριτικός έγινε αναγνωρίσιμη από το Δίφωνο. Είχα την τύχη να με καλέσει ο Μιχάλης Κουμπιός και να ανήκω στην ομάδα των δημοσιογράφων που το έστησαν. Μάλιστα με τον Γιώργο Τσάμπρα προϋπήρξαμε και ως σύμβουλοι έκδοσης. Στα τεύχη του υπάρχουν οι καλές και οι κακές στιγμές μου, και παρόλο που για 23 χρόνια έχω την σελίδα των Μουσικών Προτάσεων στην εφημερίδα «Εποχή», στο Δίφωνο έχω αναφερθεί σε ό,τι καλύτερο έχει να παρουσιάσει η ελληνική και ξένη δισκογραφία. 

Αναμφίβολα, στη μουσικοκριτική είναι απαραίτητες οι βασικές μουσικές σπουδές, όμως τα ακούσματα που έχει στο ενεργητικό του ο μουσικοκριτικός είναι η προϋπόθεση για οποιαδήποτε κρίση. Εν τη συγκρίσει η κρίση. Είναι κάτι σαν τον πιλότο με τις ώρες πτήσης. Έστω και αν έχει τελειώσει με άριστα τη σχολή, μετράει το πόσες ώρες πτήσης έχει. Οι ώρες σοβαρής ακρόασης μετράνε στην κρίση σου. 

Η κριτική έχει δύο παραλήπτες, τον συνθέτη ή τον εκτελεστή από τη μια πλευρά και τους αναγνώστες από την άλλη. Ενώ γράφουμε για μουσική, απευθυνόμαστε σε αναγνώστες και όχι ακροατές. Έχοντας αυτό πάντα κατά νου καθώς και το αυτονόητο ότι η τέχνη αντιστοιχεί σε ορισμένη κοσμοθεώρηση, αυτό που λέμε «γούστο της εποχής» ή «ρεύμα», μοιράζομαι με τον αναγνώστη την ειλικρινή μου αναζήτηση κατά πόσο το έργο πέρα από τις επιρροές του περιβάλλοντος αποτελεί την προσωπικότερη και βαθύτερη έκφραση του δημιουργού του. Πρόκειται για ένα αγαθό που η επιβίωσή του στο μέλλον αλλά και η αποδοχή του πάρα τις παραλλαγές του γούστου, έγκειται στην ιδιαίτερη εσωτερική του πληρότητα Αυτό όσο αφορά τα σύγχρονα έργα. Στον αναγνώστη αναδεικνύω την αισθητική έκφραση ενός έργου ή μιας ερμηνείας και υπογραμμίζω πάντα τα θετικά στοιχεία. Το να κρίνεις προϋποθέτει την αρετή της ευθύνης αυτών που λες, δεδομένου ότι τα κριτήρια παραμένουν αφηρημένα, γενικά και ασαφή. 

Η αξιολογική πρόκριση συνδέεται με τη διαχείριση ενός πλούτου στοιχείων και απαιτεί ένα σύνθετο προβληματισμό. Τι πάει να πει καλή ή κακή κριτική ακόμα δεν ξέρω. Δεν έχω σταθεί αρνητικά απέναντι σε κανένα δημιουργό ή ερμηνευτή. Πρώτα από όλα σέβομαι το έργο και τις άπειρες ώρες μελέτης οποιουδήποτε. Σαν χαρακτήρας, δεν κολακεύω ποτέ τους φίλους μου. Η φιλία πολλές φορές με βοηθάει να κατανοήσω βαθύτερα τη δημιουργική στιγμή του φίλου μου. Σε καμία περίπτωση, όμως, αυτό δεν επιδρά στην κρίση μου. 

Τιμώ πάντα τη γνώμη του επαΐοντα, αυτού που με τον ένα ή άλλο τρόπο έχει προσεγγίσει ένα μουσικό έργο, ακόμα και μόνο μέσω της αγάπης και της ευαισθησίας. Ο βασιλικός δρόμος να προσεγγίσεις την τέχνη είναι η αγάπη σου γι αυτήν. Ο καθένας μπορεί να εκφράσει την γνώμη του για ένα έργο, να πει «μ' αρέσει» ή «δεν μ' αρέσει». Όμως, αυτό είναι πάντα σχετικό, εφόσον η γνώμη προϋποθέτει γνώση.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

τα χάδια είναι των χεριών τα κλάματα




Ένα πραγματικά μεγάλο τραγούδι, περιμένοντας το απόγευμα της Πέμπτης και τη συνάντηση με τον Γιάννη Κούτρα στη Νέα Φιλαδέλφεια. Τι να αναρωτηθείς και τι να ρωτήσεις για μία από τις ευγενέστερες, πιο αγαπημένες, αειθαλείς φωνές του ελληνικού τραγουδιού;
ηρ.οικ.

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Κριτική και κριτικοί: Αργύρης Ζήλος



Αργύρης Ζήλος: 

«Δεν μπορείς να γράφεις σαν δάσκαλος» 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Ξεκίνησα το ’74, σχεδόν τυχαία. Δούλευα στο Pop 11, το υπόγειο δισκοπωλείο των αδερφών Φαληρέα στη Σκουφά. Εκεί ήρθε ένας πελάτης ονόματι Πητ Κωνσταντέας. Κουβεντιάσαμε, ήταν φιλόμουσος και διαπίστωσε ότι παρακολουθούσα τις κυκλοφορίες της εποχής. Μου έδωσε μία λίστα με δίσκους για να του κάνω αντίγραφα από τη συλλογή μου· είχα σχεδόν τα πάντα απ’ όσα βινύλια αναζητούσε. Και μου μίλησε για ένα περιοδικό που είχε μόλις ανοίξει και δεν πήγαινε καλά· ήταν ο «Ήχος». Ο Κωνσταντέας είχε αναλάβει προσωρινά τη διεύθυνση του περιοδικού και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν να εισάγει μία στήλη μουσικοκριτικής. Την ανέθεσε σε μένα, κι έτσι ξεκίνησα. Και ένας άλλος αξιομνημόνευτος σταθμός της καριέρας μου ήταν πριν από ένα 8μηνο που έμεινα χωρίς δουλειά! 

Όταν ξεκίνησα η κριτική αφορούσε μόνο την κλασική μουσική. Σαν μπούσουλα είχα τα ξένα περιοδικά, το New Musical Express, το Melody Maker, το Rolling Stone λιγότερο, και το Wire αργότερα. Εκεί είδα πώς γράφεται μια κριτική, αλλά αυτό δεν με βοήθησε ιδιαίτερα. Συνειδητοποίησα ότι οι άνθρωποι εκεί έγραφαν για καλλιτέχνες που την επόμενη εβδομάδα θα έπαιζαν στη γειτονιά τους. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ήταν ο Ηλίας Ανδριόπουλος και ο Γιώργος Νταλάρας. Δεν υπήρχε τότε εδώ η διεθνής μουσική που με ενδιέφερε, και έπρεπε να την αναζητήσω. 

Από μικρός είχα πάντα μία αγάπη για οτιδήποτε μουσικό. Ο μεγάλος αδερφός του πατέρα μου ήταν αντάρτης. Όταν γύρισε, έφερε έναν πάκο δίσκους από τη Σοβιετική Ένωση και τους μοίρασε στην οικογένεια. Αυτοί οι δίσκοι μαζί με κάποιους άλλους της μόδας με έφεραν σε μία κατάσταση όπου μέρα-νύχτα άκουγα με το ίδιο έντονο ενδιαφέρον την 5η Συμφωνία του Μπετόβεν, την Caterina Valente, τη Συννεφιασμένη Κυριακή του Τσιτσάνη στην original εκδοχή. Στη συνέχεια, αν και απέκτησα βασικές γνώσεις μουσικής, το πρωταρχικό μου εφόδιο υπήρξαν τα προσωπικά ακούσματα και η αίσθηση της μουσικότητας. Και όλα αυτά τα χρόνια του απόλυτου δοσίματός μου στο ροκ, ήξερα ότι υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος που έχει άλλες αξίες, οι οποίες είναι ανώτερες επειδή απαιτούν μία πληρέστερη αντίληψη περί οργάνωσης της μουσικής. Μην τα μπερδεύουμε, δεν είναι όλοι Μπραμς και Μπετόβεν. Από την άλλη, δεν μπορούμε να έχουμε ως μέτρο σύγκρισης τον Μπραμς και τον Μπετόβεν. Πρέπει να συγκρίνουμε όμοια πράγματα. 

Προκειμένου ο αναγνώστης να αισθανθεί ότι η κριτική σου τον αφορά, πρέπει να τον πείσεις ότι τον αφορά και ο τρόπος που του απευθύνεσαι. Στην ποπ και στη ροκ μουσική, ο από καθέδρας λόγος αποτρέπει, ενοχλεί. Στα λαϊκογενή μουσικά είδη, γενικότερα, η έννοια μιας κοινότητας ανάμεσα στον γράφοντα και στον αναγνώστη οφείλει να επιδιωχθεί. Δεν μπορείς να γράφεις σαν δάσκαλος, δέχεσαι ότι ο αναγνώστης μπορεί να έχει περισσότερα ακούσματα από σένα. Οφείλεις δηλαδή να είσαι φιλικός χωρίς να κάνεις εκπτώσεις ως προς το τι πιστεύεις γι’ ότι παρουσιάζεις. 

Επίσης, πρέπει να έχεις μία σαφή εικόνα του καλλιτέχνη και του έργου του. Δε γίνεται να παρουσιάζεις το πέμπτο album ενός δημιουργού και να λες «καλός είναι, δεν τον ήξερα». Τέλος, χρειάζεται μία ευρύτητα ακουσμάτων. Εδώ και μισό αιώνα, από τότε που οι άγιοι Beatles έβγαλαν το Revolver, δεν υπάρχουν σαφή όρια ανάμεσα στο τι σημαίνει και τι δεν σημαίνει μουσικότητα. Μετά τους Beatles, ουδείς έχει δικαίωμα να μιλήσει περί συγκεκριμένης και απαραβίαστης μουσικότητας. Υπάρχουν απλώς διαφορετικές μουσικές κοινότητες: η κοινότητα του rock, του metal, του ρεμπέτικου. Ο κριτικός δεν πρέπει να χαϊδεύει τα αφτιά της εκάστοτε μουσικής κοινότητας. Αν το κάνει, δεν είναι κριτικός αλλά νεροκουβαλητής.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

να πει ό,τι είναι για να πει




Τα περασμένα καίγονται στη λησμονιά πετάνε γίνονται αγιάτρευτες πληγές τις νύχτες και πονάνε στη λησμονιά σε πάνε στάσου λιγάκι μη μιλάς άσε το χτύπο της καρδιάς να πει ό,τι είναι για να πει στο φως να γεννηθεί για ένα τίποτα μη φοβηθείς πως φτάσαμε στ' ανείπωτα γλυκιά μου μη χαθείς και τα χαράματα σα 'ρθει με μια λαχτάρα η προσμονή θα 'ναι μια αλλόκοτη χαρά θα γίνει δίψα και φωτιά θα 'ναι μια αλλόκοτη χαρά στάσου λιγάκι μη μιλάς άσε το χτύπο της καρδιάς να πει ό,τι είναι για να πει στο φως να γεννηθεί για ένα τίποτα μη φοβηθείς πως φτάσαμε στ' ανείπωτα γλυκιά μου μη χαθείς στάσου λιγάκι μη μιλάς άσε το χτύπο της καρδιάς να πει ό,τι είναι για να πει στο φως να γεννηθεί για ένα τίποτα μη φοβηθείς πως φτάσαμε στ' ανείπωτα απόψε μη χαθείς.