Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Η οριστικά χαμένη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου





Η οριστικά χαμένη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου



του Δημήτρη Κατσιάνου
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)


Τα κείμενα που γράφονται για καλλιτέχνες, για ιστορικούς και αποχαιρετιστήριους λόγους ενέχουν στοιχεία και τάσεις υπερβολής, δραματικότητας, καθαγιασμού ή πένθους.

Δεν έχω καμία τέτοια διάθεση, ούτε όμως απωθώ πηγαία συναισθήματα. Στην περίπτωση του Δημήτρη Μητροπάνου είχαμε να κάνουμε με έναν λαϊκό τραγουδιστή, έναν λαϊκό άνθρωπο. Δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω, μπορώ μόνο να περιγράψω την προσωπική αίσθηση κι εμπειρία που αποκόμισα μέσα από το έργο του, από τον τρόπο που διαχειρίστηκε το ταλέντο, τον εαυτό του, τις ευχές κι ανάγκες του, στο δημόσιο χώρο.

Παρακάμπτοντας τη βιασύνη να περιγραφεί η φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πριν ακόμα η ταλάντωσή της αποδυναμωθεί, και χωρίς αναφορές στην κάθοδο των Δωριέων, η καλλιτεχνική φυσιογνωμία του καταγράφεται στη μνήμη μου κυρίως από τις εποχές που τραγουδούσε αμιγώς λαϊκά τραγούδια. Είναι η εικόνα ενός σεμνού λαϊκού τραγουδιστή, ενός ανθρώπου του μέτρου.

Η αρτιότητα του χαρακτήρα του, η αγωγή του, του επέτρεψαν να δικαιώσει με τα δικά του προσωπικά χαρακτηριστικά το έργο των δημιουργών που τον εμπιστεύτηκαν. Δεν ερμήνευε, πρώτιστα, ο Δημήτρης Μητροπάνος, σεβόταν, κι ο σεβασμός του ήταν προς όλους, τους δημιουργούς, τους μουσικούς, τους ακροατές. Στον τρόπο προσέγγισης και εκφοράς των τραγουδιών του δεν διακρινόταν τραχύτητα ή κάποια ανεξέλεγκτη ενόρμηση, παρά ξεκάθαρες έννοιες και μια διακριτή καθαρόαιμη και μετρημένη λαϊκή ρίζα. Απέδιδε κάθε τραγούδι με ρεαλισμό και κουράγιο, χωρίς να επιτρέπει κάποια υπερβολή. Το γεγονός ότι τραγουδούσε ανθρώπινους καημούς, χωρίς κατατονικά ή υπέρμετρα στοιχεία, ήταν πολύ σημαντικό και έντιμο και αξιοπρεπές. Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν επιβάρυνε την καριέρα του με φλυαρία ή ματαιοδοξία· άφησε χώρο σε άλλους συναδέλφους. Ήταν ο τραγουδιστής Δημήτρης Μητροπάνος, τραγουδιστής λαϊκών τραγουδιών, χωρίς αυταπάτες, χωρίς τυχοδιωκτισμούς, χωρίς να εκβιάζει το κοινό για συναισθήματα και αναγνώριση. Επεδίωκε την αξιολόγηση, σεβόμενος το δικαίωμα και το κριτήριο του κόσμου.

Στην πρώτη του περίοδο, τραγούδησε τα Πικροσάββατα, τα Συναξάρια, τα Νυχτέρια, τους προβληματισμούς πολλών ανθρώπων. Και είναι πολύ ρομαντική η εικόνα του από τότε, πολύ ρομαντική η ευθύτητά με την οποία  αντιμετώπιζε τη ζωή μέσα από την ερμηνεία του. Συχνά όταν τραγουδούσε πάσχιζε να χωρέσει τη βία μιας ψυχής στην κατάληξη ενός στίχου, να αποδώσει τα δύσκολα χρώματα μιας απογοήτευσης, να διηγηθεί ένα παράπονο. Στα τραγούδια αυτής της περιόδου υπήρχαν πληγές και ατέλειωτες νύχτες, πίκρα χωρίς όμως εναντίωση, απορία χωρίς γιατί, υπομονή χωρίς εξηγήσεις. Η sui generis ερμηνεία του έφτανε στις παρυφές της γης και τα κύματα της θάλασσας  αναζητώντας εκεί απαντήσεις για τη ζωή, παρά στις ανθρώπινες αδυναμίες. Μας είπε ότι δεν υπάρχουν τρόποι να εξηγήσεις τη μοίρα, δεν αγνόησε όμως την αληθινή λύπη ενός ανθρώπου που αφήνει τα όνειρά του στο δρόμο για τα Κήθυρα.




Ο Δημήτρης Μητροπάνος  ήταν ένας γνήσιος τραγουδιστής του πραγματικά ανεκπλήρωτου. Ήταν ο τραγουδιστής όχι ενός ακόμα χαμένου έρωτα, αλλά του μεγάλου χαμένου έρωτα στη ζωή ενός ανθρώπου. Η μοίρα δεν αγνόησε τη διακριτικά λυπημένη στωική έκφραση του. Τον αξίωσε να είναι ο τραγουδιστής στο σπουδαιότερο ίσως μουσικό έργο της νεότερης γενιάς, αυτό που μέσα από την παράδοση, την καταστροφή, την ξενιτειά, την αστικοποίηση, περνώντας μέσα από αμέτρητα παλιά και νέα κύματα, μεταφέρει την ομορφιά και την τραγωδία της Ελλάδας σε ένα σύγχρονο πολιτισμικό και γεωγραφικό χώρο. Το έργο αυτό είναι ο Άγιος Φεβρουάριος, σε μουσική του Δήμου Μούτση και ποίηση του Μάνου Ελευθερίου, ένα έργο, όπως ο ποιητής του σημειώνει, για κάτι οριστικά χαμένο. Ο Μητροπάνος και η Πετρή Σαλπέα ερμηνεύουν και καταγράφουν την αξιοπρέπεια του κάθε διαβάτη και ανώνυμου ήρωα, την αγωνία να διασωθούν οι αναμνήσεις της νεότητας, τη λάμψη του μονόδρομου ταξιδιώτη, τη διασπορά, τη συγχώρεση, τη ντροπή, τη  βασανισμένη αγάπη. Ο Μητροπάνος είχε την ευλάβεια να αντιληφθεί τη σπουδαιότητα των νοημάτων αυτών, ώστε να μας τα μεταφέρει με ακρίβεια, χωρίς να καλλιεργεί φρούδες ελπίδες, χωρίς να εκφράζει  εκδικητικότητα ή θυμό.

Στις πρόσφατες συνεργασίες και δουλειές του δεν υπήρξε ίσως η ομογένεια που συναντάμε στις παλαιότερες· άλλωστε το ελληνικό τραγούδι σήμερα κατηγοριοποιείται περισσότερο με βάση παραγωγούς ή καλλιτέχνες παρά περιόδους ή συνθέτες. Χαρακτηρίστηκαν όμως αυτές οι συνεργασίες από πολλές ποιοτικές στιγμές κι επιτυχίες. Σε πολλά μάλιστα από αυτά τα τραγούδια, παρόλο που δημιουργήθηκαν από διαφορετικούς και σχετικά ετερόκλητους συνθέτες, υπάρχει μια ίδια αγωνία για το μέλλον, ενώ στα παλαιότερα τραγούδια ήταν ευκρινής η αγωνία και η αμφιβολία για το εκάστοτε παρόν. Αυτό, άλλωστε, είναι και μια ευρύτερη διαπίστωση για το ελληνικό τραγούδι του σήμερα, πως εκφράζει μια αγωνία για το μέλλον, αν δηλαδή θα πορευτούμε πλέον μόνοι, και με ποιό τρόπο θα επιστρέψουμε.

Είναι μοναχικές οι πορείες όλων μας σήμερα, όσο και των τραγουδιών μας. Απαξιώνουμε τη λειτουργία της μουσικής ως επικοινωνίας, χάνουμε μια ευκαιρία να ενώσουμε τις εσωτερικές μας αναζητήσεις. Χορεύουμε μοναχικά ή καθόλου, χορεύουμε τα ίδια τραγούδια, με τη χειρότερη πιθανή ηλεκτρική χροιά και με αδιευκρίνιστα εφέ στην κονσόλα, περιμένουμε να ακούσουμε τα ίδια γνωστά λόγια και τις μελωδίες για να έρθουμε στο κέφι και να θεωρήσουμε ότι διασκεδάσαμε το Σαββατόβραδο.

Τραγούδησε κι εκεί, στη σύγχρονη νυχτερινή Αθήνα, χωρίς να προσπαθεί να μας πείσει για κάτι. Οι τραγουδιστές είναι άνθρωποι και βιοπορίζονται και αυτό είναι τίμιο. Στην ασαφή κατάσταση της νυχτερινής διασκέδασης, ο Μητροπάνος είχε τις δυνάμεις να παρουσιάσει ένα ρεπερτόριο ιστορικό και νέο, με διάθεση αναζήτησης στο ελληνικό τραγούδι· είχε έναν τέτοιο χαρακτήρα, ώστε να ξέρει πού να κρατηθεί, πού να σταθεί. Η σύγχρονη  ενορχήστρωση της παλαιότερης μουσικής του ταυτότητας σίγουρα δεν θα μπορούσε να είναι η ίδια, όμως τα νεότερα τραγούδια του είχαν μεγάλη απήχηση στον κόσμο, ο οποίος πίστεψε στην ειλικρίνεια και την καθαρότητα των προθέσεων του.

Δεν πέρασε μόνο η ώρα αλλά και η εποχή κι ο σπάνιος εκπρόσωπος μια λαϊκής ευθύτητας που δεν φωνάζει αλλά, καλύτερα, ήρεμα συζητά, πέρασε στο ιστορικό παρελθόν του ελληνικού τραγουδιού. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να βρεθούμε αμίλητοι γύρω από το τραπέζι και από το παράπονο που εκείνος μας είπε:

«Θα ρίξουν πάλι το Σταυρό στην Παραλία
Πώς με πληγώνουν τούτες οι γιορτές
Μη με κοιτάζεις με μάτια κρύα
Ειν’ τα τραγούδια μου πιο μόνα από χτες»



Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Active Member - Μια γιορτή στου Νουριάν





Τα κείμενα περιμένουν ασφυκτικά, όμως προτεραιότητα εδώ έχουν τα τραγούδια. Και το τραγούδι αυτό είναι απλώς υπερβολικά καλό για να περιμένει. Οι Active Member, το συγκρότημα που υπέγραψε το παρελθόν και το παρόν του ελληνικού χιπ-χοπ, βγάζουν άλλο ένα απίθανο κομμάτι, με στίχους κοφτερούς σα μαχαίρι και μουσική με σκάγια που σε βρίσκουν κατευθείαν στο ψαχνό. Η ιδιομορφία εδώ είναι ότι το τραγούδι "Μια γιορτή στου Νουριάν" γράφτηκε για την ομώνυμη παράσταση που σαρώνει στο Θέατρο Πορεία. Φίλοι που είδαν το "Μια γιορτή στου Νουριάν" μιλούν για μία εξαιρετική παράσταση, για ένα έργο-καταπέλτη στο ρατσισμό που υμνεί τη συνύπαρξη των ανθρώπων. Τυπικά, η παράσταση απευθύνεται σε παιδιά, όμως η παρέα μου απαρτίζεται 100% από ενήλικους και έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Οπότε: βουρ για το Θέατρο Πορεία (Τρικόρφων και Γ' Σεπτεμβρίου, Πλατεία Βικτωρίας), κάθε Κυριακή στις 12 το μεσημέρι. Όσο για το τραγούδι, ανυπομονώ να το ακούσω ζωντανά από τους ηθοποιούς επί σκηνής αυτή την Κυριακή. Γιατί οι θρασύδειλοι κήρυκες του φυλετικού μίσους μου κάθονται στο λαιμό, γιατί σ' αυτήν εδώ την πόλη είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε μαζί μαύροι-λευκοί-και-κίτρινοι, γιατί οι παπούδες μου πολεμήσανε το φασισμό με κρητικά μαχαίρια, και γιατί η γη αυτή είναι για όλους / δεν έχει κάποιους εκλεκτούς / ούτε και πρώτους ρόλους. Γιατί την ομορφιά της ζωής τη θέλουμε όλη, για όλους, εδώ και τώρα.

ηρ.οικ.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Αρχιπέλαγος




"Αρχιπέλαγος": στίχοι Κώστα Μπαλαχούτη, μουσική Χρήστου Παπαδόπουλου, και ερμηνεία Πασχάλη Τερζή και Μαρίνας Μανωλάκου.

Και μιας και η Μυγκέ - καλή φίλη από την Ιστανμπούλ - αρραβωνιάστηκε πρόσφατα, ε, ας αφιερωθεί σε αυτήν το όμορφο αυτό τραγούδι.
ηρ.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Ο Μιχάλης Γρηγορίου στο Ίδρυμα Κακογιάννη

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013, στις 21:00

Συναυλία Μιχάλη Γρηγορίου

"Η Λήδα και ο Κύκνος"

τραγουδούν: Σαβίνα Γιαννάτου & Δώρος Δημοσθένους

Ύστερα από αρκετά χρόνια απουσίας ο Μιχάλης Γρηγορίου επανέρχεται με δυο συναυλίες που θα δοθούν στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο 2013.

Στην πρώτη συναυλία, που θα δοθεί την Τέταρτη 9 Ιανουαρίου 2013, στις 21:00, θα παρουσιαστούν τα έργα: “Eξη τραγούδια χωρίς λόγια”, ο κύκλος τραγουδιών “Η Λήδα και ο Κύκνος” σε ποίηση Κατερίνας Καριζώνη, και  -σε πρώτη εκτέλεση στην Αθήνα- οι κύκλοι  τραγουδιών “Μωβ”, σε στίχους Επτανησίων ποιητών και “Purple” πάνω σε σονέτα του Σαίξπηρ.

Συμμετέχουν:
Σαβίνα Γιαννάτου, Δώρος Δημοσθένους (τραγούδι)
και οι μουσικοί: Διονύσης Βερβιτσιώτης (βιολί), Βαγγέλης Νίνα (τσέλο) και Μιχάλης Γρηγορίου (πιάνο)
-----

Για τα έργα που θα παρουσιαστούν σημειώνει ο συνθέτης Μιχάλης Γρηγορίου:

“Έργα σαν κι αυτά του κύκλου “Η Λήδα και ο Κύκνος”, πολύ περισσότερο δε σαν τους κύκλους “Purple” και “Μωβ” δεν θα μπορούσε πλέον να λεχτεί ότι αποτελούν κάποια “προσπάθεια για ένα γεφύρωμα ανάμεσα σε μια μουσική που χαρακτηρίζεται ως “σοβαρή” και σε μια μουσική που λειτουργεί ως “ελαφριά”, όπως σημείωνα πριν από χρόνια, στο εσώφυλλο των “Ανεπίδοτων Γραμμάτων”, όταν είχα πρωτοδοκιμάσει τις δυνάμεις μου στο χώρο της τραγουδιού και της δισκογραφίας, κι’ όπως εξακολουθούσα να πιστεύω τα επόμενα χρόνια όταν έφτιαχνα άλλους παρομοίους κύκλους τραγουδιών, μέχρι και το “Μπλε”.

Θα έλεγα ότι τέτοια τραγούδια ξεφεύγουν από την παράδοση του λεγόμενου “έντεχνου ελληνικού τραγουδιού” -και ειδικότερα από την παράδοση του Μάνου Χατζιδάκι που σίγουρα με επηρέασε ιδιαίτερα στο παρελθόν- κι αρχίζουν να ανήκουν μάλλον στο χώρο της μουσικής δωματίου, με την έννοια που απέκτησε αυτός ο όρος στο πλαίσιο της δυτικής έντεχνης μουσικής”.
-----
Ο Μιχάλης Γρηγορίου γεννήθηκε το 1947 στην Αθήνα. Είναι γιός του σκηνοθέτη Γρήγορη Γρηγορίου και της ποιήτριας Μαρίας Παπαλεονάρδου. Άρχισε μαθήματα πιάνου από ηλικία 5 χρονών με την Καίτη Παπαλεονάρδου. Αποφοίτησε από τη Σχολή Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ, ενώ παράλληλα ξεκίνησε μαθήματα σύνθεσης με τον Γ. Α. Παπαϊωάννου με τον οποίο όμως σύντομα διαφώνησε και αποφάσισε να διδάξει μόνος τον εαυτό του μουσική.

Έχει συνθέσει πλήθος έργων για πιάνο, για σύνολα μουσικής δωματίου, για ορχήστρα και χορωδία, για synthesizers, κύκλους τραγουδιών, καθώς και μουσική για θέατρο και κινηματογράφο.
Έργα του κυκλοφορούν σε 12 cds. Mεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η καντάτα “ΑΝΕΠΙΔΟΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ” (σε ποίηση Α. Αλεξάνδρου), οι κύκλοι τραγουδιών “Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ” (σε ποίηση Μ. Αναγνωστάκη), “Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ” και “ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ” (σε ποίηση Τ. Σινόπουλου), “ΜΠΛΕ” (σε ποίηση  Ρ. Παπανικόλα), το ορατόριο “ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ” (βασισμένο στο ομώνυμο ποιητικό έργο του Τ. Λειβαδίτη), κλπ.

Έχει δώσει πολλές συναυλίες, στις περισσότερες από τις οποίες συμμετείχε ως πιανίστας, αλλά κι’ ως εκτελεστής synthesizers, τα οποία αντιμετώπισε ανέκαθεν ως όργανα με ερμηνευτικές αξιώσεις. Το ορατόριο του “ΕΓΩ, Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ” παρουσιάστηκε το 1999 στην Επίδαυρο σε σκηνοθεσία Ν. Κούνδουρου.

Yπήρξε επί 20 χρόνια συνεργάτης του Τρίτου Προγράμματος, όπου εγκαινίασε και τη σειρά  εκπομπών “Το Μουσικό Εργαστήρι του Tρίτου” που έδωσε την ευκαιρία σε πλήθος Ελλήνων μουσικών να παρουσιάσουν πρωτότυπη δουλειά τους. 

Εκτός από τη σύνθεση ασχολήθηκε συστηματικά με την κοινωνική ιστορία της τέχνης και με την ψυχολογία της αισθητικής αντίληψης. Έχει διδάξει κοινωνική ιστορία της μουσικής και στοιχεία ψυχολογίας της μουσικής αντίληψης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ενώ έχει δώσει κατά καιρούς σειρές διαλέξεων και σεμιναρίων. Συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυση του “Πρότυπου Μουσικού Κέντρου Πειραιά”, του οποίου υπήρξε για ένα διάστημα καλλιτεχνικός διευθυντής.

Έχει μεταφράσει πολλά θεωρητικά δοκίμια πάνω στη μουσική, ενώ έχει συγγράψει και το δίτομο εκπαιδευτικό βιβλίο “Μουσική για παιδιά και για  έξυπνους μεγάλους” (εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ) καθώς και την  εκτεταμένη θεωρητική μελέτη “ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ: Kαθολικές σταθερές και πολιτιστικές μεταβλητές” (υποβλήθηκε ως διδακτορική διατριβή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο τον Απρίλιο του 2007 και κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ).

Σύντομα πρόκειται να κυκλοφορήσει και το αυτοβιογραφικό βιβλίο του “Mαθαίνοντας φυσαρμόνικα: Ασκήσεις αυτοπαρατήρησης ενός Έλληνα συνθέτη”.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Συνέντευξη του Κώστα Φωτάκη στον Σωτήρη Κακίση

 Kώστας Φωτάκης (φωτο: Γιάννης Βασταρδής)



Κώστας Φωτάκης:
«Η περίπτωση της Ελλάδας παραμένει μία μεγάλη πρόκληση»…


από τον ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ.


Δεν είναι μόνος του, επιμένει, είναι ένας από τους πολλούς. Ένας από τους λίγους, λέμε εμείς, που στης Ελλάδας το παράξενο επιστημονικό και πανεπιστημιακό τοπίο μπόρεσαν να δημιουργήσουν καταστάσεις πρωτόγνωρες, στην έρευνα, στην ανάπτυξη, στη διδασκαλία. Ο καθηγητής Κώστας Φωτάκης του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο Διευθυντής του Ινστιτούτου Ηλεκτρονικής Δομής και Λέιζερ του Ι.Τ.Ε., αυτού του εντυπωσιακού πια για τα ελληνικά δεδομένα ιδρύματος, αποφασίζει και μας μιλάει εδώ για το πώς μπορεί κανείς να φτάσει στην κορυφή του κόσμου κι από της χώρας μας την παραγνωρισμένη πραγματικότητα, κι από ενός περιφερειακού χώρου την ξαφνικά ανθηρότατη επιμονή.



Από παντού, λέει, έρχονται πια για για των δικών μας γνώσεων τη βοήθεια, για των δικών μας φώτων τη δύναμη, τις άριστες εξειδικεύσεις. Αλλά πιο πολύ για ‘κείνον μετράει, λέει, ενός πολιτικού πολιτισμού η ουσία, το πώς τα οράματα και τα όνειρα μιας επιστημοσύνης με ανθρώπινο πρόσωπο θα συμβαδίζουν με της καθημερινής ζωής τις απλές, σημερινές και του μέλλοντος, ανάγκες.
-----   


-Θα μιλήσουμε για λέιζερ κι αρχαία αγάλματα σήμερα, κύριε Φωτάκη;

ΚώΣΤΑΣ ΦΩΤάΚΗΣ: Γιατί όχι; Εγώ όμως αυτό που πιστεύω πως θά ‘χε μεγάλη σημασία να διαπραγματευτούμε λίγο, κύριε Κακίση, είναι κατ’ αρχήν το μεγάλο ζήτημα που λέγεται «Έρευνα στην Ελλάδα», προοπτικές που διανοίγονται, δυνατότητες που υπάρχουν.

-Και επ’ αυτού ελπίζουμε να μας διαφωτίσετε λίγο.

-Αν μπορώ. Άλλωστε, το Ινστιτούτο στο οποίο βρίσκομαι είναι το «Ινστιτούτο Ηλεκτρονικής Δομής και Λέιζερ». Η Ηλεκτρονική Δομή έχει να κάνει με την ύλη και τα Λέιζερ με το φως, οπότε αναγκαστικά πια
μιλάμε για Ύλη και Φως. Και μάλιστα για πολύ κατευθυνόμενο, και ιδιαίτερα έντονο φως. Όσον αφορά όμως την έρευνα στην Ελλάδα, εγώ θά ‘λεγα πως υπάρχουν, ως συνήθως, αντικρουόμενες απόψεις, εξαιρετικά αντιφατικές μεταξύ τους προσεγγίσεις στο θέμα. Από τη μια πλευρά δε, μια διάχυτη αίσθηση πως είμαστε ουραγοί στον κόσμο, πως τίποτε δεν γίνεται, πως όλα είναι διαλυμένα, ανύπαρκτα.

-Εξαιρετικά επίκαιρο το εν λόγω θέμα...

-Ναι. Κι από την άλλη, κάποιοι ζουν συνεχώς μες σε μυθοπλασίες, πως είμαστε και οι πρώτοι, και καρκίνους θεραπεύουμε, τα πάντα καταφέρνουμε, και σκίζουμε γενικά και στην Επιστήμη.

-Είμαστε, άλλωστε, πρώτοι και στη ...φραπελιά!

-Ακριβώς. Η αλήθεια όμως, ως συνήθως, βρίσκεται κάπου στη μέση. Δηλαδή αυτό που γίνεται και σ’ εμάς στο Ι.Τ.Ε., στο Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, γίνεται και σε άλλα ερευνητικά κέντρα εν Ελλάδι, κι έχει σαφώς αναστραφεί η πορεία προς το θετικό. Εγώ επ’ αυτού θέλω να πω ορισμένα πράματα, χωρίς να μιλήσω κατ’ αρχήν για φοβερές επιτυχίες και διεθνείς θριάμβους. Σ’ εμάς στην Κρήτη τώρα πια έρχονται ερευνητές και φοιτητές για να εκπαιδευτούν και να καταρτιστούν σε θέματα προηγμένης έρευνας και τεχνολογίας από χώρες πολύ μπροστά στην επιστήμη και με παράδοση επιστημολογική και τεχνολογική, κάτι που είκοσι χρόνια πριν θα ήταν αδιανόητο.

-Όπως από πού;

-Από την Αγγλία, από τη Γερμανία, από τη Γαλλία, ακόμα κι από την Αμερική. Μας αναζητούν ακόμα κι από χώρες πολύ μακρινές, όπως από την Ιαπωνία. Ερχονται επιστήμονες στο Ι.Τ.Ε. και σε κάποια άλλα ελληνικά Ερευνητικά Κέντρα, για να ενημερωθούν για τομείς της επιστήμης που πρωταγωνιστούμε. Ακόμη, υπάρχει σημαντική παρουσία Ελλήνων ερευνητών σε ανταγωνιστικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κι η χώρα μας έχει κατακτήσει πλέον σημαντικές πρωτιές, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη αναλογικά ο αριθμός των ερευνητών που διαθέτει.


-Αισιόδοξο αυτό.

-Ναι. Η εικόνα, κι εγώ το πιστεύω αυτό, είναι μάλλον αισιόδοξη. Παρά τις δυσκολίες, και παρά το γεγονός πως ο δρόμος μας ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θά ‘ναι στρωμένος με ροδοπέταλα.

-Παρά, παρά, παρά, πάντα...

-Και παρά τη γενικώτερη ατμόσφαιρα που υπάρχει σήμερα στην Παιδεία μας. Αυτή την ατμόσφαιρα αμφισβήτησης και γενικώτερης απαξίωσης των πάντων, εκμαυλισμού ιδεών, εννοιών και καταστάσεων.

-Το Ι.Τ.Ε. όμως σας, ...με τόσους παίδες Ελλήνων, τι κάνει ακριβώς; Γιατί ο πολύς κόσμος μάλλον δεν ξέρει.

-Το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας ξεκίνησε το 1983 στην Κρήτη. Είναι ένα ίδρυμα με περιφερειακό χαρακτήρα πια, και αποτελείται από επτά ινστιτούτα: στα Γιάννενα ένα, το Ινστιτούτο Βιο-ιατρικής Επιστήμης, και στην Πάτρα, το Ινστιτούτο Χημικής Μηχανικής και Χημικών Διεργασιών Υψηλής Θερμοκρασίας. Τα υπόλοιπα πέντε ινστιτούτα του είναι στην Κρήτη: το ένα μάλιστα από αυτά, το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών, έχει να κάνει με ανθρωπιστικές επιστήμες.

-Όπως;

-Όπως με Τέχνη, Αρχαιολογία,Τουρκολογία, κλπ. Αυτό βρίσκεται στο Ρέθυμνο. Τα άλλα τέσσερα ινστιτούτα είναι στο Ηράκλειο: το Ινστιτούτο Υπολογιστικών Μαθηματικών, το Ινστιτούτο Πληροφορικής, το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιο-Τεχνολογίας, και, τέλος, το δικό μας, το Ινστιτούτο Ύλης και Φωτός που προαναφέραμε.

-Και φαντάζομαι πως όλες αυτές οι επιστήμες συνδέονται μεταξύ τους αναγκαστικά. Όπως εσείς π.χ. με την Τέχνη και την Αρχαιολογία.

-Βέβαια. Κι αυτό που λέτε τώρα ίσως να μην ξέρετε πόσο σημαντικό είναι, κύριε Κακίση. Γιατί σήμερα πια η τάση της επιστήμης περιγράφεται πιο σωστά με τον όρο «διεπιστημονικότητα».

-Ενώ πριν είχαμε φτάσει στην άκρατη εξειδίκευση;

-Και σήμερα χρειάζεται σ’ όλες τις επιστήμες μεγάλη εξειδίκευση, αλλά, ενώ ως τώρα μιλάγαμε για φυσικούς, για βιολόγους, για χημικούς καθαρά κι αποκλειστικά, η σημερινή γνώση κι οι ανάγκες της κοινωνίας, η κατακτημένη ωριμότητα, μας οδηγούν πια στην προσπάθεια συμμετοχής και συνεργασίας διαφορετικών τομέων μεταξύ τους. Μιλάμε για νέες, λοιπόν, κατευθύνσεις και διαμόρφωσεις νέου τύπου επιστημών, που κινούνται στη διεπιφάνεια των παραδοσιακών τομέων.

-Αυτό τώρα, στη βάση της φιλοσοφίας του, δεν μοιάζει πολύ αρχαιο-ελληνικό, κύριε καθηγητά;

-Βέβαια. Αλλά και παλιότερα στα πανεπιστήμια, οι Φυσικές Επιστήμες περιείχαν και Φιλοσοφία, και στηρίζονταν και στην εγκύκλιο παιδεία. Αλλά είχαμε φτάσει ως πριν λίγο καιρό να μιλάμε για Τέχνη και Τεχνολογία π.χ. χωριστά, και να τις θεωρούμε δύο έννοιες αντίθετες σχεδόν, ορθογώνιες μεταξύ τους. Πως δεν συνδέονταν καθόλου, αν κι η ίδια η λέξη Τεχνολογία εμπεριέχει τον «Λόγο περί Τέχνης». Σήμερα όμως πια μπορώ να πως ούτε η Τέχνη, ούτε, πολύ περισσότερο η προστασία κι ανάδειξη της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η Αρχαιολογία, μπορούν να προχωρήσουν αποτελεσματικά μόνες τους, χωρίς  στήριξη από τις φυσικές επιστήμες και την τεχνολογία.. Ο πολιτισμός, άλλωστε, στην εποχή μας περιλαμβάνει την τεχνολογία, αλλά και στηρίζεται και σ’ αυτήν.

-Εκτός, λοιπόν, το ότι καθαρίζετε με λέιζερ τα αγάλματα-

-Ένα λεπτό, μη βιάζεστε. Θα φτάσουμε κι εκεί. Ένα κρίσιμο σημείο που υπάρχει εδώ είναι η αναγκαιότητα ανάπτυξης μιάς κοινής ανάμεσα στις επιστήμες γλώσσας. Πώς δηλαδή ο ιστορικός Τέχνης, πώς ο συντηρητής έργων τέχνης, πώς ο αρχαιολόγος, θα μπορέσουν να συνενοηθούν μ’ έναν φυσικό, μ’ έναν χημικό, μ’ έναν μηχανικό, που μιλάνε μιάν άλλη γλώσσα. Που αντιλαμβάνονται τα πράγματα διαφορετικά. Εκεί είναι το κλειδί. Και θα έλεγα, πως σ’ αυτόν ακριβώς τον τομέα καταφέραμε εμείς εδώ ν’ αναπτύξουμε αρκετά μια κοινή γλώσσα. Και εντός, και εκτός Ι.Τ.Ε. Το ίδιο ισχύει και για τη Βιολογία, που διαδέχτηκε τη φυσική ως επιστήμη του αιώνα. Τον Αϊνστάιν και τους άλλους επιστήμονες των αρχών του 20ου, με τη διάσπαση του ατόμου κι όλες τις άλλες, τεράστιες για την ανθρωπότητα, επαναστάσεις. Σαν το τρανζίστορ, για παράδειγμα.

-Μα και οι Γιακούμπ-Θεοδωρόπουλος, από εδώ πάλι, για Ιατρική αγκαλιά πια με τη Μοριακή Βιολογία μίλησαν.

-Ναι, γιατί στο επίπεδο του μικρόκοσμου, σε ατομικό και μοριακό επίπεδο απομακρυνόμαστε πια από την απλή συμπτωματολογία, και πάμε σε πολύ μεγαλύτερο βάθος, για να καταλάβουμε το αίτιο που οδηγεί σε διάφορες ασθένειες και πώς λειτουργεί η θεραπεία ακριβώς. Οπότε συνδέονται όλα αναγκαστικά με τη Βιολογία, τη Φυσική και τη Χημεία. Όσο για τα λέιζερ, που συμβαίνει εγώ να τα ξέρω κάπως καλύτερα, οι εφαρμογές τους στην Ιατρική ή στη Μοριακή Βιολογία δεν χρειάζεται να πούμε πόσο σημαντικές είναι σήμερα. Ιδιαίτερα για την κατανόηση σε κυτταρικό και μοριακό επίπεδο διαφόρων διεργασιών, που συμβαίνουν στις απαρχές κάθε ασθένειας.


-Δεν μείνατε με τα λέιζερ στους καταρράκτες των ματιών, στις πέτρες των νεφρών και στις αισθητικές προσώπου...

-Τα λέιζερ βοηθούν πια στην κατανόηση της λειτουργίας του νευρικού συστήματος, στο πώς μεταδίδονται τα νευρικά σήματα, στο πώς θα υπάρξουν προηγμένες τεχνικές απεικόνισης για διαγνωστικούς σκοπούς, για την εξαιρετικά έγκαιρη πρόγνωση πολλών ασθενειών. Με πρώτη τη διάγνωση σε πολύ πρώιμα στάδια νεοπλασιών, και την αντιμετώπισή τους με ακτινοβολίες πολύ λιγώτερο επικίνδυνες. Όπου έτσι, μειώνονται κατά πολύ και τα κόστη των θεραπειών. Δεν είναι άρα το μεγάλο μπαμ που ενδιαφέρει: ενδιαφέρει πιο πολύ η συστηματική ανάπτυξη μιας τεχνογνωσίας σε βάθος και μιάς τεχνολογίας ικανής και προσβάσιμης παντού.

-Ήτοι; Κάτι σαν τα τρανζίστορ που λέγαμε;

-Ναι. Για παράδειγμα, έχει μεγάλη σημασία άν στο ιατρείο ενός γυναικολόγου μπορέσεις να έχεις ένα όργανο πολύ απλό και ευπρόσιτο, που θα μπορεί να χτυπάει ένα διαγνωστικό καμπανάκι έγκαιρα, ώστε να βελτιώνει κατά πολύ την ποιότητα της διάγνωσης, π.χ. για τον καρκίνο της μήτρας των νέων γυναικών, ή να μειώνει και τις πιθανότητες λανθασμένης διάγνωσης. Μιλάμε για ένα βήμα πολύ σημαντικό στα χαρακώματα της Επιστήμης, με σοβαρές κοινωνικές προεκτάσεις. Σε συνεπικουρεία βέβαια πάντα με καθιερωμένες μεθόδους όπως το Τεστ Παπανικολάου, που, ουσιαστικά, υπήρξε ένα από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα εφαρμοσμένης επιστήμης στην καθημερινότητα της Ιατρικής. Η στενή συνεργασία μας με συναδέλφους από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστήμιου Κρήτης και του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας του Ι.Τ.Ε. είναι καίριας σημασίας για την επιτυχή παρουσία μας στο πεδίο αυτό.

-Όμως, κύριε Φωτάκη, σ’ ένα τοπίο επιστημονικό σαν το ελληνικό, όπου τα πράγματα, τουλάχιστον σαν γενική εικόνα, δεν ήσαν ποτέ ιδανικά, πώς βρίσκεται μια ομάδα, που τολμάει και δουλεύει όπως εσείς, παραμερίζοντας ακόμα και τη φύση του χαρακτήρα μας τελικά, ώστε να συνεργάζονται τόσα χρόνια πια επιστήμονες τόσο αποδοτικά; Σχεδόν ως ...μη-Έλληνες;

-Ως κάπως ...αλλοδαποί, και χωρίς «αλλοδαπό προπονητή» μάλιστα; Δεν ξέρω αν το πείραμά μας στην Κρήτη θα είχε πετύχει, αν είχε γίνει σε μία από τις μεγάλες και καθιερωμένες πόλεις πανεπιστημιακής διδασκαλίας της Ελλάδας, σαν την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Γιατί εκεί τα πράγματα, ως πιο κατασταλαγμένα, δύσκολα θα επιδέχονταν νέες προσεγγίσεις κι επεμβάσεις. Ξεκίνησε στην Κρήτη,σ’ ένα καινούργιο πανεπιστήμιο τότε, από επιστήμονες, που είχαν έρθει γεμάτοι ενθου-σιασμό και οράματα από διάφορα μέρη του εξωτερικού, κυρίως από την Αμερική. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν έναν μεγάλο ιδεαλισμό, ξέρετε, κι αρχικά ήρθαν για να δοκιμάσουν αν μπορούν κάτι να πετύχουν στην πατρίδα τους, στην Ελλάδα.

-Στην Ελλάδα, που αγαπάμε και μισούμε ταυτόχρονα, σαν στο τραγούδι του ...κρητικού Ρασούλη.

-Δεν απείχαμε και τόσο τότε από το τέλος της Δικτατορίας. Εγώ προσωπικά ήρθα από την Αγγλία, από την Οξφόρδη, όπου βρισκόμουνα στα εργαστήρια Rutherford, με τη μεγάλη ερευνητική εγκατάσταση των λέιζερ. Κι εγώ ήρθα με κάποιον δισταγμό, και με διάθεση δοκιμής τότε. Οι δημιουργοί του Ι.Τ.Ε. πάντως, πέντ’-έξι άτομα που ήδη είχαν καταξιωθεί στο εξωτερικό, ο Λευτέρης Οικονόμου, ο Τάκης Λαμπρόπουλος, ο Φώτης Καφάτος –ο οποίος μάλιστα σήμερα είναι και πρόεδρος στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας της Ε.Ε.-, ο Διονύσης Τσιχριτζής, ο Γρηγόρης Σηφάκης κι ο Γιάννης Παπαδάκης, βοήθησαν εκείνη την εποχή, στην ανάπτυξη των πρώτων δομών του σύγχρονου ερευνητικού τοπίου για την Ελλάδα. Με καθιέρωση μηχανισμών κρίσης ερευνητικών προτάσεων, με τη στήριξη της βασικής έρευνας, με σχήματα ανταγωνιστικά διεθνώς, κ.ά. Με όλα δηλαδή τα στοιχεία εκείνα που μπορεί τελικά να οδηγήσουν σε αριστεία και επιστημονική ποιότητα.

-Ποιότητα, αλλά και ιδιωτική πρωτοβουλία μέσα σε κρατικό πλαίσιο.

-Τώρα, κατά πόσο είναι καλός ο «κρατισμός» ή γιατί όχι «κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός» -για να μιλήσουμε και με όρους τέτοιους- αυτό έχει να  κάνει με το περιβάλλον και τους όρους που επικρατούν σε κάθε περίπτωση. Γιατί διαφθορά μπορεί να υπάρξει παντού, είτε εντός, είτε εκτός Δημοσίου. Δεν υπάρχει πανάκεια, δηλαδή, ούτε μπορούμε να δαιμονοποιούμε ή να αγιοποιούμε την ιδιωτική πρωτοβουλία ή το Δημόσιο κατά το δοκούν. Κι αυτή η ισοπέδωση από τη μία ή την άλλη πλευρά μας ταλανίζει πολύ, ιδίως τον τελευταίο καιρό. Τα άτομα κάθε φορά λειτουργούν με τον άλφα ή βήτα τρόπο, κι η κοινωνία περιέχει όλα τα στοιχεία πάντα, και τα καλά, και τα κακά. Πάντως, το Ι.Τ.Ε. ξεκίνησε τότε, και συνεχίζει ως σήμερα, για την εκπλήρωση τριών κύριων στόχων.

-‘Ητοι;

-Πρώτον, την ποιοτική και ανταγωνιστική βασική και εφαρμοσμένη έρευνα. Τονίζω τη βασική έρευνα, γιατί πολλοί, οι πολιτικοί ιδίως, συχνά την  υποτιμούν. Γιατί η βασική έρευνα δεν είναι κάτι που φέρνει άμεσα ορατά αποτελέσματα, κάτι που να μπορεί να «πουλήσει» σύντομα. Είναι όμως, πέρα από τη σημαντική διεθνή προβολή που μπορεί να προσφέρει, η σοβαρώτερη επένδυση για το μέλλον, κι όλες οι προηγμένες χώρες την προάγουν συστηματικά. Αποτελεί άλλωστε την παρακαταθήκη και τη βάση για εφαρμογές μετά από πέντε ή δέκα χρόνια. Αλλά και στην εφαρμο-σμένη έρευνα δεν σημαίνει πως κάθε τι εξαργυρώνεται κάποτε πρακτικά. Ενα μικρό μόνο ποσοστό επιτυχημένων εφαρμογών οδηγεί σε αυτό που λέμε τεχνολογία. Γιατί ο κόσμος φαντάζεται και τέτοια.

-Ίσως επειδή κι ολόκληρη πια Forthnet ξεκίνησε από σας...

-Είναι σωστό ότι η Forthnet ξεκίνησε από το Ινστιτούτο Πληροφορικής του Ι.Τ.Ε., αλλά μιλάμε πάλι για μια ειδική περίπτωση. Το δεύτερο στοιχείο είναι η σύνδεση της τεχνολογίας με την παραγωγή. Και υπάρχουν ακόμα υγιείς μηχανισμοί για να επιτευχθεί αυτό. Η δημιουργία εταρειών-τεχνοβλαστών όπως η Forthnet αποτελεί στη χώρα μας ίσως το πιο επιτυχημένο παράδειγμα εταιρείας υψηλής τεχνολογίας, που δημιουργήθηκε από Ερευνητικό Κέντρο. Η ανάπτυξη Επιστημονικών Τεχνολογικών Πάρκων δίπλα στα Ινστιτούτα του Ι.Τ.Ε. είναι ένα άλλο εργαλείο που μπορεί να βοηθήσει στην αξιοποίηση της τεχνογνωσίας που παράγεται. Το brain-storming προς την κατεύθυνση αυτή μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο.

-Πώς θα το ονομάζατε ελληνικά το brain-storming;

-«Θύελλα ιδεών », που καμμιά φορά μπορεί να γίνει και «Τρικυμία εν κρανίω » !... Μην ξεχνάμε πως στο Μ.Ι.Τ. και στο περίφημο Media Lab του Νεγκρεπόντε το brain-storming είναι βασικό συστατικό. Η τεχνολογία π.χ, του κινητού τηλεφώνου ή της τηλεόρασης, που τις χρησιμοποιούμε χωρίς ιδιαίτερη σκέψη πια, κάποτε ήσαν όνειρα τρελά. Κι η τεχνολογία που έχει μπει στη ζωή μας και δεν την σκεφτόμαστε καθόλου όταν τη χρησιμοποιούμε, αυτή είναι κι η πιο πετυχημένη τεχνολογία.

-Σαν τους διαιτητές στα παιχνίδια που, αν δεν τους θυμάσαι μετά, έχουνε πάει καλά;

-Ας πούμε. Και ο τρίτος στόχος του Ι.Τ.Ε. είναι η εκπαίδευση κι η κατάρτιση, η ανάπτυξη κι αναβάθμιση των δεξιοτήτων φοιτητών, νέων επιστημόνων και τεχνικών. Γενικώτερα, υπάρχει ήδη πολύ καλό επιστημονικό δυναμικό στα Ερευνητικά Κέντρα της χώρας, κι ελπίζουμε να δημιουργηθεί το νομικό πλαίσιο ώστε να προσφέρει τις υπηρεσίες του και στα ελληνικά πανεπιστήμια. Γιατί καλό πανεπιστήμιο χωρίς άμεση επαφή με ενεργό έρευνα δεν νοείται, αποτελεί κάτι σαν απλό «φροντιστήριο». Ας αξιοποιηθεί επιτέλους το καλό ανθρώπινο δυναμικό που υπάρχει στα Ερευνητικά Κέντρα της χώρας.

-Τι μας εμποδίζει σε όλ’ αυτά, λέτε;

-Στην Ελλάδα, αλλά και σ’ όλες τις άλλες χώρες, η εξέλιξη της Επιστήμης ακολουθεί συχνά μια πορεία ελικοειδή. Πάντα μπορούμε να ελπίζουμε σε κάτι καλύτερο, ακόμα κι όταν βρισκόμαστε, όπως σήμερα ίσως, στο κάτω μέρος μιας ελικοειδούς σπείρας. Το «η Ελλάδα με πληγώνει» πάντως ισχύει και δεν ισχύει για μένα. Δεν το συμμερίζομαι και τόσο αυτό το μόττο, γιατί έχω και την πείρα του εξωτερικού. Παντού υπάρχουν αδυναμίες, ξέρετε. Άλλωστε, η περίπτωση της Ελλάδας παραμένει και μία μεγάλη για όλους μας πρόκληση. Σε πολλά μέρη στο εξωτερικό ίσως να υπάρχουν καλύτερες μισθολογικές προοπτικές, μεγαλύτερη σταθερότητα, λιγότερη αβεβαιότητα. Αλλά για μένα προσωπικά θα ήτανε θλιβερό να αισθάνομαι πως έχω ζήσει μια μέρα, και να γνωρίζω πώς θα είναι όλες οι υπόλοιπες...

-Α, αυτό εδώ γύρω ξεχάστε το!

-Εδώ έχουμε ακριβώς την αγωνία του αύριο, κι είναι σημαντικό μέσα στις συνθήκες αυτές να εξασφαλίζεται η συνέχεια με συνέπεια. Απ’ την άλλη μεριά βέβαια εδώ είναι ευκολώτερο να δει κανείς άμεσα το αποτέλεσμα της προσφοράς του, του έργου που παράγει. Σ’ εμάς π.χ. στα λέιζερ δεν υπήρχε τίποτα πριν. Τώρα όμως υπάρχει γενιά ολόκληρη επιστημόνων, και το πράγμα ανθίζει κυριολεκτικά. Και σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού, αλλά και σε επίπεδο επιτευγμάτων, τεχνολογίας.

-Γιατί, λοιπόν, καταφεύγουν σ’ εσάς τόσοι ξένοι; Θα μας ενημερώσετε επιτέλους;

-Γιατί έχουμε κάποιες επιτυχίες πια με διεθνή ακτινοβολία. Κι η προβολή της χώρας εδώ μετράει πολύ. Άλλο να κερδίζει, θέλω να πω, η ομάδα σου στο Champions League, κι άλλο στο μίζερο, τοπικό πρωτάθλημα. ‘Ετσι κάπως καθιερωθήκαμε στον δικό μας τομέα κι εμείς, να σαν την Εθνική Ελλάδος στο μπάσκετ ή στο ποδόσφαιρο: με κάποιες διεθνείς επιτυχίες. Έτσι μας αναζητά η διεθνής επιστημονική κοινότητα, από τις δημοσιεύσεις μας και την απήχησή τους στο εξωτερικό, και με τις όποιες μας success stories.

-Πείτε μας μία:

-Δεν είναι λίγο ότι ερευνητές μόνο του δικού μας Ινστιτούτου τα δύο τελευταία χρόνια έχουν καταφέρει να κερδίσουν τρία μεγάλα ερευνητικά προγράμματα επιστημονικής αριστείας Marie Curie, κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα σκληρού ανταγωνισμού σε όλη την Ευρώπη. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι σε ολόκληρη τη Γερμανία δόθηκαν μόνο πέντε τέτοια προγράμματα. Θα σας έλεγα ακόμη επιτυχίες στον τομέα των Υλικών, όπως τα Πολυμερή και τα Φωτονικά Υλικά, που έχουν αποτυπωθεί σε διεθνώς καταξιωμένα επιστημονικά περιοδικά όπως το «Science» και το «Nature». Ανάλογες επιβραβεύσεις από την Ευρωπαϊκή Ενωση έχει αποσπάσει η δραστηριότητα του Ιστιτούτου στη Μικροηλεκτρονική. Στα λέιζερ, σε συνεργασία με το τμήμα συντήρησης της Εθνικής Πινακοθήκης και με την Επιτροπή Συντήρησης των Μνημείων της Ακρόπολης, καθιερώθηκαν τεχνικές τέτοιες, όπου τα λέιζερ αποτελούν εναλλακτικό εργαλείο, για τις όποιες επί των μνημείων ή των έργων τέχνης επεμβάσεις. Μιλάμε για δύσκολη ιστορία, βέβαια, γιατί δεν παίρνεις ένα λέιζερ, κι ύστερα λες «πιάνω και καθαρίζω».

-‘Η με βούρτσες, σαν τους Εγγλέζους στα Ελγείνια...

-Ακριβώς. Χρειάζεται πολλή έρευνα και κατανόηση των προβλημάτων των υλικών του κάθε γλυπτού ή έργου τέχνης και των ρύπων που το επιβαρύνουν που, εκτός από τις αισθητικές επιπτώσεις, μπορεί να μειώσουν και το χρόνο ζωής τους πριν γίνει η οποιαδήποτε επέμβαση. Από το Βρεταννικό Μουσείο μας επισκέπτονται συχνά για να ενημερωθούν για τις τεχνικές συντήρησης με λέιζερ που έχουμε αναπτύξει. Αλλά η μεγαλύτερή μας ίσως επιτυχία για μένα είναι το ότι επιλεγήκαμε από πολύ νωρίς, από το ’90 κιόλας, και λειτουργούμε ως μεγάλη ευρωπαϊκή εγκατάσταση λέιζερ στο πρόγραμμα ευρωπαϊκών ερευνητικών υποδομών. Οι ερευνητικές αυτές εγκαταστάσεις διαθέτουν στοιχεία μοναδικότητας όσον αφορά στον εξοπλισμό σε συνδυασμό με αξιόλογη τοπική τεχνογνωσία, ώστε να φιλοξενούν πρωτοποριακά ερευνητικά προγράμματα από ευρωπαϊκά Ερευνητικά Κέντρα και Πανεπιστήμια.

-Ωραία. Ωραία η επιστήμη, κύριε Φωτάκη. Κι η ζωή; ‘Ενας επιστήμονας τόσο απορροφημένος από την επιστήμη του βρίσκει χρόνο για να ζήσει;

-Αυτό τώρα είναι το μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα. Κατ’ αρχήν δεν είμαστε πια επιστήμονες παλιάς κοπής, σαν τον Τόμας Έντισον, ας πούμε, ή τον ...Κύρο Γρανάζη, ο οποίος μόνος του κάθεται κι εφευρίσκει πράγματα στο εργαστήριό του. Είναι σημαντικό να υπάρχει μια ευρύτερη κοινωνική αίσθηση κι ευαισθησία. Γιατί συμβαίνουν και πολλές χοντροκοπιές στις μέρες μας γύρω από το θέμα της Επιστήμης. Μην ξεχνάτε πως λέιζερ που χρησιμοποιούνται σήμερα για θεραπεία στην Ιατρική ή για τον καθαρισμό και την ανάδειξη των έργων τέχνης, είναι τα ίδια λέιζερ που χρησιμοποιήθηκαν στο Βιετνάμ για να κατευθύνουν πυραύλους ως καταδείκτες στόχων. Υπάρχει δηλαδή πάντα το καίριο ζήτημα της χρήσης ή της κατάχρησης της επιστήμης και της τεχνολογίας:  με το μαξιλάρι, στο οποίο κοιμάσαι κι αναπαύεσαι, μπορείς να οδηγήσεις και σε ασφυξία έναν άνθρωπο, να το χρησιμοποιήσεις σαν φονικό όπλο.

-Άρα;

-‘Αρα, η κοινωνική παρουσία, ο μη-απανθρωπισμός, είναι κατά τη γνώμη μου κεντρικά συστατικά μιας ολοκληρωμένης επιστημονικής προσωπικότητας. Και η ευρύτερη πολιτική παιδεία του καθενός μας οφείλει να είναι πάντα στην πρώτη γραμμή.


Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ, ΒΗΜΑgazino, Κυριακή 29 Απριλίου 2007.




Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Αποκλειστικό: Νέες τρυφερές φωτογραφίες της παλιάς Αθήνας




Τέλη του '60 κι εδώ βλέπετε ρομαντικές σκηνές από τη ζωή κάποιων Αθηναίων που λείπουν σε ταξίδι για δουλειές στη Γερμανία. Ζουν τέσσερις-τέσσερις στο δωμάτιο, λέγονται γκασταρμπάιτερς, και στέλνουν χρήματα στους συγγενείς τους ώστε να συνεχίσουν να ζουν στην ρομαντική παλιά Αθήνα, μη χάσουν. Αχ αυτή η μαγική δεκαετία, όπου οι μετανάστες ήταν μόνο περήφανοι Έλληνες και όχι άπλυτοι ξένοι, τι όμορφα που ήταν τότε!







Πατάμε rewind και συνεχίζουμε! Τι όμορφα που ήταν τότε, κοντά στη φύση, ένα όνειρο, μία απόλαυση δροσιάς και νέου Παρθενώνα. Η παλιά Αθήνα του '50 έφτανε μέχρι το Λαύριο κι ακόμα παραπέρα, ως τη Μακρόνησο. Εκεί υπήρχαν οργανωμένα κάμπινγκ, όπου οι Αθηναίοι ξεκουράζονταν κάτω από το φως του φεγγαριού μετά από μία χαλαρωτική μέρα ηλιοθεραπείας στην παραλία. Είχαν και νεροτσουλήθρες, και έφευγαν οι λουόμενοι μέσα σε σακιά με γάτες από τα βράχια στο βυθό... μπλουμ!







Αλλά και το κέντρο της παλιάς Αθήνας ήταν άλλο πράγμα, μια μαγεία! Ο κόσμος ένιωθε ασφάλεια και έβγαινε να περπατήσει στο κέντρο, να κάνει τη βόλτα και τα ψώνια του, να μυρίσει το γιασεμί από τις αυλές. Αδιάψευστος μάρτυρας αυτή η φωτογραφία όπου χαρούμενοι νέοι κουβεντιάζουν και τραγουδούν στο δρόμο, Ιούλιος του '65 θαρρώ, κάτω από το φανταχτερό αθηναϊκό ήλιο. Τώρα, για μπάνιο στο Φλοίσβο πάνε, στην κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα πάνε, θα σας γελάσω...






Δεκαετία του '60 και η παλιά Αθήνα γίνεται σαν καινούργια, γεμάτη αντιπαροχή και πολυκατοικίες. Τι ρομαντικό, οι εργάτες στέκονται μπροστά στο φακό και ανακατεύουν το τσιμέντο ...αυτές ήταν εποχές! Με τον εθνάρχη μας, τον Καραμανλή μας και τους νόμους του, που μετέτρεψαν την ωραιότερη πόλη του κόσμου σε εφιάλτη. Αντιπαροχή και πανωσήκωμα και τα μυαλά στα κάγκελα. Δυστυχώς για όλους μας, το παρόν γεννιέται στο παρελθόν και άρα δεν μπορούμε με τίποτα να ξεχωρίσουμε ανάμεσα στο καλό παρελθόν και στο κακό παρόν, γιατί το ένα γέννησε το άλλο - ό,τι κι αν σου λένε. Αλλά ξέχασα, εδώ μιλάμε για την παλιά Αθήνα, για τρυφερότητα και νοσταλγία, για μικροαστικές ονειρώξεις και κακόγουστα χρυσαυγίτικα βιντεάκια, για την ιστορία στρογγυλεμένη και ανιστόρητη. Εδώ μιλάμε για το ξεδοντιασμένο ρομαντισμό που πουλιέται σαν τα καρπούζια, με το κιλό, και για τον αυτισμό των un-social και anti-social media που φροντίζουν να διασπείρουν την ηλιθιότητα σαν επιδημία. Πάρε κι εσύ τη δόση σου από το πνευματικό μικροαστέξ, κάνε κι εσύ like στη νοσταλγία του ανύπαρκτου τίποτα, νιώσε κι εσύ το ρίγος συγκίνησης για την παλιά Αθήνα που φρόντισαμε να κάνουμε σαν τα μούτρα μας κι αυτή εμάς σαν τα δικά της.

ηρ.οικ.