Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Ο Αντρέας Παγουλάτος για τον υπερρεαλισμό

Ο Παγουλάτος για τον υπερρεαλισμό


(...)
«ο υπερρεαλισμός δεν έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό ούτε άρχισε να υπάρχει από τη στιγμή και μόνο που ο Breton δημοσίευσε το πρώτο αυτό μανιφέστο. Η περίοδος κυοφορίας του άρχισε από τα τέλη ήδη της δεκαετίας του 1910, που σημαδεύτηκε από τον τρομερό Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και τη συνάντηση ενός πρώτου πυρήνα από νέους πρωτοποριακούς ποιητές (André Breton, Louis Aragon, Philippe Soupault, Paul Éluard) που, το 1919 άρχισαν να βγάζουν το περιοδικό Littérature (Λογοτεχνία). Το 1920, εκδόθηκε από το μικρό εκδοτικό οίκο Au Sans Pareil, το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό, όπως θεωρήθηκε, λίγα χρόνια αργότερα, ποιητικό βιβλίο Les Champs magnétiques (Μαγνητικά Πεδία), καρπός της συνεργασίας André Breton - Philippe Soupault. Η ομάδα αυτού του περιοδικού, διευρυμένη και με τους σημαντικούς ποιητές Benjamin Péret, και λίγο αργότερα, Robert Desnos, όχι μόνο συμπορεύτηκε με τους ντανταϊστές, αλλά έγινε, μπορούμε να πούμε, ο "βασικός εκφραστής", για μερικά τουλάχιστον χρόνια, του ντανταϊσμού (:σχηματικά μιλώντας από το 1920 ως το 1922).

Στα τέλη, πάντως, του 1921, σε μια διάλεξη που έκανε στη Βαρκελώνη, με θέμα τους "Χαρακτήρες της σύγχρονης εξέλιξης και τι συμμετέχει σ' αυτή", ο Breton είχε ήδη αναγγείλει το θάνατο του ντανταϊσμού και είχε σκιαγραφήσει τις αρχές του υπερρεαλισμού. Είχε συνοδεύσει εκεί τον Picabia, με αφορμή μια έκθεση έργων του ζωγράφου. Έπαιξε μεγάλο ρόλο, πιστεύω, σ' αυτή την αλλαγή της στάσης του απέναντι στον ντανταϊσμό, το ταξίδι στη Βιέννη, που είχε κάνει, για να γνωρίσει από κοντά τον Φρόυντ, αφού το ενδιαφέρον του για την ψυχανάλυση δεν έπαψε, όλα αυτά τα χρόνια, να μεγαλώνει και να επηρεάζει την ποίησή του, τη σκέψη και τις θεωρίες του. Υπήρξαν, βέβαια, πολλές διαφορές ανάμεσα στους υπερρεαλιστές και τους φροϋδιστές, που αναφάνηκαν, λίγο αργότερα, και σχετίζονταν ιδίως με το γεγονός ότι ο Φρόυντ, οι μαθητές και οι "οπαδοί" του δεν φαίνονταν να πιστεύουν σε μιαν ανατρεπτική δραστηριότητα ενάντια στο οικοδόμημα των αστικών αξιών που στηρίζει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και την εργασία, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και κάθε είδους αλλοτρίωση. Από την εποχή εκείνη, μάλιστα, ως τη δημοσίευση του πρώτου (1924) και ιδίως του δεύτερου μανιφέστου (1930), η σουρρεαλιστική ομάδα δεν έπαψε να διευρύνεται και να αναπτύσσει, όλο και περισσότερο, τις δυνατότητές της σε σχέση τόσο με τη θεωρία, όσο και με την ίδια την πρωτοποριακή υπερρεαλιστική πραχτική (την ποιητική τέχνη), όσο κι αν άρχισαν, με διάφορες αφορμές, οι διαγραφές μελών και τα σχίσματα. Δημοσιεύουν σημαντικές συλλογές ποίησης και δοκιμίων, κριτικές, άρθρα και πολεμικές. Οργανώνουν ή παίρνουν μέρος σε εκθέσεις, κάνουν διάφορα θεατρικού χαρακτήρα δρώμενα, γυρίζουν ταινίες [από τον Ρενέ Κλερ της πρωτοποριακής ταινίας Entr'acte (Διάλειμμα) στον Λουίς Μπουνιουέλ, των πρώτων καθαρά υπερρεαλιστικών ταινιών, που ήταν Ο Ανδαλουσιανός σκύλος και Ο χρυσός Αιώνας].

Έτσι, με τα δύο πρώτα μανιφέστα του υπερρεαλισμού (του 1924 και του 1930) και πιο αποφασιστικά με την έκδοση του περιοδικού Révolution Surréaliste (Υπερρεαλιστική Επανάσταση), και κυρίως με τα πραγματικά σημαντικά ποιητικά βιβλία, τις εκθέσεις και τις άλλες καλλιτεχνικές, κοινωνικές δραστηριότητες της, η αρχική ομάδα περνά βαθμιαία από την ντανταϊστικού τύπου αμφισβήτηση, την άρνηση, την πρόκληση και την ατομική ανταρσία, στην όλο και πιο ουσιαστική κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων, στην όλο και πιο ενεργή συμμετοχή στους διεκδικητικούς και πολιτικούς αγώνες εκείνης της περιόδου». (…)

Ανδρέας Παγουλάτος
"Ογδόντα χρόνια από το πρώτο μανιφέστο του υπερρεαλισμού (1924)", Περιοδικό «Ουτοπία», τ.60, Μάιος-Ιούνιος 2004

Ο Ηλίας Κατσούλης για τον Μάνο Ελευθερίου

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2004

Προσπαθώντας να γράψω ένα κείμενο για τον Μάνο Ελευθερίου (…) κατέβασα cd, έψαξα βινύλια και κάθισα ν’ ακούσω τραγούδια του που ελάχιστα παίζονται πια. Πόσο χρυσάφι κάτω απ’ τη σκόνη της λησμονιάς και του καιρού! Άκουσα τροπάρια για φονιάδες και θυμήθηκα εκείνη την παράξενη Διαθήκη, όπου ο ποιητής περισσότερο φοβάται τι θα του πάρουν παρά αγωνιά τι θα του αφήσουν. Έβαλα δυνατά τα Λαϊκά, έτσι από άχτι που κάποτε τα έβαζα σιγά και κρυφά σ’ απόνερα δωμάτια για το φόβο των «Ελλήνων Χριστιανών». Μπήκα στο Τρένο για την Κατερίνη, στην πρώτη του διαδρομή, δηλαδή εκτέλεση, με τη Δημητριάδη, πριν αυτό το μελαγχολικό τρένο «εκτροχιαστεί» από τους Πυξ Λαξ σ’ εκείνο το υπέρλαμπρο (τόσα αστέρια πια!) cd για την Ολυμπιάδα. Στις Ξένες Πόρτες είδα ξανά αυτόν με το τριμμένο παλτό που ήρθε από την επαρχία και κατάντησε να πουλά λαχεία στις αγορές με την καρδιά να λιώνει σαν το παλιό παλτό του. Σιγοψιθύρισα με την Μπέλλου:

Ο κόσμος είναι σαν μπαξές

κι ειν’ η ζωή σεργιάνι
που ξεκινάς χαράματα
και βράδιασμα σε φτάνει.

Είδα τον Μάνο να συναντά την Ευτυχία (με κεφαλαίο, όχι εκείνη την άπιαστη αφηρημένη έννοια) και στ’ αφτιά μου έφτασε ο αντίλαλος άλλου τραγουδιού.

Δυο πόρτες έχει η ζωή άνοιξα μια μπήκα…
Κι αφού έγραψα το κειμενάκι για το Δίφωνο, ξεκίνησα να ταξιδεύω στον Καιρό των Χρυσανθέμων αντάμα με την ντίβα Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, τον Γεώργιο Πετρίδη και τον Αθαν. Πατρίδη (προσέχω μην μπερδέψω τα ονόματα), τον ωραίο Γεώργιο Ιβάνωφ, τον επίσης ωραίο και θαρραλέο συνάμα Θεοδώρητο (ή Ντόρη) Πεταλά, τη Ρενάτα, την Πιπίνα Βονασέρα, τις αδελφές Γαδ (Καρμέλα και Τερέζα), τον υποβολέα Νικάκη, τον Άγγελο και τη Ζινή (τι ποιητικό όνομα κι αυτό!) Πινά, τη γοητευτική και μυστηριώδη Μοσχάνθη Μαρκαδάκη, τις οπτασίες του Άμλετ και της Οφηλίας, το φάντασμα του Σαίξπηρ, αγγέλους από χιόνι, με όλο το θίασο ορατών και αοράτων - τέλος πάντων - και πλήθος σκιές ανέμων και υδάτων.
Και το πλοίο, μικρό αντίγραφο εκείνου του Fellini, φεύγει…

Ηλίας Κατσούλης

(Περιοδικό "Δίφωνο", τ. 107, Αύγουστος 2004, σελ. 16.)

Μάνος Ξυδούς, 1953 - 2010




Η οικογένεια του ελληνικού τραγουδιού είναι φτωχότερη μετά την απροσδόκητη απώλεια του Μάνου Ξυδούς, που πέθανε πρόσφατα από ανακοπή καρδιάς. Ο Μάνος Ξυδούς γεννήθηκε το 1953 στην Αθήνα και παράλληλα με τις σπουδές του στα οικονομικά άρχισε να ασχολείται με τη μουσική. Συμμετέχει σε εφηβικά ροκ συγκροτήματα, και εργάζεται ως dj στις «Καρυάτιδες» της Πλάκας. Μετά, βρίσκεται στη Minos-EMI, αρχικά ως πωλητής, και ύστερα ως διευθυντής μάρκετινγκ και παραγωγός. Στα τέλη των 1970s και στις αρχές των 1980s υπογράφει την παραγωγή ιστορικών δίσκων καλλιτεχνών όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος και ο Τζίμης Πανούσης. Αλλά και ως μουσικός, γνωρίζει επιτυχία με το συγκρότημα Dreamer and the Full Moon, και το τραγούδι Sandrina, το οποίο κάνει αίσθηση και στο εξωτερικό. Με την ιδιότητα του παραγωγού, το 1989 γνωρίζεται με τα μέλη του συγκροτήματος Πυξ Λαξ, στο οποίο εντάσσεται και γράφει μερικές από τις σημαντικότερες σελίδες της πορείας του στα 1990s. Τραγούδια όπως «Πούλα με», «Δεν θα δακρύσω πια για σένα», και πολλές άλλες επιτυχίες φέρουν την υπογραφή του. Μετά τη διάλυση των Πυξ Λαξ, ακολουθεί τη δική του προσωπική πορεία στη δισκογραφία (Κανάστα, Περιμένοντας το νέκταρ, Βράδιασε τα Ξαναλέμε, Τ’ αστέρια θα ’ναι πάντα μακριά) Συνεργάζεται παράλληλα και με άλλους καλλιτέχνες, όπως ο Πάνος Κατσιμίχας (Μέχρι να πάρεις παγωτό σε βρίσκει ο χειμώνας) και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Προσέχω δυστυχώς). Με σαφές πολιτικό στίγμα, ο Μάνος Ξυδούς βρέθηκε πλάι στη νεολαία και στα κινήματα, με συμμετοχές σε πολλά φεστιβάλ και συναυλίες αλληλεγγύης. Παράλληλα, ενθάρρυνε πολλούς νέους καλλιτέχνες στα πρώτα τους δισκογραφικά βήματα. Τα τραγούδια του και η ακέραιη στάση του αποτελούν φωτεινή παρακαταθήκη σε δύσκολους καιρούς. Η «Εποχή» εκφράζει τα θερμότερα συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους συνεργάτες του.

Σε ανακοίνωσή του, το Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΝ αναφέρει: «Έφυγε νωρίς από τη ζωή ένας σπουδαίος άνθρωπος και δημιουργός, που αγαπήθηκε ιδιαίτερα και τραγουδήθηκε από τη νέα γενιά και άφησε το δικό του στίγμα στη μουσική. Πολύ νωρίς, γιατί μπορούσε πολλά ακόμη να προσφέρει στη μουσική και τον πολιτισμό της χώρας μας». Και το Τμήμα Πολιτισμού του ΚΚΕ επισημαίνει ότι: «Ο Μάνος, με την κιθάρα του, τη μουσική και τους στίχους του, ήταν παρών όπου τον καλούσε το φιλειρηνικό, το νεολαιίστικο, το εργατικό κίνημα. Έδινε το παράδειγμα στους καλλιτέχνες της νέας γενιάς στο πώς μπορεί η τέχνη να αντλεί έμπνευση από τους αγώνες και τις αγωνίες της εργατικής τάξης. Η σεμνότητα, το ήθος και τα τραγούδια του θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη μας».
ηρ.οικ.
(μικρό σημείωμα για την εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ)

Συνέντευξη με τη Δανάη Παναγιωτοπούλου





ΔΑΝΑΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ:

Αποδομώντας τον «άνθρωπο-λογότυπο»



συνέντευξη με τον Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ)


Η Δανάη Παναγιωτοπούλου είναι μια νέα τραγουδοποιός που από τον πρώτο κιόλας δίσκο της, τον «Οίκο Αντοχής» άφησε το δικό της προσωπικό αλλά και βαθιά συλλογικό στίγμα της. Με τον «Homo logotypus», τη δεύτερη προσωπική δουλειά της που παρουσιάσαμε και από τις σελίδες της «ΕΠΟΧΗΣ», αναδεικνύεται πλέον σε μια από τις πιο ριζοσπαστικές και συνάμα ευαίσθητες φωνές της γενιάς της. Ταυτόχρονα, με τη συμμετοχή της στη δισκογραφική εταιρεία yafka records επιχειρεί ένα άνοιγμα στα βαθιά της ελληνικής μουσικής παραγωγής.


- Νέος δίσκος μετά τον «Οίκο Αντοχής». Αλήθεια, ποιος είναι ο homo logotypus;

Ο «άνθρωπος λογότυπο» είναι ένα ανύπαρκτο είδος που αποτελεί εδώ και καιρό το ιδανικό της βιοπολιτικής. Ψευδοεπιστήμες όπως η διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού και η θεωρία της διαφήμισης φαντασιώνονται έναν άνθρωπο στατικό, καθηλωμένο στη βρεφική ηλικία, με εγωτικές παρορμήσεις, βουτηγμένο στη σεξουαλική στέρηση και την ανθρωποφοβία. Σε αυτόν απευθύνονται, αυτός είναι που επιθυμούν να προσλάβουν στις τάξεις τους και αυτός αποτελεί το μέτρο της απόκλισης.

- Ένα μέρος της κριτικής θεώρησε υπερβολική την πολιτική διάσταση στο έργο σου. Τι απαντάς;

Αυτό είναι ζήτημα «γούστου», αν θέλεις. Εμένα, πάντως, με ενοχλεί η αποπολιτικοποίηση της δημόσιας σφαίρας. Ακόμα και στις ειδήσεις η κουβέντα που γίνεται αφορά τα παιχνίδια εξουσίας μεταξύ προσώπων και την οικονομία στην ασφυκτικά στενή της διάσταση – καθόλου την πολιτική. Τα τραγούδια μου προσπαθούν – μεταξύ άλλων – να ξαναδώσουν στις φοβίες που καλλιεργούνται τεχνηέντως την πολιτική τους διάσταση και διατυπώνουν μια δυσφορία – που είμαι σίγουρη ότι δεν είναι μόνο δική μου – απέναντι στην τάξη και τη συμμετρία των ανθρώπινων σχέσεων.

- Ο δίσκος κυκλοφόρησε από τη νεοσύστατη yafka records, την οποία συνδιαχειρίζεσαι. Πώς ξεκίνησε η συγκεκριμένη πρωτοβουλία, και με ποιο σκεπτικό;

Είναι κοινός τόπος ότι ο τρόπος που λειτουργεί η οργανωμένη δισκογραφία εξυπηρετεί όλους τους εμπλεκόμενους πλην των δημιουργών. Αυτό μου ήταν σαφές πριν ακόμα αποφασίσω να ηχογραφήσω τον πρώτο δίσκο. Το ποιος θα τον βγάλει το αντιμετώπιζα ως ένα ζήτημα καθαρά διαδικαστικό που έχρηζε λύσης. Τα δύο χρόνια που ακολούθησαν κατάλαβα ότι και το σύστημα της διαμεσολάβησης (τύπος και ραδιόφωνα) είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό αποδομημένο και εν πολλοίς στρεβλό, και παράλληλα συνάντησα κι άλλους ανθρώπους που μοιράζονταν την ίδια αντίληψη. Κάπως έτσι αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε μια κοινή στέγη, για να αντιμετωπίσουμε τα οργανωμένα συμφέροντα μέσα από μια συλλογική δράση.

- Υποθέτω ότι κι η yafka, όπως και κάθε εταιρεία, θα λειτουργήσει με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. Τι τη διαφοροποιεί από μεγαλύτερες εταιρείες;

Λάθος υποθέτεις. Είναι ένα χειροκίνητο μηχάνημα και όσοι το κινούμε πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός και τα ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Τα οικονομικά μας προβλήματα τα λύνουμε με αλχημείες.

- Στην ετικέτα εντάχθηκαν εκτός από τους δίσκους σου και οι νέες δουλειές του Θέμου Σκανδάμη, των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω και του Άγγελου Αγγέλου. Με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένοι δίσκοι;

Μα αυτοί είναι οι άνθρωποι μαζί με τους οποίους φτιάχτηκε το όλο εγχείρημα. Αυτοί συν τον Παντελή Ραβδά, την Έμη Σίνη και φυσικά το Γιώργο Μητρόπουλο. Δεν τέθηκε ζήτημα επιλογής.

- Τι πρόκειται να εκδοθεί από τη yafka στο άμεσο μέλλον;

Η yafka έχει τρεις άξονες – ο ένας είναι η σύγχρονη δημιουργία, ο δεύτερος είναι η έκδοση αρχειακού υλικού και ο τρίτος είναι το παιδικό τραγούδι. Η λογική μας είναι, νομίζω, εύκολα αναγνώσιμη. Κυκλοφορεί ήδη Η χώρα των πουλιών των Δημήτρη Λέκκα και Γιάννη Καλατζόπουλου (για παιδιά από 2 έως 82 ετών). Είναι η μουσική της παράστασης που ανέβηκε το 2004 στο παιδικό στέκι του Εθνικού Θεάτρου. Ήταν οι Όρνιθες του Αριστοφάνη σε μια διασκευή για παιδιά. Ο Δημήτρης έχει γράψει εξαιρετική μουσική για παιδικό θέατρο πάνω σε κλασικά κείμενα και θα ακολουθήσουν και άλλα έργα του. Πριν τις γιορτές θα κυκλοφορήσουν τρεις ακόμη δίσκοι: το Είμαι ζεν και με ταράζεις του Ηλία Βαμβακούση και της Παυλίνας Κωνσταντοπούλου και η καινούρια δουλειά των Θέρος που έχει τίτλο Στον ορίζοντα καπνός, και από το αρχείο ένα ρεσιτάλ του Σπύρου Σακκά - με τον Γιώργο Κουρουπό στο πιάνο - που ερμηνεύει T.S. Eliot μελοποιημένο από τον Γιάννη Χρήστου, τρία τραγούδια που είχε γράψει ο Μάνος Χατζιδάκις το 1962 για τις Βάκχες που ανέβασε τότε το Εθνικό Θέατρο και Καβάφη μελοποιημένο από τον Δημήτρη Μητρόπουλο. Προσεχώς στο www.yafkarecords.gr


Για το "Σαν προσευχή στην πιο βαθειά εμπιστοσύνη" της Ελισάβετ Καρατζόλη




Ελισάβετ Καρατζόλη
Σαν προσευχή στην πιο βαθειά εμπιστοσύνη
NO LABEL

Η Ελισάβετ Καρατζόλη είναι μια ξεχωριστή παρουσία για τους παροικούντες το ελληνικό τραγούδι, αν και παραμένει μακριά από τα φώτα της ανούσιας δημοσιότητας. Έχοντας συνεργαστεί δισκογραφικά και ζωντανά με μερικά από τα πιο βαριά ονόματα της ροκ σκηνής, όπως ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, κυκλοφόρησε πρόσφατα τον πρώτο της προσωπικό δίσκο που περιέχει δώδεκα τραγούδια, ένα εκ των οποίων είναι διασκευή της γνωστής «Καληνύχτα» του Σωκράτη Μάλαμα. Ξεχωρίζει, με διαφορά και από απόσταση, το «Μου φθάνει ένα παράθυρο», ένα ντουέτο της Καρατζόλη με τον Μιλτιάδη Πασχαλίδη σε στίχους Μάνου Ελευθερίου και μουσική Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη. Επιτέλους και ένα καινούργιο τραγούδι με διακριτό σώμα, που μένει στη μνήμη και - το σημαντικότερο - μπορεί να τραγουδηθεί ατομικά και συλλογικά. Εξαιρετική επίσης η κιθαριστική εισαγωγή στην «Ευχή» των Κίτρινων Ποδηλάτων, και ευπρόσδεκτος ο ροκ δυναμισμός στις «Νύχτες Σιωπής» των Κάρμα.

Κάποια άλλα όμως, όπως το “Blessin’’ με παρωχημένο αγγλικό στίχο που παραπέμπει στο ‘We are the world’ των 1980s, το τηλεοπτικό «Αυθαίρετο» του μάλλον επαναλαμβανόμενου Μαχαιρίτσα, και το επιλογικό «Ανάμνηση» με μια ατυχή light μουσική επένδυση στους φορτισμένους στίχους του Ελευθερίου μάλλον θα ξεχαστούν γρήγορα. Η νεωτεριστική, ηλεκτρική ενορχήστρωση υπογράφεται από τα Κίτρινα Ποδήλατα και προσδίδει σαφή αισθητική ενότητα στο όλο εγχείρημα. Ο άξονας του cd είναι πάντως η ερμηνεία της Καρατζόλη, που εναλλάσσεται με ευκολία από τον δυναμισμό στο λυρισμό και ενσωματώνει τόσο το λυγμό του παραπόνου όσο και την βεβαιότητα της διεκδίκησης. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κάποιος ότι η Καρατζόλη διδάσκει φωνητική για να αναγνωρίσει την άρτια τεχνική και το εντυπωσιακό εύρος της ερμηνείας της. Παρά τα λαθάκια (π.χ. στο οπισθόφυλλο, ο Ελευθερίου εμφανίζεται να γράφει μουσική), η έκδοση είναι καλαίσθητη και περιλαμβάνει τους στίχους και μεγάλο σημείωμα της ερμηνεύτριας. Καλοδεχούμενη είναι τέλος η διάθεση ενός ευρώ από την πώληση του cd για τους σκοπούς γνωστής μη κυβερνητικής οργάνωσης.

Ηρακλής Οικονόμου
(Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ)

Για τη "Mona Lisa" των Στέλλα Γαδέδη και Αντιγόνη Μπούνα



Στέλλα Γαδέδη - Αντιγόνη Μπούνα
Mona Lisa
Lyra

Η Mona Lisa περιέχει δέκα τραγούδια και ένα οργανικό που έγραψε η γνωστή φλαουτίστρια και συνθέτρια Στέλλα Γαδέδη σε στίχους των Πόλυ Κυριάκου, Ζωής Παναγιωτοπούλου, Χριστίνα Αλογογιάννη, και της ίδιας της συνθέτριας. Τα τραγούδια χαρακτηρίζονται από ρυθμική ποικιλία, ενορχηστρωτικό πλούτο - που υποβοηθιέται από τη γενναιοδωρία των πάνω από είκοσι οργάνων - και μία αίσθηση κινηματογραφικής εναλλαγής εικόνων και αισθήσεων. Στιχουργικά, το περιεχόμενο του δίσκου είναι αμιγώς ερωτικό, ενώ πολλά τραγούδια μεταφέρουν αναμνήσεις από το «ελαφρό» τραγούδι με τα ανάλογα μοτίβα. Στην ερμηνεία συναντάμε την - πραγματική αποκάλυψη - Αντιγόνη Μπούνα. Στον πρώτο της προσωπικό δίσκο (συμμετοχή στο «Πάντως ήταν νύχτα» της Γαδέδη), η Μπούνα καταθέτει μια ζεστή ερμηνεία που μετοικεί με ευκολία από το παιχνίδισμα στο παράπονο και από το λυρισμό στη μελαγχολία. Σε μια εποχή όπου το μέτριο ερμηνευτικά μοντέλο του «έντεχνου τραγουδοποιού» τείνει να αναχθεί σε κανόνα, η ερμηνεία της Μπούνα αποκαλύπτει - ή μάλλον ξαναθυμίζει - το συναισθηματικό βάθος στο οποίο μπορεί να ταξιδέψει μια ταλαντούχα και δουλεμένη φωνή. Με το κατάλληλο υλικό και την απόρριψη μιας κάποιας ερμηνευτικής «συστολής», η Μπούνα θα προσφέρει στο μέλλον ακόμα πιο φορτισμένες στιγμές.

Η μοναδική απορία μου συνδέεται με τον όρο «λαϊκά τραγούδια», τον οποίο χρησιμοποιεί η συνθέτρια στο σημείωμα του εσωφύλλου για να περιγράψει τις δημιουργίες της. Αν και μπορεί να γίνει μεγάλη κουβέντα γύρω από τη σημασία του όρου, οι ως επί των πλείστον λάτιν και δυτικοί ρυθμοί, οι τζαζ ενορχηστρώσεις, τα νέο-ρομαντικά στιχουργικά μοτίβα και η διάχυτα ορχηστρική ατμόσφαιρα απέχουν από το «λαϊκό» ως αίτημα και ως αξία. Εξαίρεση προς το λαϊκότερο αποτελεί η στιχουργική της Ζ. Παναγιωτοπούλου που φαίνεται να επηρεάζει και τη συνθέτρια, ιδιαίτερα στα «Το φεγγάρι στην ταράτσα» και «Άσε καλύτερα».

Ηρακλής Οικονόμου
(Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ - "Οι ακροάσεις της Εποχής")

Για το "Γκόλεμ" του Νίκου Χαλβατζή




Νίκος Χαλβατζής
Γκόλεμ
LYRA


Ο τραγουδοποιός Νίκος Χαλβατζής, μόνιμος κάτοικος Κοζάνης, συστήθηκε στο ευρύ κοινό το 2006 όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος «Πλάνο Εξόδου» σε παραγωγή Σωκράτη Μάλαμα. Πρόσφατα, κυκλοφόρησε το «Γκόλεμ», ο δεύτερος δίσκος του, με δέκα τραγούδια. Το ύφος τους κινείται στο χώρο της χαμηλόφωνης, ροκ μπαλάντας, με επιρροές από Μάλαμα έως Queens of the stone age. Αν όμως το ύφος των περισσότερων τραγουδιών είναι γνώριμο, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα υλικά που χρησιμοποιούνται εκτός της βασικής δομής των τραγουδιών: δείγματα ήχων και φωνών, αποσπάσματα από πρόβες και ταινίες, διαφημίσεις επαρχιακού ραδιοφώνου, διάλογοι περί κλειτοριδεκτομής και πολυπολιτισμικότητας. Είναι άγνωστο εάν η αδυναμία έκφρασης των νέων δημιουργών μέσω του συμβατικού καλλιτεχνικού είδους που ιστορικά ονομάζουμε τραγούδι πρέπει να εκληφθεί ως τέτοια, ως αδυναμία δηλαδή, ή ως προτέρημα. Πάντως, ο Χαλβατζής συνθέτει το παζλ των ήχων του με μαεστρία, παραδίδοντας μαθήματα σύγχρονης ενορχήστρωσης. Γεγονός είναι όμως ότι η οχτώ (8) λεπτών παύση στο τελευταίο track ακούγεται ως ξαναζεσταμένο φαγητό, επαναλαμβάνοντας τον πρώτο διδάξαντα Θανάση Παπακωνσταντίνου.


Στα αυτιά ενός άθεου, οι στίχοι ακούγονται αφόρητα θρησκευόμενοι και επαναλαμβανόμενα μεταφυσικοί. Τα θρησκευτικά μοτίβα διαχέονται σε όλο το δίσκο, σε κάθε τραγούδι, σε βαθμό που να καθιστούν το «Γκόλεμ» ένα μονοθεματικό δίσκο: σταυροί, θεόσταλτα ηχεία, θαύματα, ιερά, πίστη, συλλήψεις, ύδατα που υποχωρούν, ο χριστός, και το Σώμα που γεννιέται μέσα από το σώμα. Προφανώς και δεν είναι οι «Ακροάσεις» ιερά εξέταση, προφανώς και κάθε καλλιτέχνης ελεύθερα πρέπει να εκφράζεται και να γράφει. Τι είναι όμως αυτό που ωθεί ολοένα και περισσότερους καλλιτέχνες στην αναζήτηση του μεταφυσικού; Δεν υπάρχουν αρκετά πάθη στη γη μας, τόσα ώστε να μη χρειάζεται να στρέψουμε το κεφάλι μας στον ουρανό; Σε άλλες εποχές, οι συνθήκες που βιώνουμε σήμερα θα γεννούσαν ίσως ένα αμιγώς πολιτικό τραγούδι. Στη σημερινή κοινωνία και στο κυρίαρχο σύστημα μουσικής παραγωγής γεννούν μία στην καλύτερη περίπτωση ηθικο-κεντρική αντίληψη της πραγματικότητας.


Ερμηνευτικά, η φωνή του Χαλβατζή ακολουθεί τα χνάρια του Μάλαμα, ως επί τω πλείστο ψιθυρίζοντας χωρίς εξάρσεις. Αυτό είναι απόλυτα νόμιμο αν είσαι ο Leonard Cohen, αλλά ο Χαλβατζής δεν είναι Cohen. Αντίθετα, στο «τέλος…» η Μαρία Παπαγεωργίου τραγουδά τόσο σπαρακτικά, ώστε να διερωτάται κανείς γιατί οι νέοι τραγουδοποιοί μας επιλέγουν να ερμηνεύουν οι ίδιοι τα κομμάτια τους. Τι προσθέτει στο έργο τους; Γεγονός είναι ότι εδώ και κάμποσο καιρό, η μόδα των τραγουδοποιών που τραγουδούν οι ίδιοι τα πονήματά τους έχει φτάσει στα όριά της. Συνολικά, πάντως, ο Νίκος Χαλβατζής παραδίδει έναν απόλυτα προσωπικό δίσκο, εκφράζει άφοβα ό,τι πρεσβεύει, καταθέτει εξαιρετικά δείγματα πρωτότυπης ενορχήστρωσης, και οικοδομεί το δικό του, ιδιόμορφο μουσικο-ποιητικό κόσμο. Για όλα αυτά, αξίζει της προσοχής και της επικρότησής όλων μας.

Ηρακλής Οικονόμου
(Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ)

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Ο Αριστοφάνης του Λεοντή, ο Λεοντής του Αριστοφάνη





Ο Αριστοφάνης του Λεοντή, ο Λεοντής του Αριστοφάνη


του Ηρακλή Οικονόμου
(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)


Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του έργου «Χελιδών ηδομένη…», της ζωντανής ηχογράφησης της ομώνυμης παράστασης από το Ηρώδειο, κάνουμε μια σύντομη περιδιάβαση στο διάλογο του γνωστού συνθέτη με τον αρχαίο Έλληνα κωμωδιογράφο.



Λεοντής, μουσική για το θέατρο, και το κεφάλαιο «Αριστοφάνης»


Το θέατρο είναι ένας χώρος στον οποίο αισθάνομαι πλήρη ελευθερία δημιουργίας. Είναι μια δουλειά μιας ομάδας ανθρώπων όπου ο καθένας καταθέτει το ταλέντο του: Συγγραφέας, σκηνοθέτης, χορογράφος, ηθοποιοί, σκηνογράφος... Κάνεις έναν πνευματικό διάλογο ουσίας εκεί πέρα. Και αυτό σε βοηθάει και σένα να δημιουργήσεις (Συνέντευξη στη Ρουμπίνη Σούλη, Ριζοσπάστης, 7 Αυγούστου 2005).

Για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, το θέατρο έχει αποτελέσει πρόσφορο έδαφος για να ξεδιπλώσει ο Χρήστος Λεοντής την τέχνη του. Έχοντας γράψει μουσική για πάνω από 100 θεατρικά έργα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, καθώς και για 30 περίπου παραστάσεις αρχαίου δράματος, ο ίδιος μπορεί να θεωρηθεί ως ο κατεξοχήν θεατρικός συνθέτης της έντεχνης-λαϊκής δημιουργίας. Ο Αριστοφάνης κατέχει εξέχουσα θέση στην εργογραφία του συνθέτη, εφόσον σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνονται μουσικές για πολλά έργα του επιφανούς εκπροσώπου της αρχαίας αττικής κωμωδίας (Σφήκες, Αχαρνής, Ειρήνη, Εκκλησιάζουσες, Ιππής, Πλούτος, Λυσιστράτη). Κομβική για ολόκληρο το διάλογο Λεοντή - Αριστοφάνη στάθηκε η συνεργασία του συνθέτη με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν.

Αυτή η συνεργασία ξεκινάει το 1973, με το έργο «Ο Καραγκιόζης παραλίγο Βεζύρης» του Γιώργου Σκούρτη. Η παράσταση έκανε μεγάλη εντύπωση επειδή, επί Χούντας, έβαλλε με σαφήνεια κατά της εξουσίας. Το 1974 ο Λεοντής επενδύει μουσικά κάποια μονόπρακτα του Ηλία Καπετανάκη, ενώ ένα χρόνο αργότερα ακολουθεί η «Τύχη της Μαρούλας» του Δημητρίου Κορομηλά. Ο Αριστοφάνης προκύπτει το 1976, όταν ο Κουν ζητάει από τον Λεοντή να γράψει μουσική για τους Αχαρνής. Οι ζουρνάδες και τα ούτια που ο Λεοντής έχει ήδη χρησιμοποιήσει στον «Καραγκιόζη» του Σκούρτη προκρίνονται και στους Αχαρνής, όντας συμβατοί με την ιδιοσυγκρασία του Κουν. Εξάλλου, ο ίδιος ο συνθέτης θεωρεί τον Κουν ως «φορέα μιας ανατολίτικης ιδεολογίας». Ακολουθεί η «Ειρήνη» το 1977. Οι δύο αυτές εργασίες πάνω στον Αριστοφάνη καθιερώνουν τον Λεοντή ως συνθέτη μουσικής για θέατρο και τον αναδεικνύουν παράλληλα ως εκπρόσωπο μιας ολόκληρης σχολής σε σχέση με την προσέγγιση του Αριστοφάνη, έχοντας απέναντί του τον Μάνο Χατζιδάκι και τις «Όρνιθές» του. Στον κανταδόρικο, αστικό ήχο του Χατζιδάκι, ο Λεοντής αντιπαραβάλλει τον ήχο της αγροτικής ζωής και εμπειρίας.

Στη μουσική προσέγγιση του Λεοντή, ο ακροατής δεν θα συναντήσει στοιχεία επανάληψης και μανιέρας, ούτε όμως και δυσκολοχώνευτες μουσικές επενδύσεις αφηρημένων στιγμών. Οι μουσικές στέκονται κάλλιστα και έξω από τη θεατρική σκηνή, και αποτελούνται καταρχήν από τραγούδια που τραγουδιούνται. Διαθέτουν έτσι μιαν αυτονομία που δεν προδίδει την αρχική λειτουργία τους για το θέατρο. Αλλά και αυτή η λειτουργία τους δεν γίνεται αντιληπτή ως απλή αναπαραστατική λειτουργία περιγραφής εικόνων. Σύμφωνα με τον Λεοντή, «Στο θέατρο υπηρετείς ένα κείμενο στο οποίο … ενυπάρχουνε διάφορες καταστάσεις, ψυχολογικές, συναισθηματικές, ρεαλιστικές, όπου το ένα στοιχείο διαδέχεται το άλλο. Μέσα από εκεί σου δημιουργούνται εικόνες … Άλλος θέλει να την περιγράψει, άλλος θέλει να δώσει μία άλλη διάσταση. Εγώ ποτέ μου δεν φωτογραφίζω εικόνες, προσπαθώ να δώσω τη δική μου διάσταση, ένα άλλο επίπεδο της εικόνας που βλέπω» (Συνέντευξη στα Μ.Π., 12 Ιουλίου 2007). Στέκονται, δηλαδή, αυτές οι μουσικές παράλληλα με το θεατρικό κείμενο και όχι πίσω απ’ αυτό, ως ουρά του. Πάνω απ’ όλα, αντιμετωπίζονται όχι ως μουσικές υποκρούσεις αλλά ως εν δυνάμει εξω-θεατρικά αυτάρκεις συνθέσεις.

Βασικό ερέθισμα στη δουλειά του Λεοντή για το θέατρο, και ειδικά για τον Αριστοφάνη, είναι η προσέγγιση και προαγωγή της «λαϊκής συνείδησης»: «Εγώ δεν κάνω τίποτε άλλο από το να προσπαθώ να ανακαλύψω αυτό που αυθαίρετα ονομάζω "λαϊκή συνείδηση", να το εγκολπωθώ και να το προσφέρω». Ο δημιουργός φεύγει από το ρόλο του ως συνθέτη και έρχεται στη θέση μας, στη θέση του θεατή-ακροατή, κατεβαίνει στην πλατεία, προσπαθεί να δει ολοκληρωμένη την παράσταση. Ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζεται όχι ως πομπός του αισθητικού προτάγματος το οποίο ο συνθέτης καλείται να ακολουθήσει, αλλά ως υποψήφιος δέκτης των προτάσεων του συνθέτη.

Πάνω απ’ όλα, πρόθεση του Λεοντή είναι η εστίαση σε ό,τι ικανοποιεί περισσότερο το αισθητήριό του ως θεατή του έργου, σε μια προσπάθεια σύζευξης της σκηνής με την πλατεία. Γι’ αυτό, εξάλλου, και το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής για θέατρο ο Λεοντής το σχεδιάζει στις πρόβες, βλέποντας και ακούγοντας τους ηθοποιούς, διδασκόμενος απ’ αυτούς και απ’ τα λάθη τους. Αυτό που άλλοι συνθέτες θα θεωρούσαν υποταγή και υποχώρηση, δηλαδή το συγχρονισμό με το βηματισμό του θεατή, ο Λεοντής το θεωρεί πηγή βελτίωσης για τον ίδιο. Κατά βάθος, δηλαδή, το αρχαίο δράμα αντιμετωπίζεται εδώ ως μορφή λαϊκής τέχνης. Ο Αριστοφάνης αλλά και οι μεγάλοι τραγικοί παίρνουν, στα μάτια του Λεοντή, λαϊκούς μύθους και τους μετουσιώνουν σε θεάματα στα οποία ο κόσμος γίνεται κοινωνός του θεατρικού υλικού. Ο Αριστοφάνης, για τον Λεοντή, είναι μια λαϊκή υπόθεση.


«Χελιδών ηδομένη…»


Το 1994, η Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής υπό τη διεύθυνση του Σταύρου Ξαρχάκου παρουσιάζει την παράσταση «Αριστοφάνους Έξοδος» στο «Ρεξ», σε οχτώ συναυλίες. Ο Λεοντής παίρνει τα μοτίβα, τα επεξεργάζεται, αλλάζει τη σειρά τους, συνταιριάζει ρυθμούς και τονικότητες, και σχηματίζει πέντε μουσικές ενότητες. Η φόρμα της κάθε ενότητας είναι πρωτότυπη, καθώς το ένα κομμάτι διαδέχεται το άλλο δίχως διακοπή. Έτσι, φτάνουμε στο καλοκαίρι 2005 όπου σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο ο Λεοντής παρουσιάζει σε ολοκληρωμένη μορφή τη δουλειά του πάνω στον Αριστοφάνη μαζί με άλλα γνωστά του τραγούδια, με τον παράξενο τίτλο «Χελιδών ηδομένη…! και τραγούδια ευφρόσυνα».

Ο τίτλος «Χελιδών ηδομένη» συναντάται ως φράση στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη και υποδηλώνει, σύμφωνα με τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη «χελιδόνι που χαίρεται να τραγουδάει και, ακούγοντας τον εαυτό του, τρελαίνεται από τον σεβντά» (Ελευθεροτυπία, 10 Αυγούστου 2005). Όμως, στην έκδοση που κυκλοφορεί συναντάμε μόνο το …χελιδόνι χωρίς τραγούδια ευφρόσυνα, καθώς η έκδοση εστιάζει αποκλειστικά στον Αριστοφάνη αποκτώντας μια ιδιαίτερα συνεκτική θεματική.

Η «Χελιδών ηδομένη…» δεν είναι ούτε θέατρο, ούτε συναυλία, αλλά μια σύνθετη μουσικοχορευτική παράσταση. Περιλαμβάνει μουσικές και τραγούδια γραμμένα για θέατρο, που λειτουργούν αυτόνομα, έξω και πέρα από το θεατρικό δρώμενο που κάποτε υπηρέτησαν. Το υλικό αντλήθηκε από πέντε παραστάσεις έργων του Αριστοφάνη που είχαν παρουσιάσει το Θέατρο Τέχνης, το Εθνικό Θέατρο και το Θεατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών: τους «Αχαρνής», την «Ειρήνη», τους «Ιππείς», τις «Σφήκες» και τον «Πλούτο». Τα τραγούδια ερμηνεύουν ο Πέτρος Δαμουλής, ο Δώρος Δημοσθένους, ο Γιάννης Κούτρας, η Μαρία Σουλτάτου και η Ιωάννα Φόρτη, με τη συνοδεία της Μικτής Χορωδίας του Δήμου Κηφισιάς υπό τη διεύθυνση του Θανάση Αρβανίτη, καθώς και 17μελούς ορχήστρας με βοηθό μαέστρου τον συνθέτη και πιανίστα Νεοκλή Νεοφυτίδη. Σε όλα κομμάτια συμμετέχει το χοροθέατρο του ΚΘΒΕ σε χορογραφίες του Κωνσταντίνου Ρήγου - ο οποίος επιμελήθηκε και τη σκηνοθεσία της παράστασης - προσδίδοντας μιαν αέρινη, χορευτική διάσταση στο έργο. Το cd με τη ζωντανή ηχογράφηση συνοδεύεται από dvd, στο οποίο το ίδιο ακριβώς υλικό αποτυπώνεται και οπτικά. Το μοντάζ επιμελήθηκαν από κοινού ο συνθέτης μαζί με τον συνεργάτη του Χρήστο Τσαγάκη. Τέλος, η έκδοση περιλαμβάνει και ένα βιβλιαράκι με κείμενα σχετικά με την παράσταση. Με άλλα λόγια, ο Αριστοφάνης του Λεοντή και ο Λεοντής του Αριστοφάνη, όπως αυτοί οι δύο συνυπάρχουν στο έργοΧελιδών ηδομένη» αξίζουν μια θέση στη δισκοθήκη κάθε μουσικόφιλου.

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Στο νέο Δίφωνο






Συνέντευξη Μποφίλιου, Ευαγγελάτου & Καραμουρατίδη, άρθρο-καταπέλτη του Αλέξη Βάκη για το παράνομο downloading, συζήτηση στρογγυλής τράπεζας των Σπύρου Αραβανή και Μιχάλη Γελασάκη με ιδιοκτήτες μουσικών σκηνών, μια "θυμωμένη" αναφορά του Χάρη Βρόντου στη λόγια ελληνική δημιουργία σε επιμέλεια Λιάνας Μαλανδρενιώτη, τον αποχαιρετισμό του Χρήστου Μιχαήλ στον Μάνο Ξυδούς, ένα καλωσόρισμα στη μουσική γενιά του 21ου αιώνα με την υπογραφή του Αντώνη Μποσκοΐτη, συνεντεύξεις με ιδιόμορφες περιπτώσεις εκτός του mainstream όπως ο Βαγγέλης Κατσούλης, ο Πουλικάκος και ο Ψαραντώνης, και ένα δικό μου άρθρο για τα παρεξηγημένα eighties.






Και ναι, ένα cd που περιμένα εδώ και πολύ καιρό είναι πλέον γεγονός. Οι Χειμερινοί Κολυμβητές, άνευ άλλων σχολίων, στη μουσική προθήκη του Διφώνου, σε επιμέλεια Γιάννη Πετρίδη.






Και ο μέγας τζαζίστας Stephane Grappelli με άρωμα κοσμοπολίτικο και ρομαντικό.
ηρ.οικ.

"Πνευματικά δικαιώματα στο διαδίκτυο"





Η εφημερίδα «Εποχή», διοργανώνει εκδήλωση την Τρίτη 4 Μαΐου, στις 8 μ.μ., στο Πολυτεχνείο (αίθουσα Γκίνη), για τα πνευματικά δικαιώματα στην τέχνη και το διαμοιρασμό στο διαδίκτυο. Ομιλητές θα είναι: ο Νίκος Σμυρναίος (λέκτορας του τμήματος επιστημών πληροφορίας και επικοινωνίας του πανεπιστημίου της Τουλούζ) και ο Κωστής Ζουλιάτης (μέλος του μουσικού συγκροτήματος Night On Earth).

Με αφορμή το διάλογο που έχει ανοίξει τον τελευταίο καιρό για τη σχέση πνευματικών δικαιωμάτων και διαδικτύου, καθώς και το κλείσιμο ιστοσελίδων διαμοιρασμού (peer-to-peer), η εφημερίδα «Εποχή» διοργανώνει ανοιχτή συζήτηση για τα πνευματικά δικαιώματα στην τέχνη και το διαμοιρασμό στο διαδίκτυο. Επιδιώκουμε να ενημερωθούμε αλλά και να ανταλλάξουμε απόψεις για τη λειτουργία των ιστοσελίδων διαμοιρασμού.

Ήδη στις προηγούμενες ευρωεκλογές, με την εκλογή του «κόμματος των Πειρατών», διαπιστώσαμε ότι ο διαμοιρασμός αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο που έχει στήριξη από τη νεολαία, και όχι μόνο, σε όλη την Ευρώπη. Η αντίδραση της νεολαίας με το κλείσιμο των ιστοσελίδων διαμοιρασμού ήταν άμεση με πορείες διαμαρτυρίας, συλλογή υπογραφών και δράσεις στις γειτονιές.

Από την άλλη, διαμορφώνεται και μία αντίθετη άποψη, η οποία ορίζει το διαμοιρασμό ως «βλαβερό» για τους καλλιτέχνες και τη βιομηχανία του θεάματος. Η καμπάνια που έχει ξεκινήσει ενάντια στην «πειρατεία» επικεντρώνεται στις επιπτώσεις που έχει η «πειρατεία» στην οικονομική διασφάλιση των καλλιτεχνών. Την περασμένη βδομάδα η Εταιρεία Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων (ΕΠΟΕ) κατηγόρησε τις κινηματογραφικές ομάδες του Πολυτεχνείου Θεσσαλονίκης για παράνομη προβολή ταινιών. Η κοσμητεία επέλεξε αντί να προστατέψει τους φοιτητές, να «διευκολύνει» την εταιρεία και της παρέδωσε τα στοιχεία αυτών που είχαν αναλάβει την ευθύνη της αίθουσας προβολών.

Τελικά πώς μπορεί να εξασφαλιστεί η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων; Ποια είναι η νομοθεσία για το διαμοιρασμό; Ο πολιτισμός «κινδυνεύει» από το διαμοιρασμό; Ποια θα μπορούσε να είναι η λύση για να πάψει η δίωξη των διαχειριστών ιστοσελίδων αλλά και κινηματογραφικών ομάδων, χωρίς να πλήττονται τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών;