Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Συνέντευξη της Τάνιας Τσανακλίδου στη Λιάνα Μαλανδρενιώτη





Τάνια Τσανακλίδου:


"Κατοικώ στον κόσμο του Μάνου"



Τη συνέντευξη πήρε η Λιάνα Μαλανδρενιώτη

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ, 5 Σεπτεμβρίου 2016).




Η Τάνια Τσανακλίδου είναι η ερμηνεύτρια της καρδιάς. Συγκινητική και ευσυγκίνητη ταυτόχρονα είναι ίσως η μόνη που μεταφέρει το κάθε τραγούδι στον κόσμο σαν να είναι δικό της προσωπικό βίωμα, αυτό και κατέθεσε λίγο καιρό πριν στις δύο sold out παραστάσεις της στη Μικρή Επίδαυρο, στις οποίες η τέχνη του τραγουδιού συνάντησε αυτήν του θεάτρου. Το ίδιο θα κάνει και τώρα, στη μία και μοναδική συναυλία της στο Ηρώδειο, μαζί με μία ομάδα εξαίρετων μουσικών (Τάκης Φαραζής, Παναγιώτης Τσεβάς, Τάσος Μισυρλής, Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, Γιάννης Παπαζαχαριάκης). Άλλωστε, στα προσεχή σχέδια της η Τάνια Τσανακλίδου έχει την ερμηνεία της στο θεατρικό μονόλογο «Ο Κατάδεσμος», από το ομότιτλο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη, που θα σκηνοθετήσει ο Αντώνης Μποσκοΐτης και θα μας κρατήσει συντροφιά το χειμώνα.



Πιστεύετε ότι ισχύει αυτό που λένε ότι οι ηθοποιοί λειτουργούν ως οι καλύτεροι τραγουδιστές;

Είναι θέμα γούστου. Προσωπικά γοητεύομαι από τον τρόπο που οι ηθοποιοί τραγουδούν, κυρίως γιατί δίνουν βαρύτητα στο λόγο και δεν ναρκισσεύονται με τη φωνή τους.


Η παράσταση αυτή, αποτελούμενη εξ ολοκλήρου από θεατρικά τραγούδια, ποιες μνήμες «ξύπνησε» στην ερμηνεύτρια Τάνια Τσανακλίδου;

Αγαπώ το θέατρο και τη μουσική από παιδί. Πρωτομπήκα σ’ αυτόν το μαγικό κόσμο το καλοκαίρι του 1963 όταν έπαιξα στην παράσταση «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλο με το θίασο Μυράτ-Ζουμπουλάκη. Πιστεύω ότι αυτή μου η εμπειρία υπήρξε καθοριστική για τις μετέπειτα επιλογές μου. Μπήκα στον κόσμο της μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι και ουδέποτε θέλησα να δραπετεύσω. Εκεί κατοικώ έως και σήμερα που μιλάμε. Υπάρχουν κι άλλα τραγούδια της παράστασης που θα παρακολουθήσετε, όπως τα τραγούδια του «Μορμόλη» που έχουν για μένα βαρύ φορτίο μνήμης και συγκίνησης.













Με ποια τραγούδια θα αναμετρηθείτε για πρώτη φορά στην παράσταση;

Παραπάνω από τα μισά τα τραγουδώ για πρώτη φορά. Είναι τα τραγούδια από τους «Όρνιθες» του Μάνου, η «Μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων», το «Χάθηκα μέσα στη ζωή μου» της Ελένης Καραΐνδρου, το «Απ’ τα κουμπάκια ανάμεσα» του Νίκου Κυπουργού και πολλά άλλα.


Χαρακτηριστικό σας όλα αυτά τα χρόνια είναι ο χώρος που αφήνετε στους μουσικούς σας. Υπάρχει κάποια «συνταγή» για τη χημεία μεταξύ του ερμηνευτή και των μουσικών συνοδών του κάθε φορά;

Δουλεύω συνήθως με μια ομάδα μουσικών που θαυμάζω και εκτιμώ. Νιώθω ευγνωμοσύνη που μου «χαρίζονται» και είναι χαρά μου να τους παραχωρώ το χώρο μου με όλη μου την καρδιά.


Αναρωτιέμαι αν την ώρα που ερμηνεύετε ένα τραγούδι γνωρίζετε τον τρόπο με τον οποίο θα κάνετε το κοινό μέτοχο στα πάθη. Όχι μόνο του καλλιτέχνη πάθη, αλλά και πάθη μιας ολόκληρης κοινωνίας. Σύμφωνα με το ρηθέν «η τέχνη είναι θεραπευτική» νομίζετε ότι αυτό συμβαίνει και με τη δική σας;

Νομίζω, μετράει η ειλικρινής στάση μου απέναντι τους και απέναντι στην τέχνη μου. Δεν βγαίνω στη σκηνή για να κάνω την ωραία ή την σπουδαία. Έχω βυθιστεί μέσα στη ρίζα της ύπαρξης μου, όπου συναντάει κανείς το πανανθρώπινο και του επιτρέπω να πάρει τα ηνία της αφήγησης. Το «εγώ» από ένα σημείο και μετά οφείλει να κάνει στην άκρη. Τότε μόνο η τέχνη μπορεί να θεραπεύει.










Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

Συνέντευξη της Καλλιόπης Βέττα στη Λιάνα Μαλανδρενιώτη




Καλλιόπη Βέττα:


"Η ανάγκη μου να ερμηνεύσω Μίκη Θεοδωράκη είναι διαχρονική"




Τη συνέντευξη πήρε η Λιάνα Μαλανδρενιώτη.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ, 7 Μαρτίου 2016).



Ήταν αναμενόμενο πως μια κάποια στιγμή, μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας, η Καλλιόπη Βέττα θα μας οδηγούσε μέσα από έναν προσωπικό της δίσκο, στους δρόμους της μελωδίας και της ποίησης που χάραξε ο Μίκης Θεοδωράκης. Επίλεκτη του συνθέτη, έχει συνδέσει την καριέρα της με ερμηνείες που της έχει εμπιστευτεί και επάξια βρίσκεται στη λίστα με τις μεγάλες Μαρία Φαραντούρη, Νένα Βενετσάνου, Δήμητρα Γαλάνη, Μαργαρίτα Ζορμπαλά, Μαρία Δημητριάδη. Eνώ η δισκογραφία με έργα του συνθέτη μοιάζει να έχει κορεστεί, αυτός ο δίσκος φέρνει το καινούργιο μέσα από την ιδιαίτερη ερμηνευτική προσέγγιση της Καλλιόπης Βέττα και λειτουργεί σαν βάλσαμο στις δυσκολίες των ημερών. Η συζήτησή μας για την «Εποχή» αφορά τους «Δρόμους του Μίκη» αλλά και πώς τους περπάτησε...


 


Ποια ανάγκη σας οδήγησε στους Δρόμους του Μίκη;

Η ανάγκη μου να ερμηνεύσω Μ. Θεοδωράκη δεν είναι συγκυριακή αλλά διαχρονική. Μου είναι δρόμοι γνώριμοι από την πιο τρυφερή ηλικία και μου έχουν χαρίσει μεγάλη συγκίνηση. Είναι όμως και μια πρόκληση και αναμέτρηση με τον εαυτό μου. Συνεργάζομαι πολλά χρόνια με τον Μίκη Θεοδωράκη όπως και με την ορχήστρα που φέρει τ’ όνομά του και ένοιωσα την ανάγκη αυτή η εμπειρία που αποκόμισα αλλά και ο τρόπος που ερμηνεύω (ή προσεγγίζω) τα τραγούδια του να καταγραφεί σ’ ένα СD.


Από το 1996 που γνωρίσατε και συνεργαστήκατε με τον Μίκη ποιόν θεωρείτε πιο σημαντικό σταθμό της συνεργασίας σας;

Υπάρχουν μερικοί, όχι ένας σταθμός. Δεν θα ξεχάσω τα καλά του λόγια την πρώτη φορά που μ’ άκουσε. Τα κρατάω σαν κάτι πολύτιμο. Ήμουν στην αρχή της πορείας μου ως ερμηνεύτρια και είχαν βαρύνουσα σημασία για μένα. Επίσης δεν θα ξεχάσω τη συγκίνηση που ένοιωσα ερμηνεύοντας τα τραγούδια από το μπαλέτο Ζορμπάς συνοδεύοντας το Γιώργο Νταλάρα, με τη συμφωνική ορχήστρα και χορωδία του Μόντρεαλ του Καναδά υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Sarl Ditois στη Νοτρ Νταμ (1999) και με τη συμφωνική ορχήστρα της Ν. Υόρκης στη Σαρατόγκα (2001). Επίσης, η συνεργασία που είχαμε στην παράσταση «Μίκης Θεοδωράκης, μια ζωή Ελλάδα» το 2004 στο θέατρο «Παρκ» και το 2005-6 στο θέατρο «Βέμπο». Ακόμη «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού», η μουσικοθεατρική παράσταση που έγραψε ο ίδιος και με κάλεσε να συμμετέχω ερμηνεύοντας «Τα Λυρικά» που πρόσθεσε στις παραστάσεις στο «Μπάντμιντον» (2015). Αξέχαστες, επίσης, θα μου μείνουν οι συναυλίες με τη Λαϊκή ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης στην Ελλάδα αλλά και η περιοδεία σε Αυστραλία, Κύπρο, Κωνσταντινούπολη κ.α. Ιδιαίτερο για μένα το αφιέρωμα στο Ηρώδειο για τα 100 χρόνια γέννησης του Γ. Ρίτσου.




 




Δίσκοι με επανεκτελέσεις τραγουδιών του Μ. Θεοδωράκη έχουν κυκλοφορήσει ουκ ολίγοι μέσα στα χρόνια. Ποια πιστεύετε είναι η ιδιαιτερότητα της δικής σας εργασίας;

Στο CD υπάρχουν 11 επανεκτελέσεις τραγουδιών και 2 καινούρια τραγούδια. «Μπροστά στη μαύρη Λεωφόρο» σε μουσική και στοίχους του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ «Της Ρωμιοσύνης Μελωδέ» είναι ο επίλογος του CD, αφιερωμένο στον Μίκη σε στίχους του Στάθη Τζωρτζόπουλου και μουσική του Γιάννη Κ. Ιωάννου που έκανε και τις εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις. Γνώστης πολύ καλός της μουσικής του Μίκη έκανε, θεωρώ, τη διαφορά στον τρόπο που «έντυσε» τους ήχους των τραγουδιών. Άλλαξε πράγματα πάντα με τη σύμφωνη γνώμη του Μίκη και σε πολλά τραγούδια ανέτρεξε στην πρώτη μορφή που είχαν από τον ίδιο τον συνθέτη. Ο Μίκης άκουγε αυτά που γράφαμε και έκανε τις ανάλογες παρατηρήσεις.

Στις ιδιαιτερότητες του CD είναι ότι δεν διαλέξαμε τα προφανή τραγούδια. Υπάρχουν κάποια που δεν είναι τόσο γνωστά. Όσο για το δικό μου τρόπο προσέγγισης, άφησα να με οδηγήσει το συναίσθημα, ο στίχος και η εμπειρία όλων αυτών των χρόνων που ερμηνεύω Θεοδωράκη, ακολουθώντας βέβαια και τις συμβουλές του. Όσο για το βιβλίο, περιέχει ένα πλούσιο υλικό μαζί με τα σημειώματα του Μίκη, δικό μου αλλά και του Γιάννη Ιωάννου που αναφέρει όλες τις λεπτομέρειες αυτής της έκδοσης καθώς και τους στίχους των τραγουδιών.


Στο CD περιέχει κι ένα ανέκδοτο τραγούδι του Μ. Θεοδωράκη. Για κάποιον που δεν έχει προμηθευτεί ήδη το βιβλίο-CD σας, πείτε μας πώς έφτασε στα χέρια σας;

Όπως σας είπα ήδη, ο Γιάννης ήθελε ν’ ακούσει πολλά τραγούδια πώς τα συνέλαβε ο Μίκης στην πρώτη τους μορφή, πολλά μόνο μ’ ένα πιάνο. Σ’ αυτές τις πρόχειρες ηχογραφήσεις ανακάλυψε και αυτό το ανέκδοτο τραγούδι που το έγραψε σε νεαρή ηλικία. Μάλιστα, όπως μας είπε, πήρε στοιχεία από την εισαγωγή του τραγουδιού, που είναι εκπληκτική, και τα πρόσθεσε στην όπερα «Αντιγόνη».


Εν μέσω μιας ασύλληπτης κρίσης της ελληνικής δισκογραφίας, πώς προέκυψε να εκδώσετε βιβλίο-CD και όχι απλά CD;

Το υλικό που είχαμε δεν χώραγε σ’ ένα απλό ένθετο ενός CD. Έτσι προέκυψε η ιδέα του βιβλίου που θα συνόδευε το CD. Παρά την κρίση στη δισκογραφία και τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες, εμείς δεν κάναμε έκπτωση σε τίποτα. Ούτε στο βιβλίο, ούτε στην ποιότητα του ήχου, των μουσικών, του στούντιο κ.λπ. Νοιώθω όμορφα για το αποτέλεσμα και που μπορεί κάποιος να βρει την έκδοση αυτή όχι μόνο στα δισκοπωλεία –που έχουν μείνει ελάχιστα– αλλά και στα βιβλιοπωλεία σ’ όλη την Ελλάδα απ’ τις εκδόσεις Εύμαρος. Και εδώ νοιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω τον «105,5 Στο Κόκκινο» για τη στήριξη και τον Κ. Αρβανίτη που το πίστεψε.


Και τώρα ποιο καλλιτεχνικό απωθημένο σας μένει να εκπληρώσετε;

Έχω πολλά όνειρα. Είναι άλλωστε η κινητήρια δύναμη που πυροδοτείται από την ανάγκη έκφρασης και συνομιλίας με το κοινό.


Σε ποιο βαθμό στάθηκε σύμμαχος στη συνεργασία σας με τον Μίκη η ενασχόλησή σας με την πολιτική;

Εκτός απ’ τον συνθέτη και ποιητή, σέβομαι τον αγωνιστή Θεοδωράκη, το στοχαστή. Οι αριστερές του ιδέες ήταν κοινός τόπος και το να ακούς τις διηγήσεις του για ιστορικά γεγονότα που έζησε είναι απέραντη ευχαρίστηση και μεγάλη ευλογία (ή τύχη).




Συνέντευξη του Τάκη Φάβιου στη Λιάνα Μαλανδρενιώτη






Τάκης Φάβιος:


"Οι μνήμες πρέπει να μένουν ζωντανές"




τη συνέντευξη έλαβε η Λιάνα Μαλανδρενιώτη.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ, 27 Νοεμβρίου 2015).




Δύσκολο το στοίχημα που έβαλε ο Τάκης Φάβιος όταν αποφάσισε να μελοποιήσει τους συγκινητικά αυτοβιογραφικούς στίχους της Αλεξάνδρας Βλάσση Θεοδωρικάκου. Η όλη θεματική του δίσκου μας μεταφέρει πίσω, στα πέτρινα χρόνια, σε δύσκολες εποχές. Η ίδια από 13 ετών μέλος της ΕΠΟΝ και στη συνέχεια αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης στο πλευρό του Δημοκρατικού Στρατού και αργότερα πανταχού παρούσα στους αγώνες για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε στο Τρίκερι και στον Άη Στράτη. Ελευθερώθηκε το 1961. Πιθανά, λοιπόν, η παραίνεση της στιχουργού που διαβάζουμε στο εσώφυλλο του δίσκου: «Οι μνήμες πρέπει να μένουν ζωντανές συνεχόμενες, σημειωμένες σε χαρτί για να διαβάζουν οι νεώτεροι που τόσο διψούν να μάθουν», να οδήγησαν το συνθετικό του οίστρο για να ντύσει αλλά και να αναδείξει μέσα από τη μουσική, τις αξίες που καταγράφονται στο έργο της αντάρτισσας. Με την άντληση από το υλικό της παράδοσης και του δημοτικού μας τραγουδιού ο συνθέτης έδωσε αναμφισβήτητα το χρώμα και την έκφραση που αναλογούν στο πνεύμα και στην ουσία των στίχων. Εύλογα χρησιμοποίησε τον βετεράνο του είδους τον Μπάμπη Τσέρτο καθώς και την Νάντια Καραγιάννη με σπουδαία πορεία στο δημοτικό τραγούδι, η οποία ξεχωρίζει μέσα στο δίσκο με τη σπαρακτική ερμηνεία της στο «Τέσσερα φύλλα έχει η καρδιά». Επίσης, η χαρισματική Πέννυ Ξενάκη και ο ίδιος ο συνθέτης συμβάλλουν στο καλό αποτέλεσμα του εγχειρήματος. Έπαιξαν οι μουσικοί: Γάσπαρης Μαμάς στο κλαρίνο, Γιώργος Τσοκάνης στα πλήκτρα, Γιάννης Τσέρτος στο ακορντεόν, Απόστολος Μόσχος στις κιθάρες. Φωνητικά έκανε ο Τάκης Φάβιος. Η ενορχήστρωση και η ηχογράφηση έγινε από τον Γιώργο Τσοκάνη.

Δύσκολο το στοίχημα του Τάκη Φάβιου, όχι για το αποτέλεσμα της εξαιρετικά εναρμονισμένης μουσικής γραφής του με τη συγκεκριμένη ποίηση, αλλά για την ανεύρεση μέσα στο σύγχρονο ακροατήριο, που όλο και περισσότερο τείνει στα εύληπτα, πρόθυμων ακροατών να εκτιμήσουν μια τόσο σημαντική παρακαταθήκη. Ο δίσκος κυκλοφόρησε από τον «Καθρέφτη».

Ο Τάκης Φάβιος γεννήθηκε στον Πειραιά, είναι βαρύτονος, συνθέτης και ποιητής. Έχει συνεργαστεί με αρκετές ορχήστρες και χορωδίες των Αθηνών. Για τη συνθετική του δραστηριότητα απέσπασε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Ιθάκης. Επίσης, έχει βραβευτεί για το ποιητικό του έργο. Έχει περιοδεύσει στη Γερμανία με τον τούρκο σκηνοθέτη Γιλμάζ Γκιουνέι, ενώ στη δισκογραφία συνεργάστηκε με τους συνθέτες Μιχάλη Τερζή, Κώστα Μυλωνά και Σαράντη Κασσάρα. Από το 2007 διδάσκει σύγχρονο τραγούδι στο Ωδείο «Ορφείο Αθηνών». Για την πρόσφατη δισκογραφική του δουλειά μιλήσαμε μαζί του.




 




Πώς ξεκίνησε η ιδέα της δημιουργίας αυτών των τραγουδιών;


Χαμένος μέσα στο μεγάλο φάσμα των μουσικών ιδεών μου, πάντα έψαχνα ένα κίνητρο που θα με φορτίσει συναισθηματικά για να μπορέσω να πραγματώσω μια ολοκληρωμένη δουλειά. Όπως όλοι γνωρίζουν, σπανίζουν πια οι εκδόσεις τραγουδιστικών έργων με ενιαίο περιεχόμενο. Η γνωριμία με την Αλεξάνδρα Βλάσση Θεοδωρικάκου ήρθε μέσα απ’ το χώρο της Αριστεράς, όπου εκφραζόμαστε κι οι δύο. Μου ζήτησε, με το φοβερό δυναμισμό και την ικανότητα της πειθούς που διέθετε, να επενδύσω μελωδικά, ως τραγουδιστής τις παρουσιάσεις των βιβλίων της. Έτσι, λοιπόν, διάλεξα και επεξεργάστηκα στιχουργικά μέσα από τις συγκινητικές της καταθέσεις κάποια αποσπάσματα που μπορούσαν να γίνουν τραγούδι. Μ’ αυτον τον τρόπο σχηματίστηκε μια ενότητα μελοποιημένων στίχων που σιγά σιγα πήρε το δρόμο της προς τη δισκογραφία.

Για το δυναμικό χαρακτήρα της κας Αλεξάνδρας και για το πόσο με ενθάρρυνε μα και με πίεσε ευγενικά πολλά μπορώ να πω... Διαλέγω όμως ένα ευτράπελο στιγμιότυπο που δείχνει εύγλωττα την επιμονή της να δημιουργεί, να διαδίδει το συγγραφικό της έργο και να ρουφάει με πάθος σταγόνα σταγόνα τη ζωή. Σε μία από τις ανοικτές συνελεύσεις που έκανε κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ στις λαϊκές πλατείες, και συγκεκριμένα στη Νεάπολη της Νίκαιας, είδα με έκπληξη την προχωρημένης ηλικίας κα Αλεξάνδρα, με έναν πάκο από βιβλία, να τρέχει πίσω απ’ τον Αλέξη Τσίπρα για να του τα χαρίσει...


Γιατί σαν συνθέτης διάλεξες το δημώδες ιδίωμα αυτής της δουλειάς και από πού άντλησες εμπνεύσεις;


Πρώτα - πρώτα έπρεπε να υπηρετήσω μουσικά τον περιβάλλοντα χώρο που στήθηκε και θέριεψε το Αντάρτικο. Δεν ήταν άλλος από το βουνό με το γνωστό ήχο της φλογέρας, μα και του αηδονιού που τραγουδάει τροπικούς μουσικούς δρόμους. Κατά δεύτερον, τα στιχάκια της κας Αλεξάνδρας ήταν γραμμένα σε ιωνικό δεκαπεντασύλλαβο, που προσάγει στο δημοτικό τραγούδι. Μα κυρίαρχο γεγονός που συνέτεινε να γεννηθούν μέσα μου δημώδεις μελωδίες είναι οι μουσικές μνήμες από τον βιολιστή πατέρα μου, Χρήστο Φάβιο, που διαλαλούσε τον ήχο του, εκεί κάτω στα μέρη της Μονεμβασιάς Λακωνίας, απ’ όπου και κατάγομαι. Σαν τελευταίο θα αφήσω το γεγονός ότι έχω σπουδάσει βυζαντινή μουσική κι έχω εύκολη πρόσβαση σε αυτές τις κλίμακες.


Γιατί διάλεξες ως συνεργάτες τους συγκεκριμένους τραγουδιστές;


Ας ξεκινήσω από τους Μπάμπη Τσέρτο και Νάντια Καραγιάννη που εκτιμώ πολύ ως τραγουδιστές μα και ως προσωπικότητες. Πρόκειται γιά δύο εργατικούς ανθρώπους που τιμούν με το παραπάνω το επάγγελμα του τραγουδιστή. Σημαντικό ρόλο για την επιλογή μου έπαιξε και η πελοποννησιακή τους καταγωγή, προέρχονται από τα χωριά της Τρίπολης, που, μαζί με την ευέλικτη φωνή τους, μου έδινε τη σιγουριά ότι κατέχουν το μουσικό ιδίωμα του δημοτικού τραγουδιού. Τους εκτιμώ, τους αγαπώ και τους εύχομαι να συνεχίσουν με την ίδια αγάπη και θέρμη την τέχνη που υπηρετούν. Γιά την Πένυ Ξενάκη με την οποία συνδέομαι φιλικά από πολύ παλιά, τι να πρωτοπώ! Μια τραγουδίστρια με προσωπικότητα, αισθαντικότητα και μεγάλες ερμηνευτικές ευκολίες. Συνεργάσιμη, πραγματικό φιλαράκι και αθόρυβη, μα ουσιαστική εργάτρια του ελληνικού τραγουδιού. Διάλεξα τη φωνή της για να εκφράσει το περιβάλλον του μεσοπολέμου μέσα στο οποίο λαμβάνουν χώρα η ιστορίες της κας Αλεξάνδρας.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

Συνέντευξη του Νότη Μαυρουδή στη Λιάνα Μαλανδρενιώτη και την "Εποχή"




Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με μια από τις καλύτερες εποχές του ελληνικού τραγουδιού, την εποχή του Νέου κύματος, ένα μουσικό κίνημα που εξέφραζε ένα αισιόδοξο ρομαντισμό και οι δημιουργοί του είχαν ευγένεια και ήθος. Τα τραγούδια τους λιτά, βασισμένα σε λίγα όργανα, ήταν λυρικά, ερωτικά, κοινωνικά. Ήταν μια γνήσια καλλιτεχνική έκφραση, μια κατάθεση ψυχής και ακούγονταν στις μικρές μπουάτ της Πλάκας.

Ο Νότης Μαυρουδής με την κιθάρα του πρωταγωνιστεί και γράφει με ευαισθησία και ταλέντο τα πρώτα διαχρονικά του τραγούδια όπως το «Άκρη δεν έχει ο ουρανός», «Φώναξε με αγάπη, φώναξε με» αλλά και το «Ήταν μεγάλη η νύχτα» (στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης, ερμηνεία: Σούλα Μπιρμπίλη) που κατέκτησε το 1965 το Α΄ βραβείο στο 4ο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης. Έκτοτε εδώ και έξι δεκαετίες, ο Νότης Μαυρουδής διαγράφει μια πολύπλευρη πορεία στη μουσική, ως συνθέτης, ως δεξιοτέχνης της κλασικής κιθάρας και ως δάσκαλος, ενώ έχει ασχοληθεί με την αρθρογραφία, την συγγραφή, τις εκδόσεις, το ραδιόφωνο και την παραγωγή.

Ο συνθέτης του «Πρωινού τσιγάρου» και του «Ίσως φταίνε τα φεγγάρια» έχει πλούσια δισκογραφία µε 35 προσωπικούς δίσκους, που περιλαμβάνουν έργα για κλασική κιθάρα και τραγούδια µε δηµοφιλείς ερµηνευτές. Έχει πολλές τιμητικές διακρίσεις με πιο σημαντικές αυτή του 1978 στο διεθνές Φεστιβάλ Πολιτικού Τραγουδιού στο Ανατολικό Βερολίνο και στο 11ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στην Αβάνα της Κούβας, αλλά και του 1990 που παίρνει το Α΄ βραβείο στον 12ο διεθνή διαγωνισμό παιδικού τραγουδιού στην Λισαβόνα, με το τραγούδι του «Ο παλιάτσος» και την παιδική χορωδία του Δημήτρη Τυπάλδου. Το 2000 ξεκίνησε τη δισκογραφική σειρά «Café de l’ art», διασκευάζοντας σε µορφή κιθαριστικού ντουέτου διάφορα µουσικά είδη. Ξεχωριστό ενδιαφέρον ανάµεσά τους έχει ο δίσκος «Master Class», στον οποίο ο Μαυρουδής συγκέντρωσε ηχογραφήσεις 29 Ελλήνων κιθαριστών, καταγράφοντας την ιστορία µισού αιώνα κιθαριστικής δισκογραφίας.

Δημιουργός με δυναμική παρουσία σε όλα τα κιθαριστικά - μουσικά - πολιτιστικά δρώμενα της χώρας μας, από το 1983 έως το 1987 εξέδιδε και διηύθηνε το µοναδικό περιοδικό κιθάρας στην Ελλάδα, το Tar, το οποίο, από τον Οκτώβριο του 2006 επαναλειτουργεί σε διαδικτυακή µορφή, στην ιστοσελίδα www.tar.gr.

Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία από τις εκδόσεις Άπαρσις του νέου δίσκου - βιβλίου: Νότη Μαυρουδή «Ξαφνικοί επισκέπτες», η «Εποχή» άδραξε την ευκαιρία να συνομιλήσει μαζί του.

Λιάνα Μαλανδρενιώτη







Η πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου-δίσκου σας αποδεικνύει ότι η καλλιτεχνική δημιουργία δεν μπαίνει στην «καραντίνα». Πώς γράφτηκαν αυτά τα τραγούδια και τι θέλουν να μας πούνε;

Η καραντίνα μάς έκλεισε στο σπίτι κι εμείς (όποιος ήθελε να αντιδράσει δημιουργικά) βαλθήκαμε να «εκμεταλλευτούμε» τον χώρο και τον χρόνο, ώστε να μετουσιώσουμε τον εγκλεισμό σε έργο, σε δημιούργημα ή σε αέρα κοπανιστό... Ξέρετε πως εγώ είμαι προνομιούχος πολίτης αφού με την κιθάρα μου μπορώ να «συνομιλώ» και να βρίσκω συναισθηματικές… φυγές. Δεν είναι λίγο αυτό και επιπλέον, μπορεί να αποβεί σημαντικό όταν το παραγόμενο έργο γεννηθεί καλό και εν τέλει, δισκογραφηθεί.

Έγραψα λοιπόν 13 καινούργια τραγούδια σε στίχους 12 διαφορετικών στιχουργών, οι περισσότεροι των οποίων είναι πρωτοεμφανιζόμενοι και αυτό έχει την ξεχωριστή σημασία του. Νέοι στιχουργοί με ποιότητα· μην το προσπερνάτε. Εν αρχή ην ο λόγος και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ…


Οι Ξαφνικοί επισκέπτες: Έξι σπουδαίοι ερμηνευτές, δώδεκα νέοι στιχουργοί, δωδεκαμελής χορωδία, μουσικοί και συντελεστές προκαλούν ένα δημιουργικό «συνωστισμό». Πόσος χρόνος σάς χρειάστηκε ως μαέστρος για να τους δώσετε το δικό σας τέμπο;

Όλα αυτά τα προαναφερόμενα είναι το υλικό και τα εργαλεία μου. Στηρίχτηκα σε εξαίρετους ερμηνευτές: Ανδρεάτος Γεράσιμος, Δημοσθένους Δώρος, Λέκκας Βασίλης, Λιούγκος Ηλίας, Τουμπάκη Ειρήνη, Τσαϊρέλη Μόρφω. Σε αυτούς προσθέστε την μικτή χορωδία του Αθηναϊκού Ωδείου Ν. Σμύρνης υπό τη διεύθυνση της Αλεξάνδρας Μητσοπούλου, τις ενορχηστρώσεις του Κώστα Παρίσση.

Μου αρέσει η φράση σας «δημιουργικός συνωστισμός» και με εκφράζει απόλυτα. Οι Ξαφνικοί επισκέπτες είναι μια παραγωγή η οποία είναι πολυπρόσωπη. Δεν είναι εύκολο να συγκεντρώσεις τόσα άτομα (γύρω στα 33) που είχαν άμεσο ενδιαφέρον γύρω από τα 13 τραγούδια. Ξαφνικοί επισκέπτες είναι όλοι αυτοί οι συντελεστές κι εγώ με τον στιχουργό-συνεργάτη-φίλο Κώστα Φασουλά, ο οποίος ήταν ο άνθρωπος που μου έδωσε την ευκαιρία της γνωριμίας μου με τους 12 στιχουργούς, οφείλαμε να είμαστε φιλόξενοι.

Οι ηχογραφήσεις όλων των τραγουδιών διήρκησε δύο μήνες και κύλησαν ήρεμα και μεθοδικά. Δουλέψαμε σκληρά επί δυο μήνες και ολοκληρώσαμε τα πάντα δυο μόνο ημέρες πριν από την επιβολή της πρώτης καραντίνας.


Στους δίσκους σας συνηθίζετε την επιλογή πολλών και διαφορετικών ερμηνειών, το ίδιο και αυτός ο δίσκος είναι πολυσυμμετοχικός. Έχετε κάποιο λόγο ως συνθέτης γι’ αυτό;

Ασφαλώς και η πολυσυμμετοχικότητα των ερμηνευτών είναι συνειδητή επιλογή. Από παλιά ακούω μουσική μέσα από δίσκους και ραδιόφωνα. Όσο μπορώ αποφεύγω να ακούω από το διαδίκτυο (λόγω πολύ συμπιεσμένης ηχητικής ανάλυσης) το οποίο, ευτυχώς, έχει μπει πια για τα καλά στη ζωή μας. Πάντα με κούραζε ακουστικά η ίδια μόνη φωνή σε 12 διαφορετικά τραγούδια. Ίδια χροιά, μέταλλο, ηχοχρώματα, εκφραστικά μέσα από έναν ή δύο ερμηνευτές… Μια ομοιομορφία άκρως κουραστική, όσο καλός/ή κι αν είναι ο ερμηνευτής/τρια.

Η προσπάθειά μου ήταν και είναι να αναδειχτούν τα θέματα, ο χαρακτήρας και οι μελωδίες των τραγουδιών και όχι η επιβολή και ματαιοδοξία του κυρίαρχου τραγουδιστή/τριας. Η μονομερής λογική αυτή που επικράτησε πολλές δεκαετίες μεταπολιτευτικά στην ελληνική δισκογραφία (και όχι μόνο), με κούραζε αφάνταστα με αποτέλεσμα να γνωρίζω εκ των προτέρων το τι και πώς θα εξελιχθεί το τραγούδι, πράγμα εξοντωτικό για τα προσωπικά μου γούστα. Ήδη από την δεκαετία του ’70 (προς το τέλος της) άρχισα να χρησιμοποιώ στους δίσκους μου, περισσότερους από τρεις ερμηνευτές. Έφτασα σε δίσκους μου να χρησιμοποιώ ακόμα και εννέα! Στους Ξαφνικούς επισκέπτες είναι έξι ερμηνευτές συν την χορωδία…


Έχετε μελοποιήσει ποίηση μεγάλων Ελλήνων ποιητών, εδώ δώσατε βήμα σε νέους στιχουργούς, ποιο ήταν το κριτήριο σας και τι ακριβώς είναι το τμήμα στιχοποίησης τού Κώστα Φασουλά;

Το βασικό «κριτήριο» είναι η ποιοτική και η ποιητικότητα του στίχου. Γνωρίζετε ασφαλώς πως το ελληνικό τραγούδι ή το είδος τραγουδιού που κι εγώ ακολουθώ και σέβομαι απεριόριστα, είναι η κρυφή ποιητική του δομή η οποία προέρχεται από τους Γκάτσο, Χριστοδούλου, Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσο. Λειβαδίτη κ.ά. Παρατηρώ συνεχώς πως οι νέοι τροβαδούροι, οι οποίοι ξεχωρίζουν από τον πολυπρόσωπο πολτό των καθημερινών τηλεοπτικών stars, στηρίζονται σε έναν σοβαρό στιχουργικό λόγο.

Αυτό είναι και το δικό μου βασικό «κριτήριο» και σε αυτό στηρίχτηκα όταν οι στιχουργοί του δίσκου μου, με την ενεργή συμμετοχή, συντονισμό και ευθύνη του Κώστα Φασουλά στο Μικρό Πολυτεχνείο, μου εμπιστεύθηκαν τα πονήματά τους. Μακάρι αυτή η πρωτοβουλία μου να γίνει γέφυρα για να περάσουν οι στιχουργοί σε άλλες συνεργασίες και επιτεύγματα.


Ως συγγραφέας έχετε ήδη εκδώσει πέντε βιβλία και αρθρογραφείτε στο διαδικτυακό μουσικό περιοδικό Ταρ, ωστόσο, συχνά μέσω του διαδικτύου γράφετε μικρά χρονογραφήματα, μόλις διάβασα το 586. Ποια η ανάγκη αυτού του «δημόσιου ημερολογίου» και ποια είναι η σχέση σας με το διαδίκτυο.

Να διορθώσω, δεν θεωρώ πως είμαι συγγραφέας. Ας διαχωρίσουμε τη λέξη και ας κρατήσουμε το δεύτερο συνθετικό: είμαι «γραφέας»!

Δεν επιδιώκω να συγκαταλέγομαι στους «συγγραφείς» επειδή θεωρώ την λέξη βαρυσήμαντη και φορτισμένη από τόσα φωτεινά μυαλά τα οποία κίνησαν την ανθρωπότητα με τα βιβλία τους. Εν τάξει, έχω εκδώσει βιβλία με κείμενά μου και αυτό είναι κάτι σύνηθες· θα νιώσω συγγραφέας όταν θα ξεχωρίσει ένα βιβλίο μου που θα προέρχεται από το ψύχραιμο κριτήριο των αναγνωστών.

Έχω την ανάγκη να τονίσω πως είμαι κατά βάση, μ ο υ σ ι κ ό ς. Κατέχω τη γνώση και την τεχνική της κλασικής κιθάρας. Γράφω τραγούδια από το 1964, που θέλω να έχουν ιδιαιτερότητα στο κλίμα και την δομή. Ό,τι σκέφτομαι, ό,τι πράττω, έχει ως αφετηρία της αισθητική της μουσικής γλώσσας. Τα τελευταία χρόνια, έχω ανακαλύψει πως η γραφή κειμένων, σε συνδυασμό με την γραφή της μουσικής, με κάνουν, ίσως, πιο σοφό(;), μου δίνουν τα μέσα να εισδύω στις τρύπες και τις χαραμάδες θεμάτων και προβληματισμών που αφορούν πολλούς ανθρώπους, με τους οποίους έχω κοινές αγωνίες και ενδιαφέροντα… Αυτός είναι ο στόχος των κειμένων μου, που τις μοιράζομαι στις σελίδες μου στο facebook και στο www.tar.gr καθώς, σποραδικά και σε άλλα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα.


Σε συνθήκες κορονοϊού, η μουσική και οι μουσικοί της βρίσκονται στην εντατική. Πέρα από το συνδικαλιστικό σας όργανο, εσείς ως δημιουργός αλλά και μουσικός εκπαιδευτικός, τι έχετε να πείτε στην υπουργό Πολιτισμού;

Με την υπουργό έχουμε έρθει σε πολλαπλές συγκρούσεις όχι μόνο εγώ με τα κείμενά μου αλλά ολόκληρος ο κλάδος των καλλιτεχνών, με όλα τα αρμόδια Σωματεία - Ενώσεις - Φορείς. Βέβαια τώρα κάτι πάει να… μπαλωθεί, όμως θα πρέπει να αποδεχτούμε πως έχει εξελιχθεί μια τεράστια τρύπα ανεργίας και πτώχευσης πρωτόφαντη για τα ελληνικά δεδομένα. Δεν είναι καθόλου ευχάριστη η σημερινή φωτογραφία που μέσα σ’ αυτή περιγράφεται η κατάπτωση μουσικών-ηθοποιών και άλλων κλάδων σχετικών με το θέαμα-ακρόαμα. Θα ήταν καλό, το αρμόδιο υπουργείο να σοβαρευτεί και οι επικεφαλής τού κάθε τομέα να λάβουν υπόψη πως το μουσικό κίνητρο, η δημιουργία, οι όποιες μουσικές δράσεις είναι ανθρώπινες ανάγκες για να εκφράσουμε την ψυχή μας, αλλά συγχρόνως και για να ζήσουμε· κι όχι για χόμπι…


Η συνέντευξη του Νότη Μαυρουδή στη Λιάνα Μαλανδρενιώτη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Εποχή" στις 26 Δεκεμβρίου 2020.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

Ο Θάνος Μικρούτσικος για το "Ανεμολόγιο"

 



Απόσπασμα συνέντευξης του Θάνου Μικρούτσικου στο κυπριακό περιοδικό "Ανατροπή" και στους συντάκτες του Αλμπέρτο Φλωρεντίν και Δάφνο Οικονόμου. Δυστυχώς το αρχείο που έπεσε στα χέρια μας δεν αναφέρει ούτε ημερομηνία έκδοσης ούτε αριθμό τεύχους - συγνώμη για την παράλειψη αυτή.



Μας έκαναν μεγάλη εντύπωση οι στίχοι του «Ανεμολόγιου». Το τραγούδι κυκλοφόρησε την εποχή του περίφημου «τέλους της ιστορίας». Ήταν τυχαίο που το διαλέξατε για εισαγωγή στη συναυλία σας;

Όχι δεν είναι τυχαίο και το κάνω τα τελευταία χρόνια συνεχώς. Πρέπει να είναι πολύ ειδικό το κοντσέρτο για να μη το κάνω. Είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια.

Στην τέχνη και το τραγούδι – τουλάχιστον αυτό που κάνω και υποστηρίζω εγώ – το ιδεολογικό περιεχόμενο ενός τραγουδιού δεν δίνεται μόνο από το κείμενο. Το κείμενο πριν την μελοποίηση σημαίνει κάποια πράγματα. Μετά την μελοποίηση μπορεί να σημαίνει και αυτά και κάποια άλλα. Γιατί η μελοποίηση δικαιώνεται – και σ’ αυτό είμαι κάθετος – όταν μπορεί να αποκαλύπτει και κάποιες κρυμμένες πλευρές του ποιήματος. Αν δεν συνέβαινε αυτό, τότε η μελοποίηση θα ήταν άχρηστη ή δευτερεύουσας σημασίας.

Όμως ειδικά το «Ανεμολόγιο», και πριν και μετά την μελοποίηση, έχει χαρακτηριστικά που παραμένουν. Περιγράφει όχι το «τέλος της ιστορίας» του κ. Φουκουγιάμα – σαφώς δεν είμαστε στο τέλος της ιστορίας – οπωσδήποτε όμως είμαστε στο τέλος μιας συγκεκριμένης εποχής, και κυρίως της κατάρρευσης του αντίπαλου δέους.

Ενδεχομένως κάποιοι από μας, όχι ως προφήτες αλλά ως αναλυτές, να το βλέπαμε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Υπήρχαν θεωρητικοί που είχαν διαπιστώσει φαινόμενα στον λεγόμενο «υπαρκτό σοσιαλισμό» τα οποία προοιώνιζαν αυτή την εξέλιξη. Άλλοι είχαν μιλήσει για αστική τάξη νέου τύπου, άλλοι για μια γραφειοκρατία που γίνεται πια ένα στρώμα, με δικά του συμφέροντα. Η κάθε μια από αυτές τις τοποθετήσεις έχει την αξία της. Νομίζω πως καμιά δεν εξηγεί απολύτως το φαινόμενο, αλλά συμβάλλει στην εξήγηση του, που φαινόταν δια γυμνού οφθαλμού.

Γι’ αυτό και εμείς στα νιάτα μας άλλοτε τρέξαμε προς την Κίνα, άλλοτε προς τον Τρότσκι, ή προς άλλες κατευθύνσεις αναζητώντας απεγνωσμένα τη λύση του προβλήματος που υπήρχε στις χώρες του «σοσιαλισμού».

Αυτό το τραγούδι λοιπόν περιγράφει άλλοτε σαρκαστικά, με τον τρόπο που εκφέρω τις φράσεις του, άλλοτε με μία πίκρα, άλλοτε με μία επιθετικότητα και, τέλος, με μία μικρή αισιοδοξία στο τελευταίο δίστιχο. Βλέπει ένα φωτάκι ελπίδας για το μέλλον, το όποιο – οφείλω να πω – δεν είναι από όλους ορατό.

Να πω ότι το κείμενο είναι του Κώστα Τριπολίτη, ενός πολύ σπουδαίου ανθρώπου της τέχνης που γράφει και στοίχους – σιδερένιους στοίχους. 


Το τραγούδι έχει πολλές αναγνώσεις. Από τότε που πρωτοπαίχτηκε έχουν γίνει πολλά. Έχει αλλάξει το αίσθημα της πίκρας? 

Η δεκαπενταετία που πέρασε είναι γεμάτη από γεγονότα, με τη διαφορά ότι είναι δύο ειδών: Η μία κατεύθυνση είναι τραγική. Όποιος έλεγε πριν βομβαρδιστεί η Γιουγκοσλαβία ότι θα βομβαρδιζόταν ευρωπαϊκό κράτος, θα τον στέλναμε στο ψυχιατρείο. Αυτό έγινε, και το εκπληκτικό είναι ότι έγινε και από ευρωπαϊκές χώρες. Στην πρωτοκαθεδρία οι ΗΠΑ, αλλά οι ευρωπαϊκές χώρες, ειδικά στη περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, έβαλαν το χεράκι τους: Στο διαμελισμό της, στο βομβαρδισμό της Σερβίας, στη διάλυση της ραχοκοκαλιάς της Γιουγκοσλαβίας. Ήρθαν μετά το Αφγανιστάν, το Ιράκ, η τρομοκρατία – με εισαγωγικά ή χωρίς. Όλο αυτό το σκηνικό είναι μαύρο.

Έχουμε όμως και μια άλλη ιστορία. Έχουμε το Πόρτο Αλέγρε, έχουμε αυτό το ξεκίνημα, έστω χωρίς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αυτό ίσως είναι και θετικό σ’ αύτη τη φάση, που είναι ίσως η μοναδική αντίδραση από την οποία θα μπορούσε να ξεκινήσει η ανατροπή, που είναι και ο τίτλος του περιοδικού σας.

Τι γίνεται όμως με τούτη τη γενιά που ζει σήμερα, με την επόμενη γενιά, μέχρι να γίνει αυτή η ανατροπή. Δεν πρέπει να παλέψει κανείς ώστε να ζήσουνε οι άνθρωποι καλύτερα; Αυτό είναι ένα ερώτημα στο αριστερό και μαρξιστικό κίνημα από την εποχή των Γκράμσι –Τολιάτι. Εποχή δηλαδή λίγο προπολεμική, μεσοπολεμική και μεταπολεμική. Ανατροπή με βίαια μέσα ή ο δρόμος των αλλαγών, της μεταρρύθμισης; Ο δρόμος των μερικών αλλαγών, μπορεί να πει κάποιος, δεν έβγαλε πουθενά. Μπορεί επίσης κάποιος να πει ότι για 30, 40 χρόνια αυτή η πίεση δημιούργησε κάποιες καλύτερες καταστάσεις, έλυσε κάποια προβλήματα της καθημερινότητας αλλά όχι την ουσία του προβλήματος. Την ουσία του προβλήματος δεν την έλυσε ποτέ. Δεν άλλαξαν οι κοινωνίες και θα έλεγα ότι είναι πιο κοντά στην αλήθεια ότι ενσωματώθηκαν και μεγάλα κομμάτια του αριστερού κινήματος μέσα σ’ αυτή τη συγκεκριμένη κοινωνία. 

Δεν κράτησαν την υπόσχεση τους για μεταρρυθμίσεις… 

Κοιτάξετε, το ζήτημα της αλλοτρίωσης – και σε επίπεδο προσωπικό και σε επίπεδο ομαδικό – είναι ένα πράγμα που είδαμε τα τελευταία 30 χρόνια με πολλή ένταση. Αυτό είναι μεγάλη συζήτηση, γιατί κινδυνεύει κανείς να θεωρήσει ότι αλλοτριώθηκε το σύμπαν. Δεν είναι έτσι, αλλά πάντως, σε επίπεδο κομμάτων της ευρωπαϊκής αριστεράς, έχουμε δει ότι τελικά τα περισσότερα απ’ αυτά έχουνε γίνει στοιχεία του συστήματος. 

Άρα συμπέρασμα: Υπάρχει η μαύρη εκδοχή της ιστορίας και υπάρχει και η ελπίδα. Στο «Ανεμολόγιο» – χωρίς να θέλω να πω ότι όλα περιέχονται σ’ αυτό το τραγούδι, για τ’ όνομα του θεού και της παναγίας – νομίζω υπάρχουν και οι δύο εκδοχές. «Την παρθενιά της επανορθώνουμε σφιχτά με ράμματα, την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο». Από την άλλη μεριά, «έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε» – «κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος».

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Μαραμή (2014)






Δημήτρης Μαραμής: «Να μην σε απασχολεί καθόλου η επιβράβευση από τους άλλους»




Συνέντευξη στον Ηρακλή Οικονόμου
Πρώτη δημοσίευση: Το Περιοδικό, 10 Ιουνίου 2014


Είναι ένας ιδιαίτερα εκφραστικός και παραγωγικός συνθέτης, με πλούσιο έργο στη σύνθεση τραγουδιών αλλά και μουσικής για το θέατρο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η «Αισθηματική ηλικία», ο 7ος προσωπικός του δίσκος που, όπως και οι προηγούμενοι, βασίζεται στη μελοποίηση ποίησης. Ευτυχώς, ο ίδιος φροντίζει να δίνει συχνά αφορμές για να κουβεντιάσεις μαζί του. Θέμα μας τα ταξίδια - στην παιδική ηλικία, στην ποίηση, στο Κάρντιφ, και αλλού. Ο κύριος Δημήτρης Μαραμής!



Ποια υπήρξε η «Αισθηματική ηλικία» για σας; Την βιώνετε ακόμα;

Τη βιώνω όπως την αναπνοή μου. Τη στιγμή που θα πάψω να τη βιώνω θα πάψω και να ζω. Πάντα ανατρέχω στην πιο παιδική μου, την πιο αισθηματική ηλικία. Αυτή είναι και η αληθινή πατρίδα μου: η παιδική ηλικία. Εργάζομαι με συνέπεια για να μη προδώσω τα όνειρα που είχε το παιδί που ήμουν κάποτε. Αυο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽σθηματικόποτε. Για αυτ και να τό το παιδί είναι ο φάρος μου και ο εργοδότης μου. Δε θέλω να του στερήσω την ανόθευτη χαρά, την έκπληξη, τον ενθουσιασμό. Είναι φοβερά δύσκολο να κάνεις πράξη αυτό που περιγράφω, αλλά είναι εφικτό. Η αισθηματική ηλικία δεν ενηλικιώνεται ποτέ. Η λέξη «ηλικία» βέβαια εκφράζει συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Το ιδανικό θα ήταν η Αισθηματική ηλικία να μη σταματά για να ξεκινήσει σιγά σιγά η φθορά του καθαρού αισθήματος και η ενσωμάτωση στη ψυχρή πεζότητα και καθημερινή προσποίηση.ν του﷽﷽﷽﷽﷽ και να


Το άγχος της καριέρας και της επιτυχίας, η αγωνία της επιβίωσης σε μία μέχρι αηδίας ανταγωνιστική κοινωνία, αφήνει χώρο και χρόνο στο νέο άνθρωπο για συναισθήματα δίχως μεζούρα και υπολογισμό;

Όποιος έχει εκπαιδευτεί να υπηρετεί αυτή την κοινωνία κι έχει προσκολληθεί στην επιτυχία της αποδοχής από τους άλλους, έχει αυτόματα χάσει την ποιότητα της ζωής του. Η εποχή, η κοινωνία, το κράτος, η μόδα, τα τηλεοπτικά πρότυπα, όπως θέλετε πείτε το, δε θέλει ανθρώπους αληθινούς με αισθήματα κι στικτα.﷽﷽﷽με λετε πεστε το δε θέ χει ένστικτα. Θέλει μαριονέτες, ανελεύθερους υπηρέτες. Υπάρχει χώρος και χρόνος για αισθήματα, για ελεύθερη σκέψη, για γνήσιες συμπεριφορές, για έρωτα, αρκεί να βρίσκει ο καθένας τον εαυτό του. Να μην τον απασχολεί καθόλου η επιβράβευση από τους άλλους, αλλά να ακούει την αναπνοή του, την καρδιά του, το αίμα του στις φλέβες.







Αν και η πρώτη ύλη των τραγουδιών και της μουσικής σας είναι το πολύ έντονο, το πολύ πρωταρχικό συναίσθημα, έχετε καταφέρει μέχρι σήμερα να αποφύγετε το μελό. Ποιο είναι το μυστικό;

Το μελό είναι κιτς κι αστείο. Το μελό έχει ενδιαφέρον αν θες να αυτοσαρκαστείς ή να ειρωνευτείς. Το αίσθημα και η συγκίνηση δεν είναι ούτε μελό ούτε κιτς. Βασική μου πρόθεση στη σύνθεση των τραγουδιών μου είναι η απλότητα. Τα τραγούδια μου εγώ προσωπικά, τα θεωρώ ελαφρά. Ελαφρά με τέχνη όμως, που εμπεριέχουν μέσα τους σύμβολα, αινίγματα και μυστικά. Επίσης δεν είναι προκατασκευασμένα για να αρέσουν ή να ικανοποιήσουν συγκεκριμένες ανάγκες. Ρέουν, όταν έρθει η ώρα τους, από τον εσωτερικό κόσμο μου, με ότι κρύβει αυτός μέσα του. Το έντονο με ενδιαφέρει, και το πάθος. Όμως ό,τι και να είναι το υλικό μου και τα συστατικά μου, η φόρμα είναι που τα κάνει να λειτουργήσουν και να ισορροπούν.


Το ποιητικό διαβατήριο του νέου δίσκου σας γράφει Ασλάνογλου, Λαπαθιώτης, Τριβιζάς, Γκανάς. Με ποια κριτήρια επιλέξατε τους σταθμούς του ταξιδιού σας, και τι συναντήσατε στον καθένα απ’ αυτούς;

Εδώ μιλάμε για ολόκληρους κόσμους· τους κόσμους των ποιητών. Καταρχάς και οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι είναι μεγάλοι ποιητές - ο καθένας με τις εμμονές του και τα υπόγεια πάθη του. Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου με το αμείλικτο αίσθημα, με τη θανάσιμη μοναξιά του, με τις υγρές εικόνες του, με την τραγωδία του ανικανοποίητου πόθου του. Πόσες ανθρώπινες ψυχές περιγράφει άραγε ο Ασλάνογλου με την ποίησή του! Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης από την άλλη, ο μέγας λυρικός, γόνος πλούσιας οικογένειας μες στο μεσοπόλεμο, ναρκομανής, ομοφυλόφιλος και την ίδια στιγμή κομψός, δανδής περπατώντας στη φτωχική Σταδίου κάθε βράδυ σαν ένας άλλος Όσκαρ Ουάϊλντ μέχρι να αυτοπυροβοληθεί μόνος του. Ο Μιχάλης Γκανάς ένας σημαντικότατος σύγχρονος ποιητής με ρίζες από το δημοτικό τραγούδι, το Σολωμό έως και τον Ελύτη ο οποίος όμως αγγίζει και συγκινεί με μοναδικό τρόπο ενώ οι στίχοι του έχουν χιλιοτραγουδηθεί. Ο Γκανάς καταφέρνει με τις πιο απλές λέξεις, χωρίς εγκεφαλικά περίτεχνα κατασκευάσματα, να χτίζει κόσμους με βαθιά δραματικότητα και να διεισδύει στην καρδιά. Και ο Σωτήρης Τριβιζάς, ο μεγάλος μελαγχολικός κι ευαίσθητος, που αγωνίζεται να ξορκίσει το θάνατο με το να αναγεννά το σύμπαν με τον ποιητικό του λόγο, να δημιουργεί ατμόσφαιρες με έμφυτη τη μουσική μέσα τους.


Εκτός από τα ποιητικά ταξίδια, υπάρχουν όμως και τα πραγματικά! Σπουδάσατε πιάνο και σύνθεση στο Royal College of Music. Πώς σας φάνηκε η Ουαλία;

Η Ουαλία ήταν η προσωπική μου όαση. Ήταν το σκασιαρχείο μου από κάθε πεζότητα. Εκεί έγραφα μουσική για τρεις θεατρικές παραστάσεις κάθε χρόνο, έδινα ρεσιτάλ κλασσικού πιάνου, είχα παρουσιάσει έως και μία όπερα δωματίου. Ζούσα τα όνειρά μου αν και νοσταλγούσα την Ελλάδα. Βρεχόμουν στις μελαγχολικές βροχές, χανόμουν στις ομίχλες, χάζευα τους νυχτερινούς συννεφιασμένους ουρανούς με το θολό φεγγάρι.


Στη συνέχεια μεταπηδήσατε στο Λονδίνο. Ποιο είναι το σάουντρακ αυτής της τερατώδους μεγαλούπολης, και κατά πόσο γοητευτήκατε απ’ αυτό;

Το Λονδίνο αντανακλά μία ξεπεσμένη αυτοκρατορία. Είναι μια συντηρητική πόλη που όμως επιτρέπει την τρέλα να βασιλεύει σε διάφορες γωνιές και γειτονιές της. Το Λονδίνο επιτρέπει την ανατροπή, μια πόλη ολόκληρη είναι ένα θέατρο. Ευρώπη και μη Ευρώπη. Σύγχρονη και παραδοσιακή. Δημοκρατική αλλά και με μία δεσπόζουσα βασίλισσα στη μέση. Ευγένεια και σαρκασμός, χιούμορ και σνομπισμός, ελευθερία και σωβινισμός. Πόλη ερωτική; Σεξουαλική; Ρομαντική; Δεν ξέρω. Φυσικά και γοητεύτηκα και θα μπορούσα να ζω στο Λονδίνο, αν και προτιμώ πόλεις που έχουν λιμάνια και είναι κοντά στη θάλασσα.σει﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ δικ










Πάντως, φαίνεται ότι παρά τη φοίτησή σας στον Βορρά - ή και εξαιτίας αυτής - ο Νότος, η Μαδρίτη, ο Λόρκα μίλησε μέσα σας με την ίδια ένταση. Πότε και πώς συναντηθήκατε για πρώτη φορά με την Ιβηρική;

Έχω έντονα μέσα μου τον Οδυσσέα. Γοητεύομαι φοβερά από την ανατολή αλλά γράφω δυτικότροπα, είμαι ξεκάθαρα μεσογειακός, ανήκω στο νότο αλλά συνεργάζομαι και συνεννοούμαι τέλεια με τους βόρειους. Ακολουθώ το ένστικτο και είμαι παρορμητικός, οπότε είναι φυσικό να έχω έντονη σχέση με τους μεσογειακούς λαούς και ειδικά με τους Ισπανούς που έχουν κι αραβικό αίμα μέσα τους από τα πολύ παλιά χρόνια. Δημιουργικά, η σχέση μου με την Ισπανία ξεκινά από πολύ νωρίς. Στη Μαδρίτη όμως παρουσίασα τη δουλειά μου το 2011.


Με το ταγκό και το δίσκο Ay Amor περάσατε και τον Ατλαντικό. Λατινοαμερικάνικη η φόρμα, σε έναν δίσκο που κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ . Τι κάνει ένας έλληνας συνθέτης με τους ισπανούς ποιητές του στη Νέα Υόρκη;

Δοκιμάζεται σε ένα νέο ακροατήριο, ανοίγει τα φτερά του, επιτρέπει την έμπνευσή του να πειραματιστεί σε νέες φόρμες. Να δώσει και να εισπράξει τις νέες εμπειρίες. Να σπάσει τα σύνορα, να ενώσει τον κόσμο και να ενωθεί μαζί του. Μόνο όμορφα αισθήματα γεννήθηκαν από την επαφή με το αμερικανικό κοινό, το οποίο εκτίμησε πολύ αυτό που κάνω.


«Απόψε χιόνισε πολύ / στην πολιτεία / Αγάπες και κρύσταλλα / χυμούν μες στη νύχτα». Σε ποια πολιτεία σας χίμηξαν οι αγάπες, κύριε Μαραμή; Σε ποιο μέρος σας βρήκε η νύχτα;

«Η πόλις θα σε ακολουθεί» λέει ο Καβάφης. Αυτό σημαίνει ότι την πόλη μας τη χτίζουμε μέσα μας και την κουβαλάμε μαζί μας. Σε τούτη την κώχη τη μικρή βρίσκεται ένας ολόκληρος κόσμος από μνήμες κι αισθήματα.

Σε ποιο μέρος; Σε κάποιο άγνωστο δρόμο μες στην Αθήνα μία ζεστή νύχτα του καλοκαιριού; Μες στη νυχτερινή βροχή με τις λάμπες του δρόμου σαν πίνακα του Βαν Γκογκ στο Κάρντιφ; Στο χώμα ξυπόλητος μία νύχτα του Αυγούστου στην Επίδαυρο; Ξημερώματα Δεκέμβρη μες στην ομίχλη με μία πόλη φάντασμα, τη Θεσσαλονίκη; Στη μεταμόρφωση της Νέας Υόρκης βράδυ του Οκτωβρίου με τα σύννεφα να χρωματίζονται μπλε και μωβ από τα φώτα των γιγαντιαίων κτιρίων; Στον Πόρο όταν ο Θεός πιάνει τα πινέλα του το σούρουπο και ζωγραφίζει την ωραία κοιμωμένη πάνω στις κορφές των βουνών; Η μες στο φεγγάρι της Κρήτης; Παντού κι όλα εδώ, μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο με ένα πιάνο. Σε μια μικρή κώχη.






Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020

Παναγιώτης Καλαντζόπουλος: "Κατάλαβα εγκαίρως ότι η παραγγελία ήταν δυνατότερη από την έμπνευση"




Από συνέντευξη του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου στον Αντώνη Περιβολάκη

Όλη η συνέντευξη ΕΔΩ



Έχετε κάνει μουσικές σπουδές στη Δύση. Η μουσική που κάνετε όλα αυτά τα χρόνια ανήκει στο Μεσογειακό κλίμα που μόλις περιγράψατε;

Έχω κάνει κιθάρα με τον Γεράσιμο Μηλιαρέση, μπουζούκι με τον Γεράσιμο Κλουβάτο που έγραψε το «Άναψε το τσιγάρο, δώσ΄ μου φωτιά»… Κατόπιν, πήγα στο Λονδίνο κλασσική κιθάρα με πολλούς καθηγητές αλλά κυρίως γνώρισα και με γοήτεψε ο Julian Bream. Πήγα στο Παρίσι και έκανα κι εκεί κάποια πράγματα στην Ecole Normale de Musique de Paris. Πάντως πέρασα κι εγώ την κρίση μου. Γύρω στον δεύτερο με τρίτο χρόνο άρχισε κάτι να με σπρώχνει να τα παρατήσω και να γίνω μπουζουκτσής (κάτι σαν καθυστερημένος εφηβικός καυγάς με τον πατέρα στον οποίο ανακοινώνεις ότι θες να τα παρατήσεις όλα για χάρη του μπουζουκιού). Εκεί βέβαια, ο πατέρας μου σοφά μου είπε «κάνε ό,τι θέλεις, αλλά μην γυρίσεις μετά από δέκα είκοσι χρόνια και μου ζητήσεις τα ρέστα γιατί δεν σε σταμάτησα…». Έβαλα την ουρά κάτω απ΄ τα σκέλια, πήρα το αεροπλάνο και γύρισα στην Αγγλία να τελειώσω αυτό που άρχισα. Έτσι πλησίασα τον Γεράσιμο Κλουβάτο στην συνοικία της Λαμπρινής κοντά στο Γαλάτσι. Βέβαια, δεν υπήρξα ποτέ καλός μπουζουκτσής και εγκατέλειψα το … σπορ γυρίζοντας στη κιθάρα στην οποία νομίζω πως τα καταφέρνω μάλλον καλά. Έτσι λοιπόν ήμουν ένα υβρίδιο ανατροφής από «Κονσερβατουάρ» και από Λαικοδημοτικά. Πάντα είχα μια τεράστια εκτίμηση σε αυτοδίδακτους μουσικούς, Τσιτσάνη, Λέννον και Μακ Κάρτνευ. Αυτοί οι τρεις άνθρωποι ήταν το «Ευ ζην» για μένα. Σήμερα πια είμαι ένας μουσικός που γράφω μουσική σχεδόν για όποιον μου το ζητήσει γιατί κατάλαβα εγκαίρως ότι η παραγγελία ήταν δυνατότερη από την έμπνευση.


Με ρίξατε τώρα με αυτό που είπατε…

Θα καταλάβεις: η παραγγελία γέννησε για μένα τα ωραιότερά μου τραγούδια. Για παράδειγμα, το μεν “Summertime in Prague” γράφτηκε για μια διαφήμιση που δεν παίχτηκε ποτέ και έτσι αργότερα βρέθηκε στα «Φτηνά Τσιγάρα». Το δε τραγούδι «Με τα Μάτια Κλειστά» γράφτηκε σε ένα βράδυ για μιά τηλεοπτική σειρά το «Εσύ αποφασίζεις». Μάλιστα το έγραψα μέσα σε μεγάλο θυμό γιατί προηγήθηκε ένα δυσάρεστο τηλεφώνημα. Εν τούτοις προέκυψε το τραγούδι ακριβώς όπως το ακούτε σήμερα και μέσα σε μία μόνο ώρα. Ή, ας πούμε για το τραγούδι «Λευκό μου Γιασεμί», το έγραψα σε διακοπές στη Μυτιλήνη, καθώς έλαβα ένα τηλεφώνημα από έναν παραγωγό που ήθελε επειγόντως ένα τραγούδι για τη σειρά «Μια ζωή για την Έλσα». Όντας 20 Αυγούστου σε διακοπές το μόνο που κατάφερα ήταν να αγοράσω μια παιδική κιθάρα των 30 ευρώ που την έχω ακόμη για γούρι. Έτσι μέσα σε δύο πρωινά Αυγουστιάτικων διακοπών έγραψα δύο από τα ωραιότερα μου τραγούδια που προέκυψαν από πιεστικές παραγγελίες.



Πηγή: Συνέντευξη του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου στον Αντώνη Περιβολάκη, Δίφωνο, Απρίλιος 2009 και ιστολόγιο Enantiodromia, Ιούλιος 2011.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Ο Θάνος Μικρούτσικος για τον Αριστοφάνη και τη μουσική για το θέατρο






«Η μαγεία της θεατρικής μουσικής εξαρτάται από τη λειτουργικότητά της»



Ο Θάνος Μικρούτσικος για τον Αριστοφάνη και τη μουσική για το θέατρο




τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου


Το 2010, με αφορμή ένα άρθρο για τις μουσικές για τον Αριστοφάνη για το περιοδικό Δίφωνο, είχα στραφεί στον Θάνο Μικρούτσικο. Και υπήρχε σοβαρός λόγος γι’ αυτό. Η σχέση του με τον Αριστοφάνη ξεκινά με τις Θεσμοφοριάζουσες, το 1978, για το Λαϊκό  Πειραματικό Θέατρο, περνά το 1983 στο Women in Power, μια διασκευή στις Εκκλησιάζουσες και στους Ιππείς, κορυφώνεται το 1984 με την Ειρήνη του Σπύρου Ευαγγελάτου, και συνεχίζεται ξανά με Θεσμοφοριάζουσες (1985), Εκκλησιάζουσες (1998, 2012) και Αχαρνής (2005). Η κουβέντα γρήγορα επεκτάθηκε στη μουσική για το θέατρο συνολικά, όπου η παρουσία του Θάνου Μικρούτσικου υπήρξε εκτεταμένη με έργα για κάτι λιγότερο από 90 παραστάσεις. Με εξαίρεση μια παράγραφο που συμπεριλήφθηκε στο άρθρο του 2010, το κείμενο παρέμεινε μέχρι σήμερα ανέκδοτο.

Η ανάρτηση, που δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή επιθεώρηση Marginalia - Σημειώσεις στο Περιθώριο,αφιερώνεται στη μνήμη του μεγάλου δημιουργού, που από τον Δεκέμβριο του 2019 έπαψε να βρίσκεται ανάμεσά μας.



Στον Αριστοφάνη, με απόλυτη ειλικρίνεια μιλώντας, πολύ απλά με έφερε η έννοια της παραγγελίας. Μου πρότειναν να γράψω μουσική για τις Θεσμοφοριάζουσες τη δεκαετία του ’70. Εκτιμούσα ιδιαίτερα την εποχή εκείνη τον σκηνοθέτη και το θέατρο που μου το πρότεινε – επρόκειτο για το Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο το οποίο τη δεκαετία του ’70 ήταν το πιο ενδιαφέρον θέατρο στην Αθήνα, και τον Λεωνίδα Τριβιζά που είχε γυρίσει πριν από 3-4 χρόνια από το Παρίσι. Και έκανα μουσική για μια παράσταση η οποία πιστεύω ότι την εποχή εκείνη ανέτρεπε όλα τα δεδομένα στο ανέβασμα του Αριστοφάνη όπως το είχαμε συνηθίσει, είτε από τις παραστάσεις τις κλασικές του Εθνικού Θεάτρου τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, είτε βεβαίως από την εξαιρετική άλλη εκδοχή του Κάρολου Κουν που ως αποκορύφωμα έχει τους Όρνιθες.

Ήρθε λοιπόν μια τρίτη άποψη, του Τριβιζά και του Λαϊκού Πειραματικού Θεάτρου, για ένα άλλο ανέβασμα του Αριστοφάνη. Είχα δουλέψει με τον Τριβιζά για κάποιες παραστάσεις το ’76 και το ’77 και αποδέχθηκα ευχαρίστως την πρόταση και την πρόκληση να γίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Θυμάμαι ότι ο γυναικείος Χορός, που είχε για κορυφαία τη Μάγια Λυμπεροπούλου, λειτουργούσε πολύ «αρσενικά» γι’ αυτό και η μουσική μου ήταν με πολύ βαριά πατήματα. Και βέβαια η παράσταση και η σκηνοθεσία έπαιζαν σε πάρα πολλά επίπεδα – πολλά θέατρα εντός του θεάτρου. Ως αποτέλεσμα, έπρεπε να γράψω με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, να υπάρχει μεγάλη ποικιλία στη φόρμα, με τον κίνδυνο να μην ενοποιείται το αποτέλεσμα. Ενοποιήθηκε χάρη στη σκηνοθεσία, χάρη στο συγκεκριμένο παίξιμο των ηθοποιών και χάρη στο γεγονός ότι έδωσα ιδιαίτερη έμφαση στο να συνδέω τις διαφορετικές φόρμες μεταξύ τους.






Ήρθε η επόμενη δουλειά με το Women in Power του Άγγλου δραματουργού και σκηνοθέτη Τζον ΜακΓκραθ στο περίφημο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, σε ένα θέατρο που λεγόταν Seven Eighty Four (7:84). Ο τίτλος του θεάτρου είχε να κάνει με το ότι το 7% των Εγγλέζων κατέχουν το 84% του πλούτου. Ήταν ένα πολιτικό θέατρο, μετα-Μπρεχτικό, το οποίο μάλιστα το 1982 είχε πάρει το βραβείο του καλύτερου θεάτρου στην Αγγλία, συμπεριλαμβανομένου του Εθνικού Θεάτρου, του Σεξπιρικού Θεάτρου κλπ. Σπουδαίος θίασος. Κάναμε λοιπόν το Women in Power που ήταν μία σύμμειξη – αλλά με έναν τρόπο εξαιρετικό από τη μεριά του ΜακΓκραθ – των Εκκλησιαζουσών και των Ιππέων. Το έργο είχε στοιχεία επιθεώρησης, θα έλεγα, διότι υπήρχε μια κριτική – ιδιαίτερα στους Ιππείς – στη Θάτσερ με έναν πολύ υψηλού επιπέδου λογοτεχνικό τρόπο ως προς τη διασκευή. Εκεί η μουσική μου ήταν εντελώς διαφορετική από τις Θεσμοφοριάζουσες. Έφτανε στα όρια της τζαζ.

Και έρχεται την επόμενη χρονιά, το 1984, η Ειρήνη του Αριστοφάνη, που θεωρώ ίσως από πλευράς σκηνοθετικής σύλληψης την ιδιοφυέστερη παράσταση μετά τους Όρνιθες του Κουν που έχει γίνει ποτέ στον Αριστοφάνη, μέχρι και σήμερα που μιλάμε. Και έγινε από τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Η παράσταση αυτή τοποθετείτο ως εξής: το αρχικό σκηνικό (όλα αυτά στην Επίδαυρο…) είναι ένα κατεστραμμένο μπαρ ή music hall, με τις καρέκλες ανάποδα, και εμφανίζονται κάποιοι στρατιώτες απροσδιόριστου πολέμου με χλαίνες. Δεν ήξερες αν είναι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ή ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ή κάποιος άλλος πόλεμος, τοπικός ή διεθνής. Οι στρατιώτες φοβισμένα μπαίνουν σ’ αυτό το μπαρ και αρχίζουν να βάζουν τα καθίσματα στη θέση τους – όλα αυτά με αργές κινήσεις, πάντα στην Επίδαυρο, το τονίζω, και με μια μουσική καμπαρέ από μένα. Και αποφασίζουν, για να πάρουν θάρρος για αυτή την καταστροφή που ήδη είχε υποστεί η χώρα τους, ο χώρος, η ανθρωπότητα, να παίξουν την Ειρήνη του Αριστοφάνη. Η άποψη αυτή του Ευαγγελάτου όπως και η μετάφραση του Παύλου Μάτεσι, αλλά και όλος ο τρόπος – πρωταγωνιστούσε ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, αν θυμάμαι καλά – με ώθησαν να κάνω μια μουσική αποκλειστικά καμπαρέ, η οποία έβγαινε από την ιδέα.

Το παν στο θέατρο είναι ό,τι χρησιμοποιήσεις να αιτιολογείται. Αν δεν αιτιολογείται, είναι απλώς μια ιδέα του μυαλού. Όταν αιτιολογείται, μπορεί να είναι το οτιδήποτε: και στην Επίδαυρο καμπαρέ, και στον Αριστοφάνη καμπαρέ, και στον Ευριπίδη κάτι άλλο. Έχουμε συνηθίσει στις παραστάσεις του αρχαίου δράματος – κι από σημαντικούς σκηνοθέτες – σε κάποιες αυθαιρεσίες οι οποίες δεν αιτιολογούνται. Ένα τσιγάρο, ας πούμε, παπούτσια αθλητικά κλπ. Όταν αιτιολογούνται, τότε όλο αυτό λειτουργεί με έναν εκπληκτικό αφομειωμένο τρόπο διότι τα κείμενα είναι πάρα πολύ σημαντικά και διαχρονικά.

Η μουσική στο θέατρο είναι μουσική υπό περιορισμό. Όταν κάθεσαι σπίτι σου να γράψεις ένα κουαρτέτο εγχόρδων ή έναν κύκλο τραγουδιών, επί της ουσίας δεν σε περιορίζει τίποτα. Όταν όμως είσαι στο θέατρο, περιορίζεσαι από δύο παραμέτρους πολύ ουσιαστικές, που αν δεν τις λάβεις υπόψη σου και ιδιοφυή μουσική να κάνεις θα έχεις αποτύχει. Η πρώτη παράμετρος είναι το κείμενο. Η δεύτερη και κυριότερη παράμετρος είναι η σκηνοθετική άποψη. Αυτά τα πράγματα προσδιορίζουν τη μουσική φόρμα ή φόρμες με τις οποίες θα λειτουργήσεις κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Αυτό το στοιχείο κάνει τα πράγματα εξαιρετικά γοητευτικά γιατί, κακά τα ψέματα, η δυτική μουσική εδώ και 900 χρόνια είναι μουσική υπό περιορισμό. Τα αριστουργήματα όλα έχουν δημιουργηθεί μέσα από περιορισμούς. Ο Μπετόβεν ή ο Μότσαρτ ή ο Μπαχ περιοριζόντουσαν πάρα πολύ – όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό δεν ξέρει τι του γίνεται. Περιοριζόντουσαν ακόμα κι από το γούστο του χρηματοδότη τους. Και βρήκανε ευκαιρία, μ’ έναν καταπληκτικό τρόπο χάρη στην ιδιοφυία τους, να παράσχουν τις ιδέες τους μέσα στον περιορισμό μιας φόρμας που τους επιβλήθηκε. Αν δεν τους επιβαλλόταν αυτή η φόρμα, θα ήταν άνεργοι. Και όχι μόνο θα ήταν άνεργοι αλλά δεν θα μας είχαν δώσει κι αυτά τα αριστουργήματα. Ο συνθέτης γενικότερα στη μουσική – πόσο μάλλον στη μουσική για το θέατρο – πρέπει να ελίσσεται με έναν τρόπο σχοινοβατικό, θα έλεγα. Και μέσα εκεί να δώσει τα εξαιρετικά του πράγματα, αν έχει ταλέντο, ή τα αριστουργήματά του, αν πρόκειται για πραγματικά μεγάλο συνθέτη. Στο θέατρο, αυτοί οι δύο περιορισμοί είναι και η φωτιά που ανάβει τη διαδικασία της θεατρικής μουσικής. Αυτό το πράγμα με κινητοποιεί πάρα πολύ.









Δεν έκανα κανέναν Αριστοφάνη όπου να μην υπήρχε μια ισχυρή άποψη του σκηνοθέτη. Εγώ έχω κάνει στο θέατρο πάνω από ογδόντα μουσικές. Είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός γιατί ο μέσος όρος κάθε φορά που έκανα είναι πολύ μεγάλος σε διάρκεια. Που σημαίνει ότι και μόνο αυτά να είχα κάνει στη ζωή μου θα ήταν αρκετά, αν τα δεις με τις ώρες που διαρκούν αυτές οι μουσικές και κυρίως με τον τρόπο που γράφτηκαν ή με τον τρόπο που απαιτείτο από τους σκηνοθέτες. Είχα την τύχη να δουλέψω και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με πολύ σημαντικά πρόσωπα που είχαν άποψη.

Βεβαίως, μου έτυχε σε κάποιες περιπτώσεις - όχι στον Αριστοφάνη τόσο όσο σε άλλες περιπτώσεις, ειδικότερα στο αρχαίο δράμα 2-3 φορές – να μην είναι απολύτως σαφής ο σκηνοθέτης. Ήταν σαφής ως προς τη βασική κατεύθυνση, δεν ήταν σαφής ας πούμε στα χορικά ως προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Σε μια παράσταση το 1990-91, ρωτούσα έναν σκηνοθέτη πού πάμε με αυτό το χορικό και δεν μου έλεγε με σαφήνεια. Και χρησιμοποίησα κάποια στιγμή ένα καταλυτικό παράδειγμα που τον έκανε να σηκώσει τα χέρια ψηλά: «Ας υποθέσουμε ότι εσύ πρέπει να κάνεις την παράσταση στην Επίδαυρο πάση θυσία και την προετοιμάζουμε. Αλλά εντωμεταξύ ο Μπους – τότε ήταν ο μπαμπάς Μπους πρόεδρος της Αμερικής - αποφασίζει για κάποιους λόγους να ρίξει μια ατομική βόμβα επιλογής και να σκοτώσει όλους τους ζώντες συνθέτες από τον πιο ατάλαντο μέχρι τον πιο ταλαντούχο. Στο συγκεκριμένο χορικό, μιας και πρέπει να ανεβάσεις παράσταση, ποια δοσμένη ήδη μουσική θα χρησιμοποιούσες;».

Στο θέατρο, και ειδικότερα στο αρχαίο δράμα – και στον Ευριπίδη, τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο, αλλά και στον Αριστοφάνη – δεν πρέπει να ξεκινάει ο συνθέτης με μια προκατασκευασμένη φόρμα στο κεφάλι του. Ας πούμε ότι υπάρχει ο τρόπος του κάθε συνθέτη, έτσι; Σε μένα, θα έλεγα γενικότερα, ο τρόπος μου αποτελείται από επιμέρους τρόπους και είναι εύκολο να βουτήξω σε ένα υποσύνολο για να κάνω μια μουσική αν χρειάζεται να πάω προς μια κατεύθυνση. Υπάρχουν όμως μουσικοί, και μάλιστα σπουδαίοι, που ο τρόπος τους είναι πολύ πιο ομογενοποιημένος από τον δικό μου. Το να έχει κάποιος έναν πιο ομογενοποιημένο τρόπο δεν είναι κατ’ ανάγκη ούτε ελάττωμα ούτε πλεονέκτημα – αλλά στη θεατρική μουσική θα έλεγα ότι αυτό είναι μάλλον ελάττωμα. Υπάρχουν δηλαδή μεγάλοι συνθέτες, και αγαπημένοι μου, που εάν επιβαλλόταν απ’ τα πράγματα να περάσουν σε μια ροκ ή σε μία αβάν-γκαρντ εκδοχή, δεν θα μπορούσαν να το κάνουν. Αν ακούσεις τις ογδόντα μουσικές μου για το θέατρο, θα δεις να κινούμαι από τη μία άκρη του φάσματος μέχρι την άλλη. Γιατί αυτό; Γιατί στο θέατρο αποδεκτό και σωστό είναι ό,τι είναι λειτουργικό. Και η μαγεία της θεατρικής μουσικής εξαρτάται από τη λειτουργικότητά της. Το ίδιο ισχύει και στον κινηματογράφο, αλλά περισσότερο στο θέατρο. Θέατρο και κινηματογράφος έχουν αυτό το χαρακτηριστικό. Γι’ αυτό λέμε όλοι εδώ και 70-80 χρόνια «τι καταπληκτική μουσική έκανε ο Προκόφιεφ στον Νιέφσκι του Αϊζενστάιν» και προσθέτουμε αμέσως μετά «πόσο κακή ήτανε ως κινηματογραφική μουσική γιατί καταπλάκωνε τα πλάνα».







Με ρώτησες πριν γιατί δεν τα εκδίδω. Καταλαβαίνω ότι εννοείς να τα βγάλω για τους 500 ανθρώπους που τα θέλουνε ως αρχείο. Ως αρχείο πρέπει να τα εκδώσω, αλλά τη μουσική δεν την εκδίδεις ως αρχείο. Πολλές φορές μία εξαιρετική μουσική στο θέατρο θα μπορούσε να μην είναι εκδόσιμη με την έννοια του ενδιαφέροντος. Είναι αδιάρρηκτη η σχέση μουσικής και παράστασης. Μερικές φορές, βεβαίως, φεύγει και έχει και τη δική της ζωή η μουσική, εκτός παράστασης. Αλλά αυτό δεν είναι το χαρακτηριστικό της σπουδαίας μουσικής για το θέατρο. Η σπουδαία μουσική για το θέατρο πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει μέσα στη θεατρική παράσταση.

Σε ότι αφορά τον Αριστοφάνη, η λυρικότητά του – που δεν έχει συζητηθεί περισσότερο, τουλάχιστον στο ευρύτερο κοινό – είναι απίστευτη. Δηλαδή προφανώς και είναι εμφανής η οξυδέρκειά του ή η πολιτική του κριτική για τα κακώς κείμενα. Αλλά η μεγάλη του αξία έγκειται στον λυρικό του λόγο. Μιλάμε για λυρικά κομμάτια του Αριστοφάνη με τέτοιο ποιητικό επίπεδο και τέτοια ποιητική ατμόσφαιρα που δεν έχουν αναδειχθεί στη συνείδηση του κόσμου όσο θα έπρεπε ενδεχομένως. Είναι εξαιρετικά.

Και μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι όλες οι ιστορίες που γίνονται για να δούμε τα στοιχεία του σήμερα αναλογικά δικαιώνονται στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο σκηνοθέτης δημιουργεί μία δομή και ένα υπόβαθρο ώστε η μεταφορά να μην είναι αυθαίρετη. Ε, την έχω βαρεθεί τη διαδικασία της επιθεωρησιακής γραφής όπου θα μιλήσει μέσα σε έναν Αριστοφάνη για τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου και την Παπαρήγα. Δεν μου λέει τίποτα. Όπως επίσης δεν μου λέει τίποτα ένα αθλητικό παπούτσι ή μια φόρμα αν αυτό δεν επιβάλλεται από την αρχική ιδέα όπως αυτό που σου περιέγραψα στην περίπτωση της Ειρήνης και την άποψη του Ευαγγελάτου. Εκεί η μουσική καμπαρέ όχι μόνο δεν κλωτσάει αλλά λειτουργεί εντελώς φυσιολογικά – θα κλώτσαγε μια άλλου τύπου μουσική. Όπως επίσης και το οποιοδήποτε ενδυματολογικό στοιχείο. Αν στα καλά καθούμενα βγει κάποιος με χλαμύδα κι ο άλλος βγει με μία φόρμα βόλεϊ, νομίζω ότι αυτή η αυθαιρεσία δεν λέει τίποτα.

Θάνος Μικρούτσικος




(Σονάτα του Σεληνόφωτος, Σκηνοθεσία: Ανρί Ρονς, Βρυξέλλες, 1985)