Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Σωτήρη Κακίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Σωτήρη Κακίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Άγνωστα μέρη - Το καλλιτεχνικό ημερολόγιο του Σωτήρη Κακίση και του Χρήστου Κεχαγιόγλου







Άγνωστα μέρη – του Σωτήρη Κακίση




1.

μέσα στο στόμα μου βρέχει, σε τοπίο άλλων εποχών τα δόντια μου σαν στέγες θορυβώδεις για τη βροχή ακίνητα στέκονται, χωρίς φως. μέσα στο στόμα μου αυτή η βροχή χορεύει με το σάλιο μου τους πιο τρελούς χορούς, χτυπάει τα πόδια της η βροχή πάνω στη γλώσσα μου που για λίγο λιμνάζει, στα ούλα μου ανεβαίνει, τα δόντια μου τειχάκια σκηνικού υπέροχου η βροχή τα νομίζει, τα βλέπει. ο Τζιν Κέλι στο στόμα μου μέσα όλη αυτή την ώρα είναι, ξεκουράζεται.



2.

αυτό το δάσος από μουσικές που βλέπω, που ακούω τώρα μπροστά μου, σαν κάθε δέντρο του άλλο, άλλος σκοπός, το καθένα τη δική του μελωδία, τη δική του αδυναμία σαν σε συμφωνίας την άκρη χαμηλόφωνα παίζοντας, τις νότες της δίπλα στις υπόλοιπες νότες όσο γίνεται πιο παράταιρα κρατώντας, δάσος αχανές με χίλια δέντρα το καθένα του αλλιώς, αυθύπαρκτο, σημαδεμένο. δέντρα με μουσικές που φαίνονται, στα κλαδιά τους πάνω κελαηδήματα των δέντρων για τα δέντρα.



3.

ο Δίας ο θεός στον θρόνο του με κοιτάει, κατεβαίνει κι έρχεται προς το μέρος μου, παράξενα περπατώντας, παράξενα ντυμένος, σαν με ρούχα ολόχρυσα, σαν με περπάτημα χωρίς έδαφος από κάτω του, σαν το περπάτημα και αυτά που φοράει σαν άνθρωπος όλα μαζί, σαν άνθρωπος όσο με πλησιάζει περισσότερο, σαν ο πατέρας μου για λίγο αναστημένος. ο ίδιος ο πατέρας μου, ο άνθρωπος, με τον Δία όμως τώρα πια σ’ άγνωστα μέρη γνωστός.



4.

εκεί στην πίσω πλευρά στην Αντίπαρο, προς το Σιφνέικο, σ’ εκείνο τον δρόμο, το φάντασμά μου σχεδόν κάθε βράδυ, όχι νύχτα, γλυκά περπατάει, όλο χαμόγελα περπατάω. εκεί, μετά την πύλη της πλατείας, νομίζω πως πολλά φαντάσματα περπατάνε, περπατάμε, χωρίς να εμποδίζουμε ο ένας τον άλλον, το ένα το άλλο. ανάμεσα το ένα φάντασμα στο άλλο, διαμέσου του, άυλα αλλά με όλα μας, με όλα μου τα αισθήματα, τις πολλές εκεί σκέψεις μου. σκέψεις μας.


***


Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Σωτήρη Κακίση Άγνωστα μέρη. Περιέχονται στο νέο Ημερολόγιο του 2026 των εκδόσεων Εν Πλώ με τα έργα του Χρήστου Κεχαγιόγλου.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2024

Σωτήρης Κακίσης: Καθόλου μέσα σε όνειρο (τρία ποιήματα)

 



1. μα τόσα όνειρα κι η Σελήνη τόσο νεκρή! μόνο τόσα βλέμματα αν πάνω της μένανε, μόνο τόσα μάτια τη ματιά τους χιλιάδες χρόνια κι εκατομμύρια, δισεκατομμύρια, δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων φορές εκεί ακουμπώντας, με τόση όλων των πλανητών, όλου του Σύμπαντος νοσταλγία για εκείνη, θα έφταναν για να γυρίσει ο χρόνος ανάποδα, από το τέλος να ξαναρχίσει προς την αρχή, να ανασταίνονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι, σε μια βραδιά μέσα στην αρχαία Αθήνα τραγούδια σαν τα σημερινά να ξαναρχίσουν να ξανακούγονται, τα κορίτσια στις ταράτσες με φωνές υπέροχες, οι καλύτερες ίσως κι απ’ όλες τις γενιές τους ως σήμερα.

 

2. από τη Σελήνη στη Γη, τι ωραίο κι αυτό το παράξενο ταξίδι, εγώ στο διαστημόπλοιο με τον Ιούλιο Βερν μαζί μου, με τις μορφές μας να μοιάζουν, γενειοφόροι, εγώ Γάλλος, εκείνος Έλληνας, να βλέπουμε τη Μεσόγειο να σχηματίζεται, να λάμπει ολόκληρη χωρίς το Αιγαίο σε πόλεμο, τη Μασσαλία πρωτεύουσα κι από τις Συρακούσες, την Κατάνια διπλοτυπία στην Αθήνα πάνω για μια στιγμή. κι ήρωες, ήρωες πολλοί, χιλιάδες σιλουέτες, κι από τα έργα του κάποιοι, μα προπαντός από την Ελλάδα οι συγγενείς μου όλοι. ως τον Αρίμνηστο.

 

3. όλο νυχτώνει πιο νωρίς, μερικές φορές κι από πριν την ανατολή του ήλιου. παράξενο μοιάζει, αλλά δεν είναι. γιατί το μέσα πια είναι πολύ πιο δυνατό από το έξω, οι λαβύρινθοι των σκέψεών μου πολύ πιο σκοτεινοί, ανακατεμένοι με αισθήματα που το φως ανάγκη ποτέ δεν το είχαν, ανακατεμένοι με εικόνες που χωρίς φως το ίδιο έντονες στην ψυχή μου πάνω στέκονται, την προστατεύουν, με προστατεύουν από των πολλών τη σύγχρονη αδιακρισία, σε σκοτάδι μέσα ωραίο πολύ με κρατάνε, μου συμπαραστέκονται.

 

Τα ποιήματα είναι από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Σωτήρη Κακίση «Καθόλου μέσα σε όνειρο» και περιλαμβάνονται στο νέο Ημερολόγιο για το 2025 με πίνακες του Χρήστου Κεχαγιόγλου των εκδόσεων Εν Πλω.

Πηγή: https://www.andro.gr/empneusi/sotiris-kakisis-katholou-mesa-se-oneiro/ 

 

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2024

ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ | ΒίΟΙ ΠΑΡάΛΛΗΛΟΙ Ι


Ο Μανόλης Χατζηγιακουμής (φωτ. Σ.Κ.)



ΒίΟΙ ΠΑΡάΛΛΗΛΟΙ Ι


Όταν πέθανε ο Στέφανος Κουμανούδης κάπως ξαφνικά, ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος, νομίζω. Πήρα για την κηδεία να του το πω μόνο τον Μανόλη τον Χατζηγιακουμή.

Στο Πρώτο Νεκροταφείο ήταν ελάχιστος ο κόσμος, κι ο Χατζηγιακουμής μου είπε: —Πεθαίνει ένας Κουμανούδης κι είναι ο κόσμος τόσο λίγος… Του είπα: —Σημασία έχει πως είσαι εσύ εδώ.

(Αργότερα, θυμάμαι την κηδεία του μέγιστου βαρύτονού μας, του Κώστα Πασχάλη, πάλι στο Πρώτο Νεκροταφείο, που ο τότε Πρωθυπουργός δεν παρέστη, αλλά ήρθε μισή ώρα μετά, για την κηδεία που ακολουθούσε ενός κομματικού του στελέχους. Όταν το σχολίασα αυτό δημόσια στην Αγνή Μπάλτσα, εκείνη μου απάντησε: —Νομίζετε, κύριε Κακίση, πως είχε ανάγκη ο Πασχάλης από κανένα πρωθυπουργό;).

Ο Κουμανούδης με τον Χατζηγιακουμή δεν γνωρίζονταν προσωπικά ιδιαίτερα, δεν κάνανε παρέα. Όμως, ο ένας μου έλεγε για τον άλλον την ίδια φράση: —Λαμπρός επιστήμων!

Ο Χατζηγιακουμής, όπως κι ο Κουμανούδης, είχαν επιλέξει μετά λόγου γνώσεως την Ιδιωτική Οδό, μακριά από της Ελλάδας τα εχθροπολεμικά ιδρύματα, στο έργο τους δίνοντας σημασία μόνο, ο Στέφανος και στην Επιγραφική Εταιρεία, ο Μανόλης και στη γιγαντιαία μουσική κιβωτό του, ακόμα και στου Ασφενδιού του την ανάσταση.

Πεθαίνοντας ο Μανόλης Χατζηγιακουμής φέτος κατευοδώθηκε από τους μαθητές του, αλλά και από των πραγματικά ουσιαστικών συναδέλφων του τον πραγματικά ουσιαστικό λόγο.


( Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )


Σωτήρης Κακίσης



Πηγή: Χάρτης #69, Σεπτέμβριος 2024.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2024

ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ | ΠόΤΕ Θ' ΑΡΧίΣΕΙ ΤΟ έΡΓΟ ?



Ο Γιώργος Πανουσόπουλος με τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο (φωτ. Σ.Κ.)




—Πότε θ' αρχίσει το έργο;

Θυμάμαι σαν τώρα να βρισκόμαστε με τον Γιώργο Πανουσόπουλο σ’ ένα θεωρείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με τον Ταχτσή ανάμεσά μας, να παίζεται μια ταινία από τις γνωστές τότε πολλές πολύ αργές και πολύ κουλτουριάρικες, να έχει προχωρήσει σχεδόν μισή ώρα, και να στρεφόμαστε κι οι τρεις ταυτόχρονα και να λέμε την ίδια ακριβώς φράση: —Πότε θ' αρχίσει το έργο;

Οπωσδήποτε ο Πανουσόπουλος με τον Περάκη και τον Τσεμπερόπουλο, από τον Αβδελιώδη ακολουθούμενοι, είναι από εκείνους που δεν «οδήγησαν μια γενιά σε βαθιά χασμουρητά». Αντίθετα, αντιθέτως. Κατάφεραν να κάνουν κινηματογράφο ζωντανό, ταινίες με αρχή, μέση και τέλος, με το ύφος του καθενός τους ευδιάκριτο και πάντα παρόν, με την αξία τους, με τις αξίες τους.

Ο Πανουσόπουλος, μάλιστα, που μαζί του κι εγώ έγραψα δύο σενάρια, για το «Μ’ αγαπάς;» και για το «Μια μέρα τη νύχτα», είχε πάντα, και στη διάρκεια των γυρισμάτων, το μυαλό του ανοιχτό στης ζωής τον συχνά ανώτερο από τα σχέδια των ανθρώπων τρόπο, ώστε να μη νοιώθει ποτέ κανείς στις ταινίες του τις καλές πράγματα αφύσικα κι από τη ζωή λιγότερα να υπάρχουν.

Θυμάμαι τώρα και κάτι άλλο: όταν γύριζε το «Μ’ αγαπάς;» —το έχω άραγε κι αυτό ξαναγράψει; —, στο επεισόδιο με τον Αργύρη Μπακιρτζή οδηγό, στην κηδεία με τον έρωτα στο λεωφορείο, με πήρε μια μέρα από ’κει στο τηλέφωνο να μου πει: —Σωτήρη, έκανα ένα ζουμ στα χωράφια στο τέλος να σβήσω τη σκηνή, και, χωρίς να το ’χω δει από πριν, η κάμερα έδειξε ένα τάφο έξω από το νεκροταφείο, μόνο του στα χωράφια! Τι κάνουμε τώρα, το κρατάμε, ή θα φανεί φτιαχτό, ψεύτικο;

Του είπα τη γνώμη μου. Να το κρατήσει. Γιατί τ’ αληθινά πράγματα και στο σινεμά, πιστεύω κι εγώ, αληθινά μοιάζουν.


(Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )

Σωτήρης Κακίσης


Πηγή: Χάρτης, #69

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2024

ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ | ΜΙΣή ΠΑΤΡίΔΑ


Βάσος Φτωχόπουλλος, Κύριλλος Σαρρής, Σωτήρης Κακίσης (ανέκδοτη φωτογραφία της Έλενας Κωνσταντινίδου, αρχείο Σ. Κ.)



ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ | ΜΙΣή ΠΑΤΡίΔΑ

 

Αν χανόταν η μισή Ελλάδα ξαφνικά, μέσα σε λίγες μέρες, κι ο ελλαδικός χώρος έφτανε πια —όπως μια φορά κι έναν καιρό— ως τη Λάρισα, αν όπως χάθηκε η μισή Κύπρος πριν πενήντα χρόνια —κι ας πολέμησες κι εσύ, κι ας έκανες ό,τι μπορούσες—, αν το σπίτι σου, το ιατρείο του πατέρα σου κοβόταν στη μέση, πάνω ακριβώς στην πράσινη μετά γραμμή, αν τόσων φίλων σου γκαρδιακών οι τόποι ήσαν πια αλλού, αιχμάλωτοι, με τι κουράγιο θα μπορούσες να συνεχίσεις, να υπάρχεις;

 

Κι όμως. Γιατρός πια στην Αθήνα, σώζοντας εκατοντάδες ασθενείς από την ασθένεια που κι εσύ θα έφευγες μια μέρα, ταυτόχρονα ζωγράφος ιδιαίτερος, απόρρητος, συγκινητικός, στα βιβλία, στην τέχνη, στην ένωση όλων των τρόπων τους αφιερωμένος, θα έβρισκες τη δύναμη να συνεχίσεις, να υπάρξεις στην πρώτη πάλι γραμμή αυτού του άλλου πολέμου, με τον εαυτό σου όπλο πάντα πανίσχυρο, τρομερό.

 

Κι η μισή πατρίδα έτσι διπλή, πολύ παραπάνω από γεωγραφικά όρια και φρικτά κόκκινα σύνορα, πολύ πιο στέρεη, πολύ πιο φωτεινή, πολύ πιο πλήρης.


Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,
     κανένας δεν ηβρέθηκεν για να την ιξηλείψει [...]
     Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί όντας ο κόσμος λείψει.                             


Κύριλλος Σαρρής (1950-2024)

 

(Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ Στιγμές)

 

Πηγή: Χάρτης, #67, Ιούλιος 2024.

https://www.hartismag.gr/hartis-67/stigmata/kyrillos-sarris-1950-2024

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2024

Σωτήρης Κακίσης - Χρήστος Κεχαγιόγλου: Η γεωγραφία των ονείρων (Ημερολόγιο 2024)

 

ΚΡΟΝΟΣ (ΧΡήΣΤΟΣ ΚΕΧΑΓΙόΓΛΟΥ)




Σωτήρης Κακίσης


Η γεωγραφία των ονείρων




1.

εδώ το απόγευμα το δάσος χάνει το χρώμα του. φαίνεται κάπως κι απέξω σαν να ’ναι μέσα του, τα δέντρα γίνονται πολύ πιο επίσημα, πολύ πιο απειλητικά. δεν τα φοβάμαι ούτε το βράδυ, ούτε αργά τη νύχτα, ομολογώ. χωρίς να μπαίνω μέσα του, στο δάσος και τη νύχτα υπέροχα βλέπω και κυκλοφορώ, πρωϊνές σκιές άλλων παραμένουν παντού, όμως στα δέντρα από πίσω κρύβονται, προσπαθούν να εξαφανιστούν. όσοι δεν βλέπουν και το σκοτάδι σαν φως, θέλω να πω.





2.

έχει παράξενο καιρό. σαν σε ταινία. σαν κάπως έξω από τη ζωή, από τη ζωή μου. ο καιρός αυτός όταν βρέχει, το νερό του πουθενά δεν ακουμπάει, δεν βρέχει, δεν βρίσκεται. όταν χιονίζει, το χιόνι από μέσα εδώ φαίνεται σκοτεινό, καθόλου άσπρο, καθόλου ευτυχισμένο όπως παλιά. προς τα κάτω το νερό και το χιόνι, το βλέπω, κατευθύνονται, αλλά όχι πουθενά κοντά εδώ, κάπου πολύ μακριά, σε πολύ άγνωστα μέρη, τελικά, βρίσκονται. σαν σε ταινία σε κάθε μέρα της προηγούμενής μου ζωής.





3.

νυχτώνει ωραία τώρα πια, σχεδόν ιδανικά. μ’ ένα φως ήρεμο, φιλικό, τρυφερό σχεδόν. σαν στο Σούνιο όλη η Αθήνα κάθε απόγευμα να κυκλοφορεί, να στέκεται και να θαυμάζει, να μη χορταίνει της ζωής τα ωραία, της θάλασσας δίπλα της το βλέμμα, τα μάτια τα μαγικά. στο Σούνιο μπορεί κι άλλων πολλών πόλεων ο κόσμος κάθε μέρα πια να πλησιάζει, να βρίσκεται, να σταματάει. να κολυμπάει αν θέλει κιόλας, να είναι όλοι εκεί.




[Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Σωτήρη Κακίση «Ο αετός σηκώνει τον αέρα». Περιλαμβάνονται στο Ημερολόγιο 2024 με έργα του Χρήστου Κεχαγιόγλου (εκδ. Εν Πλω)].




Η ΓΕΩΓΡΑΦίΑ ΤΩΝ ΟΝΕίΡΩΝ

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2023

ΚΥΚΛΟΦόΡΗΣΑΝ ΟΙ ΔύΟ ΝέΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚέΣ ΣΥΛΛΟΓέΣ ΤΟΥ ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ "ΜΙΑ ΔάΦΝΗ" και "ΑΝάΠΟΔΑ Ο άΝΕΜΟΣ" ΣΕ ΚΟΙΝή έΚΔΟΣΗ ΑΠό ΤΟ ΒΑΚΧΙΚόΝ ...

 

( Με πίνακες εξωφύλλων του Χρήστος Κεχαγιόγλου )



 

Μια δάφνη

1.

την πιο με­γά­λη δάφ­νη σ’ όλη τη Βό­ρεια Εύ­βοια, στο σπί­τι μου απέ­ξω, στην πόρ­τα του κή­που, έχω. τη φυ­τέ­ψα­με μι­κρή, κι έγι­νε δέ­ντρο που περ­νάς από κά­τω του, που δεν την κα­τα­λα­βαί­νεις, που την ψά­χνεις ξαφ­νι­κά, πού εί­ναι, πού χά­θη­κε, σαν τη ζωή: πιο με­γά­λη από σέ­να γί­νε­ται, τε­λι­κά, πιο ψη­λή, πιο σκιε­ρή, πιο δέ­ντρο, πιο άν­θρω­πος. και τα φύλ­λα της για το φαΐ της μά­νας μου πο­λύ πα­ρα­πά­νω από την ευω­διά της, πο­λύ πα­ρα­πά­νω από μέ­να πια.

2.

πί­σω από ένα μυρ­μή­γκι ένα άλ­λο μυρ­μή­γκι, ακό­μα πιο αό­ρα­το, ακό­μα πιο βια­στι­κό. κι οι πέ­τρες στο δρό­μο του σαν άλ­λων ζω­ών οι τά­φοι, υπό­γεια πά­νω στη Γη μνη­μεία, οι απο­χρώ­σεις τους κτε­ρί­σμα­τα, ανα­θή­μα­τα, χρυ­σές στα φώ­τα οι πέ­τρες από κά­τω, για τα μυρ­μή­γκια τί­πο­τα, ή όλα, ή κά­τι ανά­με­σα τε­λι­κά, και νε­κροί οι πέ­τρες, και οι πιο τρο­με­ρές με την ακι­νη­σία τους οι πέ­τρες. να κρυ­φτώ κι εγώ σαν τρί­το μυρ­μή­γκι κά­που, πί­σω τους, να στα­θώ βια­στι­κά κι εγώ σαν χρό­νος, σαν ανά­με­σα σ’ όλα κι εγώ πά­νω από τη δάφ­νη μου με­τέ­ω­ρος για πά­ντα.

3.

κοί­τα τον ύπνο! δεν λέ­ει να ση­κω­θεί από­ψε αυ­τός, συ­νέ­χεια δι­κός μου σύμ­μα­χος, δεν λέ­ει ο ύπνος σαν άν­θρω­πος κι όχι θε­ός πια να μειώ­σει τα πρό­σω­πα εντός του, που εκτός του από κά­θε επο­χή πη­γαι­νο­έρ­χο­νται, σαν Νέ­κυια όλο και πιο αχα­νής εκτεί­νο­νται. και φω­νές, πα­ντού φω­νές αναί­μα­κτες, και σκιές χω­ρίς αί­μα έξω άλ­λες, κι εγώ στον δι­κό μου ύπνο μέ­σα ανή­μπο­ρος, μ’ όλους όσους με πλη­σιά­ζουν όλο και πιο ξέ­νος, όλο και πιο άγνω­στος. άυ­πνος, νυ­σταγ­μέ­νος, αδύ­να­μος, αδύ­να­τος σαν άν­θρω­πος κι ο ύπνος μου.

4.

δί­πλα μου η Ρό­δος. σαν να’ χει περ­πα­τή­σει από ’κει χα­μη­λά στον χάρ­τη, με την Κω σαν κο­ρι­τσά­κι κρα­τώ­ντας την απ’ το χέ­ρι, σαν να ’ρ­θα­νε οι δυο τους εδώ από κά­τω, κο­ρι­τσά­κια μου η Ρό­δος κι η Κως, όμορ­φα νιά­τα τα πολ­λών χι­λιά­δων χρό­νων νε­ρά τους, η θά­λασ­σα, οι θά­λασ­σές τους ολό­γυ­ρα, και, ακό­μα πιο βα­θιά, στη μέ­ση του Αι­γαί­ου πη­γαί­νο­ντας, στο βρά­χο εδώ από κά­τω, σαν με βαρ­κού­λες τον Ιλι­σό ξα­να­βρί­σκο­ντας, τον Ιλι­σό ξε­σκε­πά­ζο­ντας κι ακο­λου­θώ­ντας, στο σπί­τι μου, στην οδό Σε­μέ­λης κι η Κως κι η Ρό­δος, δεν ξέ­ρω για­τί, αλ­λά να, κι αυ­τές δί­πλα μου.

5.

ως εδώ, ως εκεί μπό­ρε­σα. η κα­ται­γί­δα των λέ­ξε­ων άλ­λων ως τώ­ρα επο­χών, κι οι έν­νοιες, πο­λι­τι­σμοί ολό­κλη­ροι στο μυα­λό μου μέ­σα το στε­νά­χω­ρο, το μο­νο­τά­ξιο, το μι­κρό, σι­γά―σι­γά κο­πά­ζου­νε. τώ­ρα πια ψι­λό­βρο­χο εδώ μέ­σα ανα­κου­φι­στι­κό, (κι ανη­συ­χία μό­νο για όσα για μας ήθε­λα να γί­νουν), τα μά­τια μου όχι πια δια­πε­ρα­στι­κά, του εγω­ι­σμού τής ζω­ής μου υπά­κουα, απο­φα­σι­στι­κά, απο­φα­σι­σμέ­να. τα μά­τια μου μά­τια εκα­τομ­μυ­ρί­ων πια με­γά­λων παι­διών, της Ιστο­ρί­ας όλης πε­ρί­λη­ψη. τα μά­τια μου όλο και πιο παι­διά, όλο και πιο έκ­πλη­κτα.


 



Ανάποδα ο άνεμος

 

1.

τε­λεί­ω­σαν οι άν­θρω­ποι. τι άχρη­στο, άλ­λω­στε, εί­δος, τι υπερ­φί­α­λο, τι κε­νό. εδώ, ανά­με­σα στις γά­τες, πό­σο πιο κα­λά, πό­σο πιο αν­θρώ­πι­να. με κοι­τά­νε όλες στα μά­τια, με τα ωραία, πο­λύ ωραία, με­γά­λα τους μά­τια, με σέ­βο­νται, με υπο­λή­πτο­νται, με ανέ­χο­νται, με φρο­ντί­ζουν. κι οι πα­τού­σες τους εί­ναι τό­σο τρυ­φε­ρές, μα τό­σο τρυ­φε­ρές! να, σαν καρ­διές οι πα­τού­σες τους μο­νά­χες τους, σαν καρ­διές τέσ­σε­ρις επι­πλέ­ον πά­νω τους, από κά­τω τους, πά­νω μου. κύ­ριοι, κυ­ρί­ες των δυ­νά­με­ων, με τα νύ­χια γύ­ρω τους όχι στέ­φα­νος εξ αγκα­θών, αλ­λά εξό­ρι­στα κι ανι­διο­τε­λή κι αυ­τά πά­νω τους φω­το­στέ­φα­να.

2.

πιο πο­λύ απ’ όλα αγα­πάω το τε­λευ­ταίο που τρέ­χει με το κο­πά­δι, την πιο μι­κρή, την πιο λα­χα­νια­σμέ­νη ζέ­βρα, την πιο όμορ­φη. πιο πο­λύ αυ­τή η ζέ­βρα εί­ναι στη ζωή μου, με τις ρί­γες της σαν ση­μαία μαυ­ρό­α­σπρη κι εξαί­ρε­τη, απ’ όλα τα χρώ­μα­τα της ζού­γκλας ελεύ­θε­ρη, απε­λευ­θε­ρω­μέ­νη. και το σχέ­διό της, το σχέ­διό μου αυ­τό εί­ναι: σαν σχέ­διο από τον έγ­χρω­μο και κου­ρα­στι­κό πο­λύ πί­να­κα να φύ­γω, σαν αρ­χαϊ­κό σκα­ρί­φη­μα από τον σύγ­χρο­νό μου κό­σμο να δρα­πε­τεύ­σω. για­τί λιο­ντά­ρι και τί­γρη ο χρό­νος γύ­ρω μου, ύαι­νες πει­να­σμέ­νες και ζού­γκλα ο λα­ός μου, ο πά­ντα, ο από πά­ντα πο­λύ επι­κίν­δυ­νος.

3.

κοι­μά­μαι πια και στον ύπνο μου. στα όνει­ρα μέ­σα με βλέ­πω να κοι­μά­μαι, ωραία—ωραία κι ήσυ­χα, κι αυ­τό κά­πως μ’ ανη­συ­χεί. τι όνει­ρα λέω να βλέ­πω έτσι που με βλέ­πω, για­τί να μη μπο­ρώ να τα δω; κι αν πιο μέ­σα στο μαύ­ρο υπάρ­χει κι άλ­λο μαύ­ρο, στο σκο­τά­δι μέ­σα κά­τι ακό­μα πιο σκο­τει­νό, για­τί να το δω, για­τί ακό­μα πα­ρα­πά­νω να στε­να­χω­ρη­θώ; σε κα­νέ­να μου πά­λι όνει­ρο μέ­σα ο άλ­λος εγώ που κοι­μά­μαι δεν ξυ­πνάω, να ρω­τή­σω, να μου πω. κοι­μό­μα­στε κι οι δύο μα­ζί ήρε­μα, κι εγώ μό­νο στο όνει­ρό μου μέ­σα πά­ντα ξα­γρυ­πνάω.

4.

κι από το σι­νε­μά ανά­πο­δα: βλέ­πο­ντας ται­νί­ες, λέ­ξεις στον ακό­μα πιο σκο­τει­νό θά­λα­μο του μυα­λού μου κα­τα­φεύ­γουν, ξυ­πνά­νε, πα­ρα­δί­νο­νται. όπου οι σκη­νές τους όλες μπερ­δε­μέ­νες, οι κα­λύ­τε­ρες όλες μα­ζί, οι χει­ρό­τε­ρες χω­ρι­στά. τις χει­ρό­τε­ρες όμως ξαφ­νι­κά εγώ λυ­πά­μαι ο γέ­ρο­ντας πια, στα πιο απο­τυ­χη­μέ­να της επι­κρά­τειάς τους ση­μεία στρέ­φο­μαι, βρί­σκο­μαι, αφιε­ρώ­νο­μαι. για­τί εκεί το φως ακό­μα πιο λί­γο, ακό­μα πιο ανή­μπο­ρο, ανί­σχυ­ρο, λι­τό. όχι σαν λα­μπρή πο­λύ τε­λευ­ταία ζωή ακρι­βώς πριν τον θά­να­το.

5.

νό­η­μα πά­ντως δεν έχει ού­τε αυ­τός ο άνε­μος, ο ανά­πο­δα τώ­ρα μέ­σα μου, ο ανα­μνη­στι­κός, ο επι­πλέ­ον. από τα ίδια μέ­ρη, από τις ίδιες επο­χές ξα­να­περ­νώ­ντας αλ­λιώς τα ίδια γε­γο­νό­τα για­τί να μου ξα­να­θυ­μί­ζει, τα ίδια πρό­σω­πα για­τί να μη μ’ αφή­νει να ξε­χά­σω; μι­κρή η επι­κρά­τεια της ζω­ής μου για να θυ­μά­μαι τό­σους πολ­λούς και τό­σα πολ­λά, μι­κρός ο χρό­νος μου, όσα πρό­λα­βα να κά­νω και να πω. κι ένα όνο­μα ή δύο, ένας τό­πος ελά­χι­στος θα μου έφτα­νε, θα μου ήταν υπε­ραρ­κε­τός.




Ποι­ή­μα­τα από τη δι­πλή ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή του Σω­τή­ρη Κα­κί­ση Μια δάφ­νη / Ανά­πο­δα ο άνε­μος, που κυκλοφορεί από τις εκ­δό­σεις Βακ­χι­κόν.

 

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2022

Από τις εκδόσεις Εν Πλω κυκλοφορεί το Ημερολόγιο 2023 με τους πίνακες του Χρήστου Κεχαγιόγλου και την ποίηση του Σωτήρη Κακίση



Από τις εκδόσεις Εν Πλω κυκλοφορεί το Ημερολόγιο 2023 με τους πίνακες του Χρήστου Κεχαγιόγλου και την ποίηση του Σωτήρη Κακίση.







ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ

ΜΕΣ ΣΤΟ ΦΩΣ II


1.

αν δεν θυμάμαι εγώ, ποιος; όλα σε μια μηδενικού μεγέθους μαύρη τρύπα της ζωής μου ως τώρα. αν δεν θυμάμαι εγώ, ποιος να θυμηθεί; ποιος στο μυαλό μου μέσα να είναι άλλος, ποιο του μυαλού μου παιδί να με ξαναϋψώσει, να με κάνει πάλι ίδιο κι απαράλλαχτο, με τα όσα θυμάμαι τώρα κι αυτός όλα να τα θυμάται; σκέφτομαι πως στεναχωριέμαι χωρίς χρόνο σε λίγο στο μέλλον πια κι εγώ τι να πρωτοθυμηθώ, τι να πρωτοθυμάμαι. και πώς όλα σ’ αυτό το μικροσκοπικό τεράστιο τίποτα θα χωρέσουν; θα σβήσουν; θέλει και για το θαύμα αυτό πάλι θεό πιο μεγάλο.


2.

ένα αστέρι όμως πράσινο, όχι μπλε. σε μπλε ουρανό πάνω από βουνό μπλε αστέρι πράσινο πολύ. το φως του την ώρα που βραδιάζει παράξενο, διαφορετικό. σαν να κοιτάει το βουνό, όχι εμένα το αστέρι αυτό, το τόσο ξένο. μπορεί κι ένα αστέρι να μου γυρίζει επίτηδες την πλάτη, να με περιφρονεί; φτάνει το χρώμα του άραγε που το κάνει τόσο αδιάφορο, τόσο σκληρό; και το χρώμα του πώς το παίρνει, ποιος του το έχει χαρίσει, γιατί; εγώ πάλι, που το κοιτάω, που το περιγράφω, που το αφήνω πράσινο στον ουρανό; ο κάτω κι εγώ από τον ίδιο παράξενο, μπλε σαν βουνό ουρανό;


3.

πώς γίνεται να τα ’χω ’πεθυμήσει όλα, κάθε τόπο, κάθε άνθρωπο, κάθε εποχή, κάθε ώρα; πώς γίνεται όλα, μα όλα, όλοι, μα όλοι να μου λείπουν, πώς γίνεται; πώς γίνεται όλοι κι όλα που τότε δεν πρόσεχα πολύ, τώρα μέσα μου να παίρνουν διαστάσεις, να τους αναζητώ συνέχεια, να θέλω τους τόπους όλους να ξαναδώ, να ξαναπερπατήσω; πολύ ανάποδος ο Χρόνος, άνεμος κι αυτός που αλλάζει κατεύθυνση συνέχεια. μπλε.




[ Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Μπλε βουνό». Περιλαμβάνονται στο Ημερολόγιο 2023 με τους πίνακες του Χρήστου Κεχαγιόγλου (εκδ. Εν Πλω), που μόλις κυκλοφόρησε ]

Το ημερολόγιο κοσμούν 12 πίνακες του Χρήστου Κεχαγιόγλου





Τετάρτη 23 Μαρτίου 2022

Ο Σωτήρης Κακίσης σε μια σπάνια κουβέντα με τον Χαρίλαο Τρουβά





(...)

Χαρίλαος Τρουβάς: Στην αλλαγή του χρόνου δεν πέφτει κάπως βαριά η ποίηση;


Σωτήρης Κακίσης: Ναι, εκτός κι αν σε λυτρώνει. Με την ποίηση δεν ξέρεις πού απευθύνεσαι. Μπορεί ν’ απευθύνεσαι και σ’ ένα μόνο άτομο. Μπορεί να πουλήσεις ένα βιβλίο μόνο όμως και ν’ αλλάξεις τη ροή πολλών πραγμάτων.

Εγώ είχα πολλά χρόνια στενή φιλία με τον Τζίμη Πανούση. Κάθε βράδυ είχε μπροστά του χίλιους ανθρώπους. Αν έστω και ελάχιστα εγώ είχα μπει στην ψυχή του και είχαμε πάει κάπου αλλού το πράγμα, τότε έχω κι εγώ ένα μερίδιο επιτυχίας. Δεν μετριέται με το στρέμμα. Αυτά γράφω, ας βγαίνουν τα βιβλία μου, ας με ξέρει κάποιος κόσμος.

Ξαφνικά βρεθήκανε νέα παιδιά που με είχανε διαβάσει, είχανε μεγαλώσει με τα βιβλία μου. Είναι ευχάριστο να συμβαίνει αυτό, όταν μάλιστα δεν συμμετέχεις σ’ όλη αυτήν τη συνωμοσία, σε όλη αυτή την τραγική κατάσταση που συμβαίνει, στο επίπεδο του πανικού.

(...)


Πηγή:

https://www.lifo.gr/culture/vivlio/sotiris-kakisis-me-tin-poiisi-mporei-n-apeythynesai-kai-s-ena-mono-atomo


Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

Σωτήρης Κακίσης: Για την Ελευθερία

 



Για την Ελευθερία.

 

Για την Ελευθερία ο λόγος. Μα πριν για τον πατέρα της, τον Άνθρωπο. Που τη γέννησε, και την εμπνεύστηκε, και την ενέπνευσε, και την αναζήτησε με όλες του τις δυνάμεις. Που κάνανε τα πάντα για ’κείνη όχι μόνο άγνωστοί μας άνθρωποι, αλλά ξαφνικά τελείως κι από πριν δικοί μας, οι δικοί μας.

 

Κι η περιπέτεια. Οι περιπέτειες εδώ ενός ανθρώπου, ενός ομήρου σ’ εποχές τερατώδεις, μεταμορφώνονται από μνήμες σε μυθιστόρημα ιδανικό, πλήρες, με τους τίτλους πάλι των κεφαλαίων του διηγήματα πάνω κι από Τσέχωφ, πάνω κι από Πούσκιν, το έχω ξαναπεί αυτό, και τώρα το ξαναλέω. Με ήρωες όλους γύρω από τον ήρωα, και με Ιαβέρη, και με ονόματα το ίδιο τρομερά, και με Ουγκό, και με Χάσεκ δηλαδή, αλλά και με στιγμές παραλογισμού πολύ πιο πέρα κι από Ιονέσκο, πέρα απ’ όλα η ζωή η μισάνθρωπη, παράλληλα με τον φαρμακοποιό Χάιντβ, διαμέσου της Κόλασης, με αγωνία μεγάλη για λίγο φως, για λίγο ξανά ελληνικό ουρανό πάνω του, από πάνω τους. Αλλά και το ποδόσφαιρο μια επιπλέον, λυτρωτική μες στο χάος, παράλληλη κι αυτή ιστορία, πάντα μαζί του, στα πόδια του μέσα, δίπλα του.

 

Μαγικά για μας πια πράγματα, απόκοσμα, θαυμαστά, θαυμάσια. Και Ξύλινα Παπούτσια σκληρού πολύ παραμυθιού, και Μυλωνού σαν στον Παπαδιαμάντη, και Ιππείς Ινδοί, και Σακάκι Πέτσινο, και Ουγγαρέζα, κι ο Σκύλος, κι η Αυτοκτονία. Αλλά και συζητήσεις ολονύχτιες ελπίδας, και αναμνήσεις ολοζώντανες από την προηγούμενη ζωή μες στο στρατόπεδο της συγκέντρωσης, με τα μυαλά όμως και τις καρδιές όλων αλλού εννοείται, ελεύθερες πάντα, ελεύθερα προς τα ’δω, προς τον κόσμο τους. Και να πουλάει, και να ξαναπουλάει μόνο ψάρια στην αγορά ο Διαμαντής να θέλει, τίποτ’ άλλο, αυτό μόνο.

 

Κι όλο το βιβλίο πια ετούτο για την Ελευθερία. Για τη συνέχεια, για των απλών ανθρώπων τις δυνάμεις, τις υπερδυνάμεις στα δύσκολα. Κι από ιστορία, από διηγήσεις, από διηγήματα, από μυθιστόρημα, μύθος. Με σημασίες το κείμενο πολύ παραπάνω από μιας ηρωϊκής επιβίωσης τον βαρύ καημό, την υπεραξία, την τιτάνια μάχη, τον υπέροχο τρόπο.

 

Σωτήρης Κακίσης.


(Επίμετρο σε Αθανάσιος Ι. Πισσάνος (2021), Το ιστορικό της ομηρίας μου στη Γερμανία, 1944-1945, Αθήνα: Εκδοσεις Κουκκίδα)


Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

"Μες στο φως" - Σωτήρης Κακίσης & Χρήστος Κεχαγιόγλου - Ημερολόγιο 2022




1.

έχω πολλά σκεφτεί, πάρα πολλά. τα περισσότερα χωρίς θυμό, ήρεμα. άλλα πάλι με θυμό, σαν άνεμος μες στο μυαλό μου ανάποδα, σαν θύελλα εξωγήινη, σκληρή. και το μυαλό μου το μικρό τότε γαλαξίας ολόκληρος, με πολλές, πάρα πολλές παραπάνω από μία Γη, Διάστημα όλο θόρυβο κι εκρήξεις εκκωφαντικές, Σύμπαν ο νους μου άγριο, άναρχο, ανόητο τελείως. κι όμως: ήρεμος εγώ είμαι τώρα, με τις ήττες όλες όλες νίκες.


2.

στη Γη, λοιπόν, κι εγώ έζησα. και πιο πολύ απ’ όλα τα νερά της μ’ άρεσαν, ο αέρας της ο δροσερός ο άνεμος, πάντα προς τα μπροστά μαζί τους πήγα, με τα πόδια μου οριζόντια μ’ όλο μαζί το σώμα μου να τα φυσάει και να με κρατάει ψηλά ο άνεμος, τη ζωή μου όλη ως τώρα, ωραίο πίνακα μ’ εμένα μέσα του φτιάχνοντας, κι η κίνησή μου όλη σινεμά, ταινία, κινηματογράφος. μα πίσω τα χρώματα σαν μέρες και μήνες και χρόνια περνώντας κι αφήνοντας, σαν σκελετός πια και μαυρόασπρο σχέδιο έμεινα, φεύγω.


3.

δεν έχω απάντηση. μόνο χαρά. κι εκτός από χαρά και για των εικόνων τις πιο απόκρυφες γωνίες ξέρω, έχω να πω. τα υπέροχα σκοτεινά τους σημεία και μέσα μου το ίδιο έντονα, το ίδιο καθοριστικά. γιατί στις άκρες, στις γωνίες ολοκάθαρα τα πράγματα τα πιο σημαντικά, η σιωπή, η αγωνία, η μοναξιά αυτή εδώ τώρα. εγώ όπως κάθε άνθρωπος με τις δυνάμεις του πλήρεις, με τα περιγράμματα των φτερών μου τα μετά θάνατο εκεί ωραία ακουμπισμένα. και τα όσα πολύ βαθιά μείνανε και να τα πω δεν θέλω, καθόλου πια δεν με νοιάζει.



Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Σωτήρη Κακίση «Ανάποδα ο άνεμος». Περιλαμβάνονται στο Ημερολόγιο 2022 με τους πίνακες του Χρήστου Κεχαγιόγλου (εκδ. Εν Πλω)






Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Σωτήρης Κακίσης: Μεταμοντέρνο άρα και το ποδόσφαιρο πια


Ελλάς θρυλική




Μεταμοντέρνο άρα και το ποδόσφαιρο πια


Κι όμως: το ποδόσφαιρο σαν να μην είναι πια τέχνη, σαν να ’χει γίνει σαν την Τέχνη. Δηλαδή, βιομηχανία αντί βιοτεχνία, πρόσοψη αντί εσωτερικό, ταχυγεύματα αντί εστιατόριο της προκοπής, αντί μαγέρικο ταπεινό αλλά πεντακάθαρο.

Παλιά, μιλώντας για ποδόσφαιρο, μπορούσε κανείς να το εντάξει στην ελαφρά τότε αντι―βιομηχανία της Τέχνης. Κι οι ποδοσφαιριστές, ακόμα και στα ξερά τότε ελληνικά γήπεδα, μαζί με τις νίκες και τα γκολ, σε κάτι παραπάνω με τις ικανότητές τους στόχευαν, σε καλλιτεχνία κάποτε ιδανική επιδίδονταν. Κι ονόματα πραγματικά μεγάλων βιρτουόζων της μπάλας, ο Πέλέ, ο Μπεστ, ο Κρόιφ, ο Βερόν, ο Παπαϊώννου, ο Κούδας, ο Δεληκάρης, ο Χατζηπαναγής, στα γήπεδα μέσα με το ρήμα τότε ζωγραφίζω στα πόδια τους όντως ζωγράφιζαν, οι ντρίπλες τους, οι κινήσεις τους, οι πάσες τους, προς κάτι παραπάνω από το ποδόσφαιρο πήγαιναν το ποδόσφαιρο, το ταλέντο, την τέχνη τους.



Ο ύμνος της ΑΕΚ με τον Παπαϊάννου



Σήμερα; Μες στον ανοικονόμητο πλούτο τόσων υπερομάδων ―όχι στην Ελλάδα, εδώ πια είμαστε σε φτώχια σκληρή κι αμετανόητη―, μες στα άχρηστα και διαρκή τρεχαλητά τόσων παικτών σε συστήματα και υποσυστήματα μόνο πια εκπαιδευμένων αλλά για τη μπάλα ανεπαρκέστατων, παικτών που άμπαλοι τελείως θα χαρακτηριζόντουσαν άλλοτε, σαν τη μύγα μες στο γάλα ποιος; Ο Μέσι. Μα μόνο αυτός; Ναι, ίσως αυτός μόνο. Ακόμα και τώρα στης Παρί Σαν Ζερμέν το τσίρκο, πάμπλουτοι δίπλα του αλλά υπερκτιμημένοι άλλα αντ’ άλλων κάνουνε στο παιχνίδι, κι αυτός άρχισε ήδη να τους κοιτάει έκπληκτος, προβληματισμένος.

Μεταμοντέρνο άρα και το ποδόσφαιρο πια. Σαν το σινεμά, σαν το θέατρο, σαν τη μουσική, σαν τη λογοτεχνία. Όσο πιο απόμακρο από την ουσία γίνεται, όσο πιο ναρκισσιστικό, όσο πιο μακριά νυχτωμένο.

Με τους πρωταγωνιστές του κι αυτούς ανώτερους από το ίδιο το άθλημα, σαν σκηνοθέτες, σαν συνθέτες, σαν συγγραφείς, σαν ηθοποιούς ανίκανους πια να πούνε την ελάχιστη πια φράση κανονικά.

Σαν Νεϊμάρ. Σαν Εμπαπέ. Σαν Ντεμπελέδες.


Σωτήρης Κακίσης

Πηγή: "Τέχνη και Ποδόσφαιρο", ΤΑ ΝέΑ, Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021



Ο Μίμης Παπαϊωάννου με τη Δυναμό

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Σωτήρης Κακίσης: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης

Μάνος Χατζιδάκις - Μίκης Θεοδωράκης (Αρχείο - Η Αυγή)





Χατζιδάκις, Θεοδωράκης



του ΣΩΤΗ­ΡΗ ΚΑΚÍΣΗ



Τα τρία πρώ­τα Φε­στι­βάλ Ελ­λη­νι­κού τρα­γου­διού έγι­ναν στην Αθή­να, στον Ιπ­πό­δρο­μο του Φα­λή­ρου τότε, το ’59, το ’60 και το ’61.

Ο Μά­νος Χα­τζι­δά­κις πή­ρε το πρώ­το βρα­βείο και στα δύο πρώ­τα Φε­στι­βάλ, με το «Κά­που υπάρ­χει η αγά­πη μου» το ’59 και με το «Κυ­πα­ρισ­σά­κι» και την «Τι­μω­ρία» του το ’60. Μου έλε­γε, μας έλε­γε και σε επή­κο­ον ίσως και κά­ποιων άλ­λων, δεν θυ­μά­μαι πια, πως στο τρί­το εν σει­ρά φε­στι­βάλ ο ίδιος εί­χε το «Κου­ρα­σμέ­νο πα­λι­κά­ρι» και τον «Κυρ-Αντώ­νη», και πως του το κα­τέ­τα­ξαν δεύ­τε­ρο και τον «Κυρ-Αντώνη», πά­λι αν θυ­μά­μαι κα­λά, δεν τον αξιο­λόγη­σαν θε­τι­κά κα­θό­λου. Το πρώ­το βρα­βείο δό­θη­κε στην «Απα­γω­γή» του Μί­κη Θε­ο­δω­ράκη.

«Εγώ εί­χα τό­τε δυ­σα­ρε­στη­θεί, εί­χα κα­τα­λά­βει επι­τέ­λους τι ρό­λο παί­ζουν αυ­τές οι επι­τρο­πές, που οδή­γη­σαν άλ­λω­στε το Φε­στι­βάλ τα επό­με­να χρό­νια όπου το οδή­γη­σαν, και στε­κό­μουν πα­ρά­με­ρα κά­πως. Τό­τε, με πλη­σί­α­σε ένας από εκεί­νους τους μί­μους μας στο τρα­γού­δι, θέ­λο­ντας να μου που­λή­σει εκδούλευ­ση, και μου έλε­γε:

— Μά­νο μου, απα­ρά­δε­κτο! Τι εί­ναι αυ­τά τα πράγ­μα­τα!; Με τέ­τοια τρα­γού­δια που υπέ­βα­λες εσύ, να σου φερ­θούν έτσι;

Κι εγώ τό­τε τον απέ­πεμ­ψα σκαιώς και του εί­πα:

— Φύ­γε από ‘δω! Ο Θε­ο­δω­ρά­κης εί­ναι συν­θέ­της. Εσύ δεν εί­σαι!»


(Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ Στιγμές)



Πηγή: Χάρτης, τεύχος 34, Οκτώβριος 2021

https://www.hartismag.gr/hartis-34/selides-mikhs-oeodwrakhs/mikhs-oeodwrakhs#


Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2021

Μάχη με τον Χρόνο: Κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Σωτήρη Κακίση




δεν προλαβαίνω να τα θυμηθώ όλα. ούτε πολλών άλλων πόλεων τις βροχές που με δρόσισαν, ούτε καν της Αθήνας που ζω τόσα και τόσα. θυμάμαι και της Θεσσαλονίκης απογεύματα με ήλιο και κερασάκι γλυκό μπροστά στη θάλασσα, αλλά του Όλυμπος-Νάουσά τους μόνο ένα γερασμένο γκαρσόνι τώρα θυμάμαι, και μια τρύπα σε καθαρό κατά τ’ άλλα, σιδερωμένο τραπεζομάντιλο. θυμάμαι και περπατήματα υπέροχα κοριτσιών στο δρόμο, έτσι θυμάμαι, αλλά και δρόμους που τα ονόματά τους πια μου διαφεύγουνε.


Σωτήρης Κακίσης

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

Μια ωδή στον λυρικό Αριστοφάνη - Ο Σωτήρης Κακίσης μιλάει στην Καθημερινή







Μια ωδή στον λυρικό Αριστοφάνη


Ο μεταφραστής των «Ιππέων» Σωτήρης Κακίσης μιλάει στην Καθημερινή.


του Νικόλα Ζώη


Πάει καιρός από την πρώτη επαφή του ποιητή Σωτήρη Κακίση με τους «Ιππείς» του Αριστοφάνη. Και όμως, αυτό που τον είχε εντυπωσιάσει τότε ως θεατή είναι αυτό που ξαναβρήκε πρόσφατα στο ίδιο έργο, όταν ανέλαβε να το μεταφράσει για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου. «Ακόμα και νεαρός, ο Αριστοφάνης έχει έναν πολύ ενδιαφέροντα λυρισμό», λέει στην «Κ» ο Σωτήρης Κακίσης και εξηγεί: «Εχουμε τον Αριστοφάνη με τα κωμικά στοιχεία, αλλά έχουμε και έναν δημιουργό με λυρική άποψη για τη ζωή, η οποία φαίνεται στις παραβάσεις και στα χορικά των “Ιππέων”. Ο Αριστοφάνης δεν είναι μόνο κωμωδία. Το κωμικό στοιχείο βοηθάει να ειπωθούν κάποια πράγματα, αλλά μέσα από την αντίστιξή του με τον λυρισμό».

Ιδού για παράδειγμα ένα λυρικό απόσπασμα από τη μετάφραση του Σωτήρη Κακίση: «Ποσειδώνα μου, των ίππων άρχοντά μας,/που απολαμβάνεις τον χάλκινο χτύπο/των ποδιών των αλόγων και το χλιμίντρισμά τους,/τις ακριβές τριήρεις μας τις γρήγορες/με τις γαλάζιες τους τις πλώρες/και των παλικαριών των αρματωμένων/τον συναγωνισμό τον σκληρό κι άδικο,/μπες στον χορό μας/με την τρίαινά σου τη χρυσή,/των δελφινιών στο Σούνιο λατρεμένε,/Καρύστιε του Κρόνου τέκνο,/του στρατηγού μας του Φορμίωνα και των Αθηναίων/απ’ όλους τους θεούς πιο αγαπημένε τώρα,/εσύ βοήθα μας!».

Θεϊκή παρέμβαση

Οι «Ιππείς» ζητούν εδώ τη θεϊκή παρέμβαση, ώστε η Αθήνα να απαλλαχθεί από την κυριαρχία του φαύλου Παφλαγόνα και στη θέση του να έρθει ο (ακόμα πιο φαύλος, αλλά έτσι είναι αυτά) αλλαντοπώλης Αγοράκριτος: ο ανταγωνισμός των δύο ανδρών σε πονηριά και καπατσοσύνη είναι και ο βασικός κωμικός άξονας της παράστασης που είδαμε στην Επίδαυρο τον Ιούνιο σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου και που πλέον παρουσιάζεται στην Αττική: στο «Σχολείον της Αθήνας – Ειρήνη Παπά» μέχρι αύριο, στο Θέατρο Βράχων την Κυριακή και στο Κατράκειο στις 22 Σεπτεμβρίου.

Πώς μεταφέρεται όμως το αριστοφανικό χιούμορ στο σήμερα; Ανεξαρτήτως των σκηνοθετικών, χρειάζονται και μεταφραστικές παρεμβάσεις; «Ελάχιστα είναι τα σημεία που, επειδή μας είναι ελαφρώς ακατανόητα, πρέπει να αφαιρεθούν», αποκρίνεται ο Σωτήρης Κακίσης και συνεχίζει: «Οταν μεταφράζαμε με τον Στέφανο Κουμανούδη τους “Μιμίαμβους” του Ηρώνδα, ο Κώστας Ταχτσής μου είχε πει ότι αν το καλοσκεφτούμε, τα κείμενα αυτά δεν είναι τόσο μακρινά. Εχουν περάσει αιώνες από την αρχαιότητα, αλλά αν τοποθετήσεις τους προγόνους μας σε φάλαγγα κατ’ άνδρα, μιλάμε για 75 ανθρώπους – ένα γεμάτο λεωφορείο. Γιατί να είναι διαφορετικά τα πράγματα; Στην πολιτική, στη ζωή, συμβαίνουν περίπου τα ίδια. Ο Αριστοφάνης δεν χρειάζεται πολλές αλλαγές».

Ουτοπία

Πέρα από τη διαχρονικότητά του πάντως, ο Σωτήρης Κακίσης γοητεύεται από το γεγονός ότι ο αρχαίος Ελληνας κωμωδιογράφος είχε στο μυαλό του μια πιθανή ουτοπία για την Αθήνα, που καθώς παρέμενε ανεκπλήρωτη, εμφυσούσε στα έργα του ένα στοιχείο κωμικό και τραγικό, σκληρό και ποιητικό. Η απόδοσή του είναι ένα ακόμα στοίχημα για τον σύγχρονο μεταφραστή, του οποίου το πόνημα ωστόσο ενίοτε διαφέρει από όσα λέγονται επί σκηνής, λόγω της δραματουργικής επεξεργασίας των κειμένων.

Είναι άραγε, για αυτόν ή για άλλον λόγο, σχετικό με την έμφασή μας σε ερμηνείες και σκηνοθεσίες, παραγνωρισμένη η δουλειά των μεταφραστών; «Ετσι είναι η εποχή μας», καταλήγει ο Σωτήρης Κακίσης, «και το ίδιο συμβαίνει λ.χ. με τους συνθέτες ή τους στιχουργούς που μένουν στη σκιά των τραγουδιστών. Τα διάσημα πρόσωπα βοηθούν ώστε να γίνουν γνωστά κάποια έργα. Κάποτε, ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης μου είχε πει: “εμείς είμαστε το κέντρο όμως, όχι αυτοί”».



Πηγή:
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 9 Σεπτεμβρίου 2021

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Τρία ποιήματα του Σωτήρη Κακίση - από το Ημερολόγιο 2021 με έργα του Χρήστου Κεχαγιόγλου



Σωτήρης Κακίσης


Τρία ποιήματα


( για το ημερολόγιο Κεχαγιόγλου 2021 )

 


1.

έλεγα να τους ξαναπάρω όλους στο τηλέφωνο. και τον Χρήστο, και τον Στέφανο, και τον Χρόνη, και τον Δημήτρη. ένα σύντομο τηλεφώνημα με τα λόγια τους να τους ξαναμιλήσω, με των ζωντανών των πεθαμένων τώρα τις άλλες στιγμές, τα κάποτε ωραία μας. ξέρω πως οι ηλικίες τους πια είναι όλες εκεί που σταμάτησαν σταματημένες, ξέρω πως εγώ ακόμα κι από του πατέρα μου την οριστική το ’68 ηλικία είμαι πια μεγαλύτερος. γι’ αυτό λέω να τους ξαναναζητήσω, να ξαναγελάσουμε λίγο μαζί, ανέμελα.



2.

δεν φεύγω πάντως. πού να πάω; ν’ αδειάσει πάλι η δαντελωτή αυτή στον χάρτη πάνω επαναληπτικότητα, να κολυμπούν στις θάλασσές μου άνθρωποι κρύοι κι άγνωστοι, με ακόμα πιο άγνωστα κι από αυτούς τοπία πάνω τους, να μπερδεύονται με δικά μου, πολύ προσωπικά κύματα και νοήματα, των μυαλών, των καρδιών τους τα τόσο, μα τόσο διαφορετικά θέματα, προβλήματα; πού να πάω; ας έρθει πάλι όποιος θέλει, απ’ όπου θέλει, απ’ όπου είναι, να τον δω και να με δει.



 3.

οι πιο άγνωστοί μου άνθρωποι σ’ αυτή τη ζωή είναι, τελικά, οι παλιοί μου εαυτοί, κάθε ηλικίας ο προηγούμενος εγώ, το μικρό παιδί, το μεγαλύτερο, ο νέος ιδιαίτερα, εκείνος που σκεφτόταν και πολλά άχρηστα πράγματα, που όλους τους δρόμους ήθελε να τους πάρει, που όλα μου φαίνονταν ενδιαφέροντα, σημαντικά. αυτός ο Σωτήρης είχε, έχει και καλά: σκεφτόμουν και το μέλλον τότε, αν θα ’μουνα όπως είμαι σήμερα, το ίδιο ίδιος, το ίδιο εγώ. και μόνο τότε μέσα μου φωτιές χωρίς εγωϊσμούς άναβαν πολλές, του ΆιΓιαννιού που άναβε όλη η Ελλάδα τότε, να πηδήξω από πάνω τους. από τις φωτιές εγώ μόνος μου όλες.

 

( από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Μια δάφνη» )







Ζούμε σε μια εποχή όπου ζοφερές πραγματικότητες και όλων των ειδών οι παραδοξότητες, είναι έτοιμες, λίγο ν’ αφεθούμε, να μας καταπιούν.

Χανόμαστε, σ’ έναν ωκεανό τρικυμισμένης πληροφόρησης κι αναρωτιόμαστε τι να ‘ναι στ’ αλήθεια πραγματικό,τι σταθερό, πού θα πατήσουμε, πώς θα υπάρξουμε.

Τι ν’ αντιτάξουμε;

Ο νους, που στις περισσότερες περιπτώσεις λειτουργεί βασανιστικά, κρατά τα κλειδιά των διεξόδων. 

Οφείλουμε συνεχώς να τον κινητοποιούμε, να τον ενεργοποιούμε, να στρέφουμε τη δύναμή του σε υγιείς λειτουργίες.

Είναι ποιητικός, δημιουργικός, πολυμήχανος και ξέρει να ταξιδεύει.

Ας τον εξασκήσουμε σε άλλα μονοπάτια, να διαβάζει, ν’ ακούει, να ευχαριστιέται δημιουργικά, να είναι σ’ εγρήγορση.

Η ποίηση, η ζωγραφική, οι τέχνες γενικότερα, μπορούν, αν τους το επιτρέψουμε, να γίνουν πηγές μιας λυτρωτικής εσωτερικής μεταμόρφωσης.


ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ




https://www.enploeditions.gr/index.php/gr/ekdoseis/proion/469