Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντιρρησίας Συνείδησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντιρρησίας Συνείδησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

Ο Νίκος Αντύπας και η ρήξη




Σε όσα ενδιαφέροντα έχουν γραφτεί για τον Νίκο Αντύπα με αφορμή την απώλειά του να προσθέσω το εξής: η συνθετική δουλειά του τη δεκαετία του '90 (Δι' Ευχών, Έϊ, Σαν ηφαίστειο που ξυπνά) είναι ό,τι πιο κοντινό διαθέτουμε ως σημείο λήξης του έντεχνου τραγουδιού και διαδοχής του από κάτι άλλο. Δεν έχω όρο για το "άλλο", αλλά είναι άλλο. Είναι άλλο καταρχήν στιχουργικά, με τη Νικολακοπούλου να έχει πλέον διαρρήξει κάθε σχέση με το παρελθόν, κάθε νοηματική συνοχή, και να παίζει με τις λέξεις ως ηχητικές μάλλον παρά ως νοηματικές μονάδες ("μυρωδιά καταλύτη μόνο εσύ μ' αγαπάς", "υπόψη μου δεν τα 'λαβα του κόσμου τα χλωμά κατάλαβα" κλπ.). Και είναι και άλλο ηχητικά, με πολύ συνθεσάιζερ, με πολύ βάθος και αντήχηση, με έναν ήχο ψηφιακό που έχει αποχαιρετήσει τα φυσικά όργανα συγγενεύοντας μόνο ίσως με έναν Σπανουδάκη αν πρέπει σώνει και καλά να σκεφτούμε κάτι προηγούμενο, αλλά πολλαπλασιασμένο επί δέκα. Αυτός ο συνδυασμός στίχου και ήχου παρήγαγε κάτι πραγματικά καινούργιο, μια ρήξη, ένα rupture, ένα turning point, που θρυμματίζει την οποιαδήποτε συνέχεια με ό,τι μπορεί να νοηθεί ως έντεχνο τραγούδι μέχρι τότε.

Ας σκεφτούμε μόνο ότι πριν το «Δι’ Ευχών», η Αλεξίου βγάζει το «Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια» του Μικρούτσικου - ίδια ερμηνεύτρια, ίδια στιχουργός, αλλά τόσο μα τόσο διαφορετικό αποτέλεσμα. Η «Αντίστροφη μέτρηση» και τα «Κύματα» απέχουν από το «Δι’ Ευχών» μόλις δύο χρόνια, χρονολογικά, αλλά υφολογικά απέχουν τουλάχιστον μια δεκαετία, και βάλε. Ίδια ακριβώς περίπτωση και η Πρωτοψάλτη – τέσσερα χρόνια πριν το «Ηφαίστειο» του 1997 βγάζει τον δίσκο «Ανθρώπων έργα» με Κραουνάκη και Νικολακοπούλου. Ακούστε την ομώνυμη τραγουδάρα «Ανθρώπων έργα» ή τα γνωστά «Λαϊκά» και θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι όχι τέσσερα αλλά ούτε δεκατέσσερα χρόνια δεν φτάνουν για να γεφυρώσουν την απόστασή τους από τους κινητήρες, τους καταλύτες και τα διθέσια του διδύμου Αντύπα - Νικολακοπούλου.

Μιλάμε για τεράστια επίδραση! Και προσοχή: δεν είναι κάτι που έρχεται «εκτός», από κάποιον outsider, από κάτι τελείως απ’ έξω, π.χ. από έναν τραγουδοποιό. Μιλάμε για μια αλλαγή που συμβαίνει στην κεντρική σκηνή, σε δύο από τις κορυφαίες γυναικείες φωνές. Και βεβαίως μια παρόμοια αλλαγή συνέβη και με την Ελευθερία Αρβανιτάκη και το «Μένω εκτός» όπου εκεί ο Αντύπας δρα όχι ως συνθέτης αλλά ως ενορχηστρωτής, με την ίδια επιδραστικότητα. Απλώς στην περίπτωση της Αρβανιτάκη ακολούθησαν και τα «Τραγούδια για τους μήνες» του Παπαδημητρίου για να θυμίζουν την προηγούμενη κατάσταση – η Αλεξίου και η Πρωτοψάλτη δεν επανήλθαν ποτέ στα παλιά.

Θα τολμούσα να πω ότι το δίδυμο Νίκος Αντύπας - Λίνα Νικολακοπούλου είναι για το ελληνικό τραγούδι ό,τι ο Κώστας Σημίτης για την ελληνική πολιτική ζωή. Και όπως είναι λάθος να ταυτίζουμε την Ελλάδα της Αλλαγής με την Ελλάδα του Εκσυγχρονισμού μόνο και μόνο επειδή είναι η ίδια χώρα, ή το ΠΑΣΟΚ του Παπανδρέου με το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη επειδή είναι το ίδιο κόμμα, άλλο τόσο λάθος είναι να ταυτίζουμε το τραγούδι της περιόδου της Μεταπολίτευσης ή το τραγούδι της περιόδου της Αλλαγής με το τραγούδι της περιόδου του Εκσυγχρονισμού μόνο και μόνο επειδή συνεχίσαμε να το αποκαλούμε «έντεχνο». Αλλά φοβάμαι ότι τις περαιτέρω κοινωνιολογικές διασυνδέσεις αυτού του σχήματος θα πρέπει να τις κάνει ο ιστορικός του ελληνικού τραγουδιού του μέλλοντος.

Ηρακλής Οικονόμου




Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Πού πήγε το αστικό τραγούδι;


Άκουγα πριν από κάτι μέρες το μεγάλο ερωτικό τραγούδι - τι ποιο είναι, ένα είναι το μεγάλο ερωτικό τραγούδι, μην ακούω τέτοιες ερωτήσεις βραδιάτικο...








Περνούν οι μέρες στο σκοτάδι
τα φώτα γίνονται σκιές 
μα σαν θα σμίξουμε ένα βράδυ
θα ναι οι πίκρες μας παλιές

Όταν θα σμίξουμε ένα βράδυ
στου κόσμου το βαθύ πηγάδι
τα λεωφορεία θα περνάνε
θα παίζουνε τα σινεμά
κι όλα θα μοιάζουν όπως πρώτα
μα κάπως διαφορετικά
όταν θα σμίξουμε ένα βράδυ
στου κόσμου το βαθύ πηγάδι

Περνούν οι μέρες στο σκοτάδι
μ' αφήνουν πόρτες ανοιχτές
για να γυρίσουμε ένα βράδυ
απ' τη φωτιά κι από το χτες

Όταν θα σμίξουμε ένα βράδυ
στου κόσμου το βαθύ πηγάδι
ένα τραγούδι θ' ανεβαίνει
απ' το βυθό μέχρι τη γη
κι εσύ θα λες τι μου συμβαίνει
θα ψάχνεσαι για την πληγή
για την πληγή που μας πληγώνει
σαν μένουμε στον κόσμο μόνοι

***

και που λες ξάφνου άκουσα τον στίχο "τα λεωφορεία θα περνάνε θα παίζουνε τα σινεμά" και ένιωσα ένα ρίγος ρε παιδί μου, σαν να ακούω τον Θούριο του Ρήγα, κάτι επαναστατικό τέλος πάντων, κάτι ανατρεπτικό, και δεν είχα ιδέα γιατί το αισθάνθηκα αυτό διότι τίποτε επαναστατικό δεν υπάρχει στο να περνάν τα λεωφορεία και να παίζουνε τα σινεμά.

Ψάχνοντας, το βρήκα: τριγύρω μου δεν ακούω πλέον αστικά τραγούδια, τραγούδια που να έχουν φτιαχτεί για ανθρώπους της πόλης, να περιγράφουν τη ζωή τους εκεί, τις εικόνες και τα μοτίβα της, να έχουν την πόλη ως background, να ξετυλίγονται εκεί. Γι' αυτό και με συγκινούν τα λεωφορεία και τα σινεμά, διότι έχουν κάτι από την πόλη, κάτι αστικό, κάτι που μπορεί να αναφέρεται στη φυγή (των ταξιδιών και του κινηματογράφου) αλλά είναι απείρως λιγότερο της φυγής από το συνεχές κυνηγητό του χωριού και του αγρού που μ' έχουνε φλομώσει.

Πως το λένε αγαπητή μου αναγνώστρια, πήξαμε στα παραδοσιακά. Πήξαμε στον Κωνσταντή και στον Νικολή, πήξαμε στο κλαρίνο και στο νταούλι, πήξαμε στην αγροτιά και στη λεβεντιά, πήξαμε στις στέπες και στα αερικά, και δεν εννοώ ότι πήξαμε στο να ακούμε δημοτικά - όόόχι, αν ακούγαμε απλώς δημοτικά μια χαρά θα' τανε, αλλά πλέον δεν υπάρχει επιλογή, πλέον ο πόνος του χωριού είναι mainstream, έχει μεταγγισθεί στο καθαυτό έντεχνο τραγούδι. Μακάρι να άκουγες δημοτικά αλλά να είχες κι απ' το άλλο, όόόχι, τώρα πας να ακούσεις το άλλο, ροκ, έντεχνο, ό,τι να 'ναι τέλος πάντων, και σου σκάει από παντού αυτό το υβριδικό εντεχνο-δημοτικο-ροκ, και μάλιστα σε βερσιόν αντάρτικη. Και δως του βοσκαδουράκια, και δως του πλατεια του χωριού και μαγγανείες, και δως του το κοινό να του σηκώνεται η τρίχα με το ένα ηπειρώτικο, να του σηκώνεται η πέτσα με το άλλο ηπειρώτικο, και δως του αναρχία και επανάσταση και καπνογόνα με κλαρίνα και λαούτα.

Πάει, τέλος το αστικό τραγούδι, τώρα μόνο ζόμπι που διονυσιάζονται με electro-ηπειρώτικα και levento-τσοπάνικα. Μα γιατί δεν πάνε στα χωριά τους να ησυχάσουμε, επιτέλους; Να ακούσουμε με την ησυχία μας τις τραγουδάρες μας για το τρένο που έφευγε για τη Χαλκίδα, για μια πόλη έφευγε διάολε, κι όχι για την ανδρομέδα και τον αποσπερίτη που δεν τον βλέπω από το διαμέρισμά μου εκτός κι αν το κάνω κάμπριο, άιντε λοιπόν στα χωριά σας και καταργήστε τους συλλόγους ηπειρωτών και νησιωτών και λοιπών τόπων, όχι άλλοι σύλλογοι και συναυλίες στην Τεχνόπολη, δρόμο, μόνιμη μετανάστευση στα χωριά, μπας και μας σηκωθεί κι εμάς η τρίχα με "το στενό και το μηχανουργείο" και μπας και νοιώσουμε και λίγο αστικοποίηση που απ' ό,τι φαίνεται ποτέ δεν ολοκληρώθηκε σ' αυτή τη χώρα!

ηρ.οικ.






Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε...



...αδελφέ μου απ' τον κόσμο, εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο, όπως λέει ο Γιάννης Ρίτσος, και γι' αυτό με γεμίζει χαρά να βλέπω τις ιδέες μου και τις εργατοώρες μου (ΕΔΩ) να εμπνέουν τους άλλους ύστερα από δύο μήνες (ΕΔΩ) ή έναν χρόνο (ΕΔΩ). Αλλά επειδή σίγουρα δεν τραγουδάμε για να μαζεύετε εσείς κλικ και διαφημίσεις, καλό είναι να βάλετε καμιά πηγή ή απλώς ένα λινκ στην αρχική δημοσίευση. Σε κάθε περίπτωση, είναι τόσο όμορφο να βλέπεις τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, πάντα επίκαιρη, να συγκινεί και να υμνείται.
ηρ.οικ.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Ένοχη απόλαυση





Κάθε νέο τραγούδι της ελληνόφωνης Μόνικα είναι και μια βουτιά στην τέχνη της αποσύνδεσης στίχου, μουσικής και ερμηνείας, μορφής και περιεχομένου, λέξεων και ήχων. Και είναι και μια προσωπική δοκιμασία για μένα, στην οποία έμαθα να ανταποκρίνομαι με ωριμότητα. Στην αρχή, τα εγκεφαλικά μου κύτταρα αντιδρούσαν, εναντιώνονταν - αν άκουγα ας πούμε το "Αίμα μου" πριν από 1-2 χρόνια, θα καθόμουνα να σκεφτώ τι ακούω, θα ασχολιόμουν με τις ομοιότητες και τις αντιφάσεις, θα αναρωτιόμουνα "μα καλά, όσοι γεννιούνται σε κλέφτικα λημέρια μιλάνε με πεφταστέρια;", θα σκεφτόμουνα ότι είναι ασύντακτο να λες "γεννήθηκα σε τόπο ευλογημένο / μα δύσκολο καιρό συννεφιασμένο", θα έφερνα στον νου τα "Φεγγαρολούλουδα" του Σάκη Αρώνη ή μια σειρά επιτυχιών του Βασίλη Τερλέγκα, θα άνοιγα τα λεξικά για να βρω τα κοσμιότερα επίθετα ακριβούς περιγραφής τούτης της ερμηνείας, κλπ. κλπ.

Τώρα πλέον, όμως, έμαθα να θέτω το ωτορινολαρυγγολογικό μου σύστημα εκτός μάχης και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Απολαμβάνω δηλαδή τη στιγμή μετά την απόγνωση, όπου έχεις χάσει κάθε ελπίδα μετασχηματισμού του σύμπαντος και απλώς αποδέχεσαι και αγαπάς. Πώς το λένε, I did it, τα κατάφερα αγαπημένη μου αναγνώστρια - έφτασα στη στιγμή της απόλυτης αποδοχής ή της παραίτησης. Και αποφάσισα να το δω αλλιώς: δεν είναι ενόχληση πια, είναι η ένοχή μου απόλαυση. Είναι η απόλαυση του να ακούω Τόνι Σφήνο ντουέτο με τον Μουτσινά στο Καλό Μεσημεράκι, ή την Άννα Γούλα στο "Σ' έχω κάνει θεό" της Στανίση.

ηρ.οικ.

ΥΓ: Δεν διακατέχομαι από το ίδιο χριστουγεννιάτικο πνεύμα αποδοχής για τους συντάκτες της Lifo που ανέλαβαν με ζέση την προώθηση του δίσκου. "Σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς θα ακουγόταν π.χ. το 'Αίμα μου' αν το τραγουδούσε η αείμνηστη Βίκυ Μοσχολιού" γράφει η αγαπητή συνάδελφος στις 3 Δεκεμβρίου. Μα είναι δυνατόν; Υπάρχει άνθρωπος που ακούει αυτό το τραγούδι και σκέφτεται τη Μοσχολιού; Σαν να βλέπεις τον Θύμιο Μπακατσιά να σουτάρει τρίποντο και να σκέφτεσαι πώς θα ήταν αν θα το σούταρε ο Σπανούλης... Όσο για την έτερη προσέγγιση της Lifo στον νέο δίσκο της Μόνικα, εδώ η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά: "Όλος ο δίσκος θυμίζει ωραία, νοσταλγικά πράγματα δοσμένα διαφορετικά (αλλά όχι κοροϊδευτικά). Σαν να έχουν μπει στο μπλέντερ χορικά άσματα αρχαίας τραγωδίας, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Σαββόπουλος, Ξαρχάκος, Κλακ Φιλμς, λαϊκά πάλκα – πάντα με γενναίες δόσεις Monika" περιγράφει ο γνωστός αρθρογράφος στις 2 Δεκεμβρίου. Προσοχή! Μην το δοκιμάσετε στην κουζίνα σας! Έτσι και βάλετε στο μπλέντερ όλα αυτά τα συστατικά, το καημένο το μηχάνημα θα βραχυκυκλώσει, θα αρχίσουν τα ελατήρια να πετάγονται από παντού, και όχι δίσκο δεν θα βγάλει το μπλεντεράκι, αλλά ούτε σαλάτα ρώσικη, ούτε ένα κοκτέιλ να το πιείτε και να ξεχάσετε αυτά που ακούτε και που διαβάζετε...

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

"Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί" στην "αρχή του κόσμου"

Κι άλλες φορές έχουμε επισημάνει ομοιότητες τραγουδιών εδώ στα Μ.Π., αλλά ετούτη εδώ η περίπτωση ξεπερνάει κάθε άλλη. Αναφέρομαι στο τραγούδι "Απ' την αρχή του κόσμου" των Λάργκο και στην ομοιότητά του με το τραγούδι "Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί" σε ποίηση του Καββαδία μελοποιημένη από τον Θάνο Μικρούτσικο. Για να ακριβολογούμε, ακούμε μια αρκετά παρεμφερή μελωδία ξαναπαιγμένη σε αρκετά πιο γρήγορο τέμπο. (Χωρίς φυσικά να υπονοώ κάποιο φάουλ, κάποια συνειδητή αντιγραφή ή οποιαδήποτε κακόβουλη ενέργεια - να το ξεκαθαρίσουμε αυτό).








Δύο πράγματα μου 'ρχονται στο μυαλό, έτσι αυθόρμητα:
1) Η αλήθεια είναι ότι μετά από μισόν αιώνα νέου ελληνικού τραγουδιού, τα έχουμε δει και τα έχουμε ακούσει όλα. Δηλαδή, δύσκολο να βγει το καινούργιο πλέον, και στατιστικά, με τόσες μελωδιάρες και τόσες τραγουδάρες που γέννησε τούτος ο τόπος.
2) Το αποτύπωμα του τεράστιου Θάνου Μικρούτσικου στο ελληνικό τραγούδι θα το καταλάβουμε σε 100 χρόνια και βάλε. Να είναι καλά ο κύριος Θάνος, και να τον έχει ο θεός της μουσικής γερό για πολλά χρόνια ακόμα.








Τι αλλο... εντάξει έχει και την πλάκα του να βλέπεις πώς ψαρώνει πλέον το κοινό, πώς τσιμπάει και ηδονίζεται ό,τι κι αν του σερβίρουν τα ιερά τέρατα του εντέχνου, ό,τι κι αν πουν, ό,τι κι αν γράψουν. Φυσιολογικό όμως είναι αυτό, πάντα έτσι γίνεται και γινόταν, και το ότι μικραίνουν τα μεγέθη δεν σημαίνει ότι ο κόσμος κάθε εποχής δεν χρειάζεται την θέωση που προκύπτει από τη μουσική. Πρέπει να το 'χουμε υπόψη μας αυτό, αλλιώς θα πέσουμε στη γεροντίλα και στον ελιτισμό, κι είναι κακό πράγμα και τα δύο.
ηρ.οικ.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

ευχάριστο / δυσάρεστο

Και παλαιότερα υπήρχαν "χαρούμενα" τραγούδια, αλλά ως συμπλήρωμα, ως ένα διάλειμμα από την κανονικότητα. Το τραγούδι-καλαμπούρι τείνει να αναδειχθεί στη νέα κανονικότητα, και η εξέλιξη αυτή δεν είναι διόλου αθώα. Για την ακρίβεια, παραμορφώνει αυτιά και συνειδήσεις ακυρώνοντας τις δύο βασικές λειτουργίες του τραγουδιού: την ερωτική επιθυμία και την κοινωνική διαμαρτυρία. Το πρόβλημα με τα σουίνγκ και τις χαρούμενες διασκευές δεν είναι απλώς η αγοραία ευκολία που εμπεριέχουν - είναι η μετάβαση προς ένα μοντέλο ακροατή που θα νοιώθει οικεία μόνο με ό,τι του φτιάχνει τη διάθεση. Η έξωση του ερωτικού παραπόνου και της κοινωνικής αμφισβήτησης από το mainstream «έντεχνο» τραγούδι, η αναγωγή του δίπολου «ευχάριστο» / «δυσάρεστο» σε κανόνα αντίληψης της τέχνης, είναι μια οδοντιατρικής ακρίβειας απονεύρωση που αντανακλά - όσο και αναπαράγει - βαθιά προβληματικά ανθρωπολογικά και κοινωνικά δεδομένα.

ηρ.οικ.

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018

Η Ατθίδα του Κακίση (και όχι του Ελύτη)

Έπεσα πρόσφατα σε αυτό το βίντεο και μου έκανε αρνητική εντύπωση το "μαργαριτάρι" που αναφέρει η τραγουδίστρια, ότι η "Ατθίδα", το ποίημα της Σαπφώς που μελοποίησε ο Σπύρος Βλασόπουλος, είναι τάχα μου σε μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη. Η μετάφραση, προφανώς, είναι του Σωτήρη Κακίση, αλλά οκ, όλοι μας κάνουμε λάθη και τέλος πάντων είπα να μην γκρινιάξω.







Μετά από λίγο ψάξιμο στο διαδίκτυο, όμως, έπεσα πάνω στον Μάριο Φραγκούλη να λέει ακριβώς την ίδια "πατάτα" απαγγέλοντας την Ατθίδα "σε μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη". Και κάπως έτσι φαίνεται ότι αυτή η παρανόηση τείνει να καθιερωθεί μεταξύ των Ελλήνων καλλιτεχνών... Λοιπόν, του Κακίση είναι η μετάφραση της Ατθίδας. Του Κακίση! Και σε κάθε περίπτωση, αγαπητοί μου τραγουδισταί, καλό θα ήταν να ξέρετε από πριν τους συντελεστές των τραγουδιών που επιλέγετε να τραγουδήσετε!






Το σφάλμα αυτό γίνεται ακόμα σοβαρότερο δεδομένης της κομβικής σημασίας της μετάφρασης του Κακίση για τη μελοποίηση της Ατθίδας και των υπόλοιπων ποιημάτων της Σαπφώς που συμπεριλήφθηκαν στον δίσκο "Σαπφώ" σε μουσική Σπύρου Βλασόπουλου και ερμηνεία Αλέκας Κανελλίδου. Ο ραδιοφωνικός παραγωγός Μάκης Γκαρτζόπουλος γράφει σχετικά:

Οι μεταφράσεις των ποιημάτων της Σαπφώς είναι το πρώτο και καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητας του δίσκου. Ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης ακουμπά το λόγο της Σαπφώς με ευαισθησία και γνώση. Επιλέγει με προσοχή τους στίχους και πραγματοποιεί μια εξαιρετική εργασία (όλες οι μεταφράσεις εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1978 στον Κέδρο) αφήνοντας ελεύθερο τον ποιητικό λόγο της Σαπφώς, προσαρμόζοντάς τον σε μια σύγχρονη γλώσσα που κρατά ζωντανή την φρεσκάδα του πρωτότυπου. Οι μεταφράσεις του εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τον τελικό στόχο: να γίνουν Τραγούδι! Ο Κακίσης έχοντας στραμμένο το βλέμμα στη ρίζα του τραγουδιού, σ’ εκείνο το τραγούδι που “μας αποκαλύπτει” όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις (ο οποίος μάλιστα είχε ξεκινήσει να μελοποιεί κάποιες από τις μεταφράσεις του Σωτήρη Κακίση στη Σαπφώ, έργο που προοριζόταν για την Φλέρυ Νταντωνάκη και τελικά δεν ολοκληρώθηκε!), μεταμορφώνει τους στίχους της Σαπφώς σε σύγχρονα ερωτικά τραγούδια που σέβονται το πρωτότυπο κείμενο και παράλληλα μεταφέρουν αυτούσιο το πνεύμα της δημιουργού στο σήμερα.






Παρεπιπτόντως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μαρτυρία του ίδιου του Κακίση:

Αποφάσισε ο Μάνος Χατζιδάκις κάποια στιγμή αργότερα να μελοποιήσει τις μεταφράσεις μου της Σαπφώς, με σκοπό να υπάρξει και μια ανάλογή της επιστροφή, της Φλέρυς Νταντωνάκη. Πολλά βράδια βρεθήκαμε εκείνο το διάστημα στη Ρηγίλλης, στο πιάνο του μπροστά, να μιλάμε. Ήθελε κι ανάμεσα στον δίσκο να υπάρχουν και νέα τραγούδια του στα αρχαία από τη Σαπφώ, σαν το «Κέλομαί σε, Γογγύλα» του, την προηγούμενη μελοποίησή του για τον «Μεγάλο» του «Ερωτικό», την ανεπανάληπτη και τον ανεπανάληπτο. Όμως το σχέδιό του αυτό ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, η Νταντωνάκη δεν ξέρω πού, πώς πια ήτανε, κι ο Χατζιδάκις είχε χίλια δυο επιπλέον πράγματα εκείνους τους καιρούς να ολοκληρώσει. Δεν χρειάζεται εδώ να σας πω πόσο μελαγχολικά αναθυμούμαι τη χαμένη πιθανότητα αυτή, αλλά τι να κάνουμε; Αυτά έχουν οι Τέχνες, κι η ζωή. Είπε, αρκετά πιο μετά, ο Διονύσης Σαββόπουλος: «Η Σαπφώ σου όμως πρέπει να γίνει!» Την ανέθεσε στον Σπύρο Βλασσόπουλο, κι ο Σπύρος ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Την προτείναμε στη Σαβίνα Γιαννάτου και στη Δήμητρα Γαλάνη. Όχι, η Αλέκα Κανελλίδου θα την τραγουδούσε τελικά υποδειγματικά, στο lp το ιστορικό αυτό σχεδόν πια της EMI, με όλους εκεί, με του Σαββόπουλου την επιμέλεια, του Γιάννη Σμυρναίου την ηχογράφηση, του Κώστα Κλάβα τις ενορχηστρώσεις, με τους εξαίρετους μουσικούς, με του Φασιανού πρώτη φορά τότε και της δικής του της Σαπφώς αντίληψης τα έργα να βλέπουν το φως.

Πηγή: http://www.andro.gr/empneusi/tis-sapfos-mou-istories-1979-2014/


Για το τέλος, ιδού η ορίτζιναλ ηχογράφηση της "Ατθίδας" με τη φωνή της Αλέκας Κανελλίδου (οπτικοποιημένη σε επιμέλεια του Φώτη Μπατσίλα).
ηρ.οικ.





Σάββατο 12 Μαΐου 2018

Μια άποψη του Γιώργου Φακανά...

που προσυπογράφουμε και με τα δυο χέρια...




Μια άποψη: Το να καταγίνεσαι με νέες (Jazz?) ενορχηστρώσεις σε παλιά τραγούδια-σιγουράκια (Χατζηδάκια, Θεοδωράκια, Χιώτης, Τσιτσάνης, λαικές επιτυχίες κλπ.) είναι μια κατεύθυνση που, ενδεχομένως, να έχει και κάποια (πολύ σπάνια) καλά αποτελέσματα… Επειδή όμως το φαινόμενο αυτό έχει εξαπλωθεί τόσο αναρωτιέμαι: Είναι άραγε μουσική εξέλιξη και πρόοδος η μονοδιάστατη στήριξη μιας καριέρας στη σιγουριά του παρελθόντος? Μήπως αποκαλύπτει συνθετική φτώχεια των σημερινών μουσικών και ταυτόχρονα μια αγωνία για προβολή μέσα από γνωστές και σίγουρες οδούς? Κατανοώ ότι είναι πολύ εύκολο να συγκινηθούν οι υπεύθυνοι στους πολιτιστικούς μας οργανισμούς και να κινητοποιηθούν τα κτίρια και οι ορχήστρες τους αν τους προσφέρεις "τζαζοποιημένο" ή "κλασικοποιημένο" τον Χιώτη ή τον Θεοδωράκη και έτσι να έχει κάποιος δουλειά και φήμη, παρά αν προτείνεις την προσωπική σου συνθετική εργασία. Το δε κοινό πολλές φορές εκφράζεται διθυραμβικά αν κάποιος "παίζει τζαζ τα κομμάτια του Τσιτσάνη" αποκτά, όμως, μια λειψή και διαστρεβλωμένη άποψη για το εύρος, το περιεχόμενο και την εκφραστική ουσία αυτής της παγκόσμιας μουσικής… Τελικά σήμερα αναζητείται αύξηση της προσωπικής σύνθεσης στη Δημιουργική Μουσική και νίκη στον αγώνα της καλλιτεχνικής, αλλά και της γενικότερης, επιβίωσης μέσα από την νέα μουσική προσφορά… αυτή είναι, κατά την γνώμη μου, η συνεχής αποστολή της Μουσικής Τέχνης.

Γιώργος Φακανάς

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Λαϊκό τσα τσα: Το χάσμα γενεών σε δύο διασκευές

Ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα, δύο επανεκτελέσεις. Η πρώτη από τα Παιδιά από την Πάτρα και το "Καραβάν" του 1985:






Αν θες να νιώσεις καινούργιες συγκινήσεις
να μ’ ακολουθήσεις σε κέντρα λαϊκά
θα δεις γλυκιά μου κι άλλα πιο ωραία
γλέντια πιο σπουδαία απ’ τα κοσμικά


Θα σε γλεντήσω με κέφια ρωμαίικα
με τσιφτετέλια, συρτά και ζεϊμπέκικα
και θ’ απολαύσεις σε κόλπα ρεμπέτικα
φιλιά, ρετσίνα και λαϊκό τσα-τσα

Θ’ ακούσεις νότες να πέφτουν τριγύρω σου
θα δεις ρυθμούς που θ’ αρέσουν στον τύπο σου
κι άλλα πολλά, που δεν τα ’δες στον ύπνο σου
φιλιά, ρετσίνα και λαϊκό τσα-τσα









Και η δεύτερη από τους dreamy whispers - φίλτρο, αυτάρκεια, Manhã de Carnaval και κάτι-σαν-τη-Σάττι. Το χάσμα των γενεών σε δύο διασκευές. Το μόνο που μου έρχεται στον νου να αναφωνήσω, ως νέος Σπύρος Παπαδόπουλος στους Απαράδεκτους, είναι "τι έγινε ρε παιδιά;". Ελπίζω μόνο να υπάρχει ζωή στον πλανήτη Γη και μετά το πέρασμα του χιπστερο-τυφώνα. Μέχρι τότε, adios, και σκατά στο μάρκετινγκ.
ηρ.οικ.

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Η αλλαγή φύλου ως πρόβλημα του ελληνικού τραγουδιού







Η αλλαγή φύλου ως πρόβλημα του ελληνικού τραγουδιού

Στο σύντομο αυτό σημειωματάκι αγαπητές μου αναγνώστριες θέλω να θίξω το ζήτημα της αλλαγής φύλου στο ελληνικό τραγούδι μας! Ναι, δεν κάνω πλάκα, παίρνουν το φύλο και το αλλάζουν, ειδικά στις επανεκτελέσεις, και μαζί μ’ αυτό αλλάζουν και τα φώτα στο τραγουδάκι και στην αδιάσπαστη ενότητά του.

Είναι κοριτσάκι το τραγούδι; Το κάνουν αγοράκι, αν το επανεκτελεί άντρας. Είναι αγοράκι το τραγούδι; Το κάνουν κοριτσάκι, αν το επανεκτελεί γυναίκα.

Τελευταίο κρούσμα που έθεσε σε κίνδυνο τις καλά προφυλαγμένες τρίχες της κεφαλής μου είναι η επανεκτέλεση της τραγουδάρας «Η νύχτα γυρίζει γιασεμί» από τη Γλυκερία.




 



Λέει το ορίτζιναλ του Σαράντη Αλιβιζάτου:
«να σε πάρω ΔΙΚΙΑ μου μ’ έναν έρωτα τρελό / φουρτουνιάζει κι απόψε το μυαλό»
και τα τζιμάνια της Spider είπαν να βάλουν τη Γλυκερία να λέει
«να σε πάρω ΔΙΚΟ μου μ’ έναν έρωτα τρελό».

Και μετά, σε περίπτωση που δεν καταλάβαμε ότι σκοπό είχαν την πλήρη διάλυση του συγκεκριμένου τραγουδιού, ακούς και δεύτερη αλλαγή φύλου. Λέει ο αρχικός στίχος:
«να σε κάνω ΔΙΚΙΑ μου σού φωνάζω τις βραδιές / μα δεν ήρθες και σήμερα και χθες»
και έρχεται η οβίδα που πάνω της γράφει:
«να σε κάνω ΔΙΚΟ μου σού φωνάζω τις βραδιές»

Κι επειδή το κακό πρέπει πάντα να τριτώνει, έρχεται και το τελειωτικό χτύπημα. Βρε, δεν πάει ο στιχουργός να γράφει:
«είμαι ΜΟΝΟΣ κι απόψε μέσα σ’ όνειρα φωτιά»;
Η Γλυκερία πρέπει με το ζόρι να τραγουδά:
«είμαι ΜΟΝΗ κι απόψε»

Πιο γελοίο πράγμα απ’ αυτό δεν μπορώ να φανταστώ, ειλικρινά σας λέω. Καταρχήν, αλλάζει o ήχος του στίχου - ναι, ο στίχος έχει ηχητικό αποτύπωμα, και οι λέξεις δεν έχουν μόνο νόημα αλλά κάνουν και θόρυβο, εμπεριέχουν και ρυθμό, και τα πάντα όλα, και πρέπει να είσαι εντελώς άσχετος για να κάνεις το «μόνος» «μόνη» και να νομίζεις ότι εντάξει, όλα καλά, δεν τρέχει τίποτα.

Επίσης, σε όλο αυτό υπάρχει κι ένας έμφυτος σεξισμός, μια συντηρητικούρα, ένα μικροαστέξ if you know what I mean. Δηλαδή, με το ζόρι πρέπει ο άντρας να απευθύνεται ερωτικά σε γυναίκα και η γυναίκα σε άντρα. Όλη αυτή η υποχρεωτική ροπή προς την ετεροφυλοφιλία μου φέρνει αναγούλα, κι ας συμμερίζομαι σε προσωπικό επίπεδο τούτη τη ροπή - το υποχρεωτικόν του πράγματος είναι που με χαλάει. Γιατί δηλαδή μια γυναίκα τραγουδίστρια να μην μπορεί να απευθυνθεί στο άλλο μισό του τραγουδιού λέγοντας «να σε κάνω δικιά μου»; Τι φοβάται ο εμπνευστής αυτής της χαζομάρας αλλαγής, ότι ο ακροατής θα σοκαριστεί που η Γλυκερία απευθύνεται σε γυναίκα; Δεν το κατάλαβα δηλαδή, απαγορεύεται να είμαστε λεσβίες;

Τέλος, υπάρχει και κάτι βαθύτερο. Το τραγούδι και το βαθύ συναίσθημα και ο έρωτας ο μπόλικος - όχι ο μίζερος, ο τύπος και υπογραμμός, ο μπόλικος λέμε - πρέπει να ξεφεύγουν από αυτές τις τυπικούρες, άντρας, γυναίκα, και να φέρνουν την πυρηνική έκρηξη και την απόλυτη καταστροφή όπου δεν μένει κολυμπηθρόξυλο παρά μόνο εσύ κι εγώ, κι όπου το αν είσαι αγοράκι ή κοριτσάκι δεν είναι παρά λεπτομέρειες και υποσημειώσεις. Ο μεγάλος ερμηνευτής, δηλαδή, θα τραγουδήσει τον πόθο και τον έρωτα όποιο κι αν είναι το φύλο του άλλου.

Έλεος δηλαδή! Αν η Μοσχολιού μπορεί τη δεκαετία του ’60 να λέει «είσαι γυναίκα μιας βραδιάς ψεύτικα που αγαπάει» και να πέφτουν τα τσιμέντα, τότε φαντάζομαι ότι πενήντα χρόνια μετά επιτρέπεται να πει κι η Γλυκερία ότι είσαι ΔΙΚΙΑ μου διάολε, άχρηστε εταιριάρχη, πανύβλακα μάνατζερ, στούρνε άσχετε διευθυντή που όση σχέση έχω εγώ με την πυρηνική φυσική έχεις εσύ με το ελληνικό τραγούδι.

ηρ.οικ.

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

Γιατί η "Στάλα" της Μόνικα είναι ένα τρισάθλιο τραγούδι







Γιατί η «Στάλα» της Μόνικα είναι ένα τρισάθλιο τραγούδι



Διάβασα στο Facebook στον τοίχο μιας επαφής μου ότι η «Στάλα», το νέο τραγούδι της Μόνικα, είναι «καλοκαίρι, απλά καλοκαίρι». Απάντησα γράφοντας «είναι τρισάθλιο», και στη συνέχεια πήρα την απάντηση «Έχεις κάτι να πεις;».



Η αλήθεια είναι ότι η λέξη «τρισάθλιο» είναι επαρκέστατη για να περιγράψει κάτι που βρίσκεται σε πάρα πολύ κακή κατάσταση, αλλά προφανώς η συνομιλήτριά μου ήθελε επιχειρήματα και όχι μόνο χαρακτηρισμό. Ανταποκρινόμενος στην πρόσκλησή της, ιδού εφτά λόγοι που εξηγούν γιατί η «Στάλα» της Μόνικα είναι ένα τρισάθλιο τραγούδι:



1. Κάνει ρίμα την «πενιά» με τη «λεβεντοπενιά». Ναι, αλήθεια. «Δώσε μαέστρο μια πενιά / μια γιορτινή, μια λεβεντοπενιά». Να βγει η ομοιοκαταληξία, δηλαδή, κι ας είναι και με την ίδια λέξη. «Και τι να έλεγε;» θα μου πείτε. Ξέρω γω; «Δώσε μαέστρο μια πενιά / άνοιξε πέτρα να κλειστώ ξανά» (τιμούμε Μαρινέλλα) ή «Δώσε μαέστρο μια πενιά / το άγαλμα να πάρω αγκαλιά (Πουλόπουλος βέρσιον) ή «Δώσε μαέστρο μια πενιά / είμαι τριάντα κι όλα καθαρά (Μποφίλιου, μας κάνει). Αλλά εντάξει, θα μου πείτε, πρέπει να τιμούμε και τις παραδόσεις, και τον Λεωνίδα τον Μπαλάφα τον αρχι-λεβέντη που παλεύει να σταθεί στα πόδια του, οπότε και η λεβεντοπενιά και η λεβεντομαγκιά είναι πλέον must σ’ αυτή τη χώρα.


2. Οι στίχοι είναι άλλα ντ' άλλα Λούτσιο Ντάλα, στην τύχη. «Την καρδιά μου παιδεύεις σαν ξένο βαρύ φυλαχτό» [αν είναι ελληνικό το φυλαχτό δεν πιάνει, πρέπει να είναι εισαγωγής και δέκα κιλά τουλάχιστον] και «θέλεις μα δεν ξέρεις αν το θέλεις [αχ να κι αυτό που σας έλεγα για ομοιοκαταληξία με ίδιες λέξεις, θέλεις και πάλι θέλεις, εδώ όμως έχουμε και θέμα νοήματος, δηλαδή κοντεύει να γίνει Κυπριακό το αν θέλει ή όχι το παλληκάρι, αποφάσισε βρε αγόρι μου] και «βράδυ κάθε βράδυ κι αύριο πάλι» [ανησύχησα προς στιγμή ότι στη φράση «κάθε βράδυ» δεν περιλαμβάνεται το αυριανό βράδυ, αλλά εντάξει, κι αύριο βράδυ είναι, όλα οκ, θα κοιμηθούμε κι αύριο].

3. Να μείνουμε λίγο ακόμα στον στίχο παρακαλώ: τόσο «άκι» ούτε να ήτανε τραγούδι για τον μεγάλο τον Άκη τον Τσοχατζόπουλο, τον εθνικό μας οπλαρχηγό. Και δώστου «αεράκι», κι άντε πάλι «θαλασσάκι», και «ματάκι» έχω, και «χειλάκι», και «ναζάκι», και γενικά κου-πε-πε, μικρό μου πόνυ στο σαλονάκι σε κάνω όμορφο πολύ μικρό μου πόνυ στο σαλονάκι με τα στολίδια που ’χει εκεί μικρό μου πόνυ στο σαλονάκι χίλια δυο θα σου φοράω μικρό μου πόνυ στο σαλονάκι πόσο σ’ αγαπάω. Κάπου έρχεται και μια επανάληψη θεϊκή, «σαν αεράκι - άάάάάκι» και δεν ξέρεις τελικά αν είναι «αεράκι - Άκι» ή «αεράκι - Άκη» και αν πράγματι απευθύνεται σε κάποιον Άκη, ή στον Άκι τον Καουρισμάκι τον σκηνοθέτη βεβαίως βεβαίως.

4. Το τραγούδι πάσχει από σοβαρότατη κρίση συναισθηματικής ταυτότητας: όλα αυτά τα ναζάκια και τα χειλάκια παραπέμπουν σε καλοκαιρινή ανεμελιά και σε ερωτικά σκιρτήματα, αλλά η κοπέλα δεν μπορεί να ξεφορτωθεί το βαρύ φορτίο που έχει - και που συμμερίζομαι και σέβομαι απόλυτα - και κάπως έτσι φτάνουμε σε μια ερμηνεία που μόνο ανέμελη δεν είναι, και έχουμε ένα τραγούδι διχασμένο όπου ο στίχος λέει «θαλασσάκι καλοκαιρινό» αλλά το μακρόσυρτο, βαθύ «άάάάάκι» της Μόνικα παραπέμπει σε σάουντρακ horror movie με τη στάνταρ πλοκή με τα μούλικα που τα υιοθετούν και μετά πάνε στο ξένο το σπίτι και τα κάνουν όλα μπάχαλο και μετά κάθεσαι με το σφουγγαρόπανο και μαζεύεις τη σπλατεριά απ’ την οθόνη. Δηλαδή, για να κάνεις τη Βουγιουκλάκη δεν φτάνει να το λέει το δελτίο τύπου κι η Lifo και ο τσοπάνης του χωριού, πρέπει να το έχεις και μέσα σου κατιτίς.

5. Το τραγούδι σαν αίσθηση το έχω ξανακούσει, μία εσάνς «Έλα πάρε μου τη λύπη», ένα άρωμα «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω» στο πολύ πιο αργό, και γενικά μια κατάσταση ξαναζεσταμένη. Άσε που κάπου ανακυκλώνεται κι η ίδια η Μόνικα, με αυτή τη μία-από-τα-ίδια κορύφωση «Σαν θαλασσάκι καλοκαιρινό» του τέλους που φέρνει σε Yes I Do και “where we’ll live in happiness”, και τα οπερατικά «ααααααα» της εισαγωγής που τα ακούμε στο τέλος του «Away from my land» κλπ.

6. Η ενορχήστρωση ψάχνεται - πρώτα το ηλεκτρικό πιάνο παραπέμπει σε κάτι πράγματι λιτό και χαλαρό και lounge αλλά μετά πέφτει πάλι ο εύκολος εντυπωσιασμός των εγχόρδων και άντε να μαζέψεις τα ασυμμάζευτα. Δηλαδή, σοβαρά τώρα, να λες «πω, πω, πω, πω, αχ τι χαρά έχω απόψε» και να έχεις από πίσω κουαρτέτο εγχόρδων, γιατί; Στουμπώνουμε ένα νόημα απλουστευτικό - ως και σαχλό - με συμφωνική ορχήστρα. Οκ, το έχουν κάνει κι άλλοι πριν απ’ τη Μόνικα, δικαίωμά της να φάει κι αυτή ψωμάκι απ’ τη σοβαροφάνεια, αλλά πείτε μου ειλικρινά, αντέχετε να βλέπετε τον καημένο τον μαέστρο να διευθύνει σε αυτό το βίντεο; Δεν τον λυπάστε;






 7. Για το τέλος, το πιο εμφανές και ευκολάκι: η Μόνικα εμφανίζει στη «Στάλα» ερμηνευτικές αδυναμίες. Το ότι η άρθρωσή της έχει μια ξενική χροιά, ειδικά με το «ταυ» (π.χ. «το ’να με τ’ άλλο»), το θεωρώ φυσιολογικό εφόσον ακολουθεί διεθνή καριέρα και αποκλειστικά με αγγλόφωνα τραγούδια. Αλλά το να εμφανίζεται ασταθής με ανησυχεί, σε βαθμό που αναρωτιέμαι πραγματικά αν τη χαντάκωσαν ηθελημένα την κοπέλα, αν βαριόντουσαν οι μανατζαραίοι να ξανατρέχουν στο στούντιο, τι να πω. Και υπάρχει κι αυτό το ζήτημα με την εν γένει ερμηνευτική ατμόσφαιρα που θίξαμε και στο σημείο (4), σαν να μπαίνει μια φασόν κατάσταση ερμηνευτικά σ’ έναν στίχο και σ’ ένα νόημα που είναι πολλά χιλιόμετρα μακριά. Γιατί είναι ζήτημα; Γιατί δείχνει ότι η κατάσταση είναι συνθήκες εργαστηρίου, ότι το να φτιάξεις ένα τραγούδι έχει γίνει τσελεμεντές, συνταγή, με στόχο όχι τη μέσα έκφραση αλλά την παραγωγή συγκεκριμένων εμπορικά εκμεταλλεύσιμων συναισθημάτων στον ακροατή.

Προσοχή: το ότι η «Στάλα» είναι ένα τρισάθλιο τραγούδι δεν σημαίνει ότι δεν είναι ένα χρήσιμο τραγούδι. Είναι και παραείναι, και χρήσιμο, και διδακτικό, και διαφωτιστικό, και αν δεν υπήρχε δηλαδή μια «Στάλα» θα έπρεπε να εφεύρουμε μία. Γιατί το συγκεκριμένο τραγούδι δείχνει με τρόπο μοναδικά εύστοχο ότι το βαρέλι του ελληνικού τραγουδιού δεν έχει πάτο, ότι έχει χαθεί κάθε ελπίδα, ότι τραγούδι πάλι θα ακούσουμε σε 30 χρόνια από τώρα (και αν), ότι άσχετοι διευθυντές μάρκετινγκ έχουν πλέον πάρει τη θέση που είχαν παλιά ο Σαββόπουλος κι ο Ρασούλης και ο Μαυρουδής, κι ότι τέλος πάντων μια πραγματικά αξιοπρεπής πράξη θα ήταν να μαζευτούμε όλοι μαζί, να κλάψουμε και να αποχαιρετήσουμε το τραγουδάκι μας, να αποδεχθούμε την ήττα και το κλείσιμο του ιστορικού κύκλου, και να ασχοληθούμε με κάτι άλλο, με κάτι πραγματικά δημιουργικό, να καλλιεργήσουμε μαρούλια ή έστω να ασβεστώσουμε καμιάν αυλή, να γίνουμε χρήσιμοι στην κοινωνία, ρε παιδί μου, ή έστω να πάψουμε να την κοροϊδεύουμε.

ηρ.οικ.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Κατερίνα Λαζαρίδου: ο τυφώνας ...Κατρίνα που σάρωσε το Voice

Τέτοια φωνή βγαίνει μια φορά στα 4-5 χρόνια. Θα καταλήξει άραγε στα μπουζούκια και στα πρωϊνάδικα, ή θα υπάρξει κάποιος εμπνευσμένος δημιουργός να της δώσει ήχο και υλικό; Θα μείνει στα τηλεοπτικά σόου της μιας βραδιάς, ή θα μπει στη δισκοθήκη μας;








Τη 18χρονη Κατερίνα Λαζαρίδου τη μάθαμε σαν άλλη μία παίκτρια ενός ακόμη μουσικού talent show. Ελάχιστο ενδιαφέρον έχει το αν κέρδισε ή έχασε - δεν χωράει σε καλούπια ποδοσφαιρικού ματς η τέχνη. Αυτό που έχει σημασία είναι η συνέχεια, το μετά. Αυτό το μέταλλο, αυτή η χροιά, όλο αυτό το ακατέργαστο ταλέντο, αυτή η καθηλωτική έκφραση θα ήταν κρίμα να πάνε στα αζήτητα.






Τέλος πάντων, ας φροντίσει κάποιος την Κατερίνα Λαζαρίδου να την ακούσουμε ξανά και σύντομα, με τις συνθήκες, την καθοδήγηση και το υλικό που της αξίζουν.
ηρ.οικ.

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Όταν το "έντεχνο" ξεμένει από έμπνευση

...δεν το έχει σε τίποτα να ακούγεται και σαν σουξέ της Λένας Παπαδοπούλου! Εντάξει, δεν λέω φυσικά ότι ο Κώστας Λειβαδάς το έκανε επίτηδες, μην παρεξηγούμαστε κιόλας, αλλά η μελωδική γραμμή των δύο ρεφρέν είναι παρεμφερής κι αυτό κάνει μπαμ, αν βγάλετε τις ενορχηστρωτικές φιοριτούρες. Και ειλικρινά σας λέω, χίλιες φορές Λένα Παπαδοπούλου απ' το μιξ τρόμου της λύρας με ντραμς και συνθεσάιζερ και το ερμηνευτικό ύφος απόγνωσης μαζί με στόμφο μην τυχόν και χάσουμε το μεγάλο νόημα (τι νόημα, δηλαδή, πιάσε μια ταραμοσαλάτα στο πέντε, "με καίει και με σβήνει", τώρα πώς γίνεται να με καίει και να με σβήνει την ίδια στιγμή τρέχα γύρευε!).







Ηθικό δίδαγμα: κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και σταματήστε να ακούτε το δήθεν "έντεχνο" που μας σερβίρουν υπεύθυνοι μάρκετινγκ και γραφεία επικοινωνίας. Δεν είναι τέχνη όλο αυτό, είναι το πτώμα μιας τέχνης που πέθανε και η σήψη της μολύνει το αισθητήριο που το ίδιο το ελληνικό τραγούδι μας βοήθησε κάποτε να αποκτήσουμε.
ηρ.οικ.

ΥΓ: Πάμε Λενάκι.




Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Συγνώμη, κι ευχαριστώ







ΣΥΓΝΩΜΗ, ΚΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ



Το ελληνικό τραγούδι έχει γίνει αγνώριστο - μια φριχτή μονοτονία τονισμένη με γκάιντες, λαούτα και ντραμς. Ας είμαστε ειλικρινείς: μόνο προσωπολάτρες χούλιγκαν ή καλοπροαίρετοι απελπισμένοι μπορούν να ακούσουν με ειλικρινή κι αυθόρμητη ευχαρίστηση το 90% αυτού που περνιέται ως «έντεχνο» τραγούδι σήμερα. Κι πολλοί εξ' αυτών ούτε καν ακούνε· απλώς ουρλιάζουνε, σε όποια τετριμμένη ασυναρτησία κι αν πει από σκηνής το είδωλό τους, στην εκατοστή διασκευή, στη χιλιοστή ίδια συγχορδία.

Και κάπως έτσι νοιώθω την ανάγκη να ζητήσω μια συγνώμη για το όποιο νερό έβαλα στο μύλο αυτής της ανέπνευστης δηθενιάς, αυτού του απονεκρωμένου σώματος από τραγούδια που δεν τραγουδιούνται, από μουσικές που δεν ακούγονται 2η φορά, κι από στίχους που βάλθηκαν να μας κοιμίσουν με το ζόρι με αστέρια, ψυχές και προσευχές. Επιτρέψτε μου τη γενίκευση, φυσικά και δεν είναι όλα έτσι, ούτε μόνο έτσι. Αλλά είναι και έτσι, ολοένα και περισσότερο. Κι ας μην κρυβόμαστε… όλη αυτή η κατάντια των επανεκτελέσεων, η αιώνια στιχουργική κλιμακτήριος, το νέο σταρ σύστεμ του έντεχνου, και η χαζοχαρουμενιά με σάουντρακ Τσιτσάνη είναι ταυτόχρονα και η κατάληξη των δικών μας (στο «μας» βάλτε αν θέλετε και τον εαυτό σας, ή όποιον άλλον) ευσεβών πόθων, της δικής μας αθωότητας. Σε όλα αυτά αν ξύσεις λίγο θα βρεις από κάτω ένα κομματάκι κι από τη δική μας πίστη.

Πίστη σε τι; Δεν βρίσκω λόγια.

Δεν μπορώ να κάνω τον Κινέζο, κι ας είναι το μόνο εύκολο. Φταίω, αγαπημένες μου αναγνώστριες. «Φταίω», όπως λέει και ο τίτλος ενός από τα 5-6 πιο αγαπημένα μου τραγούδια - Αθηναϊκή Κομπανία παρακαλώ. Γιατί κάποτε σας προσκάλεσα (όχι μόνο εγώ, όχι πρώτος) σε ένα νυχτερινό πάρτι στην παραλία με ημίγυμνα κορμιά να πλατσουρίζουν στη θάλασσα, και το παρτάκι μας βγήκε τσάι κυριών και κοπή πίτας τοπικού συλλόγου. Κι ανέβηκα και στο ντάτσουν με τη ντουντούκα, ο μπούφος, μπας και δεν είχε πάρει χαμπάρι το φιλοθεάμον κοινό. Αλλά τελικά αυτός που δεν είχε πάρει χαμπάρι ήμουν εγώ!

Πλάι στη συγνώμη, όμως, ας μπει κι ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους βοήθησαν απλόχερα να ζήσω αυτή τη συναρπαστική περιπέτεια μιας ταπεινής χαρτογράφησης, συνταγογράφησης, κτηματογράφησης, ή όποιας άλλης «γράφησης» θέλετε του ελληνικού τραγουδιού· σε όσους, δηλαδή, έδωσαν χώρο. Και βέβαια, και σε όσους έδωσαν γενναιόδωρα τα κείμενά τους, τα τραγούδια τους και την έμπνευση για να υπάρχει αυτό το μπλογκ. Και εν τέλει, και σε αυτούς που είναι ο λόγος για τον οποίον ζητάω συγνώμη! Γιατί έτσι είναι τα πράγματα αγαπημένες μου αναγνώστριες: διαλεκτικά και αντιφατικά.

Τα «Προάστια» θα συνεχίσουν να επεκτείνονται, φυσικά, και δεν πρόκειται να σταματήσουν με καμία κυβέρνηση. Γιατί όπως λέει και ο στίχος από το τραγούδι: «Φταίω που ενώ μεγάλωσα / τα ίδια λάθη κάνω / και τα χαμένα από καιρό / πάλι τα ξαναχάνω». Η μοίρα γράφεται στην αρχή κι όχι στο τέλος, το λάθος συνεχίζεται, ευτυχώς, και τα χαμένα θα τα ξαναβρούμε και θα τα ξαναχάσουμε στη διαδρομή.

Μια διαδρομή που στην τωρινή, προσωρινή της στάση γράφει μόνο τούτο: συγνώμη, και ευχαριστώ.
ηρ.οικ.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Όταν ο Πάσχος Μανδραβέλης συνάντησε τη ροκ (και τα 'κανε μαντάρα)

Και όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, η σε βάθος ασχετοσύνη πηγαίνει χέρι-χέρι με τον παθολογικό αντικομμουνισμό:

Και επειδή του άρεσε το (ανιστόρητο) επιχείρημα με την δήθεν απαγόρευση της ροκ στην Κούβα, είπε να το γενικεύσει, να το κοτσάρει πάνω σε όλη την αριστερά, έτσι να ακούγεται καλύτερα... Βρήκε μία πηγή, έκοψε και έραψε τσιτάτα με Ζντανοφική μαεστρία, και να σου το σανό για να χαίρεται το ...φιλελεύθερο ακροατήριο.






Φαίνεται ότι ο Ουαλός φίλος μου ο Χάουελ που έφυγε από το Gatwick για να ακούσει Manic Street Preachers στην Αβάνα το 2001 δεν διάβαζε αρκετά Μανδραβέλη (φέρω κι εγώ μια ευθύνη, ως ελληνόφωνος, έπρεπε να του έχω πει να μιλήσει πρώτα με τον γκουρού). Και όχι μόνο πήγε ο αθεόφοβος στην Αβάνα για να ακούσει ροκ, αλλά και γύρισε κιόλας - ενθουσιασμένος παρακαλώ! Τι στο διάολο, μπας και του ετοίμασαν ψεύτικη συναυλία με Κουβανούς του κόμματος που τους είχαν ντύσει Manic Street Preachers; Παιδιά, δείτε το βίντεο και πείτε μου, γιατί το να είδε ο Χάουελ ροκ συγκρότημα στην Αβάνα μου φαίνεται αδιανόητο - διαβάζω όλο τον Μανδραβέλη μου και ξέρω.

Κι ούτε κι αυτή η φωτογραφία πρέπει να είναι αληθινή - για φωτομοντάζ την κόβω. Ο Κάστρο κάνει τα αποκαλυπτήρια σε άγαλμα του Τζον Λένον στην Αβάνα to 2000; Αποκλείεται! Αίσχος! Προπαγάνδα του ΚΚΕ!





Υπόσχομαι να επανέλθω στο θέμα την ερχόμενη εβδομάδα - ευκαιρία να σκύψουμε λίγο και πάνω από τον μαγικό κόσμο της κουβανέζικης μουσικής αλλά και της σύνδεσης ροκ και αριστεράς.

Μέχρι τότε, υποχρεωτική ανάγνωση - αντίδοτο στον υπαρκτό Μανδραβελισμό το άρθρο του Φώντα Τρούσα στη Lifo:
ηρ.οικ.

ΥΓ: Πριν αρχίσει η συναυλία στην Αβάνα οι Manic Street Preachers συνομίλησαν με τον Κάστρο και τον προειδοποίησαν ότι ο ήχος θα ήταν πολύ δυνατός. Ο Κάστρο απάντησε: "Αποκλείεται να είναι δυνατότερος απ' τον ήχο του πολέμου". Αυτή η ατάκα έγινε ο τίτλος του DVD ('Louder Than War') που κυκλοφόρησε το συγκρότημα με το βίντεο από εκείνη τη συναυλία.

ΥΓ (2): Δεν είναι το ανιστόρητο ή το άσχετο του πράγματος που εξοργίζει. Είναι που οι θύτες (αυτοί που βλογάγανε και βλογάνε τα γένια εκείνων που έστησαν το εμπάργκο ενάντια στην Κούβα και στέρησαν έτσι έναν ολόκληρο λαό από τα οικονομικά αλλά και πολιτιστικά αγαθά άλλων χωρών) κάνουν μάθημα ελευθερίας και δημοκρατίας στα θύματα. Είναι η χυδαιότητα που εξοργίζει.

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Οι σαμπάνιες έκαναν τοίχο

Ιούνιος του 2015, στην Ελλαδάρα μας. Κάνω εκκαθάριση του inbox μου, και είπα να μην σας στερήσω από μια τέτοια στιγμή εθνικής υπερηφάνειας που φώλιαζε μέσα του, βγαλμένη από άλλη μια όμορφη γωνιά της αθάνατης ελληνικής επαρχίας. Και όχι, μην χαίρεστε, οι Αθήνες δεν είναι καλύτερες - απλώς, πιο σοβαροφανείς.
ηρ.οικ.






Μοναδικές εικόνες συναντάμε κάθε φορά που ο Γιώργος Βελισσάρης εμφανίζεται σε πανήγυρη. Πλήθος κόσμου τον ακολουθεί και δείχνει την μεγάλη του αγάπη στο πρόσωπο του δημοτικού τραγουδιστή ποικιλοτρόπος.



Μπορεί κάποιοι να θέλουν να σχολιάσουν τις παρακάτω εικόνες θετικά και αρνητικά, μας ένα είναι σίγουρο πως αναφερόμαστε στην πραγματικότητα.

Οι εικόνες προέρχονται απο πρόσφατο πανηγύρι όπου κυριολεκτικά έχτισαν τοίχο με τις σαμπάνιες για τον Βελισσάρη, ενώ οι σερβιτόροι έτρεχαν να τις ανοίξουν, για να συνεχιστεί το μουσικό πρόγραμμα και απο τους άλλους παρευρισκόμενους τραγουδιστές.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Πατρέων

Το ρεπορτάζ ήρθε στο inbox των Μουσικών Προαστίων από την ιστοσελίδα flashstars.gr που με κάποιο μαγικό τρόπο έχει ανακαλύψει εδώ και κάμποσο καιρό ότι με ενδιαφέρει τρομερά η θεματολογία της ώστε να μου στέλνει με το ζόρι τακτικά updates από την πολιτιστική ζωή της Πάτρας. Αυτή τη φορά όμως τους ευχαριστώ, γιατί μου έδωσαν πραγματικό άρωμα Ελλάδας. Η Ελλάδα μας ρε, πατρίδα, η Ελλαδάρα που όλοι αγαπήσαμε! Με επιλαχόντες βουλευτές, επικεφαλής δημοτικών παρατάξεων, πλατινένιους δίσκους και πολιτιστικούς οργανισμούς δήμων. Δηλαδή, εδώ που τα λέμε, αν έχεις τέτοιους πολιτιστικούς οργανισμούς, τι τους θέλεις τους απολίτιστους!
ηρ.οικ.







Με κάθε επισημότητα πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Κυριακής στην αίθουσα «Αίγλη» της Veso Mare, η επίσημη παρουσίαση του cd «Πάμε Ξανά» του Πατρινού τραγουδιστή Δημήτρη Δημόπουλου και η απονομή του «πλατινένιου» δίσκου, καθώς το cd ξεπέρασε σε πωλήσεις τα 16.000 αντίτυπα.


Παρών στην εκδήλωση ήταν και ο δημιουργός των τραγουδιών, Μαέστρος Θοδωρής Γεωργόπουλος, ο οποίος με την ορχήστρα του «Εν Χορδώ» συνόδευσε τον Δημήτρη Δημόπουλο, σε χαρακτηριστικά τραγούδια αυτού του cd.


Την εκδήλωση, που διοργανώθηκε από την δισκογραφική εταιρεία «Melon music», σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Πατρέων, παρουσίασε ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Ρηγόπουλος, ενώ για τους δημιουργούς και το περιεχόμενο της παραγωγής, μίλησε ο συγγραφέας και παραγωγός Αθηναϊκών δισκογραφικών εταιρείων, Κώστας Παπασπήλιος.


Κατά την διάρκεια της εκδήλωσης, έγιναν οι απονομές των «πλατινένιων» δίσκων:
Στον τραγουδιστή Δημήτρη Δημόπουλο, από τον Αντιπρόεδρο του Πολιτιστικού Οργανισμού, Θεόδωρο Αγγελόπουλο, στον μαέστρο Θοδωρή Γεωργόπουλο, από την επικεφαλής της Δημοτικής Παράταξης «Όλοι μαζί για την Πάτρα», Βίβιαν Σαμούρη, στην αίθουσα ηχογραφήσεων «Best Of», από τον Α΄ Επιλαχόντα Βουλευτή των ΑΝΕΛ Αχαΐας, Γιάννη Λαϊνιώτη και στον ιδιοκτήτη της δισκογραφικής εταιρείας «Melon Music», Κώστα Μπεκιάρη, από τον πρ. Αντιδήμαρχο Πολιτισμού, Αλέξη Σκαρμέα.

Ανάμεσα στους παρευρισκομένους και ο πρόεδρος του Σωματείου Επαγγελματιών Μουσικών Ν.Δ. Ελλάδας, Γιώργος Πετρίτσης, Πατρινοί τραγουδιστές και μουσικοί, όπως οι Σπύρος Πανταζόπουλος, Διονυσία Καρόκη, Μαρίτα Μιχαλοπούλου, Σάκης Καντάς, Βασίλης Ακριβός κ.ά, ο τηλεοπτικός παραγωγός Αχιλλέας Παπαδιονυσίου, δημοσιογράφοι, παραγωγοί και ιδιοκτήτες ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών κ.ά.

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Έξι παραλλαγές σ' ένα τραγούδι της Ελεονώρας Ζουγανέλη


Στίχος (όχι, παίζουμε!)
Έξι παραλλαγές σ' ένα τραγούδι της Ελεονώρας Ζουγανέλη



κλαίω κι οδηγώ / στην Αττική Οδό
και κάτω απ' τη ζακέτα / φοράω νυχτικό




και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω κιμονό






και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω καμηλό





και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω μπολερό






και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω ροκοκό







και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω μπέιμπι-ντο(λ)





και κάτω απ' τη ζακέτα φοράω φλις ζεστό