Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Θανάση Μωραΐτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Θανάση Μωραΐτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2021

Θανάσης Μωραΐτης: Το "τίμιο" λα του Παπασιδέρη

 





Το «τίμιο» λα του Παπασιδέρη


Πανηγύρι του Αγίου Αθανασίου στο χωριό μου (Βάγια Θηβών), παιδάκι και, θυμάμαι την ελιά στο δεξί του μάγουλο, την «παχιά» προφορά του –λόγω αρβανίτικης καταγωγής– στα σύμφωνα λι νι και σι, και το βελούδο της φωνής του. Ανάμεσα σε τραγουδίστριες, δύο ή τρεις, ανάλογα με την ποσότητα βλακώδους πονηριάς του ιδιοκτήτη του μαγαζιού, που είχε μετατραπεί για τις ανάγκες του πανηγυριού σε οικογενειακό κέντρο. Όταν τραγούδαγε, σα να τραγούδαγε το στόμα του σε ξένο κορμί. Καμιά σύσπαση στο πρόσωπό του, καμιά «εκφραστική» κίνηση, κανένα μέλος του σώματός του δεν συμμετείχε στο χρώμα που εκσφενδόνιζε η φωνή του –η απόλυτη εφαρμογή της Μπρεχτικής «αποστασιοποίησης» (αργότερα τα πρόσεξα και στους: Γρηγόρη Μπιθικώτση, Στέλιο Καζαντζίδη, Σωτηρία Μπέλλου, Νίκο Ξυλούρη). Οι καλοί χορευτές σηκώνονταν να χορέψουν μόνον όταν τραγούδαγε ο Παπασιδέρης. Γιατί; «Ήταν τεμπάτος, κάρφωνε τις νότες», μου είπε το 1996 ο κλαρινίστας Παναγιώτης Κοκοντίνης από το Αμπελοχώρι Θηβών.

…1922 και η δύναμη των προσφύγων και ταλαντούχων Μικρασιατών μουσικών, τραγουδιστών και συνθετών, που πλημμύρισαν την κυρίως Ελλάδα, επιβάλλει και σχεδόν κυριαρχεί και παραμερίζει την τοπική μουσική παράδοση (τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια γιατί, αργότερα αυτή η συγχώνευση επέφερε το αποτέλεσμα που τώρα γνωρίζουμε). Καινούργια λαϊκά όργανα, αστικά λαϊκά τραγούδια, αμανέδες και «τρόποι τραγουδίσματος» μεταφέρονται από τη Μικρά Ασία, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Ανατολική Θράκη στην κυρίως Ελλάδα.

Αυτή η ατμόσφαιρα υπάρχει και στους πρώτους δίσκους που τυπώνονται λίγο αργότερα (1931), με την δημιουργία του πρώτου εργοστασίου παραγωγής δίσκων στην Ελλάδα. Τα «μέσα ηχογράφησης» της εποχής απαιτούσαν ικανότατους τραγουδιστές και μουσικούς, μιας και δεν υπήρχε η δυνατότητα για play-back, διορθώσεις κτλ. Γι’ αυτό και οι πρώτοι τραγουδιστές των δίσκων επιλέγονται με πολύ αυστηρά κριτήρια. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο «Κουλουριώτης» Γιώργος Παπασιδέρης.

Προφανώς, το προαναφερόμενο μουσικό κλίμα, η γειτνίαση της Σαλαμίνας με τον Πειραιά των ρεμπέτικων, η πεποίθηση της εποχής ότι «τραγουδιστής που δεν μπορεί να πει αμανέ, δεν λογίζεται τραγουδιστής», ο θαυμασμός του Παπασιδέρη για την ερμηνευτική δεινότητα των Μικρασιατών που τραγουδούσαν αμανέδες (Ατραΐδης, Νούρος, Καρίπης, Αραπάκης κ.ά.), καθώς και οι επιλογές της νεοσύστατης δισκογραφικής βιομηχανίας για ρεπερτόριο ήδη καθιερωμένο, τον οδήγησαν στα  πρώτα 5 χρόνια να δισκογραφήσει μόνον αμανέδες. Αμέσως μετά, αυξήθηκε η δισκογραφική παραγωγή δημοτικών τραγουδιών, λόγω μεγάλης ζήτησης. Έτσι, ακολουθώντας κι αυτός το «ποτάμι», δισκογράφησε 1800 περίπου δημοτικά τραγούδια που, τώρα πια –με τις αμέτρητες επανεκδόσεις– γνωρίζουμε καλά. Γνωρίζουμε επίσης ότι, το μεγαλύτερο μέρος των δημοτικών τραγουδιών που δισκογραφήθηκαν τότε, αλλά και αργότερα, ήταν δημιουργία αφ’ ενός επώνυμων και ταλαντούχων του συγκεκριμένου τόπου και αφετέρου αναδημιουργία όλης της τοπικής κοινωνίας με τις αδιαμφισβήτητες προσθαφαιρέσεις σ’ αυτά, ώστε να «κορομηλιάσουν». Μοναδικοί τραγουδιστές (όπως ο Παπασιδέρης) που, για τις ανάγκες των τοπικών πανηγυριών μάθαιναν και τα τραγούδια του συγκεκριμένου τόπου, τα πέρασαν στη δισκογραφική βιομηχανία που «εκμεταλεύτηκε» το ταλέντο τους και την πρόσβασή τους σ’ αυτά.

Η έρευνα, που εν τω μεταξύ έχει γίνει για την συγκεκριμένη εποχή (1930), μπορεί να επιβεβαιώσει αυτούς τους ισχυρισμούς, μιας και τραγούδια που είναι καταγεγραμμένα ως δημιουργίες συγκεκριμένων σπουδαίων τραγουδιστών, δεν ήταν παρά δημιουργίες της τοπικής κοινωνίας. Η σύνθεση δημοτικών τραγουδιών, μπορούμε να πούμε ότι, τελείωσε με την πρώτη δισκογράφησή τους. Να σημειωθεί και η «Προκρούστεια» επέμβαση σ’ αυτά, που συντελέστηκε με την δισκογράφησή τους («δυτικού τρόπου» συγχορδιακή συνοδεία, αλλοίωση της διαστηματικής δομής των μουσικών κλιμάκων κτλ.). Αυτό εξ άλλου, είναι ολοφάνερο τώρα, ακούγοντας τη «διαστηματική» ευαισθησία των νέων μουσικών που παίζουν παραδοσιακά όργανα –απόρροια της γνώσης τους– με την οποία προσεγγίζουν τα ίδια δημοτικά τραγούδια. 

Τι απομένει; Η χαρά της ακρόασης της υπέροχης φωνής του Παπασιδέρη και άλλων σηματωρών τραγουδιστών της εποχής του με το μοναδικό «χρώμα» τους.

Ιδιαίτερη μνεία στις υψηλές τονικότητες που τραγουδούσε ο Παπασιδέρης (φαινόμενο που παρατηρούμε και στις ηχογραφήσεις δημοτικών και ρεμπέτικων τραγουδιών που ηχογραφήθηκαν στην Αμερική την δεκαετία του ’20 από τους εκεί Έλληνες τραγουδιστές-μετανάστες Σωτήρη Στασινόπουλο, κα Κούλα, Μαρίκα Παπαγκίκα κ.ά.) – παράμετρος που δεν υπάρχει τώρα. Λίγο πριν το τέλος της ζωής του, ο Παπασιδέρης βρέθηκε να τραγουδά σε πανηγύρι και, εισπράττοντας την έκπληξη του μουσικού στην επιθυμία του να τραγουδήσει από λα μινόρε, του είπε «παίξε από λα, για ν’ ακουστεί το τίμιο λα του Παπασιδέρη».

Αν βρεθείτε στην Κούλουρη, κάντε μια βόλτα στη Μονή Φανερωμένης όπου, μαζί με το «αυθαίρετο» του Άγγελου Σικελιανού (σχεδόν μέσα στη θάλασσα, ο αθεόφοβος), θα δείτε και τη μορφή του Παπασιδέρη να τραγουδά στο πανηγύρι της.


Πλάκα, Μάρτιος 2009

Θανάσης Μωραΐτης

Συνέντευξη του Θανάση Μωραΐτη με τον κλαρινίστα Παναγιώτη Κοκοντίνη για τον Γιώργο Παπασιδέρη

 




Συνέντευξη του Θανάση Μωραΐτη με τον κλαρινίστα Παναγιώτη Κοκοντίνη για τον Γιώργο Παπασιδέρη


(Αθήνα, Άγιος Παύλος, 15.3.1996)

Στην κατοχή είχα πάρει μέρος στην αντίσταση και τα λοιπά. Μας κλείσαν φυλακή εμάς τους ελασίτες, 9 χρόνια περίπου κάθησα και βγήκα το 1952, Αυγούστου, με τα μέτρα ειρηνεύσεως του Πλαστήρα. Ήμουνα επαγγελματίας μουσικός, αλλά χαμένος από την πιάτσα τόσα χρόνια. Προπολεμικά, εκεί με τους πρόσφυγες πού χαν έρθει στη Θήβα το 1922, κοντά στο χωριό μου (Αμπελοχώρι), πήρε το μυαλό μου έτσι και μ’ άρεσε η μουσική, έγινα επαγγελματίας και αφού βγήκα το 1952, έρχονται τα Χριστούγεννα. Ο Παπασιδέρης είχε κάνει εγχείρηση στο στομάχι και μού ’ρχεται στη Θήβα, λέει: «Γεώργιος Παπασιδέρης». «Α, χαίρω πολύ», λέω, «που φιλοξενώ στο φτωχικό μου σπίτι, έναν τέτοιο άνθρωπο». Καθήσαμε εκεί, μου λέει, «Πάω στην Καρδίτσα, σ’ ένα γάμο». «Και ’γώ», του λέω. Μού χανε πει για ένα γάμο κάτι συνάδελφοι στην Αθήνα. Μου λέει «Θέλω να γραμμοφωνήσουμε, να περάσουμε τον «Τριτσιμπίδα». Πήγαμε στην Καρδίτσα. Εκεί που καθόμασταν στο καφενείο, μου λέει, «Παίξε τον Τριτσιμπίδα». Τού παιξααλά Τούρκα, με σμυρνέικο ύφος, τό κανα σαμπάχ, κατά τα καρκινώματα των Τούρκων. Το περάσαμε αυτό το τραγούδι σε δίσκο. Μετά περνάμε, είχα γράψει ένα τραγούδι, το πρώτο από μες στη φυλακή:

Γύρισα από την ξενιτιά που μ’ είχανε σταλμένο

 και ήρθα από το σπίτι σου μα τό ’βρα κλειδωμένο

ρωτάω τις γειτόνισσες μ’ αυτές δεν με γνωρίζουν κτλ.

Το περάσαμε. Τραγούδησε ο Γιώργος. Μετά, το τρίτο ήταν: «Λαλούδι της Μονεμβασιάς». Το τέταρτο, να συμπληρώσουμε το δίσκο (45 στρ.), περάσαμε το: «Παιδιά μ’ σαν θέλ’τε λεβεντιά». Ε, παίρνουμε το δρόμο αυτό και είχαμε πολλά χρόνια συνεργασία. Μετά έγραψε ο Γιώργος το: «Όλες οι μελαχροινές». Πηγαίναμε στα Μέγαρα, θυμάμαι, και μες στο λεωφορείο μου λέει: «Νούσιε» (στα αρβανίτικα το υποκοριστικό του Παναγιώτη, Πανούσης), «Έχω κάτι λόγια εδώ. Πως τακούς;». «Ωραίο είναι», λέω. Κάπνιζα Καρέλια τότε και μες στο λεωφορείο, πιάνω το πακέτο και φτιάχνω το πεντάγραμμο. Έγραψα τη μελωδία για να μη χάσω το χρώμα. Το περάσαμε κι αυτό. Έπιασε πολύ.

Είχαμε συνεργασία με τον Γιώργο, έως το 1973. Ήταν Δευτέρα του 1977 και βγαίνω εδώ και βλέπω στην τηλεόραση τη φωτογραφία του Παπασιδέρη. «Τι. «Πέθανε», είπε ο σταθμός. Πω, πω! Πήγαινα για τον Καναδά, σαν αύριο, για δουλειά. Τί να κάνω τώρα; Τον Γιώργο; Τί διάολο. Περπάταγα για την Ομόνοια και σκεπτόμουνα, τι να του γράψω στο τηλεγράφημα, δηλαδή μέσα από την ψυχή μου τα λέω αυτά, γιατ’ είχα φάει ψωμί, είχα κοιμηθεί στο σπίτι του, στα σεντόνια του. Πιάνω και γράφω:

Πενθοφορούνε τα βουνά και τα πουλιά τον κλαίνε,

πενθοφορεί κι η Κούλουρη κι όλος ο κόσμος κλαίνε

και το στέλνω τηλεγράφημα. Μετά που γύρισα από τον Καναδά, το πέρασα σε δίσκο, μαζί μ’ άλλο ένα τραγούδι, πάλι για τον Γιώργο:

Το μάθανε και κλάψανε Ανατολή και Δύση

ο Παπασιδέρης βρε παιδιά δε θα ξαναγυρίσει

πολλά τραγούδια έγραψε για τους καπεταναίους

έγραψε κι ερωτικά για νέες και για νέους κτλ.

Βρίσκω τον Τάκη Καρναβά, ένας τραγουδιστής. Τον είχα πάρει σε πολλές δουλειές. «Έλα», του λέω, «να πεις δυο τραγούδια, πέθανε ο Παπασιδέρης». Βρισκόμαστε, διαβάζουμε τα λόγια, μόλις βλέπει αυτός «Δεν βρίσκεται τραγουδιστής σαν τον Παπασιδέρη». «Γιατίμου λέει, «δεν βρίσκονται άλλοι τραγουδιστές σαν τον Παπασιδέρη;» «Α ... έτσι;», λέω. «Άστο, μην το λες καθόλου». Το τραγούδησα εγώ. Θα στον δώσω το δίσκο Θανασάκη, να το βάλεις μαζί με τα άλλα του Γιώργου.

Ο Παπασιδέρης, έτσι πιστεύω εγώ, ήτανε, είναι και θα παραμείνει ας πούμε, σαν ο πατέρας του Δημοτικού τραγουδιού. Έμαθε τον κόσμο να χορεύει. Ήταν τεμπάτος. Γιατί, άλλοι, αφήνουν ουρά. Αυτός είχε ρυθμό. Άιντε , καλή αντάμωση νά χουμε.

Συνέντευξη του Θανάση Μωραΐτη με τον Βαγγέλη Λαθούρη για τον Γιώργο Παπασιδέρη

 



Συνέντευξη του Θανάση Μωραΐτη με τον Βαγγέλη Λαθούρη* για τον Γιώργο Παπασιδέρη


(Σαλαμίνα, 17.4.1996)

Μέφερνε σε ευθυμία και έσπαγα ποτήρια. «Μη σπας», μου έλεγε, «γιατί δεν θα τραγουδήσω». Γιατί μέφερνε εμένα σ’ ευθυμία να πούμε, επειδή γνωρίζω εγώ τα τραγούδια, δηλαδή, τον καλλωπισμό του τραγουδιού τον γνωρίζω καλά εγώ ψυχικώς, γι’ αυτό ερχόμουνα σε κέφι κι έκανα ζημιά να πούμε.

Τον γνώρισα το 1930. Είχε γραμμοφωνήσει το πρώτο τραγούδι, αμανές ήταν:

Έχω πολλά παράπονα στο στήθος μου γραμμένα,

πότε θα ’ρθεί αυτή η στιγμή να στά ’πω ένα ένα, σε σαμπάχ. Το τούμπα, δεν θυμάμαι τι είχε. Την ώρα που ερχότανε από την Αθήνα με την πλάκα στο χέρι, τον θυμάμαι. Ήρθε στον πατέρα μου απάνω πού χαμε ένα γραμμόφωνο "Star", μόνο εμείς είχαμε γραμμόφωνο στην Κούλουρη . Έφερε το βάλαμε εκεί, τακούσαμε. Ω! Ο Παπασιδέρης. Μετά έβγαλε τα: «Σουζινάκ» και «Χιτζασκιάρ». Από τότε κάναμε παρέα, τραγούδαγε δε και στην ταβέρνα μου συνέχεια, με τον Μανώλη Φιστιξή, ο Γιαννάκης με το σαντούρι, ο Ρούκουνας, η Βασιλική Τακουΐ, πού ’χει παντρευτεί στη Χασιά, ο Αραπάκης ο τραγουδιστής.

Ο Παπασιδέρης, τραγουδούσε κάθε φεγγάρι, κάθε πανσέληνο. Όταν είχε φεγγάρι, οι ψαράδες δεν πιάνανε ψάρια και κάνανε αναγκαστικά ρεπό 4-5 μέρες, αράζανε κι ακούγανε τον Γιώργο. Πήγε να παίξει στην Ήπειρο. Φύγανε όλοι από το κέντρο που ήτανε οι Χαλκιάδες και πήγανε να ακούσουνε τον Παπασιδέρη.

Οι Κουλουριώτες, άλλοι τον μισούσανε, άλλοι τον αγαπούσανε. Γιατί ήτανε ο πρώτος να πούμε. Είναι ένας ψάλτης του Πατριαρχείου, ο Στανίτσας. Τον έφερε ο Νίκος Σαλτάρης στη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. Ήθελε να φάει λακέρδα. «Μόνο στου Βαγγέλη», τού ’πανε. Ήταν στην παρέα κι ο Παπασιδέρης. Άφού φάγανε, ευχαριστηθήκανε να πούμε, ήρθαν σε κέφι και τραγούδησε ο Παπασιδέρης ένα τούρκικο τραγούδι. Του λέει ο Στανίτσας: «Να σε ρωτήσω κάτι κύριε Παπασιδέρη; Έχεις σπορά από την Τουρκία;».

«Όχι», του λέει ο Γιώργος. Ο Παπασιδέρης είχε πάει στην Τουρκία, στη Σμύρνη, όταν ήτανε μικρός μένα καΐκι του Γιώργη του Μάθεση, δούλευε στο καΐκι, ήτανε μούτσος, 14-15 χρονώ. Τού πε κι άλλα τραγούδια αυτό το βράδυ. «Με σκλαβώσατε απόψε κύριε Παπασιδέρη», του λέει ο Στανίτσας, «με τα τραγούδια που μου είπατε». «Δεν κουράζεσαι;», τού λεγα ’γώ. «Δεν κουράζομαι γιατί η φωνή μου κατεβαίνει απτο κεφάλι» μου απάντησε. Σαράντα μέρες απ’ τη μέρα που πέθανε ο Παπασιδέρης, τραγούδι δεν έβαλα. Γιατί τον αγαπούσαμε πολύ τον Γιώργο.

 

* Ο Βαγγέλης Λαθούρης γεννήθηκε το 1913 στη Κούλουρη. Είναι πασίγνωστος στη Σαλαμίνα, από την ταβέρνα «Το πυροφάνι», που είχε στον Άγιο Νικόλαο μέχρι πριν λίγα χρόνια. Ζει με τη γυναίκα του, Μαρία, στο ίδιο μέρος. Ήταν ‘κολητοί’ με τον Παπασιδέρη. Τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια (ελληνικά και αρβανίτικα), τα ρεμπέτικα και οι αμανέδες της έκδοσης, είναι από το αρχείο του.

Συνέντευξη του Θανάση Μωραΐτη με τη γυναίκα του Γιώργου Παπασιδέρη, Αφροδίτη

 




Συνέντευξη του Θανάση Μωραΐτη με τη γυναίκα του Γιώργου Παπασιδέρη, Αφροδίτη


(Σαλαμίνα, 24 Μαρτίου 1996)

Ήμουν μοναχοκόρη σε τέσσερα αδέρφια. Ένα βράδυ, μπαίνει σπίτι ο ένας αδερφός μου, μαζί με τον Γιώργο που κρατούσε τον πρώτο δίσκο που είχε βγάλειΈχω πολλά παράπονα στο οτήθος μου γραμμένα»).

«Μάνα, ξύπνα, αρραβωνιάζω τη Βήτα απόψε». «Που; Σε ποιόνε;» .

Ήμουν 17 χρονών τότε, το 1930.

«Πήγαινε ξύπνα την Αφροδίτη, να δούμε, τον θέλει τον Γιώργο;».

Τον ήξερα, τον έβλεπα στο πηγάδι που ερχόμουνα, εδώ στην πλατεία που είναι τώρα.

«Σ αρραβωνιάζει απόψε ο αδερφός σου», μου λέει η μάνα.

«Σε ποιόν;» «Στον Γιώργο».

Είχε μεγάλη οικογένεια ο Γιώργος, 9 αδέρφια, 5 αγόρια, 4 κορίτσια. Δούλευε με τα κάρα τότε, καραγωγεύς. Ήταν 28 χρονώ που μ αρραβώνιασε. Ο Σιδέρης Ανδριανός, ο λαουτιέρης, μεσολάβησε, έφερε κάποιον από την Κολούμπια, τον έβαλαν να τραγουδήσει. Αυτό ήταν. Την άλλη μέρα πήγε με τον αδερφό μου και γραμμοφώνησε για την Κολούμπια. Παντρευτήκαμε, αφού πάντρεψε τις αδερφές του με τα χρήματα που έπαιρνε από τις γραμμοφωνήσεις. 1000 δρχ. το τραγούδι. Ο γιος μας, ο Χρήστος, γεννήθηκε το 1932. Ο Γιώργος δεν σταμάταγε να τραγουδά. Ερχόταν σπίτι από τη δουλειά και μου έλεγε: «Βήτα, δώσμου πουκάμισο, φανέλλα, να αλλάξω ρούχα, να φύγω». Τόσο πολύ. Αν είχα κρατήσει τα τηλεγραφήματα και τα γράμματα που του στέλνανε από εκεί που τραγουδούσε, θα βλέπατε πως τον λατρεύανε. Τον καλούσανε σε όλα τα πανηγύρια, γάμους, βαφτίσια, παντού. Πήρε και μια κιθάρα. Δεν ήξερε. Την είχε έτσι, κάτι να κρατάει.

Ο άντρας μου ήτανε ναύτης. Στον πόλεμο τραγουδούσε στον «Έλατο», στην Ομόνοια. Του πήγαινα ρούχα γιατί, απαγορευόταν τότε, να έρθει στην Κούλουρη, δεν τους αφήνανε στο Πέραμα. Μετά το 1947, έβγαλε πολλούς δίσκους. Ο λόγος του πέρναγε στην Κολούμπια. Τραγούδησε μέχρι το 1972. Τραγουδούσε και αρβανίτικα, του τα ζήταγε ο κόσμος, τα είχε κάνει δίσκο προπολεμικώς: «Ανθίση ντρίζα ε μάλιτ», «Ρα καμπάνα Παπαντήσε», «Σκόβα γκα Μαρίετ», «Ατό τσε βένε ντε πηλό", «Λίτσε μόι Λίτσε». Καμιά φορά, πήγαινα κι εγώ μαζί του. Δεν έβγαζε πολλά λεφτά. Έπαιρνε 200 δρχ. στο γάμο ή στο πανηγύρι. Πάντρεψε την Τακουΐ, την τραγουδίστρια, στη Χασιά.

Δίσκους έβγαζε μέχρι τα τελευταία. Στα πανηγύρια πήγαινε, αλλά όχι όπως πρώτα, πολύ αραιά. Είχε την καρδιά του. Είχαμε βάλει βηματοδότη το 1970. Συνεργάστηκε με πολλούς μουσικούς. Ο Σέμσης τον αγαπούσε πολύ. Ο γιος μας πήρε το δίπλωμα του γιατρού το 1970. Το 1973 παντρεύτηκε την Αθηνά . Πέθανε το 1992. Έχω δύο εγγόνια, 20 χρονώ τώρα. Λίγο πριν πεθάνει ο άντρας μου, έβγαλε το τραγούδι:

Σαν αποθάνω θάψτε με, στης εκκλησιάς την πόρτα

να με πατούν οι έμορφες αυτές οι μαυρομάτες

να με πατεί και μια ξανθιά μιας χήρας θυγατέρα

νά ρχεται στο μνήμα μου

Παρακάλεσε τον νεκροθάφτη να τον θάψει μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας. Και έτυχε και τον έχουμε εκεί.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Ο Θανάσης Μωραΐτης για δύο δίσκους του Γιώργου Παπασιδέρη

 




Ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγουδά σπάνια δημοτικά τραγούδια (Ελληνικά και Αρβανίτικα) Αυθεντικές ηχογραφήσεις 1930-1940 από σπάνιους δίσκους 78 στροφών

&

Ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγουδά Αμανέδες και Ρεμπέτικα Αυθεντικές ηχογραφήσεις 1930-1940 από σπάνιους δίσκους 78 στροφών

 

Έρευνα, σχόλια, κείμενα, επιμέλεια παραγωγής: Θανάσης Μωραΐτης

Έκδοση: FM Records, 1996


Θυμάμαι την εληά στo δεξί του μάγουλο, την παχιά προφορά του, λόγω αρβανίτικης καταγωγής, στα σύμφωνα λι, νι και σι, και το βελούδο της φωνής του. Ανάμεσα σε τραγoυδίστριες, δύο ή τρεις, ανάλογα με την ποσότητα βλακώδους πονηριάς του ιδιοκτήτη του μαγαζιού, που είχε μετατραπεί, για τις ανάγκες του πανηγυριού, σε οικογενειακό κέντρο. Όταν τραγούδαγε, σα να τραγούδαγε το στόμα του σε ξένο κορμί. Καμιά σύσπαση στo πρόσωπό του, καμιά ‘εκφραστική’ κίνηση, κανένα μέλος του σώματός του δεν συμμετείχε στo χρώμα που έστελνε η φωνή του. «Σιγά μην απασχολούσαν τέτοιες σκέψεις τους Βαγαίους, τότε και τώρα, αυτά είναι για τους διανοούμενους», απάντησε με σιγουριά ο κυρ-Βαγγέλης, όταν τον ρώτησα για τον Παπασιδέρη. «Σημασία είχε ότι, στο πανηγύρι, θα τραγούδαγε ο Παπασιδέρης από την Κούλουρη.

Ο Γεώργιος Παπασιδέρης (ή Παπασίδερης, όπως τον λένε οι συντοπίτες του) γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1902 στη Σαλαμίνα (Κούλουρη). Ήταν ο τρίτος από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του Χρήστου και της Αικατερίνης Παπασιδέρη ή Παπαϊσιδώρου (της οποίας έμοιαζε πάρα πολύ). Ήταν Αρβανίτης, όπως όλοι σχεδόν οι Κουλουριώτες. Ο πατέρας του είχε το κέντρο «Πιπεριές», στα Αλώνια, στην Κούλουρη. Το κέντρο δούλευε μόνο κάθε καλοκαίρι. Πέρασαν πολλοί καλλιτέχνες από ’κεί: ο Μήτσος Αραπάκης, ο Δημήτρης Ατραίδης, ο Ρούκουνας κ.ά . Τις υπόλοιπες εποχές του χρόνου ασχολιόντουσαν, για κάποιο μεροκάματο, με μεταφορές δομικών υλικών με τα κάρα τους, καραγωγείς.

Στα 14 χρόνια του ο Γιώργος Παπασιδέρης δούλεψε μούτσος στo καΐκι του Γιώργη Μάθεση, για ένα χρόνο. Μετά, καραγωγεύς. Φυσικά, θα τραγουδούσε, όπως όλοι. Το ιδιαίτερο που είχε η φωνή του, το πρόσεξε ο γείτονάς του, ο Σιδέρης Ανδριανός, γνωστός μας για το ωραίο παίξιμό του στo λαούτο. Έφτασε μια μόνο συνάντηση με κάποιον εκπρόσωπο της δισκογραφικής εταιρείας «COLUMBIA», και να, ο Παπασιδέρης ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι, έναν αμανέ

έχω πολλά παράπονα στο στήθος μου γραμμένα

πότε θα ’ρθεί αυτή η στιγμή να στά ’πω ένα-ένα

και μπαίνει στην οικογένεια που η μοίρα του είχε ορίσει, των καλλιτεχνών. Από τότε, το 1928, έως το 1977 που τον βίον αυτού μετήλαξε’, ηχογράφησε 1850 τραγούδια. Αμανέδες έως το 1935, δημοτικά (τα περισσότερα) και ύστερα ρεμπέτικα (του Τούντα, του Αχιλλέα Μπαρούση –μάλλον πρόκειται για τον Δημήτρη Μπαρούς ή Λορέντζο, του Περιστέρη, του Ψυριώτη, του Σέμση ή Σαλονικιού, του Σκαρβέλη) καθώς και κάποια Σμυρνέικα («Αγαπώ μιαν Αρμενίτσα») κτλ. Το 1930 παντρεύτηκε την Αφροδίτη Ισιδώρου Τσεβά, τη Βήτα του (γεννήθηκε και ζει στη Σαλαμίνα, στα Αλώνια). Έκαναν ένα αγόρι, τον Xρήστo Παπαϊσιδώρου. Ήταν γιατρός. Παντρεύτηκε την Αθηνά και έκαναν δύο αγόρια (20 χρονών τώρα). Πέθανε το 1992.

Το 1940, ο Γιώργος Παπασιδέρης, συμμετέχoντας –μ’ αυτό που μπορούσε καλύτερα να κάνει– στην αγωνία της εποχής, έγραψε τα τραγούδια: «Μες στης Κλεισούρας τα βουνά», «Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι». Κατά τη διάρκεια της κατοχής τραγουδούσε και τα: «Με δόξα να γυρίσετε», «Νά ’μουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία», «Και σεις βουνά της Κορυτσάς», που ηχογράφησε το 1947. Το 1940-1 όμως, ηχογράφησε δύο τραγούδια που έγραψε μαζί με τον Δημήτρη Σέμση ή Σαλονικιό και έως τώρα ήταν άγνωστα, και με πολύ χαρά τα παρουσιάζουμε στο CD Ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγουδά αμανέδες και ρεμπέτικα. Τα τραγούδια αναφέρονται στον Μουσολίνι και είναι τα: «Μας φέρθηκες μπαμπέσικα», «Το κόλπο σου δεν έπιασε».

Συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους μουσικούς που γνωρίζουμε τώρα, γιατί υπήρξαν κορυφαίοι: Νίκος Καρακώστας, Απόστολος Σταμέλλος, Κώστας Γιαούζος, Νίκος Ρέλλιας, Γιώργος Ανεστόπουλος, Τάσος Χαλκιάς, Χαράλαμπος Μαργέλλης, Βάιος Μαλλιάρας, Παναγιώτης Κοκοντίνης, Βασίλης Σαλέας, Γιάννης Βασιλόπουλος από κλαρίνα. Δημήτρης Σέμσης ή Σαλονικιός, Ανέστος Αρβανιτάκης, Αλέκος Αραπάκης, Γιώργoς Κόρος από βιολιά. Αλέκος Γκαραβέλης, Μανώλης Φυστιξής (τσίμπαλο) και φυσικά Σιδέρης Ανδριανός από λαούτα.

Στην παρούσα έκδοση, έχουμε την ευκαιρία, να ακούσουμε τον Παπασιδέρη, σε χαμένες έως τώρα ηχογραφήσεις, που έκανε από το 1930-40. 17 αμανέδες που αποδίδει με μοναδικό τρόπο, Δημοτικά τραγούδια στα ελληνικά, αλλά και έξι τραγούδια στην αρβανίτικη γλώσσα, σπάνιο ντοκουμέντο καθώς και μια σύνθεση του συνεργάτη του Παναγιώτη Κοκοντίνη (κλαρίνο), που γράφτηκε την ημέρα του θανάτου του Γιώργου Παπασιδέρη και μας χαρίστηκε πολύ ευγενικά από τον συνθέτη του, με σκοπό να μπει κι αυτή στην παρούσα έκδοση.


Πλάκα, Απρίλιος 1996

Θανάσης Μωραΐτης